Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΜΕΚΑΝΙΜΑΛ το ελληνόφωνο άλμπουμ τους «Θόρυβος»

Παράξενος δίσκος. Απρόσμενος για μένα. Μετά από τέσσερα αγγλόφωνα άλμπουμ, οι Mechanimal, ή, εδώ τουλάχιστον, Μεκάνιμαλ, «ανακαλύπτουν» τον ελληνικό στίχο, δίνοντας μιαν άλλη προοπτική στον ήχο τους. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η γλώσσα στους Mechanimal, οι απαγγελίες του Freddie Faulkenberry (μα και της Etten παλαιότερα), λογαριάζονταν και σαν ήχος, σαν κομμάτι του ήχου τους, και όχι απλώς ως στίχοι με κάποιο νόημα, το όποιο νόημα.
Χοντρικά, θα λέγαμε πως το νόημα, στο νέο άλμπουμ των Μεκάνιμαλ «Θόρυβος»
[Inner Ear, 2021], δεν αλλάζει – δίχως να υποστηρίζουμε πως τα αγγλικά λόγια (των Γιάννη Παπαϊωάννου και Freddie F.), που ακούγαμε από τον Freddie F., ταυτίζονται με τα ελληνικά τής Αγγελικής Βρεττού. Εκείνο που αλλάζει είναι η προσωδία, η επανατοποθέτηση τού λόγου πάνω στα ανάλογα ηλεκτρονικά-βιομηχανικά patterns τού Γιάννη Παπαϊωάννου και κυρίως (εκείνο που αλλάζει) είναι η διαφορετική αντιμετώπιση τού λόγου.
Από τη στιγμή που επιλέγεις την ελληνική γλώσσα (Έλληνας ων) είναι σαν να λες –και δεν είναι λάθος αυτό– πως... να, τώρα, πρέπει να προσέξετε και τον λόγο. Ένας λόγος, ο οποίος, ως ελληνικός πια, δεν μπορεί παρά να αποκτά μια δική του αυτοδύναμη υπόσταση. Κι έτσι, αυτοδύναμος, να ακούγεται από το ημεδαπό κοινό, που θα προστρέξει στο άλμπουμ. Κι εδώ θα άξιζε, πραγματικά, να γνωρίζαμε τις αντιδράσεις και του ξένου κοινού –γιατί σίγουρα υπάρχουν ακροατές από την αλλοδαπή, που γνωρίζουν και ακούνε τους Mechanimal– γύρω από το πώς φαίνεται και σ’ εκείνους η συγκεκριμένη αλλαγή, πώς την αντιμετωπίζουν κ.λπ.
Η Θέκλα Τσελεπή, η γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, είναι αυτή τη φορά μπροστά από το μικρόφωνο. Είναι αυτή που μεταφέρει στα αυλάκια τού δίσκου τους στίχους τής Α. Βρεττού, πατώντας (η φωνή της) πάνω στις ρυθμικές δομές, που επεξεργάζεται ο Γ. Παπαϊωάννου – με τη βοήθεια κάποιων λίγων, ακόμη, οργάνων-μουσικών (ακούγεται τσέλο σε τρία tracks, μπάσο σε δύο, ηλεκτρική κιθάρα σε ένα και ακουστική κιθάρα επίσης σε ένα).
Διαβάζοντας, αρχικώς, τα λόγια στο innersleeve, πριν ακούσω τον δίσκο, δεν μπορώ να πω πως ενθουσιάστηκα (απ’ αυτά). Τα βρήκα κατ’ αρχάς μακροσκελή, ανακυκλούμενα και περαιτέρω πολύ «κολασμένα» και κάπως «επιτηδευμένα» – αλλά μπορεί και να κάνω λάθος, για τους τελευταίους χαρακτηρισμούς (που είναι εντός εισαγωγικών). Δεν επιμένω, δηλαδή, επειδή αυτό δεν μπορώ να το αποδείξω... απλώς το νοιώθω. Ακούγοντάς τα, δε, στο άλμπουμ διαπίστωσα πως λειτουργούν διαφορετικά. Υπάρχει μια σαφής εικόνα, εννοώ, που προβάλλεται και δομείται, όμως, μέσα από ασαφείς λεπτομέρειες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος...
Όλοι ζούμε στην ίδια πόλη... όσοι ζούμε τέλος πάντων σ’ αυτήν. Υπάρχουν οπωσδήποτε κοινές μεταξύ μας αναφορές, αλλά δεν υπάρχει αναγκαστικώς μια κοινή θέαση σε πράγματα και καταστάσεις – ακόμη και εντός του πλαισίου που οριοθετούν τα λόγια. Που είναι ποιο; Eκείνο ενός δύσβατου αστικού βίου, δύσθυμου, απαθούς, υποτονικού και με εκρήξεις βίας ανά περιπτώσεις, τοποθετημένου χοντρικά μέσα σ’ ένα αποκαλυπτικό σκηνικό. Ο «Θόρυβος» είναι σίγουρα ένα «σκοτεινό» άλμπουμ, σίγουρα το περισσότερο σκοτεινό απ’ όλα τα προηγούμενα των Mechanimal / Μεκάνιμαλ, κάτι που δεν είναι άμοιρο, εγώ θα πω, τού φύσει και θέσει ελληνικού, στα όρια της πλημμυρίδας, λόγου.
Η δική μου γνώμη, πάντως, είναι πως τα αγγλικά λόγια λειτουργούσαν καλύτερα στους electro μετασχηματισμούς των Mechanimal. Έδεναν καλύτερα. Δεν ξέρω... ίσως, αν ο Γ. Παπαϊωάννου το πήγαινε το άλμπουμ κάπου αλλού ηχητικά, σε πιο minimal, ήπιες, ambient κατευθύνσεις, με πιο χαλαρά beats, το άκουσμα να ήταν διαφορετικό... και προτιμότερο. Σίγουρα θα ήταν διαφορετικό... το προτιμότερο θα το κρίναμε τότε. Νομίζω, δε, πως σ’ ένα τέτοιο (υποτιθέμενο) πλαίσιο ακόμη και η βαθιά φωνή τής Θ. Τσελεπή θα απέδιδε περισσότερο, καθώς, εδώ, νοιώθω να σκεπάζεται, να πνίγεται...
Ξαναλέω πάντως –το σημείωσα και στην αρχή– πως ο «Θόρυβος» είναι ένας παράξενος δίσκος. Κι είναι ένας χαρακτηρισμός αυτός, το «παράξενο», που λειτουργεί έξω από τις γνωστές διαβαθμίσεις («μέτριο», «καλό», «πολύ καλό», «αριστούργημα» κ.λπ.).
Επαφή: www.inner-ear.gr

Πέμπτη 20 Μαΐου 2021

MAZOHA το νέο άλμπουμ του «ΠΡTΘΛTΣ»

Το νέο άλμπουμ τού Mazoha (μουσική, στίχοι, όλα τα όργανα Τζίμης Πολιούδης) αποκαλείται «ΠΡΤΘΛΤΣ» [Inner Ear, 2021], δηλαδή «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ» χωρίς τα φωνήεντα – μόνο με τα σύμφωνα. Που σημαίνει τι αυτό; Ότι υπάρχει λογοκρισία; Ότι από τις λέξεις που θέλεις να χρησιμοποιήσεις για να εκφραστείς σού επιτρέπονται εκείνες μόνον, που δεν σημαίνουν τίποτα; Μπορεί...
Τα λόγια κατ’ αρχάς τού «ΠΡΤΘΛΤΣ» είναι οργισμένα. Στο βάθος τους βέβαια μπορεί να κρύβουν μιαν αισιοδοξία –δες το δίστιχο «
Ως την τελευταία μέρα που θα είμαι εδώ / θα τρώω γροθιές μα θα μένω όρθιος» (από το τραγούδι «Ένας ίσον κανένας»)–, αλλά το σκοτάδι είναι εκείνο που κυριαρχεί. Επίσης υπάρχει ένα κομμάτι, το «Καλωσήρθατε στον Παράβυσσο», στο οποίον επαναλαμβάνονται σε διαφορετικούς συνδυασμούς αυτές και μόνον οι λέξεις (του τίτλου). Τι να έχουμε, άραγε, εδώ; Μιαν ηχητική απεικόνιση μιας απόπειρας φίμωσης, με τα λίγα λόγια να ανατροφοδοτούνται αέναα από τον εαυτό τους; Μπορεί...
Λέμε «μπορεί», επειδή δεν έχουμε αντιληφθεί ποιος ακριβώς είναι, εδώ, ο «εχθρός» για τον Mazoha. Κι επειδή ο «εχθρός» θα πρέπει να είναι πάντα «ένας», γιατί άμα είναι πολλοί τότε το πράγμα μπερδεύεται, χάνεται, υπάρχει πολυδιάσπαση και αντί να συναντηθείς με τους άλλους, αναπτύσσεις επιμέρους λόγους που σε οδηγούν, συχνά, σε διασπαστικές συγκρούσεις (άλλο που δεν θέλει ο «εχθρός»), λέω λοιπόν, και σε σχέση πάντα με τον δίσκο, πως προσωπικώς μένω μ’ αυτήν την απορία. Τού ποιος είναι ο «εχθρός» τελικώς, για τον Mazoha…
Κατά τα λοιπά, τα τραγούδια από μουσικής πλευράς είναι πρωτόλεια, ορμητικά, κινούμενα σε punk, κιθαριστικούς και synth-punk δρόμους. Υπάρχει τραγούδισμα, ενίοτε στα όρια του ραπαρίσματος, μερικές ενδιαφέρουσες επωδοί (στο πρώτο track π.χ., το «Γαμώ»), ωραία «κοντά» σχήματα, που «δουλεύουν» («ΠΡΤΘΛΤΣ»), υπάρχει noise και πάνω απ’ όλα μιαν ορμή, που στοχοποιεί φανερά... ιδιότητες και καταστάσεις της καθημερινότητας, αφήνοντας απ’ έξω άλλα ζητήματα, τα οποία μπορείς (ίσως) να τα φανταστείς, να τα υποθέσεις.
Αναλογιζόμενοι λοιπόν πως το άλμπουμ είναι φτιαγμένο, προκειμένου να ειπωθούν οι κατά τον Mazoha «αλήθειες», θα πούμε πως το «ΠΡΤΘΛΤΣ» είναι ένα πολύ ερμητικό, και πολύ προσωπικό, σύντομο στο χρόνο LP, με ξεκάθαρη ηχητική, «πανκοειδή», εικόνα, αλλά κάπως μπερδεμένη ιδεολογική.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 371

18/3/2021
Και κάτι ακόμη για τον Franco Battiato, και με αφορμή το θλιβερό γεγονός.
Βάσει discogs δεν κυκλοφόρησε ποτέ LP τού Battiato στην Ελλάδα – σε ελληνική εκτύπωση εννοούμε.
Κοιτάζοντας, όμως, τα εξώφυλλα των άλμπουμ του από την δεκαετία του ’80 λέω πως μερικά απ’ αυτά ήταν «κοινά» στα δισκάδικα εκείνη την εποχή, όπως το “La Voce Del Padrone” (1981) ή το “Fisiognomica” (1988) και μάλλον είχαν εκτυπωθεί και στην Ελλάδα (δεν μπορεί να συνέβη αλλιώς). Πιστεύω δε πως αν ψάξω στα κιτάπια μου θα βρω και δισκοκριτικές από περιοδικά...
Φυσικά, δεν πήγε ποτέ το χέρι μου να τ’ αγοράσω, γιατί στα 80s και στα 90s πολύ σπάνια αγόραζα δίσκους καλλιτεχνών, που είχαν ξεκινήσει το ’60 και που εξακολουθούσαν να βγάζουν δίσκους και μετά το ’80. Κι έτσι αυτά τα άλμπουμ τού Battiato, ούτε που τ’ άγγιξα.
Το “La Voce Del Padrone” το ακούω τώρα από το YouTube και λέω πως είναι αξιοπρεπέστατο για την εποχή του, ενώ έχει και... τιμούλα. Στο discogs, δε, το πουλάνε από 120 ευρώ(!), αλλά μπορεί να ανέβασαν σήμερα τις τιμές οι θρασύτατοι...
Τώρα, άντε βρες το με κανα πεντακοσάρικο (δραχμές), όπως το εύρισκα κάποτε στα αζήτητα.

18/5/2021
Και όμως υπάρχει Έλληνας-Ελληνίδα, που είχε τραγουδήσει Franco Battiato στη δεκαετία του ’60. Ήταν η Λήδα, σ’ ένα δισκάκι του ’68.
Το τραγούδι ήταν το “È l'amore”, που είχε πει ο Battiato (δεν ήταν δικό του – άλλοι το είχανε γράψει) και για το οποίο είχε ετοιμάσει ελληνικά λόγια ο Λευτέρης Παπαδόπουλος! «Μας εχώρισε ο Σεπτέμβρης»...
[στo δεύτερο λινκ το πρωτότυπο]
https://www.youtube.com/watch?v=VqlLJNAzzWk
https://www.youtube.com/watch?v=aBWZeJF0FHU

18/5/2021
Πέθανε ο Franco Battiato, στα 76 χρόνια του.
Τα πρώτα άλμπουμ του “Fetus” (1972), “Pollution” (1973), “Sulle Corde di Aries” (1973) και “Clic” (1974), όλα στην εταιρία Bla Bla, είναι εξαιρετικά (και κάποια ακόμη μεταγενέστερα). Πολύ προχωρημένα electronic-progressive, από τα ωραιότερα εκείνης της εποχής.
Ο Battiato είχε επιχειρήσει να συνδέσει το progressive rock (είχε ξεκίνησε εξάλλου εκείνη τη φάση της διαδρομής του μ’ ένα άλλο σχήμα τής Bla Bla, τους Osage Tribe), με στοιχεία πειραματικά-ηλεκτρονικά, concrete, «κλασικής μουσικής», σινεματίκ κ.λπ., δημιουργώντας ένα πολύ παράξενο κράμα (περνούσε και στους στίχους η παραξενιά), που ακούγεται και σήμερα, 50 χρόνια αργότερα, με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τα ενθουσιώδη λόγια του Frank Zappa εκείνα τα χρόνια, του Jim O’Rourke αργότερα, και πολλών άλλων στην πορεία, πάλι λίγα είναι για να περιγράψουν το τι στ’ αλήθεια «έπαιζε» σ’ εκείνους τους δίσκους.
Όμως η συμβολή του Battiato στην ιταλική prog-avant σκηνή υπήρξε γενικότερα σημαντική, αφού ως βασικός στέλεχος της Bla Bla προωθούσε ή βοηθούσε (και όχι μόνο στο δικό του label) μουσικούς και συγκροτήματα που, άμεσα, τον ενδιέφεραν.
Πρώτοι σε σημασία οι Jumbo, με τους οποίους συνεργάζεται στο πολύ καλό “Vietato Ai Minori di 18 Anni?” και ακόμη ο Juri Camisasca, οι Genco Puro & Co. και άλλοι διάφοροι.
Είχε πορεία και πριν το progressive ο Battiato και βεβαίως μετά απ’ αυτό (μέχρι και στην Eurovision εμφανίστηκε), αλλά εκεί, στο πρώτο μισό του ’70, είναι οι πολύ μεγάλοι δίσκοι του.
[τα σκαναρίσματα είναι από το πρώτο σοβαρό άρθρο που είχα διαβάσει για τον Franco Battiato, το καλοκαίρι του ’93, στο βρετανικό περιοδικό Audion]

17/5/2021
Και μεγάλη μπάντα, και γ@μώ τα κομμάτια και με σωστό μήνυμα... Depeche Mode…
https://www.youtube.com/watch?v=GFTGQ0sl_NM

17/5/2021
«Ουδέποτε οι πατέρες της Ελληνικής φιλοσοφίας εταύτισαν τας δημοκρατικάς ελευθερίας προς την ασυδοσίαν»
Γεώργιος Παπαδόπουλος (27 Απριλίου 1967)
«Ελευθερία δεν σημαίνει ανευθυνότητα»
Κυριάκος Μητσοτάκης (17 Μαΐου 2021)
Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα σ’ έχει προλάβει και που θα σε κάνει να νοιώσεις αμήχανα, όταν λες κοινοτοπίες...

16/5/2021
Δεν ετοιμάζω κείμενο για τον Κώστα Χατζή. Έχω γράψει εξάλλου κάτι (μικρό) παλιά. Απλά, με κάποια άλλη αφορμή θυμάμαι μερικά τραγούδια του...
https://www.youtube.com/watch?v=p5frTaayE_M

Τρίτη 18 Μαΐου 2021

JAKOB BRO / ARVE HENRIKSEN / JORGE ROSSY, CYMIN SAMAWATIE / KETAN BHATTI / TRICKSTER ORCHESTRA, SHAI MAESTRO, MOMO KODAMA / SEIJI OZAWA / MITO CHAMBER ORCHESTRA, DANISH STRING QUARTET νέα άλμπουμ στην ECM Records

JAKOB BRO / ARVE HENRIKSEN / JORGE ROSSY: Uma Elmo [ECM Records, 2021]
Ο δανός κιθαρίστας Jakob Bro συνδέεται με την ECM τουλάχιστον από το 2006, έχοντας και προσωπικούς δίσκους εκεί και «συμμετοχές» (π.χ. στο “Dark Eyes” του Tomasz Stanko, ως μέλος του Tomasz Stanko Quintet). Περαιτέρω, για δικά του άλμπουμ έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο blog, όπως για το “Bay of Rainbows” [ECM, 2018] ή για το “Returnings” [ECM, 2018]. Το ίδιο ισχύει και για τον νορβηγό τρομπετίστα Arve Henriksen, καθώς και αυτός ηχογραφεί στην εταιρεία από το 1998, έχοντας και προσωπικές ηχογραφήσεις εκεί, μα και «συμμετοχές». Νεότερος στην ECM-οικογένεια φαίνεται πως είναι ο ισπανός ντράμερ Jorge Rossy, που πάντως έχει κι αυτός μια παρουσία το 2013, στην παράλληλη ετικέτα XtraWATT και σε άλμπουμ τού Swallow Quintet. Αυτοί οι τρεις μουσικοί βρίσκονται για πρώτη φορά μαζί, τώρα, ηχογραφώντας το “Uma Elmo”, στο γνωστό Auditorio Stelio Molo RSI του Λουγκάνο, τον Αύγουστο / Σεπτέμβριο του 2020. Στο άλμπουμ καταγράφονται εννέα tracks, όλα συνθέσεις του κιθαρίστα Bro.
Το “Uma Elmo” είναι, γενικώς, ένα χαμηλό τόνων άλμπουμ. Ένα άλμπουμ περιορισμένης έντασης, που προβάλλει έναν κάπως παράξενο λυρισμό –δύο tracks εξάλλου αποτελούν μνημόσυνα στους Tomasz Stanko (“To Stanko”) και Lee Konitz (“Music for black pigeons”)– με τους τρεις μουσικούς να είναι τέλεια συντονισμένοι σ’ αυτήν την μακρόπνοη ελεγεία, που έχει όμως τον τρόπο, έναν μαγικό τρόπο, να σε κρατάει αιχμάλωτό της.
Αυτό το διαπιστώνεις καθώς εξελίσσεται και αναπτύσσεται το άλμπουμ, με το εκπληκτικό 11λεπτο “Housework”, εκεί προς την μέση, να αποτελεί την κορύφωση τού “Uma Elmo” – το οποίον, από ’κει και κάτω, συνεχίζει στο ίδιο αθόρυβο πλάνο του, προσφέροντας μια μουσική αναπάντεχα διαβρωτική, που έχει τον τρόπο να σε αφοπλίζει.
Όχι συνηθισμένη περίπτωση τεχνικότατου δίσκου, δουλεμένου από τρεις πολύ μεγάλους παίκτες, που ξέρουν να εντυπωσιάζουν με τα απολύτως απαραίτητα.
CYMIN SAMAWATIE / KETAN BHATTI / TRICKSTER ORCHESTRA: S/T [ECM Records, 2021]
Υπάρχει μια μπάντα στο Βερολίνο εδώ και καμιά 20αριά χρόνια, οι Cyminology, με δισκογραφία σε «δυνατές» εταιρείες – αρχικώς στην Double Moon και αργότερα στην ECM. Δύο από τα τέσσερα μέλη των Cyminology, η τραγουδίστρια Cymin Samawatie (Γερμανίδα, ιρανικής καταγωγής) και ο ινδός περκασιονίστας Ketan Bhatti συνεργάζονται με την Ορχήστρα Trickster (ως κανονικά μέλη της), η οποία αποτελείται από είκοσι τρεις(!) μουσικούς, που χειρίζονται «κλασικά» και αναπάντεχα όργανα. Έτσι, εδώ, μπορείς ν’ ακούσεις κιθάρα, μπάσο, ντραμς, επίσης βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, μα ακόμη και nay, recorders, sheng, koto, kanun, marimba και, ανάμεσα σε άλλα πολλά, ηλεκτρονικά!
Τι ρεπερτόριο θα μπορούσε να αποδίδει μια τέτοια ορχήστρα, που έχει την άνεση να επεξεργάζεται ενορχηστρώσεις, για τόσο πολλά και διαφορετικά όργανα; Είναι ένα ερώτημα αυτό, που δεν είναι, φυσικά, αναπάντητο.
Το ρεπερτόριο, λοιπόν, είναι πρωτότυπο, όσον αφορά στις μουσικές, καθώς και τα εννέα tracks του άλμπουμ αποτελούν συνθέσεις των Samawatie / Bhatti, ενώ στο στιχουργικό κομμάτι συναντάμε ψαλμούς, κείμενα sufi-ποιητών (Rumi, Hafiz) κ.λπ., και λόγια που αποδίδονται σε farsi, εβραϊκά, τουρκικά και αραβικά.
Αν υπάρχει αυτή η γλωσσική πανσπερμία από την μια μεριά, συμβατή πάντως, με τα ενδιαφέροντα των Samawatie και Bhatti στο συγκεκριμένο CD, από την άλλη η μουσική κάλυψη είναι απίστευτα «πυκνή», συγκεκριμένη, αν και κάπως περφεξιονιστική.
Το άκουσμα δεν είναι λαϊκό, ούτε παραδοσιακό. Είναι «έντεχνο» στον απόλυτο βαθμό, και με στοιχεία αυτοσχεδιασμού έως και αβαντ-γκαρντίστικα, ακόμη και «μπρεχτικά», αφήνοντας μία πολύ παράξενη αύρα.
Ενδιαφέρουσα; Οπωσδήποτε – παρότι χρειάζεται προσπάθεια και κάποιο ψάξιμο, για να παρακολουθήσεις το άλμπουμ των Samawatie-Bhatti και της Trickster Orchestra με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην το αδικήσεις.
SHAI MAESTRO: Human [ECM Records, 2021]
Είχαμε γράψει και για το προηγούμενο, ολοκληρωμένο άλμπουμ τού Shai Maestro στην ECM, το “The Dream Thief” του 2018, κι εκεί είχαμε σημειώσει πως έχουμε να κάνουμε, στην περίπτωσή μας, μ’ έναν πιανίστα «ατμοσφαιρικό», με μαλακό τουσέ, και με έφεση στη romance μελωδία, γνωστόν και στην ντόπια τζαζ-κοινότητα λόγω της συνεργασίας του με τον κοντραμπασίστα Πέτρο Κλαμπάνη (με τον οποίον έχουν συνυπάρξει σε live σίγουρα στην Πάτρα και μάλλον και στην Αθήνα).
Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τού Shai Maestro στην γερμανική εταιρεία, που αποκαλείται “Human”, ο ισραηλινός μουσικός εμφανίζεται ως μέλος κουαρτέτου (με τους Philip Dizack τρομπέτα, Jorge Roeder κοντραμπάσο και Ofri Nehemya ντραμς να συμπληρώνουν το σχήμα), παρουσιάζοντας μια σειρά δικών του συνθέσεων, στο γνωστό ύφος του, αυτό το λυρικό contemporary, που θα μπορούσε να το αποκαλέσουμε και «μεσογειακό» και το οποίον κερδίζει πολλά μέσα από την συνολικότερη ηχογράφηση-παραγωγή.
Με μία μόλις version, στο πασίγνωστο “In a sentimental mood”, ο Shai Maestro δείχνει και σ’ αυτό το LP/CD πως είναι ένας πολύ σοβαρός συνθέτης, με στιγμές αληθινής έμπνευσης, που «ταιριάζει γάντι» στον «ήχο της ECM», καθώς οι επεξεργασμένες επιρροές του από πιανίστες όπως ο Bill Evans ή ο Brad Mehldau τού δίνουν την άνεση να κινείται σε παραπλήσια με εκείνους πεδία, χωρίς όμως αλληλοκαλύψεις. Το παίξιμό του παραμένει πάντα διακριτικό και ελαφρώς απόμακρο, μέσα στη «ζεστασιά» του, με την τρομπέτα τού Dizack να καταγράφει μία περαιτέρω διαδρομή προς την ανάπτυξη των μελωδιών και μάλιστα σε πολύ περίεργους συνδυασμούς με το πιάνο, σαν σε κοντραπούντο (“GG”). 
Ένα αναμενόμενο άλμπουμ, για τα δεδομένα της ECM, είναι το “Human”, που σημαίνει ότι ο βαθμός του δεν μπορεί παρά να είναι υψηλός, ετοιμασμένο από έναν πιανίστα (και το συγκρότημά του), που δεν παύει να βρίσκεται σε μια φάση εξέλιξης (ο Maestro είναι 34 ετών).
MOMO KODAMA / SEIJI OZAWA / MITO CHAMBER ORCHESTRA: Hosokawa / Mozart [ECM New Series, 2021]
Άλμπουμ των ECM New Series είναι αυτό, οπότε χρειάζονται μερικές πρώτες και απαραίτητες διευκρινήσεις – εν σχέσει, κατ’ αρχάς με τα ονόματα, που σχετίζονται με την έκδοση.
Έτσι, στο άλμπουμ αυτό η ιαπωνίδα κλασική πιανίστρια Momo Kodama συνεργάζεται με την πολυμελή Mito Chamber Orchestra, υπό τον Seiji Ozawa, προκειμένου να παρουσιάσει έργα Toshio Hosakawa (γενν. 1955) [“Lotus under the moonlight / Hommage à Mozart”] και Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791) [“Concerto No. 23 in A major / K.488 / for piano and orchestra]. 
Είναι προφανές λοιπόν πως η έκδοση, που αφορά σε μιαν ηχογράφηση από το 2006, στο Concert Hall ATM (Art Tower Mito), στην πόλη Mito της Ιαπωνίας, σχετίζεται με τον W.A. Mozart, καθώς το 2006 συμπληρώνονταν 250 χρόνια από την γέννηση τού μέγιστου συνθέτη της «κλασικής μουσικής».
Στο κατατοπιστικό booklet, που συνοδεύει την έκδοση, ο συνθέτης Toshio Hosakawa γράφει πως λόγω των τότε (2006) εορτών, του είχε ανατεθεί από την Βορειογερμανική Ραδιοφωνία να διαλέξει ένα αγαπημένο του πιάνο-κονσέρτο τού Mozart και με αφορμή εκείνο να συνθέσει ένα δικό του, με την ίδιαν, όμως, ενορχήστρωση.
Ο Hosakawa, τιμώντας εκτός από τον Mozart και την χώρα του, εμπνέεται από το λωτό, από το άνθος του λωτού, που, στην βουδιστική παράδοση, σημαίνει πολλά, τα οποία σχετίζονται με το άνοιγμα, την επέκταση δηλαδή του μυαλού, με την ανάταση του ίδιου σου του εαυτού κ.λπ., προκειμένου να συνθέσει ένα piano-concerto, που δεν έχει σχέση με την «κλασική μουσική» τής εποχής τού Mozart, περικλείοντας, περισσότερο, στοιχεία ιαπωνικότητας (καθώς μιαν «εικόνα» για τον Hosakawa φαίνεται πως θα είναι πάντα ο Tōru Takemitsu).
Αυτονόητο, μετά απ’ όλα τούτα, γιατί  η έκδοση θα συμπληρωνόταν με το “Concerto No. 23 in A major / K.488 / for piano and orchestra” του Wolfgang Amadeus Mozart (στα τρία μέρη του “allegro”, “adagio” και “allegro assai”).
DANISH STRING QUARTET: Prism III / Beethoven / Bartók / Bach [ECM New Series, 2021]
Το Danish String Quartet (Frederik Øland βιολί, Rune Tonsgaard Sørensen βιολί, Asbjørn Nørgaard βιόλα, Fredrik Schøyen Sjölin βιολοντσέλο) είναι ένα αναγνωρισμένο κουαρτέτο εγχόρδων, στο οποίον έχουμε αναφερθεί ξανά στο δισκορυχείον, με αφορμή τα άλμπουμ του “Prism I, Beethoven / Shostakovich / Bach” (2018) και “Prism II, Bach / Schnittke / Beethoven” (2019), αμφότερα στις ECM New Series.
Σ’ αυτήν την τρίτη σειρά τού “Prism” οι Danish String Quartet αποδίδουν έργα Beethoven (“String Quartet No. 14 in C-sharp minor, op. 131”), Bartók (“String Quartet No. 1, op. 7, Sz. 40”) και Bach (“Fugue in C-sharp minor, BWV 849”).
Όπως θα διαπιστώσετε, παρατηρώντας το ρεπερτόριο και στα τρία άλμπουμ, οι Bach και Beethoven είναι κοινοί, ενώ σε κάθε νούμερο προστίθεται κι ένας τρίτος συνθέτης, πιο σύγχρονος (Shostakovich, Schnittke, Bartók). Προφανώς και δεν είναι τυχαίο αυτό, προφανώς και το Danish String Quartet θέλει να καταδείξει τα αισθητικά όριά του, που αφορούν μέχρι και στην «σύγχρονη κλασική», μέχρι και στον 20ον αιώνα, δημιουργώντας ένα πακέτο «τέλειων» ηχογραφήσεων, τόσο από αισθητικής όσο και από τεχνικής πλευράς.

Η ECM και η ECM New Series εισάγονται στην Ελλάδα από την AN Music

Δευτέρα 17 Μαΐου 2021

η σπάνια γαλλική ταινία «Τα Σκυλιά της Νύχτας» από το 1965, με την Ξένια Καλογεροπούλου και την Ζέτα Αποστόλου – βασισμένη στο μυθιστόρημα του Θράσου Καστανάκη «Ο Χατζή Μανουήλ» ήταν γυρισμένη στη χώρα μας, αλλά ξεχάστηκε πολύ γρήγορα

Στην Ελλάδα διεκπεραιώνονταν από παλιά ξένες κινηματογραφικές παραγωγές, καθώς η χώρα φάνταζε, σε πολλούς, σαν ένας καλός ή και ιδανικός χώρος γυρισμάτων. Ειδικά στην δεκαετία του ’60 τούτο άρχισε να γίνεται κάπως σαν καθεστώς. Οι αιτίες ήταν πολλές...
Ο τόπος, η χώρα μας, είχε καλό κλίμα και πλούσιο ανάγλυφο. Ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια, πράγμα που σήμαινε πολύς χρόνος (τουλάχιστον 5-6 μήνες) ευνοϊκός για γυρίσματα και βεβαίως ορεινά και πεδινά μέρη, και ακόμη νησιά (από έρημα, και σχεδόν έρημα, έως κοσμοπολίτικα, με τα μέτρα του τότε). Διέθετε, επίσης, μεγάλα αστικά κέντρα, μικρές πόλεις και χωριά. Υπήρχε αυτή η μεσογειακή ποικιλία, σε κάθε περίπτωση, που ευνοούσε γενικότερα.
Πιο ειδικά, τώρα, η χώρα διέθετε μάχιμο κινηματογραφικό προσωπικό. Πολλούς και καλούς ηθοποιούς, για πρώτους ή δεύτερους ρόλους, και φυσικά πεπειραμένους τεχνικούς, σε όλα τα επιμέρους στάδια μιας παραγωγής. Και ακόμη κάτι πολύ σημαντικό. Φτηνά μεροκάματα, τα οποία πάντα λάβαιναν σοβαρά υπ’ όψιν τους οι ξένοι.
Συνέπεσαν, δε, όλα τα προηγούμενα και με την τουριστική ανάδειξή μας στην δεκαετία του ’60, που συνέβη βασικά μέσα από τις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του Ζυλ Ντασέν και «Αλέξης Ζορμπάς» (1964) του Μιχάλη Κακογιάννη – ταινίες, που έγιναν παγκόσμια γνωστές, διαφημίζοντας ολούθε την Ελλάδα, δένοντας καλύτερα το πράγμα.
Μία από αυτές τις λησμονημένες, σήμερα, ξένες παραγωγές, που είχαν γυριστεί στη χώρα μας εκείνη την δεκαετία, αφορούσε στην γαλλική ταινία τού
Willy Rozier “Les Chiens dans la Nuit” (1965).
Ο Willy Rozier (1901-1983) είναι ένας μάλλον άγνωστος γάλλος σκηνοθέτης ακόμη και σήμερα, και όσοι τον θυμούνται θα το κάνουν για την ταινία του “Manina, La Fille sans Voiles” (1952), στην οποίαν πρωταγωνιστούσε η άγνωστη τότε, νεαρή, Brigitte Bardot και στην οποίαν αποτυπωνόταν ο αισθησιασμός και το σεξαπίλ της καιρό πριν την καθιέρωση της από τον Roger Vadim. 

Τέλος πάντων το 1964 ο Willy Rozier έρχεται στην Ελλάδα για τα γυρίσματα μιας ταινίας, που διέθετε εξ αρχής ένα ελληνικό ενδιαφέρον. Τούτο οφειλόταν στην σεναριακή διασκευή τού πασίγνωστου μυθιστορήματος τού Θράσου Καστανάκη «Ο Χατζή Μανουήλ» [Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία, 1956], που είχε κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά και στα γαλλικά ως... Thrasso Castanakis “Les Chiens dans la Nuit” [Éditions du Seuil, 1957]. Η ταινία, δηλαδή, είχε τον ίδιο τίτλο με το μυθιστόρημα, όπως εκείνο είχε μεταφραστεί στα γαλλικά, και όλα αυτά σε μιαν εποχή όπου ο ίδιος ο συγγραφέας διαβιούσε στην Γαλλία.

Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/h-spania-galliki-tainia-ta-skylia-tis-nyhtas-me-tin-xenia-kalogeropoyloy-kai-ti-zeta

Κυριακή 16 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 370

15/5/2021
Τόσο νέος και σχετικά νιόβγαλτος ακόμη (για 1966) και παρ’ όλα αυτά έκανε μια τόσο ιδιαίτερη διασκευή σ’ ένα τραγούδι, που ακόμη δεν είχε γίνει μυθικό. Κώστας Χατζής...
https://www.youtube.com/watch?v=7r96KAHB0tc

15/5/2021
Βρίζανε τον Τράμπα κάποιοι προοδευτικοί να πούμε, για το «ρατσιστικό τείχος» (έτσι το λέγανε), στα σύνορα με το Μεξικό, αλλά για το «δικό μας» ανάλογο, φαραωνικό κατασκεύασμα στον Έβρο... τουμπέκα.

14/5/2021
Ας ακούσουμε και κάτι από την... Γειτονική Χώρα. Έτσι την βαφτίσανε τώρα οι μητσοτάκηδες... Den Za Den...
https://www.youtube.com/watch?v=BkDK8y9pFEE

13/5/2021
Tον Brian Eno τον είχα για μαοϊκό παλιά ή έστω συμπαθών τον μαοϊσμό (κι έτσι ήταν) και γι’ αυτό τον εκτιμούσα και τον άκουγα με παραπάνω ενδιαφέρον. Λόγω συμμετοχής στο “Little Red Record” των Matching Mole, λόγω "Taking Tiger Mountain (μέσω μαοϊκής στρατηγικής)", “China my China”, γενικότερες επαφές με Robert Wyatt, Cornelius Cardew κ.λπ.
Μετά -από τα 80s και μετά εννοώ-, όταν η δεξιά αντεπίθεση έθεσε πολλά θέματα στη σκιά και στο περιθώριο, σταμάτησε να μ’ ενδιαφέρει. Εξάλλου είχα προλάβει ν’ ακούσω, ό,τι έπρεπε να είχα ακούσει απ’ αυτόν, παρότι, σποραδικά, και στα 90s και πιο μετά, έπεφταν στ’ αυτιά μου διάφορα δικά του. Αλλά φευ, πολλά έμοιαζαν με ημι-προοδευτική μουσική “for relaxing”, κάπως σαν George Melachrino των synths και συνεπώς... ακατάλληλα για ενηλίκους.
Έχω πολλές μικροϊστορίες να διηγηθώ σε σχέση με τον Eno, αλλά, σιγά-σιγά, δεν βιαζόμαστε...
https://www.youtube.com/watch?v=akeAGo1oSx8

13/5/2021
O Ιταλός Arturo Stàlteri, σημαντικός μουσικός ο ίδιος (θυμηθείτε τα δύο LP του με τους Pierrot Lunaire στα σέβεντις), είναι ένας «επώνυμος» μεγάλος φαν του Brian Eno – κάτι που το έχει δείξει πολλές φορές και με διάφορους τρόπους στη διαδρομή του.
Εδώ διασκευάζει την κλασική μελωδία τού Eno “On some faraway beach”...
https://www.youtube.com/watch?v=nAB-6Vq75_k

13/5/2021
Έτσι, όπως τα δείχνει εδώ ο Νίκος Τσούκας και τα γράφει ο Ρίζος... Αυτά είναι τα ζητήματα της σήμερον...

12/5/2021
Παλιά είχαμε τους οικονομικούς κολοσσούς, που κοιτάζανε τις δουλίτσες τους, τα καραβάκια τους, δεν ασχολούνταν με το μέλλον, τους ενδιέφερε να ζήσουν τη ζωή τους «στο τώρα», να διασκεδάσουνε σαν άνθρωποι, στα ίδια μαγαζιά που διασκέδαζε κι ο κόσμος, ενώ τώρα έχουμε κάτι γελοίους επιχειρηματίες, «φιλάνθρωπους» και καλά, που το παίζουνε... χαρτορίχτρες και καφετζούδες, προβλέποντας... λοιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς για το ανθρώπινο γένος, αντιμετωπίζοντας την ανθρωπότητα σαν βίντεο-γκέιμ.
Είσαι μεγάλος καραγκιόζης Βασιλάκη Πόρτες...

NOAH HAIDU όχι ένα τυπικό tribute στον Keith Jarrett

Ο Noah Haidu (γενν. 1972) είναι ένας πιανίστας, που παρότι πλησιάζει τα 50 θεωρείται ανερχόμενος. Δεν είναι κακό αυτό. Με καλές σπουδές, και βασικά δίπλα στον Kenny Barron, ο Haidu έκανε αισθητή την παρουσία του μόλις την τελευταία δεκαετία, προτείνοντας ενδιαφέροντα CD – για ένα εκ των οποίων, το προτελευταίο του, έχουμε γράψει και στο blog (λέμε για το περυσινό “Doctone”, που ήταν αφιερωμένο στον πιανίστα της jazz και της pop Kenny Kirkland).
Στο πιο νέο άλμπουμ του, που έχει τίτλο “Slowly: Song for Keith Jarrett” [Sunnyside Communications, 2021] και που αποτελεί ένα κλασικό piano-trio, ο Noah Haidu συνεργάζεται με δύο ζωντανούς θρύλους της jazz, τον κοντραμπασίστα Buster Williams (γενν. 1942) και τον ντράμερ Billy Hart (γενν. 1940). Και κάπως έτσι δύο διαφορετικές γενιές μουσικών βρίσκονται μαζί για να αποτιμήσουν, με τον δικό τους τρόπο, την προσφορά ενός άλλου ζωντανού-θρύλου, του συνθέτη και πιανίστα Keith Jarrett.
Το άλμπουμ δεν είναι, βεβαίως, ένα τυπικό tribute. Κατ’ αρχάς δεν περιέχει μόνον συνθέσεις του Jarrett. Από τα οκτώ tracks του CD μόνον ένα είναι σύνθεση του Jarrett (“Rainbow”), το οποίον μάλιστα ενώνεται με το “Keith Jarrett”, το οποίον αποτελεί σύνθεση του Haidu, ενώ τα υπόλοιπα επτά ανήκουν ένα στον Buster Williams, δύο στον Billy Hart, ένα στον Noah Haidu, ένα στην Maria Grever (παλαιά μεξικάνα συνθέτρια), ενώ δύο αποτελούν στάνταρντ (το “Georgia” του Hoagy Carmichael και το “But beautiful” του Jimmy Van Heusen).
Έπειτα, το “Slowly: Song for Keith Jarrett” δεν είναι ένα CD «τζαρετικής» τεχνοτροπίας στην ολότητά του.
Βασικά, πρόκειται για μιαν «ανάγνωση» του Haidu, με όρους πολύ προσωπικούς – και κάπως έτσι εξηγείται και το ωραίο κείμενό του στο μέσα μέρος του digipak, εκεί όπου αναφέρεται με λεπτομέρειες στον τρόπο γνωριμίας του με το «τζαρετικό» έργο, μέσω του πατέρα του κ.λπ.
Πάντως το κλασικό piano-trio τού Keith Jarrett (με Gary Peacock και Jack DeJohnette) δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα «φάρο» εδώ, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο αν είχαν αυτό στο νου τους οι Williams και Hart, όταν ετοίμαζαν τις δικές τους συνθέσεις.
Πιο πολύ «τζαρετικές», θέλουμε να πούμε, είναι οι προσαρμογές που επιχειρούνται στα στάνταρντ – και αυτό δεν είναι παράξενο, αν αναλογιστούμε το πόσο επένδυε και ο ίδιος ο Keith Jarrett στο συγκεκριμένο υλικό (στα στάνταρντ), πόσο πολύ το δούλευε και πόσο πολύ βασιζόταν σ’ αυτό, εντάσσοντάς το συνεχώς στις παραστάσεις ή και στα άλμπουμ του.
Όπως σημειώνει και ο ίδιος ο Noah Haidu:
«Ποτέ δεν σκέφτηκα τον εαυτό μου ως έναν πιανίστα, που παίζει σαν τον Keith Jarrett. Ωστόσο, η δουλειά του με επηρεάζει όλο και περισσότερο στην προσέγγιση με το τρίο μου, τα τελευταία χρόνια. Γυρνώ πίσω και παίζω μπαλάντες και στάνταρντ όλο και πιο πολύ, βρίσκοντας τη δική μου φωνή μέσω του εν λόγω ρεπερτορίου. Αυτό το κόνσεπτ είναι εμπνευσμένο από τον Jarrett, ο οποίος παίζει τα στάνταρντ με απόλυτη αυθεντικότητα, έτσι όπως ποτέ δεν μπορεί να ακουστεί άλλος σ’ αυτήν τη μουσική».
Επαφή: www.noahhaidu.com

Σάββατο 15 Μαΐου 2021

ALCHEMY SOUND PROJECT το τρίτο άλμπουμ ενός πληθωρικού τζαζ συγκροτήματος

Το Alchemy Sound Project έχει φθάσει αισίως στην τρίτη δουλειά του – για τις προηγούμενες δύο, τα άλμπουμ “Further Explorations” (2016) και “Adventures in Time and Space” (2018), έχουμε γράψει τα σχετικά reviews παλαιότερα.
Μέλη του συγκροτήματος σ’ αυτό το τρίτο στη σειρά CD, που αποκαλείται “Afrika Love” [ARC, 2020 / 2021], είναι οι Samantha Boshnack τρομπέτα, Erica Lindsay τενόρο σαξόφωνο, κλαρινέτο, άλτο φλάουτο, Salim Washington τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, μπάσο κλαρίνο, όμποε, Michael Ventoso τρομπόνι, Sumi Tonooka πιάνο, David Arend κοντραμπάσο και Chad Taylor ντραμς. Τρεις γυναίκες και τέσσερις άντρες δηλαδή, που συνθέτουν (όλα τα tracks είναι πρωτότυπα και ανήκουν σε μέλη του γκρουπ) και βεβαίως εκτελούν.
Μεταφέροντας, εδώ, μίαν «εικόνα» τού τι ακριβώς ή έστω περίπου είναι οι Alchemy Sound Project θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα σχήμα... πληθωρικό. Για ένα σχήμα που το ακούς άλλοτε σαν μια... μεσαία μπάντα, άλλοτε σαν ορχήστρα «δωματίου», άλλοτε σαν ένα μικρό γκρουπ και πάντως, και σε κάθε περίπτωση, με συνεχείς και ποικίλες αναφορές σε ιδιαίτερα κεφάλαια τής jazz history.
Εντάξει, στο “Afrika Love” μπορεί να μην είναι η... Αφρική, που κυριαρχεί, δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν υπάρχουν ηχοχρώματα που ανακαλούν στην μνήμη την Μαύρη Ήπειρο, ειδικώς στο φερώνυμο track, όμως και πάλι αυτή η χαρακτηριστική πληθωρικότητα του γκρουπ είναι και εμφανής και καθοριστική, όσον αφορά στο τελικό αποτέλεσμα.
Κατ’ αρχάς το άλμπουμ αποτελείται από μόλις πέντε tracks μεσαίας προς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας (από 7λεπτα έως 9λεπτα χοντρικώς).
Στο εισαγωγικό “The fountain” (σύνθεση του κοντραμπασίστα Arend) η μουσική αναβλύζει σαν πίδακας –ο τίτλος δεν είναι τυχαίος– με φοβερά γρήγορα, ιλιγγιώδη μέρη, εκεί προς την μέση, σε τελείως free προσανατολισμό.
Το “Dark blue residue”, σύνθεση της πιανίστριας Tonooka, είναι ένα κομμάτι μαγικό. Τα πνευστά (φλάουτα, σαξόφωνα κ.λπ.) κάνουν πολύ καλή δουλειά, σ’ ένα ομαδικό πνεύμα, ανοίγοντας δρόμους για τις σολιστικές απόπειρες, στο πιάνο κατ’ αρχάς, εν συνεχεία στο τενόρο και τέλος στα ντραμς, που κλείνουν καταιγιστικώς την σύνθεση.
Το... αφρικάνικο κομμάτι, το “Afrika love”, σύνθεση του σαξοφωνίστα Washington, έχει μαγική εισαγωγή και γενικώς ατμόσφαιρα, που φέρνει στη μνήμη σχήματα νοτιοαφρικανικής jazz – μαύρης νοτιοαφρικανικής jazz εννοούμε (Dollar Brand ας πούμε). 
Σε άλλο κλίμα κινείται το “The Cadillac of mountains” τής τρομπετίστριας Boshnack, που έχει παράξενα world περάσματα στο μπάσο κλαρίνο από τον Salim Washington, και που, από τη μέση και μετά αποκτά και κάποια «πνευματικά» χαρακτηριστικά.
Το “Afrika Love” των Alchemy Sound Project θα ολοκληρωθεί με το “Kesii” της τενορίστριας κ.λπ. Erica Lindsay, ένα ακόμη πολύ ενδιαφέρον track, με αρκετές μεταβολές στην ανάπτυξή του, που, όπως διαβάζουμε, αντανακλά το διάβα της ζωής ενός ανθρώπου 107 ετών(!), φίλου τής συνθέτριας. Τα μέρη τής σύνθεσης είναι προφανή, όπως και αξία της εξάλλου, επιστέγασμα ενός πολύ ενδιαφέροντος άλμπουμ, που επιχειρεί με γνώση, και δίχως προβλήματα, σε πολλά και διαφορετικά αισθητικά επίπεδα.
Επαφή: www.alchemysoundproject.com

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

SVETLANA MARINCHENKO TRIO, RUNAR NØRSETT TRIO δύο σύγχρονα jazz piano-trio, ένα ρωσικό και ένα νορβηγικό

SVETLANA MARINCHENKO TRIO: Letters to My Little Girl [Losen Records, 2021]
Η νορβηγική Losen Records δίνει διέξοδο, ανά τακτά διαστήματα, σε ρωσικά τζαζ συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Έτσι, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει εκεί εγγραφές των LRK Trio, του τουρκο/ρωσικού σχήματος Nevi, του σαξοφωνίστα-φλαουτίστα Lenny Sendersky, του Ilugdin Trio, της σαξοφωνίστριας Masha Art κ.ά.
Μια τελευταία ρωσική πρόταση από την Losen αφορά στο Svetlana Marinchenko Trio και το άλμπουμ του “Letters to My Little Girl”. Μέλη του σχήματος είναι οι Svetlana Marinchenko πιάνο, Peter Cudek μπάσο και Ofri Nehemya ντραμς, ενώ περαιτέρω ακούγονται στην ηχογράφηση και οι Mattheus von Schlippe εφφέ σε όλα τα tracks, πλην του υπ’ αριθμόν 2, Enji Erkhembayar φωνή στα υπ’ αριθμόν 4 & 7 tracks και Fiona Grond φωνή, στα υπ’ αριθμόν 3 & 9. Άρα υπάρχει ένα setting, που ενίοτε υπερβαίνει το κλασικό piano-trio, κάνοντας, θα λέγαμε, κατά τόπους, πολύ αισθητή την παρουσία του.
Το βασικό προτέρημα τού “Letters to My Little Girl” είναι οι συνθέσεις (εννέα συνολικώς), που ανήκουν όλες στην Marinchenko. 
Λυρική πιανίστρια, με απαλό τουσέ και με πολύ ωραία «γεμίσματα» και αυτοσχεδιασμούς στις μελωδίες της, που διαθέτουν τόσο ευρωπαϊκά, όσο και υπερατλαντικά στοιχεία (ο Bill Evans θα είναι πάντα μια πηγή έμπνευσης), η Marinchenko έχει βεβαίως το πάνω χέρι στο άλμπουμ, το οποίον όμως υποβοηθείται στις επεκτάσεις του, κατά πολύ, από τους καλεσμένους της και βεβαίως από το ρυθμικό τμήμα, που αποδεικνύεται πολύ «εύπλαστο» και πάντα κοντά στους προβληματισμούς τής συνθέτριας.
Η χρήση των ποικίλων εφφέ, μαζί με τις φωνές δίνουν στο άλμπουμ κι άλλες διαστάσεις, όχι όμως πειραματικές, ούτε σε... στυλ-e.s.t., μα κάπως... πιο ψαγμένης pop, που μπορεί να δανείζεται στοιχεία από την «κλασική μουσική», μέχρι το hip hop, δημιουργώντας, έτσι, την πεποίθηση πως η Ρωσίδα έχει ένα concept κατά νου, σίγουρα ιδιαίτερο, το οποίον υλοποιεί με απόλυτη ευσυνειδησία.
RUNAR NØRSETT TRIO: My Funny Quarantine [Losen Records, 2021]
Παίζει με τον πόνο μας στον τίτλο τού CD του “My Funny Quarantine” ο νορβηγός πιανίστας Runar Nørsett, αλλά ας είναι. Το τι σημαίνει «καραντίνα» για τον καθέναν, σε κάθε χώρα, είναι σίγουρα κάτι τελείως προσωπικό και διαφορετικό – και για τον Nørsett, το “My funny quarantine” track, όπως διαβάζουμε στις liner notes τού νέου CD του, είναι γραμμένο (μέσα στο 2020 φυσικά) καθώς ο ίδιος σκεπτόταν γύρω από την ίωση covid-19 και με φόβο, μα και με αισιοδοξία και ελπίδα. Ανθρώπινα, σε κάθε περίπτωση, αισθήματα... και από ’κει και πέρα ένα άλμπουμ, ένα piano-triο, που θα ολοκληρωνόταν με την συμβολή των Fredrik Sahlander μπάσο (γνωστός μας από τα σχήματα SAH!, Johnsen / Sahlander / Moen και Dualistic, για εγγραφές των οποίων υπάρχουν reviews στο blog) και Tobias Øymo Solbakk ντραμς.
Φυσικά, τα περισσότερα tracks συνετέθησαν μέσα στην περσινή χρονιά, ενώ ηχογραφήθηκαν τον προηγούμενο Οκτώβριο, όταν οι συνθήκες στη χώρα δεν ήταν εντελώς επιβαρυμένες, διαθέτοντας παράξενους τίτλους (“No exit!”, “Song for a summer night”, “Where the songs have no name” κ.λπ.), που όμως, και όπως γράφει ο Nørsett, δεν σχετίζονται με την covid-19 (πλην του “My funny quarantine”, όπως προείπαμε).
Διαφόρων ειδών κομμάτια συναντάς εδώ. Και ωραία, αφηγηματικά, ήπια, τεχνικά, με πολύ ιδιαίτερη χρήση του ρυθμικού τμήματος, με μελωδικά patterns εύηχα, που κολλάνε αμέσως στην μνήμη σου (“Where the songs have no name”) και άλλα που εκλύουν μία δύναμη έως και σκληρότητα θα λέγαμε (αν συζητάμε για piano-trio), με αιχμηρά γεμίσματα από τα ντραμς και παράλληλα ρυθμικά μοτίβα από το πιάνο (“No exit!”).
Με τον Sahlander να βομβαρδίζει στο bass guitar, με ποικιλία μπασογραμμών, κρατώντας ωραίες ισορροπίες ανάμεσα σε αντιθέσεις (αργά-γρήγορα, δυναμικά-ήπια, δυτικότροπα-ανατολικότροπα, σουινγκάτα-λυρικά κ.λπ.) και με τον Nørsett να ίπταται με απολαυστικά σόλι (“West goes east”), το “My Funny Quarantine” είναι ένα τζαζ άλμπουμ, που διαθέτει πολλές στιγμές και φάσεις απόλαυσης.
Επαφή: www.losenrecords.no