Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

GAETANO LIGUORI - GIULIO STOCCHI liberta subito...

Ο άπατρις (είτε φυσικώ τω τρόπω, είτε με το «έτσι θέλω») βάλλεται από παντού, και απ’ όλους. Δεν είναι πουθενά καλοδεχούμενος. Κανείς δεν τον υπολογίζει. Ουκ ολίγες φορές μοιάζει με σάκο του μποξ, εξαναγκασμένος να δέχεται ποικίλες πιέσεις, μια και εκτονώνεται επάνω του κάθε αντιδραστικό κατάλοιπο (περιφρόνηση, ρατσισμός, αδιαφορία, μίσος, διαρκές κυνήγι από τυπικές και άτυπες εξουσίες). Όχι σπανίως, πληρώνει με την ίδια του τη ζωή, αφού συγκαταλέγεται παντοιοτρόπως στα... είδη προς εξαφάνιση. Και σε ατομικό επίπεδο («παράπλευρη απώλεια») και σε συλλογικό (εθνοκάθαρση) ο άπατρις είναι ο πιο πονεμένος κρίκος στην αλυσίδα του άδικου. Οι Παλαιστίνιοι είναι οι πρώτοι που το γνωρίζουν.Το Tall El Zaatar ή Tel El Zaatar (O Λόφος του Θυμαριού) υπήρξε για χρόνια το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης Παλαιστινίων στο Λίβανο. Ιδρύθηκε το 1948 και βρισκόταν στο βόρειο, χριστιανικό τμήμα της Ανατολικής Βυρητού, σ’ ένα λόφο στρατηγικής σημασίας, τον οποίον εποφθαλμιούσαν ανέκαθεν οι Χριστιανοί. Με την αρχή σχεδόν της εμφύλιας σύρραξης στο Λίβανο (4/1975) το Tall El Zaatar βρέθηκε στο στόχο, καθότι αποτέλεσε «μέτρο εκδίκησης» μετά την επίθεση Παλαιστινίων στη χριστιανική πόλη Damour (20/1/1976) με τους εκατοντάδες νεκρούς· της οποίας είχε προηγηθεί η επίθεση Χριστιανών στην Karantina (18/1/1976), που άφησε πίσω της περισσότερα από χίλια θύματα Μουσουλμάνους. Ήταν καλοκαίρι του 1976, όταν η σύγκρουση ανάμεσα στους αριστερούς Μουσουλμάνους (μεταξύ των οποίων οι Παλαιστίνιοι του Λιβάνου) και τους χριστιανούς Φαλαγγίτες (που υποστηρίζονταν από το συριακό στρατό) φθάνει στο απροχώρητο. Η εντολή να εξαφανιστεί από το χάρτη το Tall El Zaatar, στο οποίο βρίσκονταν αποκλεισμένοι δυόμισι χιλιάδες παλαιστίνιοι μαχητές και περισσότεροι από 15 χιλιάδες άμαχοι, είναι άμεση. Μετά από πολιορκία επτά εβδομάδων το στρατόπεδο θα πέσει την 12η Αυγούστου του 1976, πλημμυρίζοντας στο αίμα. Το γεγονός υπήρξε «σφαγή εν ψυχρώ», θα συγκλονίσει τη λεγόμενη κοινή γνώμη, και θα θεωρηθεί ως η απαρχή του de facto διαχωρισμού του Λιβάνου.[Για τα γεγονότα συμβουλεύτηκα ένα από τα καλύτερα βιβλία για το θέμα, το «Λίβανος, Ο εμφύλιος πόλεμος, Μια μαρτυρία απ’ τη Βυρηττό» των εκδόσεων ‘Άνθρωπος’, Αθήνα 1977. Το βιβλίο είναι γραμμένο από δύο λιβανέζους δημοσιογράφους, τους Σελίμ Ακάουι και Μαγκίντα Σαλμάν, μαχητές και οι ίδιοι στον εμφύλιο πόλεμο, και καταπιάνεται με ό,τι προηγήθηκε των γεγονότων, αφού οι πληροφορίες του φθάνουν μέχρι τον Ιούνιο του '76].Τον Οκτώβριο του 1976 στην Ιταλία – χώρα με ισχυρά αριστερά ανακλαστικά εκείνη την περίοδο – ο πιανίστας της jazz Gaetano Liguori και ο ποιητής Giulio Stocchi θα «προχωρήσουν» ένα άλμπουμ-αφιέρωμα στη σφαγή του El Zaatar, την “Cantata Rossa per Tall El Zaatar” [Edizioni Cultura Popolare VPA 113]. Τραγουδούν και απαγγέλουν οι Concetta Busacca, Demetrio Stratos και Giulio Stocchi, ενώ συνοδεύει το Gaetano Liguori Trio (Roberto Del Piano ηλεκτρικό μπάσο, Pasquale Liguori κρουστά). Η jazz του Liguori απηχεί την «πρωτοπορία» της (ευρωπαϊκής) περιόδου, με κομμάτια όπως το “Liberta subito” να έχουν διττή (μουσική και λεκτική) σημασία. Η “Amna” που κλείνει την πρώτη πλευρά – απαγγέλει-ερμηνεύει ο Demetrio Stratos με τον δικό του, έξω απ’ ο,τιδήποτε, τρόπο –, είναι μια στιγμή που σ’ αφήνει βουβό, για πολλούς λόγους. Ο ένας είναι οι στίχοι, για τους υπόλοιπους… κοίτα και δες...
«Πόσο μακρύς είναι ο δρόμος για την Ashrafieh!
Κάθε βήμα
κάθε πέτρα
είναι
αιώνες πόνου
αιώνιοι αστερισμοί
που πέφτουν
στην τυφλή νύχτα
της καρδιάς.
Και προχωρούν στη γραμμή γυμνές
μεταξύ δύο σειρών
των στρατιωτών
και των εικόνων των αγίων
ανάμεσα στο πλήθος.
‘Πιο γρήγορα, ζώα!’
Πόσες;
Εκατό;
Διακόσιες;
Η Amna δεν γνωρίζει.
Μόλις είδε τα πόδια της
πληγωμένα
στη σκόνη
ένα βήμα
και άλλο
και άλλο.
‘Δύναμη’
‘Πόσο θα διασκεδάσουμε εκεί που πάμε!’.
Μετά
Πίσω
ένας πυροβολισμός.
Η Amna δεν ακούει.
Η Amna είναι δώδεκα χρονών.
Και σκέφτεται για τον πατέρα
τ’ αδέλφια
τους φίλους
που μένουν εκεί
στη μεγάλη φωτιά
στο Ταλ Ελ Ζαατάρ».

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

VIEUX FARKA TOURE fondo

Είναι ένα από τα καλύτερα δυτικο-αφρικανικά άλμπουμ, που έφθασαν στ’ αυτιά μου τα τελευταία χρόνια. Για το “Fondo” ο λόγος [Six Degrees, 2009] του Vieux Farka Toure από το Μαλί.Γυιος του Ali Farka Toure, ο Vieux Farka δεν είναι… χθεσινός· αν και μόλις το 2006 αρχίζει να αποκτά προσωπική φωνή, με το “Fondo” να αποτελεί, ουσιαστικά, τη δεύτερη κατάθεσή του. Αν υπάρχει κάτι που διακρίνει τον Vieux Farka από τον Ali Farka, τούτο είναι η συνολική αίσθηση-αντιμετώπιση του υιού, όσον αφορά στη μουσική παράδοση του τόπου του και, περαιτέρω, ο εξακοντισμός της σε ό,τι, τώρα, απασχολεί τη βαθεία dance σκηνή. Επ, μισό λεπτό. Δεν αναφέρομαι στα προκάτ τζιριτζίρια των καπνισμένων laptops, αλλά σ’ εκείνες τις χορευτικές φόρμες, που σκύβουν στις παραδόσεις των αφρο-λαών, αντλώντας από ’κει τις νέες εξαλλοσύνες. Ξέρετε τώρα... Analog Africa, Boiling Point, Voodoo Funk και άλλα τινά.
Θα χαρακτήριζα το “Fondo” ως ένα άλμπουμ σπάνιου μεσμερικού παλμού. Όχι μόνο για τα απίθανα κιθαριστικά παιξίματα, τα απομακρυσμένα τω όντι από την τζαζ-ροκική μανιέρα, με τη βασίλισσα ηλεκτρική ξανά στο θρόνο της, ούτε μόνο για τη διάχυσή του σε funk, rock και blues καταστάσεις, βάσει της δικής μας ηχητικής φιλοσοφίας. (Η πιο κοντινή δυτική πενιά, που μπορώ να σκεφθώ, είναι εκείνη του Duane Allman. Τρελό; Όχι πριν ακούσετε). Είναι, απλώς, η αίσθηση πως έχουμε να κάνουμε με την πληρέστερη (σύγχρονη) εικόνα μιας μουσικής αυτοκρατορίας, που μπορεί να παρακάμψει στο πέρασμά της οτιδήποτε.
(Και τούτα, ενώ προσπαθώ να θυμηθώ ποιος ήταν ο τελευταίος γυιος, που είπε στον πατέρα του κάνε στην άκρη να περάσω).

ANAZHTEITAI TYXH…

Λίγα λόγια για μερικούς ελληνικούς δίσκους που, συνήθως, περνούν απαρατήρητοι («καλώς» θα πουν κάποιοι – ok…). Σε όλους έκανα μιαν ακρόαση. Σε δύο απ’ αυτούς άλλη μία…
Κωστής Ζευγαδέλλης, Ελένη Πέτα, Γιώτα Βασιλακοπούλου: Άρωμα Παράξενο (Diatono)
Η φωνή τής Πέτα είναι ό,τι εδώ βαραίνει. Καθότι οι στρογγυλές μεσογειακές μελωδίες και τα «κάπου τα έχω ξανακούσει» λόγια μπορεί, ναι μεν, να μην κάνουν τη μεγάλη διαφορά, κάνουν όμως… μια κάποια διαφορά. Ευπρόσωπο άλμπουμ, με 2-3 τραγούδια να ξεχωρίζουν. Πρώτο ανάμεσά τους το «Κύματα περνούν τα χρόνια μου».
Φώτης Λαζίδης: Μέρα Πρώτη, Μέρα Δεύτερη [No Label]
Τυπική περίπτωση ελληνόφωνου, ηλεκτρικού άσματος, άνευ ξεκάθαρης ταυτότητας. Όχι ακριβώς rock, ούτε ακριβώς μπαλάντα· συνήθως κάτι ενδιάμεσο. Μένουν οι στίχοι του Λαζίδη, ορισμένες μελωδίες και κάποιες ερμηνείες (Μανώλης Χατζημανώλης).
Julie Massino: Till the Morning Light” [No Label]
CD-single (διάρκεια 10:39), προάγγελος στην ουσία ενός πλήρους άλμπουμ, που (γενικώς) αναμένεται· τη συνεργασία της Massino με τον τραγουδοποιό Φραγκίσκο Γαΐτη. Εδώ, ακούμε ένα μόνο τραγούδι σε μία «ο θεός να την κάνει» reggae version και, από ’κει και κάτω, ένα dance remix κι ένα vocals dance remix του ιδίου κομματιού, με το ίδιο και απαράλλαχτο σφυροκόπημα. Η dance εκδοχή κάτι λέει.
Κατερίνα Κυρμιζή, Νίκος Γρηγοριάδης: Είναι εδώ! (Lyra)
Δώδεκα τραγούδια του Γρηγοριάδη περιέχει το άλμπουμ, σε light pop φόρμες, με ολίγον τι… greek global feeling, τα οποία αποδίδει ο ίδιος και (κυρίως) η Κυρμιζή. Ως instro θα είχε περισσότερη τύχη…
Νίκη Φραγκούλη: Κάθε που βραδιάζει (Ιδιωτική Έκδοση)
Κι εδώ ο μελωδικός διάκοσμος (οι συνθέσεις του Στέφανου Κοντόπουλου) προσφέρει μιαν αβάντα σ’ ένα άλμπουμ που, εν τέλει, μένει ανολοκλήρωτο. Λαϊκά alla Πλέσσα, ροκότητες, μπαλάντες… Η τραγουδίστρια, με το αυθάδες ηχόχρωμα, γνωρίζει τους τύπους των ασμάτων, υποστηρίζοντάς τα με άνεση.
Γυάλινος Κόσμος: Μια ήσυχη ζωή [No Label]
Κιθαριστικό pop-rock στην… παράδοση των C:Real. Καλοφτιαγμένο, αλλά κοινότοπο.Catelouso: Το Τραγούδι των Σειρήνων [Kytherios Music]
Αρκετά ενδιαφέρον neo-folk άλμπουμ, στηριγμένο σε συνθέσεις του Παναγιώτη Λευθέρη (Catelouso). Οι συνολική οργανική παρουσία (φλάουτα, κοντραμπάσο, κιθάρες, τσέλο, βιολιά, ακορντεόν, πιάνο, keyboards, ηλεκτρονικά), τα ορχηστρικά και τα τραγούδια, οι φωνές και η γενικότερη άποψη δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε με κάτι ξεχωριστό. Ίσως όχι ανεξίτηλο, αλλά πάντως ξεχωριστό· κάπως σαν «Το εμβατήριο των ποιητών».
Στάθης Νικολαΐδης: Τ’ εγάπ’ς τραγωδίας [Legend]
Είναι αξιέπαινη η προσπάθεια κάποιων ανθρώπων (Βασίλης Αρχιτεκτονίδης, Κυριάκος Σαχανίδης) να συνθέσουν σύγχρονο ποντιακό τραγούδι, με σέβας και με (ενορχηστρωτική) άποψη. Κατά τα λοιπά, το εξ ίσου σημαντικό. Χθόνιες ερμηνείες από έναν άψογο τραγουδιστή.
Βασίλης Παϊτέρης: Να μη μας πάρει από κάτω [Μικρός Ήρως]
Εκσυγχρονισμένο (ηλεκρικές κιθάρες, keyboards) τσιγγάνικο τραγούδι, με πούρο λαϊκό, κοινωνικό, αλλά και ερωτικό στίχο (στα όρια του… σκύλου), από τα υπόγεια της πολυκατοικίας που έχτισε ο Χατζής, δίχως, φυσικά, τη δική του αισθητική πεποίθηση. Ο αντίλαλος της rom ψυχής…
Στέλιος Μπικάκης: Διαδρομή [MBI]
Κρητικό, έντεχνο λαϊκορόκ, από έναν δυνατό τραγουδιστή, με παράδοση στο είδος. «Μητροπάνειας» συνταγής το «Εκτός δικτύου»· το προτιμώ από την «Ομόνοια» και από την «Ανάμνηση».
Σαράντης Σαλέας: Εγώ Μεγάλωσα Νωρίς [7]
Πολύ καλή φωνή, και συμβατά με την τωρινή εικόνα του χώρου τα τραγούδια που επιλέγει να πει ο τσιγγάνος ερμηνευτής. Κάποτε, αυτά τα άλμπουμ δεν έβγαιναν τόσο εύκολα έξω από τα όρια της φάρας. Τώρα, είναι περισσότερο κοντά στον οποιονδήποτε. Σε όποιον, τέλος πάντων, έχει στ’ αυτιά του κάτι από τον αλήστου μνήμης ήχο της Ομονοίας.
Βασίλης Αθανασούλης: Χαράζει [Orama]
Λαϊκό άλμπουμ με κλαρίνα (Βασίλης Σαλέας), απ’ όπου σκάνε διάφορα (reggae, «κατσιμιχαίικα», rom, νταλκαδο-λαϊκά). Το αντέχω…

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

DAN BERGLUND’S TONBRUKET

Η εποχή (και κάθε εποχή) σηκώνει (στο μέτρο που αντέχει) το fusion, το «μπερδεμένο», το αξεδιάλυτο. Οι καθαρές μορφές αποδεικνύονται απλώς… καθαρές, μπροστά στις προκλήσεις που κονιορτοποιούν κεκτημένα, που αντιλαμβάνονται τα αυτόνομα και, εν πολλοίς, αυτοδύναμα είδη (για μουσική μιλάμε πάντα) ως βατήρες για ελεύθερα άλματα. Το Esbjorn Svensson Trio το είχε αντιληφθεί εγκαίρως αυτό, διολισθαίνοντας, συν τω χρόνω, προς μια ψυχεδελοποίηση της δικής του jazz, την οποίαν έφθασε στο τέρμα – στο δικό του τέρμα – με το άλμπουμ “Live In Hamburg”, το 2007. Ο ξαφνικός θάνατος του Svensson δεν εμπόδισε, ως φαίνεται, το δεύτερο τρίτο της παρέας, τον κοντραμπασίστα Dan Berglund, να πράξει το αυτονόητο. Να πάρει την «τζαζ» του e.s.t. μετατοπίζοντάς την έτι περισσότερο προς τη λυσεργική μεριά, φτιάχνοντας (μαζί με τους υπόλοιπους Tonbruket) ένα έργο ακατάτακτο [ACT], απομακρυσμένο παντελώς απ’ ό,τι θα μπορούσε κάποιοι από ’μας να φανταστούν. Αν υποθέσουμε λοιπόν πως ο Berglund είναι αυτός που έχει, εδώ, το γενικότερο πρόσταγμα, τότε, είναι φανερό πως ο τύπος τράβηξε από... τριάντα πιάνοντας τριάντα ένα. Στον κιθαρίστα Johan Lindstrom αναφέρομαι, τον άνθρωπο που πλασάρει κατ’ ουσίαν (δεν λέω, αναγκαστικώς, οικοδομεί) τον ήχο των Tonbruket, σβήνοντας απ’ τη μνήμη μας το… έψιλον-σίγμα-ταυ. Γιατί έτσι προχωράει η μουσική… με κομμάτια όπως το “Sister sad”, το “Monstrous colossus” ή το “Cold blooded music”.
Γράφει στο mySpace του ο Lindstrom πως… sounds like: Bruce Haack in Hawaii. Ωραίο! Όταν όμως στη Χαβάη μετακομίζουν ακόμη οι Van der Graaf Generator, ο Robert Fripp, οι Comus κι οι Pink Floyd, τότε το Mauna Loa σείεται ολόκληρο, κι από τα σπλάχνα του αναδύεται η καρδιά του κτήνους…

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» – η line-up

Ο Manwolf Louie μ’ έβαλε ξανά στο κόλπο· να ψάξω, ακόμη περισσότερο, τα ονόματα των μουσικών που εμφανίζονται στα «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα», σ’ εκείνον τον ιστορικό δίσκο του ελληνικού rock, που κυκλοφόρησε ο Γιώργος Ρωμανός, κάπου προς τις αρχές του 1970. Σ’ ένα παλαιότερο post (15η Δεκεμβρίου), είχα δώσει τα εξής ονόματα. Αλέκος Καρακαντάς lead κιθάρα, ενορχήστρωση, Αργύρης Κουλούρης ρυθμική κιθάρα, Γιώργος Ρωμανός κιθάρα, τραγούδι, Ντέμης Βισβίκης πλήκτρα (η αφάνα του φαίνεται καθαρά στη φωτογραφία του οπισθοφύλλου), Δημήτρης Κατακουζηνός μπάσο και Γιώργος Χατζηαθανασίου ντραμς. Ο Manwolf Louie σ’ ένα σχόλιο, που άφησε χθες, στο post για τον Γιώργο Ρωμανό – επιβεβαίωσε σχεδόν όλα τα ονόματα – αναφέροντας πως ο ίδιος ο Ρωμανός είχε μιλήσει για τους Καρακαντά, Κουλούρη, Κατακουζηνό και Βισβίκη σ’ εκείνη τη ραδιοφωνική του συνέντευξη στον Γρηγόρη Βάιο, τον Μάιο του ’86. Παρατηρώ, όμως, το εξής. Τόσο ο ίδιος ο Ρωμανός, όσο και οι δικές μου «άκρες», αφήνουν, κατ’ ουσίαν «κενό» το όνομα του ντράμερ. Εγώ, υπέθεσα πως θα μπορούσε να ήταν ο Γιώργος Χατζηαθανασίου… αλλά, τώρα, έρχομαι να δώσω ένα άλλο όνομα· σχεδόν σίγουρο αυτή τη φορά.
Ψάχνοντας, λοιπόν, χθες, σε μια κούτα με αποκόμματα – δίχως να προσδοκώ κάτι για το θέμα – έπεσα πάνω σε μια… περίεργη φωτογραφία των Juniors, που την είχα κι εγώ λησμονήσει. Προερχόταν από το 1969! Οι Juniors προσπαθούσαν να ανασυνταχθούν από τις στάχτες τους παρουσιάζοντας μία καινούρια σύνθεση. Όπως τους βλέπουμε στη φωτογραφία (από αριστερά) ήταν οι: Λάκης Τζορντανέλλι όργανο, τραγούδι (ήταν στο διάστημα που είχαν διαλυθεί οι Cinquetti, πριν την δημιουργία των Νέων Cinquetti), Δημήτρης Κατακουζηνός μπάσο, Αλέκος Καρακαντάς κιθάρα, Τζίμης Νταής ντραμς και Γιάννης Φαναριώτης σαξόφωνο (από τους Mariners). Είναι λογικό, νομίζω, να υποθέσω πως οι Κατακουζηνός, Νταής και Καρακαντάς μπήκαν σούμπιτοι στην μπάντα του Ρωμανού, λίγο καιρό αργότερα. (Ο Νταής μοιάζει να φοράει γυαλιά και στις δύο φωτογραφίες – κι εδώ, και στην πόζα που υπάρχει στο back cover του LP του Ρωμανού – ενώ και η «φάτσα» μοιάζει). Παρ’ ότι η πρότασή μου είναι Τζίμης Νταής λοιπόν, δεν το κλείνω το κεφάλαιο...
Εδώ ο... καταζητούμενος.

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

η jazz και η soul της EMBER

Η Ember Records ιδρύθηκε στα τέλη των fifties (1959) από τον Jeffrey Kruger. Ως εταιρία μπήκε σφήνα στους πολυεθνικούς κολοσσούς της εποχής, κατορθώνοντας, μέσα σε λίγα χρόνια, να έχει στο roster της μεγάλο κομμάτι της british jazz (αρχικώς), απλώνοντας τα πλοκάμια της και προς άλλους χώρους, έχοντας δίπλα της ονόματα, όπως εκείνα των John Barry και Chad & Jeremy (για να μη μιλήσουμε για την underground πλευρά της, τους Blonde On Blonde και τους 9.30 Fly). Στο διπλό CD “The Flamingo Connection, Great British Modern Jazz from the Legendary Ember Label” [Fantastic Voyage, 2009] ανθολογείται η blue πλευρά της, εκείνη που εύρισκε, παραλλήλως, στέγη στο Flamingo Club· και αυτό ιδιοκτησίας Kruger. Τα ονόματα είναι γνωστά και οικεία στους φίλους της τζαζ στο Νησί (Tony Kinsey, The Jazz Couriers, Bill Le Sage, Ronnie Ross, Don Rendell, Ronnie Scott, Annie Ross, Eddie Thompson…), με εγγραφές που ξεκινούν από το 1955 (προφανώς από το αρχείο του Kruger), και φθάνοντας έως το 1963. Υπάρχει δηλαδή και μία αισθητική συνάφεια στο υλικό, το οποίο κινείται στους γνωστούς μπαλαντικούς, έως σουινγκάτους, με κάτι ελάχιστον από bop… cine-δρόμους της βρετανικής jazz εκείνων των χρόνων – λίγο πριν, ή παραλλήλως, με το ξέσπασμα του Joe Harriott και των υπολοίπων μοντερνιστών των sixties. Άρα, προφανώς, διαφωνώ κομμάτι και με τον τίτλο… Η Ember όμως είχε και άλλα παρακλάδια. Με αφορμή τη συλλογή “Good To the Last Drop” [Fantastic Voyage, 2009] μεγεθύνουμε, λίγο, στο soul ρεπερτόριό της. Για να είμαι ακριβής και να το πω από την αρχή, η Ember δεν έκανε, τόσο, δικές της παραγωγές (εννοώ στο soul circuit), όσο, κυρίως, τύπωνε για το βρετανικό κοινό επίλεκτες στιγμές της αυθεντικής… northern soul, κυρίως. (Το μοναδικό british κομμάτι, που ανακάλυψα εδώ είναι το “Looky looky” με τους Brothers Grimm). Βασικά, η Ember διαχειριζόταν παραγωγές του Guido Marasco, για το δικό του GM label, που είχε για έδρα το Detroit (σχεδόν τα μισά tracks της συλλογής ανήκουν στους καταλόγους του Marasco), και ακόμη επίλεκτες στιγμές από Crest, Terry, Airtown, Invicta, Catalyst, Perfecto και μερικές ακόμη… «δεν τις ξέρει ούτε η μάνα τους» αμερικανικές ετικέτες. Μιλάμε δηλαδή για απίστευτης σπανιότητας υλικό, το οποίο καθαρίζεται και προσφέρεται, υπομνηματισμένο με τον πλέον σωστό – track το track – τρόπο. Αν και δεν ξέρω τι ακριβώς είναι γνωστό και τι άγνωστο στον καθέναν από ’μας, είναι σίγουρο πως τα περισσότερα από τα ονόματα που ανθολογούνται στην “Good To the Last Drop” έκαναν μικρές στο χρόνο καριέρες· τη εξαιρέσει βεβαίως του Johnny Otis και δευτερευόντως του Mickey Stevenson. Τα 23 κομμάτια της συλλογής, που αφορούν στο διάστημα 1961-1975 είναι εξαιρετικά, το δίχως άλλο. Βασικά, 2λεπτα και 3λεπτα, διακρίνονται για τις τσιτωμένες ερμηνείες, τα κιθαριστικά και horn breaks, τη φωνητική επεξεργασία, την κλαμπίστικη r&b δυναμική τους. Και βεβαίως, να μη διαφύγει, οι επιρροές από Motown, Sam Cooke, Otis Redding, Sam & Dave, major girl groups κ.λπ., κάθε άλλο παρά συμπτωματικές είναι. Από πού να πρωτοξεκινήσει κάποιος... Το “Compared to what” με τους Mr Flood’s Party (ποιοι είναι αυτοί, μήπως εκείνοι που έγραψαν το γνωστό psych LP στην Cotillion; – μάλλον ναι, σίγουρα ναι) είναι ιδανική εισαγωγή, το “Wee bit more of your lovin” έχει άπιαστο r&b rhythm section και έξοχη soulish ερμηνεία από τον Jewel Akens (ο ορισμός της garage-soul), το instro “Dig in” των Pac-Keys είναι από μόνο του για party, το “That’s what I feel for you” των Milt Matthews Inc έχει μεν αρχοντική ερμηνεία από τον τραγουδιστή, αλλά οι πενιές είναι από… αλλουνού παπά ευαγγέλιο, το “Why can’t there be love” της Dee Edwards βασίζεται στα δυνατά ρυθμικά πατήματα και την… ψυχεδελική κιθάρα (φανταστείτε κάτι σε πρώιμο Bob Seger), το δε έσχατο “Good to the last drop” του Johnny Otis είναι ένα προχωρημένο disco(!) track, που δείχνει την άνεση του ελληνο-αμερικανού bandleader-παραγωγού να δημιουργεί, ανά πάσα ώρα, ό,τι απαιτείται (και ζητείται).
Υ.Γ. To 45άρι "Compared to what/ Unbreakable toy" των Mr Flood's Party είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, από τον Αντώνη Πλωμαρίτη, σε ετικέτα Melody [BMG 229]. Εδώ είναι το label...

άνευ λόγου

Το καλύτερο τραγούδι του Τάκη Μπουγά που έχω ποτέ ακούσει είναι το «Τηλεφωνώ» με τη Μαρινέλλα (πάνε 20-τόσα χρόνια). Ο συνθέτης δεν ήταν απών όλο αυτό το διάστημα, όπως φρόντισα να μάθω· απλώς εγώ δεν τον έχω παρακολουθήσει στις συνεργασίες του με τη Θεοδωρίδου, τη Ζήνα, το Μακρόπουλο, το Μαζωνάκη... Το πιο καινούριο του άλμπουμ που έχει τίτλο «Απόψε Όλα Θα Σ’τα Πω» [7] και κυκλοφόρησε πέρυσι δεικνύει το προφανές, θα έλεγα. Πως ο Μπουγάς παραμένει ένας ταλαντούχος «ελαφρο-λαϊκός» συνθέτης, ο οποίος θα μεσουρανούσε, αν έκανε καριέρα στα early seventies. Σκέφθομαι π.χ. πως τόσο αθόρυβα «ποπ» Μητροπάνος, όπως εκείνος τού «Μυαλό δε θα βάλει» δύσκολα θα ξαναϋπάρξει· λέω «ποπ», όχι «ροκ»... ούτε «μπλουζ», μια και «μπλουζ» (λέμε τώρα) είναι ο Χρήστος Δάντης στο «Απόψε όλα θα σ’ τα πω», ενώ «ροκ» ο Θέμης Αδαμαντίδης στο «Ό,τι θέλεις εσύ». Ωραίο, δηλαδή παραπάνω από ωραίο, «Τα δικά μου όνειρα» σε στίχους του Πάνου Φαλάρα (τραγουδούν ο Σαράντης Σαλέας και η Ευδοκία).

Ο Βασίλης Τερλέγκας είναι ένας αγαπημένος λαϊκός ερμηνευτής· και δικός μου αγαπημένος, από τότε, που τον πρωτάκουσα, σ’ ένα πανηγύρι λίγο έξω από την Πάτρα, πριν από 20 σχεδόν χρόνια. Το «Αυτοί που χειροκρότησαν» είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει πει, σε μουσική δική του και σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. (Αν και ακόμη πιο ωραίο είναι το «Θέλω άνθρωπος να ζήσω», που μου θυμίζει ύστερο Baris Manco). Είναι κρίμα να απαξιώνονται τραγουδιστές με τέτοια φωνητικά προσόντα – και να γλείφονται συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα (ο Τερζής π.χ., το μπαλαντάινς του αυτοκράτορα).

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ CANTERBURY 20 Άλμπουμ

Η έννοια της «σκηνής» είναι απολύτως καθορισμένη. Σημαίνει κοινές αισθητικές ή άλλες πεποιθήσεις, κοινούς χώρους, κοινό «κοινό» που ακολουθεί, κρίνει και στηρίζει, χαλαρούς-φιλικούς δεσμούς και σχέσεις ανάμεσα στους μουσικούς και τα συγκροτήματα, σημαίνει σίγουρα ελευθερία κινήσεων την οποίαν, ενδεχομένως, κατευθύνει ένα κοινό label, ένα fanzine, ένα ή περισσότερα blogs... Υπό αυτήν την έννοια είναι δύσκολο να μιλάμε για σκηνές... 20, 30 και 40 ετών, αφού είναι φύσει αδύνατη η ακεραία διατήρηση όλων τούτων για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οπότε; Οπότε ακολουθούμε κάποιες συμβάσεις γκρουπάροντας γεγονότα και καταστάσεις, που δεν ταυτίζονται αναγκαστικώς, εμφανίζουν όμως κάποια κοινά σημεία – έτσι, κάπως, προσεγγίζεται και η λεγόμενη «σκηνή του Canterburuy». Συμβάσεις, εν τέλει, που είναι τόσο ανοιχτές, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβουν ακόμη και τους Henry Cow ή τους Camel – για να μην πω τους Assagai, τους Trinity, την Carla Bley, τον Jack Bruce, τον Graham Collier και τον Phil Manzanera. Εν πάση περιπτώσει. Η λίστα που ακολουθεί είναι όσο… επιτρέπεται στενή, προκειμένου να βγει το καλύτερο δυνατό νόημα. 1. The Wilde Flowers – Story, Tales of Canterbury – AUS. Voiceprint VP 123 CD – 1994
Από ’δω αρχίζουν όλα. Πρόκειται για το γκρουπ από το οποίο ξεπήδησαν κατ’ ουσίαν οι Soft Machine και οι Caravan. Για πολλά χρόνια νομίζαμε πως δεν υπήρχε τίποτα δικό τους ηχογραφημένο... μέχρι το 1994, όταν η Voiceprint κυκλοφόρησε ένα βιβλιαράκι/CD σε δύο χιλιάδες αντίτυπα, εντός του οποίου καταγράφονταν τρία sessions των Wilde Flowers (16/3/1965, μέσα του ’65, άνοιξη ’66). Από το συγκρότημα πέρασαν οι Kevin Ayers, Hugh Hopper, Brian Hopper, Richard Sinclair, Robert Wyatt, Graham Flight, Richard Coughlan... και βεβαίως από τις μουσικές τους rock n’ roll, r&b, soul και πρώιμα ψυχεδελικά ηχοχρώματα. Κορυφαίο τραγούδι τους το “No game when you loose”, σύνθεση του Hugh Hopper, με ωραία δραματική ερμηνεία από τον Robert Wyatt. (Πλήρες εορτολόγιο των Wilde Flowers υπάρχει στο τεύχος 57 του Jazz & Tζαζ, 12/1997. Αν έχετε το περιοδικό ξεφυλλίστε το). 2. Soft Machine – Virtually – USA. Cuneiform RUNE 100 – 1998
Το “Virtually” αποτελεί σταθμό για την jazz-avant περίοδο των Soft Machine και ως έργο ηχεί καλύτερα από τα επίσημα “Third”, “4” και “5”, τα οποία και ανασκευάζει εκ θεμελίων. Ζωντανά ηχογραφημένο στην τότε Δυτική Γερμανία (23/3/1971) για το Radio Bremen 2, το παρόν χορταστικό CD περιλαμβάνει τρία tracks από το “Third” (Facelift, Slightly all the time, Out-bloody-rageous), όλο(!) το “4”, δύο συνθέσεις από το “5” (All white, Pigling band), συν τα “Eammon Andrews” και “Neo-caliban grides”. Κάτι σαν best of δηλαδή. Η jazz που παρουσιάζουν οι Softs (Elton Dean, Mike Ratledge, Hugh Hopper, Robert Wyatt) είναι εντελώς προσωπική και, ως αντίληψη, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον compact sound του Miles Davis την ίδια εποχή (στο τεύχος 100 του Jazz & Τζαζ υπάρχει ευρύτερο αφιέρωμα στο γκρουπ). 3. Arzachel – Arzachel – UK. Evolution Z 1003 – 1969
Canterbury rock, psych, jazz, improv... όλα τούτα οι Arzachel; Ας πω ναι· κυρίως γιατί είχαν στη σύνθεσή τους μουσικούς που διέπρεψαν σε… περισσότερο Canterbury μπάντες, όπως τους Steve Hillage κιθάρες, φωνή, Mont Campbell μπάσο, φωνή, Clive Brooks ντραμς, Dave Stewart όργανο. Το συγκρότημα βασικά αποκαλείτο Uriel και βρέθηκε μαζί από το τέλος του ’67 μέχρι και το καλοκαίρι του ’68, για να μετονομαστεί εν συνεχεία σε Egg (δίχως τον Hillage). Λόγοι συμβολαίου των Egg με την Deram τούς ανάγκασαν να υιοθετήσουν το βραχύβιο όνομα Arzachel, καταφέρνοντας να γράψουν ένα άλμπουμ για μικρή εταιρία, στο οποίο όλοι οι μουσικοί συμμετείχαν με ακατανόητα ψευδώνυμα. Το άλμπουμ είναι αστέρι. Ηγείται (και αυτό) της βρετανικής spacey psych σκηνής (ένας συνδυασμός πρώιμων Pink Floyd, Nice και ψυχεδελικών Bluesbreakers) με τους Hillage και Stewart να τρίζουν τα δόντια τους στους Clapton/Green και Emerson/Wright. Τα εκτεταμένα κομμάτια στη δεύτερη πλευρά επικοινωνούν με το... χάος, το “Leg” όμως, ένα fake “Rollin’ and tumblin’”, είναι εκείνο που τα κάνει όλα θρύψαλα. 4. Caravan – If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You – UK. Decca SKL-R – 1970
Δύσκολα ξεχωρίζει κάποιο από τα τρία πρώτα άλμπουμ των Caravan – ένα αρχέτυπο γκρουπ του Canterbury sound. Το παρόν με τον μακρύ τίτλο ήταν το δεύτερό τους, απολύτως χαρακτηριστικό του δικού τους psych-romance στυλ, με τα συναισθηματικά jazzy περάσματα, τις folk και classic καταβολές και βεβαίως το rock στήσιμο. Το “With an ear to the ground...” είναι ένα από τα ομορφότερα θέματα στην ιστορία του είδους, ενώ το εκτεταμένο “Can’t be long now” φανερώνει, απλώς, τις δυνατότητες των Caravan να στήνουν μεγαλεπήβολα θέματα εκμεταλλευόμενοι το συνθετικό και παικτικό τους τάλαντο. Τέσσερις συν ένας στο στούντιο της Decca, για ένα άλμπουμ που θα γράφει πάντα ιστορία: Richard Coughlan ντραμς, κρουστά, Richard Sinclair μπάσο, Pye Hastings κιθάρες, φωνή, David Sinclair πλήκτρα, Brother James (προφανώς για τον Jimmy Hastings πρόκειται) σαξόφωνο, φλάουτο. 5. Kevin Ayers and The Whole World – Shooting At the Moon – UK. Harvest SHSP 4005 – 1970
Με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν αργότερα οι Whole World θα μπορούσε να ήταν ένα super group, αφού είχαν στη σύνθεσή τους τον David Bedford όργανο, τον άσσο Lol Coxhill σαξόφωνα, τον Mick Fincher ντραμς, τον Mike Oldfield κιθάρες και βεβαίως τον Kevin Ayers φωνή και κιθάρες. Το “Shooting at the Moon” –δεύτερο LP του Ayers, μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine– ήταν το αποτέλεσμα μιας συνθετικής ιδιοτροπίας (για να μην πούμε ιδιοφυίας)· της καθ’ όλα επιτυχημένης προσπάθειας του βρετανού μουσικού να συνενώνει απλές, μελιστάλακτες μπαλάντες, με psych rock, punky ακρότητες και avant πειράματα. Το παίξιμο είναι απ’ όλους απολαυστικό (ιδίως από τον νεαρότατο Oldfield που... ξεκοιλιάζει την κιθάρα του στο “Lunatics lament”), με τις ηχητικές εκπλήξεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Το “Shooting At the Moon” είναι κορυφαίο. 6. Egg – UK. The Polite Force – Deram SML 1074 – 1970
Τρίο ήταν βασικά οι Egg· ο ντράμερ Clive Brooks, o keyboard player Dave Stewart, ο μπασίστας Mont Campbell (τα 3/4 των Arzachel δηλαδή). Τo “The Polite Force” ήταν το δεύτερο άλμπουμ της καριέρας τους, εκείνο στο οποίο κατόρθωσαν, με μαγικό τρόπο να συνδυάσουν, τα φαινομενικώς ασυνδύαστα. Την αγάπη τους για τον Bach και την avant ηλεκτρονική στο “Boilk”, την jazz και τους παράξενους για Βρετανούς ρυθμούς (5/8 και 9/8) με την rock δυναμική στο “Contrasong”, το ενδιαφέρον τους για το βαρύ progressive rock στο “A visit to Newport Hospital”, την πίστη τους στη λειτουργία της μεγάλης φόρμας στο “Love piece no. 3”. Αν ένας μουσικός ξεχωρίζει πρωτίστως για τον ήχο του, διακριτός ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, τότε, ναι, ο ήχος του οργανίστα Dave Stewart ήταν τέτοιος. 7. Carol Grimes... and Delivery – Fools Meeting – UK. B&C CAS-1023 – 1970
Κι εδώ τα ονόματα των μουσικών δεν αφήνουν περιθώρια για δεύτερες σκέψεις... Steve Miller πιάνο, φωνή, Phil Miller κιθάρες, Roy Babbington μπάσο, Pip Pyle ντραμς, Carol Grimes φωνή, κρουστά, Lol Coxhill σαξόφωνα (ως guest). Φυσικά τα φωνητικά και οι στίχοι της Grimes κυριαρχούν, ποιος μπορεί όμως ν’ αγνοήσει τις κιθάρες του Phil Miller, ίσως τις πιο χαρακτηριστικές (και διαχρονικές) όλου του Canterbury sound; Οι συνθέσεις είναι εξαιρετικές. Συμπαγείς και όχι μεγάλης διάρκειας, κρύβουν ταυτοχρόνως συναισθηματισμό και δύναμη. Το “Miserable man” είναι κομμάτι κλάσης (και δεν είναι το μόνο), ενώ η μοναδική τους διασκευή στο “Is it really the same?” του Keith Jarrett (από το “Love-In” του Charles Lloyd) είναι απίστευτη, με τα απανωτά σόλο του Coxhill και του Miller να σε στέλνουν. 8. Daevid Allen – Banana Moon – FR. Byg Actuel 45 529.345 – 1971
Το “Banana Moon” –υπενθύμιση του πρώτου γκρουπ που έφτιαξε ο Daevid Allen στη Γαλλία προς τα τέλη του ’67 (εδώ, πάντως, ακούγονται οι Gary Wright, Gerry Fields, Archie Legget, Barry St-John, Maggie Bell, Robert Wyatt, Pip Pyle, Nick Evans και Christian Tritsch)– είναι ένα απολύτως ξεχωριστό έργο. O αυστραλός μουσικός (από την αρχική μορφή των Softs), παραλλήλως με την εξέλιξη των Gong, συντάσσει ένα άλμπουμ απολύτως χαρακτηριστικό της… τρέλας και κυρίως της ανεξαρτησίας που κουβαλούσε ως καλλιτέχνης. Δύο στιγμές από το “Banana Moon” στο πάνθεον τού έτσι ή αλλιώς Canterboury sound. Κατ’ αρχάς η version του “Memories”, του υπέροχου τραγουδιού του Hugh Hopper, που γίνεται ακόμη ωραιώτερο μέσω της στοιχειωτικής ερμηνείας του Wyatt. Έπειτα το μακρύ “(Stoned innocent Frankenstein) and his adventures in the Land of Flip”, ένα freaky, με punk κιθάρες, αυτοβιογραφικό κομμάτι, γύρω από τις γαλλικές περιπέτειες του Allen το Μάη του ’68 και μετά απ’ αυτόν· ο άνθρωπος, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν τα πήγαινε, ποτέ, καλά με την εξουσία.9. Elton Dean – Elton Dean – UK. CBS 64539 – 1971 
 Ο Elton Dean δεν ζει. Πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια αφήνοντας όμως μεγάλα άλμπουμ και ακόμη μεγαλύτερα παιξίματα, μερικά εκ των οποίων καταγράφονται σ’ αυτή την πρώτη προσωπική δουλειά του από το 1971. Πρόκειται για LP-κόσμημα της british jazz. O Dean παίζει βεβαίως το αγαπημένο του saxello (ακόμη άλτο και ηλεκτρικό πιάνο), ενώ τον συνοδεύουν οι Phil Howard ντραμς, Mark Charig κορνέτα, Neville Whitehead μπάσο και σε κάποια tracks οι Mike Ratledge και Roy Babbington. Όσο και αν το πνεύμα των Softs βαραίνει επάνω απ’ τους… σκορπιούς (στο “Blind badger” φερ’ ειπείν), εντούτοις το άλμπουμ, γενικώς, διαφέρει. Και ως ήχος (η παρουσία του Ratledge είναι συμβολική) και ως ατμόσφαιρα, με το σχεδόν μανιακό παίξιμο του Dean να υπερβαίνει ό,τι είχε καταγράψει έως τότε. (Εδώ και το “Neo-caliban grides”, που δεν έλειπε από τα live των Soft Machine εκείνη την εποχή). Σπουδαίος δίσκος. Για σκληρούς jazz-heads... 10. Khan – Space Shanty – UK. Deram SDL-R 11 – 1972
Οι ροκάδες όρθιοι. Μετά τους Arzachel, οι Khan φαίνεται πως ήταν το επόμενο project του κιθαρίστα Steve Hillage· ένα τρίο (Nick Greenwood μπάσο, Eric Peachey ντραμς), που βοηθήθηκε, ειδικώς για αυτήν την ηχογράφηση, από τον Dave Stewart (στους Egg ακόμη τότε). Το “Space Shanty” ξεκινά με εντυπωσιακό τρόπο (“I need you and you need me/ Also I need to be free/ Free as the word free can mean/ To stand secure outside this dream”), για να εξελιχθεί σ’ ένα concept space έργο, που θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί μ’ ένα “Ziggy Stardust” φερ’ ειπείν (κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά), αν δεν επρόκειτο, τελικώς, για ακόμη ένα opus της Canterbury μυθολογίας. Τα σόλι των Hillage και Stewart είναι, για ακόμη μία φορά, μεγαλειώδη, ενώ κομμάτια όπως το “Driving to Amsterdam” δύσκολα αντιμετωπίζονται... 11. Matching Mole’s – Little Red Record – UK. CBS 65260 – 1972 
«Για κοίτα τους ανθρώπους στην κορφή/ Πώς κατεβαίνουν από τη δεξιά λωρίδα/ Στο Βέλγιο, την Ελλάδα, την Πορτογαλία/ Στη Γαλλία και την ηλιόλουστη Ισπανία» (από το “Righteous rhumba”, στίχοι Robert Wyatt, μουσική Phil Miller). Το πιο πολιτικοποιημένο άλμπουμ της Canterbury scene; Αναμφισβήτητα. Από το εξώφυλλο κιόλας το “Little Red Record” των Matching Mole (το γκρουπ που οδήγησε ο Robert Wyatt μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine) επιβάλλεται με την... μαοϊκή του κοκκινάδα. Bandiera rossa, κόκκινο αστέρι, το «κόκκινο βιβλίο», αλλά κι ένα αυτόματο στο χέρι του πολεμιστή (“I’ll kill if I must” ακούμε κάπου), έτοιμο ν’ αναλάβει δράση. Ακραίες καταστάσεις; Τις σήκωνε η εποχή. Μουσικώς (David McRae πλήκτρα, Brian Eno πλήκτρα, Robert Wyatt ντραμς, Phil Miller κιθάρες, Bill McCormick μπάσο, Robert Fripp παραγωγή) το άλμπουμ είναι top of the top, με hints από Soft Machine και Mothers of Invention και κυρίως με μιαν αισθητική παιξίματος (οι McRae και Miller γαζώνουν), που θ’ αποδειχθεί πολλάκις επιδραστική για την ανάπτυξη του Canterbury sound στην ηπειρωτική, πλέον, Ευρώπη. Δεύτεροι, πίσω μόνον από τους Hatfield and the North... 12. Gong – Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot – UK. Virgin V2002 – 1973 
Οι Gong του Daevid Allen… ένα σύνολο που κινείται μεταξύ space-rock, jazz, psychedelia και progressive, με θεματολογία hippie και pre new-age. Γύρω του μια εικονογραφία γεμάτη χρώματα, τρελούς αυλητές, ιπτάμενες τσαγιέρες, νάνους και ξωτικά, διαστημικές πόρνες και άλλα αλλόκοτα πλάσματα – μαζί του ταξιδεύουν η Gilly Smyth και ο Steve Hillage. Το 1973 ήταν η χρονιά εμφάνισης του πρώτου μέρος της τριλογίας “Flying Teapot/ Angels Egg/ You”, του “Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot” δηλαδή, εκεί όπου η ειρωνική πλευρά και η δημιουργική new-age δίνουν χώρο και ευκαιρίες σε μια μουσική ζωντανή, χαρούμενη, γεμάτη good vibrations, που φωτίζει με χαμόγελα, εγκάρδια και ειλικρινή, το πρόσωπο, συχνά σοβαρό και βλοσυρό της προοδευτικής μουσικής. Στην μπάντα ακόμη οι Francis Moze μπάσο, Tim Blake πλήκτρα, Didier Malherbe πνευστά, Christian Tritsch κιθάρες, Laurie Allan ντραμς και Rachid Houari κρουστά. (Τα πλάγια γράμματα ανήκουν στον φίλο Σπύρο Σερλεμέ). 13. Hatfield and the North – Hatfield and the North – UK. Virgin V2008 – 1973
Αν και συγκρότημα… τρίτης γενιάς, οι Hatfield and the North θεωρείται πως επικρατούν σε ό,τι θα μπορούσε να ονομάζουμε «αυθεντικό Canterbury feeling». Περισσότερο και από τους Soft Machine ή τους Caravan δηλαδή. Παράξενο; Μπορεί. Υπάρχει, όμως, λόγος. Οι Hatfields συνδύαζαν στοιχεία και από τους δύο –και το ριζοσπαστικό avant πνεύμα των Softs, του “Third” και του “4” και την «ρομάντζα» των Caravan– πέφτοντας, συγχρόνως, σε μιαν εποχή όπου το ευρωπαϊκό prog rock βρισκόταν στα πολύ επάνω του, κατορθώνοντας να επηρεάσουν το σύνολο σχεδόν των σχετικών συγκροτημάτων. Τους αποτελούσαν, βεβαίως, μέλη προγενέστερων ομάδων. Richard Sinclair μπάσο, τραγούδι, Phil Miller κιθάρες, Pip Pyle ντραμς, Dave Stewart πλήκτρα και ακόμη, ανάμεσα σε άλλους οι Geoff Leigh (ex-Henry Cow) σαξόφωνο, φλάουτο και Robert Wyatt (σε αμαξίδιο) τραγούδι. Το πρώτο τους LP είναι απολύτως ενδεικτικό του μοναδικού τους λαϊκού περφεξιονιστικού στυλ. Νομίζω δε πως ακόμη και ολόκληρο το “Rock Bottom” ο Wyatt το στήριξε σε κομμάτια όπως το “Calyx” (σύνθεση του Miller), στο οποίο εξάλλου τραγουδά. 14. Robert Wyatt – Rock Bottom – UK. Virgin V2017 – 1974
Το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Wyatt μετά το ατύχημα· ένα ατύχημα που δεν του επέτρεψε να σταθεί στα πόδια του ξανά. Απόλυτο χτύπημα για κάθε άνθρωπο, κάτι παραπάνω για έναν ντράμερ. Παρά ταύτα θα βρει το σθένος ο τραγουδοποιός να συνθέσει και πάλι, μεταγγίζοντας τη δύναμη της... γυνής και της θάλασσας στην αγέρωχη ψυχή του. Η πρώτη πλευρά του δίσκου –“Sea song”, “A last straw”, “Little Red Riding Hood hit the road”– είναι ό,τι πιο σπαρακτικό γράφτηκε ποτέ σε βινύλιο (συγκρίνω με το “Rehearsals for Retirement” του Phil Ochs π.χ. και με δυο-τρία άλλα). Αλλά και η b side με τα δυο τραγούδια για τη σύζυγο Alfreda Benge και το απίθανο σόλο του Mike Oldfield στο “Little Red Robin Hood hit the road” αρκούν για το τέλειο. Βοήθησαν όλοι. Richard Sinclair, Laurie Allan, Hugh Hopper, Ivor Cutler, Mongezi Feza, Gary Windo, Fred Frith, Mike Oldfield, Nick Mason.15. Isotope – Isotope – UK. Gull GULP 1002 – 1974
Μοναδικός ήχος, ενός περισσότερο επικοινωνιακού fusion, που δεν έτυχε όμως ευρύτερης αναγνώρισης. Εννοούμε πως οι Isotope δεν απέκτησαν τη φήμη των Hatfields ή ακόμη και των ύστερων Softs στα ευρωπαϊκά prog κυκλώματα στα μέσα του ’70, παρ’ ότι το άξιζαν και θά’πρεπε. Έχοντας στη σύνθεσή τους μία τετράδα οργανοπαικτών κλάσης –Brian Miller πλήκτρα, Nigel Morris ντραμς, Jeff Clyne μπάσο, Gary Boyle κιθάρες– το μάλλον υποτιμημένο αυτό γκρουπ παρέδωσε μια σειρά ηλεκτρικών συνθέσεων που ανάγκασαν τον Steve Lake (γνωστό ECM-παραγωγό) να μιλήσει, τότε, για το βρετανικό ισοδύναμο των Tony Williams’ Lifetime. Ίσως ευθυνόταν για τούτο η υπερ-δεξιοτεχνία και η ταχύτητα του ντράμερ Nigel Morris, αλλά και το βιρτουόζικο παίξιμο των Miller και Boyle, που τοποθετούσαν αυτομάτως τους Isotope σε άλλο επίπεδο. Δυστυχώς, γι’ αυτούς, η πορεία τους θα παραμείνει σκιώδης ακόμη και όταν οι Hugh Hopper μπάσο και Laurence Scott πλήκτρα θα πάρουν τις θέσεις των Clyne και Miller, ηχογραφώντας το άλμπουμ “Illusion” την ίδια χρονιά. 16. Quiet Sun – Mainstream – UK. Island HELP 19 – 1975
Πάντα εκτιμούσα το μοναδικό LP των Quiet Sun, αν και δεν είχα σκύψει ποτέ στην ιστορία του. Τώρα το κάνω. Το γκρουπ σχηματίστηκε το 1970 από τον Bill MacCormick μπάσο, τον Charles Hayward ντραμς, τον Dave Jarrett πλήκτρα και τον Phil Manzanera κιθάρες. Canterbury sound γενικώς και διάλυση το 1972, ίνα μπει ο Manzanera στους Roxy Music, ο MacCormick στους Matching Mole, o Hayward σε κάτι εμβρυικούς This Heat και ο Jarrett σε κάποιο κολέγιο για να διδάξει μαθηματικά. Το 1975 και καθώς ο Manzanera έγραφε το προσωπικό του άλμπουμ “Diamond Head” έστειλε πρόσκληση στους παλιούς του φίλους να μπουν στο στούντιο της Island και να παίξουν ό,τι έπαιζαν μαζί, 3-4 χρόνια πριν. Έγινε. Το “Mainstream” ολοκληρώθηκε άμεσα (και μάλιστα με τη συμμετοχή του Brian Eno) και ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εμβλήματα της σκηνής, λόγω της παρουσίας του Manzanera και της πληκτρονικής του ποικιλίας. Κορυφαίες συνθέσεις (Bargain classics, Mummy was an asteroid), από μουσικούς με... ούμπαλα. 17. Steve Hillage – Fish Rising – UK. Virgin V2031 – 1975
Μέσα κι έξω από τους Gong, ο Steve Hillage βρίσκει την ευκαιρία να ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του ’74 την ηχογράφηση του πρώτου του άλμπουμ. Του πήρε μερικούς μήνες μέχρι να το ετοιμάσει, όμως άξιζε τον κόπο. Το “Solar musick suite” (με το “Canterbury sunrise” ανάμεσα) πιάνει σχεδόν όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου και είναι αυτό που λέμε… κομμάτι συγκλονιστικό. Οι κιθάρες του Hillage και τα πλήκτρα του Stewart είναι από άλλο πλανήτη. Η δύναμη και το παικτικό πάθος δεν περιγράφονται και, στιγμές-στιγμές, νοιώθεις πως τόσο βαρύ compact sound δύσκολα μπορεί ν’ ακούσεις ακόμη και από τρεις... Metallica μαζί (συγχωρείστε μου την υπερβολή) . Ο... heaviest Canterbury sound; Σίγουρα. Steve Hillage φωνή, κιθάρες, Miquette Giraudy κρουστά, Didier Malherbe τενόρο, Lindsay Cooper μπασούν, Tim Blake synths, Dave Stewart ηλεκτρικό πιάνο, Mike Howlett μπάσο, Pierre Moerlen ντραμς, κρουστά. 18. Hugh Hopper – Hopper Tunity Box – UK./NOR. Compendium FIDARDO 7 – 1977
Αν και το “1984” [CBS, 1973] είναι για τους περισσοτέρους (και για το Wire...) το κορυφαίο άλμπουμ του Hugh Hopper (1945-2009) –πρόκειται όντως για το πιο ριζοσπαστικό, αν και ο ίδιος ο Hopper το θεωρεί μάλλον βαρετό (συμφωνώ)– είναι το παρόν “Hopper Tunity Box” που γράφει ανεπανάληπτη ιστορία. Νομίζω πως ο Hopper δεν είχε ποτέ υπό τας διαταγάς του μία τόσο σημαντική ομάδα μουσικών (Elton Dean, Mark Charig, Frank Roberts, Dave Stewart, Mike Travis, Richard Brunton, Gary Windo, Nigel Morris) προκειμένου να τακτοποιήσει τις ιδέες του και νομίζω, επίσης, πως ποτέ άλλοτε δεν έπαιξε ο ίδιος μπάσο, κιθάρα, recorders, σοπράνο και κρουστά σ’ ένα άλμπουμ. Κάτι σημαίνει αυτό. Καταπληκτικό LP, με τον Hopper να παραθέτει επτά δημιουργικές συνθέσεις, εξερευνώντας το δικό του ανεξερεύνητο (μέχρι και funk παίζει στο “Crumble”). Η έξοχη διασκευή στο κλασικό “Lonely woman” του Ornette Coleman δεν είναι η... σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τούτο συμβαίνει με το “Gnat prong”, εκεί όπου ο Dave Stewart ξανα-στοιχείωνει με το παίξιμό του μία σύνθεση για το top-10 του είδους. Δες κι εδώ: http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/01/hugh-hopper-lonely-sea-and-open-sky.html 19. National Health – National Health – UK. Affinity AFF 6 – 1978 
 Στο λυκόφως του Canterbury sound στα seventies οι National Health (Dave Stewart πλήκτρα, Phil Miller κιθάρες, Neil Murray μπάσο, Pip Pyle ντραμς) ήταν εκείνοι που θα έδειχναν χαρακτήρα. Και όχι μόνο. Καθότι απέδειξαν σε δύσκολη συγκυρία, με το punk και το post-punk ν’ αλωνίζουν στο Νησί, πως θα μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική μουσική πρόταση, που ν’ αγνοεί τη λειτουργικότητα του 3λεπτου δίχως όμως την δεινοσαυρική «ξεπέτα». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Η υπόθεση είχε πάρει πια εντελώς διαφορετική τροπή και ό,τι και να έπρατταν οι φίλοι μας ένα ήταν σίγουρο, το κλίμα είχε αλλάξει. Ανεξαρτήτως, στο “National Health”, όπως και στο επόμενο “Of Queues and Cures” [Charly] που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, γράφτηκε το πρώτο τέλος μ’ έναν τρόπο που θα έκανε τους πάντες να ριγήσουν. Ποιους πάντες; Όσους αντιμετώπιζαν το rock, τη ροκοειδή jazz και τη ροκοειδέστερη avant, ως το σημαντικότερο fusion από καταβολής ηλεκτροφόρου μούζικας. 20. Delta Saxophone Quartet – Dedicated To You... But You Weren’t Listening – USA. MoonJune MJR017 – 2007 
 Ο «ήχος του Canterbury» δεν έπαψε ποτέ ν’ απασχολεί, έστω και εν σπέρματι, τη μουσική επικαιρότητα· ακόμη και στα δύσκολα χρόνια του ’80, ακόμη και σήμερα (ιδίως σήμερα). Οι DSQ είναι ένα τέτοιο, σημερινό, γκρουπ, που πήρε το ελευθέρας κάποιων επιφανών… καντερμπεριστών, ίνα απλώσουν τα δικά τους σχέδια, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που θα το θυμούνται και αυτοί κι εμείς για πολλά ακόμη χρόνια. Το βρετανικό κουαρτέτο σαξοφώνων (Graeme Blevins σοπράνο, Peter Whyman άλτο, σοπράνο, Tim Holmes τενόρο, σοπράνο, Chris Caldwell βαρύτονο, σοπράνο) το απασχολούν οι μουσικές των Soft Machine – ο Hugh Hopper εγκρίνει, παίζοντας μπάσο και κάνοντας λούπες στο “Facelift” – αποκαλύποντάς μας μιαν άλλη διάσταση των συνθέσεων του ιστορικού γκρουπ, μακρυά π.χ. από το πειραματικό jazz-prog, τις electro, atonal και 12φθογγικές παρεκκλίσεις, μέσω των οποίων διέπρεψαν οι σπουδαίοι Βρετανοί πριν 40 σχεδόν χρόνια, κοντά όμως στο μπαρόκ (τον Bach βασικά), την αγγλική pastoral music και τον μινιμαλισμό, που είναι η καλώς κρυμμένη βάση. Νέα βάση...

EMPHASIS λέγονται και είναι Ελβετοί…

Στα μέσα του ’70 – στην κεντρική Ευρώπη – ο ήχος των libraries επηρέαζε σφόδρα ακόμη και κανονικές παραγωγές. Υπήρχε, δηλαδή, μία γενικότερη ανάγκη εύρεσης σύντομων στο χρόνο tracks, εντός των οποίων θα έπρεπε να στριμωχτούν funky και soul breaks (όχι κατ’ ανάγκην σκληροπυρηνικά), latin flavors, κάποια οριοθετημένα improv στοιχεία – αυτά τα βασικά –, όλα ιδωμένα μέσα από μια τζαζ-ροκική αντίληψη. Εννοούμε, ήχος ηλεκτρικός, φαζαρισμένες κιθάρες, βαθύ rhythm-section, πληκτρονικό τεστάρτισμα και διάφορα τέτοια... Σ’ αυτό, ακριβώς, το μοτίβο κινούνται οι Ελβετοί Emphasis (θυμηθείται παραδείγματος χάριν, ως κάτι κοντινό και ίσως πιο γνωστό, τους Βέλγους Placebo). Το φερώνυμο, και κατά πάσα πιθανότητα, μοναδικό τους άλμπουμ πρωτοκυκλοφόρησε το 1975 σε ετικέτα Pick, για να επανεκδοθεί μόλις πριν από λίγο καιρό από τη Sonorama Records.Κουιντέτο ήταν οι Emphasis, αποτελούμενοι εκ των Pierre Cavalli μπάσο, κιθάρες, Renato Anselmi πιάνο, synths, Fernando Vicencio φλάουτο, σαξόφωνα, Nick Liebmann ντραμς και Curt Treier κρουστά. Αρκετά γνωστοί οι δύο πρώτοι (ιδίως ο Cavalli, που έχει σταθεί δίπλα στους Daniel Humair, Ingfried Hoffmann, Friedrich Gulda κ.ά. κι έχει να επιδείξει ιδιαίτερη... βραζιλιάνικη δισκογραφία), λιγότερο οι τρεις επόμενοι, εξασκούνται εδώ σε μια σειρά συνθέσεων (τρεις εκδοχές, εννέα πρωτότυπα), οι οποίες ρυθμο-ποικίλουν. Το εισαγωγικό “Rainmaker” (του Cavalli) είναι ένα up-tempo instro με πολύ ωραία σύνθια και ακόμη ωραιότερη ηλεκτρική κιθάρα, το “Very lights” (του Anselmi) οδεύει προς Eleventh House μεριά, ενώ η “Vera Cruz” (του Milton Nascimento) ξεφεύγει από τις versions (τώρα μού’ρθε – λες ο Σταύρος Λογαρίδης το ίδιο κομμάτι να είχε υπ’ όψιν του στο πολύ δυνατό δικό του «Βέρα Κρουζ Εξπρές»;). Στη side 2, τώρα, το “Bad omen” είναι σκέτο… Head Hunters· αν και ουκ ολίγα θέματα, από ’δω, βγάζουν έναν lounge αέρα.
Σε κάθε περίπτωση, κλασικός mid-seventies ήχος…

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

MARTHA & TENA ELEFTERIADU

Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άκουσα για πρώτη φορά τα ονόματα της Martha και της Tena Elefteriadu. Πιθανώς να πρωτοδιάβασα γι’ αυτά σ’ ένα παλαιό γερμανικό mail-order με δίσκους από την Ανατολική Ευρώπη. Ίσως να μου τα ανέφερε κάποτε ένας φανατικός «χατζιδακικός» συλλέκτης. Πιθανώς και να τα ονειρεύτηκα… Τι σημασία έχει; Πάντως, όταν έπεσα στα χέρια μου εδώ και καμιά 15αριά χρόνια το… δικό τους “River deep, mountain high” γνώριζα την περίπτωσή τους. Μέσω του internet αργότερα θα κατορθώσω να μάθω περισσότερα για την πολύ επιτυχημένη καλλιτεχνική πορεία τους, στην παλαιά Τσεχοσλοβακία, ενώ κι ένας τσέχος, φίλος εξ αποστάσεως, ο Karel S., Θα βοηθήσει με χαρά, ώστε να συμπληρωθεί κάπως το πληροφοριακό puzzle. Η Martha Elefteriadu γεννήθηκε το 1946 στο Bulkes της Γιουγκοσλαβίας (το χωριό-κράτος του Δημοκρατικού Στρατού, στη Βοϊβοντίνα, στο οποίο κατέφυγαν έλληνες κομμουνιστές μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας), ενώ η Tena, στο ίδιο μέρος, δύο χρόνια αργότερα. Ποιος ξέρει πώς, οι έλληνες γονείς των κοριτσιών (προφανώς, γλίτωσαν των ενδο-κομμουνιστικών εκκαθαρίσεων, που κατέστησαν το Μπούλκες τόπο μαρτυρίου), μετά τη διάλυση του χωριού (οι Ζαχαριάδης-Στάλιν, ως γνωστόν, βρέθηκαν στα μαχαίρια με τον Τίτο) θα προωθηθούν στην Τσεχοσλοβακία και πιο συγκεκριμένα στην Brno, εκεί όπου τα κορίτσια θα πάνε σχολείο, ερχόμενα σ’ επαφή, συν τω χρόνω, με την pop κουλτούρα του ’60. Το beat στις δόξες του στην παλαιά Τσεχοσλοβακία, και οι δύο αδελφές, που είχαν εν τω μεταξύ καλές φωνές, δεν θ’ αργήσει να κάνουν εντύπωση. Μετά τα μέσα της δεκαετίας, όπως αρκετοί γνωρίζουν, η χώρα θα γνωρίσει μεγάλη rock άνθηση, κάτι που δεν επηρεάστηκε βεβαίως ούτε από τη σοβιετική εισβολή, ούτε απ' οτιδήποτε άλλο. Τα μεγάλα γκρουπ της εποχής οι Mefistos, οι Olympics, οι Matadors και οι Framus Five ακούγονταν απ’ άκρη σ' άκρη στη χώρα, ενώ οι ορχήστρες με brass section, κάποια rock περιβολή και μπροστάρη τραγουδιστή δεν ήταν λίγες (Ferdinand Havlik Orchestra, Karel Duba Orchestra, Gustav Brom Orchestra κ.ά.). Μία απ’ αυτές, οι Vulkan, που είχε μεγαλύτερη rock συνείδηση (μιλάμε για γκρουπ δηλαδή), ήταν πίσω από τις αδελφές Elefteriadu, ήδη από το 1967 - οι οποίες αφές τραγουδούσαν στο club Slunicko στην Πράγα, έχοντας γράψει τη φωνή τους για το ραδιόφωνο της Brno, της μοραβικής μητρόπολης στην οποίαν είχαν μεγαλώσει. Κι ήταν εκεί, στο Slunicko, όταν τις ανακάλυψαν οι άνθρωποι της εταιρίας Panton, οι οποίοι και θα τις οδηγήσουν αμέσως στο στούντιο, προκειμένου να τυπώσουν τα πρώτα τους τραγούδια. Ήταν το 7ιντσο [04 0213] με το “Dancing in the street” στην πρώτη πλευρά, που το έλεγαν άψογα και το “Nejvic ma kdo se umi smat” του Ales Sigmund στη δεύτερη – του συνθέτη, που θα τους παρείχε έκτοτε ουκ ολίγες επιτυχίες.
Πάντα με τους Vulkan δίπλα τους και πάντα μέσα στο 1969 θα δώσουν τουλάχιστον 3 ακόμη 45άρια, στα οποία ακούγονται μερικά πολύ ωραία τραγούδια (originals και διασκευές) σ’ ένα soul-rock ύφος, με πολλά πνευστά, αλλά και αξιοσημείωτα κιθαριστικά soli. Αναφέρομαι στo “Zivot je jen nahoda/ Prijd” [Panton 04 0250], στο “Prani derave lodky/ Kdyz ma srdce pust” [Disacnt 0 43 0002] και, κυρίως στο τεσσαράκι “Rescue me, Soul of the man/ Saturday nights, It’s always ever the same” [Panton 03 0216]. Αυτό το τελευταίο ήταν εξαιρετικό. H Martha και η Tena λάτρευαν τη soul κι έχοντας ως πρότυπα την Aretha Franklin, την Fontella Bass και την Tina Turner αποδίδουν με άνεση τις τραγουδάρες της Fontella Bass, αν και είναι ακόμη καλύτερες στο “It’s always ever the same” του Ales Sigmund (τσιτωμένα φωνητικά κι ένα όντως εξαιρετικό guitar break σ’ ένα σπουδαίο τραγούδι). Η διασκευή του κλασικού “River deep, mountain high” [Phil Spector/ Ike & Tina Turner] πάσχει λίγο στην αγγλική, αν και έχει δύναμη, ενώ το τσέχικο κομμάτι (“Posledni zavej”), σύνθεση και πάλι του Ales Sigmund, με τα blues-maniac vocals σκίζει. Σ’ αυτό το single, η Martha εμφανίζεται χωρίς την Tena πλάι της, πάντα όμως με τους Vulkan.
Τον Ιούνιο του ’69 η Martha και η Tena πήραν μέρος στο Panton-show, που συνέβαινε μέσα στο Pop-Song-Festival της Μπρατισλάβα. Τον Μάιο του 1970 τραγούδησαν στο Golden Anchor Festival στην Decin και λίγο αργότερα στο Golden Lyra Festival στην Μπρατισλάβα. Η επιτυχία τους, τις έφερε σε TV-εκπομπές στην Ελβετία και την πρώην Δυτική Γερμανία, κάνοντας καριέρα πέραν των ορίων… Τo 1970 βγαίνει το πρώτο τους LP “Dal Nez Slunce Vstava” [Panton 01 0251] στο οποίο τραγουδούν “Midnight special”, “El condor pasa”, αλλά και Μάνο Χατζιδάκι (“Never on Sunday”). Στην μπάντα συνοδείας, δίπλα τους, και ο Emanuel Sideridis μπάσο, φωνή (τότε έπαιζε στους The Progress Organization, ενώ λίγο αργότερα θα έμπαινε στους Albatros). Παρένθεση. Ο Σιδερίδης θα έρθει στην Ελλάδα στα τέλη των seventies και θα γίνει μέλος των Zαντέ, συνοδεύοντας τον Βλάσση Μπονάτσο (μαζί θα γράψουν το LP «Γενικά»). Πιο μετά θα παίξει στο «Χαράτσι» του Παπάζογλου και αλλού. Στο μέλλον θα πούμε περισσότερα... Κλείνει η παρένθεση.
Η επιτυχία των Martha & Tena είναι αξιοσημείωτη, και οι ηχογραφήσεις συνεχείς. Ας πούμε το EP “Srdce na dlani, Horke slzy/ Vecerni ukolebavka, Dnes vecer nejsem k mani” [Panton 03 0242], αλλά και το “Zpivej tu pisen kouzelnou/ Madona” [Panton 04 0280], το τελευταίο σε συνεργασία με τον Bob Fridl (αυτός λεγόταν Josef Fridl, αλλά επειδή γούσταρε τον Dylan, άλλαξε το όνομά του σε Bob - κάπου διάβασα, μάλιστα, πως προς τα τέλη του ’80 ζούσε στην Ελλάδα!).
Το 1971 βγαίνει το δεύτερο LP της Martha και της Tena. Ο τίτλος του “Hrej Dal/ Play On” [Panton 01 0309]. Εδώ, τραγούδια των John Fogerty, Bee Gees, Beatles αλλά και ηνωραιότερη version του «Μύθου» του Μάνου Χατζιδάκι. Έκτοτε η καριέρα των δύο τραγουδιστριών – για να μην επεκταθώ – θα εξελιχθεί όπως έπρεπε. Το ελληνικό ρεπερτόριο θα μπαίνει όλο και περισσότερο στη ζωή τους (κομμάτια των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μαρκόπουλου, Λοΐζου…), ενώ η Martha, το 1980, θα γράψει κι ένα πολύ ενδιαφέρον vocal jazz LP, το “Kresby Tusi” [Panton 8113 0039] σε συνεργασία με διάσημα ονόματα της τσεχοσλοβακικής σκηνής (Dezo Ursiny, Milan Ulrich, Laco Deszi, Jiri Stivin, Marton Kratochvil και άλλους). Η Martha και η Tena Elefteriadu συνεχίζει να κάνουν καριέρα μέχρι και σήμερα. Στην Ελλάδα πρέπει να πρωτοήρθαν το 1976 – φωτογραφία τους στην Ακρόπολη υπάρχει στο άλμπουμ «Διακοπές στην Ελλάδα» [Panton 11 0661, 1977]. Παρά ταύτα, στη χώρα μας, ελάχιστοι φαίνεται να τις γνωρίζουν. Τώρα, θα τις μάθουν περισσότεροι...

MARK WIRTZ smooth and easy

Στους φίλους του αγγλικού rock (των sixties) είναι γνωστό το όνομα του γάλλου παραγωγού Mark Wirtz – κυρίως γιατί υπήρξε συνεργάτης των Tomorrow, τη διετία 1967-68, ενός από τα καλύτερα british psych groups της περιόδου. (Έκανε παραγωγή στο άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του ’68, ενώ με τον frontman των Tomorrow, Keith West, κυκλοφόρησαν τον Ιούλιο του ’67 το 45άρι "Excerpt from ‘A Teenage Opera’/ Theme from ‘A Teenage Opera’", που μπήκε στο βρετανικό chart την 26η Αυγούστου του ’67, φθάνοντας μέχρι το Νο 2).Ο Wirtz, όμως, διακρίθηκε, τρόπος του λέγειν, και ως pop lounge μαέστρος την ίδιαν εποχή (δεύτερο μισό των sixties), ηχογραφώντας διάφορα LP, τα οποία – κατά τα γνωστά – βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στην πρώτη γραμμή της αναζήτησης. Η Fantastic Voyage πακετάρει τώρα (2009) σε κομψό digipak και υπό τον τίτλο "Wirtz and Music", δύο από αυτά, το “Latin A Go-Go” [UK. Ember EMB 3366, 1966] των... The Mark Wirtz Orchestra & Chorus, καθώς και το “Smooth And Easy” [USA. Mardi Gras LP-5034, 1967;], απλώς ως Mark Wirtz, βγάζοντας στο φως, μία ακόμη όψη της κλασικής pop era.
Ακούω το πρώτο… κι έχει ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς, γιατί στο άλμπουμ συμμετέχουν γνωστοί και καλοί μουσικοί (όπως ο Big Jim Sullivan π.χ.), δεύτερον γιατί άδουν καλές-καγαθές, αρμονικές pop φωνές (Barbara Moore, Maggie Stredder, Gloria George, Marian Davis), παρατάσσοντας, όλοι μαζί, ένα ακόμη γνωστότερο ρεπερτόριο (“Watermelon man”, “Tennessee waltz”, “I’m so lonesome I could I cry”, το φοβερό και τρομερό “Comin’ home baby” του Mel Torme, των Benjamin Tucker και Bob Dorough δηλαδή…), συν ένα-δυο originals. Εντάξει, ως ενορχηστρωτής ο Wirtz δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τον Ted Heath, ούτε με τον Κώστα Κλάββα, αλλά, εν πάση περιπτώσει το άλμπουμ του ακούγεται ευχαρίστως.
Παρότι δεν διαθέτει την pop αφέλεια του προηγούμενου, το “Smooth and Easy” μου φαίνεται πιο ενδιαφέρον, κι αυτό γιατί ο (Γάλλος, όπως προείπαμε) Mark Wirtz, στρέφει το ενδιαφέρον του προς τον ήχο της ηπειρωτικής Ευρώπης (Danyel Gerard, Leo Missir, Francois Deguelt, Michel Jourdan…), δίνοντας ένα άλμπουμ που θα μπορούσε να πάρει θέση πίσω από τα ανάλογα του Raymond Lefevre ή του Franck Pourcel, όντας… κατώτερο.

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

PARI ZANGENEH iranian folk songs

«Από τη Βαγδάτη πήγαμε στην Τεχεράνη. Στην εξουσία ήταν ακόμα αυτός ο εγκληματίας ο Σάχης. Ήταν σα να έρχεσαι στη Γερμανία.(…) Υπήρχαν ακριβώς οι ίδιες αφίσες με φωτογραφίες καταζητούμενων, όπως και στη Γερμανία, αλλά με κόκκινο πλαίσιο. Ήταν αυτοί που καταζητούσε ο Σάχης: Μουτζαχεντίν και μερικοί Σιίτες. Μετά, ήταν τα σπίτια με τις κεραίες τηλεοράσεων. Νωρίς το πρωί δεν υπήρχαν άνθρωποι στους δρόμους. Φαινόταν σαν ένα προάστιο γερμανικής πόλης. Όλα τα σπίτια νεόκτιστα, με τις Μερσεντές μπροστά στην πόρτα. Ήταν ανυπόφορο. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν στους δρόμους κοιτάζοντας πάντα κάτω. Κανένας δεν ύψωνε το κεφάλι, εκτός από τους Μουλάδες. Πάνω στις στέγες στέκονταν στρατιώτες με αυτόματα, για να ελέγχουν την περιοχή· βλέπετε είχε γίνει μία σειρά από ένοπλα χτυπήματα. Όπως στη Γερμανία. Η γενική διάθεση στην Τεχεράνη ήταν τελείως καταθλιπτική, αντίθετα με την κίνηση στους δρόμους που ήταν επιθετική. Νομίζω πως ήταν η χειρότερη κυκλοφορία του κόσμου. Μεθάνε και μετά ορμάνε εμπρός. Στην Τεχεράνη αισθάνεται κανείς αυτή την διαφωνία που υπάρχει όταν συναντιούνται δύο κόσμοι: Ανατολή και Δύση. Επιβάλανε τον Δυτικό τρόπο ζωής, ακόμα και με την χρήση των όπλων. Αλλά ο κόσμος δεν τον καταλαβαίνει αυτό τον τρόπο, δεν τα βγάζει πέρα μαζί του. Πρέπει να διαλέξουν την Μερσεντές ή το Τζαμί. Και διαλέγουν το Τζαμί. Αυτή η σύγκρουση τους εξουθενώνει. Αργότερα πήγαινα συχνά στην Τεχεράνη, και κάθε φορά ο πολιτισμός είχε προχωρήσει κι ένα βήμα. Όλα τα δυτικά σκατά ήταν εκεί. Μπορούσες, στο δρόμο, ν’ αγοράσεις την Bild Zeitung της ημέρας. Ακριβώς όπως στη Γερμανία. Οι δρόμοι είχαν μία σχεδόν ευρωπαϊκή εικόνα. Επίσης, οι άνθρωποι φοράγανε ευρωπαϊκά ρούχα. Όλοι οι άντρες και οι περισσότερες γυναίκες· και προ πάντων στις πόλεις. Υπό το καθεστώς του Σάχη, οι γυναίκες γυρνάγανε με μίνι φούστες, μαλλιά βαμμένα ξανθά και κραγιόν. Παντού υπήρχαν μπουτίκ με τζην, και κτιζόντουσαν κολοσσοί από μπετόν, εμπορικά κέντρα με μπουτίκ και καφετέριες. Μέσα στο κέντρο της Ασίας βρίσκεις μια γωνιά της Ku’damn (σ.σ. κάτι σαν την Βασιλίσσης Σοφίας). Τελείως παράλογο· έξω από κάθε πραγματικότητα».Στα χρόνια του Σάχη, το Ιράν δεν συναντήθηκε μόνο με το κραγιόν και με το μίνι, όπως μαρτυρά στο «Οδοιπορικό» του (εκδ. Αμηχανία, Αθήνα 1989) για το οποίο έχω ξανα-ποστάρει, ο μετά-hippie Bommi Baumann – ιδρυτής της γερμανικής τρομοκρατικής οργάνωσης Movement 2 June στα τέλη των 60s, ο οποίος αποκήρυξε νωρίς (1972), την ένοπλη βία, για να γίνει με τα χρόνια, εκτός από χαφιές της Stasi, αναχωρητής και ειρηνιστής – αλλά και με το rock, την jazz και το folk, έτσι όπως, όλα τούτα, εννοούνταν στη Δύση· φθάνοντας έως του σημείου να ενορχηστρώνουν, οι Ιρανοί, κλασικές, παραδοσιακές μελωδίες με «δυτικά» όργανα. Ό,τι έπρατταν την ίδιαν ώρα οι Βρετανοί (Fairports), οι Τούρκοι (Mogollar), οι Χιλιανοί (Los Jaivas), οι Έλληνες (Κωχ) και όλοι οι υπόλοιποι. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινούμενες, μερικές τραγουδίστριες έκαναν τρανή καριέρα. Η Gougoush κυρίως, μα και η Pari Zangeneh. Το άλμπουμ τής τελευταίας “Iranian Folk Songs” [Institute for the Intellectual Development of Children and Young Adults 2011-KS], με παραδοσιακούς σκοπούς «για παιδιά και εφήβους» από το 1976, είναι πανέμορφο· και, όσον αφορά σ’ εμάς, αρκετά οικείο, μια και ουκ ολίγες μελωδίες τις έχουμε ακούσει, κλεμμένες εννοείται, σε ελληνικά τραγούδια. Φερ’ ειπείν το “Mastom, Mastom” δεν είναι άλλο από το «Μου λένε να μην κλαίω» [στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης, μουσική (λέμε τώρα): Στράτος Καμενίδης & Γιάννης Σαριδάκης], το οποίο ανέδειξαν στα μέσα του '80 τα Παιδιά από την Πάτρα.
Τελικά, εκείνοι που… δεν κατέβασαν ποτέ το κεφάλι, τρία χρόνια αργότερα, θα έβαζαν τα πράγματα στη θέση τους…

Κι εδώ το "Shekar ahou" (όχι "Shekare") lead track στο LP της Pari Zangeneh, που κι αυτό έχει ακουστεί στην ελληνική. Όποιος γνωρίζει, ας δώσει περαιτέρω στοιχεία...

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΥ συμπεράσματα

1. Κρίνω ως απαράδεκτη την τακτική του Υπουργείου Οικονομικών με την ενδεχόμενη δημοσιοποίηση των ονομάτων των φοροφυγάδων (ήδη δημοσιοποιήθηκαν τα αρχικά τους - ένας γιατρός βγήκε σε κανάλι αυτοβούλως και "εξέθεσε" την περίπτωσή του, ήταν ο ψυχίατρος Μυλωνάκης). Προσωπικώς, δεν μ’ ενδιαφέρει ποιος φοροδιαφεύγει (εννοώ πως δεν είναι δική μου δουλειά να τον βρω). Δεν είμαι ούτε ΣΔΟΕ, ούτε «καρφί». Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει από ένα σοβαρό κράτος (σαν το δικό μας – φτου μην το ματιάσω…), είναι αν καταφέρνει να εισπράττει, όσα πρέπει να εισπράττει (κι αυτό, δίχως να το μαθαίνει κανείς – πρέπει, άραγε, να διατυμπανίζεις το γεγονός ότι κάνεις σωστά τη δουλειά σου;). Ή, εν πάση περιπτώσει, αν το κράτος επιθυμεί να πληροφορήσει σε κάτι τον πολίτη του, ας του πει πως εισέπραξε τόσα από τον κύριο τάδε και τόσα από τον κύριο δείνα… Οι δημόσιες ανακοινώσεις οφείλουν να είναι στραμμένες προς τη «θετική» κατεύθυνση. Για να δούμε, ενδεχομένως, κι εμείς ότι γίνεται κάποια προσπάθεια, που φέρει αποτέλεσμα βρε αδελφέ. (Όχι να μπαίνουν πρόστιμα - στη θεωρία - και να εκπίπτουν από τα δικαστήρια). Καθότι, αν εκστομίζεις πομφόλυγες, ότι σκέπτεσαι ακόμη και ν’ ανοίξεις τους λογαριασμούς όσων φοροδιαφεύγουν, είναι σίγουρο πως μπορεί να το κάνεις εν τέλει για τη «μαρίδα», προειδοποιώντας μικρούς και μεγάλους «καρχαρίες»… να σπρώξουν, γι' άλλη μια φορά, τα φράγκα τους στην Ελβετία.

2. Η Άντζελα Γκερέκου δεν έπρεπε καν να είχε θέσει υποψηφιότητα για βουλευτίς, από τη στιγμή κατά την οποίαν ο σύζυγός της είχε φορολογικές εκκρεμότητες (όπερ σημαίνει πως πρέπει να εκπέσει και του εν λόγω αξιώματος). Όχι μόνον αυτό δε συνέβη, αλλά συνέβη και το ακόμη χειρότερο. Η κυρία Γκερέκου αποδέχτηκε διορισμόν, ως υφυπουργός Τουρισμού. Είναι ανεπίτρεπτο. Όπως είναι παντελώς ανεπίτρεπτο – κάτι που δείχνει το ευρύτερο τέλμα της κομματοκρατίας – το γεγονός ότι το κόμμα της δεν ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί για τις φορολογικές εκκρεμότητες της οικογενείας της. Δηλαδή γνώριζε, αλλά έκανε τα στραβά μάτια. Για πόσους ακόμη κάνει τα στραβά μάτια κανείς δεν ξέρει.

3. Βάζω τα γέλια μ’ αυτά που διαβάζω στην τελευταία Lifo (20/5/2010) «Ο ευθύς και αδίστακτος τρόπος με τον οποίον αντέδρασε ο Παπανδρέου ήταν για μένα η πιο ευχάριστη έκπληξη…». Ποιος "ευθύς και αδίστακτος τρόπος" ; Ο άνθρωπος ήταν στα τηλέφωνα από το πρωί ίσαμε το βράδυ. Τηλε-συσκέψεις επί τηλε-συσκέψεων – επειδή βρισκόταν στην Ισπανία – προσπαθώντας να διασώσει, έως την τελευταία στιγμή, την υφυπουργό του. Η ευθύνη του οποίου ήταν (και είναι) ούτως ή άλλως τεράστια, όπως προανέφερα (και δεν ξεπλένεται), από τη στιγμή που υπουργοποίησε άτομο με τις συγκεκριμένες (οικογενειακές) φορολογικές εκκρεμότητες και το οποίον άτομο εξακολουθεί να το διατηρεί στα βουλευτικά έδρανα. (Τι είδους "ευθύτητα" είναι αυτή, θέλω να πω, όταν για υφυπουργός δεν μας κάνει, αλλά ως μέλος της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής ομάδας μάς περισσεύει;). Αλλά τι να περιμένω, όταν στη σελίδα 32 του περιοδικού δημοσιεύεται «αλησμόνητη εικόνα» της τέως υφυπουργού, από την εποχή που πόζαρε για το Playboy (συνοδευτική δηλητηριώδους κειμένου του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου), γλιστρώντας, τοιουτοτρόπως, σ’ ένα τόσο χαμηλό σημείο κριτικής αντιπαράθεσης;

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

SCHIZO ο ταξιδιώτης…

Οι Heldon υπήρξαν ένα από τα καλύτερα γαλλικά συγκροτήματα στη δεκαετία του ’70. Δημιούργημα, επί της ουσίας, του Richard Pinhas, έφτιαξαν σπουδαία άλμπουμ, όπως το “Electronique Guerilla” [Disjuncta, 1974], το “Allez-Teia” [Disjuncta, 1974], το “Third, It’s always Rock n’ Roll” [Disjuncta, 1975], το “IV, Agnetta Nilsson” [Urus, 1976], το “Un Reve Sans Consequence Speciale” [Cobra, 1976], το “6: Interface” [Cobra, 1977] και το “Stand By” [Egg, 1978] (ακόμη κι αυτό μετράει!), στα οποία επιχείρησαν να παίξουν ένα πρωτότυπο και γεμάτο συναίσθημα electronic rock. Τα κατάφεραν!!
Οι Heldon δεν ήταν, απλώς, κάποιοι που έπαιζαν καλή μουσική, αλλά ένα σχήμα με βαθύτερες κοιωνικο-πολιτικές θέσεις, απόψεις και… επαφές, ένα ακόμη σημαίνον παρεπόμενο του γαλλικού Μάη. Ο ιδρυτής τους Richard Pinhas, τροτσκιστής της εποχής (1968), πήρε μέρος στα γεγονότα, σπουδάζοντας λίγο αργότερα κοινωνιολογία στη Nanterre με τον Jean Baudrillard, μέσω του οποίου θα γνωρίσει τον Gilles Deleuze, τον φιλόσοφο, που θα τον επηρεάσει όσο λίγοι στη ζωή του και το έργο του. Αφού παρακολουθήσει, λοιπόν, παραδόσεις τού Deleuze στο ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Vincennes, ο Pinhas θα μαγευτεί, κατά μίαν έννοια, από το φιλοσοφικό στοχασμό του Ντελέζ και θα γίνει κάτι σαν ιδιαίτερος γραμματέας του.
Στα πρώτα χρόνια του ’70 ο Ζιλ Ντελέζ και ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Felix Guattari (επίσης δάσκαλος στη Vincennes) θα γράψουν τον Αντι-Οιδίποδα (ένα κλασικό βιβλίο, που ως Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια – Ο Αντί-Οιδίπους είχε κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα το 1981, από τις εκδόσεις Ράππα.
Επηρεασμένος από τις απόψεις των Deleuze και Guattari για την σχιζο-ανάλυση, ο Pinhas θα φτιάξει ένα συγκρότημα, τους Schizo (μίλια μακρυά από την πρώτη του μπάντα, τους Blues Convention), με το οποίο θα βγάλει δύο καταπληκτικά 45άρια, αθάνατα κοσμήματα του παντοτινού electronic rock. To δεύτερο απ’ αυτά (το cover το βλέπετε στη φωτογραφία), πρέπει να κυκλοφόρησε προς τα τέλη του 1972 στην Disjuncta Record (ούτε στο label, ούτε στο εξώφυλλο αναφέρεται χρονολογία), περιείχε τα κομμάτια “Le voyageur/ Torcol”, και συμμετείχαν σ’ αυτό οι Pierrot Roussel μπάσο, Coco Roussel κρουστά, Patrick Gauthier πιάνο, moog synthesizer, Richard Pinhas κιθάρες, VCS3, Georges Grumblatt mini-moog, αλλά και ο ίδιος ο Ζυλ Ντελέζ(!) διαβάζοντας ένα απόσπασμα από τον «ταξιδιώτη και τη σκιά του» (νομίζω από ’κει είναι) του Φρειδερίκου Νίτσε.
Το ίδιο αυτό κομμάτι, το “Le voyageur”, το χρησιμοποίησε ο Richard Pinhas, ως "Quais Μarchais, mieux qu'en 68" στο πρώτο LP των Heldon "Electronique Guerilla", δύο χρόνια αργότερα (έχω την αίσθηση πως είναι ακριβώς το ίδιο - θα επιχειρήσω να τ' ακούσω συγχρόνως). Δείτε το και διαβάστε το…

Qui est parvenu ne serait ce que dans une certaine mesure à la liberté de la raison, ne peut rien se sentir d'autre sur terre que Voyageur. Pour un voyage toutefois qui ne tend pas vers un but dernier car il n'y en a pas. Mais enfin, il regardera les yeux ouverts à tout ce qui se passe en vérité dans le monde. Aussi ne devra-t-il pas attacher trop fortement son coeur à rien de particulier. Il faut qu'il y ait aussi en lui une part vagabonde dont le plaisir soit dans le changement et le passage.
Sans doute, cet homme connaîtra les nuits mauvaises où prit de lassitude, il trouvera fermée la porte de la ville qui devait lui offrir le repos. Peut être qu'en outre, comme en Orient, le désert s'étendra jusqu'à cette porte, que des bêtes de proie y feront entendre leur hurlement, tantôt lointain, tantôt rapproché, qu'un vent violent se lèvera, que des brigands lui déroberont ses bêtes de somme. Alors, sans doute, la nuit terrifiante sera pour lui un autre désert, tombant sur le désert, et il se sentira le coeur las de tous les voyages.
Dès que le soleil matinal se lève, ardent comme une divinité polaire, que la ville s'ouvre, il verra peut-être sur les visages de ses habitants plus de désert encore, plus de saleté et de fourberie et d'insécurité que devant les portes. Et le jour, à quelque chose près, sera pire que la nuit. Il se peut bien que tel soit à quelque moment le sort du Voyageur.
Mais pour le dédommager viennent ensuite les matins délicieux d'autres contrées, nés des mystères du premier matin. Il songe à ce qui peut donner au jour entre le 10ème et le 12ème coup de l'horloge, un visage si pur, si pénétré de lumière, de sereine clarté qui le transfigure.
Il cherche la philosophie d'avant midi.

(F.Nietzsche)

Προβαίνω σε μία μικρή επέκταση του post, λέγοντας λίγα λόγια και για το πρώτο single των Schizo “Schizo (and the little girl)/ Paraphrenia praecox” [Societe Francaise de Productions SFP 44005, 1972] προκειμένου να κλείσει το κεφάλαιο.
Κατ’ αρχάς να σημειώσω πως η ισπανική εταιρία Wah-Wah, στην πρόσφατη limited reissue τού “Electronique Guerilla” [LPS068, 2009] προσέφερε ως bonus ένα 45άρι με τα 4 τραγούδια του γαλλικού γκρουπ (παίζει στις 33 στροφές) και με εξώφυλλο το cover του πρώτου single (είναι αυτό που βλέπετε στο YouTube - δεν υπάρχει λόγος να το σκανάρω).
Έτσι λοιπόν με σαφείς αναφορές (ακόμη) στο blues-rock των Blues Convention μ’ έναν τραγουδιστή, τον Olivier Pamela, να θυμίζει έναν Lemmy στα... παιδικάτα του, ή έναν κομματάκι βαρύτερο Roger Chapman, και με όλους τους υπολοίπους (Roussel, Roussel, Gauthier, Pinhas, Grunblatt) στις επάλξεις, οι Schizo δίνουν, και εδώ, δύο εξαιρετικά heavy/ haunted tracks, από ’κείνα που χαρακτήρισαν το γαλλικό rock στα early seventies, πιάνοντας κορυφή.

ΣΠΑΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Βλησίδη «Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959)» των εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου Αιώνα [Αθήνα, 2006] τα λέει όλα. Κείμενα λοιπόν δημοσιευμένα τη συγκεκριμένη 30ετία, τα οποία ο ερευνητής τα ανασύρει αυτούσια και χωρίς ιδιαίτερες αξιολογικές κρίσεις, παραθέτοντάς τα σε απλή χρονολογική σειρά. Από τα «Τραγούδια του μπαγλαμά» [Μπουκέτο, 1929] του Κώστα Φαλτάιτς, μέχρι το «Μύηση στο ρεμπέτικο» [Εκλογή, 1959] του Παύλου Δημητρίου, 66 ρεμπέτικες τοποθετήσεις έρχονται όσο νά’ναι να πλουτίσουν τις γνώσεις μας για το είδος, ή, μάλλον – λάθος(!) – να μας προμηθεύσουν στοιχεία για το σκοτάδι και τη μαυρίλα που περιστρεφόταν στα κεφάλια των μουσικοκριτικών της περιόδου (να μη βάλω εισαγωγικά στο… μουσικοκριτικών, από σεβασμό και μόνο σε πεθαμένους ανθρώπους), απολογητές συνήθως ενός «υψηλού» υποτίθεται γούστου, ανακατεμένου με μπόλικη εθνικιστική αμετροέπεια. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό το γεγονός πως σ’ ένα βιβλίο 250 σελίδων, δε βρέθηκαν συνολικώς περισσότερες από 2-3, που να έχουν κάτι διαχρονικό και εν ισχύι να διηγηθούν ή να προτείνουν (ουδεμία μομφή, εννοείται, για τον ερανιστή), αφού ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αποτιμάται θετικώς το ρεμπέτικο, σπανίως ξεφεύγουμε από το προφανές, το φολκλόρ ή την υπερβολή.Εκείνο που για μένα έχει τη μεγαλύτερη σημασία, διαβάζοντας τούτο το χρήσιμο «άχρηστο» πόνημα, είναι η διαπίστωση της ηλιθιότητας που έδερνε (να μην χρησιμοποιήσω παροντικό χρόνο και παρεξηγηθώ…) το «επάγγελμα». Η κριτική, και δη η κριτική περί τη μουσική, και δη η κριτική περί τη ρεμπέτικη μουσική – δεν υπάρχει καμία διαφορά σε όλα αυτά τα υποσύνολα, αφού η κριτική μέθοδος είναι ως γνωστόν(;) μία, είτε γράφεις για τα ρεμπέτικα, είτε για τον Κουροσάβα, είτε για τα σίριαλ της TV – δεν μπορούσε να δει ούτε μπροστά απ’ τη μύτη της, εγκλωβισμένη μέσα στην κινδυνολογία της εποχής, το μίσος για το «ξένο» (διάβαζε Μικρασιάτες), την περιορισμένη ή ανύπαρκτη γνωστική επάρκεια και βεβαίως, την ηθελημένη ανικανότητα στην καλύτερη περίπτωση (Σοφία Σπανούδη) να προκρίνει εκείνο που υπαγόρευε ο έσω κόσμος, κόντρα στη λογική της εξουσίας. Η Σπανούδη (1880-1952) θα επανορθώσει προς το τέλος της ζωής της, όταν θα γράψει ένα εγκωμιαστικό άρθρο για τον Τσιτσάνη (1951), η ίδια που επαινούσε τους φασίστες του Μεταξά, για την απαγόρευση του αμανέ, 13 χρόνια νωρίτερα!
Το να τα ρίχνεις όμως στους… εν τόπω χλοερώ, δεν είναι πάντα πρέπον. Γι’ αυτό κι εγώ σταχυολογώ δυο-τρεις κουβέντες που έχουν κάποιο νόημα, πέραν από εποχές, και οι οποίες δείχνουν πως το να σκέφθεσαι με… ανοιχτά τα μάτια, θα είναι ες αεί σπάνιο. Σπανιότερο και από τα κείμενα που ανθολογεί ο Βλησίδης. Μίνως Δούνιας, επιφανής κριτικός, το 1949: «Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει δημιουργήσει μορφή και ύφος, αδιάφορο αν αποτελεί προϊόν παρανόμου διασταυρώσεως. Η ουσία του άλλωστε έγκειται στον τρόπο που συμβιβάζει Ανατολή και Δύση. Βέβαιο είναι επίσης ότι η διάδοσις του ρεμπέτικου διαγράφει μια ρωμαλέα αντίδρασι στην ψευτοαισθηματικότητα του ελαφρού ταργουδιού, που τόσο έχει διαστρέψει τα γούστα της ελληνικής νεότητας. Ανησυχητικό όμως από την άλλη πλευρά είναι το γεγονός ότι το ρεμπέτικο εμφανίζεται ήδη αφόρητα τυποποιημένο και αποστραγγισμένο μορφολογικά. Αν δεν αναζωογονηθή, το περιμένει αναπόφευκτα ο μαρασμός». Και ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1951, ραπίζοντας την ελληνικότητα: «Γιατί πρέπει σώνει και καλά να θεωρήται γνήσιο ελληνικό προϊόν ό,τι κατάγεται απ’ ευθείας από τον Περικλή ή τη Σαπφώ. Η έννοια ‘ελληνικό’ δεν έχει ανάγκη ούτε από μέτρο, ούτε από συνταγές για να υπάρξη. Είναι ό,τι βλέπουμε ζωντανό στον τόπο μας. Και νομίζω ότι το λαϊκό τραγούδι έχει απόλυτη συνέπεια προς τις συνθήκες που το γέννησαν».