Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

TURBOFLOW 3000 – ούφο

Οι Turboflow 3000 είναι ένα electro-rock γενικώς ντουέτο, που το αποτελούν οι Deezy φωνή, σύνθια, προγραμματισμός και Andre φωνή, κιθάρες. Οι άνθρωποι αυτοί εμφανίστηκαν πέρυσι, προς το τέλος της χρονιάς, μ’ ένα LP, που αποκαλείται «Ούφο» [Veego Records, 2023] και που περιέχει εννέα τραγούδια. Αλλά τι ακριβώς τραγούδια; Δεν είναι εύκολο να πεις...
Κατ’ αρχάς εκείνο που χαρακτηρίζει τους Turboflow 3000 είναι οι καλοί έως και πολύ καλοί στίχοι τους. Που είναι και πολλοί εν τω μεταξύ. Οι στίχοι, δηλαδή, ακολουθούν την... πολυλογία του rap, δίχως τούτο να σημαίνει πως ραπάρονται κιόλας – αν και χιπχοπάδικες επιρροές υπάρχουν εδώ. Γι’ αυτό λέω πως είναι δύσκολο να περιγράψεις με ακρίβεια εκείνο που παρουσιάζει το σχήμα. Επίσης όταν γράφω για... πολυλογία, δεν εννοώ πως οι στίχοι ακολουθούν βερμπαλιστικές τακτικές. Όχι. Είναι ουσιώδεις και όπως διαβάζονται σερί, καθώς είναι τυπωμένοι στο inner sleeve, αντιλαμβάνεσαι πως οι άνθρωποι «το έχουν» με τον λόγο, που περιστρέφεται γύρω από τη ζωή στη μεγάλη πόλη, των αδιεξόδων, της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής συγκυρίας, των σχέσεων, φιλικών, ερωτικών κ.λπ. – ένας λόγος σύγχρονος σε κάθε περίπτωση, δυνατός, που στη βάση του είναι αισιόδοξος με τον τρόπο του.
Τώρα, από ’κει και κάτω, το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο θα προκύψουν τραγούδια που να μπορούν να σταθούν ως τέτοια – πώς θα υποταχθεί, εννοώ, ο λόγος στα μέτρα και τους ρυθμούς, ώστε η συνολική κατασκευή να στέκεται γερά και αυτοδύναμα. Συμβαίνει αυτό σε κάποιες περιπτώσεις, στο “Jack Kerouac” ας πούμε, στο «Μια μέρα στα κύματα» (με τα λόγια και τη φωνή της Olina), όπως και στο τελευταίο track του δίσκου, το «Ένα τραγούδι ακόμα για τον ωκεανό» (feat. Ghetto Rock).
Η γνώμη μου είναι πως οι Turboflow 3000 θα πρέπει να εκμεταλλευθούν περισσότερο την ηλεκτρική κιθάρα (ο Andre είναι πολύ καλός παίκτης), φέρνοντάς τη στο ίδιο, τουλάχιστον, ύψος με τα πλήκτρα και τότε τα πράγματα θα είναι ακόμη καλύτερα για το σχήμα. Και έτσι όμως το «Ούφο» παραμένει ένας αρκετά ενδιαφέρων δίσκος.
Επαφή: www.veegorecords.com

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 577

23/5/2024
To άλμπουμ αυτό στην Seven Arts του Κώστα Γιαννίκου, από το 1976, που το είχα αγοράσει περί το μέσο της δεκαετίας του ’80, από το δισκάδικο του Λευτέρη του Καραλή, στη Γούναρη, στην Πάτρα, είναι για μένα, με διαφορά, το καλύτερο, που θα έβγαζε ποτέ ο Σταμάτης Σπανουδάκης. Δεν άλλαξα γνώμη ακόμη και όταν άκουσα το γαλλικό του “Beautiful Lies”, που είχε κυκλοφορήσει το 1972 στην Philips, και άλλα διάφορα, φυσικά, που θα έβγαζε τα επόμενα χρόνια. Εμένα μου αρέσουν και τα πρώιμα χριστιανικά του Σπανουδάκη, ιδίως το «Στον Πρώτο Μουσικό», από το 1977.
Για όλα αυτά, φυσικά, όπως και για άλλες ηχογραφήσεις του Σπανουδάκη, από την εποχή των singles ακόμη, γράφω στη νέα έκδοση του βιβλίου μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

22/5/2024
Αν με ρωτήσεις ποια ταινία του Κόπολα θαυμάζω δεν θα σου πω ούτε τους Νονούς, ούτε την Αποκάλυψη, ούτε κάποια άλλη από τα 80s (που τις είχα δει όλες τότε), ούτε την σπουδαία Συνομιλία... Μία είναι η ταινία του που την βλέπω και την ξαναβλέπω τα τελευταία χρόνια – το “Rain People”. Ένα λυρικό road movie κατά βάση, με φοβερά πλάνα, αλλά και με απρόσμενη βία, προς το τέλος του, που κατά κάποιο τρόπο το σφραγίζει.
Απόβλητοι του αμερικανικού ονείρου οι δύο ήρωες, μία παντρεμένη (Shirley Knight) και μέλλουσα μαμά, που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι ζει άλλη ζωή από εκείνη που στ’ αλήθεια θέλει και γι’ αυτό «εξαφανίζεται» μ’ ένα αυτοκίνητο, κι ένας παίκτης του ποδοσφαίρου (του αμερικάνικου) που δρα και σκέφτεται σαν παιδί (μετά από κάποιο χτύπημα στο κεφάλι) και όχι σαν εραστής (James Caan).
Η βροχή δεν σβήνει μόνο τις διαχωριστικές γραμμές, μπερδεύοντας τους ρόλους, αλλά στο τέλος πνίγει και τις ζωές όλων.
Μια συγκλονιστική ταινία από το 1969, την οποία δεν είμαι σίγουρος αν ο Κόπολα την ξεπέρασε ποτέ.

22/5/2024
Τι να πεις για τον τεράστιο σόουλμαν Rocky Roberts; Τον μαύρο Aμερικάνο που αγκάλιασαν όλοι οι Έλληνες και ο οποίος θα πηγαινοερχόταν στη χώρα μας από το 1966, όταν ήρθε για πρώτη φορά, έως και χρόνια αργότερα;
Εδώ τον βλέπουμε αγκαλιά με τον Γιώργο Οικονομίδη, κατά την διάρκεια της 2ας Ολυμπιάδος Τραγουδιού, το καλοκαίρι του 1969 στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ο Rocky Roberts θα διαγωνιζόταν με τα χρώματα των ΗΠΑ. Φυσικά, στην Ελλάδα ήταν ήδη πασίγνωστος τότε, έχοντας πολύ μεγάλες επιτυχίες, με αποτέλεσμα να υπάρξει πανζουρλισμός. Μέχρι και φωτορομάντσο στο Φαντάζιο είχε γίνει ο Rocky Roberts, ενώ οι δίσκοι του πούλαγαν «τρελά». Με δυο λόγια ο Rocky ήταν ο άνθρωπος που θα μάθαινε, στην πράξη, την soul music στους Έλληνες.
Για τον... Ρόκυ Νέγκρο υπάρχει ξεχωριστό κείμενο στη νέα έκδοση του βιβλίου μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, μαζί με σπάνιες φωτογραφίες (από το φωτορομάντσο του Φαντάζιο κ.λπ.).

21/5/2024
Έχουμε κι εμείς τα δικά μας νεανικά λα-λα-λά, καθότι τότε και ο Πλέσσας και η Μούσχουρη ήταν νεότεροι απ' όσο είναι σήμερα η Σάττι...
https://www.youtube.com/watch?v=aP3UxugWMZA

20/5/2024
Για Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης είχα διαβάσει για πρώτη φορά σε μια αγγελία στο περιοδικό Μουσικό Εξπρές, το 1980.
Κάποιος Θόδωρος (αργότερα θα μάθαινα πως αυτός ήταν ο Θοδωρής Κρίθαρης της Wipe Out!) ζητούσε να αγοράσει ανάμεσα σε άλλα και κάποιους με το απίστευτο όνομα Τα τέσσερα επίπεδα της ύπαρξης! Αν όλα τα υπόλοιπα πάνω κάτω τα ήξερα (μάλλον ήταν η πρώτη φορά τότε, που θα διάβαζα και για το “Pop Festival ’73”) τα τέσσερα επίπεδα μου είχαν προξενήσει ένα κάποιο... σοκ.
Τι όνομα ήταν αυτό; Και τέλος πάντων ποια ήταν αυτή η μπάντα και τι έπαιζε; Δεν μπορούσες να μάθεις τίποτα και από πουθενά. Όπου και να ρωτούσα εισέπραττα χάχανα από τους δισκοπώλες. Κανείς δεν τους ήξερε και όλοι γέλαγαν (υποτιμητικά) στο άκουσμα και μόνο του ονόματος.
Το 1986 ακούω για πρώτη φορά, στο κρατικό από τον Γρηγόρη Βάιο, να παίζει ένα κομμάτι των Επιπέδων. Ήταν το «Του τρελλού η σάλπιγγα», που μου άρεσε πολύ τότε και που αναπτερώνει το ενδιαφέρον μου για το γκρουπ. Και πάλι τζίφος. Κανείς δεν γνώριζε να μου πει κάτι περισσότερο – και κανένας δεν είχε γράψει κάτι για κείνους σε όλα τα 80s, ούτε είχε ακούσει τον εν λόγω δίσκο.
Έτσι, θα θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό, όταν θα άκουγα για πρώτη φορά τα Επίπεδα, το 1990 μάλλον, από κασέτα που θα μου έγραφε ο Θοδωρής. Ενώ το 1995-96 από έναν άλλο φίλο, τον Γιώργο Τσολάκο, βρίσκω και ένα αντίγραφο του original εξωφύλλου και το χώνω στην πρώτη έκδοση του «Ραντεβού στο Κύτταρο», το 1996.
Τα γράφω αυτά για να δουν οι νεότεροι πως «φτύναμε αίμα», κάποτε, για να μάθουμε έστω και την ύπαρξη ενός δίσκου, όχι να τον ακούσουμε – και αυτό εμένα προσωπικά με δίδαξε, από τότε, να εκτιμώ και να σέβομαι τη σωστή πληροφορία (και τον πληροφοριοδότη εννοείται) και να θεωρώ «μισή μερίδα» όσους σήμερα, όταν τα πάντα είναι στο πιάτο, εξακολουθούν να γράφουν άλλα αντ’ άλλων, λες και βρίσκονται στη λίθινη εποχή.
Φυσικά για Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης γράφω τα δέοντα και στη νέα έκδοση του «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που βρίσκεται τώρα στα βιβλιοπωλεία και σας περιμένει...

20/5/2024
Από την ταινία επιτομή του νέου κύματος, το Σκιές στην Άμμο (1969) του Βασίλη Μαυρομάτη, ο Αλέξης Γεωργίου σ' ένα ωραίο τραγούδι των Γιάννη Σπανού και Κώστα Κωτούλα. Η σκηνή λογικά είναι γυρισμένη στην μπουάτ Αυλαία του Μαυρομάτη...
https://www.youtube.com/watch?v=pVr8_vAEG9I

20/5/2024
Τον ποιητή Χάρη Μεγαλυνό, που πέθανε σήμερα στα 73 του, όπως διάβασα στο LiFOgr, κάποιοι που ακούνε ροκ μπορεί να τον γνωρίζουν από την πρώτη-πρώτη συλλογή του υπό τον τίτλο «Κατ’ όναρ», που είχε συμπεριληφθεί στην «Ποιητική Αντιανθολογία» του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το 1971, μαζί με τις πρώτες ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Καντακουζηνού, του Πάνου Καπώνη, της Τζένης Μαστοράκη κ.ά. (Ο Ιατρόπουλος, ως γνωστόν, είχε γράψει στίχους ακόμη και για ροκ τραγούδια, ενώ η Τζένη Μαστοράκη είχε ήδη τυπώσει το πρώτο βιβλίο νεανικής ποπ, το «Μπητλς και Σία», που θα κυκλοφορούσε ποτέ στην Ελλάδα).
Είναι οι ποιητές της αμφισβήτησης λοιπόν, που ακούνε ποπ, ροκ και «νέο κύμα», που γνωρίζουν τους αμερικανούς beats, που έχουν πληροφορίες για τα κινήματα της εποχής (hippies, αντιπολεμικό, Νέα Αριστερά κ.λπ.), που ξέρουν τον Marcuse, που γνωρίζουν τα του Μάη του ’68, που έχουν διαβάσει και πιθανώς έχουν ήδη δει underground κινηματογράφο και που επιχειρούν, μέσα στη δικτατορία, να αρθρώσουν τη δική τους ποιητική φωνή, προσανατολισμένοι προς μια γενικότερη αναζήτηση θεμάτων, γλωσσικής έκφρασης, αναφορών και επιρροών, προτείνοντας νέες φόρμες και αμφισβητώντας γενικότερα (και τους ποιητικούς προγόνους τους και άλλα τινά).
Αυτό το πνεύμα της αμφισβήτησης ο Μεγαλυνός θα το διατηρούσε και σε μεταγενέστερες συλλογές και ποιήματά του, όπως αυτό το «Κατά οικολόγων», από «Το μήλον της έριδος» [Οδός Πανός, 1983], τυπωμένο σε μια εποχή όπου οι οικολόγοι είχαν έντονη δραστηριότητα στη χώρα, κυκλοφορώντας βιβλία, περιοδικά κ.λπ. Εν ειρήνη...

19/5/2024
Στον κατάλογο των πωλήσεων του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, που δημοσιεύεται στο σάιτ του, το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που κυκλοφορεί τις τελευταίες 15-20 μέρες, είναι ΤΕΤΑΡΤΟ στις πωλήσεις του τελευταίου διμήνου, στην κατηγορία όλων των βιβλίων Τέχνης, και ΔΕΥΤΕΡΟ σε πωλήσεις στα μουσικά βιβλία.
Σας ευχαριστώ πολύ!

18/5/2023
«Έχουμε να κάνουμε με μια εξουσία που δεν θέλει μόνο τους φόρους μας, θέλει να καθορίσει και τα γούστα μας»
[Τάσος Φαληρέας]
https://www.youtube.com/watch?v=KWyrKEMipWM

17/5/2023
Βγήκα και μίλησα πριν από λίγο, 11:30-12:00, στην εκπομπή του Γιώργου Μητράκη στο ραδιόφωνο της ΕΤ3, για το βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024].
Τι να πρωτοπείς μέσα σ’ ένα ημίωρο; Γι’ αυτά τα θέματα μπορώ να μιλάω ώρες ατελείωτες. Θίχτηκαν, όμως, απλώς θίχτηκαν μερικά βασικά ζητηματάκια. Ίσως το πιο βασικό που ειπώθηκε (από μένα), μετά από σχετική ερώτηση, ήταν πως η χούντα, το χουντικό ραδιόφωνο και η χουντική τηλεόραση, βοήθησαν το ελληνικό ροκ με όποιο τρόπο μπορούσαν, με συνεχείς παρουσίες των γκρουπ και των καλλιτεχνών, κατ’ αρχάς, στις κρατικές εκπομπές.
Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες του ροκ (για να μην πω όλοι) ακούγονταν ή τους έβλεπε ο κόσμος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση – για να μην μιλήσω για τα εξώφυλλα που έκαναν στα περιοδικά της εποχής ή για τις συνεντεύξεις που έδιναν. Αυτό μπορεί να εξακολουθεί να ακούγεται «κάπως», αλλά είναι έτσι όπως το λέω.
Φυσικά, στο ραδιόφωνο δεν μπορείς να παρουσιάσεις ντοκουμέντα, καθότι αυτά είναι για τα κείμενα και για τα βιβλία, όμως εδώ θα σας κεράσω κάτι από ένα κείμενο, που το έχω ήδη γράψει, 5000 λέξεις περίπου (κάποια στιγμή θα δημοσιευθεί) και που αφορά το θρυλικό ροκ LP του Γιώργου Ρωμανού «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα». Να το απόσπασμα:
Έτσι την Πρωτοχρονιά του 1970 ο Γιώργος Ρωμανός θα εμφανιζόταν στο εορταστικό πρόγραμμα του Καναλιού 11 (ΕΙΡΤ), μαζί με την Καίτη Χωματά, την Αλέκα Κανελλίδου, την Δέσποινα Γλέζου, την Ζωή Κουρούκλη, την Αρλέτα, την Λίτσα Σακελλαρίου και τους Dave Carroll and The Sing-Sing Four (σ.σ.. ακόμη και γι' αυτούς τους τελευταίους διαβάζεις στο "Ραντεβού στο Κύτταρο").
Επίσης ο Γιώργος Ρωμανός θα εμφανιζόταν και στην τηλεοπτική εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη «Οικογενειακές Υποθέσεις», που μεταδιδόταν από το Κανάλι 5 (Ενόπλων), στην αρχή του 1971, κάθε Δευτέρα από τις 21:00-21:15. Όπως διαβάζουμε στο περιοδικό «Σώου» [τεύχος #4, 6 Μαρτίου 1971]:
«Ηθοποιοί, τηλεοπτικοί αστέρες, μέντιουμ, αστρολόγοι, πυγμάχοι, αθληταί, ρεπόρτερς, μουσικοί, τραγουδιστές, συγγραφείς και φωτομοντέλα, γίνονται επιτυχημένα κοκταίηλ, κάθε Δευτέρα στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη “Οικογενειακές Υποθέσεις”. Σ’ ένα από τα σπαρταριστά παιχνίδια αυτής της σειράς ο Γιώργος Ρωμανός, η Τάμμυ και ο Αλέξης Παπαδημητρίου (σ.σ. από τους φοβερούς Artomics και πιο πριν στους Αλέξης-Σταμάτης και Whites, όπου Σταμάτης ο Σπανουδάκης), αντιμετώπισαν τους στιχουργούς Δημήτρη Ιατρόπουλο (σ.σ. ποιητής της αμφισβήτησης), Γιάννη Κακουλίδη (σ.σ. από ΕΔΑ) και Σώτια Τσώτου. Ο αγώνας έληξε με νίκη των στιχουργών, αλλά οι πληροφορίες μας λένε πως οι τραγουδισταί θα ζητήσουν... ομοιοκαταληξία σε προσεχή εκπομπή».
Ακολουθεί φωτογραφία, με Μαστοράκη, Ρωμανό, Tammy και Αλέξη Παπαδημητρίου...

17/5/2023
Τους γούσταρα πολύ τους Style Council στο μέσο του ’80. Και είχα αγοράσει και το 12ιντσο με το Walls Come Tumbling Down! και το LP. Όταν όμως το 1987 (τότε πρέπει να ήταν) θα εύρισκα στον Κοντογούρη τη συλλογή της Edsel με τα φοβερά τραγούδια των Action (των πνευματικών μπαμπάδων των Jam και των Style Council) θα είχα διαλέξει πλέον στρατόπεδο, σε σχέση με την λευκή mod-soul.
Style Council μπορεί να μην έχω πλέον στη δισκοθήκη μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως σταμάτησα να γουστάρω τον Paul Weller (με τα πάντα ενδιαφέροντα κοινωνικά μηνύματα των τραγουδιών του) και να παρακολουθώ ό,τι κι αν κάνει...
https://www.youtube.com/watch?v=k5HfOipwvts

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΙΓΑΝΙΔΗΣ dead slow

Μόνο δημιουργικοί μουσικοί μπορούν να κάνουν τέτοιους δίσκους – όπως είναι το Dead Slow [defkaz RECORDS, 2024] του Μιχάλη Σιγανίδη (Michalis Siganidis) και του Γιάννη Αναστασάκη (Jannis Anastasakis). Και όταν στα κείμενα γράφουμε για «δημιουργικούς» μουσικούς όλοι πλέον καταλαβαίνουν το τι ακριβώς εννοούμε. Αναφερόμαστε βασικά σε αυτοσχεδιαστές, σε οργανοπαίκτες που να μπορούν να δημιουργήσουν concept αυτοστιγμεί και εν τω γεννάσθαι, έτοιμοι να ανταποκριθούν στις ισχυρότερες των απαιτήσεων μιας ζωντανής παράστασης (στο στούντιο ή στη σκηνή).
Ζωντανά ηχογραφημένοι λοιπόν στο Antarte στούντιο της Αθήνας, στις 8, 9 και 10 Δεκεμβρίου 2023 –πράγμα που σημαίνει πως ό,τι ακούμε είναι εκείνο που παρήχθη, την συγκεκριμένη στιγμή, δίχως overdubs–, o κοντραμπασίστας Μιχάλης Σιγανίδης (που χειρίζεται και ηλεκτρικό μπάσο Banchetti) και ο κιθαρίστας Γιάννης Αναστασάκης, που εδώ χειρίζεται εφφέ, λούπες και σαμπλ (φτιάχνει δηλαδή το ηλεκτρονικό περιβάλλον), συνεργάζονται σ’ ένα σετ δύο κομματιών, που χωρίζονται με τέτοιο τρόπο, ως “Dead slow 1” και “Dead slow 2”, ώστε να μπορέσουν να χαραχθούν σ’ ένα 180άρι βινύλιο.
Ο δίσκος λοιπόν είναι το μπάσο του Σιγανίδη και τα ηλεκτρονικά του Αναστασάκη. Στην πράξη όμως είναι ένας «κόσμος» ολόκληρος – ένας κόσμος «νεκρός», που εξελίσσεται «αργά»; Πείτε το κι έτσι.
Η «σκοτεινιά» της ηχογράφησης αντικατοπτρίζεται πρώτα στο εξώφυλλο του άλμπουμ με τα αχνά μωβ και γκρι γράμματα, πάνω στο μαύρο φόντο και βεβαίως περνά, από ’κει και πέρα, στα αυλάκια του δίσκου, υπό την έννοια πως οι μπάσες νότες μπορούν να παραλληλιστούν με κάτι που συμβαίνει στο βάθος, ίσως και πέρα από τις αισθήσεις, σ’ έναν άλλον κόσμο, που συνυφαίνεται με το επέκεινα.
Τα έχει αυτά τα χαρακτηριστικά η μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη στο “Dead Slow”, καθώς το σκηνικό δεν απολείπει από το να μετατρέπεται συν τω χρόνω από «βιομηχανικό» σε noisy και αντιστρόφως. Φυσικά, σ’ αυτήν όλη τη μεταβολή, που αποκτά χαρακτηριστικά κυκεώνα στη δεύτερη πλευρά, στο “Dead slow 2”, συντείνει και το ηλεκτρονικό οπλοστάσιο του Αναστασάκη, που δρα ακριβώς εκεί. Στο να δημιουργήσει ένα το ίδιο σκοτεινό υπόστρωμα, «κεντημένο» με προσοχή, πάνω στο οποίο τα παιξίματα του Σιγανίδη να πολλαπλασιάζουν την ιδιοτυπία και την εκρηκτικότητά τους.
Τα άλμπουμ αυτά, σαν το “Dead Slow”, κρίνονται από τη δύναμη, ή όχι, που έχουν στο να σε μεταφέρουν, κατά την διάρκεια της ακρόασης, κάπου αλλού. Δηλαδή στο να σε κρατάνε δέσμιο ενός «ταξιδιού», που να μπορεί να εξελίσσεται και απρόσκοπτα, αλλά και να είναι πάντα προσανατολισμένο σε εντελώς απρόσμενες και απάτητες διαδρομές. Αν το καταφέρνουν, τότε έχουν εκπληρώσει το στόχο τους. Στο “Dead Slow” μένεις ακίνητος, παρακολουθώντας πώς δύο άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν μια υπερβατική μουσική πλατφόρμα, με τα απολύτως απαραίτητα – χωρίς, εννοούμε, εξωτερικά εντυπωσιακά στοιχεία, πολυπλοκότητες, σχέδια επί χάρτου, ενορχηστρώσεις κ.λπ.
Το να ξέρεις να «δημιουργείς» στη μουσική δεν είναι μόνο θέμα γνώσεων, παικτικής αρτιότητας, υπέρμετρης τεχνολογικής υποστήριξης κτλ. είναι και θέμα ταλέντου και εμπειρίας. Και επ’ αυτού, αν μιλάμε για τον Μιχάλη Σιγανίδη και τον συνοδοιπόρο του Γιάννη Αναστασάκη, όλα μα όλα τα προηγούμενα τα έχουν κατακτήσει αμφότεροι από καιρό.
Επαφή: www.defkaz.com, https://defkaz.bandcamp.com/album/michalis-siganidis-dead-slow

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΟΓΙΩΡΓΗΣ τα άνανθα χρόνια μου

Τραγουδοποιός από τη Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Κωστογιώργης έδωσε ένα CD στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς, που αποκαλείται «Τα Άνανθα Χρόνια μου» [Ανεξάρτητη Παραγωγή / Music Corner, 2023]. Το CD αυτό περιλαμβάνει δεκατέσσερα τραγούδια του Κωστογιώργη, που είναι βασισμένα σε ποιήματα των Μήτσου Παπανικολάου, Ρήγα Γκόλφη, Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Ρώμου Φιλύρα και Έμιλυ Ντίκινσον. Ποιήματα γραμμένα τον περασμένο αιώνα, πριν από εκατό χρόνια, χοντρικά, ή και περισσότερα, από ποιητές, που επανέρχονται, ανά τακτά διαστήματα, στη δισκογραφία (μέσα από τις σύγχρονες μελοποιήσεις). Γιατί συμβαίνει αυτό; Ίσως, γιατί τα ποιήματά τους είναι έμμετρα, έχοντας «εντός τους» έτσι κι αλλιώς μια μουσικότητα, που προκαλεί τους συνθέτες να την αποκαλύψουν, ίσως γιατί ελκύουν ως ποιήματα, γραμμένα από ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με τη ζωή τους, με τις πράξεις τους, βάδισαν σε αντίθετους δρόμους, από εκείνους που τους επιβάλλονταν κ.λπ. Εντάξει... δεν έχουν πολλή σημασία όλα τούτα, σημασία έχουν τα τραγούδια του Κωστογιώργη – αν είναι τραγούδια που «στέκονται» εννοώ, που να μπορείς να τα τραγουδήσεις κι εσύ μαζί του, που να μπορούν να σε παρασύρουν.
«Τα Άνανθα Χρόνια μου» είναι ένας καλός έντεχνος-ροκ δίσκος, με τους βασικούς μουσικούς που ακούγονται εδώ, δηλαδή τους Γιώργο Κωστογιώργη πιάνο, πλήκτρα, Πάνο Βουλγαράκη μπάσο και Γρηγόρη Οικονόμου ντραμς (υπάρχουν και βοήθειες από guests σε έγχορδα, πνευστά και κιθάρες) να προσφέρουν, σε επίπεδο ενοργάνωσης, το καλύτερο δυνατό. Ηχητικά, εννοώ, ο δίσκος είναι πολύ καλός και φαίνεται πως ο Κωστογιώργης έχει «άποψη», για το πώς πρέπει να ακούγονται τα τραγούδια του.
Ως ερμηνευτής ο Κωστογιώργης υπολείπεται σε εκφραστικότητα, και ίσως θα έπρεπε να βρει κάποια άλλη φωνή, για τον ρόλο του βασικού τραγουδιστή. Και δεν εννοώ τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Αργύρη Μπακιρτζή (που συμμετέχουν στον δίσκο), αλλά κάποιον άλλον. Η άγνωστη προς εμένα Κατερίνα Σισίννι, ας πούμε, είναι αληθινή τραγουδίστρια και τα τραγούδια που λέει, το blues «Σονέτο 17» (Θεοτόκης) και το jazz «Πέρασες» (Χατζόπουλος) είναι από τα καλύτερα του δίσκου.
Είπαμε blues και jazz; Ναι, ο δίσκος έχει τέτοια ηχοχρώματα, και ένα άλλο blues είναι το «Πώς τραγουδάς παθητικά» (Γκόλφης) ας πούμε – αν και το ωραιότερο τραγούδι του δίσκου είναι το «Σκάλες ΙΙ» (Γκόλφης), που έχει κόλπα στην αρχή, και μια πολύ ενδιαφέρουσα μελωδία στην πορεία, με τον Κωστογιώργη να πιάνει το peak του, σαν ερμηνευτής.
Πολύ καλό τραγούδι είναι και το «Madona mia» (Φιλύρας) (τραγουδά ο Δεληβοριάς μαζί με τον Κωστογιώργη), με το πιάνο και τα έγχορδα να προσφέρουν ιδανικές υπηρεσίες.
Δεν είναι τυχαίος τραγουδοποιός ο Κωστογιώργης και νομίζω πως αν είχε βρει για τα τραγούδια του κάποια άλλη φωνή, μία φωνή, το συνολικό αποτέλεσμα θα ήταν πολύ καλύτερο. Ακόμη κι έτσι, πάντως, το ταλέντο του δεν κρύβεται.
Επαφή: www.musiccornerstore.gr

Τρίτη 21 Μαΐου 2024

οι JOHN SURMAN και FRED HERSCH σε δύο νέα σπουδαία άλμπουμ της ECM

JOHN SURMAN: Words Unspoken [ECM Records / ΑΝ Music, 2024]
Το προηγούμενο άλμπουμ τού John Surman, για την ECM, πρέπει να είναι το “Invisible Threads” από το 2018, στο οποίο ο βρετανός jazzman είχε συνεργαστεί με τον βραζιλιάνο πιανίστα Nelson Ayres και τον αμερικανο-νορβηγό βιμπραφωνίστα Rob Waring. Ο Waring παίρνει μέρος και στο τελευταίο session του Surman για την ECM, από το οποίο θα προέκυπτε ο πιο πρόσφατος δίσκος του Βρετανού, το “Words Unspoken” – άλμπουμ, στο οποίο συμμετέχουν επίσης οι Rob Luft κιθάρες και Thomas Strønen ντραμς.
Ο
Luft μάς είναι γνωστός από το ECM-άλμπουμ A Time to Remember” (2023) της Elina Duni και βεβαίως από τα προσωπικά CD του στην EditionLife is the Dancer” (2020) και “Riser” (2017), ενώ και ο Strønen έχει λόγο σε διάφορα ECM-άλμπουμ, όπως το “Wind and Sun” (2023) της Sinikka Langeland, πέρα από τα δικά του “Lucus” (2018) και “Time is a Blind Guide” (2015).
Άρα συζητάμε για τέσσερις μουσικούς με ρίζες μεγάλες ή λιγότερο μεγάλες στην γερμανική εταιρεία, και που σε κάθε περίπτωση έχουν κατανοήσει το προφίλ της και το είδος της jazz, που αυτή αρέσκεται να προβάλλει.
Ναι, λοιπόν, jazz έχουμε εδώ, συντεθειμένη από μια μεγάλη προσωπικότητα του χώρου, με τεράστια ιστορία, τον John Surman, ο οποίος στα 80 του πλέον (78, όταν ηχογραφούσε το “Words Unspoken”, τον Δεκέμβριο του 2022, στο Rainbow Studio, του Όσλο) εξακολουθεί να εκπλήσσει με τις μουσικές ιδέες του.
Σαξόφωνα (σοπράνο, βαρύτονο) και μπάσο κλαρίνο, και ακόμη κιθάρα, vibes και ντραμς ακούμε εδώ, σ’ έναν δίσκο δέκα πρωτότυπων συνθέσεων (όλες του Surman), που προσιδιάζουν περισσότερο προς το nordic περιβάλλον. Εξάλλου, δύο από τους μουσικούς του κουαρτέτου, ο Surman και ο Waring, ζουν στη Νορβηγία, ενώ και ο δίσκος, όπως προείπαμε, είναι γραμμένος στο Όσλο.
Κυριαρχούν, λοιπόν, οι μελωδίες εδώ, που διαθέτουν ποικίλες επιρροές, από την «κλασική», βεβαίως από την jazz ή ακόμη και από το folk, και που αναπτύσσονται μ’ έναν απέριττο τρόπο, συχνά με χαμηλές εντάσεις, αλλά και με ανεβάσματα του volume, όταν οι οργανοπαίκτες φθάνουν σ’ ένα σημείο έκστασης. Το λέμε, γιατί οι συνθέσεις του Surman διαθέτουν αυτό το... βραδυφλεγές στοιχείο. Να κορυφώνονται, δηλαδή, μέσα σ’ ένα πλαίσιο κάπως τελετουργικό – κάτι που το διαπιστώνεις σε διάφορα κομμάτια του δίσκου, από το φερώνυμο “Words unspoken”, που βρίσκεται στη θέση #2, έως το “Belay that”, στη θέση #8, λίγο πριν από το τέλος.
Ένα θαυμάσιο και βασικά υποβλητικό άλμπουμ είναι το “Words Unspoken” του John Surman και των συνεργατών του.
FRED
HERSCH: Silent, Listening [ECM Records / AN Music, 2024]
Ήταν θέμα χρόνου –μετά την εμφάνιση τού άσσου αμερικανού πιανίστα, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή Fred Hersch στην ECM, πρόπερσι, με το άλμπουμ “The Song Is You”, τη συνεργασία του δηλαδή με τον ιταλό φλουγκελχορνίστα Enrico Rava– να προκύψει κι ένα πιο προσωπικό ηχογράφημά του, ένα σόλο πιάνο ούτως ειπείν, απ’ αυτά που προτείνει συνεχώς ο Hersch και που τον έχουν αναδείξει σ’ έναν σύγχρονο master του συγκεκριμένου οργάνου.
Έτσι, τον Μάιο του 2023, ο Hersch θα έμπαινε στο γνωστό Auditorio Stelio Molo RSI του Λουγκάνο, για να γράψει, σε παραγωγή του Manfred Eicher, το “Silent, Listening”, την πιο πρόσφατη σόλο δουλειά του, με αυτοσχεδιασμούς και συνθέσεις δικές του και άλλων.
Έντεκα κομμάτια είναι καταγραμμένα στο “Silent, Listening”, επτά του Hersch, συν τέσσερις versions στα “Star-crossed lovers” (Billy Strayhorn / Duke Ellington), “The wind” (Russ Freeman), “Softly, as in a morning sunrise” (Sigmund Romberg / Oscar Hammerstein II) και “Winter of my discontent” (Alec Wilder / Ben Berenberg).
Ο δίσκος είναι έξοχος. Έχει τους δικούς του ρυθμούς, την δική του αύρα και εν τέλει τη δική του εξελικτική διαδρομή – αυτή, τέλος πάντων, την μαγική πορεία, που προσδίδει ο Fred Hersch στους δίσκους του από... αρχαιοτάτων χρόνων.
Ο λυρισμός βεβαίως είναι το πρώτο που κυριαρχεί εδώ, είτε στα πρωτότυπα tracks είτε στις διασκευές, με το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο να είναι τόσο άψογα εναρμονισμένο με τη γενικότερη ροή, ώστε εν τέλει ολάκερο το σετ να κυλάει «σαν ένα», σαν μια πολυμερή σουίτα, με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις και, σίγουρα, με υπόγεια δύναμη. Ακόμη και οι πιανιστικές εξάρσεις εδώ, σε κομμάτια όπως το φερώνυμο “Silent, listening”, υπογραμμίζουν αυτό ακριβώς – την ανάγκη να περιγράψεις την ένταση με όρους λυρισμού.
Η εκπληκτική διάρθρωση του σετ, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό κλείσιμο (με τη διασκευή στο “Winter of my discontent” του Alec Wilder), προσδίδουν στο “Silent, Listening” τα χαρακτηριστικά ενός μαγικού ηχογραφήματος, ικανού να αποφορτίσει τον ακροατή, μεταφέροντάς τον σ’ έναν, πέραν του αισθητού, ιδανικό κόσμο.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ τραγούδια της νοσταλγίας

Ο Κώστας Μπουκουβάλας είναι ένας συνθέτης, που τώρα εμφανίζεται για πρώτη φορά και ως τραγουδοποιός μ’ ένα προσωπικό, ανεξάρτητης έκδοσης CD, το οποίο αποκαλείται «Τραγούδια της Νοσταλγίας» (δικό του πρέπει να ήταν το πιανιστικό άλμπουμ «φτάνουν λίγες νότες... για ν’ αλλάξει ο κόσμος» στην Protasis, το 2011 – αν δεν ήταν δικό του θα μου το πει και θα το σβήσω). Το άλμπουμ αυτό περιέχει δέκα τραγούδια σε μουσικές, στίχους, ηχογράφηση, παραγωγή και artwork από τον Μπουκουβάλα (που παίζει και διάφορα όργανα), ενώ τραγουδούν σ’ αυτά οι Δημήτρης Ερατεινός, Μήνα Παύλου και Τζωρτζίνα. 
Στα «Τραγούδια της Νοσταλγίας» εν τω μεταξύ συμμετέχουν οι εξής μουσικοί: Κώστας Μπουκουβάλας πιάνο, ακορντεόν, συνθεσάιζερ, ντέφι, Στάθης Αποστολόπουλος κιθάρες, Μάνθος Παππάς ντραμς, Mary Ward βιολί και Στάθης Μαυρομμάτης σαξόφωνο.
Μπορείς να αντιληφθείς από το setting των οργάνων το ύφος των τραγουδιών του Μπουκουβάλα; Όχι και τόσο. Το βιολί και το ακορντεόν ίσως κάπου να παραπέμπουν, αλλά τα άλλα όργανα; Οι κιθάρες, τα σύνθια, το σαξόφωνο; Δύσκολο να πεις. Μα ακόμη και αν ακούσεις τα τραγούδια του Μπουκουβάλα πάλι είναι δύσκολο να τα κατατάξεις κάπου συγκεκριμένα. Σίγουρα γειτνιάζουν κάπως με το ευρύ «έντεχνο», σίγουρα πολλά εξ αυτών είναι μπαλάντες, αλλά το πιο βασικό στοιχείο θα έλεγα πως είναι η μινιμαλιστική συνοδεία τους. Ναι, ο Μπουκουβάλας με το πιάνο του δίνει την πρωταρχική κατεύθυνση και από ’κει και πέρα, το ένα μετά το άλλο με τα «γεμίσματά» τους, είναι όλα τα υπόλοιπα όργανα, που προσδίδουν στο άκουσμα αυτό το ιδιαίτερο ηχόχρωμα.
Τώρα, το ότι πάνω σ’ αυτά τα παράξενα μοτίβα κατορθώνει ο Μπουκουβάλας να συνταιριάξει ελληνικά λόγια, που να κυλάνε όχι όπως-όπως, αλλά γερά και πειστικά, δεν είναι κάτι εύκολο, ούτε μπορείς να το υποτιμήσεις. Είναι σαν επάνω σε μουσικές του Wim Mertens, ας πούμε, να προσπαθείς να κάνεις κάτι ανάλογο.
Έχει καταβληθεί λοιπόν μεγάλη προσπάθεια ώστε να δημιουργηθεί ένα διαφορετικού τύπου ελληνικό (ελληνόφωνο) τραγούδι, κάπως μελαγχολικό βεβαίως στην εκφορά του, το οποίο, σίγουρα, δεν το ακούς κάθε μέρα.
Μια ουσιαστική, συγκινητική και ό,τι άλλο θέλετε προσπάθεια, που πιάνει κορυφή με τα κομμάτια «Η ηλιαχτίδα», «Σύννεφα του Σεπτέμβρη», «Ό,τι μας γέμισε την ψυχή» και «Όσο υπάρχει μέσα μου ζωή», που δεν της πρέπει να περάσει απαρατήρητη.
Επαφή: https://kostasboukouvalas.bandcamp.com/album/songs-of-nostalgia

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

η πορεία του σημαντικού τραγουδοποιού ΣΠΥΡΟΥ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες – θα γινόταν γνωστός από το ντουέτο Λήδα-Σπύρος, αλλά και από τραγούδια που θα έγραφε για τους Βλάσση Μπονάτσο, Άννα Βίσση, Αλέκα Κανελλίδου κ.ά.

Ο θάνατος του Σπύρου Βλασσόπουλου, στα 78 του, το Σάββατο 11 Μαΐου, θα μας γυρίσει πίσω στο χρόνο, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, στη μεγάλη εποχή του ελληνικού ροκ, αλλά θα μας ταξιδεύσει κιόλας στο τέλος των σέβεντις, όπως και στα χρόνια του ’80, όταν ο Βλασσόπουλος θα στήριζε με τις συνθέσεις του τραγουδιστές και τραγουδίστριες δίνοντάς τους «επιτυχίες». Ας τα δούμε όμως όλα αυτά με μια σειρά...
Σπύρος Βλασσόπουλος σημαίνει κατ’ αρχάς το ένα μισό του φολκ ντουέτου Λήδα-Σπύρος – το άλλο μισό ήταν βεβαίως η Λήδα Χαλκιαδάκη, κόρη της Δανάης, της μεγάλης τραγουδίστριας του «ελαφρού». Πότε συναντήθηκαν οι δυο τους; Πολύ νέοι, λίγο μετά το μέσο της δεκαετίας του ’60, όταν ο Σπύρος ήταν ακόμη φοιτητής του Πολυτεχνείου (στους πολιτικούς μηχανικούς). Είχε γραφτεί στο «Φαντάζιο», τον Οκτώβριο του 1974, πως ο Σπύρος έπαιζε κιθάρα στον πρώτο δίσκο της Λήδας, το «Πιο Ψηλά», στην Philips, από το 1967.
Πάντως σαν ντουέτο οι Λήδα-Σπύρος θα γίνουν κατ’ αρχάς γνωστοί μέσα από τα προγράμματα του Διονύση Σαββόπουλου στο
Rodeo, τη σεζόν 1971-72. Μπορεί η Λήδα να είχε τραγουδήσει ήδη με τον Σαββόπουλο (στο Rodeo) από το 1969-70, όμως θα ήταν τότε (το ’71-’72), όταν ως Λήδα-Σπύρος θα ξεκινούσαν στο κλαμπ, μαζί με Θανάση Γκαϊφύλια & Συνοδούς, Βαγγέλη Γερμανό, Δόμνα Σαμίου, την ινδή σιταρίστρια Darshan Kumari κ.ά.
Το 1972 οι Λήδα-Σπύρος είναι έτοιμοι πλέον, με δικό τους υλικό και διασκευές, να κατακτήσουν και τη δισκογραφία – κάτι που θα συμβεί με το πολύ καλό άλμπουμ τους «Ηλεκτρικός Αποσπερίτης» [Philips]. Αν υπάρχει κάτι που να χαρακτηρίζει την τραγουδοποιία του ντουέτου (οι στίχοι ανήκαν στον Ανδρέα Αγγελάκη, που ποζάρει κάπως σαν τρίτο μέλος τους), αυτό ήταν η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα ιδιωματικό ποπ ελληνικό τραγούδι. Ένα τραγούδι που να μην ξεκινά, υποχρεωτικά, από μια δυτική αφετηρία, εκμεταλλευόμενο τόσο τους εγχώριους παραδοσιακούς ρυθμούς, όσο και τον ελληνικό στίχο, προβάλλοντας μία σοφή και ταυτοχρόνως ανέμελη διάθεση.
Κινούμενοι μέσα στο πλαίσιο της εποχής, με τις μείξεις δυτικών και εγχώριων στοιχείων (η blues δόμηση της «Καραγκούνας», ο φολκ-ροκ Βαμβακάρης), οι Λήδα-Σπύρος έκαναν ίσως πρώτοι απ’ όλους, στη χώρα, εκείνο που αργότερα θα ονομαζόταν «ηλεκτρικό τραγούδι». Υπονοούμε με αυτό πως τα ροκ στοιχεία ήταν κάπως πιο περιορισμένα στον «Ηλεκτρικό Αποσπερίτη», με το άλμπουμ να προβάλλει, βασικά, την ομορφιά και την απλότητα. «Οι μηχανές μου» ήταν μία υποδειγματική και άκρως γοητευτική country-folk μπαλάντα, με μελλοντολογικό μήνυμα, ενώ ξεχώριζαν επίσης «Ο μάγος του βουνού» (η εισαγωγή φέρνει στη μνήμη τους Shocking Blue), το καταπληκτικό «Αυτή η μικρή φωτογραφία» και βεβαίως το περισσότερο γνωστό «Ωραία που ’ναι σήμερα».
Φυσικά το άλμπουμ χρωστούσε πολύ στη φωνή της Λήδας (και του Σπύρου), στους έξοχους στίχους του Ανδρέα Αγγελάκη (ιδρυτικό στέλεχος του ΑΚΟΕ κ.λπ.), όπως και στους καλούς μουσικούς που συμμετείχαν στην ηχογράφηση (Τάσος Διακογιώργης, Ευγνώμων Διαλετής, Τάκης Σουρμαΐδης, Νίκος Τσιλογιάννης, Βαγγέλης Γερμανός, Θανάσης Μπίκος).
Το καλοκαίρι του ’72 οι Λήδα-Σπύρος θα εμφανίζονταν στην μπουάτ 5η Εποχή, μαζί με τους Θανάση Γκαϊφύλια, Βαγγέλη Γερμανό, Ισιδώρα Σιδέρη και Δέσποινα Γλέζου, ενώ τον Νοέμβριο του 1972, στο δωδέκατο τεύχος του περιοδικού «Κούρος», ο Λεωνίδας Χρηστάκης θα τους αφιέρωνε μια σελίδα – μ’ ένα προσωπικό σημείωμά τους και λίγους στίχους από τα τραγούδια τους. Το σημείωμα εκείνο έλεγε: «Είμαστε η Ειρήνη-Λήδα Χαλκιαδάκη και ο Σπύρος Βλασσόπουλος. Δεν έχουμε προλάβει ακόμα να... παντρευτούμε, αλλά το ίδιο μας κάνει. Μαζί μένουμε, μαζί τραγουδάμε, μαζί γράφουμε τα τραγούδια μας, με συνεργάτη τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη. Ονομάζουμε “Ηλεκτρικό Αποσπερίτη” το LP που ηχογραφήσαμε 6 φίλοι μουσικοί κι εμείς, σε 60 συνολικά ώρες». Ακολουθούν αποσπάσματα στίχων ορισμένων τραγουδιών τους, μεταξύ των οποίων και του περίφημου «Μαυραγορίτη» με την επισήμανση «κομμένο από την λογοκρισία».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/spyros-blassopoylos-h-poreia-toy-simantikoy-tragoydopoioy-poy-pethane-prin-apo-liges

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

PHIL HAYNES’ 4 HORNS & WHAT? προχωρημένη jazz, δίχως τελειωμό, από τρία μεγάλα σχήματα!

Για τον ντράμερ Phil Haynes έχουμε γράψει πολλές φορές στο blog. Είτε σε σχέση με τα προσωπικά του ηχογραφήματα (με τα σχήματά του εννοούμε), είτε σε σχέση με τις παρουσίες του σε ποικίλα teams. Οι δίσκοι και τα γκρουπ είναι αρκετά, και εδώ ας αναφερθούμε στους No Fast Food (με David Liebman, Drew Gress), στους Day Dream (με Drew Gress, Steve Rudolph) και στους Phil Haynes & Free Country (με Hank Roberts, Jim Yanda, Drew Gress).
Στο παρόν τριπλό CD, που αποκαλείται The Complete American Recordings[Corner Store Jazz, 2024], ο Phil Haynes μας παρουσιάζει το σχήμα του 4 Horns & What? από τα late 80s-early 90s, και πιο συγκεκριμένα τα άλμπουμ του “4 Horns & What?” (1991) και “4 Horn Lore (1992), που είχαν κυκλοφορήσει τότε από την γερμανική εταιρεία Open Minds, και ακόμη το ανέκδοτο Live at B.A.M.” (όπου B.A.M. το Brooklyn Academy of Music) από το 1995.
Σ’ αυτά τα τρία άλμπουμ οι 4 Horns & What? δεν εμφανίζονται με την ίδια line-up.
Στο πρώτο έχουμε τους Paul Smoker τρομπέτα, Ellery Eskelin τενόρο, Andy Laster διάφορα reeds, φλάουτο, Joe Daley «χαμηλά» χάλκινα και Phil Haynes ντραμς. Τέσσερις «πνευστοί» λοιπόν (όπως μαρτυρά και ο τίτλος) κι ένας ντράμερ. Στο δεύτερο έχουμε τους Paul Smoker τρομπέτα, Ellery Eskelin τενόρο, Andy Laster διάφορα reeds, φλάουτο, ClarenceHerbRobertson διάφορα χάλκινα και Phil Haynes ντραμς. Και στο τρίτο, εκείνο του ’95, τους Paul Smoker τρομπέτα, Andy Laster διάφορα reeds, ClarenceHerbRobertson διάφορα χάλκινα, John Tchicai(!) τενόρο σαξόφωνο και Phil Haynes ντραμς. Και αυτό. Το πρώτο άλμπουμ ήταν σε παραγωγή του Paul Haynes, το δεύτερο σε παραγωγή των Paul Haynes + Tim Berne και το τρίτο σε παραγωγή των Don Byron + Phil Haynes.
Λοιπόν, το υλικό που υπάρχει εδώ δεν είναι απλώς πολύ, είναι και πρωτότυπο και συνάμα εξαιρετικό. Σε κάθε CD υπάρχουν κομματάρες, που δείχνουν πως πριν από τριάντα ή και περισσότερα χρόνια η jazz εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, δηλαδή θαυμαστό, προτείνοντας δίσκους, που θα μπορούσε να αλώσουν ακόμη και τις πιο απαιτητικές συνειδήσεις. Και τα δύο πρώτα CD (εκείνα που είχαν κυκλοφορήσει το 1991-92 είναι καταπληκτικά, με την τετράδα να «χάνεται» μέσα στην ιστορία της μεγάλης μαύρης μουσικής ανασύροντας ήχους... εκατό χρόνια, σήμερα, παλαιούς, από την jazz της Νέας Ορλεάνης εννοούμε, μέχρι Duke Ellington, Eric Dolphy και όλη την μεγάλη free περιπέτεια που θα ακολουθούσε. Έτσι κομμάτια σαν τα “Corner store strut” (από το πρώτο άλμπουμ) και “Adriennes jazzmarchrag” (από το δεύτερο) δεν παύει να ακούγονται με μεγάλο ενδιαφέρον και σήμερα, 30+ χρόνια μετά.
Την τριπλέτα θα ολοκληρώσει το (τρίτο) ανέκδοτο live, με την πολύ καλή εγγραφή, που είχε την επιμέλεια του κλαρινίστα Don Byron, αποτελώντας την πρώτη προσπάθεια του B.A.M. να ενσωματώσει στο ετήσιο Next Wave Festival, εκείνο το στυλ της jazz, που ο Byron θα αποκαλούσε «αριστερά του Lincoln Center». Το CD ξεκινά με το “Holler 4 horns” από το προηγούμενο άλμπουμ, για να ολοκληρωθεί με το 16λεπτο καταιγιστικό “Eclipse”, στο οποίο όλοι οι μουσικοί, με πρώτον όλων τον Tchicai βρίσκονται σε κατάσταση μη ελέγχου. Απίστευτο drumming από τον Haynes και τέσσερις «πνευστοί», που σμπαραλιάζουν τα πάντα στο διάβα τους.
Προχωρημένη jazz, δίχως τελειωμό, από τρία μεγάλα σχήματα!
Επαφή: www.philhaynes.com, www.cornerstorejazz.com

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 576

17/5/2024
Με κάλεσε ο Γιώργος Μητράκης να μιλήσω για το βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], στην ραδιοφωνική «Ενημερωτική Εκπομπή του Σαββατοκύριακου» στον 102 FM της ΕΡΤ3, που θα μεταδοθεί αύριο Σάββατο, στις 11 με 1 το πρωί. Γύρω στις 11:30 θα ξεκινήσει η συζήτηση...

16/5/2024
Από τη μεγάλη εποχή του νεολαϊκού, στην αρχή της δεκαετίας του '80.
Τραγουδάρα των Νικολόπουλου-Χαψιάδη-Νταλάρα. Και με εξώφυλλο σε στυλ Κυριτσόπουλου....
https://www.youtube.com/watch?v=dCVLV58BTug

16/5/2024
Τα πρόσωπα που με απασχολούν στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024] και που σχετίζονται με το ελληνικό ροκ, είναι δεκάδες. Και όχι μόνο τα πασίγνωστα, σαν τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου π.χ., αλλά και τα εντελώς αγνοημένα.
Σε κανένα άλλο βιβλίο δεν θα βρεις, ας πούμε, να γράφονται λόγια (περισσότερα από 3 σελίδες) για τον Νίκο Παπαθανασίου, τον αδελφό του Βαγγέλη Παπαθανασίου (απόντες και οι δύο από τη ζωή πια), σε σχέση πάντα με τις ποπ-ροκ δραστηριότητές του, σε Ελλάδα και Ιταλία, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Μέχρι και για τα δύο τελείως άγνωστα στην Ελλάδα άλμπουμ του από τα early seventies (άγνωστα υπό την έννοια πως δεν έχω διαβάσει ποτέ κάτι γι’ αυτά) γράφω μέσα...

15/5/2025
Πάνε να ξανακάνουνε μόδα τα προγλωσσικά; Όμως τούτο εδώ είναι πανεπιστήμιο μπροστά στις σημερινές σαχλίτσες...
(με... Μπρίλη και Τόλη κάποια στιγμή στο κόλπο)
A-well-a bird, bird, b-bird's the word
A-well-a bird, surfing bird, brr, brr, ah, ah
Ah, bap-a-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pa-pap
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-ma-ma, ma-ma-mow
Ma-ma-ma-ma, ma-ma-mow
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow, pa-pa
Ma-ma-mow, pa-pa, ma-ma-mow
https://www.youtube.com/watch?v=styV-fdt4dE

15/5/2024
Για τους Axis είχα διαβάσει για πρώτη φορά στο Ποπ & Ροκ στο τέλος της δεκαετίας του ’70 - δείτε τη φωτό. Ήταν μια συνέντευξη του Δημήτρη Κατακουζηνού (πρωταρχικό μέλος τους), στην οποία έλεγε διάφορα και, ανάμεσα, σε άλλα ότι γούσταρε πολύ την βυζαντινή μουσική.
Από τότε έψαχνα να μάθω για τους Axis, αλλά όλη τη δεκαετία του ’80 δεν είχε γράψει κανένας γι’ αυτούς (στα βασικά μουσικά περιοδικά), έτσι νομίζω. Και βεβαίως στα δισκάδικα, όταν έλεγα για Axis κουνούσαν όλοι το κεφάλι τους – στο στυλ «τι μας λες τώρα». Δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ δίσκος ή δισκάκι των Axis στην Ελλάδα, και γι’ αυτό ήταν εντελώς αγνοημένοι.
Αγοράζω δίσκο των Axis, τον δεύτερό τους, στο τέλος των 80s από τον γαλλικό κατάλογο του Franck Luinaud, ενώ στις αρχές των 90s αγοράζω από τον ίδιο, πάντα σε λογικές τιμές, και το τρίτο LP τους, τα φανταστικό Canterbury-sound progressive – εκεί όπου ο Κατακουζηνός, που δεν ήταν τότε μέλος του γκρουπ, θα έχωνε μέσα και το βυζαντινό «Αι γενεαί πάσαι»–, ενώ στα 2000s πια, θα αγόραζα από το eBay και το πρώτο άλμπουμ τους (που έχει δύο άλλα σπουδαία τραγούδια, στη θέση των επιτυχιών “Ela ela”, “Osanna”).
Για τους Axis έγραψα για πρώτη φορά στο “Jazz & Τζαζ», στο τεύχος #60, τον Μάρτιο του 1998, και θα ήταν τότε η πρώτη φορά στην Ελλάδα, που θα γραφόταν ένα πλήρες και αναλυτικό κείμενο γι’ αυτούς, ενώ νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1996, στο τεύχος #44 (το επονομαζόμενο και “Lady Jazz”), θα έκανα συνέντευξη και με τον ντράμερ τους Χρήστο Στασινόπουλο, που επίσης θα μιλούσε για πρώτη φορά σε περιοδικό, για το παρελθόν του με τους Axis κ.λπ.
Φυσικά γράφω πολλά για τους Axis και στη νέα έκδοση του βιβλίου μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που υπάρχει τώρα στα κανονικά και ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία και σας περιμένει...

14/5/2024
Τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον θυμάμαι από τα χρόνια του Δημοτικού ακόμη, στην πρώιμη μεταπολίτευση, να τραγουδάει «Του ’παν θα βάλεις το χακί» και «Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φραντς» και όταν άκουσα στο ραδιόφωνο το τραγούδι του «Με νικοτίνη δυνατή και τον Μπομπ Ντύλαν» (1978) αγόρασα τον πρώτο εντελώς προσωπικό δίσκο του (που σήμερα τον θεωρώ «τομή» στο ελληνικό τραγούδι, και θα εξηγήσω άλλη φορά «γιατί»), επειδή μου άρεσε και το συγκεκριμένο τραγούδι (του Βαρδή) και γιατί είχα αρχίσει τότε να ακούω Bob Dylan (να διαβάζω τους μεταφρασμένους στίχους της Συριώτη κ.λπ.).
To 1981 τον είχα δει live τον Βασ. να ροκάρει με Λοΐζο, Μικρούτσικο και Λεοντή, ενώ το 1982 θα αγόραζα και το «Φοβάμαι». Θυμάμαι δε πως εκείνη την εποχή είχα μάθει πως ο Βασ. έπαιζε ροκ στα νειάτα του, με τους Crosswords και πως δεν ήταν όψιμος ρόκερ – και το έλεγα αυτό σε κάποιους φίλους, τότε, που τον κατηγορούσαν για γιαλαντζί ροκά. Τη «Διαίρεση» δεν την αγόρασα ποτέ, γιατί μου την έσπαγαν κάποια τραγούδια από ’κει μέσα, ούτε άλλους δίσκους του αργότερα. Το «Όλα από χέρι καμένα» μόνο, του Μικρούτσικου, είχα αγοράσει κάποτε στα 90s από τις προσφορές.
Τέλος πάντων, άλλη γνώμη είχα στα late 70s-early 80s για τον Βασ., άλλη στα 90s και άλλη σήμερα.
Και φυσικά ο Βασ., με τους δύο πρώτους προσωπικούς δίσκους του, με απασχολεί και στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία – κανονικά και ηλεκτρονικά.

13/5/2024
Όταν γίνονταν οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού της Αθήνας, επί χούντας, από το 1968 έως το 1973, καμία χώρα από τις δεκάδες που συμμετείχαν –όλη η Δυτική Ευρώπη, χώρες του κομμουνισμού, ακόμη και η σοσιαλιστική Χιλή του Salvador Allende–, κανένας εκπρόσωπός τους δεν διανοήθηκε να πει κάτι, είτε σε συνέντευξη Τύπου, είτε μέσω τραγουδιών, δηλώσεων κ.λπ., για τους εξόριστους στα ξερονήσια, τα βασανιστήρια, τα εγκλήματα, για την κατάργηση των κομμάτων, των εκλογών, την απαγόρευση των τραγουδιών του Θεοδωράκη κτλ.
Τεράστιοι καλλιτέχνες, που θα εμφανίζονταν στις Ολυμπιάδες, μπροστά στους οποίους οι σημερινοί της Eurovision είναι απλά τσίχλες, σαν τους Gilbert Becaud, Charles Aznavour, Ivan Rebroff, Amalia Rodrigues, Josephine Baker, Al Bano, Sandie Shaw, Carmen Sevilla, Johnny Hallyday, Golden Gate Quartet δεν διανοήθηκαν να πουν κάτι για όσα συνέβαιναν στη χώρα ή έξω από αυτή (γιατί και τότε υπήρχαν τα εγκλήματα στο Βιετνάμ, υπήρχαν οι αντιπαραθέσεις των Ισραηλινών με τους Άραβες κ.λπ.).
Ήταν προσκεκλημένοι, όλοι αυτοί, ενός διεθνούς διαγωνισμού τραγουδιού, που στόχο είχε να προβάλλει το καλό ελαφρό και ποπ τραγούδι, και βεβαίως τη συμφιλίωση των λαών, αφού στις Ολυμπιάδες συμμετείχαν χώρες της Δύσης (ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία κ.λπ.), μαζί με τον «μισητό κομμουνισμό» (Ουγγαρία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία κ.λπ.), ο οποίος για τη χούντα αποτελούσε τον υπ’ αριθμόν 1 δημόσιο κίνδυνο, συμμετείχε η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Συρία και ο Λίβανος (που είχαν πολεμήσει μεταξύ τους στον πόλεμο των Έξι Ημερών), φυσικά η Τουρκία κ.ο.κ.
Ο καλλιτέχνης δεν έχει κανένα λόγο, από τη στιγμή που συμμετέχει σ’ έναν καλλιτεχνικό διαγωνισμό να λέει το μακρύ του και το κοντό του. Έχει χαθεί το μέτρο. Δεν μπορεί να κάνει πολιτική η Σάττι και η κάθε Σάττι. Άμα θες να πας κόντρα σ’ έναν καλλιτεχνικό διαγωνισμό τύπου Eurovision, επειδή συμμετέχει μια χώρα που δεν γουστάρεις, είτε δεν συμμετέχεις εσύ, είτε σαν χώρα μποϋκοτάρεις. Αυτό είναι μια τίμια δράση.
Από τη στιγμή όμως που λες ναι, αφήνεις τα χασμουρητά και τις ψευτομαγκιές στην άκρη, και κοιτάς μόνο το τραγούδι σου. Υπάρχουν άλλοι για να διαμαρτυρηθούν, να ασκήσουν πιέσεις, να αντιδράσουν κ.λπ. Εσύ είσαι εκεί για το φαν, για τη χαρά, το τραγούδι και τη συναδέλφωση. Αλλιώς αν δεν γουστάρεις δεν πας.
Τώρα προσέξτε όμως... πώς αλλάζουν τα πράματα.
Όταν διαβάζεις αυτό: >>«Όταν κάποιος εκπροσωπεί μια χώρα ακόμα και σε έναν μουσικό διαγωνισμό και ταξιδεύει με έξοδα του Έλληνα φορολογούμενου, πρέπει να προσέχει τη συμπεριφορά του, τη δημόσια εικόνα του και τη συμπεριφορά του γενικότερα», ήταν η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη για όλα αυτά.<< λες όπα... μπάστα.
Γιατί. το να βγαίνουν αυτοί οι τελεμέδες, οι πολιτικοί, και να λένε πως ενδιαφέρονται για τα λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου, όταν έχουν διαλύσει τη χώρα, όταν έκλεψαν το 25% του ΑΕΠ της, εν καιρώ ειρήνης, όταν διέλυσαν τα ασφαλιστικά ταμεία μας, που τα χτίσαμε με το υστέρημά μας, όταν καταδίκασαν ένα λαό να ψωνίζει από τις προσφορές ή να αγοράζει ό,τι χειρότερο ποιοτικά υπάρχει για να ζήσει, όταν διέλυσαν τα νοσοκομεία μας, τα σχολεία μας κ.λπ., μην αφήνοντας τίποτα όρθιο, τότε το χασμουρητό της Σάττι είναι πταίσμα.
Εγώ, αν ήμουνα Σάττι, θα έριχνα σε όλους αυτούς που επικαλούνται, με τέτοια αναίδεια, τα λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου πριν από το χασμουρητό μια κλανιά για απεριτίφ κι αμέσως μετά ένα χèσιμο, για τη χώνεψη.

13/5/2024
Roger Corman "The Trip" (1967). Ένα από τα πιο συγκλονιστικά κομμάτια, που γράφτηκαν ποτέ για ηλεκτρική κιθάρα. Electric Flag, Mike Bloomfield, Nick Gravenites, Barry Goldberg κ.λπ. Όποιος έχει δει την ταινία δεν μπορεί να έχει ξεχάσει τη σκηνή στο κλαμπ, λίγο μετά τη μέση, όταν ακούγεται αυτό το ανεπανάληπτο ψυχεδελικό κομμάτι...
https://www.youtube.com/watch?v=pLrcLRGRbYE

13/5/2023
Χθες έμαθα εδώ μέσα πως πέθανε ο αμερικανός σκηνοθέτης Roger Corman, στα 98 του – ο βασιλιάς των b-movies. Είδα διάφορα κείμενα σήμερα στα σάιτ, αλλά δεν είδα πουθενά να αναφέρεται ένα πολύ βασικό, για εμάς τους Έλληνες, πως ο Corman είχε γυρίσει ταινίες στην Ελλάδα – σίγουρα μία, αλλά μάλλον και δεύτερη. Λέω για το ψευδοϊστορικό “Atlas”, το 1960 (προβλήθηκε την επόμενη χρονιά), στο οποίο έπαιζαν ο Ανδρέας Φιλιππίδης (τον βλέπετε στη φωτό με το μούσι), ο Θεόδωρος Έξαρχος, η Μιράντα Κουνελάκη, ο Θεόδωρος Δημήτριεφ και άλλοι. Επίσης πίσω από τις κάμερες είχε ρόλο και ο πολύ γνωστός ποιητής αργότερα Τάσος Δενέγρης!
Εντάξει, εμείς που ακούμε ροκ ξέρουμε τον Corman από τα θρυλικά “The Trip”, “Gas!” κ.λπ. Φυσικά τον ξέρουμε και από τις ταινίες του τις βασισμένες στα διηγήματα του Poe και άλλα τινά. Αλλά ρε μάγκες μου, όταν γράφουμε στην Ελλάδα για τον Roger Corman, να λέμε πως ο άνθρωπος είχε έρθει και στην πατρίδα μας και γύρισε ταινίες – δεν είναι δα και επιλήψιμο.