Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

BLUES REVIVAL 53: WELLY TRICE (1908-1976) / RICH TRICE (1917-2000)

Τα αδέλφια Trice, o Welly και ο Rich –αυτά είναι τα ονόματα με τα οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη δισκογραφία, γιατί στην πορεία ο Welly έγινε Willie ή και Willy, ενώ ο RichRichard–, υπήρξαν ισχυροί κλώνοι της τέχνης τού Blind Boy Fuller, κατά την εποχή όπου διακρίθηκαν στην Ανατολική Ακτή, ανάμεσα στα χρόνια 1937-1948. Πληροφοριακώς να πούμε πως ό,τι κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν εκείνη την περίοδο συμπεριλήφθηκε δεκαετίες αργότερα (1987) στο LP-συλλογή της Document Carolina Blues (1936-1950)”.
Γενικώς, για τα αδέλφια Trice δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα βιογραφικά, ούτε γνωρίζουμε ποιος τους ανακάλυψε εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, με την πενιχρή δισκογραφία τους στα seventies να επιβεβαιώνει, πάντως, πως ήταν δύο άξιοι bluesmen, ώριμοι συνεχιστές του piedmont style.
Βασική δισκογραφία 
1. Three little kittens rag / One dime blues – Trix 4506 – 1972 (single του Willy Trice) 
2. Blue & Rag’d – Trix 3305 – 1974 (LP του Willie Trice)  
Υπάρχουν επίσης κάποια ανέκδοτα sessions στην Trix, στα οποία συμμετέχει και ο Richard Trice

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 102

23/6/2018
Ο ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Αναφορικά με τον Αρχίλοχο οι έρευνες των σοφών έχουν καταλήξει στο ότι σ’ αυτόν οφείλεται η εισαγωγή του λαϊκού τραγουδιού στη φιλολογία και σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλει τη μοναδική θέση, που του παραχώρησε, δίπλα στον Όμηρο, ο καθολικός σεβασμός των Ελλήνων.(…) Η εξαιρετική και αύξουσα διάδοση τού λαϊκού τραγουδιού ανάμεσα σε όλους τους λαούς σε πάντα καινουργότερες εκδηλώσεις, είναι για μας τεκμήριο τη δύναμης του διττού αυτού καλλιτεχνικού ενστίκτου (σ.σ. εννοεί το απολλώνιο και το διονυσιακό στοιχείο) – ενστίκτου που αφήνει τη σφραγίδα του στο λαϊκό τραγούδι, ακριβώς όπως και οι οργιστικές παρορμήσεις ενός λαού διαιωνίζονται παντοτεινά στη μουσική του. Ναι θα ’ταν ιστορικά δυνατό να αποδειχθεί πως κάθε εποχή, γόνιμη σε λαϊκά τραγούδια, κλυδωνίστηκε, επίσης στον ανώτερο βαθμό, από διονυσικαές αναταραχές κι ορμητικές εκδηλώσεις...(...)».
Κοινώς... για να το απλουστεύσουμε και να το εκχυδαΐσουμε λιγάκι… γι’ αυτό μας πηδάνε σήμερα οι απόγονοι του Νίτσε, γιατί στερούμαστε των οργιαστικών παρορμήσεων ενός γνήσιου λαϊκού τραγουδιού.
Το βιβλίο είναι φοβερό – ό,τι ωραιότερο έχω διαβάσει από Νίτσε. Το έχω χρόνια στη βιβλιοθήκη μου, στην έκδοση του Γκοβόστη από το 1985, αλλά χθες το βρήκα, μόλις μ’ ένα ευρώ και άκοπο(!), στις εκδόσεις Μαρή, από τον Απρίλιο του 1941, την εποχή δηλαδή όπου οι ΝΑΖΙδες έμπαιναν στην Αθήνα!!
Φυσικά, ούτε αυτή είναι η πρώτη έκδοση… 

21/6/2018 
Δεν ξέρω πώς αντιμετωπίζουν το μουντιάλ οι… εθνομηδενιστές και αν το θέαμα που παρουσιάζεται στα ρωσικά γήπεδα, γενικώς, τους αρέσει. Κανονικά θα έπρεπε να βγάζουν καντήλες, βλέποντας ακόμη «εθνικές». Το ξέρουν βέβαια και το ξέρουμε πως είμαστε σε μιαν εποχή όπου τα σύνορα καταλύονται – αν και στο ποδόσφαιρο έχουν καταλυθεί προ πολλού, από την αλήστου μνήμης «απόφαση Μπόσμαν», καθώς έχουν τεθεί οριστικά στο χρονοντούλαπο όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαχώριζαν το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο σε «αγγλικό», «ιταλικό», «γερμανικό», «ολλανδικό», «σουηδικό» κ.λπ., ενταφιάζοντας δια παντός καμινάδες, κατενάτσια, σιδερένιες πειθαρχίες, λεπτεπίλεπτες φινέτσες, την ορμή του βόρειου ξυλοκόπου… Παλεύει, βέβαια, ενάντια στην καταστροφική αλοιφή η Λατινική Αμερική (εκεί όπου το ποδόσφαιρο παραμένει ακόμη προνόμιο των μαζών) με πενιχρά όμως, κι εκείνη, αποτελέσματα.  
Παίκτες, που δεν παίζουν στα εθνικά πρωταθλήματά τους δεν απαρτίζουν εθνικές ομάδες, αλλά σκορποχώρια. Χωρίς τα «εθνικά» του χαρακτηριστικά, εκείνα με τα οποία εμείς οι κάπως παλιότεροι μεγαλώσαμε, το ποδόσφαιρο είναι πια ένα ακίνδυνο θέαμα, χωρίς αληθινές εκπλήξεις, ένα ομοιόμορφο κατασκεύασμα, που παίζεται παντού, όπου γης, με τον ίδιο τρόπο. Προπονημένος και… φαρμακωμένος να’σαι μόνο, ώστε να τρέχεις λες και σου έχουν βάλει νέφτι στον πισινό και τα 90 λεπτά ενός αγώνα (ου μην αλλά και τα 120) και είσαι ok. Δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο.  
Θυμάμαι το Μουντιάλ του ’82… τι συνέβαινε με τον Ιταλό Μπρούνο Κόντι. Έτρεχε σαν τρελός, πάνω-κάτω, 90 λεπτά, μασώντας και τα σίδερα. Δεν είχαμε ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε. Ήταν κάτι καινούριο. Λίγους μήνες αργότερα, βέβαια, μάθαμε το «γιατί»… Και έκτοτε το ξέρουμε.  
Όταν εκεί όπου βρίσκεται η μπάλα μπορεί να βρίσκονται ανά πάσα ώρα και στιγμή καμμιά δεκαριά ποδοσφαιριστές δεν υπάρχει ποδόσφαιρο – γιατί έχει χαθεί πια ο λεγόμενος «κενός χώρος». Άρα λοιπόν ή θα πρέπει οι ομάδες να παίζουν με έξι παίκτες ή θα πρέπει να διπλασιαστεί το γήπεδο. Και βεβαίως να σταματήσει πια αυτή η αηδία με τις «εθνικές» τύπου Γερμανία, Πολωνία, Ρωσία, Ισπανία κ.λπ. Μια χαρά είναι και οι... Coca-Cola, Pepsi, Nike και Adidas. Γιατί, και επί της ουσίας, οι παίκτες ανήκουν πια στους χορηγούς τους και αυτοί (οι χορηγοί) είναι εκείνοι που αγωνίζονται… 

19/6/2018
>>"Θα με αποκαλείς κύριο Πρόεδρο" - Ο εκνευρισμός του Μακρόν με μαθητή
Ο Γάλλος πρόεδρος δε δίστασε να βάλει στη θέση του τον νεαρό ακόμη και μπροστά στις κάμερες<<
Τελικά δεν είναι μόνο μεγάλος πολιτικός καραγκιόζης είναι και ανεπανόρθωτος κομπλέξας...

18/6/2018 
Το έψαχνα από μέρες, αλλά τώρα το βρήκα…
Είναι το περιοδικό «Μακεδονική Ζωή», που εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη ο Κλεόβουλος Τσούρκας, εκ των ιδρυτών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ). Τεύχος από τον Ιανουάριο του 1967.
Το περιοδικό λειτουργούσε (και) σαν ένα… διαφωτιστικό ανάχωμα έναντι του σκοπιανού αλυτρωτισμού, ο οποίος και στη δεκαετία του ’60 χτυπούσε κόκκινο. Περιείχε δε ιστορικά, λαογραφικά, πολιτιστικά και γενικότερα καλλιτεχνικά θέματα, που σχετίζονταν με τη Μακεδονία – μια εκλαϊκευμένη, θα την έλεγα, (περιοδική) έκδοση, που αντανακλούσε ως ένα βαθμό το ύφος των συγγραμμάτων της ΕΜΣ.
Μπορεί η «Μακεδονική Ζωή» να εξέφραζε σκληρές εθνικές θέσεις, μην αναγνωρίζοντας ουδεμία Μακεδονία πέραν της ελληνικής, όμως δεν ήταν αντικομμουνιστική, αφού αντιμετώπιζε τον σκοπιανό αλυτρωτισμό ως αγκάθι στις ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις (διαβάζουμε: «Εμπνεόμεθα από την πίστιν προς την φιλίαν, την στενωτάτην μάλιστα φιλίαν μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, αλλά πρέπει να κατανοηθεί από την γείτονα επικράτειαν η ανάγκη να χαλιναγωγηθή και να εκριζωθή η γελοία, η φαντασιόπληκτος ιμπεριαλιστική μεγαλομανία των ψωραλέων Δον Κιχώτων της Νοτιωτάτης επαρχίας της, η οποία ουδέποτε υπήρξε Μακεδονία…»).
Αυτή ήταν χοντρικά και η «εθνική γραμμή» εκείνα τα χρόνια (με την Ελλάδα να τείνει χείρα φιλίας προς τη Γιουγκοσλαβία, με τη συγκατάθεση και το σπρώξιμο του αμερικάνικου παράγοντα, που καλόβλεπε την ανυπαρξία σχέσεων ανάμεσα στον Τίτο και το Κρεμλίνο, ίνα προωθήσει τα δικά του συμφέροντα), μια «εθνική γραμμή» που είχε περάσει πάντως από συμπληγάδες. Το παρασκήνιο της επίσκεψης Τίτο στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούνιο του 1954, και ο ρόλος της ΕΜΣ (σ’ αυτή την επίσκεψη) είναι από τα γεγονότα που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της «εθνικής γραμμής» - από την οποία «γραμμή» δεν απουσίασαν τα εγκληματικά λάθη τής τότε Δεξιάς (βλ. Αβέρωφ), που ενεργούσε, ως γνωστόν, μέσα από την πλήρη συνεννόησή της με τους Αμερικάνους.

DINE DONEFF ή KOSTAS THEODOROU το “Rousilvo”, ένα έργο-κόσμημα της balkan-jazz, ξανά στις προθήκες

Το 2010 είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ «Ρουσίλβο» του κοντραμπασίστα (κυρίως) Κώστα Θεοδώρου. Επρόκειτο για μια περιορισμένη έκδοση [zen einai productions / ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ], την οποία διέθετε ο ίδιος ο Θεοδώρου σε συναυλίες, ενώ κάποια λίγα αντίτυπα είχαν τοποθετηθεί και σε ορισμένα δισκοπωλεία. Γενικώς, το άλμπουμ δεν είχε τη διανομή που θα του άξιζε. Πέρυσι, ο Κώστας Θεοδώρου ή Dine Doneff (όπως ακούγεται το ονοματεπώνυμό του στα σλαβομακεδονικά) ξανατύπωσε το «Ρουσίλβο» σε άλλη ετικέτα (neRED music), τυγχάνοντας μάλιστα της διανομής από την ECM. Έτσι, και για το αξιόλογο αυτό άλμπουμ, θα βρεθεί, έστω και μετά από 7-8 χρόνια, ένας τρόπος, ώστε να φθάσει σε πολύ περισσότερο κόσμο.
Το 2010 είχα γράψει λίγα λόγια για το «Ρουσίλβο» στο Jazz & Τζαζ και στο Δισκορυχείον και κάποια από ’κείνα τα λόγια ας τα επαναλάβω και τώρα με αφορμή τη νέα, ωραία έκδοση, που διαθέτει καινούριο cover και ένθετο.
Οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες της ελληνικής επικράτειας, που είναι Έλληνες, παρ’ όλη την περιθωριοποίηση και τις ποικίλες αντιξοότητες, έχουν την ιστορία τους και τη μουσική τους. Αυτή την ιστορία και αυτήν τη μουσική είχε στο νου του ο Κώστας Θεοδώρου (γεννημένος στην Πέλλα, γνωστός μας από τις προσωπικές του δουλειές, από τη συμμετοχή στους Primavera en Salonico κ.ά.), καθώς αποφάσιζε να συνθέσει τη δική του βαλκανική ελεγεία, που ακούει στο όνομα Ρουσίλβο (το όνομα του χωριού του στη γλώσσα των σλαβόφωνων Μακεδόνων, που πλέον έχει ερημώσει). Αξίζει να αντιγράψω λίγες λεπτομέρειες, που είναι τυπωμένες στο booklet:
Το Ρουσίλβο, για το οποίο η πρώτη ιστορική καταγραφή άγεται στον 15ον αιώνα, βρίσκεται 24 km δυτικά της Έδεσσας και σήμερα λέγεται Ξανθόγεια. Με το τέλος του Εμφυλίου οι περισσότερες γυναίκες του χωριού έμειναν μόνες εφ’ όρου ζωής μια και οι άντρες τους σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν. Από το 1986 έπαψε να κατοικείται κατόπιν μακρόχρονου κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο Θεοδώρου μεγαλωμένος, προφανώς, σ’ έναν ιστορικό αλλά βεβαρημένο τόπο, εκεί όπου το επίσημο ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε για δεκαετίες του σλαβόφωνους Έλληνες πολίτες ως τρίτης διαλογής και ουσιαστικώς ανύπαρκτους, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα έργο κόσμημα, στο μάλλον περατωμένο, από αισθητικής πλευράς, τοπίο τής balkan jazz.
Πού έγκειται η επιτυχία του Θεοδώρου; Βεβαίως στις συνθέσεις του «Ρουσίλβο», αλλά, κυρίως, στη φαεινή του ιδέα να στάξει στο έργο του εξαιρετικής στόχευσης γυναικεία φωνητικά (η Σλάβα Πόπφα Ευδοξία Γεωργίου σε τέσσερα κομμάτια, η Λιζέτα Καλημέρη σε δύο, η Μάρθα Μαυροειδή σε δύο). Από ’κει και κάτω οι συνθέσεις που έχουν, ακόμη και όταν δεν το επιδιώκουν, τον χαρακτήρα του ρέκβιεμ, δονούνται από τα αγέρωχα παιξίματα των καλών μουσικών (Τάκης Φαραζής πιάνο, ακορντεόν, Δήμος Δημητριάδης φλάουτα, σαξόφωνο, Αντώνης Αντωνίου τρομπόνι, Κυριάκος Ταπάκης ούτι, μαντόλα, Παντελής Στόικος τρομπέτα, Κώστας Αναστασιάδης τύμπανα, Κώστας Θεοδώρου κοντραμπάσο, κιθάρα, tabla, φωνή, πιάνο), αλλά κυρίως από την αποφασιστικότητα του Θεοδώρου, να δηλώσει υπερήφανος για τον τόπο του, σπέρνοντας, προσέτι, στα συνθέματά του ατόφιους τους ήχους των ανθρώπων και της φύσης. Εξαιρετικό άλμπουμ.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ – ΝΙΚΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ συνέχεια…

>>Μια φορά τολμήσαμε να περάσουμε το κατώφλι της Lyra επειδή εκείνη την περίοδο έτρεχε τα πράγματα ο Σαββόπουλος που εκτιμούσα τότε πολύ. Δεν σου κρύβω πως γεύτηκα μια απογοήτευση γιατί είχα πολύ καλή γνώμη για τη μουσική και τους στίχους του. Του είχαμε στείλει τον ολοκληρωμένο δίσκο και μας είπε τότε πως «ο ήχος, μου φαίνεται ξένος για την Ελλάδα και πρέπει να μάθετε να ακούτε τον ήχο του περιπτερά» και φυσικά του απαντήσαμε «πως το μόνο που δεν θέλουμε να ακούσουμε και κυρίως να παίξουμε είναι ο ήχος του περιπτερά». Όχι πως είχαμε κάποιο θέμα με τους περιπτεράδες αλλά καταλαβαίνεις τι εννοούσε. Κάτι πιο εύπεπτο που να αφορά πολύ κόσμο. Ήταν μεγάλη απογοήτευση να ακούς κάτι τέτοιο από έναν άνθρωπο που είχε υποτίθεται ιδιαίτερη άποψη για τα πράγματα, να μην είναι σε θέση να ακούσει κάτι διαφορετικό. Είπαμε ευχαριστούμε και φύγαμε τρέχοντας. Πλήρης απομυθοποίηση.<<
Από συνέντευξη του Νίκου Αγγελή (Χωρίς Περιδέραιο) πριν 3 1/2 χρόνια στο popaganda.gr.
O Σαββόπουλος, που είχε ρόλο στα μέσα των eighties στη Lyra, ξεχρέωνε τη δική του απόρριψη από τον Πατσιφά. Πρακτικά, αν δεν ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης να τον στηρίξει, το 1964-65, ο Σαββόπουλος θα είχε χαθεί από την πιάτσα και μάλλον σήμερα δεν θα τον γνώριζε κανένας, καθότι δεν θα μπορούσε ούτε σε private να κυκλοφορήσει το «Φορτηγό» του («Μα Νίκο μου, πού πας και τους μαζεύεις όλους αυτούς; Ο τύπος είναι απαράδεκτος!» – ήταν η γνώμη του Πατσιφά, στον Μαμαγκάκη, για το Σαββόπουλο, όπως την διαβάζουμε στην αυτοβιογραφία του κρητικού συνθέτη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγκυρα το 2006). Ο Μαμαγκάκης, φυσικά, επέμεινε...
Δυστυχώς, για τους Χωρίς Περιδέραιο και το Νίκο Αγγελή δεν υπήρξε κανένας «Μαμαγκάκης» για να μεσολαβήσει στον Kυριάκο Μαραβέλια, το τότε αφεντικό της Lyra (γιατί το 1985 ο Πατσιφάς ήταν πεθαμένος), παρακάμπτοντας το Σαββόπουλο. Και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια μπορεί να ήταν η πορεία του γκρουπ και του Αγγελή από κει κάτω, αν η Lyra έδινε το ok και στήριζε, το τότε «καινούριο», που έφερναν οι «48 σιωπές» και η «Έγχρωμη γρίππη».
Έτσι, όμως, γράφεται η ιστορία. Με αποδοχές και με απορρίψεις…

TONBRUKET μια κορυφαία σύγχρονη μπάντα, που αλωνίζει ανάμεσα στην jazz και το rock με ψυχεδελικό τρόπο

Το πέμπτο άλμπουμ των Tonbruket λέγεται Live Salvation [ACT Music + Vision / AN Music, 2018] είναι πρώτης τάξεως, δηλαδή κλάσεως, είναι live και είναι ηχογραφημένο στο Bix Jazzclub της Στουτγκάρδης, την 17/11/2016. Λέμε φυσικά για το γκρουπ των Dan Berglund κοντραμπάσο, Johan Lindström κιθάρα, pedal steel, Martin Hederos πιάνο, σύνθια, βιολί και Andreas Werliin ντραμς. Τέσσερις μουσικοί, ο καθένας με τη δική του ιστορία –να υπενθυμίσω πως ο Berglund είναι από τους e.s.t. και ο Hederos από την Fire! Orchestra του Mats Gustafsson–, που ως Tonbruket έχουν για αποστολή τους την εξερεύνηση τοπίων πέραν της jazz και του rock ή έστω ενός… ψυχεδελικού συνδυασμού τους.
Χοντρικά, πρόκειται για κορυφαία μπάντα, με τέσσερα άλμπουμ… το ένα καλύτερο από το άλλο, με πασιφανείς αναφορές στους πρώιμους Floyds, η οποία, τώρα, στο ηχογραφημένο live της, αποδεικνύει το πόσο ουσιαστική μπορεί να αποδειχθεί και για το πάλκο – εκεί όπου καταφέρνει να μεταφέρει όλα τα space vibes των στούντιο δουλειών της, μαζί με τις αυτοσχεδιαστικές επεκτάσεις τους που την κάνουν τόσο ξεχωριστή.
Και τα οκτώ κομμάτια που ακούγονται στο “Live Salvation” είναι γνωστά από τα στούντιο CD των Tonbruket. Πιο συγκεκριμένα από το “Dig It to the End” του 2011 προέρχονται τα “Dig it to the end”, “Gripe”, “Balloons” και “Vinegar heart”, από το “Nubium Swimtrip” του 2013 το “Nightmusic” και από το “Forevergreens” του 2016 τα “Sinkadus”, “Polka oblivion” και “The missing”. Παρ’ όλα αυτά τα κομμάτια, εδώ, δεν είναι «ίδια». Ούτε στις διάρκειες, ούτε στο πώς ηχούν. Μάλιστα, γενικώς, θα τα χαρακτήριζα ακόμη πιο «χαμένα», οδηγημένα σε… ιστορικές space ατραπούς, ενσωματώνοντας όλο το rock και την jazz της κλασικής εποχής. Ή για να το πω κάπως αλλιώς… την jazz, με τον τρόπο όμως που την έπαιζαν τα rock συγκροτήματα των late 60s-early 70s. Υπάρχουν στιγμές, φάσεις, όπου οι Tonbruket πραγματικά μεγαλουργούν, ιδίως στο 12λεπτο “Nightmusic” και στο 14λεπτο “Vinegar heart” – μ’ αυτό το τελευταίο να μετατρέπεται σ’ ένα space-fusion παρανάλωμα, ικανό να στείλει την «Όσμωση» των Annexus Quam στα αζήτητα! 
Όχι, δεν υπερβάλλω.