Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΣΤΕΚΙΑ ΤΗΣ JAZZ κριτική στην τηλεοπτική εκπομπή

Η τηλεοπτική σειρά «Τα Στέκια», που είχε ξεκινήσει στην αλήστου μνήμης ΝΕΡΙΤ, τον Μάιο του 2014 από τον αείμνηστο Νίκο Τριανταφυλλίδη, συνεχίζεται και τώρα (στην ΕΡΤ2 πια). Η σειρά έχει απασχολήσει στο παρελθόν το δισκορυχείον, βασικά για θέματα («στέκια») που άπτονταν και της μουσικής… κι έτσι μπορώ να υπενθυμίσω τι είχαμε γράψει για τα «δισκάδικα» τον Φλεβάρη του 2015, τι για την «εισβολή του rock nroll» τον Σεπτέμβριο του 2014 και τι για την «παράγκα του Σίμου» τον Ιούλιο του 2014. Τα σχετικά links είναι εδώ:
Τώρα επανερχόμαστε, προκειμένου να πούμε λίγα λόγια για το επεισόδιο «Τα Στέκια της Jazz», που προβλήθηκε την Κυριακή 23 Ιουνίου (πάντα στην ΕΡΤ2).
Κατ’ αρχάς ένας πρώτος, γενικός, προβληματισμός έχει να κάνει με το τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «στέκι». Πώς ορίζεται σε πρώτη φάση, αλλά και δευτερευόντως. Στέκι λοιπόν είναι ο χώρος στον οποίο μαζεύεται μια παρέα, συνήθως χωρίς προσυνεννοήσεις (στο στέκι πας, γνωρίζοντας εξ αρχής πως κάποιον θα βρεις εκεί), ενώ σ’ ένα δεύτερο πλάνο υπονοείται (έτσι νομίζω) πως στο στέκι θα πας ακόμη και άφραγκος ή έστω με λίγα ψιλά στην τσέπη. Στέκι, στο οποίο, για να μπεις, θα πρέπει να χαλάσεις, ξέρω ’γω, ένα πενηντάρι δεν είναι και τόσο «στέκι» (έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι). Βεβαίως, στέκια έχουν και οι φραγκάτοι και οι διάφορες «μασονίες» (η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ π.χ. στέκι δεν είναι;), αλλά δεν νομίζω πως έχουν κάτι τέτοιο στο νου τους οι άνθρωποι τής… Λαϊκά Productions.
Στέκι είναι το προπατζίδικο βεβαίως (και όχι προποτζίδικο), επειδή μπορείς και να κάτσεις ακόμη και τζάμπα, διαβάζοντας τις αθλητικές εφημερίδες, στέκι είναι ένα καφενείο στο οποίο επίσης μπορείς να κάτσεις τζάμπα σ’ ένα φιλικό τραπέζι και να βλέπεις τους άλλους να παίζουν χαρτιά ή τάβλι, στέκι είναι το παλιό δισκάδικο (δεν ξέρω για τα νέα…), στο οποίο επίσης μπορείς να παραμένεις (με μεγαλύτερη άνεση αν ξέρεις τον καταστηματάρχη), ψάχνοντας δίσκους και συζητώντας, ενώ στέκι δεν μπορεί να είναι ένα σημερινό τζαζ κλαμπ, σώνει και καλά, στο οποίο μπορεί να θέλεις κι ένα 20άρι, ας πούμε, για να δεις ένα ξένο σχήμα.
Στέκι ήταν το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα, στο δεύτερη μισό του ’70 και στις αρχές του ’80 (δεν το είχα επισκεφθεί ποτέ – δεν πρόλαβα), επειδή έχω ακούσει από θαμώνες του πως θα μπορούσες να πας σε αυτό ακόμη και άψιλος, για να βρεις άλλους… τζαζοπαθείς και να συζητήσεις για μουσική κ.λπ., ενώ δεν ξέρω (προσωπικώς αμφιβάλλω σφόδρα δηλαδή) αν λειτούργησε ποτέ ως στέκι το Half Note (ένα club, που έπαιξε και ρόλο meeting point μιας κάποιας high society, που ανακάτεψε, στα θλιβερά nineties, την jazz με το glossy και το «δήθεν»). Αυτά τα παραπάνω τα θέτω και ως προβληματισμό, για την ομάδα παραγωγής, καθώς «στέκι» δεν μπορεί να είναι ο κάθε χώρος (έτσι απερίσκεπτα), επειδή έλαχε εκεί να συναθροίζονται κάποιοι άνθρωποι. Πρέπει να μπαίνουν φίλτρα. Διαφόρων ειδών φίλτρα.
Λοιπόν για τα «Στέκια της Jazz» εγώ είχα από την αρχή πολύ χαμηλές προσδοκίες (κι όταν λέω από την αρχή εννοώ από τον Μάρτιο, όταν πληροφορήθηκα για το γύρισμα του επεισοδίου), οι οποίες (χαμηλές) προσδοκίες όχι απλώς επαληθεύτηκαν, αλλά πήγαν και πιο κάτω. Η εκπομπή, εννοώ, ήταν κατώτερη και από το ήδη χαμηλό δικό μου αναμενόμενο.
Για μένα είναι στρατηγικό λάθος το ότι δεν αφιερώθηκε μια εκπομπή, μια ολόκληρη εκπομπή, στο Jazz Club του Μπαράκου. Το μόνο πολύ σημαντικό τζαζ στέκι, που υπήρξε ποτέ στη χώρα. Θα μου πεις, τώρα, πως αν δεν χώσεις ανάμεσα και τα «καινούρια πράματα» και μείνεις μόνο στις... παλιατζούρες, περιορίζεις τη δυνητική τηλεθέαση της εκπομπής σου. Ναι, εντάξει, αλλά κάτι τέτοιο έχει να κάνει μόνο με τον έμπορο και τον διαφημιστή, και όχι με τον ερευνητή και τον καλλιτέχνη. Όταν ο Νίκος Τριανταφυλλίδης είχε κάνει εκπομπή για την Παράγκα του Σίμου, μια ιστορία τότε (το 2014) 60 χρόνων παλαιά, δεν έχωσε ανάμεσα και διάφορα trendy του σωρού, για να γίνει πιο κατανοητός και στους νεότερους. Έκανε μια εκπομπή με ιστορικό θέμα (για ένα ιστορικό στέκι) κι έμεινε εκεί.
Λάθος λοιπόν αυτό. Και λάθος, περαιτέρω, επειδή δεν έγινε ουδεμία αναφορά σε διάφορα άλλα τζαζ στέκια, που προϋπήρξαν του Μπαράκου (όσον αφορά στην τζαζ πάντα). Αναφέρομαι στην Ρυθμική Λέσχη (έτος ίδρυσης 1946), στο Jazz Club των Αθηνών, που λειτουργούσε στο εντευκτήριο της ΕλληνοΑμερικανικής Ένωσης, στην Ηρώδου Αττικού 25, ήδη από τα τέλη του ’50 και γιατί όχι και στο κορυφαίο jazz club των sixties, το Galaxie του Hilton (που δεν ήταν για όλους, ok – αλλά ούτε και η jazz ήταν τότε για όλους), που φιλοξένησε επί σειρά ετών τη μεγαλύτερη και πιο αδικημένη, εν Ελλάδι, τζαζ μορφή, τον πιανίστα Μανώλη Μικέλη (να ένας καλλιτέχνης που θα άξιζε να γίνει ταινία). Δεν γίνεται να αγνοείς την ιστορία, και να εμφανίζεις πως όλα ξεκίνησαν από το κλαμπ του Μπαράκου. Είσαι και μισός και λάθος.
Από ’κει και κάτω ακούστηκαν διάφορα στην εκπομπή – σοβαρά και μη σοβαρά.
Κάτι που είπε ο παλαιός συνάδελφος στο Jazz & Τζαζ Κορνήλιος Διαμαντόπουλος ήταν μη σοβαρό, κι εγώ προσωπικώς θα το έκοβα (αν είχα τη δυνατότητα να το κάνω). Δεν μπορεί να λέγεται ούτε σαν ευφυολόγημα πως… στο ροκ ο μουσικός παίζει τρία ακόρντα και τον χειροκροτούν τρεις χιλιάδες, ενώ στην τζαζ ο μουσικός, ο κιθαρίστας, παίζει τρεις χιλιάδες ακόρντα και τον χειροκροτούν τρεις (κάπως έτσι διατυπώθηκε). Αυτές είναι βλακείες, που δεν έχουν νόημα να ρίπτονται τηλε-δημοσίως, παρά μόνο σε… στέκια – όταν, μάλιστα δεν ακούγεται αντίλογος ή δεν θίγονται άλλα σοβαρά θέματα.
Λοιπόν, είναι μεγάλη αρλούμπα το να συγκρίνεις τους Rolling Stones με τον John Coltrane ή έστω με τον Wes Montgomery για παράδειγμα, αποφαινόμενος εμμέσως πλην σαφώς πως ο Coltrane ή ο Montgomery είναι πιο σημαντικός από τους Stones. Οι μουσικές δεν κρίνονται μόνον αισθητικά, κρίνονται κυρίως κοινωνικά. Πόσο επηρεάζουν προς μια συγκεκριμένη, προοδευτική εγώ θα πω, κατεύθυνση ή όχι. Το κοινωνικό αντίκρισμα του ροκ, για να το πω ξεκάθαρα, δεν τον απέκτησε ποτέ η τζαζ – ακόμη και όταν έβαλε νερό στο κρασί της (η τζαζ), μετατρεπόμενη σε τζαζ-ροκ κ.λπ. στα τέλη του ’60 (ώστε να κλέψει λίγη από τη δόξα και την αξία του ροκ). Γι’ αυτό θα πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, όταν έχουμε δημόσιο βήμα, γιατί μας ακούνε και νεότεροι ενδεχομένως, που δεν καταλαβαίνουν και πολλά και παίρνουν τοις μετρητοίς κάθε μπαρούφα που πετάγεται (κρυμμένη πίσω από ψευτο-εντυπωσιακά τσιτάτα).
Πέραν αυτών τι άλλο να πούμε;
Πως το Jazz Club του Μπαράκου δεν άνοιξε τον Οκτώβριο του ’74, όπως ακούσαμε στην εκπομπή (Ιλάν), αλλά στις αρχές Δεκεμβρίου του ’74 (από συνέντευξη του Μπαράκου στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, Δεκέμβριος ’90) και δεν έκλεισε δέκα χρόνια μετά, το 1984 δηλαδή, αλλά τον Νοέμβριο του 1983. Έμεινε ανοιχτό δηλαδή εννέα χρόνια.
Επίσης κάπου άκουσα τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη να λέει πως μετά τα μέσα του ’70 κυριαρχεί το πανκ! Το να μιλάμε για την Ελλάδα του δεύτερου μισού των seventies και να  λέμε για… κυριαρχία του πανκ είναι αστείο. Για το τι κυριαρχούσε στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό του ’70 λέω να ρωτήσουμε καλύτερα όσους ακούγανε Φλωρινιώτη και Amanda Lear και όχι όσους ακούγανε… πανκ ή και πανγκ.
Τέλος πάντων… δεν θέλω να γράψω άλλα – γιατί έχω κι άλλα να γράψω, αλλά δεν έχει πολύ νόημα.
Η τηλεόραση θα δουλεύει με τον δικό της τρόπο, αυτόν τον… τηλεοπτικό (της βασιλείας του «περίπου») που ξέρουμε όλοι, κι εμείς με τον δικό μας. Ο δε τηλεθεατής, ο αναγνώστης κ.λπ. οφείλει πάντα να αναζητά την αλήθεια (αν ενδιαφέρεται), το τι πραγματικά συνέβη, το ντοκουμέντο, και να σκέφτεται επί αυτών που ακούει-βλέπει ή διαβάζει, αμφισβητώντας συνεχώς, δίχως να φαντασιώνεται. Το ίδιο, φυσικά, οφείλουν να κάνουν κι εκείνοι που βρίσκονται από την άλλη μεριά, κι έχουν την ευθύνη τέτοιων προγραμμάτων.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ νέο blues άλμπουμ, αλλά μόνο digital

Δεν θυμάμαι αν το έχω ξαναγράψει, αλλά το λέω οπωσδήποτε, κατ’ ιδίαν, σε καλλιτέχνες, που μου στέλνουν τις δουλειές τους σε digital για να τις ακούσω, και περαιτέρω για να γράψω στο δισκορυχείον τα σχετικά. Τους λέω πως δεν προλαβαίνω να ασχολούμαι με τα «ψηφιακά» από τη στιγμή που υπάρχουν πολλές φυσικές μορφές στην άκρη (LP, CD), οι οποίες έχουν βεβαίως προτεραιότητα. Ακούω, εννοείται, ό,τι λαμβάνω (και τα digital), αλλά γράφω και κοινοποιώ γνώμες μόνο για τις φυσικές μορφές. Δεν έχω συνεργάτες στο δισκορυχείον, για να μοιράζω τη δουλειά, ούτε μπορώ, φυσικά, να γράφω από το πρωί μέχρι το βράδυ για δίσκους. Αυτός λοιπόν είναι ο κανόνας. Όμως, μέσα στα χρόνια, έχουν γίνει κάποιες εξαιρέσεις (για να έχει νόημα και ο κανόνας) και μία απ’ αυτές τις εξαιρέσεις είναι και η τωρινή. Λέμε, λοιπόν, για την κυκλοφορία στο bandcamp (μόνο digital προς το παρόν) του νέου άλμπουμ του Παύλου Καραπιπέρη (Paul Karapiperis), που έχει τίτλο Acoustic & Electric Growls. Το άλμπουμ ανέβηκε την 17η Μαΐου 2019 (άρα έχουμε να κάνουμε με μια πολύ πρόσφατη κυκλοφορία) και περιλαμβάνει 17 tracks, με συνολική διάρκεια περί τα 90 λεπτά! Άρα λέμε για ένα (ενδεχόμενο) άνετο 2CD ή ένα 2LP τελείως φισκαρισμένο και πυκνογραμμένο.
Ο Παύλος Καραπιπέρης είναι βεβαίως ο τραγουδιστής, αρμονικίστας κ.λπ. των Small Blues Trap, με το “Acoustic & Electric Growls” να αποτελεί το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ του, μετά τα “Fifteen Raindrops In An Ocean of Blues Tales” (2009), “Somethin' Like Blues or Haunted Ballads” (2012) και “One Sin In Seven Parts” (2014). Φυσικά, και εδώ, το blues είναι και παραμένει η βάση, όμως στην πράξη εκείνο που ακούμε στο “Acoustic & Electric Growls”είναι ένα ψυχεδελικού τύπου blues rock, με αναφορές στους Groundhogs θα έλεγα (ένα απολύτως σεβαστό βρετανικό συγκρότημα, που επιχείρησε να ανατρέψει τις blues φόρμες στα late sixties-early seventies, πράγμα το οποίον και κατάφερε – και αναφέρομαι στα LP τους “Split” και “Who will Save the World? The Mighty Groundhogs” βασικά). Επίσης θέλω να πω και για κάποια άλλα βρετανικά συγκροτήματα, που φέρνουν στη μνήμη μου τα τραγούδια του Καραπιπέρη, όπως ας πούμε τους Sam Apple Pie (εκείνο το φοβερό πρώτο LP τους από το 1969), χωρίς να μένουν πίσω οι πιο κλασικές αναφορές σε καλλιτέχνες όπως ο Captain Beefheart ας πούμε.
Όλα αυτά όμως είναι απλώς λόγια, γιατί τα έργα, τα τραγούδια του Καραπιπέρη εννοώ, έχουν τις δικές τους ποιότητες, τις δικές τους διαστάσεις… στοιχειωτικού πάθους, που αναδεικνύονται (οι διαστάσεις) και μέσα από τη φωνή και τις ερμηνείες του, όπως και μέσα από τα παιξίματα – τόσο τα δικά του όσο και όλων των υπολοίπων guests.
Στο άλμπουμ συμβάλλουν λοιπόν οι Βασίλης Αθανασιάδης κιθάρα, Μανώλης Αγγελάκης φωνή, Πάνος Μπατικούδης κιθάρα, Νικόλας Ψαρράς κλαρινέτο, Ηλίας Λίντζος ντραμς, κρουστά, Παναγιώτης Δάρας κιθάρα, Λευτέρης Μπέσιος μπάσο και Νίκος Κωνσταντίνου ντραμς, με τον Παύλο Καραπιπέρη να τραγουδά και να παίζει φυσαρμόνικα, κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, κρουστά, τζουρά και μπαγλαμά.
Το άλμπουμ είναι με λίγα λόγια εξαιρετικό, άριστο θα το έλεγα, και αξίζει να βγει έτσι όπως ηχογραφήθηκε (είτε σε CD είτε σε βινύλιο), χωρίς εκπτώσεις. 
Εμπρός λοιπόν… και όποιοι πιστοί ας ενδιαφερθούν.

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019

ΣΟΦΙΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ – ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΕΤΕΝΤΖΟΓΛΟΥ πεταλούδα

Το άλμπουμ Butterfly, που υπογράφουν η Σοφία Λαμπροπούλου (Sofia Labropoulou) κανονάκι και ο κλασικός κιθαρίστας Βασίλης Κετεντζόγλου (Vassilis Ketentzoglou), μας έρχεται από την Αμερική, καθώς είναι έκδοση της Odradek Records (που έχει την έδρα της στην πόλη Lawrence του Kansas). Σε ελληνικά άλμπουμ της Odradek έχουμε αναφερθεί και στο παρελθόν (Απρίλιος 2018), όταν είχαμε γράψει για τα δύο CD της πιανίστριας Ερατούς Αλακιοζίδου, οπότε τώρα, με το άλμπουμ των Λαμπροπούλου-Κετεντζόγλου, επανερχόμαστε στην αμερικανική εταιρεία, που επεκτείνει το ελληνικό τμήμα στον κατάλογό της με μιαν ακόμη εγγραφή.
Στο τρίγλωσσο ένθετο του CD (αγγλικά, ελληνικά, γαλλικά) υπάρχουν επαρκή βιογραφικά στοιχεία για τους δύο οργανοπαίκτες και από ’κει μαθαίνουμε πως η Λαμπροπούλου έχει συνεργαστεί στη σκηνή με καλλιτέχνες όπως οι John Psathas, Márta Sebestyén, Kalman Balogh, Ballaké Sissoko, Efrén López κ.ά., ενώ και ο Κετεντζόγλου έχει βρεθεί δίπλα στους Γιώργο Νταλάρα, Νίκο Ξυδάκη, Ελευθερία Αρβανιτάκη κ.ά. Δύο μουσικοί λοιπόν με ορατή παρουσία στα πάλκα και τις ηχογραφήσεις συνεργάζονται εδώ για πρώτη φορά δισκογραφικώς, σ’ ένα άλμπουμ, το “Butterfly”, που περιλαμβάνει εννέα δικές τους συνθέσεις (τέσσερις του Κετεντζόγλου, τέσσερις της Λαμπροπούλου και μία κοινή), όπως και μία version στον «Τσακιτζή».
Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε –και κυριαρχεί στο άκουσμα– είναι πως στο “Butterfly” ό,τι ακούγεται προέρχεται από ένα κανονάκι και μία κλασική κιθάρα. Δεν υπάρχουν guests που να συνδράμουν, οι δύο παίκτες δεν χειρίζονται άλλα όργανα, ενώ και η στουντιακή διαχείριση-επεξεργασία είναι αυτή που πρέπει να είναι, δίχως να αλλοιώνεται η επικοινωνία των δύο. Αυτή η «αυστηρότητα» στην ηχογράφηση, που συνέβη στο Lizard Sound στούντιο, στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του ’17, είναι από τα πιο σημαντικά, που πρέπει να αναγνωρισθούν – κάτι που προφανώς οφείλεται στις ίδιες τις απόψεις της Λαμπροπούλου και του Κετεντζόγλου, που, ως εξπέρ των οργάνων τους, γνωρίζουν τις δυνατότητές τους και την πληρότητα, φυσικά, που δύναται να επιφέρει η συνύπαρξή τους.
Από ’κει και πέρα για τα κομμάτια ένα-ένα ειδικώς δεν έχω να πω κάτι, γιατί τα γράφουν οι ίδιοι οι μουσικοί στο επιμελημένο ένθετο. Ένα μόνο θα σημειώσω. Το γεγονός πως εδώ καταγράφονται και ακούγονται… μαγικές συνθέσεις, σαν τις “Bolero”, “Mavra poulia” και “Arlin”, δίχως κάποια από τις υπόλοιπες να ξεφεύγει απ’ αυτό το κλίμα, που με τόση πίστη και πείσμα οικοδομούν οι δύο μουσικοί.
Επίσης να πω πως το κατανυκτικό άκουσμα με οδήγησε να ανακαλέσω στη μνήμη μου μερικά εξωπραγματικά άλμπουμ από το παρελθόν, όπως το “Kulanjan” (1999) των Taj Mahal / Toumani Diabate και το “Ocean Blues” (2000) των Djeli Moussa Diawara & Bob Brozman.
Μπορεί να λέω μεγάλη κουβέντα τώρα, αλλά έτσι είναι.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 172

21/6/2019
>>Εργάζομαι συχνά, με ευχαρίστηση, όλα αυτά τα χρόνια, 15 ώρες τη μέρα.(…) Εργάζομαι τις Κυριακές, όπως όλοι οι συνάδελφοί μου.<<
[Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης]
Το να λες στους άλλους πόσο δουλεύεις είναι υπερφίαλο. Βασικά γιατί νομίζεις πως μόνο εσύ δουλεύεις, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ξύνονται. Και το ότι δουλεύει ένας αυτοαπασχολούμενος (ακόμη και αν είναι ηθοποιός) τις Κυριακές δεν σημαίνει απολύτως τίποτα – καθότι (ο αυτοαπασχολούμενος) μπορεί να δουλεύει και Πάσχα και Χριστούγεννα και τρεις και πέντε η ώρα το πρωί, οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου.
Κάθε φιλελές, όμως, είναι η προσωποποίηση του μόχθου, ενώ εμείς, τα παιδιά του λαού, ως γνωστόν κωλοβαράμε…

21/6/2019
Αυτό που συμβαίνει στην Αχαΐα, σ’ αυτές τις εκλογές, δεν πρέπει να έχει ξαναγίνει.
Κατεβαίνουν στην ίδιο νομό, ως επικεφαλής των ψηφοδελτίων τους, ο Τσίπρας (Σύριζα), ο Μητσοτάκης (ΝΔ) και ο Γιωργάκης Παπανδρέου (Κινάλ). Και καλά ο Γιωργάκης δικαιολογείται (λόγω παππού, πατέρα κ.λπ.). Άιντε να δικαιολογήσουμε και τον Τσίπρα, σαν κληρονόμο της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης» (το ακούνε αυτό κάποιοι λίγοι Πασόκοι, απ’ αυτούς που έχουν απομείνει στο Πασόκ, και τρελαίνονται), αλλά αυτός ο Μητσοτάκης τώρα τι θέλει να παραστήσει; Ότι δεν μασάει, ότι δεν φοβάται να εκτεθεί σ’ έναν, από πάππου προς πάππον, «δημοκρατικό» νομό και ότι δεν κωλώνει να μπει στο μάτι των Αχαιών;
Για μένα αυτή η κίνηση του Μητσοτάκη είναι αήθης, δείχνει μιαν εκδικητικότητα κι ένα κάποιο κόμπλεξ, ενώ δεν τηρεί και το φερ-πλέι (εμένα θα μου φαινόταν π.χ. το ίδιο άηθες να έβαζε ο Τσίπρας υποψηφιότητα στις καραμανλικές Σέρρες ή στα μητσοτακικά Χανιά) και γι’ αυτόν ακριβώς τον επιπλέον-λόγο οι Αχαιοί θα πρέπει να τον μαυρίσουν ακόμη περισσότερο… 

21/6/2019
Μόνο 2 λεπτά για ένα από τα πιο αριστουργηματικά ποπ τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ. Λόγια, μελωδία, τα πάντα. Συγκλονιστικοί Bee Gees...

19/6/2019
Προσωπικά δεν βλέπω πλέον τηλεόραση, ούτε σίριαλ στην τηλεόραση. Δεν μ’ ενδιαφέρουν καθόλου, γιατί δεν έχω χρόνο. Αν μένει χρόνος για να δω «έργα» προτιμώ να δω κάτι παλιό, που το έχω ξαναδεί (επειδή μ’ ενδιαφέρει να ανακαλύπτω λεπτομέρειες, που μου διέφυγαν κάποτε) ή να συμπληρώσω κενά με ταινίες, που θεωρώ ότι έπρεπε να τις είχα δει, την εποχή που έβλεπα συνεχώς ταινίες (σε τιβί, βίντεο και αίθουσες) και για κάποιο λόγο αμέλησα ή τις έχασα. Το ξέρω ότι χάνω και πράγματα καλά που βγαίνουν σήμερα, αλλά δεν με νοιάζει. Η ζωή είναι λίγη και δεν γίνεται να σπαταλάμε όλη τη μέρα μας μπροστά στις οθόνες. Κάνουμε επιλογές. Κι εμένα οι επιλογές μου δεν εξαρτώνται καθόλου από το Netflix.
Είδα πρόσφατα μια ταινία που την είχα δει, για πρώτη φορά, πριν 30+ χρόνια στην τιβί. Το Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού, μια τσεχοσλοβάκικη ταινία του 1965 (σκηνοθεσία Ján Kadár / Elmar Klos), που είχε βραβευθεί μάλιστα με Όσκαρ (ξενόγλωσσης) εκείνη τη χρονιά.
Πώς κατάφερναν οι άνθρωποι να κινηματογραφούν τόσο καθημερινές ιστορίες, περνώντας πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα, είναι απορίας άξιον. Έχει χαθεί η απλότητα και μαζί της η αγνότητα της πρώτης ματιάς. Όλα έχουν γίνει σύνθετα, μπερδεμένα, βαρυφορτωμένα, με κρυφά υποτίθεται επίπεδα ανάγνωσης, κάτι δαίδαλοι και κάτι κυκεώνες, που δεν ισοδυναμούν τελικά… ούτε μ’ ένα πιάτο φακή. Διαβάζω, πού και πού, γι’ αυτό το Game of Thrones και μειδιώ. Τόση πολυπλοκότητα, για να πεις τελικά τι;
Τα πιο σημαντικά πράγματα και στη ζωή και στο σινεμά τα λες με τα πιο απλά λόγια. Μόνον όσοι έχουν αυτό το χάρισμα αξίζουν αληθινά της προσοχής μας. Η φόρμα παίζει βέβαια ένα ρόλο. Αλλά το περιεχόμενο, που βγαίνει πάνω από τη φόρμα, θα πρέπει να ρέει και να είναι διάφανο σαν γάργαρο νερό. Αλλιώς μπλέκουμε. Και χάνουμε τον μπούσουλα.
Στο Μαγαζάκι της Κεντρικής Οδού βλέπουμε π.χ. πως ο διαφορετικός (εκεί μια κουφή, γριά Εβραία, ιδιοκτήτρια ενός μικρομάγαζου, που δέχεται το πογκρόμ των Ναζί, στη γερμανοκρατούμενη Σλοβακία) είναι ένας άνθρωπος ίδιος κι απαράλλακτος μ’ εμάς. Ένας «ξένος» άνθρωπος, που μπορεί να σε οδηγήσει να θυσιάσεις ακόμη και τη ζωή σου, όταν η περίσταση το απαιτήσει. Κάτι, που μπορεί να φαίνεται «κάπως» σε κάποιους από εμάς τώρα, αλλά προκύπτει τόσο φυσικά, μέσα σ’ αυτή την τόσο απλή και καταπληκτική ταινία, ώστε να σε κάνει να ανατριχιάζεις.