Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 184

4/8/2019
Η μουσική για τον περισσότερο κόσμο δεν σημαίνει τίποτα το ιδιαίτερο. Τίποτα απολύτως. Γυρίζει και υπάρχει, όπως υπάρχει μια ανοιχτή τηλεόραση σ’ ένα σπίτι, όπως τα φυλλάδια από τις πιτσαρίες και τα σουβλατζίδικα κάτω από τις πόρτες μας. Είναι κάτι πολύ κοινό και τελείως αδιάφορο.
Να μην παρασύρονται, λοιπόν, ορισμένοι από την ειδική σχέση που μπορεί να έχουν με τη μουσική (είτε ως μουσικοί οι ίδιοι, είτε ως παραγωγοί, γραφιάδες ή ό,τι να ’ναι), διατηρώντας την ενδόμυχη απαίτηση να αντιμετωπίζει ο κόσμος τη μουσική, όπως την αντιμετώπιζαν, το... 500 προ Χριστού, οι Πυθαγόρειοι.

2/8/2019
Η «θεά» Έφη Μελά. Η μούσα του Γιάννη Τσεκλένη και για πολλούς η ωραιότερη Ελληνίδα των σίξτις (και πέραν αυτών). (φωτό: Σακελλαρίου)

2/8/2019
Μας είχαν βάλει τα γυαλιά οι Γερμανοί Broken Jug στα μέσα του '80. Φοβερό ξεκίνημα με τη version στο "New generation" των σίξτις Τεξανών Nomads, που τους είχαμε μάθει από τη συλλογή “Three O'Clock Merrian Webster Time” της Cicadelic... 

31/7/2019
Το κομμάτι είναι από το 1981, αλλά μετά το 1986, όταν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα (σε μια συλλογή της Penguin), το άκουγες παντού. Στα ραδιόφωνα, στα μπαρ, στις καφετέριες... Οι Αυστραλοί Sunnyboys...
   

31/7/2019
1821-2021...
Ρόμπερτ Ουίλιαμς – Μπέσσυ Αργυράκη
Τζοβάνα Φραγκούλη – Κωστής Μαραβέγιας
Μπέτυ και Μιράντα Δήμα – Αδελφοί Τζαβάρα
Άντζελα Ζήλεια – Νάσος Πατέτσος
Φοίβος Δεληβοριάς – Αδελφοί Κατσάμπα
Τέρης Χρυσός – Κλειώ Δενάρδου
Διονύσης Σαββόπουλος – Sin Boy

31/7/2019
Κολαούζος κάθε «μεγάλης ιδέας». Και στα πανηγύρια για την απελευθέρωση από τα μνημόνια, το 2060, θα είναι εκεί...

31/7/2019
Αυτός ο απάνθρωπος πατρίκιος, που τον αποκαλούνε υπουργό, και που δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένας κλασικός δυνάστης (της γνωστής «καραμαλικής» δυναστείας), που σημαίνει πλην των όσων άλλων πως τα βρήκε όλα έτοιμα και στρωμένα, και την τσέπη του πάντα γεμάτη με εκατομμύρια, είπε για όλους εκείνους που δεν έχουν να πληρώσουν εισιτήριο στο μετρό πως πρέπει να νιώθουν «αποβράσματα της κοινωνίας»!! Θλίψη και οργή μαζί.

31/7/2019
Ήταν το πρώτο άλμπουμ του Dylan που αγόρασα, το 1980. Μια ολλανδική κόπια που την έχω ακόμη. Την έχω μάλιστα και με το διάφανο, μαλακό, πλαστικό κάλυμμα του μαγαζιού από το οποίο την αγόρασα. ΡΑΔΙΟ ΠΑΤΡΑΙ γράφει. Όχι ΠΑΤΡΑ...
Ανατριχιάζω όταν ακούω αυτόν τον δίσκο. Όχι επειδή θυμάμαι εμένα να τον αγοράζω. Για τον δίσκο αυτόν καθ’ αυτόν.
 

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2019

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ κριτική για το πρόσφατο άλμπουμ του «Τραγούδια ευφρόσυνα», συν κάποιες γενικότερες σκέψεις για ορισμένους δίσκους του

Το πιο καινούριο άλμπουμ του Χρήστου Λεοντή, που κυκλοφορεί τώρα από τον Μετρονόμο, αποκαλείται «Τραγούδια Ευφρόσυνα» και όπως επισημαίνει ο ίδιος ο συνθέτης, στο σημείωμά του, στο βιβλίο με τους στίχους και με το 2CD:
«Ο τίτλος “Τραγούδια ευφρόσυνα” αποτελεί τη συνέχεια του αρχικού, που ήταν “Χελιδών ηδομένη... και τραγούδια ευφρόσυνα”, της ζωντανής παράστασης στο Ηρώδειο που είχα διευθύνει το 2005 στο Φεστιβάλ. Το πρώτο μέρος –Χελιδών ηδομένη– αποτελούσαν πέντε μουσικές ενότητες. Ήταν μια μεταγραφή με ελάχιστες αλλαγές από τις αρχικές θεατρικές εργασίες που είχα γράψει για λογαριασμό του Θεάτρου Τέχνης και του Εθνικού Θεάτρου, για τα έργα του Αριστοφάνη Αχαρνής, Σφήκες, Ιππής, Πλούτος, Ειρήνη. Κυκλοφόρησε σε μια εξαιρετική έκδοση σε CD και DVD από τον Μετρονόμο το 2010. Με πολλή χαρά σας παρουσιάζω σε αυτό το διπλό CD το δεύτερο μέρος εκείνης της συναυλίας, που ως περιεχόμενο θα μπορούσα να πω ότι απλώνεται σε ευρύ φάσμα της μουσικής μου δραστηριότητας(...)».
Το «Τραγούδια ευφρόσυνα» περιλαμβάνει 21 θέματα (δώδεκα στο πρώτο CD και εννέα στο δεύτερο), τα οποία προέρχονται: ένα από την «Καταχνιά» [Odeon, 1964], τρία από την «Ανάσταση Ονείρων» [ΕΜΙ / Odeon, 1966], έξι από το «Αχ... Έρωτα» [EMI / Columbia, 1974], ένα από το «Καπνισμένο Τσουκάλι» [EMI / Columbia, 1975], δύο από τις «Παραστάσεις» [ΕMI / Columbia, 1975], ένα από το «Μαντζουράνα στο Κατώφλι...» [Philips, 1980], δύο από δίσκους 45 στροφών, καθώς και πέντε ανέκδοτα (τουλάχιστον έως το 2005 για κάποια εξ αυτών).
Οι επιλογές είναι γενικώς πολύ καλές –θα πούμε στη συνέχεια και για τις μη-επιλογές–, εννοώντας πως ακούστηκαν τα καλύτερα τραγούδια και οι «επιτυχίες» του Λεοντή από τους περισσότερους κλασικούς δίσκους του, παρότι, όπως πάντα θα συμβαίνει στα live, κάποια κομμάτια απουσιάζουν (ένα θέμα που, σε κάθε περίπτωση, σχετίζεται και με τις προσδοκίες του κάθε θεατή-ακροατή ξεχωριστά). Δικαίως, θέλω να πω, ακούστηκαν έξι τραγούδια από το «Αχ... Έρωτα» (σε ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και απόδοση από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο), τον ωραιότερο δίσκο του Χρήστου Λεοντή, τραγουδισμένα από τον πρώτο διδάξαντα Μανώλη Μητσιά (μου έκανε πάντως εντύπωση η αλλαγή του τίτλου σε δύο απ’ αυτά – το «Φεγγάρι» έγινε «Όταν βγαίνει το φεγγάρι» και το «Στου βελονιού την άκρη» έγινε «Στον αέρα παν»), ενώ σωστά δεν απουσιάζει το έξοχο «Έχει ο Θεός» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου από την «Ανάσταση Ονείρων» (πρώτη εκτέλεση ο Μπάμπης Τσετίνης με δεύτερη φωνή την Λίτσα Διαμάντη, εδώ, ο εντυπωσιακός Δημήτρης Μητροπάνος), όπως και το «Πέντε λεβέντες» (που επί του παρόντος καταγράφεται ως «Η ζωή ανθίζει») από τον ίδιο δίσκο. Επίσης το «Μια φορά κι έναν καιρό» (στίχοι Μήτσος Ευθυμιάδης) από τις «Παραστάσεις» (εδώ με τον Γιάννη Κούτρα) είναι ένα τραγούδι που δεν μπορεί να απουσιάζει από τις λίστες τού Λεοντή, κάτι που ισχύει και για το «Και να, αδελφέ μου», από το «Καπνισμένο Τσουκάλι».
Ενδιαφέρουσες είναι και οι επιλογές από τα 45άρια. Λέμε βασικά για το πρώτο τραγούδι που δισκογράφησε ο Χρήστος Λεοντής (σε στίχους Μάνου Ελευθερίου) το 1963 σ’ ένα δισκάκι της RCΑ, «Το σπίτι γέμισε με λύπη» (πρώτη εκτέλεση Έφη Παναγιώτου, εδώ ο Γιάννης Κούτρας), όπως και για το πολύ περισσότερο γνωστό «Πού να χωρέση τ’ όνειρο» σε στίχους Μιχάλη Παπανικολάου (πρώτη εκτέλεση Ευάγγελος Περπινιάδης-Ρία Νόρμα, εδώ όλοι οι τραγουδιστές μαζί, συν χορωδία).
Από τα καινούρια για τότε τραγούδια του Λεοντή πολύ καλά είναι τα «Έρωτας αρχάγγελος» και «Τα πλοία δίχως φώτα και σημαία» (στίχοι Δημήτρης Λέντζος) με τον Δημήτρη Μητροπάνο (τραγούδια που θα έμπαιναν στο CD «Έρωτας Αρχάγγελος», που θα τύπωνε ο Μετρονόμος το 2007), ενώ και όλα τα υπόλοιπα βρίσκουν τους «σωστούς» ερμηνευτές τους, στα πρόσωπα των Ιωάννας Φόρτη, Μαρίας Σουλτάτου, Δώρου Δημοσθένους και Νένας Βενετσάνου. Δυνατή και στις θέσεις της είναι, βεβαίως, και η ορχήστρα.
Ένα-δυο ζητήματα που σχετίζονται με το ρεπερτόριο του Χρήστου Λεοντή (και όπως εκείνο παρουσιάζεται σε συναυλίες του) και όχι με την αξία και την ποιότητα της συγκεκριμένης εγγραφής.
Υπάρχει ένα άλμπουμ του Χρήστου Λεοντή, το «12 Παρά 5» [Philips, 1971], το οποίο γενικώς περνάει απαρατήρητο. Υπό την έννοια πως δύσκολα θ’ ακούσεις τραγούδια του να επανεκτελούνται. Ίσως και καθόλου. Το LP αυτό μπορεί, όντως, να μην είναι από τα καλύτερα τού Λεοντή, έχει όμως μέσα δυο-τρία κομμάτια που είναι καλά ή και πολύ καλά, όπως το «Ταξείδι» με τον άγνωστο Γιώργο Φωτόπουλο σε στίχους Σώτιας Τσώτου και το «Ζωή να σε χαρώ» με τη Μαρινέλλα σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη. 
Ψάχνοντας για να δω ποια τραγούδια από αυτό το LP έχουν «ανεβεί» στο You Tube (έχουν «ανεβεί» σχεδόν όλα) πήρε το μάτι μου το εξής φαιδρό σε κάποιο κανάλι:
«Σπάνιο βινύλιο γιατί δεν ανατυπώθηκε λόγω χούντας. Ο στιχουργός Τάκης Μιχαηλίδης δεν είναι άλλος από τον Βαγγέλη Γκούφα ο οποίος αναγκάστηκε να υπογράφει λόγω πολιτικής κατάστασης με αυτό το ψευδώνυμο. Στο δίσκο αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δισκογραφία η Βούλα Σαββίδη».
Εγώ δεν ξέρω αν το «Τάκης Μιχαηλίδης» ήταν ψευδώνυμο του Βαγγέλη Γκούφα (έτσι αναφέρεται από ’δω κι από ’κει στο δίκτυο), ξέρω όμως πως εκείνο το «δεν ανατυπώθηκε λόγω χούντας» είναι μία από τις μεγαλύτερες αρλούμπες, που μπορείς να διαβάσεις οπουδήποτε – το λέω, επειδή είναι γνωστό πως ο δίσκος τυπώθηκε για πρώτη φορά, το 1971. Δηλαδή... δεν είχε πρόβλημα η χούντα όταν τον τύπωνε, αλλά θα είχε όταν θα τον ανατύπωνε!!
Και τούτο. Ακόμη κι αν παραδεχθούμε πως το «Τάκης Μιχαηλίδης» ήταν ψευδώνυμο του Γκούφα, γιατί να αποδεχθούμε την εξήγηση πως το ψευδώνυμο χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς λόγους, και όχι για κάτι άλλο; Κι αν είναι έτσι, τότε γιατί ο Γιάννης Νεγρεπόντης, πατενταρισμένος αριστερός, που μόλις είχε γυρίσει από την εξορία, υπογράφει με το ονοματεπώνυμό του και όχι με ψευδώνυμο κι εκείνος; Τέλος πάντων... έτσι τα έθιξα αυτά, για να δείτε (για ακόμη μία φορά) το τι σαχλαμάρα κυκλοφορεί.
Ένα από τα πιο υποτιμημένα άλμπουμ του Χρήστου Λεοντή είναι το «Μαντζουράνα στο Κατώφλι...» [Philips, 1980] σε στίχους Γιώργου Αρμένη. Εκεί υπάρχουν τα πολύ καλά τραγούδια  «Σε τούτη τη γωνιά της Γης», «Έμεινε τ’ όνειρο ορφανό», «Νταφούλης» (και τα τρία με τον Γιώργο Μεράντζα), καθώς και «Το φορτηγό» (με την Σοφία Βόσσου). Τα τραγούδια αυτά δεν ακούγονται πουθενά. Απεναντίας ακούστηκε πολύ το «Ξενητεμένο μου πουλί» με τον Γιώργο Μπαγιώκη (το τραγουδάει η Μαρία Σουλτάτου στο παρόν 2CD). Μάλιστα αυτό το τραγούδι γνώρισε επιτυχία και στην Ισπανία(!), αφού ως “Carta a l'exili” τραγουδήθηκε το 1987 από την Maria Del Mar Bonet και τους Cànem, όπως και πιο μετά στη Βραζιλία (το είπε η Badi Assad το 1995 και οι συντοπίτες της Uakti το 1996). Το τραγούδι είναι παραδοσιακό ηπειρώτικο, με στίχους διασκευασμένους από τον Αρμένη και φυσικά, το έχουν αποδώσει πολλοί και στην Ελλάδα (Δ. Μητροπάνος, Π. Θαλασσινός, Β. Σκουλάς κ.ά.). Θα πω όμως κάτι επ’ αυτού και θα επιμείνω. Το «Ξενητεμένο μου πουλί» δεν είναι το ωραιότερο τραγούδι τού LP «Μαντζουράνα στο Κατώφλι...».
Και το εξής. Η «Ανάσταση Ονείρων» [ΕΜΙ / Odeon, 1966] είναι ένα από τα καλύτερα LP του Χρήστου Λεοντή. Έχει μέσα δυνατά άσματα («Έχει ο Θεός», «Είναι σκληρός ο ουρανός», «Πού να χωρέση τ’ όνειρο», «Πάρε τα μάτια μου», «Θαρθή το βράδυ βροχερό», «Χαμοζωή»), όπως και μερικά ωραία ορχηστρικά σαν το «Σούρουπο στην Αθήνα» ή τη «Χαραυγή» (στα οποία εμφανίζεται ένας άλλος, πιο ελαφρύς, Λεοντής). 
Αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια του Λεοντή είναι ό,τι μπορείς να θεωρήσεις ως τραγούδια των κατατρεγμένων αριστερών της εποχής – και είναι αλήθεια πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, που έχει γράψει τα λόγια στα περισσότερα (επίσης είχαν γράψει λόγια οι Μιχάλης Παπανικολάου και Γιάννης Κακουλίδης), είχε κάνει άψογη δουλειά. Τα λόγια έχουν αναφορές στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στη δύσκολη ζωή των λαϊκών συνοικιών –στις οποίες είχαν καταφύγει κυρίως οι κυνηγημένοι του Εμφυλίου, που προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν όπως-όπως μέσα στο βίαιο κράτος της δεξιάς–, αλλά ταυτοχρόνως και στην ελπίδα πως αυτά ακριβώς τα βάσανα θα τελείωναν κάποια στιγμή και πως κάτι νέο και καλύτερο θα προέκυπτε στην πορεία.
Τέτοιου τύπου τραγούδια άρχισε να γράφονται με κάποια μεγαλύτερη άνεση επί Ένωσης Κέντρου (όπως εκείνο το περίφημο του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ποιος δρόμος», με Καζαντζίδη, Κούρκουλο και Μαρινέλλα, που ακούστηκε στην ταινία Αδίστακτοι του Ντίνου Κατσουρίδη, το 1965), όμως ακόμη και τότε η λογοκρισία ήταν εκεί, δηλώνοντας παρούσα και επεμβαίνοντας... όπου απαιτείτο. Για παράδειγμα στη «Χαμοζωή» η στροφή «Σφύριζαν πλοία, φεύγαν ματανάστες / στην παραλία οι απεργοσπάστες / λάσπη στο χαρμάνι, για χαμοζωή» είχε μετατραπεί σε «Σφύριζαν πλοία, μετανάστες φεύγαν / κάπνα στο λιμάνι, πίκρα ως το πρωί / στην παραλία οι μανάδες κλαίγαν / για το φτωχομάνι, τη χαμοζωή» (όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου Τα Τραγούδια μου, στον Κάκτο, το 1982).
Τέτοιου τραγούδια δεν έγραφαν τότε ούτε οι λαϊκοί (που ήταν κάπως πιο... μπρούτοι στις προσεγγίσεις τους), ούτε οι περισσότεροι από τους «έντεχνους» (ίσως γιατί δεν είχαν αυτού του είδους τα βιώματα). Και είναι αυτά ακριβώς τα κομμάτια που, προσωπικώς, τα ξεχωρίζω ως κάτι το πολύ ιδιαίτερο, μέσα στο σώμα του «τραγουδιού με νόημα» της εποχής.
Τέλος, έχει αξία κι εκείνο που γράφει ο Χρήστος Λεοντής στις σημειώσεις τού 2CD:
«Τα τραγούδια από την “Ανάσταση Ονείρων”, όπως το “Έχει ο Θεός” και το “Χαμοζωή” τα δοκίμαζα τότε –το 1966– με τον νέο τότε τραγουδιστή Δημήτρη Μητροπάνο, αλλά για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή μας δεν ευοδώθηκε εκείνη η συνεργασία. Μάλιστα, 18άρης τότε ήρθε με τον αγαπημένο θείο του και μου τραγούδησε το “Πού να χωρέσει τ’ όνειρο”. Τα κατοπινά χρόνια τα τραγούδησε ο Δημήτρης σε κάποιες συναυλίες που κάναμε. Το πλήρωμα του χρόνου μπορεί να άργησε, αλλά ήρθε, επιτέλους, το 2005 στο Ηρώδειο. Θα χαρείτε κι εσείς, όπως κι εγώ, τη μεστή και ρωμαλέα ερμηνεία του Δημήτρη, που δίνει φτερά σ’ αυτά τα τραγούδια».
Όντως.
Γράψαμε πολλά με αφορμή το πιο καινούριο άλμπουμ του Χρήστου Λεοντή, αλλά δεν νομίζω πως έβλαψαν κανέναν...
Επαφή: www.metronomos.gr
 

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

YOKO MIURA / GIANNI MIMMO / THIERRY WAZINIAK διακεκριμένοι αυτοσχεδιαστές σε μια γαλλική συνάντηση

Τρεις εγνωσμένης αξίας συνθέτες-αυτοσχεδιαστές, η ιαπωνίδα πιανίστρια Yoko Miura, ο ιταλός σοπρανίστας Gianni Mimmo και ο γάλλος ντράμερ, περκασιονίστας Thierry Waziniak συλλαμβάνονται εδώ «ζωντανοί» (9 Νοεμβρίου 2018), στη σάλα L'Horloge, στην πόλη Tracy le Mont της βόρειας Γαλλίας, να παρουσιάζουν και να προτείνουν ένα δυναμικό set, προϊόν βεβαίως της άριστης μεταξύ τους φυσικής επικοινωνίας. Να υπενθυμίσουμε πως η Miura με τον Mimmo έχουν συνεργαστεί κι άλλες φορές (η δισκογραφία τούς καταγράφει στο “Departure” του 2016 – λέμε για το CD τής εταιρείας Setola di Maiale, για το οποίον έχουμε γράψει στο blog), ενώ και ο Waziniak αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, όντας μέλος κατά καιρούς των Gaël Mevel Quintet, των We Free και των Trio Rives (για άλμπουμ των δύο τελευταίων υπάρχουν reviews στο δισκορυχείον).
Αυτοί λοιπόν οι τρεις μουσικοί, που ξέρουν καλά τα κατατόπια του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού, εκείνου που προκύπτει μέσα από μια minimum ή και κάπως μεγαλύτερη συνθετική βάση (αυτές τις βάσεις θέτει εδώ η Miura), συμπλέουν σ’ ένα live, το οποίο διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας τέλειας στούντιο εγγραφής. Η παραγωγή, εννοούμε, της ιταλικής Amirani Records είναι τέτοια, ώστε να προσφέρει στην παράσταση αυτό το «κάτι παραπάνω» που προεξοφλεί το στούντιο.
Έτσι, η Miura είναι εκείνη που αρχίζει να βάζει διαστάσεις στα πλαίσια, πάντα κοντά σε μια πιο ελεύθερη αντίληψη, που δεν αποκλείει όμως το μελωδικό στοιχείο, με τον Mimmo να παρεμβαίνει ισότιμα, συχνά λυρικά, με μικρές φράσεις, που όλες μαζί συναποτελούν κι αυτές ένα χειροπιαστό μελωδικό περιβάλλον και με τον περκασιονίστα Waziniak να «γεμίζει» συνεχώς με χτυπήματα, είτε συνοδεύοντας, είτε δίνοντας αφορμές ώστε να ξεκινήσουν νέοι «γύροι» από το πιάνο και το σαξόφωνο.
Οπωσδήποτε το “Live at L'Horloge” [Amirani, 2019] είναι ένα άλμπουμ για τους σκληρούς πυρήνες, για τους ταγμένους fans της σύγχρονης «δημιουργικής τζαζ» και ως τέτοιο προτείνεται άνευ επιφυλάξεων.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2019

PETER ELDRIDGE / KENNY WERNER σύγχρονο τζαζ τραγούδι

Ο Peter Eldridge είναι ένας αναγνωρισμένος τραγουδιστής, μέλος πλην των άλλων και των New York Voices, μιας φωνητικής ομάδας που συμπληρώνει 30 χρόνια δημιουργικής παρουσίας σ’ ένα χώρο που καλύπτει classical, pop, r&b, brazilian και jazz εκφραστικές ανάγκες (όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα, με αφορμή το άλμπουμ των NY Voices “Let it Snow” από το 2013). Ο Eldridge έχει βεβαίως και προσωπική δισκογραφία κι ένα τέτοιο δικό του άλμπουμ, που γίνεται σε συνεργασία με τον πιανίστα Kenny Werner, έχουμε τώρα στο player. Ο τίτλος του; “Somewhere” [Rosebud Music, 2019].
Όμως και ο Werner δεν είναι ένας μικρότερης αξίας μουσικός. Όπως επίσης είχαμε σημειώσει πέρυσι, με αφορμή ένα προηγούμενο άλμπουμ του, ο Werner, που βρίσκεται πια στα 68 του, είναι γνωστός από τη μεγάλη προσωπική δισκογραφία του (σε πολλές και ποικίλου διαμετρήματος εταιρείες – έχει περάσει και από την Blue Note), αλλά και από τις πολλές και εξαιρετικές συμμετοχές-συνεργασίες του σε εγγραφές τρίτων (Joe Lovano, Alex Riel, Andy Statman, Maria Schneider, Nils Wogram…). Η κοινή κάθοδος των δύο, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάτι ωραίο και ενδιαφέρον, για τους φίλους του αμερικανικού τραγουδιού πρώτα-πρώτα.
Και όντως, αφού στο “Somewhere” οι Eldridge και Werner (συν τα υπόλοιπα μέλη του κουιντέτου τους, συν τον διακεκριμένο σαξοφωνίστα George Garzone ως guest, συν τα βιολιά, τις βιόλες, τα τσέλα, τα μπάσα και την άρπα, όλα υπό την διεύθυνση του Eugene Friesen) θα καταθέσουν τα διαπιστευτήριά τους ως τραγουδοποιοί, καθώς από τα έντεκα tracks του CD, τα οκτώ είναι δικά τους. Είναι πρωτότυπα, εννοούμε, σύγχρονα jazz, μελοδραματικά άσματα, διαμορφωμένα μέσα από μία «κρουνερίστικη» λογική, δίχως, σε κάθε περίπτωση, να αφήνουν ακάλυπτο το συναίσθημα. Είναι τραγούδια, τα οποία έχει συνθέσει ο Werner πάνω σε στίχους διαφόρων (σε ένα έχει γράψει και τα λόγια), όπως και ο Eldridge εξάλλου (που επίσης γράφει και λόγια).
Φυσικά και τα τρία στάνταρντ που ακούγονται εδώ, τα “You dont know me” (Walker / Arnold), “Minds of their own” (Ivan Lins, με στίχους του Eldridge) και “Somewhere / A time for love” (το πρώτο μέρος του Leonard Bernstein σε στίχους Stephen Sondheim, το δεύτερο του Johnny Mandel σε στίχους Paul Francis Webster), είναι τα... τροχιοδεικτικά της διαδρομής των δύο καλλιτεχνών, οι οποίοι αγγίζουν το τέλειο, στα δικά τους κομμάτια, τα οποία είναι «ντυμένα» από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά του κλασικού αμερικανικού songbook. Βοηθά, βεβαίως, η φωνή του Eldridge, που διαθέτει όλες τις τυπικές ποιότητες και οπωσδήποτε οι συνθέσεις, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα κλασικά και πολυαγαπημένα του απώτατου καιρού. Μπαλάντες σαν τις “Ballad for Trane” (μουσική Kenny Werner, στίχοι Douglas Worth) και “That which cant be explained” (μουσική και στίχοι Peter Eldridge) έχουν τη δύναμη να μετατραπούν στα αυριανά στάνταρντ.