Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

OUTLANDISH RECORDINGS δύο «άλλες» πρόσφατες κυκλοφορίες της

Μπορεί να μην είναι πολλά τα άλμπουμ που έχουν τυπώσει οι Outlandish Recordings (είναι πέντε συνολικώς), αλλά όλα έχουν κάτι να πουν. Και τις πιο πολλές φορές (δεν λέω όλες, επειδή ένα άλμπουμ δεν το έχω ακούσει) τούτο το «κάτι» είναι πολύ – δεν είναι λίγο. Αυτά τα πέντε άλμπουμ είναι το πρώτο των Burgundy Grapes (2004), το πρώτο τον Night on Earth (2006) και στα πιο κοντινά μας χρόνια το “The Illusion of Time” (2016) των Spooky Redrum, καθώς και τα δύο που θα παρουσιάσουμε τώρα. Ξεκινάμε από το πλέον πρόσφατο
STRINGLESS: S/T [Outlandish Recordings, 2018]
Όπως διαβάζουμε στο… obi: «Οι StringLESS είναι ένα φωνητικό γκρουπ από πέντε (σ.σ. ή και έξι παλαιότερα) τραγουδίστριες που προέρχονται από την Βουλγαρία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Το όνομα StringLESS είναι ένα λογοπαίγνιο ανάμεσα στην αγγλική λέξη, που σημαίνει “χωρίς έγχορδα” και την ελληνική ονοματοποιημένη λέξη “στρίγγλες”, μυθικά πλάσματα της λαϊκής παράδοσης».
Να πούμε λοιπόν πως το πρώτο αυτό άλμπουμ των StringLESS (Albena Ivanova Kutova, Αλεξία Χρυσομάλλη, Βασιλική Αλεξίου, Eljona Sinjari, Έλσα Μουρατίδου, Κατερίνα Μαυροφρύδου) αποτελεί ένα κάπως παράξενο άκουσμα, για τα δικά μας τουλάχιστον δισκογραφικά δεδομένα. Και το «παράξενο» δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός πως εδώ ακούγονται a cappella tracks (τέτοια «μόνο-φωνή» άλμπουμ έχουν ξανακυκλοφορήσει στη χώρα), αλλά κυρίως γιατί αυτά ακριβώς τα tracks διατρέχονται από όχι πάντα προφανείς αναφορές (Richard Strauss π.χ.), έως και σχεδόν… αφανείς (Ζαγοραίο, ας πούμε). Αν σε όλα αυτά προσθέσεις το πρωτότυπο υλικό και το αβίαστο χιούμορ που προκύπτει απ’ αυτό, τότε το συνολικό άθροισμα δεν μπορεί παρά να είναι υψηλό.
Οι έξι τραγουδίστριες αποδίδουν, με πολυφωνικό εννοείται τρόπο, όχι μόνο τα προφανή, παραδοσιακά τραγούδια εννοούμε από τη Βουλγαρία, τον Πόντο, την Τουρκία κ.λπ., αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία εντάσσοντάς τα στο γενικότερο παραδοσιακό σώμα προσδίδουν σ’ αυτό άλλη χάρη. Γιατί το εύκολο είναι… εύκολο. Να πάρεις, θέλω να πω, διάσημα ηπειρώτικα πολυφωνικά π.χ. (εδώ δεν ακούγεται ούτε ένα!) και να τα διασκευάσεις… έστω και μ’ έναν σημερινό τρόπο. Το δύσκολο, το πολύ δύσκολο είναι να φτιάξεις καινούρια πολυφωνικά, που να στέκουν. Που να έχουν και μελωδίες / αρμονίες «σωστές» και κυρίως να έχουν πρωτότυπους, σημερινούς στίχους. Έτσι, όσο και να εντυπωσιάζεσαι στο “Stringless” από κομμάτια όπως το «Της τρίχας το γεφύρι» (παραδοσιακό από τον Πόντο) ή το τούρκικο “Dostum dostum”, είναι ο «Ήλιος» (στίχοι-μουσική Αλεξία Χρυσομάλλη), ο «Αμανές του κουραμπιέ» (στίχοι-μουσική Έλσα Μουρατίδου), το «Φτυστός ο μακαρίτης» (στίχοι-μουσική Έλσα Μουρατίδου – Βασιλική Αλεξίου) και κυρίως το «Τανγκό της στρίγγλας» (μουσική Βασιλική Αλεξίου, στίχοι Stringless) που κερδίζουν αβίαστα το ενδιαφέρον μας. Στίχοι όπως οι… «Κι ο μορφονιός απέναντι / γλυκός σαν πετιμέζι / πως θα ’θελα να ήμουνα / η Τζένη η Καρέζη» ή οι «Όλες είσαστε ΣΤΡΙΓΓΛΕΣ / στην καρδιά, στη ψυχή, στις συνήθειες / Μα μια στρίγγλα ο καθένας ψάχνει / σαν αυτή, σαν εκείνη, σαν την άλλη/ τη φανταστική» δεν μπορεί παρά να ξεχωρίζουν… με τον ευφάνταστο τρόπο, με τον οποίον είναι διατυπωμένοι.
Το πρώτο αυτό άλμπουμ των StringLESS προτείνει ένα αληθινά διαφορετικό άκουσμα, το ξανατονίζω, που αξίζει να το ανακαλύψουν οι φίλοι του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.
LAKIS TZIMKAS TRIO featuring MARK WHITFIELD: The Meeting [Outlandish Recordings, 2017]
Προπέρσινο session, από τον Ιούνιο του ’16, που κυκλοφόρησε πέρυσι σε CD και που τώρα έρχεται στα χέρια μου είναι το “The Meeting” του κοντραμπασίστα Λάκη Τζήμκα.
Για τον Τζήμκα είχα γράψει πολλές φορές στο Jazz & Τζαζ, αλλά, και απ’ όσο το έψαξα, δεν έχω γράψει σχεδόν τίποτα για ’κείνον στο δισκορυχείον. Περίεργο αυτό, αλλά τέλος πάντων…
Ο Τζήμκας μπορεί να είναι γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, αλλά έχει μεγαλώσει στην Κοζάνη (εκεί όπου, στο ξεκίνημα της μουσικής καριέρας του, στα μέσα του ’80, έπαιζε punk με τους Social Squash), πριν ανακατευθεί με την jazz (με σπουδές, συναυλίες και δισκογραφία). Έχει και προσωπικές τζαζ ηχογραφήσεις ο Τζήμκας (όπως το CDDifferent Faces” από το 2004), αλλά και συμμετοχές σε γκρουπ και sessions (Apopsis Trio, Freecall, Trio Balkano, Μωρά στη Φωτιά, Krzysztofa Górniak κ.λπ.). Γενικώς, θα έλεγα πως πρόκειται για έναν ουσιαστικό και αθόρυβο μουσικό, με πολύ προσωπικές και γόνιμες εγγραφές. Μια τέτοια εγγραφή είναι και το “The Meeting”, η συνεργασία δηλαδή τού (κοντραμπασίστα) Τζήμκα με τον κιθαρίστα Mark Whitfield και τον ντράμερ Χρήστο Γερμένογλου – μια συνεργασία στην οποίαν αποτυπώνονται δέκα συνθέσεις (όλες του Τζήμκα).
Έχοντας λοιπόν δίπλα του δυο μουσικούς, που έχουν… καταπιεί χιλιόμετρα ερμηνευμένης, αλλά και αποτυπωμένης τζαζ (ο Whitfield π.χ. ηχογραφεί από το 1990), ο Τζήμκας ηγείται θα λέγαμε ενός τζαζ-τρίο (κιθάρα, μπάσο, ντραμς), που διαπερνά ποικίλες φάσεις της τζαζ ιστορίας. Αν και όλα ξεκινούν από το hard-bop (soul-jazz) ύφος κι εκεί όλα καταλήγουν, καθώς η γκρούβα είναι ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό των συνθέσεων του Τζήμκα, μπορείς κανείς στην πορεία να διακρίνει κι άλλα στοιχεία, που έχουν τον τρόπο να πλουτίζουν τον γενικότερο ήχο. Και δεν μιλάω για το blues (έξοχο το “Blues for Teo”), ούτε για τις απαραίτητες μπαλάντες, αλλά για τα καλοβαλμένα latin στοιχεία (“Different faces”) ή ακόμη και για τα rock (“Walking in the city”).
Παρότι το “The Meeting” είναι ένα ακέραιο άλμπουμ για τρεις, στην πράξη αναδύονται απ’ αυτό και soli (“Lullaby”) και «συνομιλίες» ανά δύο (“Jamming”) και μάλιστα έτσι τοποθετημένα, που να δίνουν την αίσθηση του ιντερμέτζου. Και υπό αυτή την έννοια οι εκπλήξεις στο άκουσμα δεν μπορεί παρά να είναι συνεχείς.

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

BLUES REVIVAL 53: WELLY TRICE (1908-1976) / RICH TRICE (1917-2000)

Τα αδέλφια Trice, o Welly και ο Rich –αυτά είναι τα ονόματα με τα οποία εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη δισκογραφία, γιατί στην πορεία ο Welly έγινε Willie ή και Willy, ενώ ο RichRichard–, υπήρξαν ισχυροί κλώνοι της τέχνης τού Blind Boy Fuller, κατά την εποχή όπου διακρίθηκαν στην Ανατολική Ακτή, ανάμεσα στα χρόνια 1937-1948. Πληροφοριακώς να πούμε πως ό,τι κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν εκείνη την περίοδο συμπεριλήφθηκε δεκαετίες αργότερα (1987) στο LP-συλλογή της Document Carolina Blues (1936-1950)”.
Γενικώς, για τα αδέλφια Trice δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα βιογραφικά, ούτε γνωρίζουμε ποιος τους ανακάλυψε εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, με την πενιχρή δισκογραφία τους στα seventies να επιβεβαιώνει, πάντως, πως ήταν δύο άξιοι bluesmen, ώριμοι συνεχιστές του piedmont style.
Βασική δισκογραφία 
1. Three little kittens rag / One dime blues – Trix 4506 – 1972 (single του Willy Trice) 
2. Blue & Rag’d – Trix 3305 – 1974 (LP του Willie Trice)  
Υπάρχουν επίσης κάποια ανέκδοτα sessions στην Trix, στα οποία συμμετέχει και ο Richard Trice

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 102

23/6/2018
Ο ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Αναφορικά με τον Αρχίλοχο οι έρευνες των σοφών έχουν καταλήξει στο ότι σ’ αυτόν οφείλεται η εισαγωγή του λαϊκού τραγουδιού στη φιλολογία και σ’ αυτό ακριβώς το γεγονός οφείλει τη μοναδική θέση, που του παραχώρησε, δίπλα στον Όμηρο, ο καθολικός σεβασμός των Ελλήνων.(…) Η εξαιρετική και αύξουσα διάδοση τού λαϊκού τραγουδιού ανάμεσα σε όλους τους λαούς σε πάντα καινουργότερες εκδηλώσεις, είναι για μας τεκμήριο τη δύναμης του διττού αυτού καλλιτεχνικού ενστίκτου (σ.σ. εννοεί το απολλώνιο και το διονυσιακό στοιχείο) – ενστίκτου που αφήνει τη σφραγίδα του στο λαϊκό τραγούδι, ακριβώς όπως και οι οργιστικές παρορμήσεις ενός λαού διαιωνίζονται παντοτεινά στη μουσική του. Ναι θα ’ταν ιστορικά δυνατό να αποδειχθεί πως κάθε εποχή, γόνιμη σε λαϊκά τραγούδια, κλυδωνίστηκε, επίσης στον ανώτερο βαθμό, από διονυσικαές αναταραχές κι ορμητικές εκδηλώσεις...(...)».
Κοινώς... για να το απλουστεύσουμε και να το εκχυδαΐσουμε λιγάκι… γι’ αυτό μας πηδάνε σήμερα οι απόγονοι του Νίτσε, γιατί στερούμαστε των οργιαστικών παρορμήσεων ενός γνήσιου λαϊκού τραγουδιού.
Το βιβλίο είναι φοβερό – ό,τι ωραιότερο έχω διαβάσει από Νίτσε. Το έχω χρόνια στη βιβλιοθήκη μου, στην έκδοση του Γκοβόστη από το 1985, αλλά χθες το βρήκα, μόλις μ’ ένα ευρώ και άκοπο(!), στις εκδόσεις Μαρή, από τον Απρίλιο του 1941, την εποχή δηλαδή όπου οι ΝΑΖΙδες έμπαιναν στην Αθήνα!!
Φυσικά, ούτε αυτή είναι η πρώτη έκδοση… 

21/6/2018 
Δεν ξέρω πώς αντιμετωπίζουν το μουντιάλ οι… εθνομηδενιστές και αν το θέαμα που παρουσιάζεται στα ρωσικά γήπεδα, γενικώς, τους αρέσει. Κανονικά θα έπρεπε να βγάζουν καντήλες, βλέποντας ακόμη «εθνικές». Το ξέρουν βέβαια και το ξέρουμε πως είμαστε σε μιαν εποχή όπου τα σύνορα καταλύονται – αν και στο ποδόσφαιρο έχουν καταλυθεί προ πολλού, από την αλήστου μνήμης «απόφαση Μπόσμαν», καθώς έχουν τεθεί οριστικά στο χρονοντούλαπο όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαχώριζαν το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο σε «αγγλικό», «ιταλικό», «γερμανικό», «ολλανδικό», «σουηδικό» κ.λπ., ενταφιάζοντας δια παντός καμινάδες, κατενάτσια, σιδερένιες πειθαρχίες, λεπτεπίλεπτες φινέτσες, την ορμή του βόρειου ξυλοκόπου… Παλεύει, βέβαια, ενάντια στην καταστροφική αλοιφή η Λατινική Αμερική (εκεί όπου το ποδόσφαιρο παραμένει ακόμη προνόμιο των μαζών) με πενιχρά όμως, κι εκείνη, αποτελέσματα.  
Παίκτες, που δεν παίζουν στα εθνικά πρωταθλήματά τους δεν απαρτίζουν εθνικές ομάδες, αλλά σκορποχώρια. Χωρίς τα «εθνικά» του χαρακτηριστικά, εκείνα με τα οποία εμείς οι κάπως παλιότεροι μεγαλώσαμε, το ποδόσφαιρο είναι πια ένα ακίνδυνο θέαμα, χωρίς αληθινές εκπλήξεις, ένα ομοιόμορφο κατασκεύασμα, που παίζεται παντού, όπου γης, με τον ίδιο τρόπο. Προπονημένος και… φαρμακωμένος να’σαι μόνο, ώστε να τρέχεις λες και σου έχουν βάλει νέφτι στον πισινό και τα 90 λεπτά ενός αγώνα (ου μην αλλά και τα 120) και είσαι ok. Δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο.  
Θυμάμαι το Μουντιάλ του ’82… τι συνέβαινε με τον Ιταλό Μπρούνο Κόντι. Έτρεχε σαν τρελός, πάνω-κάτω, 90 λεπτά, μασώντας και τα σίδερα. Δεν είχαμε ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε. Ήταν κάτι καινούριο. Λίγους μήνες αργότερα, βέβαια, μάθαμε το «γιατί»… Και έκτοτε το ξέρουμε.  
Όταν εκεί όπου βρίσκεται η μπάλα μπορεί να βρίσκονται ανά πάσα ώρα και στιγμή καμμιά δεκαριά ποδοσφαιριστές δεν υπάρχει ποδόσφαιρο – γιατί έχει χαθεί πια ο λεγόμενος «κενός χώρος». Άρα λοιπόν ή θα πρέπει οι ομάδες να παίζουν με έξι παίκτες ή θα πρέπει να διπλασιαστεί το γήπεδο. Και βεβαίως να σταματήσει πια αυτή η αηδία με τις «εθνικές» τύπου Γερμανία, Πολωνία, Ρωσία, Ισπανία κ.λπ. Μια χαρά είναι και οι... Coca-Cola, Pepsi, Nike και Adidas. Γιατί, και επί της ουσίας, οι παίκτες ανήκουν πια στους χορηγούς τους και αυτοί (οι χορηγοί) είναι εκείνοι που αγωνίζονται… 

19/6/2018
>>"Θα με αποκαλείς κύριο Πρόεδρο" - Ο εκνευρισμός του Μακρόν με μαθητή
Ο Γάλλος πρόεδρος δε δίστασε να βάλει στη θέση του τον νεαρό ακόμη και μπροστά στις κάμερες<<
Τελικά δεν είναι μόνο μεγάλος πολιτικός καραγκιόζης είναι και ανεπανόρθωτος κομπλέξας...

18/6/2018 
Το έψαχνα από μέρες, αλλά τώρα το βρήκα…
Είναι το περιοδικό «Μακεδονική Ζωή», που εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη ο Κλεόβουλος Τσούρκας, εκ των ιδρυτών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (ΕΜΣ). Τεύχος από τον Ιανουάριο του 1967.
Το περιοδικό λειτουργούσε (και) σαν ένα… διαφωτιστικό ανάχωμα έναντι του σκοπιανού αλυτρωτισμού, ο οποίος και στη δεκαετία του ’60 χτυπούσε κόκκινο. Περιείχε δε ιστορικά, λαογραφικά, πολιτιστικά και γενικότερα καλλιτεχνικά θέματα, που σχετίζονταν με τη Μακεδονία – μια εκλαϊκευμένη, θα την έλεγα, (περιοδική) έκδοση, που αντανακλούσε ως ένα βαθμό το ύφος των συγγραμμάτων της ΕΜΣ.
Μπορεί η «Μακεδονική Ζωή» να εξέφραζε σκληρές εθνικές θέσεις, μην αναγνωρίζοντας ουδεμία Μακεδονία πέραν της ελληνικής, όμως δεν ήταν αντικομμουνιστική, αφού αντιμετώπιζε τον σκοπιανό αλυτρωτισμό ως αγκάθι στις ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις (διαβάζουμε: «Εμπνεόμεθα από την πίστιν προς την φιλίαν, την στενωτάτην μάλιστα φιλίαν μεταξύ Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, αλλά πρέπει να κατανοηθεί από την γείτονα επικράτειαν η ανάγκη να χαλιναγωγηθή και να εκριζωθή η γελοία, η φαντασιόπληκτος ιμπεριαλιστική μεγαλομανία των ψωραλέων Δον Κιχώτων της Νοτιωτάτης επαρχίας της, η οποία ουδέποτε υπήρξε Μακεδονία…»).
Αυτή ήταν χοντρικά και η «εθνική γραμμή» εκείνα τα χρόνια (με την Ελλάδα να τείνει χείρα φιλίας προς τη Γιουγκοσλαβία, με τη συγκατάθεση και το σπρώξιμο του αμερικάνικου παράγοντα, που καλόβλεπε την ανυπαρξία σχέσεων ανάμεσα στον Τίτο και το Κρεμλίνο, ίνα προωθήσει τα δικά του συμφέροντα), μια «εθνική γραμμή» που είχε περάσει πάντως από συμπληγάδες. Το παρασκήνιο της επίσκεψης Τίτο στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούνιο του 1954, και ο ρόλος της ΕΜΣ (σ’ αυτή την επίσκεψη) είναι από τα γεγονότα που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της «εθνικής γραμμής» - από την οποία «γραμμή» δεν απουσίασαν τα εγκληματικά λάθη τής τότε Δεξιάς (βλ. Αβέρωφ), που ενεργούσε, ως γνωστόν, μέσα από την πλήρη συνεννόησή της με τους Αμερικάνους.

DINE DONEFF ή KOSTAS THEODOROU το “Rousilvo”, ένα έργο-κόσμημα της balkan-jazz, ξανά στις προθήκες

Το 2010 είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ «Ρουσίλβο» του κοντραμπασίστα (κυρίως) Κώστα Θεοδώρου. Επρόκειτο για μια περιορισμένη έκδοση [zen einai productions / ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ], την οποία διέθετε ο ίδιος ο Θεοδώρου σε συναυλίες, ενώ κάποια λίγα αντίτυπα είχαν τοποθετηθεί και σε ορισμένα δισκοπωλεία. Γενικώς, το άλμπουμ δεν είχε τη διανομή που θα του άξιζε. Πέρυσι, ο Κώστας Θεοδώρου ή Dine Doneff (όπως ακούγεται το ονοματεπώνυμό του στα σλαβομακεδονικά) ξανατύπωσε το «Ρουσίλβο» σε άλλη ετικέτα (neRED music), τυγχάνοντας μάλιστα της διανομής από την ECM. Έτσι, και για το αξιόλογο αυτό άλμπουμ, θα βρεθεί, έστω και μετά από 7-8 χρόνια, ένας τρόπος, ώστε να φθάσει σε πολύ περισσότερο κόσμο.
Το 2010 είχα γράψει λίγα λόγια για το «Ρουσίλβο» στο Jazz & Τζαζ και στο Δισκορυχείον και κάποια από ’κείνα τα λόγια ας τα επαναλάβω και τώρα με αφορμή τη νέα, ωραία έκδοση, που διαθέτει καινούριο cover και ένθετο.
Οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες της ελληνικής επικράτειας, που είναι Έλληνες, παρ’ όλη την περιθωριοποίηση και τις ποικίλες αντιξοότητες, έχουν την ιστορία τους και τη μουσική τους. Αυτή την ιστορία και αυτήν τη μουσική είχε στο νου του ο Κώστας Θεοδώρου (γεννημένος στην Πέλλα, γνωστός μας από τις προσωπικές του δουλειές, από τη συμμετοχή στους Primavera en Salonico κ.ά.), καθώς αποφάσιζε να συνθέσει τη δική του βαλκανική ελεγεία, που ακούει στο όνομα Ρουσίλβο (το όνομα του χωριού του στη γλώσσα των σλαβόφωνων Μακεδόνων, που πλέον έχει ερημώσει). Αξίζει να αντιγράψω λίγες λεπτομέρειες, που είναι τυπωμένες στο booklet:
Το Ρουσίλβο, για το οποίο η πρώτη ιστορική καταγραφή άγεται στον 15ον αιώνα, βρίσκεται 24 km δυτικά της Έδεσσας και σήμερα λέγεται Ξανθόγεια. Με το τέλος του Εμφυλίου οι περισσότερες γυναίκες του χωριού έμειναν μόνες εφ’ όρου ζωής μια και οι άντρες τους σκοτώθηκαν ή εξορίστηκαν. Από το 1986 έπαψε να κατοικείται κατόπιν μακρόχρονου κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο Θεοδώρου μεγαλωμένος, προφανώς, σ’ έναν ιστορικό αλλά βεβαρημένο τόπο, εκεί όπου το επίσημο ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε για δεκαετίες του σλαβόφωνους Έλληνες πολίτες ως τρίτης διαλογής και ουσιαστικώς ανύπαρκτους, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα έργο κόσμημα, στο μάλλον περατωμένο, από αισθητικής πλευράς, τοπίο τής balkan jazz.
Πού έγκειται η επιτυχία του Θεοδώρου; Βεβαίως στις συνθέσεις του «Ρουσίλβο», αλλά, κυρίως, στη φαεινή του ιδέα να στάξει στο έργο του εξαιρετικής στόχευσης γυναικεία φωνητικά (η Σλάβα Πόπφα Ευδοξία Γεωργίου σε τέσσερα κομμάτια, η Λιζέτα Καλημέρη σε δύο, η Μάρθα Μαυροειδή σε δύο). Από ’κει και κάτω οι συνθέσεις που έχουν, ακόμη και όταν δεν το επιδιώκουν, τον χαρακτήρα του ρέκβιεμ, δονούνται από τα αγέρωχα παιξίματα των καλών μουσικών (Τάκης Φαραζής πιάνο, ακορντεόν, Δήμος Δημητριάδης φλάουτα, σαξόφωνο, Αντώνης Αντωνίου τρομπόνι, Κυριάκος Ταπάκης ούτι, μαντόλα, Παντελής Στόικος τρομπέτα, Κώστας Αναστασιάδης τύμπανα, Κώστας Θεοδώρου κοντραμπάσο, κιθάρα, tabla, φωνή, πιάνο), αλλά κυρίως από την αποφασιστικότητα του Θεοδώρου, να δηλώσει υπερήφανος για τον τόπο του, σπέρνοντας, προσέτι, στα συνθέματά του ατόφιους τους ήχους των ανθρώπων και της φύσης. Εξαιρετικό άλμπουμ.