Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

GIORGIO DE CHIRICO μια δύστροπη και νευρική συνέντευξη τού μεγάλου ζωγράφου (από το 1966), με αφορμή τα σαράντα χρόνια από το θάνατό του

Ο ιταλός ζωγράφος Τζόρτζο ντε Κίρικο γεννήθηκε ως γνωστόν στο Βόλο το 1888 (πριν 130 χρόνια δηλαδή), για να πεθάνει στα 90 του, στη Ρώμη, την 20η Νοεμβρίου 1978. Το γεγονός ότι έφυγε από τη ζωή στα βαθιά γεράματά του, και μάλιστα σε μια δεκαετία σχετικά κοντινή μας, δίνει στην περίπτωσή του και μιαν αίσθηση «σύγχρονου», πόσω μάλλον όταν ο ίδιος μιλούσε σε συνεντεύξεις του, για το παρόν, το παρελθόν, αλλά και το μέλλον της ζωγραφικής.
Το 1911, ο ντε Κίρικο, που ήδη είχε σπουδάσει στην Αθήνα (στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Ροϊλό, Βολονάκη και Ιακωβίδη), όπως και στη Γερμανία, εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου και θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια.
Εκεί θα συναντήσει, μεταξύ άλλων, τους Απολλιναίρ και Πικάσο και θα αρχίσει να εκθέτει τα έργα του. Ο Απολλιναίρ, μάλιστα, θα τον χαιρετίσει ως το νέο μεγάλο ταλέντο της ζωγραφικής. Το 1924 μπαίνει στη «σουρεαλιστική ομάδα», συμμετέχοντας στην πρώτη σουρεαλιστική έκθεση ζωγραφικής, στην γκαλερί Pierre στο Παρίσι (1925).
Το 1930 ο Τζόρτζο ντε Κίρικο εγκαθίσταται στη Ρώμη, αλλά βασικά βρίσκεται μεταξύ Παρισιού, Νέας Υόρκης και ιταλικής πρωτεύουσας, κινούμενος καλλιτεχνικά σε πιο ακαδημαϊκές φόρμες, καταδικάζοντας συγχρόνως τη μοντέρνα ζωγραφική (από τον ιμπρεσιονισμό και μετά).
Μάλιστα μετά από τον πόλεμο θα βρεθεί στη δίνη ενός σκανδάλου (ή μάλλον πολλών), όταν ο ίδιος ζωγράφιζε αντίγραφα των έργων του (εκείνων των πρώιμων, που αναζητούσαν οι συλλέκτες), χωρίς καμία ηθική αναστολή (όπως τον κατηγορούσαν από τις πιάτσες των εμπόρων). Αυτά τα έργα, οι «αληθινές απομιμήσεις» δηλαδή, υλοποιούνταν κάτω από ένα συγκεκριμένο σκεπτικό.
Ο ντε Κίρικο αντιλαμβανόταν με το δικό του τρόπο τη λεγόμενη «πνευματική ιδιοκτησία» (ίσως επηρεασμένος και από τις ιδέες του Νίτσε περί «αέναης επιστροφής»). Πίστευε ότι οι ζωγραφικές συνθέσεις και τα μοτίβα του ανήκαν αποκλειστικά σ’ εκείνον και όχι στους συλλέκτες και άρα θα μπορούσε χωρίς πρόβλημα να τα επαναλάβει (ή και να τα χρονολογήσει ξανά, ακόμη και με πρώιμες ημερομηνίες). Υποστήριζε, δε, πως το παν σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής ήταν η προσωπικότητα του καλλιτέχνη και η ποιότητα του πίνακα, και όχι τα ξερά χρώματα ή οι πινελιές.
Αν ο συνθέτης, στη μουσική, μπορεί να παρουσιάσει όσες φορές θέλει το έργο του (και να έχει απ’ αυτό τα ανάλογα οικονομικά οφέλη), ο ζωγράφος είναι υποχρεωμένος να δημιουργεί πάντα κάτι καινούριο. Και τι θα συμβεί αν το καινούριο δεν ενδιαφέρει τους εμπόρους και τους συλλέκτες, όπως ενδιαφέρει το παλαιό; Πώς θα επιβιώσει, τότε, ο ζωγράφος;
Στη μουσική έχουμε πολλά παραδείγματα συνθετών του ενός ή των δύο έργων, τα οποία παίζονται και ξαναπαίζονται (από τους ίδιους ή και από άλλους), ενώ άλλα έργα, τα οποία ο κόσμος δεν τα αποδέχεται ιδιαίτερα, τα τρώει το σκοτάδι (και άρα δεν προσπορίζουν οικονομικά οφέλη στον συνθέτη). Ο ντε Κίρικο επιχείρησε να σπάσει αυτή τη λογική, για λογαριασμό της ζωγραφικής (ξεκινώντας, ίσως, από ταπεινά κίνητρα), πράττοντας όμως κάτι που ήταν, μάλλον, μπροστά από την εποχή του. Φυσικά, δεν ήταν τυχαία η εκτίμηση που έτρεφε ο Andy Warhol για τον ιταλό ζωγράφο (είχαν γνωριστεί οι δυο τους στις αρχές της δεκαετίας του ’70), λόγω (και) αυτού του «σκανδάλου» των ζωγραφικών επαναλήψεων.
Ο Τζόρτζο ντε Κίρικο με τον συντάκτη του περιοδικού ΕΙΚΟΝΕΣ Βαγγέλη Ψυρράκη
Το 1966, στα 78 χρόνια του πια, ο Τζόρτζο Ντε Κίρικο δίνει μια συνέντευξη στο περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ (τεύχος 568) στον Βαγγέλη Ψυρράκη. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη συνέντευξη του μεγάλου ζωγράφου σε ελληνικό έντυπο, νοιώθω όμως πως αυτή ακριβώς η συνέντευξη αν δινόταν σήμερα, στην εποχή των social media, θα προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις. Αν, αναλογικά, προκαλέσει και τώρα ορισμένες, 52 χρόνια μετά από την πρώτη δημοσίευσή της, σημαίνει πως άξιζε η επαναφορά της στο φως.
(Οι μόνες άξιες λόγου παρεμβάσεις που έχουν γίνει στη συνέντευξη, πέραν των γραμματικών προσαρμογών, αφορούν στη δημιουργία κάποιων, λίγων, ερωτήσεων, που προήλθαν από τα συμφραζόμενα των απαντήσεων, επειδή ο Τζόρτζο ντε Κίρικο κοινοποιούσε συχνά τις απόψεις του άνευ ερωτήσεων).

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 129

19/11/2018
Πέθανε ο Γιώργος Σκούρτης στα 78 του...
Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι… είναι αυτά για τα οποία έγραψε συγκλονιστικούς-δραματικούς στίχους ο Γιώργος Σκούρτης, μελοποίησε ανατριχιαστικά ο Γιάννης Μαρκόπουλος και τραγούδησε θεϊκά η Βίκυ Μοσχολιού. Κανένα τραγούδι, για παιδιά, δεν μπορεί να σταθεί δίπλα του. Λέμε φυσικά για το «Μιλώ για τα παιδιά μου»...

18/11/2018
O Ρόμπερτ Ουίλιαμς έγινε δεξιός, επειδή το ’81, με την «αλλαγή», του πήραν το κεφάλι από τα κρατικά κανάλια. Ανθρώπινη αντίδραση… Το λέω, γιατί στα σέβεντις έγραφε τραγούδια για τον Παναγούλη και το Πολυτεχνείο…
«Μην ξεχνάς πως στην καρδιά μας θα υπάρχουν τα παιδιά μας / Τα παιδιά που στο πλευρό μας πολεμήσανε / Με συνθήματα στα χείλη το θηρίο του Απρίλη / Κάποια νύχτα του Νοέμβρη το γκρεμίσανε»  

18/11/2018
Στο Πολυτεχνείο, το ’73, μεγάλη συμμετοχή είχαν οι ιδιωτικές τεχνικές σχολές, καθώς μαθητές και σπουδαστές από τον Ήφαιστο, την Πάλμερ, τον Πολύκλειτο, τη Γραφικών και Διακοσμητικών Τεχνών ΚΤΕ, την Όμηρος, τη Δοξιάδη και άλλες διάφορες βρίσκονταν «εκεί» με δράσεις, πανό, ψηφίσματα κ.λπ.
Το ότι βρέθηκαν ιδιωτικά σχολεία, σήμερα, χθες, προχθές, που αγνόησαν την επέτειο του Πολυτεχνείου, αρνούμενα να συμμετάσχουν στις σχετικές εκδηλώσεις μνήμης, είναι ένα γεγονός αισχρό και ντροπιαστικό, που αμαυρώνει την αγωνιστική ιστορία της ιδιωτικής εκπαίδευσης και των μαθητών της (και των καθηγητών της).  

15/11/2018
Από τα καλύτερα τραγούδια του Lucio Dalla... και με ηχητικές παραδοξότητες (ανάποδες ταινίες κ.λπ.). Είχε βγει και στην Ελλάδα (σε 45άρι), το 1971.

12/11/2018
Για το θάνατο του “Spider-Man” Stan Lee γράφουν άλλοι. Εγώ θέλω να γράψω για μιαν άλλη απώλεια, ένα σημαντικό μουσικό που μας άφησε πριν από λίγες μέρες, στα 68 του (με την είδηση να περνάει στα ψιλά γράμματα). Ο λόγος για τον ιρλανδό folkist και πιανίστα Mícheál Ó Súilleabháin.
Τον Súilleabháin τον μάθαμε στην Ελλάδα το 1987, όταν κυκλοφόρησε από την Venture / Virgin το άλμπουμ του “The Dolphin's Way”. RIP…

SHUFFLE πολύ σύγχρονο progressive

Οι Shuffle είναι Γάλλοι (μάλλον) και το “#WontTheyFade?” [Klonosphére, 2018] είναι το δεύτερο άλμπουμ τους. Πρόκειται δε περί πεντάδας, αν κρίνω από μια φωτογραφία που είδα στο site τους και… σύγχρονο, πολύ σύγχρονο progressive είναι εκείνο που μας προτείνουν σ’ αυτή την έσχατη δουλειά τους (που κυκλοφορεί σε LP, CD και digital).
Έχουν μπολιάσει τη μουσική τους με πολλά και διάφορα στοιχεία οι Γάλλοι και αυτό είναι καλό, γιατί και με σωστό / δημιουργικό τρόπο το πράττουν και… οντότητα τούς δίνει αυτή-ταύτη η κίνησή τους στο χώρο που θέλουν να αναγνωρισθούν.
Με στοιχεία στις συνθέσεις τους από βαρύ μέταλλο, μέχρι και hip-hop (αν μπορούμε να το πούμε έτσι το ραπάρισμα που επιχειρούν με background τις ηλεκτρικές κιθάρες), οι Shuffle μεταφέρουν δυνατά vibes με τα κομμάτια τους – συχνά βγαλμένα από τις καλές ή και τις ακόμη πιο καλές μέρες των Beastie Boys και των Red Hot Chili Peppers. Διαθέτουν όμως και άλλα μεταλλικά στοιχεία (μελωδικά ή και dark) οι Shuffle, όπως μαρτυρούν tracks σαν το “Checkmate fool”, ενώ ο πολύ καλός τραγουδιστής τους βοηθάει, γενικώς, στην αποτύπωση όλων των (διαφορετικών) ατμοσφαιρών.
Με το progressive να αποτυπώνεται στην διαρρύθμιση των κομματιών, τα οποία ακολουθούν συχνά κάπως… δαιδαλώδεις διαδρομές, με συχνές αλλαγές τέμπο, μακριά soli, πλήκτρα στο background (με το mellotron να θυμίζει τα πλέον κλασικά από τα late 60s-early 70s – τους King Crimson φερ’ ειπείν), οι Γάλλοι, με το “#WontTheyFade?” θέτουν γερές βάσεις, για κάτι ακόμη πιο καθοριστικό στο μέλλον.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

KENNY WERNER ένας πιανίστας της jazz με ιστορία

Σημαντικός πιανίστας της jazz, για τον οποίον δεν έχουμε γράψει ποτέ κάτι παραπάνω στο δισκορυχείον. Ο λόγος για τον Αμερικανό Kenny Werner, που είναι πια στα 67 του, αλλά εξακολουθεί να δίνει ενδιαφέροντα άλμπουμ. Γνωστός από τη μεγάλη προσωπική δισκογραφία του φυσικά (σε πολλές και ποικίλου διαμετρήματος εταιρείες – έχει περάσει και από την Blue Note), αλλά και από πολλές και εξαιρετικές συμμετοχές-συνεργασίες (Joe Lovano, Alex Riel, Andy Statman, Maria Schneider, Nils Wogram…), o Werner είναι ένας πιανίστας αρκετά ιδιοσυγκρασιακός θα έλεγα. Στο έσχατο CD τουThe Space[Pirouet, 2018] αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Και ως προς την ιδιαιτερότητά του ως piano player, αλλά και σε σχέση μ’ εκείνο το… space, που αποτελεί, όπως διαβάζω, το μουσικό νόημα της ζωής του.
Space κατά τον Werner σημαίνει το… να υπάρχεις σε μια δεδομένη στιγμή, το να είσαι εκεί (όπως επίσης το λέμε), κάτι που μεταφράζεται περαιτέρω στο να είσαι στην κατάλληλη διάθεση στον κατάλληλο χρόνο. Γενικώς, παίζει με τις διαθέσεις και με τους χρόνους ο Werner στο “The Space”, κάτι που ακούγεται εμφανώς στο εισαγωγικό και μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD του, το 16λεπτο φερώνυμο – το οποίο και αποτελεί ένα πιανιστικό παλίμψηστο θα λέγαμε, καθώς πίσω από κάθε νότα του Werner, πίσω από κάθε συγχορδία, πίσω από κάθε μικρό ή μεγαλύτερο σόλο, κρύβονται «κομμάτια» της τζαζ ιστορίας του οργάνου. Άλλοτε αργός τελετουργικός και με ήπιο τουσέ, με τις νότες να πέφτουν σποραδικά, σχεδόν τελετουργικά, και άλλοτε ταχύς, σκληρός, με συγκοπτόμενο παίξιμο, φανερά εντυπωσιακός (σαν πιανίστας) και αρκετά «προχωρημένος», ο Werner στο “The Space”, σχηματίζει, καταγράφει, μια επίτομη ιστορία του οργάνου μέσα από τρία δικά του θέματα, δύο συνθέσεις του συνοδοιπόρου του στην Pirouet γερμανού σαξοφωνίστα Jason Seizer, διασκευάζοντας περαιτέρω το “Encore from Tokyo” του Keith Jarrett, το στάνταρντ “If I should lose you”, καθώς και το “You must believe in spring” του Michel Legrand.
Σε όλα καίριος, σε όλα εντυπωσιακός!

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Μια αναλυτική παρουσίαση του καλύτερου βιβλίου που έχει γραφεί τα τελευταία χρόνια για τη Γενιά του Πολυτεχνείου / Είναι «Τα Παιδιά της Δικτατορίας» του Κωστή Κορνέτη

Μπορεί να κυκλοφόρησε το 2015, από τις εκδόσεις Πόλις, όμως Τα Παιδιά της Δικτατορίας ήταν, είναι και παραμένει το καλύτερο βιβλίο που τυπώθηκε τα τελευταία χρόνια (ανάμεσα σε άλλα ανάλογα ή περίπου ανάλογα) και που αναφέρεται φυσικά (και) στη Γενιά του Πολυτεχνείου. Λέμε «και», επειδή το βιβλίο πραγματεύεται, βασικά, τα ελληνικά long sixties (ένα διάστημα, που ξεκινά από τις αρχές του ’60 καταλήγοντας χρονικά λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας). Το βιβλίο είναι γραμμένο από τον Κωστή Κορνέτη (με σπουδές Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών – εργάζεται για το Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης) και περιλαμβάνει Εισαγωγή, πέντε πολυσέλιδα Κεφάλαια, Επίλογο, καθώς και εκτενή Βιβλιογραφία, που λειτουργεί και σαν πυξίδα για εκτενέστερο και ειδικότερο διάβασμα (και ψάξιμο).
Να πούμε από την αρχή κάτι πολύ βασικό. Πως ο Κορνέτης δεν τάσσεται, εννοείται, με τη σύγχρονη ακροκεντρώα / νεοφιλελεύθερη αντίληψη (ούτε με τη διαχρονική ακροδεξιά φυσικά) κατασυκοφάντησης του «Πολυτεχνείου», γι’ αυτό, νωρίς-νωρίς στο βιβλίο του, επιχειρεί να διαλύσει τα σχετικά νέφη, σημειώνοντας:
«Αυτή την αναθεωρητική οπτική (σ.σ. της αμφισβήτησης του Πολυτεχνείου) τη θεωρώ όχι απλώς εξαιρετικά άστοχη και ανιστορική, αλλά και επικίνδυνη, αφού τείνει να μετατρέψει το Πολυτεχνείο, από ένα γενικά αποδεκτό “τόπο μνήμης” μετά τη Χούντα σε διχαστικό μνημονικό γεγονός».
Πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι δομημένο το βιβλίο του Τα Παιδιά της Δικτατορίας και γι’ αυτό θα τα πούμε αναλυτικά στη συνέχεια.

Η συνέχεια εδώ…