Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

KYRIAKOS SFETSAS / GREEK FUSION ORCHESTRA ανέκδοτα tracks από τα seventies (σ’ ένα άλμπουμ της Τεράνγκα Μπιτ), που αλλάζουν την ηχογραφική ιστορία της ελληνικής τζαζ

Τον δίσκο με τα ανέκδοτα tracks του Κυριάκου Σφέτσα και της Greek Fusion Orchestra τον είχαμε προαναγγείλει τον Μάρτιο που πέρασε κι εκεί είχαμε σημειώσει τα ακόλουθα:
Όσοι έχουν ακούσει το άλμπουμ του Κυριάκου Σφέτσα και της Greek Fusion Orchestra «Χωρίς Σύνορα» [Columbia, 1980] υποπτεύονται ή ξέρουν για το τι ακριβώς θα μιλήσουμε. Ξέρουν, εννοώ, τι σημαίνει το να ανασύρονται ανέκδοτες εγγραφές αυτής της ορχήστρας από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 (το κάνει η Τεράνγκα Μπιτ), οι οποίες, σε συνδυασμό με την ακεραιότητα της ηχητικής κατάστασής τους, δεν μπορεί παρά να πλασάρονται μεταξύ των κορυφαίων της εγχώριας τζαζ. Ή μάλλον της… ελληνικής τζαζ. Γιατί αν ο όρος «ελληνική τζαζ» έχει ένα νόημα βαθύτερο, τότε οι εγγραφές της Greek Fusion Orchestra του Κυριάκου Σφέτσα είναι σίγουρο πως τον καλύπτουν 100%.
Είναι το ίδιο που συμβαίνει και με το ελληνικό ροκ.
Γενικώς, ελληνικό ροκ είναι το ροκ που παίζεται από έλληνες μουσικούς, αλλά ειδικότερα και βαθύτερα είναι το ροκ, που… μιλάει ελληνικά, εμφανίζοντας στοιχεία της μουσικής παράδοσής μας (δημοτικό, ρεμπέτικο, λαϊκό...) στο ηχητικό κομμάτι του. Έτσι κάπως απέκτησε νόημα και ουσία ο όρος στις αρχές του ’70, μέσα από τις εγγραφές των Σαββόπουλου, Ρωμανού, Γκαϊφύλλια, Κωχ, Μπουρμπουλιών, Λήδας-Σπύρου κ.ά.
Κάτι ανάλογο, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και με την τζαζ, την ελληνική τζαζ. Αν ο Γεράσιμος Λαβράνος και ο Μίμης Πλέσσας άνοιξαν το δρόμο με τις «ρεμπετο-νόβες» του ο πρώτος και με το καθοριστικό, αλλά μέχρι πρότινος άφαντο για χρόνια, “Greece Goes Modern” ο δεύτερος, είναι ο Κυριάκος Σφέτσας με την Greek Fusion Orchestra εκείνος ο οποίος, μετά τα μέσα του ’70 και την επιστροφή του στη χώρα (από τη Γαλλία), θα θέσει σε κίνηση το συγκεκριμένο project, που βρήκε καλή διέξοδο στην τηλεόραση της εποχής, βεβαίως στο ραδιόφωνο και ακόμη στη δισκογραφία, μ’ εκείνο το LP του 1980.
Τα έξι tracks τής Greek Fusion Orchestra, υπό τον Κυριάκο Σφέτσα, που ακούγονται στο “Vol.1” τής Τεράνγκα Μπιτ, είναι ηχογραφημένα το 1977 από τον Γιάννη Συγλέτο. Πρόκειται για συνθέσεις καθαρής world jazz, αν θέλουμε να τις αντιμετωπίσουμε με γνεικότερους όρους – μιας και ως τέτοιες, ως τζαζ συνθέσεις εννοώ, λογαριάζονται και όχι ως και-rock ή κάπως-rock (επειδή ακούγονται κι αυτά το σημειώνω), όπως εκείνες του Πλέσσα ή του Λαβράνου από τα χρόνια του ’60.
Ο Σφέτσας οργανώνει και αναπτύσσει τις συνθέσεις του προσανατολισμένος προς την jazz, έχοντας ως γνώμονα τις δημοτικές μελωδίες φυσικά, και ακόμη… πολύ συγκεκριμένους ήχους στ’ αυτιά του (ήχους των πανηγυριών της εποχής), όπως και ανάλογες απόψεις, όσον αφορά στο ρόλο των οργάνων. Και αναφέρομαι τόσο στον σολιστικό ρόλο του λαϊκού κλαρίνου βασικά, όσο και στον ρυθμικό της κιθάρας, προσδίδοντας στο πιάνο κατ’ αρχάς, μα και στα σαξόφωνα δευτερευόντως, ρόλο καθοδηγητικό όσον αφορά στην τζαζ περιήγηση. Χοντρικά, και ενορχηστρωτικά, κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στο σύνολό τους, με τα υπόλοιπα όργανα (φλάουτο, τσέμπαλο, λαούτο…) να προσφέρουν επιμέρους και μόνο σε επίπεδο ηχοχρωμάτων.
Τα πρώτα δύο tracks, για παράδειγμα, το «Γύφτικο μοτίβο» και οι «Πρωινές προσδοκίες», είναι αποδειχτικά εκείνου που λέμε και περιγράφουμε παραπάνω. Και φυσικά η ίδια πάνω-κάτω συνταγή ακολουθείται και στα υπόλοιπα (τέσσερα).
Εκείνο, πάντως, που αναδεικνύει τις εγγραφές τής Τεράνγκα Μπιτ δεν είναι μόνον οι πρωτοποριακές για την εποχή (και όσον αφορά στην Ελλάδα) αντιλήψεις του Σφέτσα, γύρω από το πώς μπορεί να ηχεί η παράδοση μέσα σ’ ένα τζαζ περιβάλλον, αλλά και η άρτια ηχητική απόδοσή τους. Αναφερόμαστε σε μπομπίνες 40 ετών, που έφθασαν μέχρι τις μέρες μας πλήρεις και «γεμάτες», ικανές να δώσουν, εν προκειμένω, ένα ακόμη πιο άψογο master. Ο συνδυασμός αυτών των δύο, του έξοχου πρωτότυπου συνθετικού υλικού και της τεχνικής αρτιότητάς του (αφού μιλάμε για εγγραφές αρχείου), είναι υπεύθυνος για το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. Κάθε στιγμή τού “Vol.1” είναι και κάτι ξεχωριστό – με τη δεύτερη πλευρά να κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα, όντας εφάμιλλη με τα ωραιότερα jazz oriented fusions του καιρού. Και το λέω τούτο έχοντας στο νου μου τους κοντινούς προς εμάς ήχους τού balkan και τού oriental fusion, που εξυφαίνονταν την ίδια περίοδο από τους Γιουγκοσλάβους (Dusko Goykovich, Lala Kovačev, Bosko Petrovic…) ή και από τους τούρκους masters (Okay Temiz, Maffy Falay, Salih Baysal…).
Και το προφανές. Τίποτα δεν θα ηχούσε όπως ηχεί σ’ αυτόν τον πρώτο τόμο με τ’ ανέκδοτα της Greek Fusion Orchestra, αν ο Κυριάκος Σφέτσας δεν είχε δίπλα του μερικούς από τους καλύτερους και πιο ανοιχτόμυαλους μουσικούς της εποχής του – τον Μάνθο Χαλκιά σε κλαρίνο, άλτο σαξόφωνο και φλάουτο, τον Γιώργο Μανίκα σε τενόρο σαξόφωνο και φλάουτο, τον Νίκο Τάτση σε κιθάρα και λαούτο, τον προσφάτως εκλιπόντα Γιάννη Τερεζάκη σε πιάνο, τσέμπαλο, τον Γιώργο Θεοδωρίδη στο μπάσο και τον Δημήτρη Μαρινάκη στα ντραμς και τα κρουστά.
Κι ένα τελευταίο. Η, όπως πάντα, gatefold έκδοση της Τεράνγκα Μπιτ συνοδεύεται κι από το γνωστό innersleeve, με τις αφηγήσεις εδώ των Δημήτρη Μαρινάκη και Γιάννη Τερεζάκη, που θα ενδιαφέρουν, με το πληροφοριακό υλικό τους (περί Blue Rocks, Soul Brothers, Proper Sea, Πελόμα Μποκιού, Solistes, Μανώλη Μικέλη κ.λπ.), όλους τους φίλους της ελληνικής τζαζ και του ελληνικού ροκ.
Έξοχες μουσικές, εξαιρετική έκδοση!
Επαφή: www.terangabeat.bandcamp.com/album/greek-fusion-orchestra-vol-1

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ κάτι για το μοναδικό LP τους

Κομμένα τ’ αστεία. Πολύ πριν τους Στέρεο Νόβα (εννοείται δικέ μου, αυτό δα μας έλειπε…), ακόμη και πριν την ηλεκτρονική Λένα Πλάτωνος (κι αυτό εννοείται δικέ μου), εκείνοι που δοκίμασαν και πέτυχαν να φτιάξουν ορμητικές electro δομές συνδυάζοντάς τες όχι με ό,τι-κι-ό,τι ελληνικό στίχο ήταν οι Χωρίς Περιδέραιο.
Ποιους μπορεί να επηρέασαν δεν ξέρω… ας μιλήσουν εκείνοι που επηρεάστηκαν. Αυτοί, πάντως, ήταν οι πρωτοπόροι.
(Το λέω για να μη γράφετε αρλούμπες, εσείς οι… μουσικοί συντάκτες των sites και των blogs).
Και κάτι ακόμη – είναι η δική μου γνώμη και όποιος θέλει τη συμμερίζεται.
Το μοναδικό άλμπουμ των Χωρίς Περιδέραιο από το 1985 είναι κλάσεις ανώτερο από κάθε LP της Λένας Πλάτωνος (κι εννοώ την ηλεκτρονική τριλογία της) και από κάθε Στέρεο Νόβα. 
Η έξοχη άγνωστη εκτέλεση...
 

ο ΝΙΚΟΣ ΑΓΓΕΛΗΣ του αιωνίου ’85

RIP

ORFEAS KAPPA για ένα περίεργο αλλά εξαιρετικό άλμπουμ, απ’ αυτά που σπανίως ακούς στην Ελλάδα

Τα τραγούδια του Ορφέα Κάππα κυκλοφορούν εδώ και κανα χρόνο στο bandcamp, αλλά τώρα υπάρχουν και σε CD – και μέσω αυτού του CD μας δίνεται η ευκαιρία να γράψουμε όσα ακολουθούν.
Να σημειώσουμε, λοιπόν, κατά πρώτον πως ο Ορφέας Κάππα είναι ένας τραγουδοποιός από τον Βόλο και πως το Its O.K.” [Private, 2018] περιέχει πέντε δικά του tracks, συν μια διασκευή του στο κλασικό “Motherless child”. Να πούμε ακόμη πως το CD του διαρκεί λίγο πάνω από μισήν ώρα και πως σ’ αυτό συμμετέχουν διάφοροι μουσικοί (γνωστοί και λιγότερο γνωστοί). Πέραν, λοιπόν, του Κάππα που συνθέτει, γράφει στίχους, τραγουδά, παίζοντας ακόμη κιθάρες, κλαρίνο, μπαγλαμά και τζουρά, ακούγονται και οι Σπύρος Χαρμάνης σε ντραμς, πλήκτρα, Ben Fox σε κοντραμπάσο, Μπιλ Τζελέπης σε μπαγλαμά και Λάμπρος Ζαφειρόπουλος σε ντραμς.
Η διασκευή στο “Motherless child” είναι πολύ καλή δείχνοντας αμέσως τις… ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης εγγραφής (του “Its O.K.” εννοώ). Το τραγούδι ανοίγει μέσα από ένα συνδυασμό field θορύβων-φωνών και κλαρίνου (που σε στυλ klezmer παίζει μια μελωδία), για ν’ ακολουθήσει ένα blues-punk ξέσπασμα, με σκληρά φωνητικά και βαριά, επίσης, συνοδεία, πριν το κλείσιμο (με τον τρόπο του ανοίγματος). Τα πιο ενδιαφέροντα όμως είναι από ’κει και κάτω, στα πρωτότυπα tracks.
ΤoThe saint” είναι ένα blues, ακουστικό, στην παράδοση του Roy Book Binder ας πούμε, με τον Ορφέα Κάππα να τραγουδά ξερά-βραχνά (αυτή είναι η φωνή του) μέσα σ’ ένα σκηνικό, που κουβαλάει και κάτι από τις lo-fi folk προσεγγίσεις του Arthur Russell. Στο “Be that as it may” η κατάσταση δεν αλλάζει – και καλύτερα! Απλώς, εδώ ακούγεται και έξτρα μπαγλαμάς, και το πράγμα αποκτά μιαν άγρια ομορφιά και κυρίως μιαν απροσδιόριστη ομορφιά (το να γράψεις και για Tom Waits είναι και τούτο συμβατό), με το κλαρίνο να κάνει, και εδώ, πολύ καλή δουλειά. Το τέταρτο κομμάτι λέγεται “Poor me”, διαθέτει δυναμικά τρίχορδα, ξανά κλαρίνο και ατμόσφαιρα εντελώς smokey, πάντα κινούμενο σ’ αυτό το κάπως «τεντωμένο» blues-folky σκηνικό. (Να σημειώσουμε πως μεταξύ των τραγουδιών δεν υπάρχουν κενά και πως το ένα προκύπτει από το άλλο μέσα από τις field γέφυρες). Στο “500 demons”η μελωδία επιβάλλεται από την αρχή, όπως επιβάλλεται και η φωνή, η κολασμένη θεματολογία και το γενικότερο swinging. Το άλμπουμ θα κλείσει με το “Hellish blue”, ένα ακόμη εξαιρετικό τραγούδι και σαν ηχογράφηση και σαν… περιπέτεια. 
Μια πολύ καλή προσπάθεια!

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

ΤΗANNOS ένας αγγλόφωνος τραγουδοποιός

Ένα digipak σιντάκι με πέντε (αγγλόφωνα) τραγούδια είναι το Nightcap [MadArt, 2018] του Θάνου – ενός μουσικού, που καταχωρίζεται σ’ αυτήν την κατηγορία των… singer-songwriters.
Τα τραγούδια του Θάνου είναι συμπαθητικά ή και παραπάνω από συμπαθητικά, κυρίως γιατί είναι (ή μπορεί να είναι) ολοκληρωμένα και με γνώση ενορχηστρωμένα. Ο ίδιος ο Θάνος, εκτός από το να συνθέτει, να γράφει στίχους και να τραγουδά, παίζει και ακουστικές κιθάρες, ενώ δίπλα του βρίσκονται ένας πιανίστας (Δημήτρης Μορφέας) και ακόμη μερικοί guests σε ηλεκτρική κιθάρα, βιολί, τσέλο, μπάσο και φωνητικά.
Βεβαίως τα τραγούδια θέλουν μια προσοχή στην παραγωγή τους για να δείξουν αρτιότερα – αν και, εδώ, εκείνο που εξετάζεται είναι αν ο Θάνος έχει τα φόντα, για κάτι πιο γεμάτο και ακόμη πιο πειστικό. 
Τις έχει τις δυνατότητες ο φίλος μας, καθότι τα τρία κατ’ ουσίαν τραγούδια του που ακούγονται στο “Nightcap” (υπάρχει επίσης μια διασκευή στο “Kiss quick” του Matt Nathanson και μια demo εκτέλεση μιας δικής του σύνθεσης, που καταγράφεται και ως «κανονική») είναι καλά ή και αρκετά καλά, με αναφορές στο βρετανικό pop-folk του πρώιμου Elton John ή του Al Stewart. Εντάξει, αυτό μπορεί να συμβαίνει και ασυνείδητα, αλλά εκεί κάπου περιφέρονται οι «ρίζες» του ήχου του Θάνου. Το καλύτερο τραγούδι τού “Nightcap” είναι το “Ghosts”, το οποίον όμως έπρεπε να το είχε βγάλει πέρα μόνος του (το λέω, γιατί όταν μπαίνει η αδύναμη γυναικεία φωνή στα ζυγά κουπλέ, το τραγούδι χάνει).
Να συνεχιστεί η προσπάθεια…