Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ένα νέο improv βινύλιο μετά από 30 χρόνια

Πόσα χρόνια είχε να τυπώσει σόλο πιάνο άλμπουμ ο Σάκης Παπαδημητρίου; Είκοσι εννέα; Από την εποχή τού γαλλικού “Piano Cellules” (1989); Και πόσα χρόνια είχε να τυπώσει βινύλιο; Τριάντα; Από την εποχή του βρετανικού “Piano Oracles” (1988); Αν είναι όντως έτσι, τότε το Piano Voices[To Pikap Records, 2018], η πιο πρόσφατη κυκλοφορία τού Παπαδημητρίου, δεν μπορεί παρά να έχει (και) έναν χαρακτήρα εορτασμού – για έναν πιανίστα, αυτοσχεδιαστή, και συγγραφέα και άλλα διάφορα, που έχει συνδέσει το όνομά του με την ύπαρξη και βεβαίως με την ανάπτυξη της jazz στην Ελλάδα.
Ο Παπαδημητρίου, για όσους νεότερους δεν γνωρίζουν, είναι ένας πιανίστας εντελώς πρωτότυπος. Σίγουρα για τα εγχώρια jazz και improv δισκογραφικά δεδομένα, αλλά και διεθνώς (όπως μαρτυρούν οι διάφορες παρουσίες του σε εταιρείες του εξωτερικού – ήδη από τα χρόνια του ’80). Η πρωτοτυπία έγκειται στην ικανότητά του να δημιουργεί ολοκληρωμένους ηχητικούς κόσμους, χρησιμοποιώντας πολυποίκιλα το πιάνο του. Prepared piano και κανονικό piano-playing, ικανά να συνθέσουν μιαν ηχητική αφήγηση μακριά από το αναμενόμενο. Ό,τι πράττει, εν πάση περιπτώσει, και στο “Piano Voices”, το τελευταίο long-play του, που είναι ηχογραφημένο στη Θεσσαλονίκη και που τυπώνεται για την ετικέτα  Το Πικάπ (που δεν είναι μόνον ετικέτα, μα και καφε-μπαρ, δισκάδικο, ραδιοφωνικός σταθμός, εκθεσιακός χώρος κ.λπ.).
Οι αναφορές του Παπαδημητρίου, και σε τούτη τη νεότερη αυτοσχεδιαστική πιανιστική κυκλοφορία, θα είναι πάντα δύο ειδών. Τζαζ και... κλασικές. Αλλά τι τζαζ; Και τι... κλασικές; 
Να πούμε λοιπόν πως στο “Piano Voices” μνημονεύεται η πορεία τού προχωρημένου τζαζ-πιάνου, που μπορεί να ξεκινά από τον Thelonious Monk και περνώντας από τον Cecil Taylor, τον Paul Bley και τον Ran Blake (πιανίστες με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά ταυτοχρόνως και ιστορικοί καινοτόμοι) να καταλήγει όχι μόνο στον Keith Jarrett (“Piano voices D”), μα κυρίως στους αβαντγκαρντίστες, στον John Cage και τον Steve Reich, και βεβαίως στον «πατέρα» όλων, τον Erik Satie (με τα minimal επαναλαμβανόμενα και διακεκομμένα μοτίβα να μεταφέρουν αυτήν ακριβώς την πιανιστική περιπέτεια-λειτουργία).
Δεν είναι εύκολο να γράψεις για μια μουσική, που πραγματώνεται και υψώνεται τη στιγμή τής γέννησή της επί τόπου. Για μια μουσική, καθαρή, αυθόρμητη, που να μπορεί να προβάλλει… οράματα και καταστάσεις. Αξίζει, βασικά, να είσαι εκεί τη στιγμή που δημιουργείται, που απλώνεται στο χώρο και το χρόνο, για να νοιώσεις την κλιμάκωσή της και εν τέλει τη πληθωρική παρουσία της. (Και όσοι έχουν παρακολουθήσει σόλο live τού Σάκη Παπαδημητρίου ξέρουν για το τι ακριβώς συζητάμε). Βεβαίως και ο δίσκος έχει την αξία του – πόσω μάλλον όταν αυτός επιχειρεί να αποτυπώσει τη στιγμή με τον πρέποντα σεβασμό σ’ εκείνο που συνέβη. Δίχως στούντιο επεξεργασίες εννοώ, overdubs και τα τοιαύτα. 
Ένα τέτοιο άλμπουμ, καθαρό και απόλυτο έχουμε εδώ. Ένα άλμπουμ που ακούγεται με αυτονόητο ενδιαφέρον – ιδίως, έτσι όπως «προχωρά» και όπως ανεβαίνει εντατικά προς μια… φοβερή δεύτερη πλευρά.
Επαφή: www.topikap.gr

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

ANDY SHEPPARD o βρετανός σαξοφωνίστας έχει νέο άλμπουμ στην ECM

Ιδιαίτερη περίπτωση αυτός ο βρετανός σαξοφωνίστας (τενόρο, σοπράνο) – ο σημαντικός σε κάθε περίπτωση Andy Sheppard. Ξεκίνησε κάπως αβαντγκαρντίστικα ή εντελώς αβαντγκαρντίστικα (συνεργασίες με Keith Tippett, Carla Bley, George Russell κ.ά.), για να είναι τώρα ή μάλλον εδώ και χρόνια ένα από τα σημαντικά μελωδικά «κεφάλαια» της ECM. Σ’ αυτό μοιάζει θα έλεγα με τον συμπατριώτη του (σαξοφωνίστα) John Surman – αν και οπωσδήποτε ο Sheppard έχει το δικό του τουσέ, το δικό του ύφος. Χοντρικά θα έλεγα πως ο Surman είναι πιο γήινος, ενώ ο Sheppard πιο… space. Αυτή την υπερκόσμια και κάπως ambient jazz του ο Sheppard την απογειώνει για μιαν ακόμη φορά στο Romaria [ECM / AN Music, 2018], ένα άλμπουμ στο οποίο συνεργάζεται με τους Eivind Aarset κιθάρες, ηλεκτρονικά, Michel Benita κοντραμπάσο και Sebastian Rochford ντραμς.
Όλες οι συνθέσεις σ’ αυτό το έσχατο LP/CD είναι δικές του, πλην μιας, της “Romaria”, που έχει δώσει και τον τίτλο στο άλμπουμ. Και αυτή είναι βεβαίως μια περίεργη επιλογή – version σ’ ένα πολύ ωραίο τραγούδι του Βραζιλιάνου Renato Teixeira από το 1978. Ο Sheppard μένει πιστός, φυσικά, στην εμπνευσμένη μελωδία, «ανοίγοντάς» την και δίνοντάς της μια περισσότερο παθιάρικη και λιγωτική διάσταση. Εξαιρετική η διασκευή (αλλά και το τραγούδι είναι πολύ ωραίο!).
Από ’κει και πέρα έχουμε μια σειρά πρωτοτύπων, που εντυπωσιάζουν, θα έλεγα, με τη δομική ευφράδεια και την ευγλωττία τους, με τα σαξόφωνα φυσικά (πότε τενόρο και πότε σοπράνο) να ακούγονται απογειωτικά, καθώς η κιθάρα και τα εφφέ τού Aarset προσθέτουν συνεχώς σε cosmic αίσθημα. Με μπασίστα που αναλαμβάνει, συχνά, πρώτη υπηρεσία και με ντράμερ που κρούει κατά το δοκούν, με γνώμονα όμως τη συνολική ανάδειξη, το “Romaria” είναι ένα άλμπουμ που δεν πρόκειται να σε κάνει να νοιώσεις αμήχανα. Πως ακούς κάτι όμορφο, οπωσδήποτε, αλλά να, πώς να το πούμε, και κάπως… εργαστηριακό. Όχι, δεν συμβαίνει αυτό, γιατί κομμάτια όπως το “All becomes again” ή το “Forever…”, εκεί στο τέλος, δονούνται από μιαν ανυπόκριτη ηρεμία… διαβρωτικού υπερκόσμιου vibe.
«Άλλης» ποιότητας jazz. «Άλλο» άλμπουμ το “Romaria”…

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ μια συνέντευξη στο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ από τον Σεπτέμβριο του 1970

Πριν κάποιο καιρό είχε πέσει στα χέρια μου ένα παλαιό τεύχος του περιοδικού ΓΥΝΑΙΚΑ, το οποίο και αγόρασα. Δεν αγοράζω ό,τι… παλιατζούρα πιάσουν τα χέρια μου (εννοείται). Αγοράζω μόνο ό,τι έχει «ψωμί» και νόημα για το δισκορυχείον. Στο τεύχος 540, λοιπόν, αυτού του πολύ καλού περιοδικού που δεν αφορούσε μόνο γυναίκες (νεαρές ή μεγαλύτερες) και που είχε κυκλοφορήσει την 23η Σεπτεμβρίου 1970, μπορούσε να διαβάσει κάποιος πολλά ενδιαφέροντα και βασικά μια συνέντευξη του Πάνου Σαββόπουλου σε κάποιον ή μάλλον κάποια Ε.Χ.
Εκείνη την εποχή ο Π. Σαββόπουλος δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη το «Επεισόδιο» (θα έβγαινε στο τέλος της επόμενης χρονιάς), με τους προηγούμενους δίσκους του (singles, LP) να έχουν περάσει σχετικώς απαρατήρητοι. Φυσικά, καθόλου απαρατήρητος δεν είχε περάσει ο ίδιος, ιδίως στη Θεσσαλονίκη (ίσως και στην Αθήνα), κυρίως λόγω των εμφανίσεών του σε μπουάτ και συναυλίες της εποχής.
Να πω, ακόμη, πως εκείνη την περίοδο η μουσική Ελλάδα, και όχι μόνον η Ελλάδα, εδονείτο από το «Ντιρλαντά» του Διονύση Σαββόπουλου (πριν και αυτός κυκλοφορήσει τον «Μπάλλο» του), κάτι που το επισημαίνω για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο, τον οποίο, νομίζω, πως θα τον αντιληφθείτε όταν θα διαβάσετε τη συνέντευξη…
Επίσης έχει ιδιαίτερο νόημα η κριτική του Π. Σαββόπουλου στο τραγούδι της… χούντας, το οποίο βρίσκει φρικτό σε σχέση μ’ εκείνο των μέσων του ’60 (όταν μεσουρανούσαν ο Χατζιδάκις με τον Θεοδωράκη), όπως και το γεγονός πως προβάλλει την ελληνικότητα των τραγουδιών του, σε μιαν εποχή όπου η έννοια της ελληνικότητας διαστρεβλωνόταν από τους συνταγματάρχες.
Θέλω να πω πως για τους αληθινά προοδευτικούς νέους της εποχής (αριστερούς φοιτητές κ.ά.) η ελληνικότητα ήταν πάντα ζητούμενο και στόχος, ασχέτως της κακομεταχείρισής της από το καθεστώς (ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό), κάτι που ορισμένοι σύγχρονοι… ψευτοπροοδευτικοί δεν το έχουν αντιληφθεί, καθώς νομίζουν πως μόνο μέσω του ξενόφερτου ροκ π.χ., επειδή απλώς και μόνο κάποιοι επέλεγαν να το ακούσουν αβασάνιστα, θα διαχώριζαν τη θέση τους από την οπισθοδρόμηση και τη συντήρηση. Τέλος πάντων… Τα έχουμε ξαναπεί αυτά...
Ξεπερνώ τα προκαταρκτικά που γράφει η(;) Ε.Χ. και αναδημοσιεύω την κουβέντα…
Πάνο, πώς βρέθηκες στη Θεσσαλονίκη; 
Μα… για να σπουδάσω ήρθα. Φέτος τελειώνω το Πολυτεχνείο. Δεν είμαι Θεσσαλονικιός, όπως μερικοί νομίζουν. Γεννήθηκα στο Μεσολόγγι πριν 26 χρόνια και μεγάλωσα στην Πάτρα. 
Και η μουσική; Από πότε ασχολείσαι μ’ αυτήν; 
Το 1963 έκανα, θα μπορούσα να το πω, τα πρώτα μου γυμνάσματα πάνω σε μελωδικές γραμμές και το ’64 τα πρώτα μου τραγούδια. 
Τι σ’ έκανε να ασχοληθής με τη μουσική; 
Δεν μ’ αρέσουν οι άσχημες μεγαλοκουβέντες, που έγιναν κακοτυχία στο στόμα κάθε βεντέτας. Δεν είμαι βεντέτα. Είμαι πολύ λίγο γνωστός. Λέω μόνον ότι ήθελα να φτιάξω κάτι διαφορετικό, κάτι που να μου ταιριάζη… 
Με τι είδους μουσική πρωτοασχολήθηκες; 
Μα, φυσικά ελληνική. Πιστεύω ότι έχω χωνέψει καλά τις βυζαντινές μελωδίες και τα τραγούδια του λαού μας. Αυτό το υλικό, μεταπλασμένο, άρχισε να βγαίνη. Το αποτέλεσμα είχε ελληνική καταγωγή. 
Ποια η πρώτη σου εμφάνιση σε δίσκους, ρεσιτάλ κ.λπ.; 
Την πρώτη μου εμφάνιση έκανα στο Αμφιθέατρο του Πολυτεχνείου στη Θεσσαλονίκη, για τους συμφοιτητές μου. Το 1965 γύρισα ένα δίσκο με δύο δικά μου τραγούδια, το «Άκου μικρό μου ταίρι» και «Τα πουλιά πετούσαν». Ένα χρόνο αργότερα ηχογράφησα άλλα δύο τραγούδια μου με την Πόπη Αστεριάδη και τέλος, το 1968, γύρισα μια σειρά από 12 τραγούδια με τίτλο «Δωμάτιο»… Εμφανίστηκα σε μπουάτ της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Βορείου Ελλάδος… Πέρυσι το καλοκαίρι κατέβηκα στην Αθήνα και τραγούδησα μερικές φορές στη μπουάτ του Γιάννη Αργύρη, τις Εσπερίδες. 
Λένε ό,τι ανήκεις στο Νέο Κύμα. Θέλω να μου πης τη γνώμη σου γι’ αυτό… 
Έχω πη ό,τι δεν υπάρχει αυτό το πράγμα, που το λένε Νέο Κύμα. Ήταν μια εμπορική φάρσα κάποιου έξυπνου επιχειρηματία δίσκων. Πέτυχε μόνο να μας γνωρίση λίγους αξιόλογους ανθρώπους… Προώθηση στη μουσική τίποτα... Αυτοί που λένε ότι γράφουν Νέο Κύμα γράφουν ό,τι κακό ξέχασαν να γράψουν ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης… 
Πολλοί πιστεύουν ότι έχεις συγγένεια με τον Διονύση Σαββόπουλο. Είχα ακούσει μάλιστα ότι είστε ξαδέλφια… 
Γνωρίζω τον «Νιόνιο». Δεν είμαστε συγγενείς. Μ’ άρεσε πολύ, αλλά νομίζω ότι σταμάτησε στο «Φορτηγό»… Τα υπόλοιπα που έκανε είναι για να μην λέμε ότι μένουμε στα ίδια πράγματα. Εμπορικότητα, χωρίς ανανέωση, δεν υφίσταται! 
Και τα μελλοντικά σου σχέδια; 
Υπάρχει άμεση προοπτική για ένα δίσκο με 12 τραγούδια με τίτλο «Επεισόδιο». Τα τέσσερα απ’ αυτά είναι σε στίχους Καζαντζάκη, Καβάφη, Μαλακάση, Καββαδία κα τα επτά είναι δικά μου (σ.σ. τελικώς στο δίσκο μελοποιήθηκε μόνο Καββαδίας). Υπάρχει κι ένα κομμάτι στο τέλος, ένα χάπενινγκ, ακριβώς το επεισόδιο με τίτλο «Επεισόδιο Mister L.S. Dylan» (σ.σ. ο τελικός τίτλος του ήταν «Επεισόδιο Lord Simpson Dark»). Ίσως μπορέσω αυτό το χρόνο να ηχογραφήσω επτά κομμάτια για κιθάρα σε σύγχρονη φόρμα με τον τίτλο «Πυρηνικός Όλεθρος», βασισμένο σε μια καθαρή υπόθεση που έχει σχέση με τη σύγχρονη τεχνολογία και τις έννοιές της. Έχω ακόμη και μερικά τραγούδια, που θα ’θελα να τα κυκλοφορήσω μετά από… 40 χρόνια. Είναι πολύ γέρικα τραγούδια! 
Γιατί τώρα δεν εμφανίζεσαι πουθενά; 
Σταμάτησα στη Θεσσαλονίκη τις εμφανίσεις, γιατί πιεζόμουν από τα μαθήματα. Έπειτα ξέπεσε κι αυτή δόλια η μπουάτ κι εγώ δεν σκεπτόμουν να δουλεύω πουλώντας εφέ, παράστημα και πνεύμα, όπως αρκετοί κύριοι, που κουρδίζονται στο πάλκο το βράδυ και ξεκουρδίζονται τη μέρα, κατά κάποια έκφραση… Κι έπειτα κουράστηκα πια να μην τραγουδάω για μένα! 
Πώς βλέπεις το ελληνικό τραγούδι; 
Φρίκη! Από τους μεγάλους συνθέτες άλλοι λείπουν στο εξωτερικό, άλλοι ξέχασαν να γράφουν, άλλοι ερωτοτροπούν, άλλοι, άλλοι… Το ντόπιο λοιπόν δεν κάνει τίποτε. Φτιάχνει ανούσια τραγούδια (από περιεχόμενο είπατε τίποτα;), οι βεντέτες τα τραγουδάνε, ο κόσμος σνομπάρει, ενθουσιάζεται και… χλαπ τα τρώει, και γεμίζει ποσοστά η τσέπη του συνθέτη. Αν υπάρχη κανείς που να ’χη αντίθετη γνώμη, δεν έχει παρά να πάρη τραγούδια 4-5 χρόνων και να τα συγκρίνη με τη σημερινή παραγωγή. Υπάρχει όμως μια πικρή αλήθεια: πιστεύω απόλυτα πως το σημερινό τραγούδι μας εκπροσωπεί. Αυτό σημειώστε το. Μας εκπροσωπεί. Ευτυχώς που υπάρχουν οι ξένοι ραδιοσταθμοί, η παραγωγή και τα μαγνητόφωνά μας… 
Εκτός από τη μουσική με τι άλλο ασχολείσαι; 
Με τη μουσική ασχολούμαι γιατί μ’ αρέσει να κάνω το κέφι μου. Παράλληλα τελειώνω το Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης και δουλεύω σαν μηχανικός, τελευταία. Μ’ αρέσουν τα μαθηματικά, είναι η σιγουριά και η βεβαιότητα. 
Σκοπεύεις να ασχοληθής επαγγελματικά με τη μουσική ή με την επιστήμη σου; 
Φυσικά η επαγγελματική ασχολία μου θα είναι να δουλεύω ως μηχανικός. Με το τραγούδι κάνω μονάχα το κέφι μου και είμαι ευχαριστημένος, που δεν θα μου είναι επάγγελμα για να ζήσω. Είναι προτιμότερο να κάνης εσύ το κέφι σου με τους άλλους, παρά οι άλλοι με σένα.
 

9 ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ σήμερα έχουμε γενέθλια

Κλείσαμε 9 χρόνια καθημερινής σχεδόν παρουσίας στο διαδίκτυο. Μέσα σ’ αυτά τα 9 χρόνια πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 3600 αναρτήσεις, δημοσιεύτηκαν χιλιάδες σχόλια, ενώ σε λίγες μέρες θα συμπληρώσουμε 3 εκατομμύρια «χτυπήματα». Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως πάμε καλά!
Έτσι, θα συνεχίσουμε και αυτή τη σεζόν με τον ίδιο ρυθμό και κυρίως με το ίδιο πάθος να προσφέρουμε έγκυρη και σοβαρή πληροφόρηση γύρω από τα θέματά μας (δίσκοι, βιβλία, ταινίες, περιοδικά, σχολιασμός της επικαιρότητας, που συμβαίνει κυρίως στο facebook και που αναπτύσσεται και εδώ, και άλλα διάφορα).
Δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο –και δεν πρέπει να πούμε κάτι άλλο σε μιαν ανάρτηση γιορτής– πλην τούτου: μέγιστες ευχαριστίες προς όλες και όλους!
ΥΓ. Εορταστική άδεια δεν έχει σήμερα. Θα ακολουθήσει μέσα στη μέρα ειδική ανάρτηση, που θα τη χαρούν ιδιαιτέρως οι φίλοι του ελληνικού ροκ (με την ευρύτερη έννοια). Κάτι σαν δωράκι…

update...

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

LRK TRIO, OSLO 14 VOCAL ENSEMBLE, ROLF KRISTENSEN τρία τζαζ άλμπουμ από το βορρά της Ευρώπης

LRK TRIO: Urban Dreamer [LOS 206-2, 2018]
Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα… οι LRK Trio είναι Ρώσοι, από τη Μόσχα, και αποτελούνται από τους Evgeny Lebedev πιάνο, ακορντεόν κ.λπ., Anton Revnyuk κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο και Ignat Kravtsov ντραμς, κρουστά κ.λπ. – με τα αρχικά των επωνύμων τους (L, R, K) να δίνουν την ονομασία και στο σχήμα τους. Στην ηχογράφηση τού “Urban Dreamer” δεν είναι πάντως οι τρεις τους. Συμμετέχουν, σε κάποια tracks, πέντε ακόμη μουσικοί (δύο φωνές, τσέλο, whistle, pedal steel), μα κι ένα σχήμα εγχόρδων, το FX Quartet (δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο). Από τις οκτώ συνθέσεις τού CD οι επτά είναι των LRK, ενώ υπάρχει και μία version – είναι η “Akatombo”, που ανήκει στον ιάπωνα συνθέτη Kosaku Yamada (1886-1965).
Σ’ αυτό λοιπόν το δεύτερο άλμπουμ τους για τη νορβηγική Losen, οι LRK δείχνει να συνεχίζουν στο δρόμο που είχαν ανοίξει με το περσινό τους “If you Have a Dream”, στοχεύοντας ξανά σε μια περιδιάβαση των βορειο-ευρωπαϊκών τζαζ στυλ, συνδυάζοντας cool και λιγότερο cool ηχοχρώματα, με τραγούδι και φωνητικές ακροβασίες, με τα έγχορδα να προσθέτουν σε «βάθος», αλλά και σε ρομάντζα, φθάνοντας σε στιγμές ισχυρής και ηχηρής τζαζ προσφοράς με tracks σαν τα “Lost in Tokyo”, “Journey for three” και “Joy”. Έξοχη, περαιτέρω, και η σύνθεση τού Yamada, δηλαδή η διασκευή των LRK (γιατί αυτήν ακούμε), που συνδυάζει σύγχρονα στοιχεία, με folk tune και άψογα ενταγμένα pedal steel ηχοχρώματα.
OSLO 14 VOCAL ENSEMBLE: Improvisation, Composition II [LOS 202-2, 2018]
Πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Και πώς να μην είναι, όταν έχουμε μπροστά μας, δηλαδή στ’ αυτιά μας, ένα 14μελές σύνολο, που αποτελείται μόνον από φωνές! Αυτό είναι το Oslo 14 Vocal Ensemble, υπό τη διεύθυνση του Andreas Backer (τραγουδάει και αυτός σε τρία tracks – άρα πρόκειται για το 15ο μέλος τους), που καταγράφεται εδώ σε πέντε… συνθέσεις συνολικής διάρκειας 46:24. Τώρα, βεβαίως, τι είδους συνθέσεις είναι αυτές δεν είναι εύκολο να το πει κανείς, γιατί οι όποιες… συμβατικές αναφορές είναι οπωσδήποτε πολύ καλά κρυμμένες, αφού αυτό που φθάνει στ’ αυτιά μας διαθέτει μιαν ομοιογένεια.
Κατ’ αρχάς δεν μπορείς να καταλάβεις σε τι γλώσσα τραγουδούν ή ασκούν τη φωνή τους οι Νορβηγοί και οι Νορβηγίδες. Οπωσδήποτε στη γλώσσα τους, αλλά ανάμεσα ακούς και άλλες γλώσσες (ίσως και ελληνικά… κάτι «έπιασα», αλλά μπορεί να κάνω και λάθος), ενώ εκείνο που κυρίως ακούς είναι ποικίλα φωνητικά εφφέ σε διάφορες στάθμες, που δημιουργούν, αναλόγως, υπερβατικές ή λιγότερο υπερβατικές καταστάσεις. Φυσικά, ο αυτοσχεδιασμός παίζει εδώ πολύ μεγάλο ρόλο (το λέει και ο τίτλος του άλμπουμ εξάλλου), με τα κομμάτια να κινούνται κάπου ανάμεσα στη βοκαλιστική avant, στους ήχους του κόσμου, στις πιο κλασικές φωνητικές φόρμες και στον χαμηλής στάθμης θόρυβο. Δεν είναι θέμα να πεις πού ακριβώς συμβαίνει το ένα ή το άλλο, αλλά δεν είναι και εύκολο να δώσεις, γενικότερα, πιο ειδικές λεπτομέρειες.
Θέλει κότσια για ν’ ακούσεις μια φορά το “Improvisation, Composition II”, αλλά τη δεύτερη κυλάει πιο άνετα.
ROLF KRISTENSEN: Timelines [LOS 200-2, 2018]
Από τους νορβηγούς κιθαρίστες και συνθέτες που έχουν δώσει ισχυρό στίγμα στην τζαζ σκηνή της χώρας αυτή την τελευταία 20ετία, ο Rolf Kristensen έχει καινούριο προσωπικό CD, το οποίο ολοκληρώνει με τη βοήθεια πολλών και καλών μουσικών (Bernt Moen πιάνο, fender rhodes, Bendik Hofseth τενόρο, Per Elias Drabløs μπάσο, Marius Trøan Hansen ντραμς, Jango Nilsen ντραμς, Alf Vaksdal σύνθια, ηλεκτρονικά, Marin Stallemo Bakke βιολί, βιόλα, Niclas Pedersen βαρύτονο, Idar Eliassen Pedersen τρομπέτα).
Το “Timelines”, γενικώς, θα το αποκαλούσαμε fusion, ως άκουσμα, και δεν θα ήταν λάθος, αφού και αρκούντως ηλεκτρικό είναι και κιθαριστικό και ανακατεύει πολλά και διαφορετικά είδη – και όχι μόνο την jazz με το rock φυσικά. Βεβαίως, δεν πρόκειται για ένα κλασικό jazz-rock άκουσμα / άλμπουμ, αλλά για κάτι περισσότερο εκλεπτυσμένο και λεπτολογημένο, με πολλές και ωραία ενταγμένες επιρροές από (ποικίλες) παραδόσεις… ξένες μεταξύ τους.
Για παράδειγμα στο εναρκτήριο “Stone town” ο Kristensen χειρίζεται μέχρι και σάζι, προκειμένου να τονίσει κάποιες ανατολίτικες αναφορές, με το “Relief” να διακρίνεται περισσότερο για τις «κλασικές» αναφορές του (τις οποίες απλώς υπογραμμίζουν το βιολί με τη βιόλα) και με το “Cosmic rain” να διαθέτει αυτό το... κοσμικό ξεπέταγμα, το υποβοηθούμενο από τα σύνθια και τα ηλεκτρονικά. Τα δύο τελευταία tracks, το nordic-rockDeparture” και το ήσυχο-ονειρικό και κάπως ambient Echoes”, φανερώνουν και αυτά, την άνεση τού Kristensen να κινείται σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα με την ίδια, πάντοτε, άνεση και επάρκεια.
Επαφή: www.losenrecords.no