29/7/2026
>>Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το καλοκαίρι του 1975 (στο κόμικ πάντα), ένας νεαρός blues fan και συλλέκτης έχει πάρει σβάρνα τις Πολιτείες, τις πόλεις και τα χωριά του Νότου των ΗΠΑ, ψάχνοντας για ξεχασμένους δίσκους 78 στροφών. Έτσι, σε μια γειτονιά θα εντοπίσει μια μαύρη, γριά, χήρα, που είχε τους δίσκους του άντρα της πεταμένους σε μια αποθήκη, λέγοντάς της πως ψάχνει για παλιά τραγούδια και πως ενδιαφέρεται να τους αγοράσει. Όντως, η γριά θα φέρει μια πρώτη ντάνα με δίσκους στον συλλέκτη (όλα αυτά διαδραματίζονται στο κόμικ επαναλαμβάνω) και κάπως έτσι, ανάμεσα σε Henry Brown, Cannon’s Jug Stompers, Frank Stokes, Joe Callicott, Charley Patton κ.ά. (υπαρκτά ονόματα όλα τούτα) ο τύπος θα ανακαλύψει κι ένα 78άρι, που δεν του έλεγε απολύτως τίποτα. Ήταν ο μοναδικός δίσκος του Tommy Grady (φανταστικό όνομα επαναλαμβάνω)!<<
Κάτι λέμε για τον R. Crumb στο «Blues: Η Μαύρη Αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο» [Όγδοο, 2026], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία.
>>Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το καλοκαίρι του 1975 (στο κόμικ πάντα), ένας νεαρός blues fan και συλλέκτης έχει πάρει σβάρνα τις Πολιτείες, τις πόλεις και τα χωριά του Νότου των ΗΠΑ, ψάχνοντας για ξεχασμένους δίσκους 78 στροφών. Έτσι, σε μια γειτονιά θα εντοπίσει μια μαύρη, γριά, χήρα, που είχε τους δίσκους του άντρα της πεταμένους σε μια αποθήκη, λέγοντάς της πως ψάχνει για παλιά τραγούδια και πως ενδιαφέρεται να τους αγοράσει. Όντως, η γριά θα φέρει μια πρώτη ντάνα με δίσκους στον συλλέκτη (όλα αυτά διαδραματίζονται στο κόμικ επαναλαμβάνω) και κάπως έτσι, ανάμεσα σε Henry Brown, Cannon’s Jug Stompers, Frank Stokes, Joe Callicott, Charley Patton κ.ά. (υπαρκτά ονόματα όλα τούτα) ο τύπος θα ανακαλύψει κι ένα 78άρι, που δεν του έλεγε απολύτως τίποτα. Ήταν ο μοναδικός δίσκος του Tommy Grady (φανταστικό όνομα επαναλαμβάνω)!<<
Κάτι λέμε για τον R. Crumb στο «Blues: Η Μαύρη Αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο» [Όγδοο, 2026], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία.
28/7/2026
Και τέλος πάντων ο Μητσιάς έχει τραγουδήσει σημαντικότερους στίχους του Γκάτσου αυτή τη στιγμή από το Γιάννη το φονιά, που δεν τους έχει μελοποιήσει ο Χατζιδάκις. Εγώ αυτό θα ήθελα ν' ακούσω, σήμερα, σε μια συναυλία...
Και τέλος πάντων ο Μητσιάς έχει τραγουδήσει σημαντικότερους στίχους του Γκάτσου αυτή τη στιγμή από το Γιάννη το φονιά, που δεν τους έχει μελοποιήσει ο Χατζιδάκις. Εγώ αυτό θα ήθελα ν' ακούσω, σήμερα, σε μια συναυλία...
Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα,
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σα στρείδια, σα βδέλλες
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σα στρείδια, σα βδέλλες
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα.
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
Πού πήγες αγάπη, παράδεισε πρώτε, πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουν τις πύλες, να ρίχνουν τα τείχη, ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η χώρα λιακάδα.
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άντρες, σοφούς κυβερνήτες, μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουν τις πύλες, να ρίχνουν τα τείχη, ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η χώρα λιακάδα.
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα, Ελλάδα.
28/7/2026
Από τότε που πέθανε η δισκογραφία –δηλαδή την πεθάνανε, δεν πέθανε από μόνη της– οι συναυλίες έχουν εξελιχθεί σε φάμπρικα.
Εντάξει οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να επιβιώσουν, αλλά τι σημαίνει δημιουργός? Ένας τραγουδοποιός, που βρίσκεται εν ζωή, έχει συνήθως τα δικά του τραγούδια και βγάζει πρόγραμμα μ’ αυτά. Τον ενδιαφέρει να προβάλλει το δικό του υλικό και όχι να κάνει διασκευές. Τι γίνεται όμως όταν μιλάμε για τραγουδιστές, που απλώς τραγουδούν, και δεν έχουν γράψει στίχους ή μουσικές? Μπορούν να δανείζονται ό,τι θέλουν, χωρίς να λογαριάζουν κανέναν? Τα νομικά ζητήματα δεν μ’ ενδιαφέρουν.
Θέλουν κάποιοι να κάνουν ένα συναυλιακό αφιέρωμα ας πούμε στον Νίκο Γούναρη. Δεν είναι λογικό να πάνε να βρούνε τους κληρονόμους του (αν υπάρχουν) και να συζητήσουν μαζί τους? Και αν οι κληρονόμοι αρνηθούν, για τους χι ψι λόγους, επειδή το κόνσεπτ δεν τους κάνει, επειδή οι τραγουδιστές δεν τους αρέσουν, επειδή τα σκηνικά είναι χάλια, επειδή ο χώρος είναι χάλια, επειδή κάποια τραγούδια είναι ειδικού περιεχομένου και δεν γίνεται να λέγονται οπουδήποτε και οποτεδήποτε τότε τι πρέπει να γίνει? Πρέπει να προχωρήσει η συναυλία ή όχι? Εγώ, ας πούμε, και μιλάω πάντα για το ηθικό μέρος (γιατί το νομικό δεν μ’ ενδιαφέρει – το ξαναλέω), θα σταματούσα. Δεν θα προχωρούσα, αν δεν είχα τη σύμφωνη γνώμη του κληρονόμου.
Υπάρχουν συναυλίες που είναι δομημένες σωστά και προς κάθε κατεύθυνση, υπάρχουν συναυλίες μέτριες και υπάρχουν και αρπαχτές. Γιατί κάποιος κληρονόμος θα πρέπει να λέει ναι σε όλες? Προφανώς και δεν μπαίνουν μόνο τα οικονομικά ζητήματα στη μέση. Και προφανώς υπάρχουν αισθητικοί και άλλοι λόγοι, που για κάποιους μπορεί να μετράνε περισσότερο.
Από τότε που πέθανε η δισκογραφία –δηλαδή την πεθάνανε, δεν πέθανε από μόνη της– οι συναυλίες έχουν εξελιχθεί σε φάμπρικα.
Εντάξει οι δημιουργοί πρέπει να μπορούν να επιβιώσουν, αλλά τι σημαίνει δημιουργός? Ένας τραγουδοποιός, που βρίσκεται εν ζωή, έχει συνήθως τα δικά του τραγούδια και βγάζει πρόγραμμα μ’ αυτά. Τον ενδιαφέρει να προβάλλει το δικό του υλικό και όχι να κάνει διασκευές. Τι γίνεται όμως όταν μιλάμε για τραγουδιστές, που απλώς τραγουδούν, και δεν έχουν γράψει στίχους ή μουσικές? Μπορούν να δανείζονται ό,τι θέλουν, χωρίς να λογαριάζουν κανέναν? Τα νομικά ζητήματα δεν μ’ ενδιαφέρουν.
Θέλουν κάποιοι να κάνουν ένα συναυλιακό αφιέρωμα ας πούμε στον Νίκο Γούναρη. Δεν είναι λογικό να πάνε να βρούνε τους κληρονόμους του (αν υπάρχουν) και να συζητήσουν μαζί τους? Και αν οι κληρονόμοι αρνηθούν, για τους χι ψι λόγους, επειδή το κόνσεπτ δεν τους κάνει, επειδή οι τραγουδιστές δεν τους αρέσουν, επειδή τα σκηνικά είναι χάλια, επειδή ο χώρος είναι χάλια, επειδή κάποια τραγούδια είναι ειδικού περιεχομένου και δεν γίνεται να λέγονται οπουδήποτε και οποτεδήποτε τότε τι πρέπει να γίνει? Πρέπει να προχωρήσει η συναυλία ή όχι? Εγώ, ας πούμε, και μιλάω πάντα για το ηθικό μέρος (γιατί το νομικό δεν μ’ ενδιαφέρει – το ξαναλέω), θα σταματούσα. Δεν θα προχωρούσα, αν δεν είχα τη σύμφωνη γνώμη του κληρονόμου.
Υπάρχουν συναυλίες που είναι δομημένες σωστά και προς κάθε κατεύθυνση, υπάρχουν συναυλίες μέτριες και υπάρχουν και αρπαχτές. Γιατί κάποιος κληρονόμος θα πρέπει να λέει ναι σε όλες? Προφανώς και δεν μπαίνουν μόνο τα οικονομικά ζητήματα στη μέση. Και προφανώς υπάρχουν αισθητικοί και άλλοι λόγοι, που για κάποιους μπορεί να μετράνε περισσότερο.
28/7/2026
Τι να μας πει τώρα ο Νόλαν...
Τι να μας πει τώρα ο Νόλαν...
28/7/2026
Τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και με τον Μητσιά και με όλους τους άλλους ερμηνευτές είναι ελεύθερα, τζάμπα, στο ίντερνετ, στο YouTube ας πούμε, και μπορεί όποιος-α θέλει να τ’ ακούσει. Αντιθέτως εκατοντάδες ελληνικές ταινίες, που αποτελούν επίσης, πολιτιστική κληρονομιά, είναι αποκλεισμένες και δεν μπορεί κανείς να τις δει, τζάμπα, στο YouTube. Και γι’ αυτό δεν μιλάει κανείς. Τέλος πάντων εγώ, για να μην πολυλογώ, συμφωνώ με τον γιο του Χατζιδάκι και με την αυστηρή στάση που κρατάει σε σχέση με το έργο του πατέρα του. Και από τη στιγμή που έχει ελεύθερα τα τραγούδια του Χατζιδάκι στο διαδίκτυο, για μένα έχει πράξει το καθήκον του, και το θέμα έχει τελειώσει. Το τι συμβαίνει με τις συναυλίες, ειλικρινά, δεν μ’ ενδιαφέρει. Και σε κάθε περίπτωση το θεωρώ έλασσον.
[λυπάμαι, θα τα κλείσω τα σχόλια - γιατί η συζήτηση δεν έχει νόημα - είναι σαφές το τι λέω στο ποστ - σέβομαι την άλλη άποψη, αλλά θεωρώ δικαίωμα του κληρονόμου να συμπεριφέρεται όπως εκείνος θέλει - και εν προκειμένω συμφωνώ μαζί του]
Τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι και με τον Μητσιά και με όλους τους άλλους ερμηνευτές είναι ελεύθερα, τζάμπα, στο ίντερνετ, στο YouTube ας πούμε, και μπορεί όποιος-α θέλει να τ’ ακούσει. Αντιθέτως εκατοντάδες ελληνικές ταινίες, που αποτελούν επίσης, πολιτιστική κληρονομιά, είναι αποκλεισμένες και δεν μπορεί κανείς να τις δει, τζάμπα, στο YouTube. Και γι’ αυτό δεν μιλάει κανείς. Τέλος πάντων εγώ, για να μην πολυλογώ, συμφωνώ με τον γιο του Χατζιδάκι και με την αυστηρή στάση που κρατάει σε σχέση με το έργο του πατέρα του. Και από τη στιγμή που έχει ελεύθερα τα τραγούδια του Χατζιδάκι στο διαδίκτυο, για μένα έχει πράξει το καθήκον του, και το θέμα έχει τελειώσει. Το τι συμβαίνει με τις συναυλίες, ειλικρινά, δεν μ’ ενδιαφέρει. Και σε κάθε περίπτωση το θεωρώ έλασσον.
[λυπάμαι, θα τα κλείσω τα σχόλια - γιατί η συζήτηση δεν έχει νόημα - είναι σαφές το τι λέω στο ποστ - σέβομαι την άλλη άποψη, αλλά θεωρώ δικαίωμα του κληρονόμου να συμπεριφέρεται όπως εκείνος θέλει - και εν προκειμένω συμφωνώ μαζί του]
28/7/2026
Η συσχέτιση του blues με το ρεμπέτικο έχει βαθύ παρελθόν, με το ξεκίνημά της να τοποθετείται στο τέλος των 60s-αρχή 70s. Σ’ αυτό το βιβλίο, το «Rebetika», που είχαν τυπώσει δύο Αμερικανίδες στην Αθήνα του ’75, υπάρχει ένα πρώτο κείμενο, στα αγγλικά, γραμμένο από τον Σάκη Παπαδημητρίου, που επιχειρεί να κινηθεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είδη.
Η συσχέτιση του blues με το ρεμπέτικο έχει βαθύ παρελθόν, με το ξεκίνημά της να τοποθετείται στο τέλος των 60s-αρχή 70s. Σ’ αυτό το βιβλίο, το «Rebetika», που είχαν τυπώσει δύο Αμερικανίδες στην Αθήνα του ’75, υπάρχει ένα πρώτο κείμενο, στα αγγλικά, γραμμένο από τον Σάκη Παπαδημητρίου, που επιχειρεί να κινηθεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο είδη.
Όλη την
ιστορία του «blues-ρεμπέτικο» θα την διαβάσεις, όπως δεν έχει ξαναγραφεί ποτέ,
στο «Blues: Η Μαύρη Αναβίωση στα 60s / Επίμετρο: Blues & Ρεμπέτικο» [Όγδοο,
2026], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία
27/7/2026
Ωραίος ως Έλλην... Έχω και φοβερό garage punk από κάτω, που πάει και προς mod με επιρροές από Motown.
Ωραίος ως Έλλην... Έχω και φοβερό garage punk από κάτω, που πάει και προς mod με επιρροές από Motown.
























