Όσοι
και όσες μεγαλώσαμε στις παλαιότερες δεκαετίες και ασχοληθήκαμε, με τον έναν ή
τον άλλο τρόπο, με τα «ξένα τραγούδια» γνωρίζουμε οπωσδήποτε το όνομα του
Λευτέρη Κογκαλίδη – αυτού του αφοσιωμένου ανθρώπου της μουσικής, που θα έφευγε
από τη ζωή την 1η Ιουνίου 2026 στα 83 χρόνια του.
Ο Κογκαλίδης, μαζί με τον Νίκο Μαστοράκη και τον Γιάννη Πετρίδη, από τη δεκαετία του ’60 ήδη, θα έβαζαν ως στόχο τους τη διάδοση της αγγλόφωνης (και γαλλόφωνης και ιταλόφωνης) ποπ στη χώρα μας, δημιουργώντας μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τα κείμενά τους, στα περιοδικά και τις εφημερίδες, τις πρώτες ομάδες των fans (βασικά της «χρυσής νεολαίας») των μεγάλων ερμηνευτών-ερμηνευτριών και των συγκροτημάτων της αλλοδαπής. Είναι σαφές, θέλω να πω, πως η διάδοση της ποπ και του ροκ, στα σίξτις και τα σέβεντις αρχικά (ας μείνουμε σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες), τους οφείλει πολλά. Ο Κογκαλίδης, εν αντιθέσει με τους άλλους δύο, που ήταν Αθηναίοι, είχε ως βάση του τη Θεσσαλονίκη, και το γεγονός πως συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με τη μουσική ιστορία της πόλης είναι κάτι που, ασφαλώς, τον ξεχωρίζει.
Έτσι,
μπορεί να ξεκινά το 1962 από τις εφημερίδες της Μακεδονίας, όπως τον «Ελληνικό
Βορρά», με το λεγόμενο «καλλιτεχνικό ρεπορτάζ», αλλά γρήγορα ο Κογκαλίδης
ξανοίγεται και στα ποπ έντυπα των Αθηνών, την εφημερίδα «Δισκοθήκη» του Νίκου
Μαστοράκη αρχικά και το περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί» του Θανάση Τσόγκα στη
συνέχεια, γράφοντας ανταποκρίσεις από τη Θεσσαλονίκη, και παρουσιάζοντας όλη τη
μοντέρνα καλλιτεχνική κίνηση της συμπρωτεύουσας (τα κλαμπ, τα σχήματα, τους
έλληνες και ξένους τραγουδιστές που εμφανίζονταν εκεί κ.λπ.).
Ο Κογκαλίδης διάβαζε ξένο Τύπο από τότε κι ήταν ενημερωμένος για διάφορα θέματα, μεταφέροντας στα κείμενά του πληροφορίες που δεν ήταν εύκολο να τις συλλέξει και να τις αξιολογήσει ο οποιοσδήποτε. Αναφερόμαστε στο μέσο της δεκαετίας του ’60, μια πολύ πρώιμη εποχή για την ποπ στην Ελλάδα, όταν όλα κινούνταν «στο περίπου» και ήταν, σίγουρα, αδιαμόρφωτα.
Για παράδειγμα, ο Κογκαλίδης ήταν ο πρώτος που είχε γράψει στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του ’65, στους «Μοντέρνους Ρυθμούς», πως η γιάνκα, όπως την λέγαμε εδώ, ήταν φινλανδική και αυτό, προσωπικά, του το έχω πιστώσει, αναφέροντάς το και στο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» [Όγδοο, 2025] στο σχετικό κεφάλαιο. Επίσης έδινε διάφορες πληροφορίες του τύπου «το νέο κασσέ των Μπητλς είναι 1.500.000 δρχ. για κάθε εμφάνισι», «για μια εμφάνισι στην Σάντα Μόνικα ο Μπομπ Ντύλαν έλαβε 300.000 δρχ.», «ο Λούι Άρμστρονγκ και η ορχήστρα του παίρνουν 120.000 δρχ.» (λιγότερα απ’ όλους ο «πρεσβευτής» της τζαζ), που συνδέονταν (οι πληροφορίες) με την υλικότητα των μουσικών δρωμένων το καλοκαίρι του ’65 και την οικονομική αποτύπωση των «αστέρων» στη μπίζνα της εποχής.
Τον
Λευτέρη Κογκαλίδη μπορεί να μην τον γνώριζα από κοντά, όμως άφηνε σχόλια από
παλιά στο blog μου «δισκορυχείον» (κάτι που θα με εξέπληττε θετικά
σε σχέση με την άνεσή του να σχολιάζει σ’ ένα ταπεινό ιστολόγιο), ενώ σχολίαζε
και στις αναρτήσεις μου στο fb, καθώς εκεί
ήμασταν φίλοι. Τον εκτιμούσα (σίγουρα) και με εκτιμούσε (έτσι νομίζω) – παρότι
μια-δυο φορές είχαμε διαφωνήσει και για μουσικά ζητήματα, μα και για πολιτικά, που
πάντα παρεισφρέουν στις κουβέντες, καθώς ο Κογκαλίδης, όπως και οι περισσότεροι
συνομήλικοί του, που ασχολούνταν με την ποπ στα σίξτις, ήταν συντηρητικός.
Η συνέχεια
εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/o-leyteris-kogkalidis-eihe-megali-istoria-sti-moysiki-kai-ti-dimosiografia
Ο Κογκαλίδης, μαζί με τον Νίκο Μαστοράκη και τον Γιάννη Πετρίδη, από τη δεκαετία του ’60 ήδη, θα έβαζαν ως στόχο τους τη διάδοση της αγγλόφωνης (και γαλλόφωνης και ιταλόφωνης) ποπ στη χώρα μας, δημιουργώντας μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τα κείμενά τους, στα περιοδικά και τις εφημερίδες, τις πρώτες ομάδες των fans (βασικά της «χρυσής νεολαίας») των μεγάλων ερμηνευτών-ερμηνευτριών και των συγκροτημάτων της αλλοδαπής. Είναι σαφές, θέλω να πω, πως η διάδοση της ποπ και του ροκ, στα σίξτις και τα σέβεντις αρχικά (ας μείνουμε σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες), τους οφείλει πολλά. Ο Κογκαλίδης, εν αντιθέσει με τους άλλους δύο, που ήταν Αθηναίοι, είχε ως βάση του τη Θεσσαλονίκη, και το γεγονός πως συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με τη μουσική ιστορία της πόλης είναι κάτι που, ασφαλώς, τον ξεχωρίζει.
Ο Κογκαλίδης διάβαζε ξένο Τύπο από τότε κι ήταν ενημερωμένος για διάφορα θέματα, μεταφέροντας στα κείμενά του πληροφορίες που δεν ήταν εύκολο να τις συλλέξει και να τις αξιολογήσει ο οποιοσδήποτε. Αναφερόμαστε στο μέσο της δεκαετίας του ’60, μια πολύ πρώιμη εποχή για την ποπ στην Ελλάδα, όταν όλα κινούνταν «στο περίπου» και ήταν, σίγουρα, αδιαμόρφωτα.
Για παράδειγμα, ο Κογκαλίδης ήταν ο πρώτος που είχε γράψει στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του ’65, στους «Μοντέρνους Ρυθμούς», πως η γιάνκα, όπως την λέγαμε εδώ, ήταν φινλανδική και αυτό, προσωπικά, του το έχω πιστώσει, αναφέροντάς το και στο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» [Όγδοο, 2025] στο σχετικό κεφάλαιο. Επίσης έδινε διάφορες πληροφορίες του τύπου «το νέο κασσέ των Μπητλς είναι 1.500.000 δρχ. για κάθε εμφάνισι», «για μια εμφάνισι στην Σάντα Μόνικα ο Μπομπ Ντύλαν έλαβε 300.000 δρχ.», «ο Λούι Άρμστρονγκ και η ορχήστρα του παίρνουν 120.000 δρχ.» (λιγότερα απ’ όλους ο «πρεσβευτής» της τζαζ), που συνδέονταν (οι πληροφορίες) με την υλικότητα των μουσικών δρωμένων το καλοκαίρι του ’65 και την οικονομική αποτύπωση των «αστέρων» στη μπίζνα της εποχής.
![]() |
O Λευτέρης Κογκαλίδης κρατά το άλμπουμ των Eric Burdon and War “The Black Man’s Burdon”, συζητώντας με τον Burdon στο MIDEM των Καννών, τον Γενάρη του ’71 |
https://www.lifo.gr/culture/music/o-leyteris-kogkalidis-eihe-megali-istoria-sti-moysiki-kai-ti-dimosiografia


























