Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΤΗΣ ένα βιβλίο για τους Γιάννη Σταματίου-Σπόρο και Μανώλη Χιώτη

Στη σειρά του Μετρονόμου Λαϊκά Πορτρέτα ο μπουζουξής, συνθέτης και ερευνητής Γιώργος Αλτής κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το δεύτερο τόμο, ο οποίος είναι αφιερωμένος στους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού Γιάννη Σταματίου-Σπόρο (1935-2011) και Μανώλη Χιώτη (1920-1970). Να υπενθυμίσω πως ο πρώτος τόμος της σειράς είχε τυπωθεί το 2015 και ήταν αφιερωμένος στους επίσης δεξιοτέχνες Ανέστη Αθανασίου, Αργύρη Βαμβακάρη, Βασίλη Καραπατάκη, Στέλιο Μακρυδάκη και Δημήτρη Στεργίου-Μπέμπη. Γι’ αυτόν τον τόμο είχαμε γράψει τα σχετικά εδώ… https://diskoryxeion.blogspot.com/2015/11/50.html. Τώρα θα πούμε τα νεότερα…
Κατ’ αρχάς να πω πως ο Αλτής γράφει απλά, καθαρά και κατανοητά. Σ’ ένα βιβλίο που ασχολείται με το βίο λαϊκών δημιουργών δεν θα χωρούσε άλλη γλώσσα – πανεπιστημιακού τύπου και τα λοιπά. Αυτό το θεωρώ πολύ θετικό, το ότι το βιβλίο είναι γραμμένο από fan και όχι από… ειδήμονα δηλαδή, καθώς έτσι αποκτά το πιο σωστό γόητρο. Μας τα έχουν ζαλίσει με το ροκ οι πανεπιστημιακοί, να μη μας τα ζαλίζουνε και με το λαϊκό…
Η βασική πηγή πληροφόρησης του Αλτή, στην έρευνά του, είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων, που γνώρισαν από κοντά τους δύο μουσικούς. Αν για την περίπτωση τού Γιάννη Σταματίου (μιλάει και ο ίδιος στο βιβλίο) κάτι τέτοιο δεν ενέχει πολλούς κινδύνους (πάντα θα ενέχει κάποιους), επειδή ο άξιος βιρτουόζος έζησε μέχρι και τα πιο πρόσφατα χρόνια, με τις σχετικές αφηγήσεις να είναι, όπως και να το κάνεις, νωπές (λέμε γι’ αυτές που αφορούν, χοντρικά, στις τελευταίες δύο δεκαετίες της ζωής του), στην περίπτωση του Μανώλη Χιώτη όλες οι αφηγήσεις έχουν να κάνουν με γεγονότα πριν το 1970 και άρα, πολύ δύσκολα, αυτές ακριβώς οι αφηγήσεις μπορεί να λογαριαστούν ως… 100% ακριβείς, ιδίως όταν δεν είναι ντοκουμενταρισμένες.
Υπάρχει αυτό το θέμα-ζήτημα στο βιβλίο – και στα δύο κεφάλαια. Ο Αλτής δεν έχει πολύ αυστηρά επιβεβαιωμένο υλικό στη διάθεσή του και δεν ξέρω αν μπορούσε να βρει (και) άλλο. Μπορεί ο άνθρωπος να έψαξε… Δεν ξέρω… Βλέπω ελάχιστα πράγματα από την περίοδο του Σταματίου στην Αμερική π.χ. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις λίγες σχετικώς φωτογραφίες (κάποιες τις έχω δει από χρόνια σε περιοδικά και στο δίκτυο – δεν γνωρίζω ποιες απ’ αυτές είναι, εδώ, δημοσιευμένες για πρώτη φορά), ούτε στα εξώφυλλα των δίσκων (που κι εκεί υπάρχουν ελλείψεις – θα χρειάζονταν μερικές ετικέτες δίσκων ιστορικών κομματιών για παράδειγμα), αλλά σε αποκόμματα δημοσιεύσεων, μαρκίζες προγραμμάτων κ.λπ. Λείπουν βεβαίως και φωτογραφίες (δεν ξέρω αν υπάρχουν – πιθανώς να μην υπάρχουν) που θα έδιναν άλλη, παγκόσμια διάσταση στα γραφόμενα. Για παράδειγμα πόζες του Σταματίου με τον Elvis Presley, με τον Ray Charles, τον Frank Sinatra κ.λπ. Ειδικώς για το «βασιλιά» κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερης αξίας. Να δεις έναν Έλληνα, δηλαδή, φωτογραφημένο δίπλα στον Presley. (Σχετικό-άσχετο. Κάποτε οι αδελφοί Κατσάμπα είχαν ισχυριστεί, ή ισχυρίζονται ακόμη, πως είχαν εμφανιστεί δίπλα στο «βασιλιά» στην ταινία Fun in Acapulco, του 1963, αλλά κάτι τέτοιο από την ταινία δεν επιβεβαιώνεται – κοινώς… μούφα). Θέλω να πω πως ειδικώς στην περίπτωση του Σταματίου το φωτογραφικό υλικό λείπει. Γιατί ο Σπόρος είχε κάνει, όντως, μεγάλη καριέρα στην Αμερική και λογικώς, ή φυσιολογικώς, θα πρέπει να συγχρωτίστηκε με πολλούς και με πολλές (διάσημους και διάσημες).
Το fake εξώφυλλο του TIME
Υπάρχει μια «πληροφορία», που έχει σπαρθεί στο δίκτυο, σχετική με τον Σταματίου, η οποία είναι ο ορισμός του fake, αλλά ευτυχώς τούτη την «πληροφορία» ο Αλτής δεν την αναπαράγει (δυστυχώς, αναπαράγει κάποια άλλη, αλλά θα τα πούμε στη συνέχεια γι’ αυτή).
Είναι εκείνη που λέει πως ο Γιάννης Σταματίου-Σπόρος είχε γίνει εξώφυλλο στο αμερικανικό περιοδικό TIME και μάλιστα ως “man of the year”!! Φυσικά, τέτοιο εξώφυλλο δεν υπάρχει (παρά μόνο στη βλακώδη φαντασία κάποιων). Έψαξα όλα τα εξώφυλλα στο σάιτ του TIME, όπως και αλλού (για όσα από τα covers δεν υπήρχαν στο επίσημο σάιτ), και φυσικά δεν εντοπίστηκε πουθενά κάτι σχετικό. Αυτή η «πληροφορία» έχει αναπαραχθεί, βασικά, όταν πέθανε ο Σταματίου, από το protagon.gr, το tanea.gr, το rizospastis.gr κ.ο.κ. Μάλιστα κάποιοι αναφέρουν ως χρονιά το 1963 και κάποιοι άλλοι το 1965!! Οι άνθρωποι είναι 100% άσχετοι… τυφλοπόντικες του κερατά. Δεν φτάνει που δεν το ψάχνουν (εξώφυλλο στο TIME είναι αυτό – ψάξτε ρε καραμήτροι να το βρείτε και να το δείξετε, αφού λέτε ότι υπάρχει!), αλλά δεν καταλαβαίνουν κιόλας πως το fake εξώφυλλο του Σπόρου στο αμερικάνικο περιοδικό, αν υπήρχε, θα ήταν σίγουρα μετά το 1970, γιατί ο Σπόρος είναι μεγαλωμένος στη φωτογραφία, με γκρίζες φαβορίτες κ.λπ.
Με το ίδιο σακάκι με το οποίο υποτίθεται πως ποζάρει για το TIME μόνος του ο Σπόρος (το 1963 ή ’65 τάχα μου-τάχα μου), ποζάρει και με το συγκρότημά του και αυτή η φωτογραφία υπάρχει στο βιβλίο τού Αλτή με την εξής λεζάντα: «Γιάννης Σταματίου, Βούλα Σταματίου, Φώτης Βουτσινάς κιθάρα, Μάικ Πάππας ντραμς, Σακραμέντο 1974». Δεν χρειάζεται να πω πως έψαξα και όλα τα εξώφυλλα του TIME από τα seventies και πως Σταματίου-cover (μάλιστα, από το δήθεν εξώφυλλο απουσιάζουν, πάνω δεξιά, ο μήνας, η μέρα και το έτος) δεν υφίσταται πουθενά.
Γενικώς, η αφήγηση του Αλτή (και η μεταφορά που κάνει ο ίδιος, στο βιβλίο του, όλων των υπολοίπων αφηγήσεων) μοιάζει πλήρης και έχει, φυσικά, πολλαπλό ενδιαφέρον. Και όσον αφορά στα διάφορα περιστατικά από τη θρυλική καριέρα του Σπόρου –είτε αυτά συνέβησαν περίπου έτσι ή ακριβώς έτσι–, και όσον αφορά, κυρίως τούτο, στις ιστορίες που κρύβονται πίσω από συγκεκριμένα τραγούδια, δίσκους, συνεργασίες κ.λπ. Παρά ταύτα κάποια λάθη δεν ήταν, ως φαίνεται, δυνατό να αποφευχθούν.
Στη σελ.41, για παράδειγμα, διαβάζουμε (από αφήγηση της συζύγου του Σπόρου Βούλας Σταματίου): «Τον Μάιο του ’62 έφτασε στο Χόλιγουντ και έπιασε δουλειά στο Ντορτς, το μαγαζί της Ελένης Καπέλου. Ήταν επί της Χόλιγουντ και Λος (σ.σ. Λας) Πάλμας γωνία. Πελάτες ήτανε ο Κάρλος Σαντάνα, ο Μπομπ Μάρλεϊ. Πολλοί περάσανε από εκεί να τον ακούσουνε». Δεν ξέρω αν πάσχει στη διατύπωση το συγκεκριμένο απόσπασμα, αλλά, πάντως, ακόμη και αν δεχθούμε πως μπορεί να πέρασαν από το μαγαζί, το 1962, οι Σαντάνα και Μάρλεϊ, αποκλείεται κάποιοι να τους αναγνώριζαν επειδή τότε ήταν πανάγνωστοι. Δεν κάθισα να τσεκάρω και να ψειρίσω ό,τι μου χτυπούσε «κάπως» στο μάτι, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος πως εδώ κρύβονται κι άλλα τέτοιου τύπου «περίεργα»… Υπάρχουν επίσης ουκ ολίγες λανθασμένες μεταφράσεις ξένων ονομάτων, που θα μπορούσε να αποφευχθούν αν τα ξένα ονόματα γράφονταν με τη λατινική γραφή τους. Ο Hrach Yacoubian (Χρατς Γιακούμπιαν) γίνεται Χάρατς Γιακούμπιαν, ο Dimitri Tiomkin (Ντιμίτρι Τιόμκιν) γίνεται Τόμκιν, το σχήμα Tony Orlando and Dawn (Τόνι Ορλάντο και Ντόον) γίνεται Τόνι Αρλάντο και Ντάουν, ο ηθοποιός και τραγουδιστής Tim Morgon γίνεται Τιμ Μόργκαν, η τραγουδίστρια Aliza Azikri (Αλίζα Αζίκρι) γίνεται Αλίσα Ζίκρι, ο τραγουδιστής Engelbert Humperdinck (Ένγκελμπερτ Χάμπερντινκ) γίνεται Έλγκερμπερτ Χάπερντιν... Anyway… Για πάμε, όμως, και στο κεφάλαιο για τον Χιώτη…
Και εδώ ο Αλτής έχει κάνει καλή δουλειά, κάτι που θέλω ξανά να το τονίσω ανεξαρτήτως των όποιων παρατηρήσεων. Εξάλλου, οι παρατηρήσεις, οι επισημάνσεις κ.λπ. δεν έχουν ως στόχο το να υποτιμηθεί το βιβλίο, αλλά να εξακριβωθούν με ακόμη μεγαλύτερη ενάργεια οι διάφορες «αλήθειες».
Στην περίπτωση του Χιώτη τονίζω και πάλι το γεγονός πως οι μαρτυρίες των διαφόρων δεν μπορεί παρά να φέρνουν πάνω τους την… πατίνα του χρόνου, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ακρίβεια των περιγραφόμενων καταστάσεων. Πάντως ο Αλτής έχει να επιδείξει στο βιβλίο του και κάποια ντοκουμέντα (φωτογραφίες, καταχωρίσεις προγραμμάτων και μαγαζιών σε έντυπα της εποχής κ.λπ.), ενώ περιλαμβάνει και δύο αποσπάσματα συνεντεύξεων του Μανώλη Χιώτη. Μάλλον, δεν ξέρω αν έχουμε να κάνουμε με αποσπάσματα ή με τις πλήρεις μεταφορές. Λέω, όμως, πως οι συνεντεύξεις αυτές αν δεν έχουν μεταφερθεί ολάκερες θα είναι «μείον», ενώ αν έχουν μεταφερθεί πλήρεις τότε… μπράβο στο συγγραφέα. Δεν μπορεί να μιλάει ο ένας και ο άλλος για τον Χιώτη και να μη μιλάει ο ίδιος ο Χιώτης. Να σημειώσουμε, λοιπόν, πως η μία συνέντευξη προέρχεται από το περιοδικό ΝΤΟΜΙΝό (30/11/1963) και η δεύτερη από το περιοδικό ΠΡΩΤΟ (Ιούλιος 1968). Οι συνεντεύξεις αυτές παρότι είναι κάπως απλοϊκές (και σ’ αυτό δεν ευθύνεται ο Χιώτης που απαντά, αλλά ο δημοσιογράφος που ερωτά) είναι πολύ σημαντικές, γιατί δείχνουν πώς σκεφτόταν για κάποια θέματα ο ίδιος ο βιρτουόζος. Μεταφέρω κι εδώ κάτι από το ΠΡΩΤΟ: 
– Ποιους συνθέτες θεωρείται θεμελιωτές στη λαϊκή μας μουσική; 
– Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Βαμβακάρη. 
– Να προσθέσω το όνομα Χιώτης; 
– Το μεγάλο κοινό μου δίνει αυτή τη θέση και το ευχαριστώ. 
– Μετά από εσάς ποιοι πήραν τη σκυτάλη; 
– Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και μερικοί άλλοι. 
– Από ερμηνευτές; 
– Υπάρχουν πια αμέτρητες φωνές. Το 50% δεν λέει τίποτα. Το 25% μέτριοι και οι υπόλοιποι καλοί. 
Φυσικά και εδώ καταγράφονται κάποιες απορίες, ανακρίβειες ή και λάθη. Για παράδειγμα ο πασίγνωστος κιθαρίστας Γιάννης Δέδες (αναφέρεται και στο βιβλίο, στη σελ. 105, ως κιθαρίστας), αλλού (στον «Επιτάφιο» των Θεοδωράκη, Ρίτσου, Μπιθικώτση, Χιώτη) αναφέρεται ως κοντραμπασίστας. Να έπαιζε και κοντραμπάσο ο Δέδες; Να πρόκειται για άλλο πρόσωπο με το ίδιο ονοματεπώνυμο ή για λάθος; Αλλού ο τρομπετίστας του Χιώτη Τάκης Πασβάντης αναφέρεται ως σαξοφωνίστας, η ηθοποιός Ίντα Χριστινάκη γράφεται ως Χριστιανάκη, η ηθοποιός Τριάντη αλλού γράφεται Ντίνα (σωστό) και αλλού Νίκη (λάθος) κ.λπ.
Εκεί όμως που πραγματικά στενοχωρήθηκα με το καλό βιβλίο του Αλτή, και λέω αυτή τη λέξη «στενοχωρήθηκα», και όχι κάποια άλλη, επειδή αυτό ακριβώς συνέβη, είναι στην αναπαραγωγή αυτής της γελοίας ιστορίας περί της δήθεν γνωριμίας τού Μανώλη Χιώτη με τον Jimi Hendrix.
Ο Αλτής επαναλαμβάνει, χωρίς καμία τεκμηρίωη (δυστυχώς και για αυτόν) τις φαιδρότητες που είχαν ακουστεί σ’ εκείνη την ό,τι-να ’ναι σχετική τηλεοπτική εκπομπή του Χρίστου Βασιλόπουλου Μηχανή του Χρόνου, ενώ παρατίθενται, επί του θέματος, και λίγα λόγια του «αμερικάνου» μπουζουξή Λάκη Μπαλή, που έχουν ως εξής:
«Ο Χέντριξ πήγαινε στο Πορτ Σάιντ κάθε βράδυ. Είχε τρελαθεί με τον Χιώτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε αυτή την ικανότητα να παίζει έτσι, να τρέχει. Οι καθαρές του νότες, η φαντασία του, τα ταξίμια του, δεν μπορούσε να τα συλλάβει. Είχε τρελαθεί. Αφού το είχανε γράψει οι εφημερίδες. Συζητήθηκε πολύ».
Έχω αποδομήσει εδώ www.diskoryxeion.blogspot.com/2011/02/hendrix.html όλο το συγκεκριμένο σκηνικό που έχει στηθεί γύρω απ’ αυτή την ιστορία και δεν χρειάζεται να πω, τώρα, κάτι άλλο. Να προσθέσω μόνο το αυτονόητο… πως ούτε κι εδώ βλέπουμε αποδεικτικά στοιχεία, συνεντεύξεις του Hendrix, που να μιλάει για το Χιώτη, εφημερίδες που να γράφουν τα σχετικά κ.λπ. Λόγια στο βρόντο μόνο, που αναπαράγουν μιαν αρλούμπα. Ή έναν αστικό μύθο, όπως θα έλεγαν κάποιοι την αρλούμπα στην… καθαρεύουσα.
Δεν θέλω να πω πως η αναπαραγωγή αυτής της ιστορίας μού έβαλε, σώνει και καλά, ψύλλους στ’ αυτιά και για άλλα… αμερικάνικα επεισόδια, για τα οποία διαβάζουμε στο βιβλίο του Αλτή και που αφορούν είτε στον Σπόρο είτε στον Χιώτη, όμως… όμως… οφείλω μια συνολική γνώμη για τα Λαϊκά Πορτρέτα ΙΙ, για να είμαι ειλικρινής πρώτα-πρώτα με τον εαυτό μου και εν συνεχεία με τους αναγνώστες.
Μόνο και μόνο από τον επιπόλαιο τρόπο που αντιμετωπίζεται το θέμα «Χιώτης-Χέντριξ» το βιβλίο πέφτει στα μάτια μου… δύο βαθμίδες. Δεν θα το πω ούτε «άριστο», ούτε «πολύ καλό». Θα το πω «καλό».

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΕΛΛΟΣ & ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗΣ o Philip Κ. Dick είναι απλώς η αφορμή

Για τον σαξοφωνίστα Θοδωρή Ρέλλο (Thodoris Rellos) δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, καθότι είναι γνωστή σε παλαιότερους και νεότερους η πολυετής πορεία του σ’ αυτό το χώρο, τον οποίον αποκαλούμε έτσι γενικώς… ελληνική τζαζ – βασικά με τους Mode Plagal, αλλά και με πλήθος άλλων σχηματισμών και συνεργασιών. Το ίδιο, αναλογικώς, ισχύει και για τον νεαρότερο κιθαρίστα Γιάννη Αναστασάκη (Jannis Anastasakis), γνωστός και αυτός τα τελευταία χρόνια από ποικίλα projects (Elektronik Meditation, LYD Quartet, Phileas Frogg, Intravenus κ.λπ.), ορισμένα εκ των οποίων σχετίζονται με το rock, ενώ κάποια άλλα με την jazz. Εντελώς συνοπτικώς θα λέγαμε πως τους δύο μουσικούς τους ενώνει το ενδιαφέρον τους για τον αυτοσχεδιασμό και ιδίως για τον ηλεκτρικό αυτοσχεδιασμό, εντός του οποίου παρεισφρέουν και εφφέ, ηλεκτρονικά κ.λπ. Αποτέλεσμα της συνεργασίας των Ρέλλου και Αναστασάκη σε διάφορα πάλκα, την τελευταία πενταετία, είναι και το παρόν private LP, που έχει τίτλο HorseloverFat, και που αποτελεί ένα… ηχητικό αφιέρωμα στον αμερικανό συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Philip Κ. Dick – εξάλλου Horselover Fat είναι το alter ego τού συγγραφέα στο βιβλίο του VALIS (1981). Όμως και πέραν τούτου ο Φίλιππος, δηλαδή ο Philip, είναι ο «φίλος των αλόγων» ήτοι ο… horselover, ενώ dick στα γερμανικά σημαίνει «παχύς», δηλαδή… fat. Στο “HorseloverFat” λοιπόν ο Θοδωρής Ρέλλος ακούγεται σε βαρύτονο σαξόφωνο, φλάουτο, φωνή, ενώ ο Γιάννης Αναστασάκης σε ηλεκτρική & κλασική κιθάρα, εφφέ, live-sampling και αναλογικό synth bass. Το άλμπουμ, που είναι τυπωμένο σε βαρύ άσπρο βινύλιο, έχοντας και innersleeve με στοιχεία κ.λπ., περιλαμβάνει δύο tracks ανά πλευρά. Aς τ’ ακούσουμε…
Το “Whispers”, που ανοίγει το LP, στηρίζεται σε… ήχους. Τι εννοούμε; Δεν υπάρχει μία σαφής και προκαθορισμένη σύλληψη, αλλά ένα εύπλαστο πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσονται η κιθάρα και το βαρύτονο, μα βασικά τα εφφέ και όλος ο υπόλοιπος ηλεκτρονικός εξοπλισμός με μιαν αίσθηση ή μάλλον βεβαιότητα… kraut (early Tangerine Dream ας πούμε). Υπάρχει, λοιπόν, έντονο το cosmic στοιχείο (που εξελίσσεται αισθητικώς μέχρι και τις παρυφές του noise) και φυσικά η σιγουριά, πως τίποτα δεν μπορεί να προσεγγίσει καλύτερα το… επιστημονικώς φανταστικό από τον συγκεκριμένο τύπο αυτοσχεδιασμού.
Η “Ballad” ξεκινά με κλασική κιθάρα (ενοργάνωση από τη Βάσω Δημητρίου). Η εισαγωγή, μάλιστα, επέχει και ρόλο «χαλιού», καθώς πάνω της απλώνεται η φωνή τού Θοδωρή Ρέλλου – που γρήγορα, όμως, θα δώσει τη θέση της σε μία ηπίων τόνων, αρχικώς, μελωδική ακολουθία, η οποία ορίζεται από το βαρύτονο. Τα κιθαριστικά γεμίσματα και τα εφφέ που συντρέχουν, δημιουργούν ένα βαρύ και κάπως δυστοπικό progressive rock περιβάλλον.
Στη δεύτερη πλευρά το “Threat” ανοίγει με παίξιμο με τις τάπες (αν δεν πρόκειται για κάποια άλλο εφφέ), πριν αρχίσουν τα electro breaks να παίρνουν κεφάλι, γεμίζοντας συνεχώς το χώρο. Η διάσταση στο “Threat” είναι… φοβική, απειλητική, κάτι που δείχνει την ικανότητα των δύο αυτοσχεδιαστών να οικοδομούν διαφόρων ειδών πλαίσια, τα οποία συνάδουν με το επέκεινα των διηγήσεων του Philip Κ. Dick.
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με την “Arachni”, που έχει αφήγηση (Ρέλλος) και που, στο πιο μεγάλο κομμάτι της, αποτελεί version στο “Didos lament” του Henry Purcell. Το track έχει οπωσδήποτε progressive διάσταση, με πολύ ωραίες κιθάρες από τον Αναστασάκη και οριστικό κλείσιμο από τον Ρέλλο στο βαρύτονο.
Το “HorseloverFat” είναι ένα πολύ ιδιαίτερο LP (και CD) με γόνιμα στοιχεία improv-rock, που θα ενθουσιάσει.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

KEITH OXMAN, MARK MASTERS ENSEMBLE δύο τζαζ CD της αμερικανικής CAPRI Records

KEITH OXMAN: Glimpses [CAPRI, 2018]
Τον τενόρο σαξοφωνίστα Keith Oxman τον έχουμε συναντήσει και σε άλλα άλμπουμ της CAPRI – καταρχάς στο περσινό δικό του “East of the Village”, αλλά και σε εγγραφές του σπουδαίου Charles McPherson (στο “The Journey” του 2015). Τώρα, ένα νέο CD έρχεται να προστεθεί στη δισκογραφία τού καλού μουσικού, που αποκαλείται “Glimpses”, και στο οποίο συνυπάρχει με τον πάντα πανταχού παρόντα David Liebman (σοπράνο, τενόρο) και τους Jeff Jenkins πιάνο, Ken Walker μπάσο και Todd Reid ντραμς.
Υπάρχουν δύο κείμενα στο triple-folded digipak, ένα του Liebman κι ένα του Oxman, που εξηγούν διάφορα, ανάμεσα στα πώς και τα γιατί τής μεταξύ τους συνεργασίας. Το συμπέρασμα είναι ένα. Πως ο Liebman προσθέτει για μιαν ακόμη φορά (το λέω, επειδή η δισκογραφία του αριθμεί εκατοντάδες άλμπουμ) το δικό του ξεχωριστό στίγμα και σ’ αυτή την εγγραφή. Πρόκειται απλώς για έναν κορυφαίο πνευστό, που δεν εμποδίζεται από τίποτα προκειμένου να συμμετάσχει σε εφήμερους ή λιγότερο εφήμερους σχηματισμούς, πάντα προσιτός στην επαφή του με οργανοπαίκτες από κάθε γωνιά του κόσμου (φυσικά έχει συνεργασθεί και με Έλληνες ο Liebman) και πάντα καίριος και καθοριστικός με τα παιξίματα και τη εν γένει παρουσία του. Εδώ, στο “Glimpses”, δεν προσφέρει μόνο το τελευταίο φερώνυμο track τού CD (ως συνθέτης), μα και τα εντυπωσιακά soli του, πάντα σε ευγενή κόντρα με τον Oxman (απίθανοι αμφότεροι στο “Afreaka” του Cedar Walton).
Για τον Keith Oxman, τώρα, θα λέγαμε πως, σαν πνευστός, ανήκει στην «κολτρεϊνική» παράδοση, κάτι που διαφαίνεται όχι μόνο στα τέσσερα (από τα συνολικά οκτώ) δικά του tracks, αλλά και στις versions (σε στάνταρντ των Duke Ellington και Leon René, όπως και στο “Afreaka” όπως προείπαμε).
Το άλμπουμ ανοίγει με το 8λεπτο “Shai”, που εκπλήσσει όχι μόνο για τις συνομιλίες των Oxman και Liebman, αλλά και για τη γενικότερη hard bop δομή του, με το εκκωφαντικό swinging. Απίθανο track, που πατάει γερά στην ιστορία. Το “Lenny”, απεναντίας, είναι μια μπαλάντα με πολύ ωραία δουλειά και μπροστά (από τα πνευστά), αλλά και πίσω (από το πιάνο), με το “Tranes pal”, που ακολουθεί, να αποδίδει έναν επιπρόσθετο φόρο τιμής στον John Coltrane (απίθανο!). Τέλος, από τις versions θα ήθελα να σταθώ σ’ εκείνη του “I sold my heart to the junkman” (του Leon René), με τον Oxman να μελωδεί στο τενόρο του ακαταπαύστως, με τρόπο που σε «στέλνει», σε «λιώνει» και τα συναφή… 
MARK MASTERS ENSEMBLE: Our Métier [CAPRI, 2018]
Ο Mark Masters δεν είναι τυχαίος μουσικός – είναι ακριβώς το αντίθετο. Ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες και ενορχηστρωτές της jazz, τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες. Αυτό το μαρτυρά πρωτίστως η δισκογραφία του, που απλώνεται όλη σχεδόν στην CAPRI Records (έχει την έδρα της στην Bailey του Κολοράντο) και στην οποία συναντάς ουκ ολίγα «διαμάντια». Για κάποια απ’ αυτά, μάλιστα, έχουμε γράψει και στο δισκορυχείον, όπως για το περυσινό άλμπουμ του “Blue Skylight”, στο οποίο διασκευάζονταν συνθέσεις των Charles Mingus και Gerry Mulligan, ή για ’κείνο το “Everything You Did” από το 2013, με τις εξαίσιες versions στα τραγούδια των Steely Dan. Τώρα, στο έσχατο “Our Métier”, ο Mark Masters μάς παρουσιάζει δικές του συνθέσεις γραμμένες για τζαζ σεξτέτο και φυσικά για το ensemble του.
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως το σεξτέτο είναι ένα εν δυνάμει σούπερ γκρουπ, καθώς αποτελείται εκ των Andrew Cyrille ντραμς, Gary Foster άλτο, Tim Hagans τρομπέτα, Oliver Lake άλτο, Putter Smith μπάσο και Mark Turner τενόρο, γεγονός που δηλώνει ανάμεσα σε άλλα και την αξία του Masters στο χώρο (το πόσο μετράει το όνομά του δηλαδή), με το Ensemble να συνοδεύει άλλοτε δυναμικά και άλλοτε κάπως πιο διακριτικά. Σ’ αυτό το σχήμα η τραγουδίστρια Anna Mjöll έχει πρώτο ρόλο, με τα υπόλοιπα όργανα (δύο τρομπέτες, ένα γαλλικό κόρνο, τρία τρομπόνια, τρία σαξόφωνα, ένα πιάνο, ένα βιμπράφωνο) να παίρνουν κι αυτά το χρόνο τους.
Στο εισαγωγικό “Borne towards the stars” (αναφορά στο μυθιστόρημα του Malcolm Lowry Κάτω από το Ηφαίστειο) τα soli των Oliver Lake και Tim Hagans υπογραμμίζουν απλώς την… μπιγκ-μπαντική bop αφήγηση μιας σύνθεσης, που σε ταρακουνά από το ξεκίνημά της. Στο “51 west 51st street” είναι η φωνή της Mjöll, που κάνει τη διαφορά, χωρίς βεβαίως να υποτιμάται η γενικότερη ενορχηστρωτική διαχείριση, που φέρνει στο νου ακόμη και Frank Zappa (της εποχής των ορχηστρών του, “The Grand Wazoo” κ.λπ.), με τα θαυμάσια soli σε τρομπόνι, τρομπέτα κ.λπ. και την αδιαπέραστη ρυθμική ακολουθία των Cyrille / Smith. Στο bluesLift” η Mjöll φανερώνει όλη την αξία της σαν βοκαλίστρια, με το “Ingvilds dance” να δίνει την ευκαιρία στους Foster (άλτο) και Turner (τενόρο) για μια σαξοφωνική συνομιλία άλλου επιπέδου. Αλλά και στα πιο μικρά σε διάρκεια tracks, όπως στην μπαλάντα “Dispositions of the heart”, ο Masters, ως συνθέτης και βεβαίως ως επικεφαλής των δύο σχημάτων, αποδεικνύει πως ξέρει να ελέγχει απολύτως ακόμη και τους πιο περιορισμένους… χώρους και χρόνους, προσφέροντας ολοκληρωμένο έργο (με έξοχο υπόγειο groove, εδώ, και έξτρα vibes).
Σπουδαίο άλμπουμ με πρώτης τάξεως συνθέσεις, από πρώτης κλάσης μουσικούς.
Επαφή: www.caprirecords.com

PHRONESIS, ANT LAW, TOM BARFORD, JULIAN ARGUELLES τέσσερις πρόσφατες κυκλοφορίες της βρετανικής Edition

PHRONESIS: We Are All [Edition / AN Music, 2018]
Οι Phronesis είναι ένα από τα καλύτερα σύγχρονα (ευρωπαϊκά) jazz trios – κάτι που το έχουμε γράψει και ξαναγράψει στο δισκορυχείον με αφορμή τις κριτικές μας για τα άλμπουμ τους “The Behemoth” [Edition, 2017] και “Life to Everything” [Edition, 2014], όπως και για τις προσωπικές εκδόσεις των μελών τους (το “Moksha” του Ivo Neame π.χ.). Τώρα, το πιο νέο άλμπουμ των Phronesis (Jasper Høiby κοντραμπάσο, Ivo Neame πιάνο, Anton Eger ντραμς), το “We Are All” έρχεται απλώς να επαναβεβαιώσει το προφανές μέσω μιας σειράς συνθέσεων, για τις οποίες ο όρος contemporary jazz συχνά φαντάζει λίγος.
Και είναι αλήθεια –και δεν συμβαίνει μόνο με τους Phronesis, τα τελευταία 20-25 χρόνια– πως η jazz, με όποιον προσδιορισμό και να τεθεί μπροστά της, αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς εκείνο που ακούμε. Συμβαίνει αυτό με τους Phronesis, όπως συνέβαινε και με τους e.s.t., όπως συμβαίνει και με κάμποσα ακόμη σύγχρονα (ευρωπαϊκά κυρίως) jazz-trios. Το να μιλήσουμε, λοιπόν, για ένα νέο είδος μουσικής είναι κάτι σύμφυτο με αυτό που φθάνει στ’ αυτιά μας – ασχέτως αν η jazz αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική αναφορά. Αλλά το ίδιο σημαντικός δεν είναι και ο κλασικός πιανιστικός ρομαντισμός – ιδίως στην περίπτωση των Phronesis; Σίγουρα. Όπως και όλες οι άλλες καλά καλυμμένες αναφορές, που μπορεί να εκκινούν από το folk και το rock (άκου ας πούμε το τελευταίο κομμάτι τους εδώ, το “The tree did not die”, που είναι ένα… τυπικό, δηλαδή έξοχο, progressive), πηγαίνοντας οπουδήποτε. (Και στην jazz εννοείται, όταν δεν εκκινούν από εκεί).
Είναι ευφυείς, ως… contemporary jazz συνθέτες οι Phronesis (και οι τρεις τους δηλαδή, επειδή και οι τρεις τους συνθέτουν), αν και προσωπικώς έχω τη γνώμη πως μπορεί πανεύκολα να ξεπεράσουν τα αισθητικά όρια ενός τυπικού jazz-trio και… εξηλεκτρίζοντας σεμνά τον ήχο τους (όπως κάνουν στο έσχατο track) να μετατοπιστούν σε άλλες γειτονιές. Πιο ευεπίφορες, γενικώς, σε αισθητικές «αυθαιρεσίες»…
ANT LAW: Life I Know [Edition / AN Music, 2018]
Κιθαρίστας είναι ο Ant Law και το “Life I Know” είναι η τρίτη δισκογραφική απόπειρά του. Σ’ αυτό το CD, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες, ο Law συνεργάζεται με μια ομάδα μουσικών (Ivo Neame πιάνο, από τους Phronesis, Mike Chillingworth άλτο, Tom Farmer κοντραμπάσο, James Maddren ντραμς) προτείνοντας ένα σύγχρονο τζαζ άλμπουμ, συχνά με κάπως «στρογγυλά» χαρακτηριστικά. Όχι, όμως, πάντα…
Και αναφέρομαι βασικά στο “Introduction to Laurvin Glaslowe”, στο οποίο ο Asaf Sirkis κάνει σκατ κατά τον καρνατικό τρόπο. Δυνατή όμως είναι και η συνέχειά του, το “Laurvin Glaslowe”, που διαθέτει fusion χαρακτηριστικά, με ροκ πενιές και σκληρό ρυθμικό τμήμα. Όμως η κορυφαία στιγμή του “Life I Know” είναι το 13λεπτο “The act itself”, στο οποίο ο Ant Law αποδεικνύει τη συνθετική μαεστρία του, πέραν της οργανοπαικτικής και ενοργανικής (εδώ ακούγονται και έξτρα σαξόφωνα από τον Tim Garland), ορίζοντας ποικίλα περιβάλλοντα, που ενώ εκκινούν από την jazz φυσικά, γλιστρούν παροδικά προς την «κλασική», για να τιμήσουν στην πορεία αρκούντως και το rock. Το fusion είναι εδώ ο όρος
TOM BARFORD: Bloomer [Edition / AN Music, 2018]
Βραβευμένος με Kenny Wheeler Jazz Prize και με καλά λόγια για το παίξιμό του, ως σαξοφωνίστας (τενόρο, σοπράνο), ακόμη και από τον Evan Parker, o νεαρός Tom Barford πιθανώς να αποτελεί το επόμενο μεγάλο σαξ «όνομα» για την βρετανική jazz. Προς τούτο έρχεται να συνδράμει και το ντεμπούτο άλμπουμ του “Bloomer”, που περιλαμβάνει μόνο δικές του συνθέσεις και που ολοκληρώνεται με τη συμβολή των Billy Marrows κιθάρα, Rupert Cox πιάνο, Flo Moore μπάσο και Dave Storey ντραμς.
Ο Barford, ως συνθέτης κατ’ αρχάς, εμφανίζεται θα έλεγα μ’ έναν αρκετά επαγγελματικό και σίγουρα κυρίαρχο τρόπο. Όλα τα tracks είναι έτσι αναπτυγμένα και τοποθετημένα, ώστε να αναδεικνύουν τα ποικίλα προσόντα του – και βασικά τις συνθέσεις του, που κινούνται σε contemporary πλαίσια, με αναφορές που δεν συνάδουν φυσικά με το free-improv του Parker, έχοντας περισσότερο σύγχρονους αμερικανικούς υπαινιγμούς.
Με tracks, λοιπόν, αληθινά… περίπλοκα και με τις μελωδίες να διαδέχονται η μία την άλλη μ’ έναν τρόπο θα έλεγα εκρηκτικό, που φθάνει στα όριά του στο μεγαλύτερο σε διάρκεια track του άλμπουμ, το 10λεπτο “F step” (που έχει και σφοδρή κιθάρα, και που κινείται σε fusion δρόμους, χωρίς όμως εμφανείς εναγκαλισμούς με το χθες), ο Barford αποδεικνύει με το “Bloomer” πως είναι ένας ολοκληρωμένος συνθέτης-μουσικός, που ξέρει να χαλιναγωγεί και τη (νεανική) ορμητικότητά του, δίνοντας αληθινά… αισθησιακά κομμάτια. Σαν το “Music for an imagined film” π.χ., που του λείπουν μόνο τα λόγια, ώστε να γίνει ένα καταπληκτικό τραγούδι.
JULIAN ARGÜELLES: Tonadas [Edition / AN Music, 2018]
Από τους πιο αξιοπρόσεκτους βρετανούς σαξοφωνίστες τα τελευταία 30+ χρόνια, ο τενορίστας, σοπρανίστας, εδώ και percussion player, Julian Argüelles έχει έτοιμο καινούριο CD, που αποκαλείται “Tonadas”. Στο άλμπουμ αυτό ο Argüelles συνεργάζεται με τους Ive Neamo (πανταχού παρών ο πιανίστας των Phronesis), Sam Lasserson κοντραμπάσο και James Maddren ντραμς, κρουστά, παρουσιάζοντας οκτώ δικές του συνθέσεις, που αναφέρονται στην… spanish jazz.
Μπορεί ο Βρετανός να μην είναι ο πρώτος μη Ισπανός, που προτείνει ένα τζαζ άλμπουμ απηχώντας μελωδίες και ρυθμούς τής ιβηρικής χώρας, αλλά αυτό δεν μπορεί να μειώνει επ’ ουδενί την προσπάθειά του – την προσπάθεια να μεταφέρει σ’ ένα αυθεντικό νέο-bop περιβάλλον μελωδίες, εμπνευσμένες από παραδοσιακά υποθέτω μοτίβα, τις οποίες και εντάσσει στη σημερινή τζαζ πραγματικότητα. Η ικανότητά του, δε, σ’ αυτόν τον τομέα τής… ισπανικής προσαρμογής είναι απολύτως εμφανής σε κομμάτια όπως το “Bulerías” και το “Alegrías”, όπως και σχεδόν σε κάθε ένα απ’ όλα τα υπόλοιπα (με το “Sevilla”, για παράδειγμα, να σε κερδίζει με την ορμή του, έτσι όπως αυτή προκύπτει από τους συνεχείς αυτοσχεδιασμούς πάνω στη βασική μελωδική γραμμή).
Γενικώς, η jazz που ακούμε στο “Tonadas” μπορεί να διαθέτει πλείστα όσα ισπανικά ηχοχρώματα, αλλά το συνολικό concept δεν διολισθαίνει προς την jazz με παραδοσιακά στοιχεία, την ethnic-jazz κ.λπ. Είναι ένα καθαρό άκουσμα, με πολύ ισχυρή «τζαζική» βάση σμιλεμένη από δεκαετίες.