Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ιδιωτικές ηχογραφήσεις

Το Private Recordings [Intuition / AN Music, 2025] είναι ένα γερμανο-αυστριακό 2CD με ιδιωτικές ηχογραφήσεις τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη, τα οποία ερμηνεύονται βασικά από τον ίδιον. Μεταφράζουμε από το δίγλωσσο (αγγλικά / γερμανικά) ένθετο το κείμενο του Αστέρη Κούτουλα, που είναι ο παραγωγός του άλμπουμ: 
«Το “Private Recordings” περιλαμβάνει 43 ηχογραφήσεις τού Μίκη Θεοδωράκη, οι περισσότερες από τις οποίες συνέβησαν στις 24 Ιουλίου 1979 και στις 27 Δεκεμβρίου 1983, στο σπίτι του στην παραθαλάσσια πόλη Βραχάτι. Αποτυπωμένες σε ταινίες ή κασέτες, αυτές οι ηχογραφήσεις καταγράφουν επίσης τους ήχους του περιβάλλοντος: κύματα που σκάνε, τζιτζίκια που κελαηδούν, τηλέφωνα που χτυπούν, άνεμος που φυσάει, φωνές κοντά και μακριά, και γαβγίσματα σκύλων. Αρχικά, οι ηχογραφήσεις προορίζονταν ως προσχέδια, για πρεμιέρες συναυλιών και παραγωγές δίσκων LP/CD. Σε αυτές τις ακατέργαστες εκδόσεις –όπου ο Θεοδωράκης τραγουδάει και παίζει πιάνο– στόχος ήταν να μεταφερθεί το μουσικό σχήμα και ο συναισθηματικός τόνος των τραγουδιών στους τραγουδιστές και τους μουσικούς. Η μόνη εξαίρεση είναι το κομμάτι “Work shift (Vardia)”, όπου ο Γιώργος Νταλάρας αναλαμβάνει τα φωνητικά κατά τη διάρκεια μιας πρόβας, προσθέτοντας ένα μοναδικό χρώμα στην ηχογράφηση. Σε έξι από τις ηχογραφήσεις συμμετέχει ο Λάκης Καρνέζης, ένας από τους σημαντικότερους σολίστ του Θεοδωράκη και ένας από τους σπουδαιότερους έλληνες μπουζουξήδες, ο οποίος συνέβαλε επίσης στην αρχική ηχογράφηση του 1964 του εμβληματικού σάουντρακ του Ζορμπά. Είναι βαθιά συγκινητικό να παρακολουθώ τον μουσικό διάλογο μεταξύ Θεοδωράκη και Καρνέζη. Το 1985, έπεσα πάνω σε αυτές τις ηχογραφήσεις, τυχαία, κατά την αρχική μου έρευνα γύρω από τον κατάλογο έργων του Θεοδωράκη. Αν και δεν προορίζονταν ποτέ για κυκλοφορία, η αυθεντικότητα και το συναισθηματικό τους βάθος με συγκίνησαν τόσο βαθιά που τις μοιράστηκα με τον θεατρικό σκηνοθέτη Alexander Stillmark. Με τη ρητή έγκριση του Θεοδωράκη, ο Stillmark χρησιμοποίησε το υλικό, το 1987, ως μουσική επένδυση για τη σκηνική διασκευή του “Woyzeck” του Georg Büchner. Μέρος των “Ιδιωτικών Ηχογραφήσεων” κυκλοφόρησε το 2010 ως συμπλήρωμα CD στη φωτο-βιογραφία “Mikis Theodorakis-A Life in Pictures”. Τώρα, με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας του συνθέτη, το πλήρες σετ είναι διαθέσιμο στο κοινό – συμπεριλαμβανομένων 19 ακυκλοφόρητων ηχογραφήσεων, καθώς και δύο τραγουδιών του Θεοδωράκη σε παγκόσμια πρεμιέρα: “Bare feet (Podia gymna)” και “The house (To spiti)”. Οι “Ιδιωτικές Ηχογραφήσεις” είναι καλλιτεχνικές χρονοκάψουλες. Προσφέρουν σπάνιες γνώσεις για τη δημιουργική διαδικασία ενός συνθέτη, το έργο του οποίου και το ανθρωπιστικό όραμά του έχουν διαμορφώσει γενιές».
Αν και όλα αυτά είναι απολύτως κατατοπιστικά τού τι ακούμε σ’ αυτά τα δύο
CD, θα πρέπει, οπωσδήποτε, να συμπληρωθεί πως από τα 24 τραγούδια του πρώτου CD τα 19 έχουν στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, δύο εμφανίζονται ως «άγνωστα» ενώ από ένα ανήκουν στους Δημήτρη Κεσίσογλου, Μάνο Ελευθερίου και Τάσο Λειβαδίτη. Όσον αφορά τα 19 τραγούδια του δεύτερου CD τα 11 ανήκουν, στιχουργικά στον Λ. Παπαδόπουλο, τα 3 στον Γιάννη Θεοδωράκη, τα 2 στον Μίκη Θεοδωράκη και από 1 στους Τάσο Λειβαδίτη, Κώστα Χατζόπουλο και Δημήτρη Κεσίσογλου.
Αρκετό από το υλικό που ακούμε εδώ είναι γνωστό – μέσα από τη δισκογραφία του συνθέτη. Βασικά αναφέρομαι σε κομμάτια από τους δίσκους «Σερενάτες» [Minos, 1998] και «Ερημιά» [Legend Recordings, 2006], μα και από άλλους όπως π.χ. τους «Πολιτεία Γ» [Philips, 1994], «Τσιτσάνης, Θεοδωράκης, Κόκοτας» [Minos, 1985], «Χαιρετισμοί» [Minos, 1982], «Ο Ασυμβίβαστος» [Zodiac, 1979] κ.λπ. Διάφορα από αυτά τα τραγούδια έχουν μικροδιαφορές, ή και μεγαλύτερες, στις πιο γνωστές εκτελέσεις τους, αλλού έχουμε γνωστές μελωδίες με διαφορετικούς στίχους από τους δισκογραφημένους και γενικώς το υλικό προσφέρεται για μελέτη, σε σχέση με τη δημιουργική πορεία του Θεοδωράκη (και τη συνεργασία του με τον Παπαδόπουλο βασικά), μα και για απόλαυση (γιατί όχι;), καθώς διάφορες εκτελέσεις από εδώ (“Isuna parapono”, “Courage”, “Strefi”, “The sorcerers”, “Salt”, “Someday they will come and tell you” και άλλες ακόμη) ακούγονται στ’ αυτιά μου «ιδανικές», υπό την έννοια πως το σχήμα πιάνο-φωνή βγάζει μια διαφορετική δύναμη – από εκείνη την ραφιναρισμένη και τεχνικώς άρτια εκδοχή των επίσημων εγγραφών στα στούντιο.
Μια γενική παρατήρηση μόνο. Η Μαρία Φαραντούρη, που έχει πει, «επισήμως», διάφορα απ’ αυτά τα τραγούδια που ακούγονται στις “Private Recordings” (ισχύει και με τους άλλους τραγουδιστές φυσικά αυτό) είναι ολοφάνερο πως ερμήνευσε κάτω από γενικότερη τεχνική καθοδήγηση του Θεοδωράκη, επί ύφους, απόδοσης στίχων κ.λπ., κάτι που μπορεί να το υποπτεύεσαι χοντρικώς, αλλά εδώ έχεις τη δυνατότητα να του ακούσεις ξεκάθαρα.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ το νέο άλμπουμ του έχει τίτλο «Τίποτα»

Το πιο νέο άλμπουμ του Αντώνη Λιβιεράτου, που έχει τίτλο «Τίποτα» [Same Difference Music, 2025], με αφήνει κάπως μετέωρο. Προσπαθώ να εντοπίσω ποιος είναι ο λόγος και μάλλον τον βρίσκω και τον αποδίδω στο στιχουργικό και λεκτικό κομμάτι του.
Οι μουσικές που γράφει ο Λιβιεράτος, και με τις οποίες καταγίνεται δεκαετίες τώρα, είναι από τη φύση τους πλουραλιστικές. Θέλω να πω πως εμπεριέχουν και τον λόγο εκτός από το μέλος –εκείνο το λόγο και το νόημά του, που κατακρατεί κάθε ακροατής– και κάθε περαιτέρω λεκτικό υποστύλωμά τους θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη φειδώ και προσοχή. Αν μιλάμε για τραγούδια ή σχεδόν τραγούδια, όπως το «Κάτω απ’ την άσφαλτο», τότε ok. Είναι συμβατή θέλω να πω αυτή η τραγουδοποιία με την πορεία του Λιβιεράτου, αλλά κομμάτια σαν το 14λεπτο «Η σουίτα του ταξιδιώτη», με το εκτεταμένο spoken word, δεν λειτουργούν. Όπως δεν λειτουργεί και το αποστασιοποιημένο «Τίποτα», ενώ κάπως καλύτερα είναι τα πράγματα με το «Κράτησε πολύ».
Νομίζω πως με αυτά τα δύο tracks (με λόγια), τα «Κάτω απ’ την άσφαλτο» και «Κράτησε πολύ», στην αρχή και το τέλος του CD, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα, συνολικά – ενώ τώρα, το «Τίποτα», κυλάει με σκαμπανεβάσματα.
Σε κάθε περίπτωση οι «σκέτες» μουσικές λειτουργούν καλύτερα εδώ, και tracks σαν τα «Πέντε επί τρία» (πάρα πολύ καλό), «Ταλαντώσεις χαμηλής συχνότητας» και «Στο τέλος» αποτελούν τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του δίσκου.
Να πούμε, τέλος, πως ο Αντώνης Λιβιεράτος είναι υπεύθυνος για τις μουσικές, τα λόγια και σχεδόν για όλα τα όργανα που ακούγονται στο «Τίποτα», με τις περιστασιακές παρουσίες των Μανώλη Αγγελάκη, Άκη Μπογιατζή και Γιάννη Νικολάου να προσθέτουν (με κιθάρες, φωνές και field recordings) επιπλέον «πινελιές».
Επαφή: https://antonislivieratos.bandcamp.com/album/--6

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

VESLEMES μαλδίβες

Οι «Μαλδίβες» είναι μια ταινία του 2024, σκηνοθετημένη από τον Γερμανό Daniel Bolda. Όπως διαβάζουμε στο σάιτ του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης:
«Ένας δάσκαλος μουσικής, που ζει σε μία απομονωμένη ορεινή περιοχή με τον σκύλο του, ονειρεύεται να ξεφύγει από το κρύο λαχταρώντας μία ζωή κάτω από τον καυτό ήλιο δίπλα στη θάλασσα. Όταν ο σκύλος του εξαφανίζεται, ο απόηχος ενός άλλου κόσμου αρχίζει να διεισδύει στην καθημερινότητά του, φέρνοντας μαζί του ένα κύμα αλλόκοτων βιωμάτων που αναστατώνουν τη ζωή του».
Και παραδίπλα, στο ίδιο σάιτ:
«Ο Ντάνιελ Μπόλντα γεννήθηκε στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε κινηματογράφο στη Δανία. Το 2017 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους “Muffin” και το 2020 την ταινία “Όταν γελάω κλείνουν τα μάτια μου”, οι οποίες έκαναν πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κορκ. Η ταινία “Μαλδίβες” είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους».
Την ταινία δεν την ξέρω, δεν την έχω δει, αλλά ακούω τώρα το σάουντρακ [Veego Records, 2025], που θα έγραφε για ’κείνη ο Γιάννης Βεσλεμές (Veslemes). Στο οπισθόφυλλο του 20λεπτης διάρκειας δίσκου βινυλίου διαβάζουμε τα ονόματα των συντελεστών της ηχογράφησης: Γιάννης Βεσλεμές φωνή, σύνθια, modular, προγραμματισμός, Γιώτης Παρασκευαΐδης ακουστική, κλασική κιθάρα, μπάσο, κρουστά, αυλός, didgeridoo, Σταύρος Παργινός τσέλο, Γιώργος Κοκκινάρης κοντραμπάσο, συν παιδική χορωδία.
Η μουσική, που ακούγεται εδώ είναι ουσιαστική. Δεν ξέρω, φυσικά, πως «συμπεριφέρεται» μέσα στην ταινία, όμως φαίνεται πως διατηρεί μιαν αυτονομία, καθώς μπορείς να την απολαύσεις και πέρα από τις οθόνες. Είναι, και αυτό, ένα προφανές ατού της. Γιατί, τα άλλα ατού της είναι εκείνα που σχετίζονται με την ουσία της, τα ηχοχρώματά της, τα τραγούδια της και τη γενικότερη ατμόσφαιρά της.
Κατ’ αρχάς να πω πως από τη διάρκειά του, και μόνο, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως το σάουντρακ του Βεσλεμέ αφορούσε μικρού μήκους ταινία, σκεπτόμενος πως αυτή (η ταινία) θα ήταν πλημμυρισμένη από μουσική. Το να γεμίζεις μια ταινία, είτε αυτή είναι μικρού μήκους είτε μεγάλου, με μουσική, το να έχει δηλαδή μια ταινία μεγάλης διάρκειας σάουντρακ, δεν το βρίσκω σωστό, το βρίσκω, χοντρικά, αντι-κινηματογραφικό, με αποτέλεσμα, όταν το διαπιστώνω, να σκέφτομαι αρνητικά (και για την ταινία και για το σάουντρακ). Εν προκειμένω πληροφορήθηκα γρήγορα πως η 20λεπτη μουσική του Βεσλεμέ αφορούσε μια σχεδόν 80λεπτη ταινία... οπότε είπα... όλα ok, να μια σωστής διάρκειας μουσική.
Λίγα και μικρά θέματα λοιπόν (σχεδόν όλα τα tracks είναι μονόλεπτα και δίλεπτα – υπάρχει κι ένα 4λεπτο), που είναι όλα πολύ ωραία, ιδιαίτερα και κυρίως σωστά παραταγμένα στις δύο όψεις του δίσκου, ώστε να τα παρακολουθείς απρόσκοπτα. Πολύ ωραία και τα χορωδιακά tracks, όπως και «Το βουνό» στο τέλος, με τους «Τίτλους τέλους» να μαγεύουν. Απλότητα, ευθύτητα, συγκίνηση, χάρη, ουσία και περαιτέρω απουσία κάλπικων εντυπωσιασμών, είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της παράξενης μουσικής, που δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ούτε ηλεκτρική, ούτε ακουστική, ούτε ηλεκτρονική, ούτε folk, ούτε blues, ούτε avant, ούτε κάτι άλλο... Σίγουρα ένας συνδυασμός όλων αυτών, και άλλων ίσως, να αποδίδει κάτι από την υφή της.
Μπράβο στον Βεσλεμέ, για τις «Μαλδίβες» του, ένα από τα κρυφά δισκογραφικά «διαμάντια» της χρονιάς που πέρασε. Πολύ ωραία, και από εικαστικής πλευράς, η έκδοση της Veego. Μπράβο και σ’ εκείνη.
Επαφή: https://veslemes.bandcamp.com/album/maldives-ost

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ ένα μεγάλο λαϊκό άστρο, που άναψε και έσβησε στο πι και φι – ο κορυφαίος σόουμαν του λαϊκού, και τα τραγούδια του που έγραψαν ιστορία

Πάντα ήθελα να γράψω κάτι για τον λαϊκό τραγουδιστή Χρηστάκη. Βασικά για ό,τι θα κατάφερνε από το 1967 έως το 1971, εκείνα τα λίγα χρόνια, στα οποία θα αναδεικνυόταν σε «πρώτο όνομα» της αθηναϊκής νύχτας.
Τον άκουγα από παλιά στα ραδιόφωνα τον Χρηστάκη, και διάβαζα (και διαβάζω) διάφορα για κείνον, μέσα στα χρόνια – κείμενα εννοώ, που κινούνται ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, και που σου δημιουργούν ακόμη πιο πολλά ερωτήματα. Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Τι είναι ανακριβές και τι επιβεβαιωμένο; Ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να απαντήσω σε ορισμένα πολύ βασικά, αλλά ό,τι θα γράψω, στη συνέχεια, προέρχεται από παλιές πηγές, που, όσο να ’ναι, είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Ο Χρηστάκης, που το αληθινό όνομά του ήταν Χρήστος Σύρπος, είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ποια ακριβώς χρονιά; Παντού διαβάζεις για το 1924. Αν τον δεις σε ταινίες των σίξτις όμως, του 1968 για παράδειγμα, δεν μοιάζει για 44 ετών, μοιάζει για κάπως μεγαλύτερος. Πενηντάρης ας πούμε. Σε παλιό έντυπο είχα διαβάσει πως είχε έρθει στην Ελλάδα με την οικογένειά του το 1922 (όταν ήταν πολύ μικρός προφανώς) και πως για πολλά, έκτοτε, χρόνια θα ζούσε στην Δράμα, εκεί όπου θα βιοποριζόταν ως υδραυλικός.
Κάποια στιγμή ο Χρηστάκης, που είχε κλίση στο τραγούδι, μαθαίνει κιθάρα και αρχίζει να αποκτά φήμη στον περίγυρό του (στην Δράμα πάντα). Τώρα το πώς από ’κει θα έφθανε στα αυτιά του γνωστού λαϊκού συνθέτη Κώστα Καπλάνη είναι άγνωστο, πάντως από το 1950 και μετά ο Χρηστάκης, που βρίσκεται πλέον στην Αθήνα, μπαίνει στις ηχογραφήσεις σαν δεύτερη ή και τρίτη φωνή, παίζοντας πού και πού καμιά κιθάρα ή κανα μπαγλαμαδάκι. Βασικά τον συναντάς δίπλα στους Γιάννη Παπαϊωάννου, Τάκη Μπίνη, Άννα Χρυσάφη, Στέλλα Χασκίλ και στην πορεία σε εγγραφές των Γρηγόρη Μπιθικώτση, Πόλυς Πάνου, Αντώνη Ρεπάνη, Στέλιου Καζαντζίδη, Δούκισσας, Στράτου Διονυσίου, Σοφίας Κολλητήρη, Σταύρου Τζουανάκου, Απόστολου Νικολαΐδη, Μιχάλη Μενιδιάτη, Πάνου Γαβαλά, Μπάμπη Τσετίνη κ.ά., πάντα σε δεύτερους ρόλους.
Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια, στα οποία συμμετείχε ο Χρηστάκης, δεν ευτύχησαν εμπορικά, αλλά κάποια έγιναν πασίγνωστα. Ανάμεσά τους το τσιφτετέλι «Γιατί θες να φύγης» [
His Masters Voice, 1961] των Στράτου Ατταλίδη-Κώστα Βίρβου, ερμηνευμένο από το δίδυμο Γιώτα Λύδια-Χρηστάκης, τo ζεϊμπέκικo «Μάννα» [His Masters Voice, 1961] των Μίκη Θεοδωράκη-Κώστα Βίρβου (από το σάουντρακ της ταινίας «Συνοικία τ’ Όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη), ερμηνευμένο από τους Γρηγόρη Μπιθικώτση-Χρηστάκη, το επίσης ζεϊμπέκικο «Το Φεγγάρι κάνει βόλτα» [His Masters Voice, 1963] του Μίκη Θεοδωράκη, γνωστό από τη θεατρική παράσταση «Μαγική Πόλις» στο Παρκ, τραγουδισμένο ξανά από τους Μπιθικώτση-Χρηστάκη και ίσως κάποια ακόμη.
Τον Χρηστάκη τον ανακαλύπτει, ουσιαστικά, και βεβαίως τον επιβάλλει ο Πάνος Γαβαλάς –γιατί έτσι θα πρέπει να το πούμε τελικά–, φέρνοντάς τον στις νεοσυσταθείσες τότε εταιρείες του, την Βεντέττα (την είχε ξεκινήσει το 1966 μαζί με την Πόλυ Πάνου) και την Sonata (την είχε ξεκινήσει μαζί με τον γιο του Γιάννη Γαβαλά το 1967). Εκεί ο Χρηστάκης θα παρουσιαζόταν ως πρώτος τραγουδιστής. Όταν, δε, θα κυκλοφορούσαν τα 45άρια με τα τραγούδια «Έμαθα πως είσαι μάγκας / Η γάτα» [Βεντέττα, 1967] και «... / Να χαρής τα μάτια σου καλέ» [Sonata, 1967] όλα θα άλλαζαν για κείνον.
Εν τω μεταξύ και τα δύο τραγούδια του πρώτου μικρού δίσκου ήταν διασκευές παλιών κομματιών – δεν ήταν πρωτότυπα. Το «Έμαθα πως είσαι μάγκας» ανήκει στην ανώνυμη δημιουργία του πρώιμου ρεμπέτικου (γνωστό και ως «Νέοι χασικλήδες») και το είχαν πει, ανάμεσα σε άλλους, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Βαγγέλης Σοφρωνίου, ο Κώστας Καρίπης και πριν από τον Χρηστάκη ο Απόστολος Καλδάρας, ενώ «Η γάτα» ήταν ένα χασάπικο του 1937, σε μουσική Στελλάκη Περπινιάδη με λόγια του Νίκου Μάθεση, που είχε πει ο Στελλάκης για την His Masters Voice. Και τα δύο τραγούδια είχαν ακουστεί από τον Χρηστάκη, αλλά με το «Έμαθα πως είσαι μάγκας» θα γινόταν το σώσε. Πρόκειται απλώς για ένα τραγούδι, που, το 1968, θα ακουγόταν πλέον σε όλη την Ελλάδα. Τα δισκάκια κόβονταν κατά χιλιάδες, ενώ και η παρουσία του Χρηστάκη στην ταινία του Ερρίκου Θαλασσινού «Ο Τυχεράκιας» (1968), με τους Κώστα Χατζηχρήστο, Νίκο Ρίζο κ.ά. θα έδινε στο τραγούδι κι άλλο σπρώξιμο.
Αξίζει να προσέξεις, στο κλιπ, όχι μόνο το πόσο παραστατικά ερμηνεύει ο Χρηστάκης το «Έμαθα πως είσαι μάγκας», αλλά και τον μάγκικο τρόπο που χορεύει το ζεϊμπέκικο, λιτά και χωρίς πολλά φρου-φρου, σε αντιπαραβολή με την πλακατζίδικη παράσταση, γεμάτη σκέρτσα και φιοριτούρες, που δίνει ο Χατζηχρήστος...
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/hristakis-ena-megalo-laiko-astro-poy-anapse-kai-esbise-sto-pi-kai-fi

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 700

7/2/2026
Τα τελευταία αντίτυπα από το «Ραντεβού στο Κύτταρο» και το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» θα τα βρείτε στον πάγκο του Όγδοου στο παζάρι δίσκων, στο Vinyl Μarket, στην Τεχνόπολη, σήμερα και αύριο από τις 11:00 το πρωί μέχρι τις 22:00 το βράδυ. Εκεί και το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ». Σας ευχαριστώ.

6/2/2026
Η περίπτωση του κοντραμπασίστα, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή Μιχάλη Σιγανίδη είναι από τις πιο ιδιόμορφες σε όλη την ιστορία της ελληνικής τζαζ. Γράφω πολλά για τον Σιγανίδη, στις σελίδες 333-339 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], μεγεθύνοντας και στη σχέση του με την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, όπως και σε διάφορα άλλα θέματα...

6/2/2026
Loner folk που μετράει. Θα άξιζε ένα βινύλιο με άλλα ανάλογα δικά του...
https://www.youtube.com/watch?v=m7_GxpD4ZCU&list=RDm7_GxpD4ZCU&start_radio=1

6/2/2026
Α ρε Μάικ, έκανες κι εσύ ωραία πράματα πριν σε πάρει η «σοβαρά μουσική»...
https://www.youtube.com/watch?v=riX8DFJECI4&list=RDriX8DFJECI4&start_radio=1

5/2/2026
Ο Wadada Leo Smith, ένας από τους πιο σημαντικούς τρομπετίστες και στη σημερινή jazz και improv-jazz σκηνή, έχει διαχρονικούς δεσμούς με τη χώρα μας - που ξεκινούν από πολύ παλιά, όταν είχε εμφανισθεί στο Τζαζ Κλαμπ του Μπαράκου τον Νοέμβριο του 1979 (και αλλού στη συνέχεια). Υπάρχει και δικό του βιβλίο μεταφρασμένο στα ελληνικά, όπως υπάρχουν και πιο πρόσφατες εμφανίσεις του στην Ελλάδα - με όλα αυτά να περιγράφονται στις σελίδες 265-269 του βιβλίου «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025].

5/2/2026
Ο Μητσοτάκης πάει στον Ερντογάν, για να γυρίσει νικητής από κει. Μην τον περνάτε για χαζό. Βασικά θα πετάξει την μπάλα στην εξέδρα. Θα παίξει καθυστέρηση, για να μην του κάτσει η στραβή στη βάρδια του. Αυτό θέλει να εξασφαλίσει, ενόψει εκλογών, και θα το πάρει. (Άσε που θα μαζέψει και ακροδεξιά, εθνικοπατριωτικά, απόνερα).

4/2/2026
Ρε κυρ-Γιάννη αφού το είπαμε ότι "το τζάμπα πέθανε", πάλι τα ίδια θα λέμε; Να μη γινόμαστε κουραστικοί...

4
/2/2026
Ο Μανώλης Μικέλης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες τζαζίστες. Παρά ταύτα πολλά πράγματα δεν είναι γνωστά για την περίπτωσή του. Στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ», που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία από το Όγδοο, θα διαβάσεις πολλά για τον Μικέλη, στις σελίδες 144-153, που γράφονται για πρώτη φορά στο χαρτί.
[στη φωτό ο Μανώλης Μικέλης με τα βιολιά του Galaxy Bar του Hilton, στην αρχή των 70s]

3/2/2026
The Soft Machine “Gesolreut” live BBC TV
https://www.youtube.com/watch?v=8nZKklqJH9o&list=RD8nZKklqJH9o&start_radio=1

3/2/2026
Το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Σύμβολο, Εθνικής Αντιστάσεως 144, στην Καισαριανή...

2/2/2026
Η σχέση του Chick Corea με την Ελλάδα ξεκινάει από τα σίξτις. Ο Corea είχε έρθει πολλές φορές στη χώρα μας για συναυλίες, ενώ είχε εμφανισθεί και ηχογραφήσει και με έλληνες μουσικούς. Για όλα αυτά θα διαβάσεις στις σελίδες 261-264 του βιβλίου «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ», που κυκλοφορεί τώρα από το Όγδοο.

1/2/2026
Ποιος διασκεύαζε το Ob-La-Di, Ob-La-Da των Beatles, το 1970, με αυτά τα έξυπνα ελληνικά λόγια, τα οποία χλεύαζε ένας άσχετος; Κάποιοι του κυκλώματος το ξέρουν. Αν βρεθεί θα το αναφέρω στο ποστ με update.

update
Διονύσης Σαββόπουλος

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

CARMA μία αναπάντεχη επανέκδοση

Μία αναπάντεχη επανέκδοση από το χώρο του 80s ελληνικού ροκ έχουμε εδώ. Το μοναδικό LP των Carma, με τίτλο το όνομά τους, από το 1985, βγαίνει ξανά (2025) στα δισκάδικα σαράντα χρόνια μετά από την πρώτη (ανεξάρτητη) κυκλοφορία του από το Ogdoo Music Group. Το γκρουπ το αποτελούσαν πολύ καλοί μουσικοί από τη Θεσσαλία και βασικά από τα Τρίκαλα, όπως ο (Λαρισαίος) Χρήστος Ζέρβας ηλεκτρική κιθάρα, φωνητικά, ο Τόλης Πιπεράς ντραμς, φωνητικά, ο Τάκης Τσιώνας μπάσο, φωνητικά και ο Γιώργος Πιπεράς ακουστική κιθάρα, τραγούδι (που έφυγε από τη ζωή το 2013).
Ο Ζέρβας δεν ήταν τυχαία περίπτωση (όπως έχω ξαναγράψει, παλαιότερα). Γεννημένος σ’ ένα χωριό της Λάρισας το 1957 προερχόταν από οικογένεια μουσικών και τραγουδιστών του δημοτικού, πριν αρχίσει να παίζει μπουζούκι και κιθάρες (ηλεκτρικές και ακουστικές) τόσο σε μαγαζιά, ήδη από το μέσο της δεκαετίας του ’70, όσο και στη δισκογραφία (στη συνέχεια). Έτσι, στα έιτις πια, τον συναντάμε να χειρίζεται κιθάρες, ούτι, τζουρά κ.λπ. σε πολύ σημαντικούς δίσκους, που θα καθόριζαν, σε τρανό βαθμό, το ελληνικό τραγούδι της περιόδου. Λέμε για τα άλμπουμ «Οι Κυβερνήσεις Πέφτουνε Mα η Αγάπη Μένει» [Lyra, 1981] των Χρήστου Νικολόπουλου-Μανώλη Ρασούλη, «Φοβάμαι...» [Minos, 1982] του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, «Τα Τραγούδια μου» [Minos, 1983] του Γιώργου Νταλάρα (από τη ζωντανή ηχογράφηση στον Ορφέα), «Τραπεζάκια Έξω» [Lyra, 1983] του Διονύση Σαββόπουλου, «Όλοι Δικοί μας Είμαστε» [Lyra, 1984] των Νικολόπουλου-Ρασούλη, «Ελευθερία Αρβανιτάκη» [Lyra, 1984], δηλαδή το πρώτο προσωπικό άλμπουμ της Αρβανιτάκη και άλλα διάφορα. Συνεργάτης όλων αυτών των ονομάτων, μα και άλλων ακόμη σε πάλκα και συναυλίες (Μάνος Λοΐζος, Χάρις Αλεξίου), ο Χρήστος Ζέρβας ήταν ένας περιζήτητος λαϊκός μουσικός της εποχής, που είχε όμως και την... κρυφή ροκ πλευρά του. Εκείνη που ακούσαμε στο LP του «Η Άλλη Άποψη» [CBS, 1985] με τα ροκ δημοτικά, και βεβαίως στον δίσκο των Carma.
Ο άλλος γνωστός μουσικός του γκρουπ ήταν ο ντράμερ Τόλης Πιπεράς. Αυτός ήδη από το πρώτο μισό των 70s έπαιζε με διάφορα συγκροτήματα (τα πιο γνωστά ήταν οι Θαρσείν Χρει και οι Νώε), ενώ εμφανίζεται ως ντράμερ στον «Σταυρό του Νότου» (1979) των Θάνου Μικρούτσικου-Νίκου Καββαδία, στο «Ραντάρ» (1981) των Μίκη Θεοδωράκη-Κώστα Τριπολίτη, στο «Φοβάμαι...» (1982) του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, στην «Χαμηλή Πτήση» (1982) του Λουκιανού Κηλαηδόνη, στην «Έξοδο Κινδύνου» (1984) του Γιάννη Σπανού κ.ά. Λέμε, λοιπόν, για έναν πολύ πεπειραμένο μουσικό.
Όμως και ο πρόωρα χαμένος Γιώργος Πιπεράς, που είναι ο συνθέτης όλων των κομματιών των Carma (ο ίδιος θα έκανε κι ένα προσωπικό LP το 1990), υπήρξε ένας «τίμιος» τραγουδοποιός, με ιδιαίτερη ευχέρεια στη δημιουργία ροκ μπαλαντών. Καλών μπαλαντών – όχι τυχαίων. Γράφοντας κάποιες φορές και στίχους (σε τέσσερα κομμάτια), αλλά παίρνοντας λόγια από τον Στράτο Φραγκιαδάκη (σε τρία) και ακόμη από τον αείμνηστο σημαντικό τραγουδοποιό Βασίλη Ζαρούλια (επίσης σε τρία), ο Πιπεράς σχηματίζει δέκα ωραία τραγούδια, τα οποία ντύνουν με εξίσου ωραίο τρόπο οι Carma.
Είχα αγοράσει τον δίσκο των Carma σε πρώτο χρόνο, και τον είχα εκτιμήσει από τότε. Υφολογικά ο δίσκος θυμίζει Neil Young των early 70s ας πούμε, και για το 1985 ο ήχος εκείνος έμοιαζε κάπως... οπισθοδρομικός, αλλά αν το ξεπερνούσες (άξιζε να το κάνεις) και έμενες σ’ αυτά καθ’ αυτά τα τραγούδια, τότε δεν γινόταν να μην εκτιμήσεις την ευφράδεια και την αμεσότητά τους – χαρακτηριστικά, που τα ψάχνεις με το κιάλι στη σύγχρονη τραγουδοποιία. Θέλω να πω πως ο δίσκος κυλούσε άνετα και αβίαστα, χτίζοντας, παράλληλα, μια ναι μεν παλιομοδίτικη κατάσταση αλλά, ταυτοχρόνως, πλούσια σε χρώματα και συναισθήματα.
Προσωπικά, όλα τα τραγούδια του δίσκου τα βρίσκω και σήμερα πολύ καλά, πηγαία, γνήσια και ατόφια, έχοντας με το μέρος τους και τα δυνατά παιξίματα. Βεβαίως, μιλάμε για μια ανεξάρτητη παραγωγή των mid-80s, πράγμα που σημαίνει πως κάτω από άλλες συνθήκες η ύλη του δίσκου θα αναδεικνυόταν πολύ περισσότερο (ιδίως στο θέμα «φωνή»), αλλά σε κάθε περίπτωση αυτή η diy προσπάθεια έχει και τα θετικά της – ξανατονίζω τη ζεστασιά, την ειλικρίνεια και τα συναφή.
Κανονικά θα έπρεπε να πω πως δυσκολεύομαι να διαλέξω τα καλύτερα τραγούδια από το μοναδικό LP των Carma, και τούτο γιατί σχεδόν όλα αποτελούν προσωπικά αγαπημένα μου, όπως συμβαίνει με το βαρύ ηλεκτρικό blues «Πού Άννα» (στίχοι Φραγκιαδάκης), με την ακουστική μπαλάντα «Κακή φήμη», που περιγράφει ένα διαρκές και οδυνηρό bullying (στίχοι του Πιπερά, αν και σφόδρα επηρεασμένοι από το κλασικό “La mauvaise réputation” του Georges Brassens – θα έπρεπε κάπου να σημειωνόταν αυτό), το πολύ αισθαντικό «Όνειρο» (στίχοι Πιπεράς), το μονόλεπτο «Ερωτικό» στο κλείσιμο (στίχοι Ζαρούλιας), που μας πάει πίσω στην εποχή των Poll και των Blue Birds, το άτεγκτο blues «60s» (στίχοι Φραγκιαδάκης), το εισαγωγικό «Υποκρισία και ψευτιά» (στίχοι Πιπεράς) κι ένα προς ένα όλα τα υπόλοιπα. Μια πολύ ωραία επανέκδοση λοιπόν (σε τωρινή επιμέλεια του Δημήτρη Καρρά), που θα εκτιμηθεί από τους fans του ελληνικού ροκ – για πολλούς και διαφόρους λόγους, και γιατί οι original κόπιες έχουν ξεφύγει σε τιμή.
Επαφή: https://ogdooshop.gr/Carma

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΛΑΜΠΡΟΣ ΤΣΑΜΗΣ ο τσαλαπετεινός / κείμενα & σχέδια 1983-1993

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Λάμπρου Τσάμη (R.R. Hearse, D.J. LO-FI), για το οποίο γράφω στο blog. Είχε προηγηθεί το «Ανάληψις» [Τυφλόμυγα, 11/2017], ενώ τώρα θα πω λίγα λόγια για το «Ο Τσαλαπετεινός / Κείμενα & σχέδια 1983-1993» [Τυφλόμυγα, 12/2025], μια απλή και καλαίσθητη έκδοση ενενήντα εννέα αριθμημένων αντιτύπων.
Το βιβλίο περιέχει βασικά ποιήματα και σχέδια (το «κείμενα» σημαίνει ποιήματα επί του προκειμένου), τα οποία ετοίμασε ο Τσάμης κατά τη δεκαετία 1983-93 (όπως διαβάζουμε στον υπότιτλο).
Ο Τσάμης γράφει πολύ καλά – είτε γράφει πεζά (όπως στο προηγούμενο βιβλίο του) είτε γράφει ποιήματα (στο τωρινό). Επίσης σχεδιάζει πολύ ωραία, με απλές, αλλά πυκνές γραμμές, που μοιάζουν... αρχαιοπρεπείς, κάπως σαν τις προϊστορικές ζωγραφιές της κοιλάδας του Βεζέρ (vallée de la Vézère), στη νοτιοδυτική Γαλλία. Μάλιστα υπάρχουν και ποιήματα «προϊστορικά» εδώ, ποιήματα εννοώ που περιγράφουν αρχετυπικές φυσικές εικόνες και διαδικασίες (ασχέτως αν γράφονται στα 80s και στα early 90s), όπως είναι «Η σαλαμάνδρα» [Σαλαμάνδρα / κατάμαυρη, γυαλιστερή, κεντημένη / με κίτρινα στίγματα λεοπάρδαλης / με σώμα από αδιάβροχο λάστιχο / γλυστράς αργά μέσα στη βροχή / κάτω από τις προϊστορικές φτέρες (...)], «Οι μολόχες» [(...) εκεί που απλώνονται ελεύθερα / οι ρίζες των δένδρων / σφίγγοντας, συγκρατώντας όση ποσότητα / χώματος μπορεί να κατέχουν / σαν τα χταπόδια στον πάτο της θάλασσας / μαζύ με τις προνύμφες των τζιτζικιών / τους σκελετούς των προϊστορικών ερπετών / προστατεύοντας σαν άγρυπνοι σηματοδότες / την κάτω γη εκεί που τίκτουν ατελεύτητα / τα γόνιμα σπόρια της ζωής], «Η πλημμύρα» [(...) Γύρω-γύρω κατάλευκοι αμμόλοφοι / στεφανωμένοι με ολάνθιστα παγκράτια / πλάι σε σωρούς από άδειες αχιβάδες και κελύφη αχινών / κορμούς δέντρων που ξεβράστηκαν  κάποτε στην ακτή / βρίσκονται ακόμη μισοθαμμένοι στο ίδιο σημείο της παραλίας / αρχαία ερείπια χωρίς ονόματα (...)] κ.λπ.
Φυσικά, στο βιβλίο υπάρχουν και άλλου τύπου ποιήματα, περισσότερο προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ., αλλά η βασική κατεύθυνση το να περιγραφούν καταστάσεις, που να εμφανίζουν τον άνθρωπο ως ένα κομμάτι ενός απείραχτου φυσικού σκηνικού, το οποίο αναπλάθεται (από τον Τσάμη) με θαυμασμό και κυρίως με την προσήκουσα κατανόηση των πανάρχαιων λειτουργιών, αποτελεί ένα πολύ βασικό γνώρισμα των ποιημάτων του «Τσαλαπετεινού» – που δρουν κάπως και σαν ξόρκι στην περιρρέουσα και διαρκή (φυσική) καταστροφή. 
Επαφή: Τυφλόμυγα, Αραχώβης 14-16 Αθήνα 106 80, τηλ. 210 3637164, e-mailtflmg@yahoo.gr

Κλείνω με μία playlist, που ετοίμασε o Λάμπρος Τσάμης, ειδικά για το Δισκορυχείον και τους αναγνώστες του, που έχει το νόημά της. Τον ευχαριστούμε πολύ.

MUSIC FOR…

1. THE MELACHRINO STRINGS: MUSIC FOR FAITH AND INNER CALM (RCA VICTOR)
2. DR. SAMUEL J. HOFFMAN: MUSIC FOR PIECE OF MIND (CAPITOL)
3. CRAIG KUPKA: CLOUDS – NEW MUSIC FOR RELAXATION (FOLKWAYS)
4. PAUL TANNER: MUSIC FOR HEAVENLY BODIES (OMEGA)
5. PAUL WESTON AND HIS ORCHESTRA:  MUSIC FOR DREAMING (CAPITOL)
6. MURRAY McEACHERN: MUSIC FOR SLEEPWALKERS ONLY (KEY)
7. DINAH WASHINGTON: MUSIC FOR THE HATE HOURS (MERCURY)
8. BRUNO HOFFMAN: MUSIC FOR GLASS HARMONICA (TURNABOUT)
9. GEORGE ROTHBERG: MUSIC FOR THE MAGIC THEATER (CMS)
10. VERNE LANGDON: MUSIC FOR MAGICIANS (ELECTRIC LEMON)
11. PETE RUGOLO: MUSIC FOR HI-FI BUGS (EMARCY)
12. HENRI RENE AND HIS ORCHESTRA: MUSIC FOR THE WEAKER SEX (RCA VICTOR)
13. TURK MURPHY: MUSIC FOR LOSERS (VERVE)
14. DAVE HARRIS AND THE POWERHOUSE FIVE: DINNER MUSIC FOR A PACK OF HUNGRY CANNIBALS (DECCA)
15. MILTON DELUGG AND HIS ORCHESTRA: MUSIC FOR MONSTERS, MUNSTERS & OTHER TV FIENDS (EPIC)

Special mix: για ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ with Love!
D.J. LO-FI / Λάμπρος Τσάμης, 2026

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

TURBOFLOW3000 ένα δεύτερο εξίσου καλό άλμπουμ

Trap-άρουν κιόλας στοpresents: BASSOKATARAH [Veego Records, 2025] οι Turboflow3000 ανάμεσα σε πολλά άλλα. Το ακούς στο εισαγωγικό “Fomofomofomo”, αλλά πολύ γρήγορα το electro παίρνει κεφάλι παρά το γεγονός πως το ραπάρισμα συνεχίζει να υπάρχει (“Eimaste mazi”). Κυριαρχεί κι εδώ ο κοινωνικός και ο ερωτικός στίχος, όπως και στο παλαιότερο άλμπουμ τους «Ούφο», ελληνικός πάντα, και πάντα καλοφτιαγμένος και σινιαρισμένος. Αυτό το ακούς στο A3 “Glikia katastrofi”, ένα κομμάτι που σε πιάνει από τα μούτρα, όπως λέμε, αφού σε παγιδεύει, με το πολύ δυνατό flow του, στη ροή και την εξέλιξή του. Λίγο πριν από το τέλος της πρώτης πλευράς υπάρχει το “Mia therapeia”, ένα πολύ καλό electro, που διαθέτει και ωραία female vocals και πάντα σωστή χρήση των πλήκτρων και των κιθαρών. To A5 “Ola pseftika”, με τη συμμετοχή και της Καλλιόπης Μητροπούλου σε φωνή και βιολί είναι ένα δυνατό χορευτικό track, που εμπεριέχει και ραπάρισμα, με πάντα ωραία λόγια και γενικότερα άξια διαχείριση, που δείχνει ότι οι Turboflow3000 παραμένουν (το λέω και σε σχέση με το «Ούφο») ένα από τα καλύτερα electro σχήματα αυτή τη στιγμή στη χώρα.
Ποιοι γράφουν τα τραγούδια στο “BASSOKATARAH”; Οι Deezy και Primal διαβάζουμε στο back cover, ενώ στο innersleeve υπάρχουν αναγραμμένα (εκτός από τους στίχους) και τα ονόματα των guests (σε φωνές, κιθάρες, μπάσο και ό,τι άλλο – υπάρχει και φλάουτο κάπου).
Β Side και το “Adrenalini” στο πικάπ, το πιο... βερμπαλιστικό track του LP, ένα αφηγηματικό (spoken word) με γερή εκφορά (και) από τον PIEV, που ακούγεται κάποιος παλιομοδίτικο, αλλά αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα. Πολύ καλό είναι και το “Magiko tetradio” (ένα από τα ωραιότερα του δίσκου), επίσης με βαρύ λεκτικό οπλοστάσιο, που στέκεται ξανά άψογα, μέσα από την electro διάπλασή του (late 80s-early 90s το ηχητικό απόσταγμα κι εδώ, αλλά... no problem). Στη θέση Β3 έχουμε το “Koritsi simfora”, με τη συμμετοχή της VASSIŁINA στα vocals, ένα από τα πιο funky κομμάτια του LP και με στίχους σαν και τούτους: «Ψάχνεις έμπνευση στον πόνο / πιο κλισέ κι από τον τόνο / όταν σου είπε εκείνος “see you around” / και στο στέιτζ στην Αθήνα / φως γκλίτερ και ευθυμία / μα εσύ λες “θα πεθάνω μετά”». Στο “Nixtoluludo ton Avgusto” υπάρχει ο PAN PAN στη φωνή, με το βαθύ electro-pop να εξακολουθεί να αποτελεί το καλύτερο ηχητικό απόσταγμα των Turboflow3000. Ο δίσκος θα ολοκληρωθεί με τον “Vasilia tu underground”, με το φλάουτο να δίνει άλλη αίσθηση στο κομμάτι, κάπως folky, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος, γιατί μετά η υπόθεση αγριεύει.
Δεύτερος εξ ίσου καλός δίσκος με τον πρώτο τους ή και καλύτερος ακόμη για τους Turboflow3000 και πάμε γι’ άλλα.
Επαφή: https://turboflow3000.bandcamp.com/album/bassokatarah

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

THE SEX BEAT οι ευτυχισμένες μέρες του 1985-89

Τους SeΧ BeΑΤ –είχαν δημιουργηθεί στο Ηράκλειο, στο μέσο της δεκαετίας του ’80–, τους θυμάμαι από εκείνη την εποχή, της garage punk αναβίωσης και γενικώς του ξανανιώματος του rock, που ερχόταν και πάλι πυρωμένο στην καθημερινότητά μας, με την προωθητική δύναμη που ενσωμάτωνε από τα sixties. Μάλιστα είχα αγοράσει, τότε, και τη μία από τις τρεις κασέτες των SeΧ BeΑΤ, την “Let It Out” (1987) από το mail order του RollinUnder και ακόμη θυμάμαι πως μου είχε αρέσει (σε πρώτο χρόνο). Τούτο έχω την ευκαιρία να το επιβεβαιώσω, τώρα, μέσω του ανεξάρτητου CD Happy Days / 12 tracks from the tapes (1985-1989)” [Dreamtown Works], που κυκλοφόρησε το 2024 και που έφερε πάλι στο φως, και στη μνήμη μου, εκείνα τα παλιά τραγούδια των SeΧ BeΑΤ, που, χοντρικά, εξακολουθούν να δουλεύουν καλά ή και πολύ καλά, παρά τα αναμενόμενα ηχογραφικά θέματα. Θέλω να πω πως οι παλαιές κασέτες ξανάνιωσαν, με το νέο mastering να επιχειρεί, και να κατορθώνει, να μεταφέρει όλη εκείνη τη δύναμη και την κάψα των SeΧ BeΑΤ – όπως αυτή τέλος πάντων θα αποτυπωνόταν σε «δυναμίτες» σαν τους “Last chance” και “Wasted” (από την κασέτα “Let It Out”).
Δεν ήταν όμως μόνον αυτοί, κι εκείνη κασέτα, καθώς και τα υπόλοιπα tracks έχουν ενδιαφέρον, επιλεγμένα βασικά από τις δύο πρώτες κυκλοφορίες του γκρουπ, την “SeΧ BeΑΤ 01” (1985) και την “Dont Take Chances with The SeΧ BeΑΤ” (1986). (Επισημαίνω, εδώ, το γεγονός πως τα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του CD προέρχονται από τις κασέτες των ετών 1985-1987, ενώ δύο είναι γραμμένο το 1989).
Φυσικά και από τις άλλες κασέτες, όπως και από το τελευταίο σέσιον των SeΧ BeΑΤ, μπορείς να βρεις καλά τραγούδια στο “Happy Days”, και τέτοια είναι, για παράδειγμα, τα “Simple as lies”, “Keep the day mine”, “(Take just another) chance” και “The way to the top”.
Εκείνο που πρέπει να πω είναι πως, υπό άλλες συνθήκες, οι SeΧ BeΑΤ θα μπορούσε να διαπρέψουν στο τότε ελληνικό σκηνικό, πλασαριζόμενοι δίπλα στα υπόλοιπα και πιο γνωστά σχήματα της εποχής, σαν τους Last Drive, τους Mushrooms κ.λπ., με τσαμπουκά και με άνεση. Το λέω, γιατί αν βρίσκονταν σε μια πιο επαγγελματική σειρά όλα θα βελτιώνονταν ακόμη περισσότερο, και οι κάποιες αδυναμίες τους εύκολα θα αμβλύνονταν.
SeΧ BeΑΤ ήταν τότε οι Babis Laskaris κιθάρα, φωνή, μπάσο, λόγια, συνθέσεις, Sfuck ντραμς, φωνή και Psilos μπάσο, με όλες τις ηχογραφήσεις να έχουν γίνει στο Ηράκλειο στο διάστημα καλοκαίρι 1985-άνοιξη 1989.
Επαφή: https://www.facebook.com/haralambos.laskaris.5?locale=el_GR

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

ΜΟb για το άλμπουμ τους “II”

To II [Veego Records, 2025] των MOb (Μάριος Βαληνάκης σαξόφωνα, εφφέ, σύνθια, Αλέξανδρος Δελής μπάσο, Παναγιώτης Κωστόπουλος ντραμς) είναι ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, με πολλές και διάφορες επιρροές, που ναι μεν είναι αφομοιωμένες, αλλά δεν λειτουργούν, συνολικά, με τον τρόπο που θα έπρεπε, προκειμένου ο δίσκος να κυλήσει σε μια συγκεκριμένη γραμμή. Χρειάζεται ξεκαθάρισμα, θέλω να πω, και επικέντρωση σε συγκεκριμένες αισθητικές περιοχές, ώστε εκείνο που παράγεται τελικά να έχει ένα χρώμα – και όχι πολλά.
Το άλμπουμ ανοίγει κάπως... τριπχοπάδικα, μ’ ένα γρήγορο και έντονο track (“Tipping point”), με φωνή κάπου ανάμεσα σε spoken word και ραπάρισμα, με γεμίσματα από τα πλήκτρα και το σαξόφωνο (μετά από τη μέση). Το “333”, όπως αφήνει να εννοηθεί και ο τίτλος του, είναι ένα μονότονο, επαναληπτικό κομμάτι, με kraut ρίζες (Neu! δηλαδή), για να αποκτήσει μετά από τη μέση, μία περισσότερο και πάντως ωραία electro-pop αίσθηση, διατηρώντας την χορευτικότητά του. Το “Utu and sin” είναι αργό στην αρχή, διαθέτει στοιχεία chill out, αλλά στην πορεία ανεβάζει στροφές, διαθέτοντας breaks από πλήκτρα-μπάσο, όπως και ντραμιστικό σφυροκόπημα, μαζί με μια έρπουσα μελωδία, που του προσθέτει σε kraut χάρη. Η Side A θα κλείσει με το “Encounters” ένα χιπχοπάδικο κομμάτι, που είναι μάλλον το λιγότερο ενδιαφέρον της πλευράς.
Η Side B θα ξεκινήσει με το “Fall”, που σαν σύνθεση είναι lush, με ωραίο μπάσο-ντραμς, και... τεχνητά φωνητικά από το υπερπέραν. Ωραίο για άνοιγμα (δίσκου ή έστω πλευράς). Το “Echoing”, που ακολουθεί, είναι το πιο afro κομμάτι του “II” και προσωπικά ανακαλεί στη μνήμη μου νοτιο-αφρικανική τζαζ (και δεν ευθύνονται γι’ αυτό μόνον οι ήχοι από mbira ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων). Το “II” των MOb θα ολοκληρωθεί με το 7λεπτο “The listener”, που περιέχει και samples με τη φωνή του Yusef Lateef, ένα ας το πούμε «πνευματικό» track, που είναι σίγουρα το καλύτερο του δίσκου. Ενός δίσκου οπωσδήποτε ενδιαφέροντα, αν και κάπως «μπερδεμένου».
Επαφή: https://mobtrio.bandcamp.com/album/ii