Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ACT MUSIC + VISION μια πρώτη (νέα) τετράδα με δυνατό νόημα

EMILE PARISIEN QUARTET: Double Screening [ACT Music + Vision, 2019]
Πριν από κάποιους μήνες, τον προηγούμενο Δεκέμβριο, είχαμε γράψει για το άλμπουμ τού Emile Parisien QuintetSfumato live in Marciac”, σημειώνοντας εκεί πως… με συνεχή άλμπουμ τα τελευταία χρόνια στην ACT, o 36χρονος γάλλος συνθέτης και σοπράνο σαξοφωνίστας Emile Parisien αναγορεύεται, οπωσδήποτε, σ’ ένα μεγάλο όνομα
Αυτό το «μεγάλο όνομα» αποδεικνύεται και από την πιο πρόσφατη κυκλοφορία τού Parisien, το άλμπουμ “Double Screening”, που ολοκληρώνεται, αυτή τη φορά, μέσω του κουαρτέτου του (Emile Parisien σοπράνο, τενόρο, Julien Touéry πιάνο, Ivan Gélugne μπάσο, Julien Loutelier ντραμς). Μάλιστα, είναι λίγο περίεργο το γεγονός, και γι’ αυτό το σημειώνω, πως ανάμεσα στο κουαρτέτο και το κουιντέτο τού Parisien δεν υπάρχει καμμία τομή, κανένα κοινό μέλος. Πώς εξηγείται αυτό; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι πως στα δύο αυτά CD (το περσινό και το τωρινό) υπάρχουν, οπωσδήποτε, ορατές ηχητικές-ακουστικές διαφορές, κάτι που ενδεχομένως ξεκαθαρίζει τα όποια «τι» και «πώς». Αναλόγως του υλικού, δηλαδή, δημιουργούνται κάθε φορά και τα ειδικότερα σχήματα, τα οποία και θα το αξιοποιήσουν. Έτσι, αν στο “Sfumato live in Marciac” υπήρξαν τα γνωστά «μεγάλα ονόματα» (Joachim Kühn, Wynton Marsalis, Vincent Peirani, Michel Portal), που ανταποκρίθηκαν τέλεια στη σημασία εκείνης της γιορτής, εδώ, στο “Double Screening”, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Υπάρχει περισσότερο «προσωπικό» στοιχείο εννοώ, και βεβαίως μια διάθεση για πειραματισμούς, ανατροπές, νέες προτάσεις κ.λπ., που παρέχει στο ηχογράφημα μιαν άλλη διάσταση.
Αυτοί οι πειραματισμοί οδηγούνται, κατά μίαν έννοια, από τον τρόπο που χειρίζονται τα όργανά τους οι τέσσερις μουσικοί. Ο Parisien χρησιμοποιεί το σαξόφωνό του κάπως σαν «κρουστό», o Touéry παίζει και σε prepared piano, ο Gélugne παράγει παράξενους ήχους, στο μπάσο, με το δοξάρι του, ενώ και ο Loutelier χρησιμοποιεί το drum-set μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο, δημιουργώντας εύπλαστα περιβάλλοντα, μέσα στα οποία μπορούν να αλληλοεπιδράσουν όλοι οι μουσικοί.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών, στο “Double Screening”, δεν είναι στενά και μόνο… προχωρημένο. Υπάρχουν βεβαίως τέτοιες στιγμές (“Spam 1”, “Hashtag II” και “III”, “Deux point zero”…), αλλά υπάρχουν και πιο… σαφή tracks, από τα οποία, όμως, δεν χάνεται ποτέ η διάθεση για το μη-αναμενόμενο.
Τελικώς το θέμα κάπου ισορροπεί. Και ισορροπεί στο πιο ψηλό, δυνατό-εφικτό, σημείο.
Το “Double Screening” είναι ένα πολύ απαιτητικό τζαζ άλμπουμ, με κομμάτια εκπληκτικά (όπως το 8λεπτο “Malware invasion”), που φανερώνουν για μιαν ακόμη φορά την αξία τού Emile Parisien, σαν παίκτη, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή (και βεβαίως την αξία τής, εδώ, μπάντας του).
JAVIER GIROTTO TRIO: Tango Nuevo Revisited [ACT Music + Vision, 2019]
Ωπ, εδώ, στο “Tango Nuevo Revisited”, έχουμε κάτι ιδιαίτερο. Μια τριάδα εξεχόντων μουσικών –ο αργεντινός βαρύτονο σαξοφωνίστας Javier Girotto, ο μπαντονεονίστας Gianni Iorio, ο πιανίστας, που χειρίζεται και ηλεκτρονικά, Alessandro Gwis –αποφασίζει να διασκευάσει-ανασκευάσει ένα θρυλικό άλμπουμ από το παρελθόν, το “Summit” [Erre T.V.] των Gerry Mulligan και Astor Piazzolla, που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1974 στην Ιταλία. Την επόμενη χρονιά μάλιστα (1975), όπως διαβάζουμε στο digipak τού “Tango Nuevo Revisited”, το άλμπουμ αυτό, ως “Tango Nuevo”, θα κυκλοφορούσε και από την πολυεθνική Atlantic στην τότε Δυτική Γερμανία με τη συμβολή του Siggi Loch (το αφεντικό της ACT), πράγμα που σημαίνει πως θα γινόταν ακόμη πιο γνωστό, τυγχάνοντας έκτοτε περισσότερων επανεκδόσεων. Ο Loch, σαν παραγωγός της ACT τώρα, επιστρέφει σ’ εκείνη την παλαιά εγγραφή, δίνοντας βήμα στο Javier Girotto Trio για μια σχεδόν ολοκληρωτική διασκευή τού “Tango Nuevo”, μ’ έναν, όμως, σύγχρονο και μάλλον διαφορετικό τρόπο.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως από τα οκτώ tracks του original LP εδώ διασκευάζονται τα επτά, δηλαδή τα “20 years ago”, “Close your eyes and listen”, “Years of solitude”, “Deus Xango”, “Aire de Buenos Aires”, “Reminiscence”, “Summit” (δεν διασκευάζεται μόνον το “20 years after”), για να συμπληρωθεί το set με τρία ακόμη κομμάτια (“Etude for Franca”, “Escualo”, “Fracanapa”), που αποτελούν επίσης συνθέσεις των Piazzolla και Mulligan, ολοκληρώνοντας αυτή την εκλεκτή προσπάθεια.
Βασικά η διαφορά στο “Tango Nuevo Revisited” συνίσταται στο γεγονός πως αυτό που ακούμε εδώ έχει πολύ περισσότερο σχέση με την jazz ή έστω την tango-jazz στην πιο «σκληρή» μορφή της και λιγότερο μ’ εκείνη την κάπως «ελαφρά» (seventies) παρέκκλιση τής πρωτότυπης (και πάντως επίσης θαυμάσιας) εγγραφής. Βλέπετε στο πρωτότυπο ακούγονταν επίσης έγχορδα (τσέλο, βιολί, βιόλα) ηλεκτρικές κιθάρες και μπάσο κ.λπ., ενώ εδώ το setting είναι πιο μικρό και πιο επικεντρωμένο (βασικά τρία μόλις όργανο, βαρύτονο, μπαντονεόν και πιάνο). Αυτή η «πυκνότητα», να την πούμε έτσι, δημιουργεί νέα δεδομένα ακρόασης, καθώς αναμορφώνεται στη βάσης της μια θεσπέσια μουσική, που αποδεικνύεται εναργής και ορμητική ακόμη και μετά από 45 χρόνια.
PAOLO FRESU, RICHARD GALLIANO, JAN LUNDGREN: Mare Nostrum III [ACT Music + Vision, 2019]
Η σειρά “Mare Nostrum”, που αισίως φθάνει στο τρίτο νούμερό της, ξεκίνησε το 2007, όταν βρέθηκαν για πρώτη φορά μαζί οι Paolo Fresu τρομπέτα, φλούγκελχορν, Richard Galliano ακορντεόν, μπαντονεόν, ακορντίνα και Jan Lundgren πιάνο. Το επιτυχημένο, εμπορικώς και καλλιτεχνικώς, εκείνο ντεμπούτο συνεχίστηκε το 2016 με το “Mare Nostrum II”, ενώ τώρα έχουμε τον τρίτο τόμο εμπρός μας – ένας τόμος, που θα κάνει την ίδιαν ισχυρή εντύπωση που έκαναν και οι δύο προηγούμενοι.
Το τρίο Fresu-Galliano-Lundgren ξέρει καλώς –και είναι εμφανές τούτο– πού βαδίζει. Στηριγμένο, φυσικά, στην μεγάλη εκτελεστική και συνθετική ικανότητα των μελών του προσφέρει ουσιαστικά πρωτότυπα tracks (από τα δεκαπέντε κομμάτια του CD τα δώδεκα είναι originals), ενώ και οι διασκευές που επιλέγει να προτείνει δεν είναι μόνον υπεράνω υποψίας, αλλά και εκπληκτικά εκτελεσμένες. Λέμε για το “The windmills of your mind” του Michel Legrand, το θρυλικό ναπολιτάνικο “Ite vurria vasà” και το “Love theme fromThe Getaway’” του Quincy Jones. Μπορεί να μένεις ενεός από το πάντα θεϊκό “…windmills…”, όμως δεν μπορείς να υποτιμήσεις κάθε ένα από τα πρωτότυπα που εδώ συγκεντρώνονται – και ας μην έχουν και τόσο πολύ μεγάλη σχέση με την jazz.
Ναι – και αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές. Οι Fresu και Galliano, αλλά και ο Lundgren ως ένα βαθμό, δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «ακραιφνείς τζαζίστες». Συνθέτουν έχοντας κατά νου (οι δύο πρώτοι) τη μεγάλη ιταλική και γαλλική λαϊκή και ελαφρά παράδοση, καθώς εμπνέονται μελωδίες οι οποίες μπορούν, χαλαρά, να σε συνεπάρουν, διαθέτοντας τη γοητεία του κλασικού. Πρώτες ανάμεσά τους οι “Le jardin des fées” και “Del soldato in trincea”, που ανήκουν αντιστοίχως στους Galliano και Fresu, ενώ δεν φείδεται λυρισμού και το “Love in return” του Lundgren, που και ως συνθέτης, ο Σουηδός, συναγωνίζεται επαξίως τους δύο συνοδοιπόρους του.
Ηχητική ομορφιά, υψηλό γούστο και μουσικές θεσπέσιες, ακούμε εδώ, με τη μελωδία στο κέντρο.
NGUYÊN LÊ QUARTET: Streams [ACT Music + Vision, 2019]  
Ο γεννημένος στο Παρίσι, αλλά με βιετναμέζικη καταγωγή, κιθαρίστας Nguyên Lê πάτησε τα 60, αλλά, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να δίνει προσωπικούς δίσκους που να εκπλήσσουν, όπως έκανε και στο δισκογραφικό ξεκίνημά του (πριν από 30 χρόνια). Η πιο πρόσφατη δουλειά του έχει τίτλο “Streams” και βρίσκει τον γαλλο-βιετναμέζο μουσικό (που χειρίζεται και ηλεκτρονικά) να συνεργάζεται με τον πρόγονό του Illya Amar στο βιμπράφωνο, τον Καναδό Chris Jennings στο ακουστικό μπάσο και τον Αμερικανό John Hadfield σε ντραμς, κρουστά. Το άλμπουμ περιλαμβάνει εννέα συνθέσεις – επτά του Lê, μιας του Jennings και μιας του Amar.
Σ’ αυτό το CD ο Nguyên Lê εμφανίζεται περισσότερο και πιο κοντά σε μια τζαζ φάση (και δη κουαρτέτου), απ’ όσο στις πιο πρόσφατες δουλειές του –δίχως αυτό να σημαίνει πως είναι και λιγότερο «τζαζροκικός», λιγότερο ethnic, πειραματικός κ.λπ.– διατηρώντας τη φήμη του σαν δημιουργός, πάντα, σε υψηλά επίπεδα.
Τα κομμάτια που καταγράφονται στο “Streams” κινούνται, οπωσδήποτε, σ’ ένα contemporary πλαίσιο, αλλά δεν είναι τυπικά και ποτέ αναμενόμενα. Κάνουν τις υπερβάσεις τους, θέλω να πω, και μέσω μιας χαμηλής έντασης περιστασιακών ηλεκτρονικών από τον ίδιον τον Lê, και μέσω των κρουστών του Hadfield, όπως και των vibes του Amar, που προσθέτουν σ’ αυτό το ενορχηστρωτικό οικοδόμημα κι ένα ελαφρύ groovy feeling. Βασικά όμως και πάνω απ’ όλα είναι η κιθάρα του Nguyên Lê, εκείνη που έχει το μεγαλύτερο βάρος στην ανάπλαση των συνθέσεων και στην οικοδόμηση ενός κλίματος είτε συγκρατημένης nostalgia, που εντοπίζεται σε tracks όπως το “Bamiyan”, είτε μιας σαγηνευτικής έντασης, που κυριεύει το άπαν σε κομμάτια όπως το “Sawira”, για παράδειγμα.
Ένα ακόμη top CD από τον Nguyên Lê, που στοχεύει πάντα στα μεγάλα crossover ακροατήρια. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ ευψύχι – ποιήματα 2005

Για τον ποιητή Παναγιώτη Ψαριανό έχουμε γράψει άλλες δύο φορές στο παρελθόν. Την πρώτη με αφορμή τη συλλογή του Ποίηση [εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2010] και τη δεύτερη για το επόμενο βιβλίο, που είχε τον ίδιο τίτλο (Ποίηση δηλαδή) και είχε τυπωθεί επίσης από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, λίγο αργότερα την ίδια χρονιά (2010). Τώρα έχουμε στη διάθεσή μας το πιο πρόσφατο βιβλίο τού Παναγιώτη Ψαριανού, που τιτλοφορείται Ευψύχι - Ποιήματα 2005 [Ιέρα εκδόσεις, 2017]. (Να υπενθυμίσουμε πως ο Παναγιώτης Ψαριανός ήταν ο στιχουργός του συγκροτήματος Sun of Greece, τις ηχογραφήσεις του οποίου γνωρίσαμε ουσιαστικά στο τέλος του 2009, μέσω της σχετικής έκδοσης της B-other Side Records).
Η ποίηση του Παναγιώτη Ψαριανού έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Βασικά, τα ποιήματά του είναι διαμορφωμένα με λίγους στίχους και στροφές. Είναι στοχαστικά, φιλοσοφικά, διδαχτικά, υπάρχουν σ’ αυτά επιρροές από τον Κ.Π. Καβάφη, ορισμένες φορές αφήνουν μιαν απαισιοδοξία, άλλες πάλι ακριβώς το αντίθετο (όταν σ’ αυτά προβάλλεται η Τέχνη φερ’ ειπείν), εκφράζοντας ταυτοχρόνως κι ένα δέος για το «τέλος».
Μερικά δείγματα της ποίησης του Παναγιώτη Ψαριανού :

Στους δρόμους άδεια ρούχα.

Οι άνθρωποι πού πήγαν;

Σαπίζουν μες στο χώμα
ή φύγαν μακριά;

(Αθήνα, 10/5/2005)


Εκείνους που δεν έχουνε κανέναν να λυπάσαι.

Τους δύστυχους τους μόνους,
που δεν μπορούν να μοιραστούν ποτέ χαρές και πόνους.

Και ζώντας μόνοι,
ο κόσμος πέφτει πάνω τους σαν νεκρικό σεντόνι. 

(Αθήνα, 11/5/2005)


Δεν θέλω τίποτ’ άλλο,
από του κόσμου τα καλά,
τις δόξες των ανθρώπων·

μονάχα να δημιουργώ
και να σπαράζω ηδονικά
στις φλόγες των ερώτων

(Αθήνα, 23-24/6/2005)


Γκρόβερ Κλίβελαντ, Πρόεδρος των ΗΠΑ, το 1886.
Ποιος τον θυμάται πια;
Τη δόξα και τα έργα του ο χρόνος τα σκεπάζει.

Όμως το Μινιουέτο του Μποκερίνι,
αιώνες τώρα,
ολόγλυκο κι ολόδροσο μες στις ψυχές σταλάζει.

Κι εκείνους που θα ’ρθουν,
το ίδιο θα τους τέρπει και θα τους ανεβάζει.

(Αθήνα, 10/12/2005)

LOSEN RECORDS κορυφαία τζαζ CD από τη νορβηγική εταιρεία

ILUGDIN TRIO: Reflection [Losen Records, 2019]
Το “Reflection”, που ανήκει στο τρίο τού πιανίστα Dmitry Ilugdin είναι λίγο παλαιότερο άλμπουμ. Κυκλοφόρησε κατά πρώτον στη Ρωσία, το 2017, ενώ τώρα επανεκδίδεται (και για πλατύτερη διανομή) από τη νορβηγική Losen Records. Το CD, που είναι ηχογραφημένο στη Μόσχα τον Ιούλιο του ’17, καταγράφει επτά συνθέσεις τού Ilugdin, στην απόδοση των οποίων συμμετέχουν πέραν του ιδίου (στο πιάνο) και οι Victor Shestak κοντραμπάσο, Petr Ivshin ντραμς.
Ο Ilugdin δεν είναι τωρινή περίπτωση – ένας κάποιος μουσικός δίχως παρελθόν. Βρίσκεται στη σκηνή κάπου 20 χρόνια, ενώ έχει υπάρξει και μέλος των περίφημων Arsenal τα πιο πρόσφατα χρόνια (αυτού του ιστορικού σοβιετικού και αργότερα ρωσικού jazz, fusion, progressive γκρουπ), έχοντας ηχογραφήσει και με τον frontman των Arsenal, τον σαξοφωνίστα Alexey Koslov. Επίσης σαν leader ο ίδιος (o Ilugdin) ηχογραφεί από το 2012, ενώ, με το τρίο του, έχει και πιο καινούρια εγγραφή από το “Reflection”, το “August” (2019). Αυτά, έτσι ως εισαγωγικά.
Το συγκεκριμένο άλμπουμ, τώρα, δεν δείχνει μόνο τις ποιότητες της σημερινής ρωσικής τζαζ, αλλά και τη μεγάλη (τζαζ) παράδοση που κληροδότησε στη (ρωσική) χώρα η σοβιετική εποχή. Γιατί όλα από εκεί ξεκινάνε, σε σχέση με την τζαζ στη Ρωσία, κι εκεί θα καταλήγουν πάντα – αν σκεφθούμε την ποιότητα και την ποσότητα τής ηχογραφημένης jazz στην πρώην ΕΣΣΔ.
Το εισαγωγικό “Transformability” είναι εντελώς αποδεικτικό της αξίας του Ilugdin Trio. Ρυθμικές ποικιλίες, μελωδίες της «στέπας» με τρομερή ανάλυση και συναισθηματικό δόσιμο και παιξίματα απ’ αυτά που μόνον κορυφαίοι επαγγελματίες μουσικοί μπορούν να επιτύχουν. Το ίδιο και για το “Nocturne” που ακολουθεί, κομμάτι ήσυχο, χαλαρό, έμπλεο αισθημάτων, με το 7λεπτο “Prelude #4” να φανερώνει, περαιτέρω, τη μεγάλη κλασική παιδεία των ρώσων οργανοπαικτών (και βασικά του Iludgin). Το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD είναι το φερώνυμο 11λεπτο “Reflection”, που καταγράφει τον τρόπο που σκέπτεται «τζαζικώς» το Iludgin Trio, κοντά, συχνά, προς έναν «τζαρετικό» ιμπρεσιονισμό. Το “Old town” διακρίνεται για το έξοχο παίξιμο του ντράμερ Ivshin, όπως και για την μελωδία του Iludgin που είναι απολύτως γοητευτική έως και ανατριχιαστική (σπουδαία σύνθεση!). Όμως το “Reflection” δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί καθώς υπάρχουν ακόμη το σχεδόν 10λεπτο “Aura”, όπως και το 6λεπτο “Prelude #3”. Το πρώτο διαθέτει και «ατμόσφαιρες», είναι δυναμικό και μ’ ένα επίμονο μπάσο-οστινάτο, σουινγκάροντας όσο κανένα άλλο track του CD, με το δεύτερο να κλείνει μέσω μιας σύνθεσης… κλασικής ομορφιάς.
Εξαιρετική περίπτωση!
BANGKOK LINGO: Smells / Colours / Noise [Losen Records, 2019]
Νέο νορβηγικό τζαζ κουιντέτο (Lyder Øvreås Røed τρομπέτα, Lauritz Skeidsvoll σαξόφωνο, Olav Imerslund μπάσο, Henrik Håland ντραμς, Ivar Myrset Asheim κρουστά), οι Bangkok Lingo έχουν τώρα το πρώτο άλμπουμ τους σε κίνηση (γραμμένο στο Όσλο, τον Αύγουστο του ’17). Το “Smells / Colours / Noise” περιλαμβάνει επτά συνθέσεις των μελών του γκρουπ, οι περισσότερες από τις οποίες ανήκουν στον ντράμερ Håland. Λέμε για συνθέσεις, για εξαιρετικές συνθέσεις που είναι jazz-jazz και όχι περί την jazz, ούτε jazz ανακατεμένη με ηλεκτρονικά και άλλα πρόσθετα εφφέ ή «ακρότητες», χωρίς αυτό, πάντως, να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και… εξω-τζαζικές αναφορές. Πέντε μουσικοί, πέντε όργανα, ήτοι μπάσο, ντραμς, σαξόφωνο, τρομπέτα συν κρουστά, σε δικό τους ξεχωριστό ρόλο, που παρέχουν εν τέλει στους Bangkok Lingo όλα τα απαραίτητα.
Το εισαγωγικό “Oppsig” είναι στη βάση του ένα groovy hard-bop, με ωραία δουλειά στο ρυθμικό τμήμα (είναι όλα τα λεφτά) και με τη μελωδία μπροστά να δίνει και να παίρνει μέσα από τους περίτεχνους αυτοσχεδιασμούς (σε σαξ πρωτίστως και με την τρομπέτα συχνά σε unison).
Το “Salaam aleikum”, δεν χρειάζεται ίσως να το πούμε, ξεχωρίζει για την oriental μελωδική γραμμή του. Πρόκειται για εξαιρετικό track, που φανερώνει και την εκτελεστική δεινότητα των Νορβηγών (γενικώς), αλλά και (ειδικότερα) τον τρόπο τους να αποδεικνύονται εξπέρ σε κλίμακες και χρώματα, που δεν αποτελούν παράδοσή τους (ούτε κοντινή, ούτε κάτι άλλο).
Γρήγορη σύνθεση που σε συνεπαίρνει, το “Free for all” δεν είναι ένα απλώς ένα δεξιοτεχνικό κομμάτι, αλλά και μιαν ακόμη απόδειξη τού πόσο άξιοι συνθέτες είναι οι Henrik Håland και Lyder Øvreås Røed που το υπογράφουν. Τρομπέτα εντυπωσιακή εδώ και γεμίσματα από το σαξόφωνο, τοποθετημένα όλα επάνω σ’ ένα ιλιγγιώδες τέμπο.
Στο “Khao san road” το κλίμα του πρώτου track επανέρχεται. Γκρουβιά ολκής έχουμε εδώ, που σπάει τα τσιμέντα – έξοχο! Όπως και το “Song for Billy”, εξάλλου, που διαθέτει την ίδια δαιμονική ορμή στο εσωτερικό του.
Προτελευταία σύνθεση του “Smells / Colours / Noise” είναι το 6λεπτο “Bangkok”. Και πάλι εδώ οι… exotica αναφορές είναι προφανείς, με τα δύο σολιστικά πνευστά να κάνουν εντυπωσιακή δουλειά (και μαζί και μόνα).
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το “Lost tribes and promised lands”, το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του CD (κατά τι λιγότερο από οκτώ λεπτά), που και αυτό δεν σε αφήνει να σταθείς σε… χλωρό κλαρί.
Μεγάλη jazz, από ένα συγκρότημα που μπαίνει με φούρια στο χώρο, κυριεύοντάς τον με το πρώτο κιόλας άλμπουμ του! Επενδύστε άφοβα, όπως λέμε.
Επαφή: www.losenrecords.no

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

oι βασανισμοί των κρατουμένων επί δικτατορίας μέσα από μαρτυρίες της εποχής: αποσπάσματα από τα σχετικά βιβλία των Τζαβαλά Καρούσου, Περικλή Κοροβέση, Κίττυς Αρσένη, Αναστάσιου Μήνη και Διονύση Λιβανού

Οι βασανισμοί των κρατουμένων επί δικτατορίας, από την αστυνομία, τη χωροφυλακή, τους ΕΣΑτζήδες και τους παρακρατικούς ήταν καθημερινό φαινόμενο και φυσικά μια απολύτως εγκληματική πρακτική. Χάθηκαν άνθρωποι και όχι μόνο μέσα από επιτόπιες δολοφονίες, αλλά και εξαιτίας των συνεπειών των βασανιστηρίων, όταν εκείνα είχαν τυπικά παρέλθει.
Από πολύ νωρίς διάφοροι κρατούμενοι-βασανισθέντες προσπάθησαν να κάνουν γνωστές στο πανελλήνιο, αλλά και έξω από τη χώρα, αυτές τις απάνθρωπες πρακτικές. Ακόμη και μέσα από τις φυλακές, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, αλλά και ως αποφυλακισμένοι πια, έχοντας μεταβεί στο εξωτερικό και συνεχίζοντας από ’κει την αντιδικτατορική δράση τους.
Τα βιβλία, από τα οποία ανθολογούμε στη συνέχεια χαρακτηριστικά αποσπάσματα δεν είναι, φυσικά, τα μόνα. Υπάρχουν κι άλλα. Είναι όμως αρκετά για να αντιληφθούν και οι νεότεροι τι ακριβώς σήμαινε το να σε συλλαμβάνουν, στη δικτατορία, για ιδεολογικούς-πολιτικούς λόγους και να βασανίζεσαι, μέχρι θανάτου, γι’ αυτούς.
ΤΖΑΒΑΛΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ
Ένας από τους πρώτους που επιχείρησαν να διαφωτίσουν την κοινή γνώμη πάνω στο θέμα των βασανιστηρίων ήταν ο γνωστός ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος (1904-1969). Ο Καρούσος συλλαμβάνεται, στα 63 του, την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος και οδηγείται στη Γυάρο (έχοντας ήδη περάσει από Μακρόνησο και Άη Στράτη στα τέλη του ’40 και τις αρχές του ’50), απ’ όπου θα αφεθεί, βαριά άρρωστος, τρεις μήνες αργότερα. Στο επόμενο διάστημα ο Καρούσος θα καταφύγει στο εξωτερικό, συνεχίζοντας τους αγώνες του «στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Στοκχόλμη, στο Στρασβούργο, καταγγέλλοντας από τα διεθνή μέσα ενημερώσεως και στους διεθνείς οργανισμούς τη δικτατορία στην Ελλάδα, μέχρι το θάνατό του, στις 3 Ιανουαρίου 1969, στο Παρίσι».
Το βιβλίο του Γυάρος, γραμμένο σε ευρωπαϊκό νοσοκομείο, σαν ένα χρονικό όσων έζησε στην εξορία εκείνους τους τρεις μήνες του ’67, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά μετά το θάνατό του και μετά την πτώση της δικτατορίας προφανώς, από τις εκδόσεις Πλειάς (1974).

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ένας από τους πρωτοπόρους του ελληνικού ντοκιμαντέρ – σε δική του ταινία ακούστηκε για πρώτη φορά, το 1967, το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου «Τ’ ακορντεόν»

Το ελληνικό ντοκιμαντέρ είναι πολύ παλιά ιστορία. Η Αλίντα Δημητρίου στο μνημειακό βιβλίο της Φιλμογραφία Ταινιών Μικρού Μήκους [ΦΙΛΜ / Εκδόσεις Καστανιώτη, 1976] γράφει πως τα πρώτα ελληνικά ντοκιμαντέρ ίσως είναι οι ταινίες Νότιος Εύβοια - Κάρυστος και Τήνος, γυρισμένες το 1928 από τον Δημήτρη Μεραβίδη. Το «ίσως» σημαίνει πως δεν αποκλείεται να υπάρχει και κάτι ακόμη πιο παλιό…
Βασικά και για πολλά χρόνια (μέχρι το 1960 χοντρικά) η πλειονότητα των ντοκιμαντέρ που γυρίζονταν στην Ελλάδα ήταν παραγγελίες του κράτους προς τους κινηματογραφιστές, προκειμένου να δημιουργηθούν ταινίες τουριστικού, ιστορικού, πληροφοριακού ή και επιστημονικού περιεχομένου. Το κουκούλι αυτό αρχίζει να δέχεται κάποιες πιέσεις στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, όταν ο Βασίλης Μάρος γυρίζει την ταινία Η Αθήνα Χορεύει Ροκ εντ Ρολ (1957) και σπάει με θορυβώδη τρόπο λίγα χρόνια αργότερα, όταν στην πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, το 1960, προβάλλεται και βραβεύεται ο ποιητικός Μακεδονικός Γάμος του Τάκη Κανελλόπουλου.
Εκεί ακριβώς μπαίνει για πρώτη φορά κι ένα θεωρητικό θέμα. Το ντοκιμαντέρ είναι στεγνά μια ταινία τεκμηρίωσης ή μπορεί να διακριθεί και σαν ταινία με συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά και αισθητικά χαρακτηριστικά; Φυσικά, ο χρόνος δικαίωσε τη δεύτερη περίπτωση – δίχως τούτο να σημαίνει πως έπαυσε να γυρίζονται ντοκιμαντέρ και για απλούς, καθημερινούς και πιο πεζούς λόγους.
Λάμπρος Λιαρόπουλος
Το 1963 γυρίζεται το πολιτικό ντοκιμαντέρ Εκατό Ώρες του Μάη σε συν-σκηνοθεσία Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού (επικεντρωμένο στην πολιτική δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη), ενώ δύο χρόνια αργότερα (1965) στην Έκτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται η ταινία του Λάμπρου Λιαρόπουλου Γράμμα απ’ το Σαρλερουά.
Η ταινία φεύγει από το φεστιβάλ με Β Τιμητική Διάκριση (βραβείο το οποίο αρνείται ο σκηνοθέτης), ενώ διακρίνεται επίσης στο Φεστιβάλ της Λειψίας, στην τότε Ανατολική Γερμανία, παίρνοντας το βραβείο της Παγκόσμιας Ένωσης Συνδικάτων (World Federation of Trade Unions).
Ποια ήταν/είναι όμως η αξία αυτής της ταινίας, που προβάλλεται την Παρασκευή (19/4) στην Ταινιοθήκη και ποιος ο σκηνοθέτης της;

Το όλον εδώ…