Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

ELECTRIC LITANY ένα τρίτο, εξαιρετικό, LP

Τρίτο άλμπουμ για τους ας-τους-πούμε-Κερκυραίους Electric Litanyμετά το “How To Be A Child & Win the War” [Inner Ear, 2010] και το “Enduring Days Will Overcome” [Inner Ear, 2014]. Πέντε χρόνια δεν ξέρω αν είναι πολλά για το επόμενο άλμπουμ ενός συγκροτήματος, του όποιου συγκροτήματος, είναι όμως αρκετά, ώστε και η προσμονή από μέρους μας να υπάρχει και η περιέργεια, γύρω από το πώς θα μπορούσε να ηχεί το πιο νέο LP μιας μπάντας, που είχε αφήσει, με τις προηγούμενες δουλειές της, τις καλύτερες των εντυπώσεων.
Διαφοροποιημένοι εμφανίζονται οι Electric Litany στο έσχατο Under A Common Sky [Inner Ear / Azure Records, 2019], ως προς την line-up τους (σε σχέση μ’ εκείνην του 2014 εννοούμε), καθώς τώρα τους αποτελούν οι Αλέξανδρος Μίαρης φωνή, κιθάρες, πιάνο, σύνθια, περσικό σαντούρι, προγραμματισμός, Richard Simic ντραμς, κρουστά, ηλεκτρονικά ντραμς, λούπες, φωνητικά, Benjamin Prince σύνθια, vocoder, Pav Mav μπάσο, φωνητικά και Γιώργος Μπότης προγραμματισμός, φωνητικά, σύνθια, συν τον τρομπετίστα Ανδρέα Πολυζωγόπουλο ως guest σε δύο tracks, αλλά καθόλου διαφοροποιημένη δεν εμφανίζεται η προβληματική τους, σε σχέση με το πώς αξίζει να ηχεί το σύγχρονο ηλεκτρικό (αγγλόφωνο) τραγούδι, όταν διαλέγεις για ’κείνο τα καλύτερα στοιχεία από πέντε δεκαετίες ποπ και ποπ-ροκ μουσικής.
Με σαφείς αναφορές στην Κέρκυρα, τον τόπο καταγωγής τού Μίαρη τουλάχιστον, που έχει γράψει όλους τους στίχους των τραγουδιών, συμβάλλοντας αποφασιστικώς και στις μουσικές (μαζί με τα υπόλοιπα μέλη), το “Under A Common Sky” σε «πιάνει» από το εξώφυλλο ήδη. Ένα ουράνιο τόξο στο βάθος του σκοτεινού ουρανού κι ένα κύμα μπροστά να σκάει σε κάποια ακτή. Τοπίο της Κέρκυρας, μετά από κάποια νεροποντή; Πολύ πιθανόν. Η Κέρκυρα πρωταγωνιστεί όμως και στο βινύλιο και δεν εννοώ μόνον το A2 track, το “CFU”, με τη χρήση sample ενός φωνητικού κερκυραϊκού σκοπού («Καληώρα να ’χουν οι ελιές»), αλλά και γενικότερα μέσω του λυρικού πνεύματος και των άψογα κεντραρισμένων μελωδιών, που χαρακτηρίζουν όλες τις συνθέσεις τού άλμπουμ. Φυσικά, και εννοείται τούτο, υπάρχουν παντού στον κόσμο μελωδοί, αλλά αν είσαι Κερκυραίος αποκλείεται να μην σ’ έχει καθορίσει το «καλό τραγούδι». Κι εδώ υπάρχουν πολλά «καλά τραγούδια», που ακούγονται κάποιες φορές σαν μελιστάλακτες ψαλμωδίες. Δυτικότροπες βεβαίως, αλλά ψαλμωδίες.
Όπως διαβάζουμε στο innersleeve τα τραγούδια των Electric Litany ηχογραφήθηκαν και μιξαρίστηκαν σε λονδρέζικα στούντιο (στο Λονδίνο έγινε και το mastering), αλλά από το site της Inner Ear, πληροφορούμαστε πως όλα γράφτηκαν «σ’ ένα παραθαλάσσιο σπίτι στην Κέρκυρα το καλοκαίρι του 2017» κι αυτό κάτι σημαίνει. Εννοώ πως «βγαίνει» στις μελωδίες πρώτα-πρώτα, και γιατί όχι και στα λόγια (του Μίαρη), που είναι λιτά, αλλά ουσιαστικά, καθώς ενσωματώνουν με θαρραλέο, αλλά θετικό τρόπο, ποικίλες καταστάσεις της σύγχρονης ζωής (που αφορούν άλλες στο άτομο, και άλλες στην κοινωνία).
Τέτοια άλμπουμ, τέτοιου μελωδικού φινιρίσματος, δεν τα συναντάς συχνά στη σημερινή δισκογραφία. Θα έλεγα, δε, πως ούτε και στην παλαιότερη. Μπορεί εγώ όταν ακούω το “Sealight”, από την πρώτη πλευρά, να ανακαλώ στη μνήμη μου το άγνωστο άλμπουμ “Alone” (1975) του Myke Jackson, αλλά αυτό είναι περισσότερο μια προσωπική αίσθηση ή εμμονή (πείτε το όπως θέλετε), δεν είναι ούτε καν για να το συζητάμε. Άλλοι βεβαίως, νεότεροι, θα μιλήσουν για Mogwai, για παράδειγμα... και δεν είναι ούτε αυτό λάθος.
Μιλώντας, λοιπόν, για τους Electric Litany θα έλεγα πως η δεύτερη πλευρά τού “Under A Common Sky”, με τα πέντε tracks, είναι απλησίαστη από πολλά συγκροτήματα του εξωτερικού (ενώ και από την Ελλάδα μόνο τους Gravitysays-i θα μπορούσα να σκεφθώ τούτη τη στιγμή), με την μία κομματάρα να διαδέχεται την άλλη (όχι πως η Side A είναι κάτι άλλο, υποδεέστερο). Τόσο συμπαγής ήχος, τόσο γεμάτος (φυσικά είναι και θέμα τεχνικής, παραγωγής κ.λπ.), τόσο τελειοποιημένα τραγούδια, σε κάθε διάστασή τους, είναι κάτι που σε κάνει να νοιώθεις «αλλιώς»... καλύτερα, δυνατότερα, ψηλότερα.
Το έχει αυτό η μουσική – και η ποπ μουσική βεβαίως, όταν έχουμε να κάνουμε με άλμπουμ σαν το “Under A Common Sky” των Electric Litany.
Επαφή: www.inner-ear.com

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 195

16/10/2019
>>Το 1977 άνοιξε στην Πλατεία Αμερικής το πρώτο live jazz club στην Αθήνα με την επωνυμία Braxton’s Jazz Nest και ιδιοκτήτη το Νίκο Σαχπασίδη, τον αείμνηστο παραγωγό της Half Note Productions. Οι πρώτοι του πελάτες ήταν οι Αμερικάνοι από τη βάση της Γλυφάδας! Άλλωστε ήταν πολύ άγονο τότε το τοπίο για την jazz στην Αθήνα κι ενώ διανύαμε την περίοδο της μεταπολίτευσης. Ο Νίκος όπως ρίσκαρε…<<
Είναι καλό παιδί ο Γιάννης Αλεξίου και θέλει να βοηθήσει, αλλά είναι προχειρογράφος και μάλλον άσχετος.
Δεν ξέρω ποιο ήταν το πρώτο live jazz club στην Αθήνα, αλλά πριν από το Braxton’s Jazz Nest, υπήρχε σίγουρα το Jazz Club του Μπαράκου στην Πλάκα, και πριν ακόμη κι απ’ αυτό, το Galaxy του Hilton. Και φυσικά ποτέ δεν ήταν άγονο το τοπίο για την τζαζ στην Ελλάδα, αφού πάντα η αμερικάνικη αυτή μουσική απασχολούσε κοινό και μουσικούς από τη δεκαετία του ’20. Χαμός γινόταν π.χ. με την τζαζ στην δεκαετία του ’60 (το βλέπουμε και το ακούμε π.χ. στα σάουντρακ των ελληνικών ταινιών), αλλά και στην συναυλιακή κίνηση από την εποχή του Dizzy Gillespie, του Louis Armstrong, του Red Nichols, του Frank Sinatra και του Stan Getz (όλοι με live στην Αθήνα, στα φίφτις-σίξτις).
Σταματήστε να εμφανίζετε την τζαζ σαν κυνηγημένη...
Και αυτή η φωτογραφία, από περιοδικό της εποχής, την οποίαν πολλοί δεν θα έχουν δει – γιατί εδώ δεν γράφουμε μόνο σωστά και τεκμηριωμένα πράγματα, δείχνουμε κιόλας.

15/10/2019
Το 2009 το Spiegel είχε κάνει μια μεγάλη έρευνα στο ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας, ρωτώντας τον κόσμο αν οι καλές πλευρές του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας (πριν το 1989), ήταν περισσότερες από τις κακές. Ένα 57% είχε πει «ναι». Λέγοντας, ο δημοσιογράφος του Spiegel πως επί κομμουνισμού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ταξιδεύουν έπαιρνε συνήθως την απάντηση από τους ανατολικογερμανούς πως... και τώρα οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν μπορούν να ταξιδεύουν. Αυτά τo 2009, στα 20 χρόνια από την πτώση των «τούβλων του μίσους».
Τώρα, το 2019, στα 30 χρόνια, αυτά τα θετικά ποσοστά, με την κατρακύλα της γερμανικής οικονομίας εν τω μεταξύ, σίγουρα θα έχουν ανέβει. Αλλά ποιος θα τα ψάξει; Μήπως το Protagon ή το Liberal;

15/10/2019
Βγαίνει ταινία για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο συγκεκριμένο ρόλο...
>>Aνάμεσα στο καστ βρίσκεται κι ο Κρατερός Κατσούλης που υποδύεται τον Μανώλη Χιώτη: «Στην ταινία δεν απαιτείται μία απόλυτη μεταμόρφωση, αλλά μία ταύτιση… Ο Μανώλης Χιώτης ήταν ο άνθρωπος που έπαιξε στην Ουάσινγκτον, στο προεδρικό μέγαρο, ήταν ο άνθρωπος που τον έχουν ακούσει ο Τζίμι Χέντριξ, ο πρίγκιπας Ρενιέ, ο Ωνάσης και η Μαρία Κάλλας, η Μελίνα Μέρκουρη» δήλωσε ο ηθοποιός στην κάμερα.<<
Ρε Κρατερέ Κατσούλη... ο Ρενιέ, ο Ωνάσης και η Κάλλας ήταν όλοι μια «οικογένεια» ΕΚΕΙ ΕΞΩ, ο Χέντριξ όμως πού κολλάει με όλους αυτούς; Γιατί δεν σκέφτεσαι;
Ελπίζω να μην κάνετε καμμιά μαλακία και βάλετε στην ταινία τον Χέντριξ να τζαμάρει με τον Χιώτη... γιατί θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι.
Αν και εδώ που τα λέμε... ταινία είναι, μύθος είναι. Γιατί να γελάσει το παρδαλό κατσίκι; Ο καθένας ό,τι θέλει δείχνει...

15/10/2019
Σταματάτε ρε να χρησιμοποιείτε αυτό το «εκεί έξω» για ψύλλου πήδημα, είναι μαλακία. Το διαβάζω συνέχεια. Δεν είναι θέμα πως πρόκειται για αγγλισμό (αν και για μένα οι περισσότεροι αγγλισμοί είναι χαζοί), είναι ότι γίνεται κατάχρηση, καθώς χώνεται ακόμη κι εκεί όπου δεν χρειάζεται (δηλαδή πουθενά δεν χρειάζεται, αλλά τέλος πάντων) σαν πρόσθετο (για να δημιουργήσει εντύπωση σώνει και καλά).
Προσέξτε μερικές μαλακισμένες χρήσεις του «εκεί έξω», που μάζεψα τυχαία από το google (από τις πρώτες) και δείτε και μόνοι σας πόσο άχρηστες είναι. Φυσικά, το νόημα στις παρακάτω προτάσεις παραμένει πλήρες και χωρίς το ηλίθιο «εκεί έξω».
«Ο Βλάσσης ήταν ο πιο ωραίος τύπος εκεί έξω»
«Έχει ξεφύγει η κατάσταση εκεί έξω»
«Εκεί έξω έχει ακόμη καλοκαίρι»
«Προς κάθε σύζυγο εκεί έξω που δεν αναλαμβάνει το μερίδιό του στο άλλαγμα πάνας»
«Να θυμάσαι ότι κάποιος εκεί έξω νοιάζεται για σένα»
«Το Αστικό του Βόλου είναι το πιο κουλ λεωφορείο εκεί έξω»
και λοιπά και λοιπά...
Νομίζω πως έγινα κατανοητός.

14/10/2019
Πέθανε προχθές μια μορφή της ευρωπαϊκής τζαζ. Ο βούλγαρος πιανίστας Milcho Leviev. Ήταν 82 ετών.
Στο άρθρο θα διαβάσετε την πορεία του καλύτερου συγκροτήματος που οδήγησε ποτέ, των περίφημων Jazz Focus 65. Υπάρχει και μία ελληνική σύνδεση προς στο τέλος...

13/10/2019
Εγώ πάντως σε όλο αυτό το μακάβριο σταυρόλεξο που συνεχίζει να εξελίσσεται στη Συρία υποστηρίζω, από την αρχή, μόνον τον Άσαντ - κανέναν άλλον. Και όταν μαχόταν ενάντια στον «ελεύθερο συριακό στρατό» (της αραβικής ψευτοάνοιξης) και όταν μαχόταν ενάντια στον ISIS, στους αμερικανο-νατοϊκούς, στους ευρω-ενωσικούς κ.λπ. Η χώρα του είναι εκείνη που παραβιάζεται από τους πάντες. Οι σύροι πολίτες είναι εκείνοι που δέχονται επίθεση.
>>Syria says no dialogue with U.S.-backed Kurdish
forces who 'betrayed' their country.
Syria’s deputy foreign minister Faisal Maqdad on Thursday attacked U.S.-backed Kurdish led forces saying they had betrayed their country and accused them of a separatist agenda that gave Turkey a pretext to violate his country’s sovereignty.<<

[πρακτορείο reuters]
Δηλαδή, και κατά τα λεγόμενα του σύρου αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών:
«Η Συρία δεν κάνει διάλογο με τους Κούρδους, που πρόδωσαν τη χώρα και που έχουν αποσχιστική ατζέντα, δίνοντας στην Τουρκία το δικαίωμα να παραβιάζει την εδαφική κυριαρχία μας».
Έτσι.
---------------------------
update
Οι Κούρδοι θα πληρώσουν τον τυχοδιωκτισμό τους. Θα είναι οι μόνοι χαμένοι από αυτή την ιστορία. Τώρα γλείφουν τον Άσαντ για να τους σώσει, αλλά ο Άσαντ θα αγωνιστεί για τη Συρία, όχι για αυτόνομο Κουρδιστάν μέσα στη χώρα του...

13/10/2019
Πέθανε ο Χρήστος Στυλιανέας. Πολύ μεγάλη απώλεια για τη λαϊκή διασκέδαση της Πάτρας. Σπουδαίος τραγουδιστής, υπέροχος άνθρωπος…

12/10/2019
O Νίκος Αποστολίδης ήταν γιος κομμουνιστών και μάλλον γεννήθηκε στη Ρουμανία (το 1950), εκεί όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του μετά τον εμφύλιο, για να βρεθεί προς τα τέλη των σίξτις, στην τότε Δυτική Γερμανία, κάνοντας έκτοτε καλή καριέρα στην... τρίτη πατρίδα του. Στην Ελλάδα είναι σχεδόν άγνωστος κι αυτό είναι ένα από τα πρώτα τραγούδια του (1973).
Εξαιρετικό folk, που κολλάει με Emtidi, Ougenweide, Hölderlin και τα ανάλογα...

12/10/2019
(Φεβρουάριος, 1966)

CARMO βραζιλιάνικες μουσικές υπό την προστασία της ECM

Η Carmo είναι μια βραζιλιάνικη ετικέτα, που υφίσταται από την δεκαετία του ’80 εκδίδοντας στην αρχή LP και από το 1991 και μετά CD (Egberto Gismonti κ.ά.). Τα τελευταία πολλά χρόνια η Carmo δεν είχε δώσει σημεία ζωής, εξ όσων είδα στο discogs, ενώ τώρα, και υπό την προστασία της ECM, φιλοδοξεί να κάνει και πάλι αισθητή την παρουσία της. Τα δύο πλέον πρόσφατα άλμπουμ τής Carmo είναι αυτά για τα οποία γράφουμε στη συνέχεια...
DANIEL MURRAY: Universo Musical de Egberto Gismonti [Carmo]
Βραζιλιάνος κιθαρίστας με καλές περγαμηνές και συνεργασίες, ο Daniel Murray πράττει εδώ, στο “Universo Musical de Egberto Gismonti”, ένα χρέος. Ένα δικό του χρέος εννοούμε. Διασκευάζει Egberto Gismonti, τον συνθέτη, κιθαρίστα κ.λπ., που τον έχει επηρεάσει περισσότερο στη ζωή και την καριέρα του. Φυσικά κι έχει γνωρίσει (από κοντά) τον Gismonti o Murray, φυσικά στα παιξίματά του, όπως και στις συνθέσεις τού Gismonti εξάλλου, περνά όλη η (πρόσφατη) μεγάλη μουσική παράδοση της χώρας (Tom Jobim, Baden Powell κ.ά.), φυσικά και το “Universo Musical de Egberto Gismonti” είναι ένα διαφορετικό tribute. Διαφορετικό, γιατί από τις δεκατρείς συνθέσεις (του Gismonti), που καταγράφονται εδώ, μόνον οι δύο είναι γραμμένες για κιθάρα (“Mémoria e fado”, “Choro”), ενώ σε όλες τις υπόλοιπες έχουν γίνει οι σχετικές εναρμονίσεις προκειμένου να προσαρμοστούν στην 6χορδη και την 10χορδη κλασική (που χειρίζεται ο Murray).
Συνθέσεις σαν την “Água & Vinho”, από το φερώνυμο LP του Gismonti του 1972 (γραμμένη τότε για μπάσο, πιάνο και φωνή), ή σαν την “A fala da paixão” (από το LP “Cidade Coração” του 1983) έτσι, και σ’ αυτή την τελείως «καθαρή» μορφή τους, την σόλο-κιθάρα εννοούμε, δεν μπορεί παρά να είναι και να παραμένουν εκπληκτικές.
GRAZIE WIRTTI / MATIAS ARRIAZU: Caçador de Infância [Carmo, 2019]
Η Grazie Wirrti είναι τραγουδίστρια, ενώ ο Matias Arriazu είναι κιθαρίστας. Ένα βραζιλιάνικο ντούο λοιπόν έχουμε εδώ, ένα κλασικό βραζιλιάνικο ντούο, αν αναφερόμαστε στο σχήμα κιθάρα-φωνή, που μας συστήνεται μέσω μιας σειράς δικών του, κυρίως, συνθέσεων. Υπάρχει στο “Caçador de Infância κάτι από João Boscο, όπως και κανα-δυο θέματα που ανήκουν σε νεότερους συνθέτες (όχι πολύ γνωστούς), αλλά το... πολύ υλικό είναι «προσωπικό».
Δεν είναι ένα τυπικό σχήμα οι Writti και Arriazu. Κυρίως η τραγουδίστρια είναι αυτή που κάνει τη διαφορά – με τον κιθαρίστα να την συνοδεύει πάντως, με ανάλογο τρόπο, στις φωνητικές περιπλανήσεις της. Έχουν κάτι το λαϊκό-θεατρικό οι προσεγγίσεις τής Wirtti, κάτι που δείχνει την απόλυτη εξοικείωσή της, προφανώς, με το βραζιλιάνικο άσμα – ένα άσμα που επιζητεί από τη φωνή να παίξει έναν επιπλέον οργανικό ρόλο (είτε όταν τραγουδάς, είτε όταν βοκαλίζεις). Μαστόρισσες οι Βραζιλιάνες στην φωνητική περιπέτεια, ξέρουν να δημιουργούν τελείως ιδιότυπα περιβάλλοντα, συμπυκνώνοντας σ’ ένα σώμα την τεράστια εθνολογική, μουσική παράδοση της χώρας. Δίπλα, βεβαίως στην θαυμάσια Wirtti και ο Arriazu, με την κιθάρα του, να στρώνει μελωδίες απλές, αλλά βαθιές και ουσιαστικές (σ’ ένα ύφος Egberto Gismonti), δίνοντας ζωή σε σπουδαία τραγούδια (σαν το “El dulce gavilan” για παράδειγμα).
Μαγεία και απλότητα είναι οι δύο λέξεις, που περιγράφουν, όσο καλύτερα γίνεται, το “Caçador de Infância”. 

Η Carmo εισάγεται από την ΑΝ Music

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2019

NAZCA SPACE FOX, LUCY KRUGER & THE LOST BOYS, KENNETH MINOR, SONS OF ALPHA CENTAURI stoner, folk και folk-rock από την Ευρώπη

NAZCA SPACE FOX: Pi [Tonzonen Records, 2019]
Τριπλέτα από την Φρανκφούρτη είναι οι Nazca Space Fox (Mathias Gaul κιθάρες, πλήκτρα, Stefan Bahlk μπάσο, Heiko Vollweiler ντραμς) και “Pi” αποκαλείται το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους ένα LP, CD, που βρίσκει τους γερμανούς μουσικούς σε μεγάλη «χαμένη» φόρμα.
Βασικά το είδος που διακονούν οι Nazca Space Fox είναι το (σύγχρονο) stoner, που κρατάει γερά, όμως, από τα χρόνια του πιο γερού γερμανικού progressive. Και είναι αυτή μια ευτυχής διάσταση τού stoner, που συχνά-πυκνά αναλώνεται στα γνωστά τοις πάσι βαρύγδουπα μοτίβα, δίχως τη βεβαιότητα τής αληθινής δημιουργίας.
Εδώ, στο “Pi”, δεν συμβαίνουν αυτά. Γιατί οι Γερμανοί, ως «μανούλες» στο heavy progressive (θυμηθείτε τους Jane και τους Gäa, τα τελειώματα από το “Daytime” και το “Gäa” αντιστοίχως, για να μείνουμε μόνο σ’ αυτά τα δύο ονόματα και κομμάτια από το παρελθόν), ξέρουν να κάνουν τη διαφορά. Ξέρουν, με άλλα λόγια, να ανακατεύουν τα βαρέα βαρών riffs, τα αμετακίνητα rhythm sections, με τους κλασικούς Floyd-ικούς κιθαρισμούς, έχοντας βρει τον τρόπο να συναρπάζουν. Και εδώ, στο “Pi”, ακούς μόνο συναρπαστικά tracks, σαν το “Grinder” ή το “Hummingbird”, ικανά από μόνα τους να διαρρήξουν τις μεμβράνες των ηχείων.
Αν κάτι απουσιάζει από το “Pi” των Nazca Space Fox αυτό είναι μόνον τα φωνητικά – παρότι δεν ξέρω σε πόσους από εσάς, κάτι τέτοιο, θεωρείται «απαραίτητο».
LUCY KRUGER & THE LOST BOYS: Sleeping Tapes for Some Girls [Unique Records, 2019]
Η Lucy Kruger είναι μια τραγουδίστρια-τραγουδοποιός, που προέρχεται από την Νότια Αφρική (Cape Town) και που, εδώ και κάποιο καιρό, ζει στο Βερολίνο. Το “Sleeping Tapes for Some Girls” είναι το πιο καινούριο άλμπουμ της (LP, CD, digital), εκείνο που ακολουθεί το προπέρσινο “Summers Not That Simple”, κι εκείνο που φιλοδοξεί να την κάνει πιο γνωστή στα ευρωπαϊκά folk κυκλώματα. Σ’ αυτό το άλμπουμ η Kruger δεν είναι μόνη της, αφού την συνοδεύει το συγκρότημα Lost Boys, που δίνει στα κομμάτια της μια folk-rock χροιά – αλλά μην φανταστείτε κάτι, έναν ήχο, που να συνδέει αυτό που ακούμε στο “Sleeping Tapes for Some Girls” με τα γνωστά και κλασικά τού απώτερου παρελθόντος. Ευθύνεται γι’ αυτό η ενοργάνωση, που ακολουθεί κατά πόδας τα ίδια τα τραγούδια, την υφή τους, την κοψιά τους και που είναι (η ενοργάνωση) υποτονική ή κάπως, τέλος πάντων, υποτονική. Ο χαρακτηρισμός psychedelic-folk δεν κολλάει πουθενά εδώ, αλλά τα dark-folk ή ambient-folk θα μπορούσε να περιγράφουν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, εκείνο που ακούμε στο “Sleeping Tapes for Some Girls”. Σε κάθε περίπτωση οι ταμπέλες μπορεί να μην είναι το πλέον σημαντικότερο στη μουσική (χωρίς να είναι και κάτι εντελώς αδιάφορο, όπως νομίζουν ορισμένοι), βοηθούν όμως για να επικεντρωθούμε στο «πιο μέσα». Να συμμαζέψουμε τη σκέψη μας, και ν’ αφήσουμε τις άστοχες περιγραφές απ’ έξω.
Η Kruger γράφει καλούς έως και ενδιαφέροντες στίχους, λόγια που αφορούν «εσωτερικές» καταστάσεις και που δρουν κάπως αυτο-υπονομευτικά και αυτο-ψυχαναλυτικά, όμως αυτά τα λόγια δεν βρίσκουν εύκολα το δρόμο μιας αποδοτικής μελοποίησης. Ο τρόπος που τραγουδά η Νοτιοαφρικανή (χαμηλά, αργά, σαν να διαβάζει) δεν βοηθά στη συγκρότηση γερών μελωδιών, που να μπορεί να μείνουν στη μνήμη σου. Εδώ, απεναντίας, παρατηρείται το φαινόμενο... ν’ ακούς, ν’ ακούς, ν’ ακούς και στο τέλος να μην θυμάσαι τίποτα.
Δεν είναι αδιάφορο το άλμπουμ της Lucy Kruger και των Lost Boys, είναι όμως χωρίς αληθινή μελοποιητική φινέτσα – και αυτό, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα θέμα, ένα μεγάλο θέμα.
KENNETH MINOR: On My Own [Unique Records, 2019]
Οι... Kenneth Minor είναι ένα σχήμα από το Wiesbaden της Γερμανίας, με το “On my Own” να αποτελεί το τρίτο άλμπουμ τους. Μέλη των Kenneth Minor είναι οι: Bird Christiani φωνητικά ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, φυσαρμόνικα, μπάσο, Athena Isabella φωνή, Andreas Lüttke μπάσο σε κάποια tracks και Florian Helleken ντραμς, κρουστά, ενώ δίπλα σ’ αυτούς τους τέσσερις υπάρχουν και guests, σε πιάνο-όργανο και φωνητικά – και κάπως έτσι ορίζεται, τελικώς, το αποτέλεσμα, που είναι ένα πολύ ενδιαφέρον rock, με folk αποχρώσεις, κοντά στο ύφος του Neil Young. Το γεγονός ότι η μοναδική διασκευή στο “On My Own” είναι εκείνη, η ακουστική, στο τέλος, τού “My my hey hey (Out of the blue)” λέει κάτι ή συμβολίζει κάτι – και όχι αδίκως, εδώ που τα λέμε. Και γιατί έρχεται σαν επιστέγασμα ενός άψογου άλμπουμ-έκπληξη και γιατί σαν διασκευή είναι πολύ καλή, πράγμα που δείχνει πως ο Bird Christiani, που είναι ο βασικός συνθέτης-στιχουργός εδώ, είναι και άψογος διασκευαστής και το κυριότερο ένας σπουδαίος τραγουδοποιός.
Πέραν από Neil Young και Bob Dylan, που είναι επίσης μια βασική αναφορά, ο Christiani (μέσω των Kenneth Minor) έχει να προτάξει και άλλες αναφορές, ενίοτε κοντά και σ’ ένα κάπως πιο freak folk style ή και blues, που σε κάθε περίπτωση έχει πολλά να πει. Εννοούμε πως δεν είναι εύκολο ν’ ακούσεις σήμερα τραγούδια σαν τα “Happy man”, “Bad conscience blues” και “Breach”, χωρίς να υστερεί κανένα-μα-κανένα από τα υπόλοιπα. Αυτή η υψηλή τραγουδοποιητική στάθμη υπογραμμίζεται, περαιτέρω, και από μία πολύ καλή, αν και κάπως ξερή στην εκφορά της, φωνή, που είναι εντελώς καθαρή και βεβαίως άψογα τοποθετημένη, «γεμίζοντας» τις λέξεις.
Σπάνια σ’ αυτό το ύφος, το ημι-ακουστικό, ημι-ηλεκτρικό, μπορείς να βρεις σύγχρονα τραγούδια που «να λένε»... και εδώ υπάρχουν πολλά! 
SONS OF ALPHA CENTAURI: Buried Memories [H42 Records, 2019]
Το πιο νέο άλμπουμ των Βρετανών Sons of Alpha Centauri λέγεται “Buried Memories” κι είναι ηχογραφημένο, και αυτό, για την H42 Records (όπως και το περυσινό τους “Continuum”). Με τη σταθερή σύνθεση Marlon Aaron King κιθάρες, Nick Hannon μπάσο, Stevie. B ντραμς και Blake ποικίλα «περιβάλλοντα» οι Sons of Alpha Centauri έχουν τον τρόπο, και εδώ, να προβάλλουν αυτό το τεντωμένο στα άκρα του progressive rock, που πάντα θα διαθέτει stoner απολήξεις, μαζί με κλασικά μεταλλικά riffs και ωραία επεξεργασμένες Floyd-ικές μελωδίες. Επανερχόμαστε δηλαδή στο είδος του rock, για το οποίο γράψαμε και στην αρχή.
To άλμπουμ, που έχει βινυλιακή διάρκεια (κυκλοφορεί και σε LP εξάλλου, μαζί με CD και digital), περιλαμβάνει έξι tracks μέσης διάρκειας (αλλά κατ’ ουσίαν τέσσερα), τα οποία περιέργως-πώς δεν ακούγονται όπως πρωτο-ηχογραφήθηκαν από το συγκρότημα, μα σε κάποια μορφή remix (ή και mix) από μη μέλη του γκρουπ.
Το εισαγωγικό “Hitmen”, που το ακούμε σε τρία διαφορετικά remixes, τα οποία καταλαμβάνουν προφανώς όλη την πρώτη πλευρά του άλμπουμ, το έχουν αναλάβει διαδοχικώς ο Justin K. Broadrick, που βρίσκεται πίσω από άπειρα projects (σκληρού μεταλλικού industrial βασικά), οι Jesu (Dermot Dalton, Justin K Broadrick, Ted Parsons) και ο JK Flesh – στην πράξη όμως και τα τρία αυτά remixes προέρχονται από τον ίδιον άνθρωπο (τον Broadrick δηλαδή). Η τρίτη εκδοχή με το μέλοτρον ή το σαν-μέλοτρον σύνθι, που καθορίζει χρωματικώς ολάκερο το track, είναι η πιο ελκυστική.
Στην δεύτερη πλευρά υπάρχουν δύο mixes στα “Warhero” και “Remembrance” από τον James Plotkin κι ένα remix στο “SS Montgomery” επίσης από τον Plotkin, που ξεκίνησε από grindcore σχήματα, αλλά τώρα ασχολείται περισσότερα με ηλεκτρονικά, ambient και τα συναφή. Και τα τρία κομμάτια αυτής της πλευράς είναι πολύ καλά, με πληθώρα ηλεκτρονισμών να «σχίζουν» τα βαρέων βαρών passages.