Τρίτη 28 Μαΐου 2024

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΧΑΨΙΑΔΗΣ η ζωή μου τραγούδι το τραγούδι ζωή

Με αφορμή τον θάνατο του λαϊκού στιχουργού Λευτέρη Χαψιάδη, πέρυσι τον Οκτώβριο, στα 70 χρόνια του, επαναδιανέμεται το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «H Ζωή μου Τραγούδι Το Τραγούδι Ζωή» [Ιδιωτική Έκδοση, Αλεξανδρούπολη], που είχε τυπωθεί για πρώτη φορά το 2007.
Το όνομα του Χαψιάδη το θυμάμαι πριν ακόμη αρχίσει ο ίδιος να δίνει στίχους του για την δισκογραφία, από το βιβλίο του Λευτέρη Παπαδόπουλου «Τα Τραγούδια μου» [Κάκτος, 1982]. Ο Χαψιάδης ήταν από τους ανθρώπους, που είχαν συμβάλει στην έκδοση εκείνου του πολύ επιτυχημένου εμπορικά βιβλίου. Και όπως διαβάζαμε στον πρόλογο (με τα λόγια του Λ. Παπαδόπουλου):
«Ο Λευτέρης Χαψιάδης, είναι ένας φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, από την Αλεξανδρούπολη. Αυτό το παιδί είχε μια διαστροφή: Μάζευε ό,τι έγραφα, σε εφημερίδες και περιοδικά, είχε όλους τους δίσκους μου, ήξερε τους περισσότερους στίχους μου “απ’ έξω”. Κάποια μέρα ήρθε και με βρήκε στην εφημερίδα. “Αν δεν βγάλετε βιβλίο με τους στίχους σας, θα βγάλω εγώ και να τα χειρόγραφα”».
Φυσικά από το 1983 και μετά, και σε όλη τη δεκαετία του ’80, ήταν πολλά τα τραγούδια του Χαψιάδη, που μπήκαν στα στόματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, καθώς οι «επιτυχίες» του διαδέχονταν η μία την άλλη. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς... Για να το επιχειρήσουμε όμως, για κάποιες μόνο (στις παρενθέσεις ο συνθέτης, ο τραγουδιστής και η χρονιά έκδοσης του τραγουδιού):
«Χίλιες φορές» (Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Νταλάρας, 1983), «Μία είναι η ουσία» (Χρήστος Νικολόπουλος, Χάρις Αλεξίου, 1984), «Ευτυχώς στη ζωή που υπάρχεις και συ» (Θανάσης Πολυκανδριώτης, Γιάννης Πάριος, 1984), «Έρχομαι και σ’ ανταμώνω» (Χρήστος Νικολόπουλος, Γιώργος Καμπουρίδης, 1984), «Πήγα σε μάγισσες» (Χρήστος Νικολόπουλος, Γλυκερία, 1985), «Στο κουτούκι του Γιαβρή» (Νίκος Καρανικόλας, Κατερίνα Στανίση, 1985), «Μοιάζουμε» (Χρήστος Νικολόπουλος, Μανώλης Μητσιάς, 1986), «Οι δρόμοι της Ανατολής» (Χρήστος Νικολόπουλος, 1986), Έτσι σ’ αγάπησα» (Χρήστος Νικολόπουλος, Διονύσης Θεοδόσης, 1986), «Ο δρόμος της επιστροφής» (Θόδωρος Καμπουρίδης, Στέλιος Καζαντζίδης, 1987), «Έλληνας είμαι» (Χρήστος Νικολόπουλος, Μανώλης Αγγελόπουλος, 1988) κ.λπ.
Στο βιβλίο αυτό, που διαθέτει 336 σελίδες και που κυκλοφόρησε το 2007, όπως προείπαμε, ο Λευτέρης Χαψιάδης αυτοβιογραφείται. Το μισό βιβλίο είναι οι ιστορίες του, το άλλο μισό βιβλίο είναι οι στίχοι των τραγουδιών του, ενώ στο τέλος υπάρχει κι ένα τμήμα με φωτογραφίες.
Το πρώτο μέρος των αφηγήσεων έχει τίτλο «Μικρές Πατρίδες» και σ’ αυτό ο αείμνηστος Χαψιάδης γράφει για τα μέρη που γεννήθηκε, μεγάλωσε, έζησε και δημιούργησε. Φέρες (Έβρου), Κοίλα (Έβρου), Αλεξανδρούπολη, Πάτρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Υπόλοιπον Ελλάδος... Προσωπικά βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τα στοιχεία που παραθέτονται για την ρεμπέτικη και λαϊκή Πάτρα της δεκαετίας του ’70, καθώς ο Χαψιάδης θα βρισκόταν στην αχαϊκή πρωτεύουσα ως φοιτητής του Βιολογικού, το φθινόπωρο του 1972. Στην Πάτρα ουσιαστικά ο Χαψιάδης βάζει τις βάσεις για την πιο επαγγελματική ενασχόλησή του με την μουσική, στην δεκαετία του ’80, καθώς εκεί εντρυφεί στο ρεμπέτικο, στο λαϊκό, κι εκεί βάζει σε μια σειρά τις προτεραιότητές του. Όπως γράφει και ο ίδιος: «Η Πάτρα ήταν μια σημαδιακή πόλη για μένα. Εκεί γνώρισα και τον Στέλιο Καζαντζίδη. Από κει έκανα και τις επιδρομές μου στην Αθήνα».
Το δεύτερο μέρος των αφηγήσεων του Λευτέρη Χαψιάδη αποκαλείται «Μεγάλα Πρόσωπα». Εδώ εκφράζει την λατρεία του για τον στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο, τις αδελφικές φιλικές σχέσεις του με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Χρήστο Νικολόπουλο, την σχέση που ανέπτυξε με τον Στέλιο Καζαντζίδη, αλλά και με τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Νίκο Ξανθόπουλο, τον Βασίλη Βασιλικό κ.ά.
Οι αφηγήσεις του Χαψιάδη δεν είναι «ξερές» φυσικά. Είναι ωραία αποτυπωμένες, με περισσή λαϊκότητα θα έλεγα και βασικά βρίθουν πολυποίκιλου ενδιαφέροντος και σε σχέση με τα κοινωνικά θέματα της δεκαετίας του ’80, της «πασοκικής» δεκαετίας, μα και με τα καλλιτεχνικά, καθώς απλώνεται μπροστά μας όλο το παρασκήνιο της δημιουργίας εκείνων των τρανών επιτυχιών, που θα τις τραγουδούσε, τότε, όλη η Ελλάδα.
Ο Λευτέρης Χαψιάδης υπήρξε σημαντικός λαϊκός στιχουργός. Είχε ιδιαίτερο στυλ γραφής, που χαρακτηριζόταν από τις καθαρές διατυπώσεις, τον αδρό λόγο και βεβαίως τις λίγες λέξεις, βασικά τις απολύτως απαραίτητες (αυτό του το δίδαξε ο πνευματικός πατέρας του Λευτέρης Παπαδόπουλος), με ταυτόχρονη ιδιαίτερη στόχευση στη δημιουργία του ρεφρέν, της μεσαίας στροφής δηλαδή (πολλά τραγούδια του, και σίγουρα τα ωραιότερα, είχαν τρεις στροφές), η οποία πάντα θα έχει τη δύναμη να απογειώνει το τραγούδι. Συνεργάστηκε με αρκετούς συνθέτες (Τάκης Σούκας, Θόδωρος Δερβενιώτης, Στέλιος Φωτιάδης κ.ά.), αλλά βασικά με τον Χρήστο Νικολόπουλο, με τα τραγούδια του να τα ερμηνεύουν οι κορυφαίοι των κορυφαίων. Και κάπως έτσι η μνήμη των Ελλήνων προς εκείνον, με βάση όλα αυτά που έφτιαξε και άφησε, δεν μπορεί παρά να είναι «αιωνία».
Επαφή: https://ogdooshop.gr/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1/%CE%97-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9-%CE%B6%CF%89%CE%AE

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

CLAUDIO SCOLARI PROJECT opera 8

Είναι το τέταρτο άλμπουμ των Claudio Scolari Project, για το οποίο γράφουμε στο «δισκορυχείον», καθώς έχουν προηγηθεί τα “Intermission” (2023), “Dont Know” (2022) και “Cosmology” (2021), όλα στην Principal Records – τρία CD, που οριοθέτησαν τις διαθέσεις αυτού του ιταλικού σχήματος της σύγχρονης jazz. Ας υπενθυμίσουμε λοιπόν, για αρχή, πως μέλη του Claudio Scolari Project είναι οι Claudio Scolari πρώτο drum set, προγραμματισμός, Daniele Cavalca δεύτερο drum set, live synths, fender rhodes, πιάνο, Simone Scolari τρομπέτα και Michele Cavalca ηλεκτρικό μπάσο, σημειώνοντας συγχρόνως, πως και τώρα, με το νέο Opera 8” [Principal Records, 2024] έχουμε να κάνουμε μ’ έναν τύπο synth-jazz, περισσότερο jazz και λιγότερο synth από άλλες φορές, που έχει πράγματα να πει.
Εντάξει, μπορεί να είναι κάπως περίεργη η line-up του γκρουπ, με δύο ντράμερ, σύνθια, τρομπέτα και μπάσο, αλλά είναι αυτό ακριβώς, που κάνει τους Ιταλούς να ξεχωρίζουν. Βασικά το “Opera 8”, που είναι το όγδοο CD του κουαρτέτου, είναι ένα άλμπουμ μιας κάποιας ποικιλίας, ιδωμένη, πάντα, μέσα από ένα τζαζ πρίσμα. Η ποικιλία συνίσταται στις πειραματικές και ηλεκτρικές αναφορές, σ’ ένα κάποιο funk, ενώ και ορισμένες νύξεις, εδώ κι εκεί, από την «κλασική» (“View from above”) είναι κι αυτές υπαρκτές, περασμένες όλες και όλα μέσα από μια αυτοσχεδιαστική πρακτική.
Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι μια σειρά από πρωτότυπες συνθέσεις, έντεκα στον αριθμό (όλες ανήκουσες στους Claudio Scolari και Daniele Cavalca – στους δύο ντράμερ δηλαδή), που έχουν τον τρόπο να μεταφέρουν κάθε φορά κάπου αλλού, δίχως να σε αφήνουν να πλήττεις, οδηγώντας σε πάντα σ’ ένα χώρο συναισθηματικών εντάσεων. Γιατί οι μουσικές των Scolari και Cavalca είναι ουσιώδεις, πάντα ενδιαφέρουσες ακόμη και στις πιο «δύσκολες» στιγμές τους, με κομμάτια σαν τα “Let it flow” (3:52) και “Primordial forces” (8:38) να διεκδικούν τις καλύτερες των εντυπώσεών μας.
Ένα ακόμη άλμπουμ, λοιπόν, από το ιταλικό κουαρτέτο, που διαθέτει και φινέτσα και ομορφιά (λυρισμό δηλαδή), μα και ουσία σε συνθετικές απόψεις και παιξίματα.
Επαφή: https://claudioscolariproject.bandcamp.com/album/opera-8

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

ο ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ και η τζαζ στη δεκαετία του ’60 – μεγάλα τραγούδια, τα οποία θα απέδιδαν οι Τζένη Βάνου, Ζωή Κουρούκλη, Γιοβάννα και άλλες κορυφαίες ερμηνεύτριες της εποχής

Μπορεί η τζαζ να μην είναι μόνον αισθητική, όμως η αισθητική της ήταν εκείνη που προκαλούσε, σε κάθε χώρα του κόσμου, έξω από την Αμερική. Μαύροι μπορεί να μην είμαστε, αλλά θα νοιώθουμε πάντα το fun, την τέρψη, το blue feeling, γιατί όχι και την ανεμελιά – όλα εκείνα, τέλος πάντων, από τα οποία μπορεί να διαπνέεται ένα τζαζ τραγούδι, έτσι όπως τα αρχέτυπα στοιχεία του θα συμπλέκονταν από πολύ νωρίς με το κλασικό ευρωπαϊκό ελαφρό άσμα, τους λάτιν ρυθμούς, την bossa nova, το soft-rock, το easy listening, τη μικρή ή τη μεγαλύτερη ορχήστρα (ακόμη κι εκείνη του πρώιμων φεστιβάλ του ΕΙΡ ή του Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης).
Στην Ελλάδα τζαζ τραγούδια, με την ευρεία, αλλά και με την πιο στενή έννοια, θα έγραφαν πολλοί συνθέτες, που είχαν εντρυφήσει στο ευρωπαϊκό και το αμερικάνικο τραγούδι (στα στάνταρντ του great american songbook) από πολύ νωρίς, πριν ακόμη και από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους ανάμεσά τους είναι, οπωσδήποτε, ο (μεταπολεμικός) Μίμης Πλέσσας. Στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ του «Το Κουαρτέτο Μίμη Πλέσσα», που θα κυκλοφορούσε το 1981 από την Minos διαβάζουμε:
«Το 1946 πρωτοπαίξαμε σαν κουαρτέτο στο ραδιόφωνο. Ο Μίμης Πλέσσας πιάνο, ο Μιχάλης Οικονόμου κιθάρα, ο συνθέτης Κώστας Σεϊτανίδης μπάσο και ο Ιγκόρ Ράνιετς τύμπανα. Μέχρι το 1949 το κουαρτέτο γίνεται δημοφιλές από τα ραδιοφωνικά προγράμματα.(...) Το 1951, όταν ο Μίμης Πλέσσας γυρίζει από την Αμερική, ξαναμαζεύει το κουαρτέτο, που σύντομα γίνεται κέντρο μουσικής κίνησης. Οι νεότεροι μουσικοί ακούν και μαθαίνουν, οι καθιερωμένοι τραγουδιστές το προτιμούν στις ζωντανές τότε εκπομπές τους, αλλά ανακαλύπτονται και καινούριες φωνές, που ο Μίμης Πλέσσας βρίσκει και προβάλλει μέσα από τις δυνατότητες του συγκροτήματος. Η Ζωή Κουρούκλη, η Νάνα Μούσχουρη, η Τζένη Βάνου, ο Γιάννης Βογιατζής, ο Τζίμης Μακούλης, η Νινή Ζαχά, ο Λέανδρος και τόσοι άλλοι στη συνέχεια ξεκινούν από το κουαρτέτο. Έπαιξαν επίσης με την σπουδαία Δανάη, τη Νίτσα Μόλλυ, την Κάκια Μένδρη και τον Τώνη Μαρούδα. Στα δέκα χρόνια που ακολουθούν η σύνθεση του κουαρτέτου αλλάζει. Ηλεκτρική κιθάρα από το 1952 παίζει ο Τίτος Καλλίρης, μπάσο ο Ανδρέας Ροδουσάκης και ο Νίκος Τσεσμελής, και τύμπανα ο Νίκος Λαβράνος, που κατά καιρούς αντικαθίσταται από τους Βασίλη Τεκνέτζογλου, Σπύρο Λιβιεράτο και Γιώργο Λαβράνο.(...)».
Φαίνεται λοιπόν, σε πρώτη φάση, πως τα διδάγματα, οι τεχνικές και η αισθητική της τζαζ εύρισκαν διαδρόμους να περάσουν σ’ ένα πλατύτερο κοινό κυρίως μέσω του ελαφρού τραγουδιού της περιόδου, δίχως τούτο να σημαίνει πως το κουαρτέτο δεν θα άφηνε το δικό του στίγμα και μέσα από ορχηστρικά κομμάτια, όπως το «Θέμα» (1956) για παράδειγμα, που θα αποτελούσε τρόπον τινά κι ένα διαχρονικό στάνταρντ του.
Ώθηση στα τζαζ δρώμενα θα έδινε, αναμφισβήτητα, το Α Φεστιβάλ Τραγουδιού του ΕΙΡ (Εθνικόν Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) το 1959. Ο Πύρρος Σπυρομήλιος (1913-1961), Έλληνας από την Χειμάρρα της Αλβανίας και γενικός διευθυντής του ΕΙΡ, μπορεί να αντιπαθούσε το σαξόφωνο, ένα όργανο που είχε συνδεθεί στενά με την τζαζ και την ιστορία της, θα ήταν όμως εκείνος που, μέσω του Φεστιβάλ, θα έδινε μεγάλη ώθηση σε μια παράλληλη τζαζ-ομήγυρη, στην οποίαν είχαν θέση συνθέτες όπως οι Μίμης Πλέσσας, Γιάννης Σπάρτακος, Κώστας Καπνίσης, Σπήλιος Μεντής, Κώστας Κλάββας, Αλέκος Σπάθης, Γεράσιμος Λαβράνος, Λυκούργος Μαρκέας και τραγουδίστριες / τραγουδιστές όπως οι Νάνα Μούσχουρη, Γιάννης Βογιατζής, Γιοβάννα, Νάντια Κωνσταντοπούλου, Ζωή Κουρούκλη, Τζένη Βάνου, Μαίρη Λω κ.ά.
Στην εκδήλωση του 1959 ο Πλέσσας συμμετείχε με τρία τραγούδια, το «Ξέρω κάποιο αστέρι» (στίχοι Κώστας Πρετεντέρης), με τη Νάνα Μούσχουρη και το Τρίο Καντσόνε, που θα έφευγε με Β βραβείο, το «Μια συννεφιά» (στίχοι Γιώργος Οικονομίδης) με την Γιοβάννα και το «Λα λα λα» (στίχοι Οικονομίδης) ξανά με Μούσχουρη και Τρίο Καντσόνε, που ήταν το πιο jazzy απ’ όλα. Όμως ακόμη πιο jazzy ήταν το «Σαν παραμύθι σαν ιστορία» (στίχοι Οικονομίδης), πάντα με την Μούσχουρη, που είχε μέρη και για σαξόφωνο, αλλά και για ηλεκτρική κιθάρα στην παρτιτούρα του και βεβαίως «Η βροχούλα» (στίχοι Πρετεντέρης), ένα από τα πρώτα τραγούδια, που θα ηχογραφούσε ποτέ στο βινύλιο η μεγάλη τραγουδίστρια – και το οποίο θα ακουγόταν, σαν στάνταρντ πια, και στο LP «Το Κουαρτέτο Μίμη Πλέσσα» το 1981.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/o-mimis-plessas-kai-i-tzaz-sti-dekaetia-toy-60

Σάββατο 25 Μαΐου 2024

TERNOY / CRUZ / ORINS και WOO δύο σχήματα σύγχρονης jazz, με τον ντράμερ Peter Orins

TERNOY / CRUZ / ORINS: The Theory of Constraints [Circum-Disc / tour de bras, 2024]
Ένα άλμπουμ σύγχρονης jazz είναι το “The Theory of Constraints” των Jérémie Ternoy πιάνο, Ivann Cruz κιθάρες και Peter Orins ντραμς. Οι μουσικοί, γνωστοί improvisers, με πολλές και καλές δουλειές την τελευταία 20ετία, αποτελούν «εγγύηση», για το παραγόμενο αποτέλεσμα. Ειδικά ο Orins, που είναι και μέλος των Kaze, για τον οποίο γράφουμε συχνά στο blog (τελευταία φορά πέρυσι, με αφορμή το άλμπουμ τους “Dead Dead Gang”).
Στο
The Theory of Constraints” οι τρεις μουσικοί ηχογραφούνται σε μια συνάντησή τους, που έλαβε χώρα στην Ronchin της Γαλλίας, στις 17-19 Οκτωβρίου του 2023, παράγοντας μια μουσική, που δείχνει να λαμβάνει υπ’ όψιν της στοιχεία της θεωρίας των περιορισμών, που στον επιχειρηματικό τουλάχιστον κλάδο, σχετίζονται με την ομαλή ροη μιας διαδικασίας (ώστε να μην στομώσει), που να συνδυάζεται φυσικά με την βέλτιστη απόδοση – και όσον αφορά το καθαρό οικονομικό σκέλος, αλλά και όσον αφορά όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης, που θα πρέπει και αυτά να λειτουργούν μέσα από βέλτιστες πρακτικές.
Τώρα, πώς ακριβώς μπορεί να εφαρμοστούν όλα αυτά στο χώρο της μουσικής, στη ροή μιας μουσικής παράστασης, είναι ένα θέμα – αν και ακούγοντας τους Ternoy, Cruz και Orins, στο “The Theory of Constraints”, είσαι σίγουρος 100% πως οι τρεις μουσικοί τα έχουν πάει περίφημα, και πως τα έχουν καταφέρει.
Άρα, λοιπόν, το στοιχείο της ροής είναι ένα από τα βασικά, που τίθεται εδώ προς κρίση – και είναι αυτή ακριβώς η ροή, που προσδίδει στη μουσική του τρίο μιαν απρόσκοπτη συνέχεια. Την έχεις, θέλω να πω, αυτή την αίσθηση, σαν ακροατής, σε όλο το άλμπουμ και βασικά στα δύο τελευταία tracks, τα The Theory of Constraints (Part I)” (12:15) και “The Theory of Constraints (Part II)” (13:50), που «κινούνται» πάνω σε «μια γραμμή», χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, με μικρές αυξομειώσεις στην ένταση, με το πιάνο και την κιθάρα να παίζουν είτε ακόρντα είτε μικρές φράσεις και με τα ντραμς-κρουστά του Orins να κινούνται με μια λογική «συνέχειας».
Σε κάθε περίπτωση, από το πρώτο κομμάτι του CD, το 7λεπτο “Drum buffer rope”, μέχρι το έσχατο (το δεύτερο μέρος από την «Θεωρία των περιορισμών»), εκείνο που απολαμβάνεις είναι ένα αεικίνητο τρίο, με φοβερή ενέργεια, προσανατολισμένο προς την παραγωγή μιας μουσικής ζωντανής, παρά τα όποια minimal, επαναληπτικά χαρακτηριστικά της, που έχει τον τρόπο να επιβάλλεται, διαρκώς, μέσα από την εξέλιξή της κα που μπορεί, μακροσκοπικά, να εμφανίζεται «αμετακίνητη», αλλά αν την «δεις», δηλαδή την ακούσεις στις λεπτομέρειές της, θα διαπιστώσεις πως μετασχηματίζεται διαρκώς, μέσα από μια διαρκή επινόηση μοτίβων και μικρο-ατασθαλιών.
Ναι, θα μπορούσες να υποστηρίξεις πως το “The Theory of Constraints” είναι ένας απολαυστικός δίσκος σύγχρονης jazz.
Επαφή: www.circum-disc.com, www.tourdebras.com
WOO: Hoo-Ha [Circum-Disc / tour de bras, 2024]
Woo είναι η Christine Wodrascka πιάνο, η Paulina Owczarek άλτο σαξόφωνο (γνωστή μας από την Satoko Fujii Orchestra Berlin) και ο Peter Orins ντραμς. Ένα τρίο λοιπόν προχωρημένης jazz έχουμε εδώ, που καταγράφεται ζωντανά, στις 14 Δεκεμβρίου 2023, στο τζαζ-φεστιβάλ του Poitiers, στη Γαλλία, παραδίδοντας ένα CD υπό τον τίτλο “Hoo-Ha”.
Η (Γαλλίδα) Wodrascka είναι αναγνωρισμένη μουσικός και μια από τις πιο σημαντικές πιανίστριες την τελευταία 30ετία, έχοντας συνεργαστεί με δεκάδες συναδέλφους της (ανάμεσά τους και οι Fred Frith, Paul Lovens, Φλώρος Φλωρίδης κ.ά.). Έτσι, η παρουσία της σ’ ένα τρίο με την Owczarek και τον Orins δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί μια διαφορετική προσπάθεια, που ναι μεν θα κινείται εντός του πλαισίου της improv-jazz, αλλά, ταυτοχρόνως, θα διαθέτει και κάποια πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Αυτό το αντιλαμβάνεσαι αμέσως σχεδόν, μέσω του πρώτου track, του γιγαντιαίου “Why not?” (34:45), που είναι από μόνο του ένα «σχολείο», όσον αφορά την επικοινωνία, κατ’ αρχάς των τριών μουσικών, και από ’κει και πέρα, την ηχητική πρότασή τους – η οποία συνίσταται σε τι; Βασικά, σ’ ένα εντυπωσιακό κομμάτι, με παιξίματα όλων των ειδών, με τα όργανα άλλοτε «στο κόκκινο», να κοντράρονται και να διαπλέκονται σ’ ένα εκρηκτικό πλαίσιο, και άλλοτε να υποσκάπτουν την έννοια της λογικής, ή αναμενόμενης ανάπτυξης τέλος πάντων, με παιξίματα στα όρια – και δεν συζητάμε, εδώ, μόνο για το πιάνο και για το πώς μπορεί αυτό να ενσωματωθεί στην αφήγηση, με χειρισμό μέσα-έξω, αλλά βασικά για το άλτο. Και ναι είναι η εντελώς απρόβλεπτη Owczarek, με τα παιξίματά της, που περιλαμβάνουν ποικίλες «ακρότητες», και βεβαίως multiphonics, παράγοντας «κραυγές», «στριγκλιές», «κρωξίματα» κ.λπ. δημιουργώντας τελείως αλλόκοτες  καταστάσεις. Αυτά, σε συνδυασμό με το υποχθόνιο μανιακό drumming του Orins και το μονότονα, διαβρωτικό πιάνισμα της Wodrascka, προσδίδουν συνολικά στο “Why not?” μια πρωτοτυπία.
Όμως και τα δύο 7λεπτα κομμάτια, που ολοκληρώνουν το άλμπουμ είναι αναλόγου αισθητικής ή και ακόμη πιο ακραία, με την Owczarek να σε αφήνει συνεχώς άναυδο, με τον τρόπο, που ενσωματώνει το απρόβλεπτο στο γενικότερο πλάνο.
Improv-jazz δύσκολη, απαιτητική, αλλά ταυτοχρόνως και με μια μόνιμη αίσθηση του ρυθμού και της ηχογραφικής εξέλιξης.
Επαφή: www.circum-disc.com, www.tourdebras.com

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

TURBOFLOW 3000 – ούφο

Οι Turboflow 3000 είναι ένα electro-rock γενικώς ντουέτο, που το αποτελούν οι Deezy φωνή, σύνθια, προγραμματισμός και Andre φωνή, κιθάρες. Οι άνθρωποι αυτοί εμφανίστηκαν πέρυσι, προς το τέλος της χρονιάς, μ’ ένα LP, που αποκαλείται «Ούφο» [Veego Records, 2023] και που περιέχει εννέα τραγούδια. Αλλά τι ακριβώς τραγούδια; Δεν είναι εύκολο να πεις...
Κατ’ αρχάς εκείνο που χαρακτηρίζει τους Turboflow 3000 είναι οι καλοί έως και πολύ καλοί στίχοι τους. Που είναι και πολλοί εν τω μεταξύ. Οι στίχοι, δηλαδή, ακολουθούν την... πολυλογία του rap, δίχως τούτο να σημαίνει πως ραπάρονται κιόλας – αν και χιπχοπάδικες επιρροές υπάρχουν εδώ. Γι’ αυτό λέω πως είναι δύσκολο να περιγράψεις με ακρίβεια εκείνο που παρουσιάζει το σχήμα. Επίσης όταν γράφω για... πολυλογία, δεν εννοώ πως οι στίχοι ακολουθούν βερμπαλιστικές τακτικές. Όχι. Είναι ουσιώδεις και όπως διαβάζονται σερί, καθώς είναι τυπωμένοι στο inner sleeve, αντιλαμβάνεσαι πως οι άνθρωποι «το έχουν» με τον λόγο, που περιστρέφεται γύρω από τη ζωή στη μεγάλη πόλη, των αδιεξόδων, της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής συγκυρίας, των σχέσεων, φιλικών, ερωτικών κ.λπ. – ένας λόγος σύγχρονος σε κάθε περίπτωση, δυνατός, που στη βάση του είναι αισιόδοξος με τον τρόπο του.
Τώρα, από ’κει και κάτω, το ζήτημα είναι με ποιο τρόπο θα προκύψουν τραγούδια που να μπορούν να σταθούν ως τέτοια – πώς θα υποταχθεί, εννοώ, ο λόγος στα μέτρα και τους ρυθμούς, ώστε η συνολική κατασκευή να στέκεται γερά και αυτοδύναμα. Συμβαίνει αυτό σε κάποιες περιπτώσεις, στο “Jack Kerouac” ας πούμε, στο «Μια μέρα στα κύματα» (με τα λόγια και τη φωνή της Olina), όπως και στο τελευταίο track του δίσκου, το «Ένα τραγούδι ακόμα για τον ωκεανό» (feat. Ghetto Rock).
Η γνώμη μου είναι πως οι Turboflow 3000 θα πρέπει να εκμεταλλευθούν περισσότερο την ηλεκτρική κιθάρα (ο Andre είναι πολύ καλός παίκτης), φέρνοντάς τη στο ίδιο, τουλάχιστον, ύψος με τα πλήκτρα και τότε τα πράγματα θα είναι ακόμη καλύτερα για το σχήμα. Και έτσι όμως το «Ούφο» παραμένει ένας αρκετά ενδιαφέρων δίσκος.
Επαφή: www.veegorecords.com

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 577

23/5/2024
To άλμπουμ αυτό στην Seven Arts του Κώστα Γιαννίκου, από το 1976, που το είχα αγοράσει περί το μέσο της δεκαετίας του ’80, από το δισκάδικο του Λευτέρη του Καραλή, στη Γούναρη, στην Πάτρα, είναι για μένα, με διαφορά, το καλύτερο, που θα έβγαζε ποτέ ο Σταμάτης Σπανουδάκης. Δεν άλλαξα γνώμη ακόμη και όταν άκουσα το γαλλικό του “Beautiful Lies”, που είχε κυκλοφορήσει το 1972 στην Philips, και άλλα διάφορα, φυσικά, που θα έβγαζε τα επόμενα χρόνια. Εμένα μου αρέσουν και τα πρώιμα χριστιανικά του Σπανουδάκη, ιδίως το «Στον Πρώτο Μουσικό», από το 1977.
Για όλα αυτά, φυσικά, όπως και για άλλες ηχογραφήσεις του Σπανουδάκη, από την εποχή των singles ακόμη, γράφω στη νέα έκδοση του βιβλίου μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

22/5/2024
Αν με ρωτήσεις ποια ταινία του Κόπολα θαυμάζω δεν θα σου πω ούτε τους Νονούς, ούτε την Αποκάλυψη, ούτε κάποια άλλη από τα 80s (που τις είχα δει όλες τότε), ούτε την σπουδαία Συνομιλία... Μία είναι η ταινία του που την βλέπω και την ξαναβλέπω τα τελευταία χρόνια – το “Rain People”. Ένα λυρικό road movie κατά βάση, με φοβερά πλάνα, αλλά και με απρόσμενη βία, προς το τέλος του, που κατά κάποιο τρόπο το σφραγίζει.
Απόβλητοι του αμερικανικού ονείρου οι δύο ήρωες, μία παντρεμένη (Shirley Knight) και μέλλουσα μαμά, που ξαφνικά ανακαλύπτει ότι ζει άλλη ζωή από εκείνη που στ’ αλήθεια θέλει και γι’ αυτό «εξαφανίζεται» μ’ ένα αυτοκίνητο, κι ένας παίκτης του ποδοσφαίρου (του αμερικάνικου) που δρα και σκέφτεται σαν παιδί (μετά από κάποιο χτύπημα στο κεφάλι) και όχι σαν εραστής (James Caan).
Η βροχή δεν σβήνει μόνο τις διαχωριστικές γραμμές, μπερδεύοντας τους ρόλους, αλλά στο τέλος πνίγει και τις ζωές όλων.
Μια συγκλονιστική ταινία από το 1969, την οποία δεν είμαι σίγουρος αν ο Κόπολα την ξεπέρασε ποτέ.

22/5/2024
Τι να πεις για τον τεράστιο σόουλμαν Rocky Roberts; Τον μαύρο Aμερικάνο που αγκάλιασαν όλοι οι Έλληνες και ο οποίος θα πηγαινοερχόταν στη χώρα μας από το 1966, όταν ήρθε για πρώτη φορά, έως και χρόνια αργότερα;
Εδώ τον βλέπουμε αγκαλιά με τον Γιώργο Οικονομίδη, κατά την διάρκεια της 2ας Ολυμπιάδος Τραγουδιού, το καλοκαίρι του 1969 στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όταν ο Rocky Roberts θα διαγωνιζόταν με τα χρώματα των ΗΠΑ. Φυσικά, στην Ελλάδα ήταν ήδη πασίγνωστος τότε, έχοντας πολύ μεγάλες επιτυχίες, με αποτέλεσμα να υπάρξει πανζουρλισμός. Μέχρι και φωτορομάντσο στο Φαντάζιο είχε γίνει ο Rocky Roberts, ενώ οι δίσκοι του πούλαγαν «τρελά». Με δυο λόγια ο Rocky ήταν ο άνθρωπος που θα μάθαινε, στην πράξη, την soul music στους Έλληνες.
Για τον... Ρόκυ Νέγκρο υπάρχει ξεχωριστό κείμενο στη νέα έκδοση του βιβλίου μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, μαζί με σπάνιες φωτογραφίες (από το φωτορομάντσο του Φαντάζιο κ.λπ.).

21/5/2024
Έχουμε κι εμείς τα δικά μας νεανικά λα-λα-λά, καθότι τότε και ο Πλέσσας και η Μούσχουρη ήταν νεότεροι απ' όσο είναι σήμερα η Σάττι...
https://www.youtube.com/watch?v=aP3UxugWMZA

20/5/2024
Για Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης είχα διαβάσει για πρώτη φορά σε μια αγγελία στο περιοδικό Μουσικό Εξπρές, το 1980.
Κάποιος Θόδωρος (αργότερα θα μάθαινα πως αυτός ήταν ο Θοδωρής Κρίθαρης της Wipe Out!) ζητούσε να αγοράσει ανάμεσα σε άλλα και κάποιους με το απίστευτο όνομα Τα τέσσερα επίπεδα της ύπαρξης! Αν όλα τα υπόλοιπα πάνω κάτω τα ήξερα (μάλλον ήταν η πρώτη φορά τότε, που θα διάβαζα και για το “Pop Festival ’73”) τα τέσσερα επίπεδα μου είχαν προξενήσει ένα κάποιο... σοκ.
Τι όνομα ήταν αυτό; Και τέλος πάντων ποια ήταν αυτή η μπάντα και τι έπαιζε; Δεν μπορούσες να μάθεις τίποτα και από πουθενά. Όπου και να ρωτούσα εισέπραττα χάχανα από τους δισκοπώλες. Κανείς δεν τους ήξερε και όλοι γέλαγαν (υποτιμητικά) στο άκουσμα και μόνο του ονόματος.
Το 1986 ακούω για πρώτη φορά, στο κρατικό από τον Γρηγόρη Βάιο, να παίζει ένα κομμάτι των Επιπέδων. Ήταν το «Του τρελλού η σάλπιγγα», που μου άρεσε πολύ τότε και που αναπτερώνει το ενδιαφέρον μου για το γκρουπ. Και πάλι τζίφος. Κανείς δεν γνώριζε να μου πει κάτι περισσότερο – και κανένας δεν είχε γράψει κάτι για κείνους σε όλα τα 80s, ούτε είχε ακούσει τον εν λόγω δίσκο.
Έτσι, θα θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό, όταν θα άκουγα για πρώτη φορά τα Επίπεδα, το 1990 μάλλον, από κασέτα που θα μου έγραφε ο Θοδωρής. Ενώ το 1995-96 από έναν άλλο φίλο, τον Γιώργο Τσολάκο, βρίσκω και ένα αντίγραφο του original εξωφύλλου και το χώνω στην πρώτη έκδοση του «Ραντεβού στο Κύτταρο», το 1996.
Τα γράφω αυτά για να δουν οι νεότεροι πως «φτύναμε αίμα», κάποτε, για να μάθουμε έστω και την ύπαρξη ενός δίσκου, όχι να τον ακούσουμε – και αυτό εμένα προσωπικά με δίδαξε, από τότε, να εκτιμώ και να σέβομαι τη σωστή πληροφορία (και τον πληροφοριοδότη εννοείται) και να θεωρώ «μισή μερίδα» όσους σήμερα, όταν τα πάντα είναι στο πιάτο, εξακολουθούν να γράφουν άλλα αντ’ άλλων, λες και βρίσκονται στη λίθινη εποχή.
Φυσικά για Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης γράφω τα δέοντα και στη νέα έκδοση του «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που βρίσκεται τώρα στα βιβλιοπωλεία και σας περιμένει...

20/5/2024
Από την ταινία επιτομή του νέου κύματος, το Σκιές στην Άμμο (1969) του Βασίλη Μαυρομάτη, ο Αλέξης Γεωργίου σ' ένα ωραίο τραγούδι των Γιάννη Σπανού και Κώστα Κωτούλα. Η σκηνή λογικά είναι γυρισμένη στην μπουάτ Αυλαία του Μαυρομάτη...
https://www.youtube.com/watch?v=pVr8_vAEG9I

20/5/2024
Τον ποιητή Χάρη Μεγαλυνό, που πέθανε σήμερα στα 73 του, όπως διάβασα στο LiFOgr, κάποιοι που ακούνε ροκ μπορεί να τον γνωρίζουν από την πρώτη-πρώτη συλλογή του υπό τον τίτλο «Κατ’ όναρ», που είχε συμπεριληφθεί στην «Ποιητική Αντιανθολογία» του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το 1971, μαζί με τις πρώτες ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Καντακουζηνού, του Πάνου Καπώνη, της Τζένης Μαστοράκη κ.ά. (Ο Ιατρόπουλος, ως γνωστόν, είχε γράψει στίχους ακόμη και για ροκ τραγούδια, ενώ η Τζένη Μαστοράκη είχε ήδη τυπώσει το πρώτο βιβλίο νεανικής ποπ, το «Μπητλς και Σία», που θα κυκλοφορούσε ποτέ στην Ελλάδα).
Είναι οι ποιητές της αμφισβήτησης λοιπόν, που ακούνε ποπ, ροκ και «νέο κύμα», που γνωρίζουν τους αμερικανούς beats, που έχουν πληροφορίες για τα κινήματα της εποχής (hippies, αντιπολεμικό, Νέα Αριστερά κ.λπ.), που ξέρουν τον Marcuse, που γνωρίζουν τα του Μάη του ’68, που έχουν διαβάσει και πιθανώς έχουν ήδη δει underground κινηματογράφο και που επιχειρούν, μέσα στη δικτατορία, να αρθρώσουν τη δική τους ποιητική φωνή, προσανατολισμένοι προς μια γενικότερη αναζήτηση θεμάτων, γλωσσικής έκφρασης, αναφορών και επιρροών, προτείνοντας νέες φόρμες και αμφισβητώντας γενικότερα (και τους ποιητικούς προγόνους τους και άλλα τινά).
Αυτό το πνεύμα της αμφισβήτησης ο Μεγαλυνός θα το διατηρούσε και σε μεταγενέστερες συλλογές και ποιήματά του, όπως αυτό το «Κατά οικολόγων», από «Το μήλον της έριδος» [Οδός Πανός, 1983], τυπωμένο σε μια εποχή όπου οι οικολόγοι είχαν έντονη δραστηριότητα στη χώρα, κυκλοφορώντας βιβλία, περιοδικά κ.λπ. Εν ειρήνη...

19/5/2024
Στον κατάλογο των πωλήσεων του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, που δημοσιεύεται στο σάιτ του, το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024], που κυκλοφορεί τις τελευταίες 15-20 μέρες, είναι ΤΕΤΑΡΤΟ στις πωλήσεις του τελευταίου διμήνου, στην κατηγορία όλων των βιβλίων Τέχνης, και ΔΕΥΤΕΡΟ σε πωλήσεις στα μουσικά βιβλία.
Σας ευχαριστώ πολύ!

18/5/2023
«Έχουμε να κάνουμε με μια εξουσία που δεν θέλει μόνο τους φόρους μας, θέλει να καθορίσει και τα γούστα μας»
[Τάσος Φαληρέας]
https://www.youtube.com/watch?v=KWyrKEMipWM

17/5/2023
Βγήκα και μίλησα πριν από λίγο, 11:30-12:00, στην εκπομπή του Γιώργου Μητράκη στο ραδιόφωνο της ΕΤ3, για το βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024].
Τι να πρωτοπείς μέσα σ’ ένα ημίωρο; Γι’ αυτά τα θέματα μπορώ να μιλάω ώρες ατελείωτες. Θίχτηκαν, όμως, απλώς θίχτηκαν μερικά βασικά ζητηματάκια. Ίσως το πιο βασικό που ειπώθηκε (από μένα), μετά από σχετική ερώτηση, ήταν πως η χούντα, το χουντικό ραδιόφωνο και η χουντική τηλεόραση, βοήθησαν το ελληνικό ροκ με όποιο τρόπο μπορούσαν, με συνεχείς παρουσίες των γκρουπ και των καλλιτεχνών, κατ’ αρχάς, στις κρατικές εκπομπές.
Σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες του ροκ (για να μην πω όλοι) ακούγονταν ή τους έβλεπε ο κόσμος στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση – για να μην μιλήσω για τα εξώφυλλα που έκαναν στα περιοδικά της εποχής ή για τις συνεντεύξεις που έδιναν. Αυτό μπορεί να εξακολουθεί να ακούγεται «κάπως», αλλά είναι έτσι όπως το λέω.
Φυσικά, στο ραδιόφωνο δεν μπορείς να παρουσιάσεις ντοκουμέντα, καθότι αυτά είναι για τα κείμενα και για τα βιβλία, όμως εδώ θα σας κεράσω κάτι από ένα κείμενο, που το έχω ήδη γράψει, 5000 λέξεις περίπου (κάποια στιγμή θα δημοσιευθεί) και που αφορά το θρυλικό ροκ LP του Γιώργου Ρωμανού «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα». Να το απόσπασμα:
Έτσι την Πρωτοχρονιά του 1970 ο Γιώργος Ρωμανός θα εμφανιζόταν στο εορταστικό πρόγραμμα του Καναλιού 11 (ΕΙΡΤ), μαζί με την Καίτη Χωματά, την Αλέκα Κανελλίδου, την Δέσποινα Γλέζου, την Ζωή Κουρούκλη, την Αρλέτα, την Λίτσα Σακελλαρίου και τους Dave Carroll and The Sing-Sing Four (σ.σ.. ακόμη και γι' αυτούς τους τελευταίους διαβάζεις στο "Ραντεβού στο Κύτταρο").
Επίσης ο Γιώργος Ρωμανός θα εμφανιζόταν και στην τηλεοπτική εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη «Οικογενειακές Υποθέσεις», που μεταδιδόταν από το Κανάλι 5 (Ενόπλων), στην αρχή του 1971, κάθε Δευτέρα από τις 21:00-21:15. Όπως διαβάζουμε στο περιοδικό «Σώου» [τεύχος #4, 6 Μαρτίου 1971]:
«Ηθοποιοί, τηλεοπτικοί αστέρες, μέντιουμ, αστρολόγοι, πυγμάχοι, αθληταί, ρεπόρτερς, μουσικοί, τραγουδιστές, συγγραφείς και φωτομοντέλα, γίνονται επιτυχημένα κοκταίηλ, κάθε Δευτέρα στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη “Οικογενειακές Υποθέσεις”. Σ’ ένα από τα σπαρταριστά παιχνίδια αυτής της σειράς ο Γιώργος Ρωμανός, η Τάμμυ και ο Αλέξης Παπαδημητρίου (σ.σ. από τους φοβερούς Artomics και πιο πριν στους Αλέξης-Σταμάτης και Whites, όπου Σταμάτης ο Σπανουδάκης), αντιμετώπισαν τους στιχουργούς Δημήτρη Ιατρόπουλο (σ.σ. ποιητής της αμφισβήτησης), Γιάννη Κακουλίδη (σ.σ. από ΕΔΑ) και Σώτια Τσώτου. Ο αγώνας έληξε με νίκη των στιχουργών, αλλά οι πληροφορίες μας λένε πως οι τραγουδισταί θα ζητήσουν... ομοιοκαταληξία σε προσεχή εκπομπή».
Ακολουθεί φωτογραφία, με Μαστοράκη, Ρωμανό, Tammy και Αλέξη Παπαδημητρίου...

17/5/2023
Τους γούσταρα πολύ τους Style Council στο μέσο του ’80. Και είχα αγοράσει και το 12ιντσο με το Walls Come Tumbling Down! και το LP. Όταν όμως το 1987 (τότε πρέπει να ήταν) θα εύρισκα στον Κοντογούρη τη συλλογή της Edsel με τα φοβερά τραγούδια των Action (των πνευματικών μπαμπάδων των Jam και των Style Council) θα είχα διαλέξει πλέον στρατόπεδο, σε σχέση με την λευκή mod-soul.
Style Council μπορεί να μην έχω πλέον στη δισκοθήκη μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως σταμάτησα να γουστάρω τον Paul Weller (με τα πάντα ενδιαφέροντα κοινωνικά μηνύματα των τραγουδιών του) και να παρακολουθώ ό,τι κι αν κάνει...
https://www.youtube.com/watch?v=k5HfOipwvts

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΙΓΑΝΙΔΗΣ dead slow

Μόνο δημιουργικοί μουσικοί μπορούν να κάνουν τέτοιους δίσκους – όπως είναι το Dead Slow [defkaz RECORDS, 2024] του Μιχάλη Σιγανίδη (Michalis Siganidis) και του Γιάννη Αναστασάκη (Jannis Anastasakis). Και όταν στα κείμενα γράφουμε για «δημιουργικούς» μουσικούς όλοι πλέον καταλαβαίνουν το τι ακριβώς εννοούμε. Αναφερόμαστε βασικά σε αυτοσχεδιαστές, σε οργανοπαίκτες που να μπορούν να δημιουργήσουν concept αυτοστιγμεί και εν τω γεννάσθαι, έτοιμοι να ανταποκριθούν στις ισχυρότερες των απαιτήσεων μιας ζωντανής παράστασης (στο στούντιο ή στη σκηνή).
Ζωντανά ηχογραφημένοι λοιπόν στο Antarte στούντιο της Αθήνας, στις 8, 9 και 10 Δεκεμβρίου 2023 –πράγμα που σημαίνει πως ό,τι ακούμε είναι εκείνο που παρήχθη, την συγκεκριμένη στιγμή, δίχως overdubs–, o κοντραμπασίστας Μιχάλης Σιγανίδης (που χειρίζεται και ηλεκτρικό μπάσο Banchetti) και ο κιθαρίστας Γιάννης Αναστασάκης, που εδώ χειρίζεται εφφέ, λούπες και σαμπλ (φτιάχνει δηλαδή το ηλεκτρονικό περιβάλλον), συνεργάζονται σ’ ένα σετ δύο κομματιών, που χωρίζονται με τέτοιο τρόπο, ως “Dead slow 1” και “Dead slow 2”, ώστε να μπορέσουν να χαραχθούν σ’ ένα 180άρι βινύλιο.
Ο δίσκος λοιπόν είναι το μπάσο του Σιγανίδη και τα ηλεκτρονικά του Αναστασάκη. Στην πράξη όμως είναι ένας «κόσμος» ολόκληρος – ένας κόσμος «νεκρός», που εξελίσσεται «αργά»; Πείτε το κι έτσι.
Η «σκοτεινιά» της ηχογράφησης αντικατοπτρίζεται πρώτα στο εξώφυλλο του άλμπουμ με τα αχνά μωβ και γκρι γράμματα, πάνω στο μαύρο φόντο και βεβαίως περνά, από ’κει και πέρα, στα αυλάκια του δίσκου, υπό την έννοια πως οι μπάσες νότες μπορούν να παραλληλιστούν με κάτι που συμβαίνει στο βάθος, ίσως και πέρα από τις αισθήσεις, σ’ έναν άλλον κόσμο, που συνυφαίνεται με το επέκεινα.
Τα έχει αυτά τα χαρακτηριστικά η μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη στο “Dead Slow”, καθώς το σκηνικό δεν απολείπει από το να μετατρέπεται συν τω χρόνω από «βιομηχανικό» σε noisy και αντιστρόφως. Φυσικά, σ’ αυτήν όλη τη μεταβολή, που αποκτά χαρακτηριστικά κυκεώνα στη δεύτερη πλευρά, στο “Dead slow 2”, συντείνει και το ηλεκτρονικό οπλοστάσιο του Αναστασάκη, που δρα ακριβώς εκεί. Στο να δημιουργήσει ένα το ίδιο σκοτεινό υπόστρωμα, «κεντημένο» με προσοχή, πάνω στο οποίο τα παιξίματα του Σιγανίδη να πολλαπλασιάζουν την ιδιοτυπία και την εκρηκτικότητά τους.
Τα άλμπουμ αυτά, σαν το “Dead Slow”, κρίνονται από τη δύναμη, ή όχι, που έχουν στο να σε μεταφέρουν, κατά την διάρκεια της ακρόασης, κάπου αλλού. Δηλαδή στο να σε κρατάνε δέσμιο ενός «ταξιδιού», που να μπορεί να εξελίσσεται και απρόσκοπτα, αλλά και να είναι πάντα προσανατολισμένο σε εντελώς απρόσμενες και απάτητες διαδρομές. Αν το καταφέρνουν, τότε έχουν εκπληρώσει το στόχο τους. Στο “Dead Slow” μένεις ακίνητος, παρακολουθώντας πώς δύο άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν μια υπερβατική μουσική πλατφόρμα, με τα απολύτως απαραίτητα – χωρίς, εννοούμε, εξωτερικά εντυπωσιακά στοιχεία, πολυπλοκότητες, σχέδια επί χάρτου, ενορχηστρώσεις κ.λπ.
Το να ξέρεις να «δημιουργείς» στη μουσική δεν είναι μόνο θέμα γνώσεων, παικτικής αρτιότητας, υπέρμετρης τεχνολογικής υποστήριξης κτλ. είναι και θέμα ταλέντου και εμπειρίας. Και επ’ αυτού, αν μιλάμε για τον Μιχάλη Σιγανίδη και τον συνοδοιπόρο του Γιάννη Αναστασάκη, όλα μα όλα τα προηγούμενα τα έχουν κατακτήσει αμφότεροι από καιρό.
Επαφή: www.defkaz.com, https://defkaz.bandcamp.com/album/michalis-siganidis-dead-slow

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΟΓΙΩΡΓΗΣ τα άνανθα χρόνια μου

Τραγουδοποιός από τη Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Κωστογιώργης έδωσε ένα CD στο τέλος της προηγούμενης χρονιάς, που αποκαλείται «Τα Άνανθα Χρόνια μου» [Ανεξάρτητη Παραγωγή / Music Corner, 2023]. Το CD αυτό περιλαμβάνει δεκατέσσερα τραγούδια του Κωστογιώργη, που είναι βασισμένα σε ποιήματα των Μήτσου Παπανικολάου, Ρήγα Γκόλφη, Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Ρώμου Φιλύρα και Έμιλυ Ντίκινσον. Ποιήματα γραμμένα τον περασμένο αιώνα, πριν από εκατό χρόνια, χοντρικά, ή και περισσότερα, από ποιητές, που επανέρχονται, ανά τακτά διαστήματα, στη δισκογραφία (μέσα από τις σύγχρονες μελοποιήσεις). Γιατί συμβαίνει αυτό; Ίσως, γιατί τα ποιήματά τους είναι έμμετρα, έχοντας «εντός τους» έτσι κι αλλιώς μια μουσικότητα, που προκαλεί τους συνθέτες να την αποκαλύψουν, ίσως γιατί ελκύουν ως ποιήματα, γραμμένα από ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με τη ζωή τους, με τις πράξεις τους, βάδισαν σε αντίθετους δρόμους, από εκείνους που τους επιβάλλονταν κ.λπ. Εντάξει... δεν έχουν πολλή σημασία όλα τούτα, σημασία έχουν τα τραγούδια του Κωστογιώργη – αν είναι τραγούδια που «στέκονται» εννοώ, που να μπορείς να τα τραγουδήσεις κι εσύ μαζί του, που να μπορούν να σε παρασύρουν.
«Τα Άνανθα Χρόνια μου» είναι ένας καλός έντεχνος-ροκ δίσκος, με τους βασικούς μουσικούς που ακούγονται εδώ, δηλαδή τους Γιώργο Κωστογιώργη πιάνο, πλήκτρα, Πάνο Βουλγαράκη μπάσο και Γρηγόρη Οικονόμου ντραμς (υπάρχουν και βοήθειες από guests σε έγχορδα, πνευστά και κιθάρες) να προσφέρουν, σε επίπεδο ενοργάνωσης, το καλύτερο δυνατό. Ηχητικά, εννοώ, ο δίσκος είναι πολύ καλός και φαίνεται πως ο Κωστογιώργης έχει «άποψη», για το πώς πρέπει να ακούγονται τα τραγούδια του.
Ως ερμηνευτής ο Κωστογιώργης υπολείπεται σε εκφραστικότητα, και ίσως θα έπρεπε να βρει κάποια άλλη φωνή, για τον ρόλο του βασικού τραγουδιστή. Και δεν εννοώ τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Αργύρη Μπακιρτζή (που συμμετέχουν στον δίσκο), αλλά κάποιον άλλον. Η άγνωστη προς εμένα Κατερίνα Σισίννι, ας πούμε, είναι αληθινή τραγουδίστρια και τα τραγούδια που λέει, το blues «Σονέτο 17» (Θεοτόκης) και το jazz «Πέρασες» (Χατζόπουλος) είναι από τα καλύτερα του δίσκου.
Είπαμε blues και jazz; Ναι, ο δίσκος έχει τέτοια ηχοχρώματα, και ένα άλλο blues είναι το «Πώς τραγουδάς παθητικά» (Γκόλφης) ας πούμε – αν και το ωραιότερο τραγούδι του δίσκου είναι το «Σκάλες ΙΙ» (Γκόλφης), που έχει κόλπα στην αρχή, και μια πολύ ενδιαφέρουσα μελωδία στην πορεία, με τον Κωστογιώργη να πιάνει το peak του, σαν ερμηνευτής.
Πολύ καλό τραγούδι είναι και το «Madona mia» (Φιλύρας) (τραγουδά ο Δεληβοριάς μαζί με τον Κωστογιώργη), με το πιάνο και τα έγχορδα να προσφέρουν ιδανικές υπηρεσίες.
Δεν είναι τυχαίος τραγουδοποιός ο Κωστογιώργης και νομίζω πως αν είχε βρει για τα τραγούδια του κάποια άλλη φωνή, μία φωνή, το συνολικό αποτέλεσμα θα ήταν πολύ καλύτερο. Ακόμη κι έτσι, πάντως, το ταλέντο του δεν κρύβεται.
Επαφή: www.musiccornerstore.gr

Τρίτη 21 Μαΐου 2024

οι JOHN SURMAN και FRED HERSCH σε δύο νέα σπουδαία άλμπουμ της ECM

JOHN SURMAN: Words Unspoken [ECM Records / ΑΝ Music, 2024]
Το προηγούμενο άλμπουμ τού John Surman, για την ECM, πρέπει να είναι το “Invisible Threads” από το 2018, στο οποίο ο βρετανός jazzman είχε συνεργαστεί με τον βραζιλιάνο πιανίστα Nelson Ayres και τον αμερικανο-νορβηγό βιμπραφωνίστα Rob Waring. Ο Waring παίρνει μέρος και στο τελευταίο session του Surman για την ECM, από το οποίο θα προέκυπτε ο πιο πρόσφατος δίσκος του Βρετανού, το “Words Unspoken” – άλμπουμ, στο οποίο συμμετέχουν επίσης οι Rob Luft κιθάρες και Thomas Strønen ντραμς.
Ο
Luft μάς είναι γνωστός από το ECM-άλμπουμ A Time to Remember” (2023) της Elina Duni και βεβαίως από τα προσωπικά CD του στην EditionLife is the Dancer” (2020) και “Riser” (2017), ενώ και ο Strønen έχει λόγο σε διάφορα ECM-άλμπουμ, όπως το “Wind and Sun” (2023) της Sinikka Langeland, πέρα από τα δικά του “Lucus” (2018) και “Time is a Blind Guide” (2015).
Άρα συζητάμε για τέσσερις μουσικούς με ρίζες μεγάλες ή λιγότερο μεγάλες στην γερμανική εταιρεία, και που σε κάθε περίπτωση έχουν κατανοήσει το προφίλ της και το είδος της jazz, που αυτή αρέσκεται να προβάλλει.
Ναι, λοιπόν, jazz έχουμε εδώ, συντεθειμένη από μια μεγάλη προσωπικότητα του χώρου, με τεράστια ιστορία, τον John Surman, ο οποίος στα 80 του πλέον (78, όταν ηχογραφούσε το “Words Unspoken”, τον Δεκέμβριο του 2022, στο Rainbow Studio, του Όσλο) εξακολουθεί να εκπλήσσει με τις μουσικές ιδέες του.
Σαξόφωνα (σοπράνο, βαρύτονο) και μπάσο κλαρίνο, και ακόμη κιθάρα, vibes και ντραμς ακούμε εδώ, σ’ έναν δίσκο δέκα πρωτότυπων συνθέσεων (όλες του Surman), που προσιδιάζουν περισσότερο προς το nordic περιβάλλον. Εξάλλου, δύο από τους μουσικούς του κουαρτέτου, ο Surman και ο Waring, ζουν στη Νορβηγία, ενώ και ο δίσκος, όπως προείπαμε, είναι γραμμένος στο Όσλο.
Κυριαρχούν, λοιπόν, οι μελωδίες εδώ, που διαθέτουν ποικίλες επιρροές, από την «κλασική», βεβαίως από την jazz ή ακόμη και από το folk, και που αναπτύσσονται μ’ έναν απέριττο τρόπο, συχνά με χαμηλές εντάσεις, αλλά και με ανεβάσματα του volume, όταν οι οργανοπαίκτες φθάνουν σ’ ένα σημείο έκστασης. Το λέμε, γιατί οι συνθέσεις του Surman διαθέτουν αυτό το... βραδυφλεγές στοιχείο. Να κορυφώνονται, δηλαδή, μέσα σ’ ένα πλαίσιο κάπως τελετουργικό – κάτι που το διαπιστώνεις σε διάφορα κομμάτια του δίσκου, από το φερώνυμο “Words unspoken”, που βρίσκεται στη θέση #2, έως το “Belay that”, στη θέση #8, λίγο πριν από το τέλος.
Ένα θαυμάσιο και βασικά υποβλητικό άλμπουμ είναι το “Words Unspoken” του John Surman και των συνεργατών του.
FRED
HERSCH: Silent, Listening [ECM Records / AN Music, 2024]
Ήταν θέμα χρόνου –μετά την εμφάνιση τού άσσου αμερικανού πιανίστα, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή Fred Hersch στην ECM, πρόπερσι, με το άλμπουμ “The Song Is You”, τη συνεργασία του δηλαδή με τον ιταλό φλουγκελχορνίστα Enrico Rava– να προκύψει κι ένα πιο προσωπικό ηχογράφημά του, ένα σόλο πιάνο ούτως ειπείν, απ’ αυτά που προτείνει συνεχώς ο Hersch και που τον έχουν αναδείξει σ’ έναν σύγχρονο master του συγκεκριμένου οργάνου.
Έτσι, τον Μάιο του 2023, ο Hersch θα έμπαινε στο γνωστό Auditorio Stelio Molo RSI του Λουγκάνο, για να γράψει, σε παραγωγή του Manfred Eicher, το “Silent, Listening”, την πιο πρόσφατη σόλο δουλειά του, με αυτοσχεδιασμούς και συνθέσεις δικές του και άλλων.
Έντεκα κομμάτια είναι καταγραμμένα στο “Silent, Listening”, επτά του Hersch, συν τέσσερις versions στα “Star-crossed lovers” (Billy Strayhorn / Duke Ellington), “The wind” (Russ Freeman), “Softly, as in a morning sunrise” (Sigmund Romberg / Oscar Hammerstein II) και “Winter of my discontent” (Alec Wilder / Ben Berenberg).
Ο δίσκος είναι έξοχος. Έχει τους δικούς του ρυθμούς, την δική του αύρα και εν τέλει τη δική του εξελικτική διαδρομή – αυτή, τέλος πάντων, την μαγική πορεία, που προσδίδει ο Fred Hersch στους δίσκους του από... αρχαιοτάτων χρόνων.
Ο λυρισμός βεβαίως είναι το πρώτο που κυριαρχεί εδώ, είτε στα πρωτότυπα tracks είτε στις διασκευές, με το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο να είναι τόσο άψογα εναρμονισμένο με τη γενικότερη ροή, ώστε εν τέλει ολάκερο το σετ να κυλάει «σαν ένα», σαν μια πολυμερή σουίτα, με έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις και, σίγουρα, με υπόγεια δύναμη. Ακόμη και οι πιανιστικές εξάρσεις εδώ, σε κομμάτια όπως το φερώνυμο “Silent, listening”, υπογραμμίζουν αυτό ακριβώς – την ανάγκη να περιγράψεις την ένταση με όρους λυρισμού.
Η εκπληκτική διάρθρωση του σετ, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό κλείσιμο (με τη διασκευή στο “Winter of my discontent” του Alec Wilder), προσδίδουν στο “Silent, Listening” τα χαρακτηριστικά ενός μαγικού ηχογραφήματος, ικανού να αποφορτίσει τον ακροατή, μεταφέροντάς τον σ’ έναν, πέραν του αισθητού, ιδανικό κόσμο.