Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 165

25/5/2019
Το ωραιότερο σχόλιο, δηλαδή το πιο έξυπνο, που διάβασα από τον Άγνωστο Συριζαίο.
>Αλέξη, να τελειώνουμε με τη δεξιά στην Ελλάδα. Κόψε επίδομα για κονσέρβες...<

23/5/2019
To blues βρίσκεται στα αζήτητα στην Ελλάδα και είναι κρίμα. Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια έχει να γίνει μια μεγάλη ανοιχτή συναυλία (με ξένα ονόματα). Κανείς δεν γράφει για το blues, δίσκοι πρακτικά δεν βγαίνουν, παρότι (ελληνικά) συγκροτήματα υπάρχουν, ελάχιστοι ποστάρουν blues στα σόσιαλ μίντια και όλα τούτα, όταν το blues εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση κάθε σύγχρονου, μαύρου τουλάχιστον, μουσικού στυλ. Πώς κατάντησαν έτσι τα πράγματα;
Πάντως, το νέο μεγάλο όνομα στο χώρο, στην Αμερική, αυτή τη στιγμή, είναι τούτος εδώ ο 20χρονος γίγαντας, ο Christone “Kingfish” Ingram...

23/5/2019
Σοφές κουβέντες, με διαχρονικό νόημα, από τον μεγάλο κομμουνιστή δάσκαλο Δημήτρη Γληνό, γραμμένες πριν από 80 χρόνια. Πάντα τις λαμβάνω υπ’ όψη μου, από τότε που περιήλθαν στη γνώση μου, πριν μπω στο παραβάν…
«Ο στείρος αρχαϊσμός, η φορμαλιστική προγονοπληξία που κυριάρχησε σ’ όλο το Γένος, λυτρωμένο και αλύτρωτο, ύστερα από το ’21, είναι αποτέλεσμα της ΛΑΪΚΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ. Ανάσταση της Αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντινο-χριστιανική παράδοση και Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή πολιτική ανασυγκρότηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είτανε το παράξενο ιδεολογικό τρίπτυχο(…) κάτω από την γοητευτική ακτινοβολία του οποίου κρύβονταν ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ…».
Δ. Αλεξάνδρου (Δημήτρης Γληνός) «Πλάτωνος “Σοφιστής”» [Εκδοτικός Οίκος Ιωάννου & Π. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1940]

23/5/2019
Είναι κρίμα, δηλαδή είναι ντροπή να παρατηρείς σε σάιτ, που θέλουν να περνιούνται για αξιόλογα, το να μην υπάρχει ένας άνθρωπος που να βλέπει τον John Cage και να τον αναγνωρίζει.
Στην Αthens Voice παίζει για ώρες φωτογραφία του Cage, που υποτίθεται πως είναι ο συγγραφέας, ποιητής κ.λπ. Nanni Balestrini, που πέθανε πριν από λίγες μέρες!!
Ξεκουνάτε ρεε...

22/5/2019
Αυτό το τραγούδι (Ρία Ζέρβα «Σε σκέφτομαι») το θυμόμουν από τη δεκαετία του ’80 από το ραδιόφωνο, μου άρεσε από τότε, και κάποια στιγμή, τα πιο πρόσφατα χρόνια, το βρήκα και το άκουσα (και το ξανάκουσα και το ξανάκουσα) από το YouTube. Μάλιστα είχα γράψει και στο δισκορυχείον, μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως το ψάχνω, πως ψάχνω το συγκεκριμένο άλμπουμ, και κάπως έτσι μια ωραία πρωία, όταν πήγα να παραλάβω από το ταχυδρομείο, βρήκα ανάμεσα στα δέματα κι αυτό το LP! Κάποιος αναγνώστης είχε διαβάσει τα σχετικά και είχε προθυμοποιηθεί να μου το στείλει. (Τον είχα αναζητήσει και του είχα στείλει κι εγώ κάτι). Τα τυχερά της δουλειάς…
Το τραγούδι αυτό το γουστάρω πάρα πολύ (η Τζένη Βάνου θα το απογείωνε), έχει φοβερή ενοργάνωση, είναι ροκ κατά βάση, ενώ και η τραγουδίστρια (που η φωνή της «φεύγει», αλλά δεν μ’ ενοχλεί – δείχνω κατανόηση) το πιάνει ωραία.
Σωστά λαϊκά, απ’ αυτά που τα ξέρουν λίγοι κι έχουν αξία…  

22/5/2019
Η λογική (και) του ελληνικού ίντερνετ είναι το weird. Προβάλλεται ανελλιπώς, γιατί μαζεύει κλικ σωρηδόν. Κατά 99% όμως ό,τι weird παρουσιάζεται είναι φαιδρό. Δεν έχει στυλ. Αυτοί που γράφουν τα σχετικά κείμενα είναι κόπανοι, που δεν ξέρουν να χειριστούν τη γλώσσα, ενώ δεν διαθέτουν ούτε ίχνος από χιούμορ.
Προσέξετε weird είδηση από παλιά ελληνική εφημερίδα και συγκρίνετε με τις αηδίες που διαβάζουμε σήμερα.
«Ο Αντώνιος Λεμονίδης, ετών 56, εκ Σερρών, ιδιωτικός υπάλληλος, ενώ ίστατο καπνίζων προ του παραθύρου του αιφνιδίως κατέπεσεν εξ αυτού από ύψους 6 μέτρων και ετραυματίσθη ελαφρώς εις τους πόδας. Ως εξηκριβώθη, ούτος, εις μίαν στιγμήν αφηρημάδας, αντί να πετάξη το τσιγάρον του από το παράθυρον, ερρίφθη ο ίδιος»
Είναι αυτό ακριβώς που ο ευφυής Ουμπέρτο Έκο θα αποκαλούσε... σημειολογικό βραχυκύκλωμα.

19/5/2019
Το παν είναι οι συνθέσεις. Άμα δεν έχεις ταλέντο να γράφεις συνθέσεις (με ζωή) δεν μετράς στο ροκ (και πουθενά δηλαδή).
Σ' αυτό το απίστευτο live των θρύλων Brainticket από το 2011 υπάρχει μόνο ο γέρος Joel Vandroogenbroeck (σήμερα είναι πάνω από 80) από την ιστορική line-up του 1971 - όλοι οι υπόλοιποι είναι νεότεροι μουσικοί. Και όμως τα ψυχεδελικά vibes που εκπέμπονται εδώ σμπαραλιάζουν κάθε καινούριο γκρουπ, που θέλει να αποκαλείται "ψυχεδελικό". (Οk, μένουν κάτι Vibravoid απ' έξω... και δεν ξέρω ποιοι άλλοι τώρα...).
Το εκπληκτικό “Places of ligh”", από το LP “Cottonwoodhill” (ένα από τα πιο άγρια ψυχεδελικά άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν ποτέ, όπως είχε πει κάποτε ο Edward Ka-Spel), σε μια συγκλονιστική σύγχρονη εκτέλεση...
 

THE OGJB QUARTET ένα τζαζ σούπερ-γκρουπ, σε μια φινλανδική έκδοση

Πίσω από τα αρχικά OGJB κρύβονται τα ονόματα Oliver, Graham, Joe και Barry και κατ’ επέκτασιν τα επώνυμα Lake, Haynes, Fonda και Altschul αντιστοίχως. Άρα το OGJB Quartet δεν είναι κάτι άλλο από ένα σούπερ-γκρουπ – μια τζαζ μπάντα, που υπάρχει εδώ και λίγα χρόνια και που τώρα μας δίνει το πρώτο της CD, το Bamako [TUM Records Oy, 2019] (ηχογραφημένο τον Ιούλιο του 2016, κάπου στη Νέα Υόρκη).
Όπως σημειώνει ο κοντραμπασίστας Joe Fonda, στο επιμελημένο ένθετο, το OGJB Quartet υπάρχει από το 2015, ενώ ο πυρήνας του βρίσκεται στο FAB Trio και στους 3dom Factor, σχήματα στα οποία είχαν συνυπάρξει οι Fonda και Altschul (με τον Billy Bang στο πρώτο κα με τον Jon Irabagon στο δεύτερο). (Στο δισκορυχείον υπάρχουν reviews για δύο άλμπουμ των 3dom Factor, ενώ ήμουν σχεδόν σίγουρος πως είχα γράψει και για το FAB Trio, αλλά διαψεύστηκα). Γράφει ο Fonda:
«Το OGJB Quartet υπήρχε αρχικώς ως OJB Trio. Είχα μόλις ολοκληρώσει μια περιοδεία με το Generations Quartet, που περιλάμβανε και τον Oliver Lake, όταν μετά απ’ αυτό το τουρ σκέφτηκα πόσο αληθινά σπουδαίο ήταν το τρίο που είχαμε με τους Barry και Oliver. Και ήταν τότε, όταν ο κοινός μας φίλος Kunle Mwanga (σ.σ. παραγωγός, μάνατζερ κ.λπ.) μας ρώτησε… γιατί δεν κάνετε ένα κουαρτέτο, τελικά, με τον Graham Haynes σαν τέταρτο μέλος; Αμέσως η ιδέα λειτούργησε σ’ εμένα και στον Barry και έτσι κάπως φέραμε την τρομπέτα και το άλτο σαξόφωνο του Haynes στο σχήμα, ώστε να ολοκληρωθεί το OGJB Quartet».
Στο OGJB Quartet το setting δεν είναι αυτονόητο, επειδή έχει και αφρικανικές «άκρες». Έτσι, ο Oliver Lake εκτός από το να παίζει άλτο και σοπράνο σαξόφωνα απαγγέλλει κιόλας (ένα δικό του ποίημα), ο Graham Haynes παίζει κορνέτα και dousngouni, ο Joe Fonda κοντραμπάσο και ο Barry Altschul ντραμς, κρουστά και mbira
Το άλμπουμ ανοίγει με το γιγαντιαίο 15λεπτο “Listen to Dr. Cornel West” (σύνθεση του Fonda), που διακρίνεται για το φοβερό πολυρυθμικό παίξιμο του Altschul (ο Altschul παίζει έτσι όπως δεν μπορεί να παίξει, ούτε χρειάζεται, ένας ροκ ντράμερ), τις επαναλαμβανόμενες μπασογραμμές του Fonda και από ’κει και πέρα την ιλιγγιώδη αντιπαράθεση των πνευστών, που ακολουθούν τις δικές τους αυτοσχεδιαστικές διαδρομές, είτε μέσω συνηχήσεων είτε μέσω σόλι. Ακολουθεί το περίπου 7λεπτο “Bamako” (σύνθεση του Haynes), ένα εντυπωσιακό afro-jazz track, με dousngouni (την άρπα των κυνηγών σε Μαλί και Γουινέα), mbira και απαγγελία ποίησης (από τον Lake). Τελείως φευγάτο κομμάτι στην παράδοση Randy Weston και Don Cherry. Από ’κει και πέρα έχουμε εναλλαγές συνθέσεων των Altschul, Lake και Fonda, που διακρίνονται για τα πνευματικά χαρακτηριστικά τους (σε κλασική seventies κατεύθυνση), για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ με τα “OGJB #2” και “OGJB #1, που αποτελούν συλλογικούς αυτοσχεδιασμούς και που φανερώνουν τον υψηλό βαθμό επικοινωνίας των τεσσάρων άσσων μουσικών και της εγνωσμένης ικανότητάς τους να δημιουργούν φλογισμένα περιβάλλοντα, με πολύ υψηλά δυναμικά παιξιμάτων.
Κοντολογίς, τέσσερις δάσκαλοι μιας jazz που εξακολουθεί να απολαμβάνει της απήχησης που είχε και στις παλαιές δεκαετίες.
Επαφή: www.tumrecords.com

Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

ΑΛΕΞΗΣ ΒΑΚΗΣ μια άποψη για το πρόσφατο βιβλίο του, με κείμενα για το ελληνικό τραγούδι

Πριν λίγο καιρό (Απρίλιος 2019) κυκλοφόρησε το βιβλίο του Αλέξη Βάκη (μουσικός, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών και δημοσιογράφος επί μουσικών θεμάτων ελληνικού ενδιαφέροντος) Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι / Κείμενα για τη μουσική και το τραγούδι (2003-2015) από τις εκδόσεις Εύμαρος, με πρόλογο του Φοίβου Δεληβοριά.
Ξεκινώντας από το εξώφυλλο θα έλεγα πως υπάρχει ένα πρώτο ζήτημα με τον τίτλο/υπότιτλο του βιβλίου και τούτο το εντοπίζω στην απουσία της λέξης «ελληνική»... καθώς ο ορθός υπότιτλος θα ήταν Κείμενα για την ελληνική μουσική και το τραγούδι ή ακόμη καλύτερα Κείμενα για το ελληνικό τραγούδι (αυτό το δεύτερο είναι ακόμη πιο απλό και πιο σαφές), γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Η απουσία της λέξης «ελληνική», αν δεν οφείλεται σε κάποιου είδους βιασύνη, πιθανώς να υποκρύπτει ένα θέμα ή και δύο. Ή πως είναι αυτονόητο ότι στο βιβλίο θα διαβάσουμε σώνει και καλά για το ελληνικό τραγούδι (κάτι που δεν αιτιολογείται a priori), αφήνοντας την ίδια στιγμή να αιωρείται και μια ψιλή μομφή προς το λεγόμενο «ξένο» τραγούδι ή πως η λέξη «ελληνική» θεωρείται πως είναι φορτισμένη με σημασίες «αρνητικές» και πως… σοφότερο θα ήταν να αποφευχθεί. Θέλω να πιστεύω πως πρόκειται για κάποιου τύπου απροσεξία (κι έτσι πρέπει να ’ναι) και όχι για κάτι άλλο, σοβαρότερο.
Επίσης με μπερδεύει εκείνο το (2003-2015). Τα κείμενα αφορούν στο ελληνικό τραγούδι εκείνης της περιόδου ή το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αναφέρεται στο πότε είναι γραμμένα τα κείμενα του Βάκη; Για να απαντήσω επί της ουσίας, έχω τη γνώμη πως οι χρονιές είναι αχρείαστες στο cover.
Περαιτέρω, με παραξενεύει και η λέξη Dual στον τίτλο, έτσι όπως είναι γραμμένη με λατινικά στοιχεία στο εξώφυλλο. Χτυπάει κάπως άσχημα στο μάτι. Αν το βιβλίο είχε να κάνει με την ξένη μουσική, με το rock ας πούμε, σίγουρα θα με παραξένευε λιγότερο. Τώρα που ξέρω, όμως, πως στο βιβλίο θα διαβάσουμε για τον Τσιτσάνη και τον Άκη Πάνου (μεταξύ άλλων) μού δίνει λάθος «σήμα». Τα αφήνω όμως όλα αυτά και μπαίνω παραμέσα, στα κείμενα.
Μια γενική παρατήρηση. Ο Αλέξης Βάκης γράφει απλά – με απλά και στρωτά ελληνικά εννοώ, άνευ εκφραστικών εκζητήσεων. Εμένα αυτό μου αρέσει. Και το λέω, επειδή έχω βαρεθεί να διαβάζω… επιστήμονες, με μάστερ και διδακτορικά, που συνηθίζουν να αραδιάζουν πάνω στη μουσική, στα κείμενα για τη μουσική, τον… Ντεμπόρ και τον Μποντριγιάρ. Έχουμε ανάγκη βιβλίων, για τη μουσική, γραμμένα από fans και όχι από πανεπιστημιακούς. Άρα αυτό είναι ένα θετικό, που διαπερνά οριζοντίως όλα τα κείμενα.
Δεν θέλω να στενοχωρήσω τον φίλτατο Αλέξη Βάκη (τον οποίο γνωρίζω από κοντά, από 20ετίας και βάλε, από τις αλήστου μνήμης εμφανίσεις τού μέγα τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη στο Καφέ Παράσταση, στα Εξάρχεια), θα πω όμως πως αρκετά από τα κείμενα του βιβλίου (άλλα γραμμένα για το Δίφωνο, άλλα για τον Μετρονόμο κ.λπ.), μπορεί να ήταν καλά για τα περιοδικά που προορίζονταν, αλλά δεν νομίζω πως μπορούν να «παίξουν» σ’ ένα βιβλίο – αν υποτεθεί (κι έτσι είναι) πως το βιβλίο δεν είναι περιοδικό, αλλά κάτι άλλο.
Είναι λίγο προφανή, θέλω να πω, λίγο γενικόλογα, ενώ διακρίνω σ’ αυτά και μια σχετική πολυλογία (καμμιά φορά στα περιοδικά αναγκαζόμαστε να γράφουμε πολλά, γιατί πρέπει να γεμίσουν οι σελίδες ή για να πληρωθούμε περισσότερα, όταν πληρωνόμαστε…). Δεν ξέρω αν ο Βάκης επιμελήθηκε εκείνα τα παλαιά του κείμενα, αλλά ακόμη και αν το έκανε και πάλι εξακολουθούν να με προβληματίζουν ως κεφάλαια ενός βιβλίου (τα πιο πολλά τουλάχιστον). Ας πούμε, το θέμα με τους συνθέτες και τους τραγουδοποιούς, και με το ποια ενδεχόμενη διάκριση υπάρχει ανάμεσά τους, το βρίσκω αδιάφορο. Όποιος έχει σκοπό να φτιάξει τραγούδια κατά βάση είναι τραγουδοποιός – είτε γράφει στίχους μόνος του ή όχι, είτε τα λέει ο ίδιος ή όχι. Δηλαδή, αν κάποιος αποκαλέσει τον Χατζιδάκι τραγουδοποιό ή τον Σαββόπουλο συνθέτη δεν θα ’χω πρόβλημα – θα το αποδεχθώ και θα πάω παρακάτω. Δεν πρέπει να κολλάμε σε τέτοια επουσιώδη ζητήματα.
Από τις πρώτες 100 σελίδες του βιβλίου το μόνο κείμενο, για μένα, που αληθινά αξίζει της τιμής να υπάρχει σ’ ένα βιβλίο είναι το Ο Μάνος Χατζιδάκις της ΕΠΟΝ (γραμμένο από τους Αλέξη Βάκη και Ιάσονα Χανδρινό), που είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στον Μετρονόμο το 2014. Καλό κείμενο, γιατί έχει ψάξιμο και κάποια έρευνα, είναι και το À Paris… / Ο Γιάννης Σπανός στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα (πρώτη δημοσίευση στο Δίφωνο, το 2011) επειδή καταπιάνεται με τη γαλλική περιπέτεια του έλληνα συνθέτη. Φυσικά, υπάρχουν κενά και ελλείψεις στα στοιχεία, αλλά σαν βάση, που πάνω της θα χτίσεις, λειτουργεί καλά.
Και στις επόμενες 100+ σελίδες διάβασα κάποια κείμενα, που τα βρήκα ενδιαφέροντα, όπως το Ελαφρώς λαϊκά / Απρόσμενες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους δύο ιστορικούς πόλους του ελληνικού τραγουδιού (πρώτη δημοσίευση στο site musicpaper.gr, το 2012), το Επιθεώρηση Τέχνης / Το περιοδικό που άλλαξε τις ισορροπίες για την όποια συζήτηση περί Πολιτισμού στην μετεμφυλιακή Ελλάδα (πρώτη δημοσίευση στο Δίφωνο, το 2004) ή και το άρθρο για τον Μανώλη Ρασούλη, το περιοδικό του Αυγό κ.λπ. (Δίφωνο, 2011).
Δεν θέλω να υποτιμώ τον κόπο κανενός και ούτε φυσικά του Αλέξη Βάκη. Απλώς εκείνο που λέω είναι πως κείμενα γραμμένα για τις ανάγκες περιοδικών, που δεν εμπεριέχουν έρευνα, αλλά σκέψεις σ’ ένα αρχικό στάδιο ή και σ’ ένα κατασταλαγμένο τέλος πάντων, από αυτές τις σκέψεις, εννοώ, που μπορούν να κάνουν οι πιο πολλοί από εμάς, δεν συνεπάγεται πως πρέπει σώνει και καλά να περάσουν στην «αθανασία», που τους προσφέρει το τύπωμα.
Πρέπει να προφυλάξουμε το βιβλίο, το βιβλίο σαν βιβλίο δηλαδή, από τον απλό καθημερινό μας λόγο – για το τι μπορεί να σημαίνει παραγωγός φερ’ ειπείν και τι όχι στο ελληνικό τραγούδι. Εγώ αυτό το θέμα, για παράδειγμα, που απασχολεί εδώ τον Βάκη σε 7 σελίδες, θα το απαντούσα μέσα σε 100 λέξεις (τις οποίες δεν θα τις έχωνα, σαν κεφάλαιο, φυσικά, σε κανένα ενδεχόμενο βιβλίο μου). Και θα το απαντούσα μέσω μιας απλής ερώτησης. Είναι ο παραγωγός μουσικός; Ή είναι απλώς ο μπιστικός του αφεντικού (του εταιρειάρχη) και μαζί  ένας γραφειοκράτης, που κανονίζει τις ώρες στο στούντιο, που παίρνει τηλέφωνα τους μουσικούς, που ψήνει καφέδες, που γράφει τα δελτία Τύπου κ.λπ. Αν δεν είναι (και) μουσικός, ο παραγωγός, τότε περιττεύει κάθε περαιτέρω κουβέντα, ενώ αν είναι (και) μουσικός… ε τότε ας ψήσει και κανέναν καφέ, δεν τρέχει τίποτα.
Το βιβλίο του Αλέξη Βάκη έχει πολύ καλό lay-out και είναι προσεγμένο σε κάθε του τεχνικό σημείο. Από τις γραμματοσειρές, μέχρι τα χαρτιά κ.λπ. και γι’ αυτό χαίρεσαι να το κρατάς. Τώρα, αν δεν το βρήκα εγώ τόσο ενδιαφέρον, όσο τέλος πάντων, θα ήθελα, αυτό είναι ένα δικό μου πρόβλημα. Άλλοι μπορεί να το βρουν ακριβώς το αντίθετο.
Επαφή: https://www.facebook.com/%CE%95%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%95%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82-Evmaroslibro-185714674806192/

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

THE JET BLACK μια ροκ μπάντα από την Αθήνα στον πρώτο δίσκο της

Καινούρια αθηναϊκή μπάντα ή εν πάση περιπτώσει πρωτοεμφανιζόμενη στη δισκογραφία, οι Jet Black είναι ένα σχήμα rock οπωσδήποτε, αλλά τι είδους rock δεν είναι εύκολο να το προσδιορίσεις. Από τη μια μεριά υπάρχει η αυθάδεια του garage punk και κυρίως του punk (βασικά στις ερμηνείες), αλλά τα μουσικά στοιχεία συχνά αναφέρονται στο σκληρό indie rock (όχι στο stoner, ούτε στο grunge αναγκαστικώς), των αμερικάνικων eighties. Εντάξει, το να συγκεκριμενοποιείς τις επιρροές ενός γκρουπ θα είναι πάντα ένα θέμα που θα εμπεριέχει μιαν αβεβαιότητα, γιατί εμείς μπορεί να λέμε «τούτα», αλλά στην πραγματικότητα να είναι «άλλα», όμως εκείνο που πρέπει να επισημάνουμε είναι πως, στην περίπτωση των Jet Black, λειτουργεί πολύ καλά ο… σκληρός και κάπως αλήτικος ήχος – ένας ήχος που δεν είναι καθημερινός, και δεν τον ακούς τακτικά από τα σχήματα του τώρα.
Το ότι, λοιπόν, δεν κατατάσσονται σε κάποια από τις βασικές ροκ κατηγορίες οι Jet Black (αν και δεν υπάρχει βασικότερη από την… rock nroll, η οποία δικαιωματικά τους ανήκει) τους δίνει αυτομάτως κάποια bonus, που αναδεικνύονται σε σημαντικά στην πορεία και όσο κυλάει ο δίσκος τους.
Λέμε για το Transcendence [Ikaros Records, 2019], εν προκειμένω, που είναι κομμένο σε 300 αντίτυπα (συν ένθετο με στίχους) και που βρίσκει τους Jet Black (Γιάννης Μυλωνάς φωνή, κιθάρες, Δημήτρης Ντάβαρης κιθάρες, Γιάννης Ντάβαρης μπάσο, Νικηφόρος Μυλωνάς ντραμς) σε πολύ καλή φόρμα, έτοιμους να δρέψουν και στο πάλκο τους rock nroll κόπους τους.
Με μια σειρά εννέα τραγουδιών (πέντε στην πρώτη πλευρά και τέσσερα στη δεύτερη), οι Jet Black κατορθώνουν να φτιάξουν ένα άλμπουμ, μέσα από το οποίο φέγγει η καθαρή δύναμη, το πάθος και ειλικρίνεια λόγων και έργων.
Μου αρέσει επίσης το γεγονός πως το LP ανεβαίνει όσο κυλάει η ώρα, για να πιάσει το peak του με τα δύο τελευταία κομμάτια (“Butterfly”, “What you never had”), πράγμα που δείχνει πως το “Transcendence” έχει ετοιμαστεί με την αίσθηση του live, σκοπεύοντας στη σταδιακή… πυράκτωση του ακροατή, που θα ολοκληρώσει την ακρόαση με τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις.
Θα μπορούσε το track list να ήταν ανάποδο, αλλά οι Jet Black στοχεύουν μάλλον στους αποφασισμένους και υπομονετικούς ακροατές (των παλιών καιρών) και καλώς πράττουν.