Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019

MARKOS ELEKΤRIK ηλεκτρικός Βαμβακάρης

Το ζήτημα δεν είναι να έχεις πάντα πρωτότυπες ιδέες να μοιραστείς, καθώς ούτε εύκολο είναι κάτι τέτοιο, ούτε πάντοτε εφικτό. Εκείνο που έχει νόημα είναι να οικειοποιείσαι, να δανείζεσαι τις ιδέες των άλλων, προτείνοντας στην πορεία (βασισμένος στα δάνεια) κάτι δικό σου. Κάτι με τη δική σου σφραγίδα, με τη δική σου προσωπικότητα. Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Αξίζει, όμως, τον κόπο να το παλεύεις. Όπως το παλεύουν εδώ και το επιτυγχάνουν (επιτυγχάνουν να ακούγονται αληθινοί) οι Markos Elektrik, ένα ηλεκτρικό κουιντέτο, που διασκευάζει τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη.
Οι Markos Elektrik (Κώστας Νικολόπουλος κιθάρες, φωνή, Νεκταρίλια Τσομπάνογλου φωνή, Θάνος Καζαντζής ντραμς, Νίκος Παπαϊωάννου μπάσο, αναλογικό synth, Ανδρέας Γυφτάκης rhodes) είναι ένα ροκ σχήμα – όχι ένα τζαζ σχήμα. Που σημαίνει πως ξεκινάνε από ένα βαρύ ρυθμικό τμήμα και πως από ’κει και πέρα, με τις κιθάρες και τα πλήκτρα σε πρώτο πλάνο, θα μπουν στο βασικό μελωδικό κομμάτι των τραγουδιών – μελωδίες, τις οποίες θα τις μεταχειριστούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τις διαστρέψουν, να μην τις διαλύσουν, χτίζοντας περαιτέρω τα δικά τους patterns. Οι διασκευές, με άλλα λόγια, θα πρέπει να φέρουν στη μνήμη μας τα πρωτότυπα, στις βασικές γραμμές τους – κι ας υπάρχουν από ’κει και πέρα και τα ταξίμια και οι αυτοσχεδιασμοί, που θα «φεύγουν» και θα «χάνονται».
Πάνω σ’ αυτές τις βασικές δομικές γραμμές κινούνται οι Markos Elektrik, οι οποίοι στο σύνολο σχεδόν των διασκευών τους, πάνω στα τραγούδια του Μάρκου, παίρνουν πολύ καλό βαθμό. Κάπως με αφήνει άβολο το «Νόστιμο τρελό μικρό μου» και η «Πολίτισσα», τραγούδια που δύσκολα μπορείς να τα αντέξεις από άλλες φωνές κατ’ αρχάς (Βαμβακάρης το πρώτο, Χατζηχρήστος-Βαμβακάρης το δεύτερο), χωρίς αυτό να σημαίνει πως η τραγουδίστρια Τσομπάνογλου δεν προσπαθεί για το καλύτερο ή πως δεν έχει καλή φωνή (απεναντίας η φωνή της είναι «μια χαρά»).
Από τα επτά tracks του CD [Music Corner, 2019] να πω πως, προσωπικώς, προτιμώ το οργανικό «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» (και το άλλο οργανικό, το «Ζητώ παντού ο καημένος», είναι αρκετά καλό), ενώ από τα τραγούδια ξεχώρισα το «Ψεύτικος ντουνιάς» και κυρίως την «Πλημμύρα».
Πολύ καλή προσπάθεια… αλλά στο μέλλον πώς θα κινηθεί ένα τέτοιο συγκρότημα; Είναι αυτό ένα ερώτημα.
Επαφή: info@musiccornerstore.gr
 

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 189

14/9/2019
Πολύ κρίμα για τον Τάκη Σπυριδάκη, που έφυγε σήμερα από τη ζωή...
Διάβασα κάτι δικό του στο lifo.gr (m.hulot) που μου άρεσε:
«Πολλές φορές ο κινηματογράφος και το θέατρο σου κολλάνε πράγματα που δεν είσαι, απλώς τα έκανες. Στη Γλυκιά Συμμορία με είχαν χαρακτηρίσει ροκά, πράγμα που δεν ίσχυε, όχι γιατί το ροκ δεν με συγκίνησε, αλλά επειδή πάντα γούσταρα την τζαζ».
Ο κόσμος λειτουργεί-αντιδρά γραμμικά, επιφανειακά, παβλωφικά και αβασάνιστα. Μπερδεύει την Τέχνη με τη ζωή, ακυρώνει ή καταστρέφει καριέρες, απορρίπτει βάζοντας ταμπέλες, επαινεί για λάθος λόγους. Ζούμε μέσα σε μια παρανόηση.
Ένα shot από την καλύτερη ταινία που έπαιξε ο Τάκης Σπυριδάκης (απ’ αυτές που έχω δει εγώ), την Πρωινή Περίπολο του Νίκου Νικολαΐδη...

14/9/2019
Αγοράστε το όσο είναι ακόμη σχετικά φτηνό (κάποτε το έβρισκες με το τσουβάλι). Γιατί κάποια στιγμή θα το επανεκδώσει κανας Ισπανός και θα ψάχνετε τα όριτζιναλ με το κιάλι. Από κάτι άλλες ξένες σαβουρο-ηλεκτρονικές, που παρουσιάζονται για (ψευτο)ψυχεδέλειες είναι πολύ καλύτερο. Κι έχει και εξώφυλλο α λα The Devil's Men...  

13/9/2019
Γνώμες, γνώμες, γνώμες... παπάρια γνώμες. Γεμίσαμε από γνώμες και από γούστα (μιαν έννοια τελείως πρωτόγονη, το γούστο, καθώς το επικαλούνται και όσοι το στερούνται).
Βάλε τώρα ένα μαθητή, που αύριο θα μεγαλώσει, που θα γίνει χιψτεράς ξέρω ’γω, που θα τρώει έτσι αβασάνιστα ό,τι πληροφοριακά σκουπίδια του πετάνε (γιατί ποτέ δεν έμαθε να σκέφτεται και να κρίνει σε βάθος, ψάχνοντας λόγους και αιτίες) κι άσε τον να σου λέει πως το τάδε «φρούτο» είναι... μεγάλος καλλιτέχνης και πως αυτή είναι η γνώμη μου και αυτό είναι το γούστο μου.
Η μετα-δημοκρατία, που είναι ο νέος θεσμοθετημένος φασισμός, θέλει γνώμες και γούστα, δεν θέλει επιχειρήματα. Και το σχολείο βαδίζει σταθερά πάνω σ’ αυτή τη ράγα...

12/9/2019
Για να δείτε τι σημαίνει και πώς δουλεύει η πληροφόρηση.
Για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, έναν αξιόλογο γενικώς τραγουδοποιό, γνωστόν στο υπόγειο κύκλωμα και έξω από τη χώρα, λόγω PLJ Band, δεν έγραψε κανένας, τίποτα, στα ξένα-ξένα σάιτ. Στα... τέτοια τους, κανονικά. Καμμία μικρή ή μεγάλη φυλλάδα, πουθενά. Έψαξα όσο μπορούσα... αν βρείτε κάτι μου το σφυρίζετε... Όποιοι γράψανε έξω είναι Έλληνες (στον αυστραλέζικο Νέο Κόσμο π.χ.).
Για έναν ασήμαντο όμως καλλιτέχνη, τον Daniel Johnston, που πέθανε χθες, γράψανε όλα τα ελληνικά σάιτ.
Έτσι γίνεται. Άμα κλάνει ένα κουνούπι στην Αμερική γίνεται παγκόσμιο ζήτημα, άμα κλάνει ελέφαντας στην Ελλάδα δεν το παίρνει κανένας χαμπάρι.

12/9/2019
Βάζω το απόσπασμα για να δείτε τι γνώμη έχουν για το ροκ οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τις… ροκ συνειδήσεις στην Ελλάδα. Και μετά καθόμαστε κι ασχολούμαστε, για το αν ήταν ή δεν ήταν μεγάλος καλλιτέχνης ο φουκαράς ο Daniel Johnston…
«Και οι περισσότεροι στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται για το ροκ γιατί δεν τους το επιτρέπει η καθημερινότητά τους. Δέχονται τα εύκολα επειδή αυτό το πράγμα [το καθαρό ροκ] είναι underground, δεν μπορεί να το βρει ο άλλος εύκολα. Δεν μπορώ να θεωρήσω με τίποτα ότι είναι ροκ ο Πορτοκάλογλου ή ο Τσακνής ή ο Μαχαιρίτσας – αυτό είναι όμως το mainstream. Αυτό θεωρείται ροκ στην Ελλάδα, αυτό παρουσιάζεται απλόχερα όσο γίνεται, κι έτσι το ακούει ο κόσμος ο περισσότερος, νομίζει ότι αυτό είναι ροκ, και δε θα μάθει ποτέ ότι υπάρχουνε οι τάδε και οι τάδε».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ 
(από το βιβλίο Noise Full of Love: Το αγγλόφωνο ελληνικό ροκ στη δεκαετία του ’80)
Να βγούνε λοιπόν οι… ανύπαρκτοι Jefferson Handkerchief και να κατηγορήσουν τους Jefferson Airplane, πώς ήταν εκείνοι underground (οι Handkerchief), επειδή ο κόσμος δεν… μπορούσε να τους βρει εύκολα, ενώ τους Jeffersons (που είχαν τραγούδι τους στο νούμερο 5 του Billboard και το χόρευε όλος ο κόσμος το 1967, έχοντας βγάλει κι ένα από τα πιο σκληροπυρηνικά πολιτικά ροκ άλμπουμ όλων των εποχών, το “Volunteers”, φθάνοντας μέχρι το 13 του Billboard) να τους πούμε… Αμερικάνους Φατμέ και Μαχαιρίτσες, φτύνοντάς τους.
Το παράδειγμα, προκειμένου να αντιληφθείτε τις χοντράδες που λένε κάποιοι. Κάποιοι που νομίζουν ότι οι Φατμέ του «Πάλκου» και ο Μαχαιρίτσας των PLJ ή και του «Ούγκο Βολφ» δεν ήταν ροκ και πως ροκ ήταν μόνον οι... Μπάαντερ-Μάινχοφ (ναι, υπήρχε και τέτοιο συγκρότημα κάποτε στην Ελλάδα!).
Με τέτοιες ασυναρτησίες διαμορφώθηκε το μουσικό κοινό στη χώρα και δεν μπορεί να ξεχωρίσει, ακόμη, την ήρα από το στάρι.

ΜΟΥ ENG, WAYNE WALLACE μια έξοχη τραγουδίστρια κι ένας τρομπονίστας κλάσης σ’ ένα άλμπουμ που μετράει

Η Moy Eng είναι μια κινεζοαμερικάνα τραγουδίστρια, γεννημένη στο New Jersey, με όχι ιδιαιτέρως μεγάλη δισκογραφία (δυστυχώς). Το τονίζω αυτό, επειδή η Eng έχει καταπληκτική mezzo φωνή, άφθαστα «γεμάτη», εκφραστική στον απόλυτο βαθμό – μια φωνή, την οποίαν μπορείς να την ακούς «έτσι», επί ώρες, δίχως να σε κουράζει, δημιουργώντας σου, απεναντίας, την καλύτερη δυνατή διάθεση, μια σπάνια πληρότητα. Αυτήν την φωνή την εκμεταλλεύεται, με την προσφορότερη έννοια, ένας πολύ σημαντικός μουσικός, για τον οποίον έχουμε γράψει και ξαναγράψει στο δισκορυχείον. Λέμε για τον συνθέτη και τρομπονίστα Wayne Wallace, ο οποίος κτίζει πάνω στην φωνή τής Eng ένα ολάκερο CD. Το άλμπουμ τιτλοφορείται The Blue Hour (2019), περιέχει δέκα tracks (βασικά σε μουσικές Wallace και στίχους Eng) και είναι τυπωμένο από την εταιρεία τού Wallace, την Patois Records.
Το άλμπουμ χοντρικώς θα το κατατάξεις κάτω από την ετικέτα “jazz”, αν και ο χαρακτηρισμός αυτός ίσως κρύβει κάτι από εκείνο που φθάνει στ’ αυτιά σου. Γιατί το τραγούδισμα τής Eng έχει κι άλλες ποιότητες, σοβαρής pop ας πούμε, musical, θεατρικές, great american songbook και τα συναφή. Μπορεί η jazz να έχει μεγάλη συνεισφορά εδώ, όμως στην πραγματικότητα είναι τα τραγούδια εκείνα που εμπεριέχουν και-την-jazz και όχι το ανάποδο.
Στόχος, δηλαδή, στο “The Blue Hour” είναι το τραγούδι, η έκφραση δια του λόγου, η ανάγκη να γραφτούν και να τραγουδηθούν ωραίοι στίχοι, που να αφορούν σε μιαν αφ’ υψηλού προσέγγιση της αγάπης (του έρωτα) και όσων εκείνη (η αγάπη) μπορεί να συμπαρασύρει.
Προς το σκοπό αυτόν βοηθούν φυσικά και οι ενορχηστρώσεις (μέτρησα είκοσι τρεις οργανοπαίκτες), οι οποίες στηρίζονται και στα έγχορδα (δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο – ένα κουαρτέτο εγχόρδων δηλαδή) και στο πνευστό section και ανά περίσταση σε κιθάρες, ντόμπρο, βιμπράφωνο, με το ρυθμικό τμήμα να κρατάει γερά και προς πάσα κατεύθυνση.
Δεν υπάρχουν κομμάτια, που να ξεχωρίζουν εδώ. Όλο το “The Blue Hour” είναι ξεχωριστό και ολάκερο ακούγεται, δίχως ειδικές επιλογές, δίχως «επιτυχίες».
Έξοχο άλμπουμ, που δεν διεκδικεί... πρωτοπορίες, με θαυμάσιο feeling και groove, που δείχνει τι μπορεί να κάνει μια σπουδαία φωνή κι ένας το ίδιο άξιος συνθέτης και ενορχηστρωτής!

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

NANOΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1921-2019)

Από το facebook του ποιητή, δημοσιογράφου και εκδότη Ντίνου Σιώτη πληροφορηθήκαμε τον θάνατο του ποιητή, πεζογράφου και δοκιμιογράφου Νάνου Βαλαωρίτη.
Με αφορμή το γεγονός αντιγράφω μια μικρή παράγραφο από ένα από τα πιο απολαυστικά βιβλία του, που διαπερνά με τρελή οξυδέρκεια την πορεία της λογοτεχνίας και της ποίησής μας στον 20ο αιώνα:
«Όποιος δεν είναι Αθηναίος –έστω κι αν είναι Νεογιορκέζος– δε μπορεί ν’ απολαύσει τ’ αμίμητα λογοπαίγνια και τα υπονοούμενα του χιούμορ του Νικόλα Κάλας (σ.σ. ή Νικήτας Ράντος). Αλλεπάλληλες ριπές πολυβόλου είναι τα ποιήματα αυτά, που αφήνουν τον αναγνώστη διάτρητο. Αν γράφτηκε ποτέ ένα ποίημα για την Αθήνα, ανάλογο με την Έρημη Χώρα του Έλιοτ (για το Λονδίνο), είναι ασφαλώς η σειρά Οδός Νικήτα Ράντου. Και τελειώνω τον Ράντο με το αξέχαστο εκείνο “O μπακλαβάς είναι γλυκύτερος από τον θάνατο”, όπου σατιρίζει τον Σεφέρη, που τον ονομάζει: “Ο Κανατάς που ανεκάλυψε την ποιητική αξία του ζεστού νερού...”».
[Για Μια Θεωρία της Γραφής, Εξάντας 1990]
Για τον Νάνο Βαλαωρίτη ή σε σχέση με αυτόν μπορείτε να δείτε και τα εξής κείμενα:  
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ για τη… χαμένη τιμή των ποιητών
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ: Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
CONRAD ROOKS – ZINA RACHEVSKY στην Αθήνα των sixties
https://diskoryxeion.blogspot.com/2014/05/conrad-rooks-zina-rachevsky-sixties.html 

Διάβασα μια συνέντευξη του Νάνου Βαλαωρίτη στην Athens Voice. Η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί την 19/7/2017, είχε δοθεί σε κάποια Μαρίλη Σταυρούλη και τώρα επανέρχεται λόγω του θανάτου του Βαλαωρίτη. Η Σταυρούλη, που τότε έκανε κάποιο διδακτορικό για την Πάντειο, είχε πιάσει κάτι ξώφαλτσα περί underground και ρωτάει γι’ αυτό δυο φορές τον Βαλαωρίτη. Η πρώτη:
«Την ίδια εποχή με άξονα το «Πάλι» δημιουργείται η ελληνική underground σκηνή, που επιθυμούσε την υπέρβαση των αισθητικών, πνευματικών και πολιτικών οριοθετήσεων».
O Βαλαωρίτης δεν σχολιάζει τίποτα περί underground, οπότε η υποψήφια διδακτόρισσα, που είχε κολλήσει με τη λέξη, την επαναφέρει:
«Τελικά εμπλακήκατε με το underground.
Και η απάντηση:
«Εγώ δεν αναγνωρίζω ότι υπάρχει το underground. To ελληνικό underground είναι ένας μύθος. Τη νέα λογοτεχνία των beat εμείς τη φέραμε, όχι αυτοί. Ήταν κάτι παρεούλες με τον Σίμο και κάτι ψευδοϋπαρξιακούς. Μεταξύ άλλων και ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο οποίος έκανε πολεμική και έγραφε κακίες για τους πάντες και τα πάντα. Κακολογούσε και έβριζε συνέχεια. Αυτό δεν είναι underground, είναι ένα μίζερο πράγμα, που δεν είχε καμία ουσιαστική επιρροή στα κατοπινά πράγματα. Εμείς παρουσιάζαμε καινούρια πράγματα και δημιουργικές αναλύσεις».
Το ότι το ελληνικό ή αθηναϊκό underground είναι ένας μύθος το πιστεύω κι εγώ, και το έχω γράψει κι έχω γίνει κακός – αν και ο Βαλαωρίτης άλλο εννοεί εδώ.
Βασικά αντιπαρέρχεται όσους συνασπίστηκαν γύρω από τον Σίμο και τον Χρηστάκη, και σίγουρα τον Πουλικάκο, που εξώκειλε στην πορεία προς το ροκ, τον Κουτρουμπούση, που εξώκειλε στην πορεία προς τα κόμιξ και την ποπ κουλτούρα, όπως και τους hippies της εποχής (Τάσος Φαληρέας κ.ά.).
Υπάρχουν δηλαδή δύο ομάδες που αντιμάχονται για το ποια ήταν η «underground», καθώς ο Βαλαωρίτης θεωρούσε το υπερεκτιμημένο, για μένα, περιοδικό Πάλι, ως underground έντυπο (το λέει ο ίδιος στη συνέντευξη στην A.V.), που μάλιστα το έκλεισε και η δικτατορία.
Η δική μου γνώμη είναι πως το Πάλι δεν είχε ουδεμία σχέση με το underground, ενώ και αυτό με τη δικτατορία, που διαχέεται εντέχνως από σχετικούς και άσχετους (για ευνόητους λόγους), δεν στέκει. Το έχει διαψεύσει δε, πολύ ωραία, σε ανύποπτο χρόνο και ο Λεωνίδας Χρηστάκης στον βιβλίο του Η Δυστυχία του Να Είσαι Μαλάκας [Κάκτος, 1984] γράφοντας (τα κεφαλαία δικά μου): 
«Ο Βαλαωρίτης στο ραδιόφωνο μάς είπε ότι το ‘Πάλι’ το σταμάτησε η δικτατορία, που ήρθε τον Απρίλη του 1967. Πρόκειται για ΑΙΣΧΡΟ ΨΕΜΑ, διότι το κατεστημένο της δεξιάς θεωρούσε τόσο ΑΝΩΔΥΝΟ αυτό το περιοδικό και τόσο ΑΚΙΝΔΥΝΟΥΣ τους συνεργάτες του, που η προεδρία της Κυβέρνησης με απόφαση τού τότε διευθυντού των οικονομικών υπηρεσιών κυρίου Αγγελάκα, ΕΝΙΣΧΥΣΕ την έκδοση αγοράζοντας 600 τεύχη από κάθε τεύχος». 
Αυτά τα ωραία...

DANIEL JOHNSTON ένας σφόδρα υπερεκτιμημένος και αφελής τραγουδοποιός, που τον έκαναν «μεγάλο» οι hipsters

Βλέπω πολλούς να ποστάρουν τραγούδια του Daniel Johnston, που πέθανε προχθές, στα 58 του, και εντυπωσιάζομαι. Τόσο γνωστός ήταν και στην Ελλάδα, και τόσο πολύ τον εκτιμάει ο κόσμος; Έλα Παναγία μου! Μετά απ’ αυτό, όλα πλέον μπορείς να τα περιμένεις...
Ο Johnston ήταν κάποιος Αμερικάνος που νόμιζε πως ήταν τραγουδοποιός, ένας παρανοημένος τύπος (δεν υπέγραψε στην Elektra, λέει, επειδή εκεί είχαν υπογράψει οι... σατανιστές Metallica!!), που είχε την πετριά της μουσικής, και γι’ αυτό έγραφε κάτι ο θεός-να-τα-κάνει-τραγουδάκια, πρωτόλεια, γεμάτα φάλτσα, τελείως βαρετά και κουραστικά, σαν αυτά που μπορεί να γράψει ο καθένας από εμάς, με μια ξεκούρδιστη κιθάρα ή ένα πιάνο, τραγουδώντας... περνάει-περνάει η μέλισσα, αλλά δεν το κάνει (ο καθένας από εμάς) ούτε φυσικά το προβάλλει, γιατί έχει μιαν αίσθηση της πραγματικότητας και σκέφτεται το τι θα πει ο κόσμος. Σκέφτεται ότι θα τον πάρουν οι άλλοι στο ψιλό. Και πολύ σωστά.
Ο Johnston, όμως, δεν το είχε αυτό το πρόβλημα. Αδιαφορούσε για την εντύπωση που θα προκαλούσαν στους άλλους τα ορνιθοσκαλίσματά του – ασχέτως αν στην απέραντη κασετογραφία-δισκογραφία του μπορεί να βρεις και 3-4 κομματάκια, ικανά να κοροϊδέψουν κάποιους, ώστε να τον πάρουν στα σοβαρά. 
Το "καλύτερο" άλμπουμ του Daniel Johnston, στην Shimmy Disc το 1990
Τον Johnston τον έκανε φίρμα ο Cobain, όταν βγήκε κάποτε να τραγουδήσει φορώντας ένα μπλουζάκι, που είχε σαν στάμπα κάτι σκίτσα από μια κασέτα του, όμως εγώ δεν τον έμαθα τον Johnston από τον Cobain, αλλά από τη συλλογή “Songs in the Key of Z”, το 2000, όταν ανθολογήθηκε εκεί μαζί με διάφορα άλλα «φρούτα» (The Shaggs, Lucia Pamela, Jandek, Peter Grudzien κ.λπ.). Στην ίδια συλλογή υπήρχαν κι ένα-δυο σοβαρά ονόματα, που μέσα στην παρανοϊκότητά τους είχαν να παρουσιάσουν και έργο (γιατί ήταν αληθινοί δημιουργοί), όπως ο Captain Beefheart, αλλά τα περισσότερα tracks από ’κείνο το άλμπουμ ήταν της πλάκας, γραμμένα από δήθεν-καλλιτέχνες, που έπαιρναν στα σοβαρά τον εαυτό τους (και αυτό είναι παρανόηση).
Φυσικά, και για τον Johnston βρέθηκε ακροατήριο –κάποιοι, μάλιστα, πιο… παρανοημένοι από εκείνον προφανώς, έφθασε να τον συγκρίνουν ακόμη και με τον Syd Barrett!!–, αφού τα τραγούδια του απασχόλησαν τους Yo La Tengo, τους Pearl Jam και τους Sonic Youth, τα κατορθώματά του έγιναν μουσικό ντοκιμαντέρ (αυτή η μάστιγα των μουσικών ντοκιμαντέρ!) κ.λπ., κ.λπ. Οποία κατάπτωση!
Ο Johnston υπήρξε η κλασική περίπτωση του cult, με τα τραγούδια του να έχουν την αισθητική αξία που έχουν και οι φαιδρές ταινίες του Ed Wood. Αυτή είναι η σωστή αντιστοίχιση.
Α, και κάτι ακόμη. Υπάρχουν και στην Ελλάδα τέτοιοι... ντανταϊστές καλλιτέχνες, που κάνουν τραγούδια την... χαμένη αθωότητά μας. Και γι’ αυτούς (τους Έλληνες) έχουν βρεθεί κάποιοι που παίρνουν τα τραγούδια τους στα σοβαρά, αποκαλώντας τους μάλιστα και... underground προσωπικότητες.
Τραγούδι του Αμερικάνου δεν μου πάει να βάλω, αλλά αν θέλετε ακούστε Κουκουτάρα, τον Έλληνα Daniel Johnston, που δεν έχει γίνει ακόμη... μουσικό ντοκιμαντέρ. Περαιτέρω, δεν βρίσκω ετικέτα και για να τον κατατάξω...