Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

GOLDEN NUGGET ένα πολύ καλό «σκληρό» ελληνικό γκρουπ

Έχουν κάμποσα χρόνια στη σκηνή οι Golden Nugget, αλλά μόλις τώρα φθάνει η ώρα για να κυκλοφορήσουν το πρώτο LP τους. Καλλιά αργά… όπως λένε. Το άλμπουμ έχει ως τίτλο το όνομά τους και είναι τυπωμένο σε 250 κόπιες από την Ikaros Records.
Οι Golden Nugget είναι ένα κλασικό, σκληρό, blues-rock σχήμα. Το «σκληρό» ισχύει φυσικά, το “blues” λιγότερο, αλλά είναι η βάση, ενώ το “rock” συμβαίνει και παρασυμβαίνει, καθότι οι Golden Nugget ροκάρουν με όρεξη, προτείνοντας οκτώ δικά τους κομμάτια, που είναι το ένα καλύτερο από το άλλο.
Για το ποιες ακριβώς είναι οι βάσεις αυτού του ήχου είναι προφανές. Είναι το rock των Cream και των Taste (το rock του Rory Gallagher δηλαδή), των Free και των Humble Pie και όλων των άλλων αναλόγων βρετανικών, αλλά και αμερικανικών συνόλων, από τα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70 – εκείνων που ανακάτεψαν το ηλεκτρικό blues του Σικάγου, με τις ροκ φόρμες της εποχής, σφραγίζοντας δίσκους και τραγούδια. Και αυτό το ρεπερτόριο, αυτή την ιστορία οι Golden Nugget τη γνωρίζουν πολύ καλά, την έχουν «σπουδάσει» και την παρουσιάζουν, όπως ακριβώς της πρέπει, σ’ αυτό το παρθενικό LP τους.
Το Golden Nugget (2018) περιλαμβάνει οκτώ τραγούδια, τα οποία είναι συνθέσεις των μελών του συγκροτήματος (Γιώργος Λαγογιάννης φωνή, πλήκτρα, Γιάννης Γκιουλέας κιθάρες, Θανάσης Γκιουλέας μπάσο, Δημήτρης Αζοράκος ντραμς). Εφτά είναι γραμμένα από τον κιθαρίστα Γιάννη Γκιουλέα, ενώ ένα είναι γραμμένο, από κοινού, από τους Γιάννη και Θανάση Γκιουλέα. Και τα οκτώ tracks (τέσσερα ανά πλευρά) υπακούουν σε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά.
Κατ’ αρχάς έχουμε να κάνουμε με πολύ δεμένα τραγούδια – κάτι που οφείλεται, προφανώς, και στην ηχογράφηση-παραγωγή, στο τεχνικό team (τη μηχανικό ήχου Ρομίνα Μούτου, τον Μιχάλη Σκαράκη που επιμελήθηκε τη μίξη και τον Νάσο Νομικό, που έκανε το μάστερ). Το τονίζω, επειδή ο ήχος στο “Golden Nugget” είναι σχεδόν το παν. Βεβαίως και τα τραγούδια είναι πολύ καλά, αλλά χωρίς τη «σωστή» αποτύπωσή τους θα ήταν «μισά». Βαρύς, βαθύς ήχος, στις σωστές στάθμες και με άψογη διαχείριση όλων των επιμέρους παραμέτρων. Και νάτο το αποτέλεσμα!
Έπειτα είναι τα παιξίματα, που και αυτά είναι απολύτως εξαιρετικά, με πλήρη αίσθηση του μέτρου. Υπάρχει μιαν ισορροπία δηλαδή εδώ, μέσω της οποίας… εκτοπίζονται όλες οι υπερβολές, όλα τα παρατεταμένα σόλι, όλα τα προσωπικά δοσίματα – και τούτο, δίχως να απουσιάζει από τα κομμάτια των Golden Nugget το παραμικρό. Η δουλειά είναι ομαδική και απολύτως ζυγισμένη, με τις φωνές, τις κιθάρες και το rhythm section να στέκονται πάντα στο… βάρος και στο ύψος τους.
Να ξεχωρίσεις τραγούδια από εδώ είναι δώρον-άδωρον. Το άλμπουμ έχει μόνο κομματάρες, αλλά παρ’ όλα αυτά εγώ θα προτείνω το “Got the thrill” από την πρώτη πλευρά και το “Railroad high” από τη δεύτερη και θα πω, κλείνοντας, πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αποδοτικό στη μουσική από το να κάνεις, πρώτα-πρώτα, το κέφι σου, πέραν από μόδες και «πρέπει». Να παίζεις και να προτείνεις αυτό που σου αρέσει, αδιαφορώντας για το αν είσαι μπροστά, μέσα ή εκτός της εποχής σου.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

ΤΑΣΟΣ ΓΚΡΟΥΣ ό,τι αγαπάς, υπάρχει

O Τάσος Γκρους είναι ένας καταξιωμένος συνθέτης του «έντεχνου». Δικά του είναι μερικά πολύ ωραία τραγούδια αυτά τα τελευταία 30+ χρόνια, τραγούδια που έχουν γίνει (και) επιτυχίες, φθάνοντας στα χείλια όλων μας. Δεν θυμάμαι αν είχα γράψει παλαιά στο Jazz & Τζαζ για δίσκους τραγούδια του Τάσου Γκρους – έχω όμως γράψει εδώ στο δισκορυχείον για ένα προηγούμενο CD του, το «Γενιές Σημαδεμένες» (2011) σε ποίηση Μπρεχτ.
Το πιο πρόσφατο CD-βιβλίο του Τάσου Γκρους είναι το «Ό,τι αγαπάς, υπάρχει» (2019), που τυπώθηκε πριν λίγο καιρό από τον Μετρονόμο και το οποίον περιλαμβάνει 17 τραγούδια του συνθέτη, πέντε εκ των οποίων είναι ηχογραφημένα το 1997 με την Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής της ΕΡΤ (υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Πυλαρινού), ενώ τα υπόλοιπα δώδεκα είναι γραμμένα τα πιο πρόσφατα χρόνια. Οι στίχοι των τραγουδιών ανήκουν στους Γκίντερ Γκρας, Alice Tori, Θοδωρή Γκόνη, Πάμπλο Νερούδα, Ιωάννη Βηλαρά, Βαγγέλη Κάσσο (2), Ηλία Γκρη, Θανάση Βενέτη, Ηλία Κατσούλη (2), Βαγγέλη Βελώνια, Πωλ Ελυάρ, Γιώργο Μπασδέκη (2), Ηλία Τσέχο και Ιωάννη Πανουτσόπουλο, ενώ αποδίδονται από τους Αργυρώ Καπαρού (6), Γιώργο Μεράντζα, Καλλιόπη Βέττα, Αλέξανδρο Καψοκαβάδη, Μάρθα Φριντζήλα, Γιώργο Νταλάρα, Παντελή Θαλασσινό, Γιάννη Παλαμίδα (2), Τάσο Γκρους, Φωτεινή Βελεσιώτου και Βαγγέλη Βελώνια.
Το «Ό,τι αγαπάς, υπάρχει» σαν άλμπουμ διατρέχεται από μιαν ιδιαιτερότητα. Είναι αφιερωμένο στον γιο τού Τάσου Γκρους Γιώργο Γκρους, που έφυγε γρήγορα από τη ζωή, στα 45 χρόνια του, τον Δεκέμβριο του 2017. Ο Γιώργος Γκρους ήταν και αυτός μουσικός και περαιτέρω ένας άνθρωπος με έντονη κοινωνική δράση και συνείδηση, όπως μαθαίνω. (Μπορείτε κι εσείς να ψάξετε στο δίκτυο και να βρείτε στοιχεία για την πολιτεία του).
Έτσι, λοιπόν, στον πατέρα Γκρους πέφτει το δυσβάσταχτο φορτίο μιας καθημερινής ζωής χωρίς το παιδί του και περαιτέρω το καθήκον να φέρει εις πέρας τη συγκεκριμένη μνημόσυνη έκδοση, τη γεμάτη με τραγούδια που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, περιστρέφονται γύρω από τούτη την ανυπέρβλητη (για έναν γονέα) απώλεια.
Προσωπικώς σ’ ένα τέτοιο άλμπουμ δεν μπορώ να κάνω απολύτως καμμία κριτική – καθώς όλα αυτά που διαβάζω στο συνοδευτικό βιβλιαράκι, και ακούω από τους τραγουδιστές, με ξεπερνούν.
Ένα μόνο θα πω. Αξίζει τον κόπο να ενδιαφερθείτε γι’ αυτήν την έκδοση.
Επαφή: www.metronomos.gr

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ η δουλειά του σε εξώφυλλα δίσκων

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης, που έφυγε σήμερα από τη ζωή, είχε φιλοτεχνήσει, ανάμεσα σε άλλα, και μερικά εξώφυλλα δίσκων. Δεν είναι πολλά, αλλά είναι χαρακτηριστικά, και αυτά, της εικαστικής και φωτογραφικής δουλειάς του.
Ίσως υπάρχει ένα ακόμη εξώφυλλο (τουλάχιστον ένα), κάποιου δίσκου τού ιεροψάλτη Μανώλη Χατζημάρκου, από τα μέσα του ’70, αλλά δεν έχω μπορέσει να το εντοπίσω...
 
ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ: Χρώματα [EMI / Columbia 14C 062-70144, 1974]
Φωτογραφία του Πάνου Κουτρουμπούση για το εξώφυλλο της επανέκδοσης του άλμπουμ του Σταύρου Ξαρχάκου «Χρώματα», που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1968.
 
ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ: Αναφορά στον Καζαντζάκη [MINOS MSM 281, 1976]
Σκίτσο του Πάνου Κουτρουμπούση
 
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ Παρουσιάζει: Τον «Εξαδάχτυλο» και διάφορους άλλους εκλεκτούς κυρίους, σε νέες περιπέτειες, ήτοι: Μεταφοραί-Εκδρομαί «Ο Μήτσος» [ΕΜΙ 2J 062 70262, 1976] 
Φωτογραφία: Πάνος Κουτρουμπούσης
 
BILL HALEY: The King of Rock and Roll [Embassy EMB 31315]
Το ελληνικό εξώφυλλο, με σκίτσο του Πάνου Κουτρουμπούση, που τυπώθηκε για λογαριασμό της CBS γύρω στο 1976
 
ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ / ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΖΗΣ: Ζωντανή Ηχογράφηση στου «Βρανά» την Άνοιξη του 1961 [Αφοί Φαληρέα AF 12, 1982]
Φωτογραφίες: Πάνος Κουτρουμπούσης
 
ΖΩΡΖ ΠΙΛΑΛΙ!: Θεοκωμωδία [Οι Αριστοκράτες CDA 001, 1994]
Επεξεργασία από τον ίδιο τον Πάνο Κουτρουμπούση τού έργου του HO 3317¨ to Terra (1969)
 
THE LAST DRIVE: Subliminal [BMG Ariola / RCA 74321 - 244961, 1994]
Φωτογραφία: Πάνος Κουτρουμπούσης

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ 1937-2019

Έφυγε από τη ζωή ο συγγραφέας, ποιητής, εικαστικός και μεταφραστής Πάνος Κουτρουμπούσης – ένας από τους ελαχιστότατους Έλληνες που δούλεψαν για αληθινά underground έντυπα. Ο Κουτρουμπούσης είχε κάνει το εξώφυλλο, για παράδειγμα, στη θρυλική λονδρέζικη εφημερίδα του underground it (Νο.42, October 18-31, 1968).
H Theda Bara στο εξώφυλλο, η τούρτα γενεθλίων για τα δύο χρόνια του it και άλλα τινά...
Στον Πάνο Κουτρουμπούση έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές στο δισκορυχείον, ενώ υπάρχουν και τρεις ξεχωριστές αναρτήσεις αφιερωμένες σ’ εκείνον, τις οποίες και υπενθυμίζω:
ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ τι έγιναν οι ήρωες;
ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ προ του καπνοπωλείου
ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ τρία σχέδια

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

REAGI TUJ ένα δυνατό αθηναϊκό ροκ γκρουπ

Δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα στοιχεία γι’ αυτό το αθηναϊκό γκρουπ, τους Reagi Tuj, για το οποίο δεν γνωρίζουμε ούτε το παρελθόν του, ούτε τα μέλη που το αποτελούν, ούτε κάτι άλλο… βιογραφικό. Δεν υπάρχει τίποτα σχετικό ούτε και στο bandcamp τους θέλω να πω. Σ’ αυτή την περίπτωση σεβόμαστε τη συγκεκριμένη διάθεση του γκρουπ, δεν το ψάχνουμε περαιτέρω, και προχωράμε κατ’ ευθείαν στο προκείμενο, που είναι η ηχογράφηση αυτού του άλμπουμ, του Passerby Shadowy [Private Pressing / Recordisc, 2019].
Ηχητικώς οι Reagi Tuj κινούνται σε σκληρές, punk, φόρμες, με ήχο κοντά σ’ εκείνον των Wipers ας πούμε. Τραγουδούν στην αγγλική βεβαίως, θέματα σκληρά επίσης, που αφορούν σχέσεις βασικά, αλλά το κάνουν με το δικό τους τρόπο (από τον οποίο δεν απολείπει και κάποια ευαισθησία). Αυτό το «πακέτο», τώρα, το υποστηρίζουν πολύ καλά και με τις μουσικές, και με το τραγούδι, και με τις ενοργανώσεις τους, που στηρίζονται φυσικά στις κιθάρες.
Το αποτέλεσμα είναι δέκα τραγούδια, τετράλεπτα τα πιο πολλά, που ρέουν σε γρήγορα tempi, και που σε κερδίζουν με τη δύναμη και με την πληρότητα που εμφανίζουν (υπάρχουν κομμάτια εδώ που μου θυμίζουν ακόμη και british underground, από Pink Fairies μέχρι Dumpys Rusty Nuts).
Τώρα, τέτοιους ήχους, οι περισσότεροι και κυρίως οι νεότεροι, μπορεί να τους αποκαλούν και stoner –ένας ξεχειλωμένος πλέον όρος, που περιλαμβάνει όλο το «σκληρό» τραγούδι, φθάνοντας μέχρι τα όρια τού «μετάλλου»– όμως εγώ θα τον αποφύγω.
Κομμάτια σαν τα “Dont get lost” και “My shadow” (εκεί προς τη μέση του CD) δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα εξαιρετικό γκρουπ, που έχει τραγουδάρες να προτείνει (τα περισσότερα tracks στέκονται πολύ ψηλά) και που δεν πρέπει, σε καμμία περίπτωση, να περάσει απαρατήρητο.

VASIL HADŽIMANOV BAND fusion από το Βελιγράδι

Όπως έχουμε ξαναγράψει η μπάντα τού σέρβου πιανίστα-κιμπορντίστα Vasil Hadžimanov υφίσταται από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Για πολύ καιρό η μπάντα αυτή, που χοντρικά κινείται στο χώρο του fusion, ήταν γνωστή μόνο στη Σερβία, αλλά τα τελευταία χρόνια οι διεθνείς κυκλοφορίες της για τη νεοϋορκέζικη MoonJune (υπενθυμίζω το προηγούμενο CD τής Vasil Hadžimanov Band, το “Alive”, από το 2016) την έχουν κάνει γνωστή και σ’ ένα πιο ευρύ κοινό, που την ψάχνει με το σύγχρονο progressive-fusion (και) από τις «άλλες» χώρες.
Και όχι αδίκως. Γιατί η Vasil Hadžimanov Band είναι πολύ καλή, αποτελούμενη από άσσους οργανοπαίκτες (Vasil Hadžimanov πιάνο, πλήκτρα, Branko Trijić κιθάρες, Miroslav Tovirac μπάσο, Peđa Milutinović ντραμς, samples, Bojan Ivković κρουστά, φωνή), που σε συνδυασμό με τις guest προσθήκες (Marta Hadžimanov φωνητικά, Rastko Obradović σαξόφωνα, Dean Bowman φωνή), φέρνει το progressive-fusion ξανά στο κέντρο της προσοχής. Μπορεί να μην είναι η μόνη μπάντα που το πράττει, όμως (και αυτή) έχει το μερίδιό της, σ’ αυτή την αναθέρμανση.
Το Lines in sand [MoonJune, 2018] που ανοίγει το CD διαθέτει τα φωνητικά του Ivković, που του δίνουν ένα ethnic χρώμα – αν και γενικότερα το συγκεκριμένο track έχει μιαν «άπλα» στη μελωδία του, οπωσδήποτε ενταγμένη μέσα στο πνεύμα του οριενταλισμού (με τις άπιαστες thick κιθάρες). Το “Mr. Moonjune” αγγίζει πιο funky και jazz-funky περιοχές, με το “San snova” να επιβάλλεται μέσω της πιανιστικής μελωδικής γραμμής του. Υπάρχει και progressive φυσικά εδώ (“Kaži”, “Kaži gradiška”), όπως υπάρχουν και πιο… νεωτερικά passages, με χρήση samples κ.λπ. (“Maklik”) ή ακόμη και σύγχρονο soulful singing, με τον σπουδαίο Dean Bowman (που τον είχαμε ακούσει και στο άλμπουμ τού Baby Trio, του Γιώργου Κοντραφούρη, “Urban Jazz” το 2012).
Πάντως, για μένα, το κομμάτι που κάνει τη μεγάλη διαφορά στο “Lines in Sand” είναι το τελευταίο του δίσκου, το 7λεπτο “Rege Hadži”, που, ναι, διαθέτει τον ρέγκε-αντιχρονισμό, αλλά διαθέτει και άλλα περιγραφικά ηχοχρώματα, κυρίως βγαλμένα από τα πλήκτρα του Hadžimanov, τα οποία και το απογειώνουν.
Έξοχη σύνθεση (του Hadžimanov φυσικά), που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο αυτό τον δυνατό δίσκο.
Επαφή: www.moonjune.com

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

JÁNOS LAMBIZI 1948-2019

Πριν λίγες μέρες, στις αρχές Μαρτίου, έφυγε από τη ζωή ο János Lambizi. Στα πρώτα χρόνια του ’70 o Lambizi είχε περάσει από τρία σημαντικά ελληνικά ροκ συγκροτήματα κι ένα ιταλικό – τον Εξαδάκτυλο, τα Μπουρμπούλια, τους Socrates Drank the Conium και τους Area του Demetrio Stratos
Πολλοί έλληνες κιθαρίστες της τζαζ και του ροκ, κυρίως μιας παλιότερης γενιάς, πίνουν ακόμη νερό στο όνομα του János Lambizi, καθώς η παρουσία του για μια δεκαπενταετία, χοντρικά, στην ελληνική σκηνή, στα κλαμπ, τα live και τη δισκογραφία, υπήρξε κάτι παραπάνω από αξιοπρόσεκτη.
Ο Lambizi, που είχε ιταλο-ουγγρική καταγωγή και ήταν γεννημένος στην Ουγγαρία το 1948, είχε έλθει στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, για να ανακατευθεί από πολύ νωρίς με τη μουσική και τα συγκροτήματα. Όπως είχε πει και ο ίδιος σε μία από τις ελάχιστες, αν όχι στη μοναδική συνέντευξη που έδωσε ποτέ σε ελληνικό έντυπο (ΜΟΥΣΙΚΗ, #4, Μάρτιος 1978):
«Ήρθα στην Ελλάδα το 1963. Οι γονείς μου δεν είχαν σχέση με τη μουσική. Ο πατέρας μου είναι Ιταλός και η μάνα μου Ουγγαρέζα. Ο πατέρας ήταν αντιπρόσωπος-έμπορος και είχε συναλλαγές με Έλληνες. Γι’ αυτό ήρθαμε στην Ελλάδα».
Η πρώτη μπάντα στην οποία συμμετείχε ο Lambizi ήταν οι Sharks, περί το 1965. Στο γκρουπ έπαιζαν κι άλλα γνωστά κατοπινά ονόματα, όπως ο τραγουδιστής Σπύρος Σερεμέτης και ο κιθαρίστας Δημήτρης Ταμπόσης (που είχε έρθει κι αυτός από την Ουγγαρία). Όπως γράφει και ο Νίκος Σάρρος στο βιβλίο του Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties / Ένα φωτογραφικό λεύκωμα [Μισκής, 2015], οι Sharks εμφανίζονταν στο κλαμπ Fuji Υama, στην οδό Χέυδεν (Πλατεία Βικτωρίας), με ρεπερτόριο Rolling Stones, Animals κ.λπ., παίρνοντας μέρος και στα κλασικά μουσικά πρωινά της εποχής, κυρίως στο RΕΧ.
Σε σύντομο χρόνο αρχίζουν οι γνωστές προστριβές, αυτές που μάστιζαν και μαστίζουν τα συγκροτήματα, με αποτέλεσμα ο Lambizi να εγκαταλείψει τους Sharks οδεύοντας προς τους Cinquetti. Αλλά και σ’ αυτούς δεν θα μείνει για πολύ καιρό. Ίσως είναι λογικό να υποθέσουμε πως ο ιταλο-ούγγρος κιθαρίστας θα πέρασε και από άλλα γκρουπ στην πορεία μέχρι το πέρας των sixties –πριν καταλήξει, προς τα τέλη του 1970, στον Εξαδάκτυλο–, αλλά τούτο δεν επιβεβαιώνεται με στοιχεία.

ΜΑΡΘΑ ΜΕΝΑΧΕΜ, ΜΑΡΙΝΟΣ ΚΑΡΒΕΛΑΣ τόπος άγραφος

Το τέταρτο άλμπουμ της συνθέτριας-τραγουδοποιού Μάρθας Μεναχέμ (μετά τα «Μικρή Ελεγεία» του 2007, «Αλληλουχία» του 2015 και «Επτά Μελωδικές Ιστορίες» του 2016) κυκλοφόρησε πέρυσι (2018) υπό τον τίτλο «Τόπος Άγραφος» [Εκδόσεις Παρισιάνου, 2018]. Περιέχει δε έντεκα tracks, δέκα τραγούδια (όλα σε στίχους Μαρίνου Καρβελά) κι ένα ορχηστρικό στο τέλος.
Το άλμπουμ ανήκει στο χώρο του λεγόμενου «έντεχνου τραγουδιού» – ένα χώρο, τον οποίον περιγράφει με απόλυτη επάρκεια. Τούτο σημαίνει, πρώτον, πως οι μελωδίες τής Μεναχέμ είναι άψογα επεξεργασμένες και εν τέλει εξαιρετικές (αν αναφερόμαστε σε τραγούδια, όπως το φερώνυμο του άλμπουμ ή και άλλα ακόμη). Δεύτερον, πως οι έμπλεοι λυρισμού στίχοι του Καρβελά καταγράφονται ως απολύτως ταιριαστοί με τη γενικότερη (ποιητική να την πούμε) ατμόσφαιρα του δίσκου. Τρίτον, πως οι ενορχηστρώσεις του Γιώργου Καγιαλίκου αποδεικνύονται ως οι πλέον ταιριαστές γι’ αυτό του τύπου το τραγούδι (σημειώνουμε, περαιτέρω, τις έξοχες γραμμές των πνευστών, όπου αυτές υπάρχουν). Τέταρτον, πως οι πέντε φωνές (Γιώργος Φλωράκης, Ιφιγένεια Κορολόγου, Μάρθα Μεναχέμ, Ανδρέας Σμυρνάκης, Σπυριδούλα Μπάκα) είναι επιλεγμένες με στόχο την αποδοτικότερη ερμηνεία του λόγου, ο οποίος δεν είναι και ο απλούστερος δυνατός.
Το μεγάλο βάρος, πρωτίστως, πέφτει στους ώμους της συνθέτριας. Να αποτυπώσει με τις μελωδίες τούς, ευμετάβλητης μετρικής (ελεύθερης ή μη), στίχους τού Καρβελά – πράγμα το οποίον και επιτυγχάνει, με το βάθος και την πληρότητα της μουσικής επεξεργασίας της. Έπειτα, ένα το ίδιο μεγάλο βάρος πέφτει στους ώμους των τραγουδιστών-τραγουδιστριών, που στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων αποδεικνύονται ιδανικοί. Ξεχωρίζω, από τους ερμηνευτές, τον Γιώργο Φλωράκη («Στου φεγγαριού το δρόμο», «Μικρό νυχτερινό») και την Ιφιγένεια Κορολόγου («Μετέωρο σώμα»), τους οποίους είχαμε ακούσει εσχάτως να διαπρέπουν και στο άλμπουμ «Μισοφέγγαρο Κυδώνι» [Μετρονόμος, 2018] των Γιώργου Καγιαλίκου-Δημήτρη Λέντζου.
Ο «Τόπος Άγραφος» είναι ένα άλμπουμ άλλης αντίληψης και άλλων ταχυτήτων, που δείχνει το προφανές. Πως το «έντεχνο τραγούδι» δεν είναι μια τελειωμένη υπόθεση, όταν αφήνεται στα χέρια έμπειρων, ευαίσθητων και εμπνευσμένων δημιουργών.
Επαφή: www.parisianou.gr