Πολλοί φίλοι του ελληνικού ροκ θα θυμούνται το LP-συλλογή “The Rock Propaganda Series” [Cactus Records], που συγκέντρωνε
συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης –γνωστά και λιγότερο γνωστά– εκεί στο ξεκίνημα
των 90s (1992). Στη
δεύτερη πλευρά εκείνου του δίσκου, το τελευταίο κομμάτι του track list ανήκε στο συγκρότημα The Fake. Το σχήμα αυτό σε πρώτο
χρόνο είχε κυκλοφορήσει μόνο δύο κασέτες (πέραν της παρουσίας του στη συλλογή),
ενώ τώρα έχουμε μπροστά μας ένα ολάκερο CD του, το “The Name of This Band Was The Fake” [Slavic Smile
Music, 2026], που έχει έντεκα tracks
και το οποίο έθεσε σε κίνηση ο τότε ντράμερ της μπάντας Chris Koutsouris (γνωστός από τις
παρουσίες του στους Lone Stars
του Αλέξανδρου Πέρρου, στους Free Soul,
στους T4Trouble του Θόδωρου Παπαντίνα
κ.λπ.).
Η σύνθεση του γκρουπ είναι κάπως αδιευκρίνιστη, υπό την έννοια πως σε κάθε τραγούδι η line-up αλλάζει, όμως σε όλα τα τραγούδια ντράμερ είναι ο Koutsouris (τραγουδάει κιόλας), μπασίστας είναι ο Χρήστος Κλάρος και κιμπορντίστρια-πιανίστρια-τραγουδίστρια είναι η Suzy Beza. Υπάρχει, λοιπόν, ένα βασικό τρίο και από ’κει και πέρα υπάρχουν προσθήκες σε ηλεκτρικές κιθάρες (Ασκληπιός Ζαμπέτας, Lakis Ragazas, Vasilis Kehagias), άλτο σαξόφωνο (Βασίλης Κυριακού), φλάουτο-τρομπέτα (Αχιλλέας Αναστασόπουλος), σύνθια (Emmanuel Trihakis) κ.λπ., που δίνουν στον ήχο των Fake μια πιο ολοκληρωμένη όψη.
Ο ήχος των Fake είναι ροκ, όπως είπαμε, και με σέβεντις προσαρμογές. Το συγκρότημα κινείται σε μια ευρεία γκάμα, παρουσιάζοντας επιρροές από το progressive jazz-rock (“We got to be human”), από το funk-rock (“Stranger”), από το pop-rock (“Don’t you know that”), από το country-rock (“Soul from deep down, lookin’ up”), το folk-rock (“Why?”) κ.λπ., φέρνοντας στη μνήμη μου στις καλύτερες στιγμές του [“I know (I will never dance like I used to)”] κάτι από Tonton Macoute και ύστερους Quicksilver Messenger Service.
Γενικά, σαν τραγούδια, όλα όσα καταγράφονται εδώ, δείχνουν συνθετικές ικανότητες (σίγουρα οι μουσικοί των Fake δεν είναι τυχαίοι), αλλά κάτι η στοιχειώδης παραγωγή, κάτι οι συγκεκριμένες φωνητικές δυνατότητες, κάτι η αισθητική ποικιλομορφία (και όχι ένα κάποιο καταστάλαγμα) αδυνατίζουν το τελικό αποτέλεσμα. Το τελευταίο τραγούδι, τώρα, μπορεί να έχει ελληνικό στίχο («Στην φύση»), αλλά δεν είναι από αυτά που κάνουν τη διαφορά.
Συμπερασματικά. Το “The Name of This Band Was The Fake” είναι ευπρόσδεκτο, οπωσδήποτε, δείχνοντας πως κάτω από διαφορετικές και, σίγουρα, πιο επαγγελματικές συνθήκες θα μπορούσε να προκύψει κάτι καλό για τους θεσσαλονικείς φίλους μας, εκεί στα early 90s.
Επαφή: https://chriskoutsouris.bandcamp.com/album/the-fake
Η σύνθεση του γκρουπ είναι κάπως αδιευκρίνιστη, υπό την έννοια πως σε κάθε τραγούδι η line-up αλλάζει, όμως σε όλα τα τραγούδια ντράμερ είναι ο Koutsouris (τραγουδάει κιόλας), μπασίστας είναι ο Χρήστος Κλάρος και κιμπορντίστρια-πιανίστρια-τραγουδίστρια είναι η Suzy Beza. Υπάρχει, λοιπόν, ένα βασικό τρίο και από ’κει και πέρα υπάρχουν προσθήκες σε ηλεκτρικές κιθάρες (Ασκληπιός Ζαμπέτας, Lakis Ragazas, Vasilis Kehagias), άλτο σαξόφωνο (Βασίλης Κυριακού), φλάουτο-τρομπέτα (Αχιλλέας Αναστασόπουλος), σύνθια (Emmanuel Trihakis) κ.λπ., που δίνουν στον ήχο των Fake μια πιο ολοκληρωμένη όψη.
Ο ήχος των Fake είναι ροκ, όπως είπαμε, και με σέβεντις προσαρμογές. Το συγκρότημα κινείται σε μια ευρεία γκάμα, παρουσιάζοντας επιρροές από το progressive jazz-rock (“We got to be human”), από το funk-rock (“Stranger”), από το pop-rock (“Don’t you know that”), από το country-rock (“Soul from deep down, lookin’ up”), το folk-rock (“Why?”) κ.λπ., φέρνοντας στη μνήμη μου στις καλύτερες στιγμές του [“I know (I will never dance like I used to)”] κάτι από Tonton Macoute και ύστερους Quicksilver Messenger Service.
Γενικά, σαν τραγούδια, όλα όσα καταγράφονται εδώ, δείχνουν συνθετικές ικανότητες (σίγουρα οι μουσικοί των Fake δεν είναι τυχαίοι), αλλά κάτι η στοιχειώδης παραγωγή, κάτι οι συγκεκριμένες φωνητικές δυνατότητες, κάτι η αισθητική ποικιλομορφία (και όχι ένα κάποιο καταστάλαγμα) αδυνατίζουν το τελικό αποτέλεσμα. Το τελευταίο τραγούδι, τώρα, μπορεί να έχει ελληνικό στίχο («Στην φύση»), αλλά δεν είναι από αυτά που κάνουν τη διαφορά.
Συμπερασματικά. Το “The Name of This Band Was The Fake” είναι ευπρόσδεκτο, οπωσδήποτε, δείχνοντας πως κάτω από διαφορετικές και, σίγουρα, πιο επαγγελματικές συνθήκες θα μπορούσε να προκύψει κάτι καλό για τους θεσσαλονικείς φίλους μας, εκεί στα early 90s.
Επαφή: https://chriskoutsouris.bandcamp.com/album/the-fake





















