Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022

KAMALA, BOOGIE BELGIQUE, TOEHIDER, NIX & THE NOTHINGS, MICHEL FERNANDEZ QUARTET καινούριες κυκλοφορίες «όλων» των ειδών (από psych-prog και garage-punk, μέχρι rock opera και spiritual / groovy jazz)

KAMALA: Limbo666 [Tonzonen Records, 2022]
Οι Kamala προέρχονται από την Λειψία της Γερμανίας, και το “Limbo666” ακολουθεί το “Your Sugar” [Tonzonen Records / HArt, 2019], για το οποίον είχαμε γράψει παλαιότερα στο blog
Ανατρέχοντας σ’ εκείνο το άλμπουμ θα λέγαμε πως, σήμερα, οι Kamala ηχούν διαφορετικά – καθώς οι επιρροές τους μετατοπίζονται από το german prog σε περισσότερο... psych περιβάλλοντα. Αν και το prog-psych είναι ίσως το πιότερο ταιριαστό, για την περίπτωσή τους, εντούτοις δεν χάνει σε νόημα και το dreamy rock ή και το dreamy pop ακόμη.
Οι Christian Kämper φωνή, Hannes Gröschner μπάσο, Theo Rolfs κιθάρες, Eric Glatzel κιθάρες, σύνθια και Henry Mitko ντραμς, οι Kamala δηλαδή, επιχειρούν, μέσω του “Limbo666” να εκσυγχρονίσουν σε κάθε περίπτωση τον ήχο τους –να μην ακούγεται δηλαδή τελείως seventies ή sixties– και αυτό, είναι αλήθεια, πως το καταφέρνουν.
Αποφεύγοντας, όσο γίνεται, τα βαρύγδουπα passages (ακόμη και για Nosferatu ή και Out of Focus είχαμε γράψει για το προηγούμενο άλμπουμ τους) και προσανατολίζοντας τις συνθέσεις τους σε πιο απλές και κατανοητές κατευθύνσεις, οι Kamala κατορθώνουν να προτείνουν ένα καλό long-play, με ενιαίο ήχο και ατμόσφαιρα.
Εντάξει, οι συνθέσεις τους δεν είναι κάτι το... εξωφρενικό, αλλά είναι απλές, καθαρές και ρέουσες – πράγμα που δείχνει πως το γερμανικό συγκρότημα, που δρα ομαδικώς στο γράψιμο, δεν είναι τυχαίο.
Πάντως ακόμη και στα πιο «βαριά» tracks του “Limbo666”, τα riffs παραμένουν οριοθετημένα (“Freudian autocorrect”), δίχως να αλλοιώνουν την κάπως «αφ’ υψηλού» προσέγγισή τους.
Πολύ καλό το άνοιγμα με το γρήγορο “Limbo”, και με τα σύνθια να χρωματίζουν έντονα «από κάτω», και απολύτως ευπρόσωπα όλα τα επόμενα κομμάτια τους (“Yuko & Memori”, “Blindspots” κ.λπ.), που έχουν τον τρόπο να συντηρούν, μέχρι και το τέλος, το ενδιαφέρον μας, για το “Limbo666”.
Επαφή: www.tonzonen.de
BOOGIE BELGIQUE: Machine [Boogie Belgique Records, 2022]
Boogie Belgique είναι το stage name του βέλγου παραγωγού και DJ Oswald Cromheecke, διαβάζουμε στο discogs. Κάτω απ’ αυτή την ονομασία φαίνονται πέντε άλμπουμ, που έχουν κυκλοφορήσει έως το 2016, ενώ ένα έκτο, το “Machine”, είναι αυτό που τώρα θα μας απασχολήσει.
Το άλμπουμ είναι «ντανσικό» και φέρνει στην μνήμη ήχους electro-jazz από τα μέσα-τέλη 90s και τα early 00s, τον ήχο της γερμανικής εταιρείας Compost, ας πούμε. Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από τότε και είναι λογικό, κάποια στιγμή, κι εκείνοι οι ήχοι να αναπροσαρμόζονται, στις μέρες μας, αποτελώντας, και αυτοί, μιαν ακόμη επιρροή στο σημερινό «τζαζικό» οπλοστάσιο.
Είναι η jazz, εδώ, μια βασική αναφορά; Οπωσδήποτε ναι, απλώς αυτή (η jazz) είναι κάπως κρυμμένη, πίσω από electro κουρτίνες, ποικίλων tempi – με τα downtempi, βεβαίως, να κυριαρχούν.
Περαιτέρω στο “Machine” υπάρχει και concept – κάτι, που προσθέτει, οπωσδήποτε, στην προσπάθεια των/του Boogie Belgique.
Το «θέμα» λοιπόν σχετίζεται, βασικά, με την δεκαετία του ’30, το είδος της jazz που ακουγόταν τότε και γενικότερα με την μακαριότητα του Μεσοπολέμου (μετά και το πέρας της «μεγάλης κρίσης»), λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα του Δευτέρου Παγκοσμίου. Μάλιστα, υπάρχει και κάποιος παραλληλισμός με τις μέρες μας, που επίσης βάλλονται (οι μέρες μας) από ποικίλες «καταιγίδες».
Έτσι αιτιολογούνται και τα «κρουνερίστικα» τραγούδια τύπου “Wonder”, έτσι αιτιολογούνται και οι αλλοπρόσαλλες καταναλωτικές επιλογές μας σήμερα, που δεν είναι άμοιρες ενός ευρύτερου κινδύνου (“Risk”).
Επιχειρεί να ευαισθητοποιήσει για διάφορα θέματα το “Machine”, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ότι το καταφέρνει εντελώς. Οπωσδήποτε, όμως, πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο άλμπουμ, που, ανεξαρτήτως των προθέσεων των/του Boogie Belgique, κατορθώνει να εντυπωσιάσει με κομμάτια σαν τα “Admiral” και “Machine”, εκεί προς το τέλος.
Επαφή: www.boogiebelgique.com
TOEHIDER: I Have a Little to No Memory of These Memories [Bird’s Robe Records, 2018-2021 / 2022]
Οι Toehider είναι Αυστραλοί, από την Μελβούρνη και πέρυσι είχαμε αναφερθεί στην επανέκδοση του άλμπουμ τους “To Hide Her”, από το 2011, γράφοντας για... στιβαρά κιθαριστικά passages, όπως και για επικό ρυθμικό τμήμα, με μνήμες από Yes, adult rock κ.λπ.
Τα χρόνια πέρασαν –όχι από πέρυσι, αλλά από το 2011– κι έτσι, σήμερα, οι Toehider είναι κατά βάση ο Micheal Mills, που χειρίζεται όλα τα όργανα μόνος του, λαμβάνοντας και ορισμένες βοήθειες από τον Nick Delaney.
Ένας άνθρωπος λοιπόν βρίσκεται πίσω από το άλμπουμ “I Have a Little to No Memory of These Memories”, που γράφτηκε ανάμεσα στα χρόνια 2018-2021 και που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;
Μα για μια σύγχρονη ροκ όπερα, με λιμπρέτο, ερμηνείες και μουσικές από τον Mills, ο οποίος εδώ επιχειρεί σε δύσβατα μονοπάτια, αλλά με καλά ή και αρκετά καλά αποτελέσματα.
Το “I Have a Little to No Memory of These Memories” διαρκεί 47:47, αποτελούμενο από ένα μόλις track (χωρίς να είναι τελικώς «τεράστιο» σε διάρκεια) και κινούμενο, θεματικώς, γύρω από την λειτουργία της μνήμης.
Πού βρίσκονται τώρα οι αναμνήσεις μας; Υπάρχει λόγος να θυμόμαστε λεπτομέρειες από το χθες; Υπάρχει λόγος να πιεζόμαστε να θυμηθούμε; Ή μήπως είναι καλύτερο να ξεχνάμε και να κοιτάμε το τώρα και το αύριο;
Τέλος πάντων αυτά όλα τα ερωτήματα δεν απαντώνται στην όπερα μονολεκτικώς, αλλά τη βοηθεία ενός σεναρίου, βάσει του οποίου ένας άνδρας, μια γυναίκα, ένα πουλί, ένας μέτριας νοημοσύνης εξωγήινος και δύο spaceships «χάνονται», αντιπαρατιθέμενοι και αντιπαρατιθέμενα στο διάστημα.
Το όλον πακέτο έχει ενδιαφέρον. Και σε σχέση με το λιμπρέτο, μα και σε σχέση με την μουσική, που είναι επίσης ωραία και δυναμική, με όλες τις αναμενόμενες... αυξομειώσεις, τα κρεσέντι, τις επιταχύνσεις, τα πιο λυρικά parts και με τα φωνητικά, που είναι άψογα τοποθετημένα, με πολλαπλές εγγραφές φυσικά, να δίνουν τον τόνο.
Μάλιστα, και όπως διαβάζουμε στο bandcamp, η όπερα κυκλοφορεί σε δύο versions, με διαφορετικό τέλος, αναλόγως αν την ακούς αυτήν από το CD ή το βινύλιο!
Επαφή: www.birdsrobe.com
NIX & THE NOTHINGS: Here Goes Nothing [Apollon Records, 2022]
Garage-punk από το Bergen της Νορβηγίας; Γιατί όχι; Πόσω μάλλον όταν είναι σκληροτράχηλο και οργίλο, όπως αυτό των Nix & The Nothings, που ντεμπουτάρουν τώρα με το “Here Goes Nothing” – ένα LP / CD, που περιέχει δέκα «δυναμίτες».
Ποιοι αποτελούν τους Nix & The Nothings; Σημειώστε ονόματα: Nicolai Hervik Olsen κιθάρα, φωνή, φυσαρμόνικα, Julia Flo Galaasen μπάσο, φωνή, Andri Szarvas κιθάρα, φωνή, Daniel Rognes φαρφίζα, πιάνο, κρουστά και Torgrim Nåmdal ντραμς, κρουστά, ενώ δίπλα σε όλους αυτούς, σε κάποια tracks, ακούγονται κι άλλοι μουσικοί (σε βιολί και σαξόφωνο).
Το Here Goes Nothing” είναι ένα σπιντάτο, ένα τσιτωμένο garage άλμπουμ, που φέρνει στη μνήμη μεγάλα γκρουπ του είδους, από τα 80s βασικά, όπως τους Gruesomes, για παράδειγμα, ασχέτως αν οι αναφορές σε σχήματα του απώτατου παρελθόντος σαν τους Trashmen ή και τους Sonics ακόμη δεν είναι ούτε μικρές, ούτε ασήμαντες.
Με λίγα μέσα λοιπόν, όπως το ίδιο το garage-punk το απαιτεί, με περισσή θρασύτητα, με φοβερό δέσιμο και τέλειο δόσιμο, από κάθε μέλος ξεχωριστά, οι Nix & The Nothings κατορθώνουν να κάνουν την έκπληξη, σ’ ένα μουσικό στυλ, που δεν έχει γνωρίσει την απαξίωση ποτέ και για κανένα λόγο – από τότε που εμφανίστηκε, εννοούμε, στην Αμερική, βασικά μετά την British Invasion.
Με κύριο κίμπορντ την φαρφίζα (και λίγο πιάνο), με τις διπλές κιθάρες να δίνουν και να παίρνουν και με το ρυθμικό τμήμα να είναι όσο ξερό και άγριο απαιτείται, βγάζοντας όλα εκείνα τα ακατέργαστα vibes που χρειάζονται, για να προχωρήσει η κατάσταση, το “Here Goes Nothing” είναι ένα άλμπουμ που μπορεί να σταθεί επαξίως σε τούτη την ατελείωτη σειρά, που ξεκίνησε 60 σχεδόν χρόνια πριν, οδεύοντας προς το αύριο, πάντα, με τα ίδια αγνά αισθήματα.
Επαφή: www.apollonrecords.no
MICHEL FERNANDEZ QUARTET: Global Warning [Atypeek Music, 2022]
Ένα «τυπικό» τζαζ άλμπουμ, με όλη την αξία και σημασία που μπορεί να περικλείει η λέξη «τυπικό»,  είναι το “Global Warning”, του κουαρτέτου του τενορίστα Michel Fernandez, που το συναποτελούν οι  Julien Chignier βαρύτονο, François Gallix κοντραμπάσο, Philippe “Pipon” Garcia, ντραμς και το συμπληρώνουν οι Benoît Thévenot πιάνο, πλήκτρα και τρεις ακόμη ντράμερ, οι Léa Fernandez, Nicolas Serret και Pierre Baudinat.
Στο CD καταγράφονται 10 tracks, εκ των οποίων οκτώ είναι συνθέσεις του Fernandez, μία είναι διασκευή μιας σύνθεσης του δανού τζαζ κιθαρίστα Pierre Dørge και μία αποτελεί ομαδικό αυτοσχεδιασμό.
Βασικό χαρακτηριστικό του “Global Warning” είναι το groovy στοιχείο –με spiritual και διεθνικούς υπαινιγμούς– με την μπάντα να παίζει πολύ καλά και σαν να είναι έτοιμη από καιρό. Και το λέμε τούτο, παρότι δεν γνωρίζουμε το παρελθόν των μουσικών, που συμμετέχουν στην εγγραφή.
Στα πιο «γεμάτα» κομμάτια το μυαλό περνάει και από την Liberation Music Orchestra, ενώ σε άλλα το hard-bop στοιχείο είναι πιο εμφανές, με την μπάντα να αντιμετωπίζει το blues με γνώση και με δύναμη – και με το τενόρο του Fernandez ν’ ακούγεται, ενίοτε, πλησίον της αισθητικής των Éthiopiques.
Σε γενικές γραμμές θα γράφαμε για ένα πολύ καλό, απολύτου λαϊκής κατεύθυνσης τζαζ άλμπουμ, που είναι φτιαγμένο από μουσικούς, που ξέρουν τι ζητούν (και ανεξαρτήτως των εμπειριών, που μπορεί να κουβαλά ο καθένας απ’ αυτούς).
Εντυπωσιακό το άνοιγμα με το “For Bobby Few” (αφιερωμένο στον μεγάλο πιανίστα της jazz, που έφυγε πέρυσι από την ζωή) και εξ ίσου συναρπαστικό το blues / free κλείσιμο με το “La déchirure”.
Επαφή: www.atypeekmusic.com

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

DUO ATANASOVSKI liberté toujours

Duo Atanasovski είναι ο πατέρας Vasko Atanasovski σοπράνο, άλτο σαξόφωνο, φλάουτο και ο γιος Ariel Vei Atansovski κιθάρες τσέλο. Πατέρας και γιος υπογράφουν τώρα (ως Duo Atanasovski) το άλμπουμ Liberté Toujours [MoonJune Records, 2022], που περιέχει επτά συνθέσεις του υιού Ariel και που, όλες μαζί, διαρκούν λίγο πάνω από σαράντα λεπτά.
Στο “Liberté Toujours” οι δύο Atanasovski δεν είναι μόνοι τους – καθώς υπάρχουν και κάποιες βοήθειες σε πιάνο (Marko Churnchetz), κοντραμπάσο (Jošt Drašler) και ντραμς (Marjan Stanić).
Το άλμπουμ αυτό εν τω μεταξύ δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις μονολεκτικώς. Δεν είναι κάτι «ένα» εμφανώς. Υπάρχει σίγουρα η jazz εδώ, αλλά υπάρχουν και τα ethnic μελωδικά στοιχεία, σίγουρα το fusion (κάποιες μείξεις δηλαδή ανάμεσα στην jazz και το rock), κάποια classic στοιχεία επίσης είναι ευδιάκριτα, ενώ και ο όρος progressive δεν είναι και αυτός άμοιρος – καθώς κάποιες συνθέσεις παρουσιάζουν και τέτοια χαρακτηριστικά.
Εκείνο, που είναι φανερό ακόμη και με την πρώτη-πρώτη ακρόαση είναι το ταλέντο του 20χρονου υιού-συνθέτη Ariel Vei Atanasovski.
Ένα τόσο νέο παιδί να συνθέτει τόσο ωραία, σ’ αυτά τα «παλαιά» και απαιτητικά στυλ, δεν είναι κάτι καθημερινό ή σύνηθες (στις μέρες μας). Υπάρχει βεβαίως από πίσω ο πατέρας, ένας πολύ καλός μουσικός, με ιδιαίτερη δισκογραφία και συνεργασίες μέσα στα χρόνια (πέρυσι είχαμε γράψει, εδώ στο blog, για το άλμπουμ “Phoenix” των Vasko Atanasovski Adrabesa Quartet), υπάρχουν φυσικά οι σπουδές και τα βραβεία του γιού (που τώρα συνεχίζει στην Music Academy του Graz, στην Αυστρία), αλλά πάνω απ’ όλα είναι το ταλέντο των δύο μουσικών, και βασικά του νεότερου –γιατί ο πατέρας είναι ένας καταξιωμένος στο χώρο–, που εδώ ξεχειλίζει.
Μάλιστα, συνθέσεις σαν την “Vrane” και “Liberté toujours”, εκεί στο τέλος, δείχνουν πως ο «μικρός» δεν είναι καθόλου μα καθόλου τυχαίος, και πως το μέλλον μπροστά του είναι διάπλατα ανοιχτό.
Ωραίο άλμπουμ, απλό, ανεπιτήδευτο, ουσιαστικώς «ψαγμένο», με γόνιμες αναφορές, περατωμένο από σπουδαίους μουσικούς (τι να πεις και για τον πιανίστα Marko Churnchetz;) με παιδεία και ορίζοντες.
(Ηχογράφηση στο Maribor της Σλοβενίας, από τον Δεκέμβριο του 2021).
Επαφή: www.moonjune.com, και για booking: www.glasbarium.com

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

ABIA όσα αντέχεις

Οι Αβιά είναι ένα παλαιό χριστιανικό-ευαγγελικό ροκ συγκρότημα από την Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90, έχουν ηχογραφήσει κάποιους δίσκους, όλην αυτή την περίπου 25ετία, ενώ το τελευταίο άλμπουμ τους αποκαλείται «Όσα Αντέχεις...» (2020) και είναι φυσικά ανεξάρτητης παραγωγής.
Σήμερα Αβιά είναι οι Δημήτρης Κιουτσούκης φωνή, Σταύρος Νικολάου πλήκτρα, φωνητικά, Στέφανος Καλοτεράκης κιθάρες, φωνητικά, Βασίλης Ραμπότας μπάσο, κιθάρες, πλήκτρα και Τάσος Πεταλίδης ντραμς, ενώ στην ηχογράφηση συμμετέχουν επίσης ο Νίκος Κατικαρίδης πλήκτρα (γνωστός μας από άλλες ανάλογες προτάσεις), ο Δημήτρης Μπούκης αφήγηση και ο Παύλος Αναστασίου μπάσο.
Το «Όσα Αντέχεις» είναι μία αρκετά καλή προσπάθεια, με τους Αβιά να εμφανίζονται σίγουροι και για τα τραγούδια τους, και για την παρουσίασή τους και βεβαίως για τα παιξίματά τους.
Αν υπάρχει κάποιο ψιλό θέμα εδώ αυτό εντοπίζεται κυρίως στην φωνή του τραγουδιστή, που είναι κάπως ξερή και στριγκή, ανακαλώντας κάποιες φορές στη μνήμη μας («Πόσα χάνει η μέρα») εκείνη του Π.Ε. Δημητριάδη (Κόρε. Ύδρο., Τα Παιδιά της Παλαιότητας), ενώ τραγούδια όπως τα «Όσα αντέχεις...» και «Φως μου» εκεί στη μέση διεκδικούν σίγουρα πολύ περισσότερα στο χώρο του ευρύτερου ελληνικού ροκ (από εκείνα που υποτίθεται πως διεκδικούν)
Το ύφος των Αβιά στο «Όσα Αντέχεις...» θα το χαρακτηρίζαμε γενικώς ως hard rock, με τα ελληνικά λόγια τους να είναι αρκετά συμπαθητικά, καθώς πραγματεύονται κοινωνικά, πρωτίστως, θέματα, με τρόπο ικανοποιητικό για τα δεδομένα του χώρου.
Στην «Εισαγωγή / αντί προλόγου» διαβάζουμε αυτό:
«Αγαπητέ ακροατή, σ’ αυτό το δίσκο που έχεις στα χέρια σου, θέλουμε να μιλήσουμε για την κούραση, τον εκνευρισμό και την φθορά που βιώνουμε καθημερινά στην Ελλάδα της κρίσης. Νιώθουμε πως κάθε μέρα που περνάει κάτι χάνουμε και μένουμε πιο “λίγοι”… Όπως μια κασέτα ή ένας δίσκος βινυλίου, χάνουμε μέρος του εαυτού μας με την τριβή αυτού του κόσμου και περιμένουμε κάτι καλύτερο. Αλλά γνωρίζουμε πως στο τέλος αυτό που βιώνουμε είναι όσα αντέχουμε και τίποτε παραπάνω!».
Τι άλλο να πει κανείς;
Επαφή: https://www.facebook.com/aviatheband

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 476

4/12/2022
Κάποιος πολύξερος έγραψε, για να τα χώσει υποτίθεται στην Μποφίλιου... υπάρχει μόδα στις σοσιαλιστικές χώρες; (1966)

3/12/2022
ΕΣΥ σου λέει. Τι να το κάνεις το ΕΣΥ; Έχουμε ακουμπήσει την υγεία μας σε σίγουρα χέρια...

3/12/2022
Ρε γιατί τρελαίνεστε με τη διάλυση του ΕΣΥ; Αφού σε 5-6 μήνες θα γίνουν εκλογές και θα έρθει ο Σύριζας με το Πασόκ, για να τα διορθώσουν όλα.
Δηλαδή αν δεν πιστεύετε κι εσείς που τα γράφετε όλα αυτά, ότι σε 5-6 μήνες θα αλλάξουνε τα πράματα, και θα είμαστε και πάλι όπως πριν, τότε τι περιμένετε από τις μάζες;
Ευχή, να μην αρρωστήσει κανείς μέχρι το καλοκαίρι. Μετά θα πέσουμε όλοι μαζί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και θα πίνουμε το αθάνατο νερό με τους κουβάδες...

1/12/2022
>>Ο χωρισμός των McVies μαζί με τον χωρισμό της Stevie Nicks και του Lindsey Buckingham καταγράφηκε περίφημα στην κυκλοφορία του “Rumours” το 1977, ένα από τα άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών.<<
Η βασική αιτία των πωλήσεων του “Rumours” ήταν η δυνατότητα που είχε κάποιος, οπουδήποτε, στον κόσμο, το 1977, να αγοράσει ένα στερεοφωνικό συγκρότημα.
Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα φυσικά – όταν μετά το ’75 και βασικά με την επέλαση της ντίσκο άρχισαν οι Έλληνες να αγοράζουν, μαζικά, στερεοφωνικά. Αυτό το αντιλαμβάνεσαι και από τα επιτυχημένα μουσικο-ηχητικά περιοδικά της εποχής («Ήχος & Hi-Fi», «Οπτικοακουστική», «Στερεοφωνία» κ.λπ.).
Το λέω, γιατί και μέσα στην εποχή του βινυλίου δεν μπορείς να συγκρίνεις πωλήσεις του 1964 ας πούμε, με πωλήσεις του 1977 και με πωλήσεις του 1983.
Αυτό, το πολύ βασικό, το παραβλέπουν όλοι – και κανένας απ' όσους ασχολούνται με αυτά τα θέματα (Πετρίδηδες κ.λπ.) δεν έχει επιχειρήσει ποτέ να παραμετροποιήσει τα νούμερά του.

1/12/2022
Λεφτά (έχουμε δώσει) για Christine Perfect / McVie μόνο για blues με Chicken Shack, early Fleetwood Mac και για το πολύ καλό πρoσωπικό LP της από το 1970. Τα υπόλοιπα, μπορεί να είναι καλά για το στυλ τους, αλλά... ούτε για να μας τα χαρίσουν.
Λέμε "λεφτά", γιατί σημασία έχει το τι έχεις πληρώσει τελικά και όχι το τι ακούς από δω κι από κει...
https://www.youtube.com/watch?v=qoL3dgk8lOE

30/11/2022
Του Αγιαντρεός σήμερα. Γιορτάζει η Πάτρα.
Τα διαφημιστικά είναι από τα μέσα των σίξτις (από την ομάδα με παλιές φωτογραφίες των Πατρινιών). Και τα δύο αυτά μαγαζιά τα είχα επισκεφθεί, αλλά κάποια χρόνια αργότερα...
Ρίχνουμε και το... ροκ απολυτίκιο της πόλης, για τα Χρόνια Πολλά.
https://www.youtube.com/watch?v=vxoiz3arqzY

30/11/2022
Στο νέο 16ο τεύχος του περιοδικού Yellow Box, που κυκλοφορεί στα περίπτερα, γράφουμε, στα Κινηματογραφικά Θέματα, για το "M*A*S*H" του Robert Altman, όπως και για το "Πρόσωπο με Πρόσωπο" του Ροβήρου Μανθούλη, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του.

29/11/2022
Όταν η Χρυσή Αυγή έδινε κι έπαιρνε, πριν καμιά δεκαετία, μέλη της είχαν επιτεθεί με σπρέι πιπεριού στην τραγουδίστρια Σοφία Παπάζογλου, στο σταθμό του Μετρό της Κατεχάκη.
Η Παπάζογλου είχε ρίξει ένα φυλλάδιό τους, που είχε πάρει κατά λάθος, στα σκουπίδια και τότε οι ψευτοπαλικαράδες θεώρησαν πως έπρεπε να της ρίξουν το σπρέι στα μάτια. Προσέξτε τι λέει στη συνέχεια η ίδια σε μια χθεσινή συνέντευξή της:
>>Με πήραν μετά από τα κανάλια από όλες τις εκπομπές να βγω να μιλήσω. Δεν βγήκα πουθενά. Όχι από φόβο αλλά από εγωισμό! Λέω, τόσα χρόνια τραγουδάω, κάνω χίλια-δυο, μια φορά ένας δε με κάλεσε να εμφανιστώ, να πω δύο κουβέντες για τη δουλειά μου. Τώρα που θέλουν να βγάλουν είδηση, 4 μέρες πριν τις εκλογές, όχι, δε θα τους κάνω τη χάρη. Ούτε θα εκμεταλλευτώ ένα δυσάρεστο γεγονός για να με δει ο κόσμος ως θύμα της Χρυσής αυγής. Ήθελα να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου.<<
Μεγάλη μαγκιά αυτό που έκανε!
To 1999 o Νίκος Μαμαγκάκης είχε κυκλοφορήσει το πολύ καλό άλμπουμ «Πικρό Έπος για τον Ανδρέα Ροδινό», τον θρύλο ρεθυμνιώτη λυράρη, που πέθανε 22 χρονών, το 1934. Εκεί, σ’ εκείνο το δίσκο, τραγουδούσε και η Σοφία Παπάζογλου, την οποία είχε βγάλει λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μαμαγκάκης στην δισκογραφία. Είχα γράψει πολύ καλά λόγια για ’κείνο το δίσκο (στο Jazz & Tζαζ τότε) και ειδικώς είχα γράψει τα καλύτερα για την παρουσία της Παπάζογλου. Τέλος πάντων είχα κάνει εκείνο που έπρεπε να κάνω... Προσέξτε τώρα...
Μετά από λίγες μέρες θα λάβαινα ένα γράμμα στο περιοδικό (το έχω ακόμη φυσικά), σταλμένο από την Παπάζογλου, στο οποίο με ευχαριστούσε για την κριτική! Δηλαδή η γυναίκα κάθισε κι έγραψε, πήγε στο ταχυδρομείο και ταχυδρόμησε επιστολή, αντί ή να... αδιαφορήσει όπως θα ήταν το αναμενόμενο ή στην καλύτερη περίπτωση να έπαιρνε ένα τηλέφωνο.
Και τώρα υπάρχει επικοινωνία με τους καλλιτέχνες, και ευχαριστίες δέχομαι, όπως και παράπονα φυσικά. Βεβαίως υπάρχουν και κάποιοι που με έχουν βρίσει... απ’ όλα έχει ο μπαξές, αλλά, και σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία είναι άμεση. Σου στέλνει ο άλλος στο fb, στο messenger, στο e-mail. Χωρίς κόπο. Εύκολα. Κανείς δεν θα πάει στο ταχυδρομείο, για να σου στείλει γράμμα.
Εντάξει, τώρα τα γράμματα είναι «πασέ», αλλά και το 1999, που δεν ήταν και τόσο, επίσης κανένας δεν έστελνε...
https://www.youtube.com/watch?v=IbVqc0CI1hw

29/11/2022
Έγραψα κάτι για τον Χιώτη προχθές, για να τονίσω πως μετά την επιστροφή του από την Αμερική είχε πέσει σε δυσμένεια, και δεν του δόθηκαν οι ευκαιρίες να κάνει όσα μπορούσε και είχε στο μυαλό του να κάνει και άρχισαν οι διάφοροι να γράφουν τη μια μ@λακία πίσω από την άλλη. Και αφού «τρώμε» τόσα χρόνια το γελοίο παραμύθι με την υποτιθέμενη συνάντηση Χιώτη-Χέντριξ, τώρα θα πρέπει να φάμε και το άλλο παραμύθι, πως τον Χιώτη τον «δολοφόνησε» η χούντα.
Αυτή η νέα μπαρούφα (θα είναι μπαρούφα μέχρι αυτοί που την υποστηρίζουν να αποδείξουν με αδιάσειστα στοιχεία ότι δεν είναι) είναι πρόσφατη και προέκυψε μέσα από μια ηθελημένα διαστρεβλωμένη αντιμετώπιση ενός κειμένου του Μίκη Θεοδωράκη από το «Το Χρέος / Αυτοβιογραφία» (όταν ο Χιώτης πήγε να συμπαρασταθεί στον Θεοδωράκη στον Ωρωπό) και μιας παραγράφου του Αλτή από το βιβλίο του για τον Χιώτη, εκεί όπου αποτυπώνει τα ήξεις-αφήξεις λόγια του Κώστα Χατζηδουλή:
«Έφαγε πολύ ξύλο ο Χιώτης. Του είπανε άμα ξαναπάς θα σε σκοτώσουμε. Δεν τον πιάσανε το ίδιο βράδυ, την άλλη μέρα τον πιάσανε. Βασανιστήρια και ξύλο. Υπήρχε και μια ιατροδικαστική έκθεση για τα τραύματα που είχε, αλλά χάθηκε. Εγώ δεν την βρήκα, αλλά μου το είπανε δύο άνθρωποι που ξέρανε. Έφαγε πολύ ξύλο, όχι όμως στη μούρη, για να μη φαίνεται».
Κανένα αδιάσειστο στοιχείο δεν υπάρχει που να αποδεικνύει αυτά τα πράματα. Και του Χατζηδουλή του τα είπανε άλλοι και την ιατροδικαστική έκθεση δεν την βρήκε.
Η Μπέμπα Κυριακίδου, η τελευταία γυναίκα του Χιώτη, είχε μιλήσει πολλές φορές για τον Χιώτη. Ποτέ δεν είπε ή έστω υπαινίχθηκε ότι ο άντρας της έφαγε ξύλο, βασανίστηκε κ.λπ. Γιατί να μην το πει αυτό μέσα στα χρόνια; Παράσημο θα ήταν, για τον Χιώτη, δεν θα ήταν ντροπή.
Απεναντίας λέει πως όταν είχε μπει στο νοσοκομείο ο Χιώτης, γιατί έμπαινε από τις αρχές Γενάρη (Μάρτη πέθανε), φύλαγε καραούλι απ’ έξω για να μην μπει κανένας μέσα, επειδή ο Χιώτης δεν γούσταρε να τον βλέπουνε άρρωστο. Τώρα, όμως, ακούμε πως η χούντα ήταν εκείνη που δεν άφηνε κανέναν να πάει να τον δει!
Εν τω μεταξύ οι αυτοσχέδιοι ερευνητές λένε πως η χούντα είχε κλείσει στον Ευαγγελισμό τον Χιώτη, μετά το περιστατικό με τον Θεοδωράκη, και πάλι φρουρούμενο, με τον Χιώτη να πεθαίνει αμέσως μετά.
Μόνο που ο Χιώτης πέθανε στο Ιπποκράτειο, όπως είχαν γράψει τότε οι εφημερίδες και όχι στον Ευαγγελισμό. Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος της έρευνάς τους... .
Ο γελοίος τίτλος που βλέπετε στην δεύτερη φωτό ντροπιάζει και τον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος ποτέ δεν μαρτύρησε, ούτε καν υπαινίχθηκε πως ο Χιώτης δολοφονήθηκε από τη χούντα.
[Λοιπόν το λέω ξεκάθαρα. Όποιος υποστηρίξει σε σχόλια, χωρίς στοιχεία, ότι... γιατί να μην έγιναν έτσι τα πράγματα, όπως τα λένε οι αυτοσχέδιοι ερευνητές, τα σχόλια θα σβήνονται και αν επιμένει θα τρώει μπλοκ]

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ η επανατύπωση όλων των βιβλίων του σ’ έναν τόμο – η έκδοση «Άπαντα» είναι ο απόλυτος τρόπος μύησης στο παράξενο σύμπαν ενός εντελώς ξεχωριστού συγγραφέα και ποιητή

Ένα βιβλίο επτακοσίων σελίδων με τα λογοτεχνικά-ποιητικά άπαντα του Πάνου Κουτρουμπούση (1937-2019) ήταν κάτι που χρειαζόταν. Υπό την έννοια πως ποτέ και τα έξι βασικά βιβλία του δεν βρίσκονταν, όλα μαζί, εύκολα, την ίδια στιγμή.
Φυσικά, κάποια έχουν επανατυπωθεί μια και δυο φορές μέσα στα χρόνια, ενώ κάποια άλλα όχι. Οπότε μια συγκεντρωτική έκδοση, τούτη την ώρα, είναι οπωσδήποτε κάτι σημαντικό. Λύνει τα χέρια σε πολύ κόσμο, εννοούμε, που θέλει να έρθει σε επαφή με το τελείως πρωτότυπο «σύμπαν» αυτού του μοναδικού δημιουργού. 
Βεβαίως, ο Πάνος Κουτρουμπούσης δεν έγραφε μόνον ταχυδράματα, μικρές ιστορίες και ποιήματα, ήταν επίσης εικαστικός, κομικογράφος, συλλέκτης περίεργων αντικειμένων, δημιουργός χάπενινγκ, σκηνοθέτης και άλλα διάφορα.
Αν και ο ίδιος, μέσα στα χρόνια, αποποιούνταν τίτλους, που θα μπορούσε να τον τοποθετήσουν κάπου αλλού, καθώς απεχθανόταν τους ακαδημαϊσμούς, όπως και την προβολή όλων εκείνων που έπραττε κάτω από βαρύγδουπες ταμπέλες, όμως, και σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάποιους απ’ αυτούς (τους τίτλους), ώστε να συνεννοηθούμε.
Το λογοτεχνικό και ποιητικό έργο του Πάνου Κουτρουμπούση, λοιπόν, είναι αυτό που συγκεντρώνεται στον τόμο των εκδόσεων
Opportuna από την Πάτρα –που μας έχουν δώσει εσχάτως σχετικά πονήματα του Δημήτρη Πουλικάκου, όπως κι έναν τόμο με ποιήματα και πεζά του Παύλου Σιδηρόπουλου–, ήτοι ταχυδράματα, σύντομες ιστορίες / διηγήματα και ποιήματα, που μαζί με τα σχετικά προλεγόμενα και τα bonus προσφερόμενα, συμπληρώνουν αυτήν την οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτη έκδοση.
Πιο συγκεκριμένα στα «Άπαντα» συγκεντρώνονται τα εξής βιβλία του Πάνου Κουτρουμπούση (αναφέρονται οι πρωτότυπες εκδόσεις):
1. Εν Αγκαλιά De Κρισγιαούρτι y Otros Ταχυδράματα y Historias Περίεργες [Denise Harvey et Co, 1978], 2. Στον Θάλαμο του Μυθογράφφ [Απόπειρα, 1992], 3. Η Ταβέρνα του Ζολά [Ιστός, 1997], 4. Η Εποχή των Ανακαλύψεων / The Age of Discoveries [futura, 2002], 5. Το Κεντράκι του Ταρζάν και Άλλα Παραμύθια [Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005] και 6. Εικόνες στην Άμμο & ο Μπάροουζ στην Ουάσιγκτον [Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005].
Κι επειδή εδώ επιχειρούμε κι ένα κάπως συνολικό κείμενο, για αυτή την ιδιαίτερη προσωπικότητα, να υπενθυμίσουμε πως για το εικαστικό έργο του Panos υπάρχει το πολύ διαφωτιστικό βιβλίο «Τι Τρέχει; / Οι εικόνες του Πάνου Κουτρουμπούση / κριτική παρουσίαση: Θανάσης Μουτσόπουλος», στις εκδόσεις futura, από το 2000.
Επίσης να πούμε πως τα γραπτά ακολουθούν, μερικές φορές, μια κάποια επικαιρότητα, που επηρεάζει την γραφή του Πάνου Κουτρουμπούση, ιδίως όσον αφορά σε ορισμένα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα.
Βεβαίως πολλά κείμενα είναι «άχρονα», υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να έχουν γραφεί οποτεδήποτε, σ’ ένα εύρος 40 ετών, όμως και τα μεν και τα δε δείχνει να εκφράζουν συγκεκριμένες ψυχολογικές διαθέσεις του συγγραφέα / ποιητή.
Ακόμη, αρκετά από τα κείμενα ξεκινούν με μια ιδιάζουσα χρονο-τοποθέτηση των όσων πρόκειται να μας αφηγηθεί ο συγγραφέας – κάτι που τα κάνει εξ αρχής ξεχωριστά. Για παράδειγμα: «Τους καιρούς που ο λαός είχε πάψει να δίνει βάση στην πενιά...»,  «Μισόν αιώνα μετά που είχε συμπληρωθεί η έκδοσις του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού “Ηλίου”…», «Μια μέρα των ημερών, μετά την εποχή των περασμένων μεγαλείων, δηλαδή στα χρόνια με τα πολλά μηδενικά...», «Καμιά ντουζίνα αιώνες μετά που η ανθρωπότητα είχεν εξαπλωθεί ώσπερ η επάρατος σε αμέτρητους πλανήτες του Γαλαξία φύρδην μίγδην...» κ.ο.κ.
Ένα επίσης πολύ βασικό θέμα έχει να κάνει με την γλώσσα. Ο Πάνος Κουτρουμπούσης χρησιμοποιεί εκφράσεις και λέξεις δανεισμένες απ’ όλους τους αιώνες της ελληνικής λαλιάς. Από αρχαίες, εκκλησιαστικές και λόγιες, μέχρι καθαρευουσιάνικες, δημοτικές, ευρύτερα λαϊκές,
slang και ελληνοποιημένες ξενικές. Απευθύνεται δε αποκλειστικά και μόνον σε έλληνες αναγνώστες, καθότι οι ιστορίες του είναι δύσκολο να μεταφραστούν σε ξένη γλώσσα, εξαιτίας αυτού ακριβώς του παιγνιδιού, ενώ γράφει, περαιτέρω, στο πολυτονικό.
Ορισμένοι προσεγγίζουν το έργο του Πάνου Κουτρουμπούση με όρους... σουρεαλισμού. Ο ίδιος το αρνιόταν αυτό, έχοντας τοποθετηθεί με σαφήνεια. Όπως διαβάζουμε στο «Τι Τρέχει;» [futura, 2000]:
«Για τον σουρεαλισμό λοιπόν, δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το μοντέλο του “υπαρκτού” σουρεαλισμού τύπου Αντρέ Μπρετόν και της κλίκας των δορυφόρων και παρακοιμώμενων βαμπίρων, που έστησε από τότε, αυτός, για την προσωπική του μεγαλομανία. Και που επιζεί μέχρι σήμερα, με θλιβερά δείγματα σκιερών και μουχλιασμένων επενδυμένων συμφερόντων. Εκείνος ήταν ένας καταπιεστικός καθεστωτικός σουρεαλισμός, που με την δικαιολογία της διατήρησης κάποιας κατά φαντασίαν αγνότητας του “κινήματος” (μπορεί να υπάρχει “ορθόδοξος” σουρεαλισμός;), μια δικαιολογία θεμελιωμένη σίγουρα στο θαυμασμό του μεσιέ Μπρετόν για τις λενινιστικές απόψεις περί αυστηρής εξουσίας, είχε καταντήσει, με τον μεσιέ ως αρχι-ιεροεξεταστή, να στήνει ακόμη και δίκες(!), με κατηγορούμενους όσους μύριζαν ή ξίνιζαν στον αφέντη. Ο Λένιν, όμως, είχε να αντιμετωπίσει τους κολοσσούς του αφρισμένου καπιταλισμού και της παχύσαρκης βολεψιάς, πάντα ανίκητους».
Άλλοτε πάλι το έργο του Πάνου Κουτρουμπούση συνδέεται με τους beat. Όμως και αυτό το έχει ο ίδιος αρνηθεί. Αντιγράφουμε ερώτηση-απάντηση από συνέντευξη τού Π. Κουτρουμπούση στον Νίκο Μητρογιαννόπουλο, στο περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι (#22, Φεβ.-Μαρ. 2008):
«Ερ. Πάνο έχεις την ταμπέλα του μπητ λογοτέχνη, του πρωτοποριακού… Απ. Μπητ όχι. Γιατί η δική μου δουλειά δεν ήταν ποτέ μπητ.(…)».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/beloydino-underground-toy-panoy-koytroympoysi-sygkentromeno-s-enan-tomo

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2022

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΙΑΚΑΣ μουσικές φωτογραφίες και ιστορίες μουσικές...

Κομμάτια από το 2013 έως και σήμερα, το 2022, περιέχει το CD-book του Βασίλη Ζιάκα «Μουσικές φωτογραφίες και ιστορίες μουσικές...» [Εκδόσεις Κοροντζή, 2022], ενός τραγουδοποιού, τραγουδιστή και ακορντεονίστα, που βρίσκεται πολλά χρόνια στην σκηνή (από το 1988, με το σχήμα 8η Παράλληλος, όπως διαβάζουμε στις σημειώσεις) και που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ανήκει σ’ αυτό που αποκαλούμε «ελληνικό ροκ».
Τα τραγούδια του Β. Ζιάκα διαθέτουν και κάποια εντεχνορόκ στοιχεία, αλλά ok, το βασικό πρόσταγμα εδώ είναι ροκ, πόσω μάλλον όταν ουκ ολίγες φορές οι μπάντες «τα χώνουν», ανεξαρτήτως του βασικού (ας το πούμε έτσι) οργάνου, που είναι το ακορντεόν.
Και το εξής. Η φωνή του Β. Ζιάκα είναι κάπως... μυστήρια. Κάποιες φορές θυμίζει κάπως Δημήτρη Πουλικάκο (των πιο παλιών εποχών), ενώ άλλοτε φέρνει στη μνήμη μου τη φωνή του ηθοποιού Βασίλη Χαραλαμπόπουλου.
Στο «Μουσικές φωτογραφίες και ιστορίες μουσικές...» υπάρχουν τραγούδια που είναι πιο... βαριά rock (στο session του 2013 παίζουν «πίσω» οι Illegal Operation!), άλλα που ακούγονται πιο folk-rock («Με απειλείς», 2016), άλλα πιο έντεχνο-folk-rock («Τι να πιστέψω», 2022), σε άλλα ανακατεύεται rock + λογοτεχνία (Ανδρέας Εμπειρίκος από τον «Μέγα Ανατολικό», στο «Μικρή μου Αφροδίτη»), ενώ κάποια άλλα αναπτύσσονται μυστηριωδώς, διαρκώντας περισσότερα από εννιά λεπτά («Τυχερός»), φέρνοντας στη μνήμη το folk-rock των Βρετανών Help Yourself, εποχής “Beware the Shadow” (είναι αυτό που γράφει το discogs… “american-flavoured country-rockto acid-drenched psych”).
Και το γενικώς λειτουργικότατο αλλοπρόσαλλον συνεχίζεται με το «Εργατικό μπλουζ» αυτή τη φορά, που επειδή διαθέτει και λίγο ακορντεόν δεν θα ήταν τελείως άστοχο να πεις πως, εδώ, υπάρχει και κάτι από zydeco (κάτι πολύ ελαφρό έστω, καθώς το... “american-flavoured country-rockto acid-drenched psych” κολλάει πάντα καλύτερα), με το άλμπουμ να συνεχίζει με τα δυο-τρία τελευταία κομμάτια του, σε πιο λαϊκό-παραδοσιακές διαδρομές (κάπως πριμιτίβ).
Η πρόταση του Βασίλη Ζιάκα δεν είναι άμοιρη ενδιαφέροντος. Κάθε κομμάτι προβάλλει ένα ωραίο παρεΐστικο κλίμα, με τα πιο rock tracks να μεταφέρουν πειστικότερα τις στιχουργικές αγωνίες και τις μουσικές αναζητήσεις του τραγουδοποιού.
Επαφή: https://www.ekdosiskorontzi.gr/

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

ELECTRIC LITANY “Sonder” λέγεται το νεότερο mini-LP τους

Το “Sonder” [Inner Ear, 2022] είναι το νεότερο mini-LP των Electric Litany. Το 12ιντσο βινύλιο, που γυρίζει στις 45 στροφές, περιλαμβάνει τρία tracks στην πρώτη πλευρά και δύο στην δεύτερη, με την συνολική διάρκεια να κινείται περί τα 27 λεπτά. Εντάξει, μπορείς να το πεις και LP (που ολοκληρώνεται κάπως πιο σύντομα), αλλά το ουσιαστικό δεν είναι αυτό.
Ουσιαστικότερο όλων είναι το γεγονός πως για μιαν ακόμη φορά οι Electric Litany προτείνουν ένα πλήρες και σοβαρό άκουσμα, χωρίς σκαμπανεβάσματα και με διακριτές σε κάθε σημείο τις ποιότητές τους, που φαίνεται να παραμένουν αναλλοίωτες μέσα στα χρόνια.
Τα κομμάτια στο “Sonder” είναι αργά. Μπαλάντες μπορείς να τα πεις. Ή ακόμη και ιδιότροπα... νανουρίσματα, με τις μελωδίες να αναπτύσσονται σε πρώτο πλάνο, καθώς απλώνονται «αθόρυβα», καταλαμβάνοντας τον χώρο. Και τον δικό τους τραγουδιστικό και τον δικό μας (του δωματίου μας εννοούμε). Αυτή η έκταση και επέκταση των μελωδιών των Electric Litany προς πάσα κατεύθυνση είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του “Sonder”, που έχει τον τρόπο να σε παγιδεύει στον κλίμα του. Στο bandcamp εν τω μεταξύ διαβάζεις διάφορα:
«Παίρνοντας έμπνευση από το project The Dictionary of Obscure Sorrows του γραφίστα και σκηνοθέτη John Koenig, το “Sonder” είναι μια μουσική περιγραφή κάποιων συναισθημάτων, που δεν έχουν αποκτήσει ακόμα όνομα, βασιζόμενο στην ιδέα ότι νιώθουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούμε να εκφράσουμε. Αποτελείται από πέντε κομμάτια, τα οποία πραγματεύονται πέντε συναισθήματα (...). Ένα απ’ αυτά είναι και το sonder (η στιγμιαία συνειδητοποίηση ότι κάθε τυχαίος περαστικός ζει μια ζωή τόσο ζωντανή και πολύπλοκη όσο η δική σου), που είναι και ο τίτλος του δίσκου».
Τα βασικά μέλη των Electric Litany, δηλαδή οι Αλέξανδρος Μίαρης φωνή, κιθάρες, πιάνο, modular σύνθια, βιμπράφωνο, Richard Simic ντραμς, κρουστά και Θοδωρής Ζιάρκας κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο (μαζί με την guest Louisa Jones φωνή, σ’ ένα track) είναι οι πρώτοι υπεύθυνοι για το συνολικό άκουσμα – μαζί βεβαίως με το τεχνικό team και κυρίως τον Γιώργο Μπότη, που για μιαν ακόμη φορά οριοθετεί με την δική του μείξη και το mastering έναν... μουσικο-ποιητικό κόσμο, ονειρικό και με έντονα συναισθηματικά φορτία, που έχει τον τρόπο να υποβάλλει.
Κορυφαίο το “Avenoir”, στην μέση ακριβώς του δίσκου, με όλα τα υπόλοιπα tracks να στέκονται «σωστά» δίπλα του.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022

JUSSI REIJONEN ένας φινλανδός κιθαρίστας της jazz, που ζει στην Αμερική

Ο Jussi Reijonen είναι φινλανδός κιθαρίστας, που έχει μείνει για χρόνια σε διαφορετικές χώρες (Ιορδανία, Τανζανία, Ομάν, Λίβανος), ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Αμερική. Έχει κάνει ήδη έναν προσωπικό δίσκο, τον “Un”, το 2013, ενώ τώρα επανέρχεται με το δεύτερο CD τουThree Seconds / Kolme Toista[Challenge Records, 2022], που έχει τίτλο στα αγγλικά και στα φινλανδικά, και το οποίο περιλαμβάνει μόλις πέντε tracks (όλα δικά του), που κινούνται από διάρκειες 7:19 έως 10:40.
Στο άλμπουμ αυτό, τον Jussi Reijonen, που χειρίζεται άταστη και με τάστα ηλεκτρική κιθάρα, κλασική κιθάρα και ούτι, συνοδεύουν επίσης μουσικοί από τις ΗΠΑ (Jason Palmer τρομπέτα, φλούγκελχορν, Kyle Miles ακουστικό και άταστο μπάσο, Vancil Cooper ντραμς), την Τουρκία (Bulut Gülen τρομπόνι, Utar Artun πιάνο), την Ιορδανία / Ιράκ (Layth Sidiq βιολί ), την Παλαιστίνη (Naseem Alatrash τσέλο) και την Ιαπωνία (Keita Ogawa κρουστά).
Έχουμε λοιπόν ένα πολυεθνικό σύνολο, που δεν μπορεί παρά να συμβολίζει και την πολυ-πολιτισμικότητα, που έχει βιώσει στη ζωή του και τις δράσεις του ο Jussi Reijonen, και βεβαίως τις μουσικές επιρροές του, που συνυφαίνονται με αυτήν ακριβώς την πολυ-πολιτισμικότητα.
Θα μπορούσε να χαρακτηρίσουμε το Three Seconds / Kolme Toista” ένα ethnic-jazz CD; Αναμφιβόλως.
Το άλμπουμ, που ακούγεται σαν σύγχρονη σουίτα, ξεκινάει με το “The veil”, που διαθέτει eastern-arabic στοιχεία, με το βιολί του Layth Sidiq να δίνει κατεύθυνση, παράλληλα με τα κρουστά του Ιάπωνα Ogawa.
Στο “Transient” οι ανατολίτικες επιρροές είναι ακόμη περισσότερο εμφανείς, με το βιολί του Sidiq να πρωταγωνιστεί στην αρχή, μαζί με τα κρουστά του Ogawa, πριν αρχίσουν κι άλλα έγχορδα (ούτι, κιθάρες) να παίρνουν πάνω τους τις μελωδίες, που είναι εντελώς arabic. Φυσικά, η παρουσία του Reijonen εδώ είναι ακρογωνιαία.
The weaver, every so often shifting the sands beneath her” αποκαλείται το τρίτο κομμάτι, που είναι ίσως το πιο rock και jazz του άλμπουμ (και με ethnic στοιχεία εννοείται), φέρνοντας στη μνήμη συνθέσεις του Rabih Abou-Khalil. Γενικώς, το κομμάτι αυτό αναπτύσσεται αργά κι έχει έναν ελεγειακό χαρακτήρα.
Με το “Verso”, που ακολουθεί, ο Jussi Reijonen δημιουργεί ακόμη μία πολύ ενδιαφέρουσα σύνθεση, «ήσυχη» στην αρχή, έντονη στην συνέχεια, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην ενορχηστρωτική λεπτομέρειά της. Κι εδώ υπάρχει ηλεκτρισμός, όπως και έγχορδα σε παράταξη, μαζί με την τρομπέτα του Jason Palmer και το μικροτονικό πιάνο του Utar Artun. Πολύ ενδιαφέρον!
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το “Median”, μία πολύ όμορφη σύνθεση, με μελωδικά προτερήματα δηλαδή, και με πολύ ωραία παιξίματα από πιάνο, έγχορδα, που εμφανίζει contemporary jazz και πιο abstract επιρροές.
Ένα περιπετειώδες, από ηχητικής άποψης, άλμπουμ είναι το “Three Seconds / Kolme Toista” του Jussi Reijonen, που έχει τον τρόπο να σε κρατάει «ζεστό», με την ουσιαστική πληθωρικότητά του.
Επαφή: www.challengerecords.com