Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

η ΣΟΦΙΑ ΜΑΝΟΥ σε τραγούδια της Σοφίας Βέμπο

Έναν δίσκο έχουμε εδώ, πολύ περιποιημένο, πράγμα που σημαίνει, αρχικώς, πως η παραγωγή δεν λυπήθηκε χρημάτων. Σε τι συνίσταται η περιποίηση; Στο βαρύ βινύλιο, στο gatefold εξώφυλλο, στο 4σέλιδο full-color ένθετο, στο στικάκι με το σχετικό digital υλικό, στη συμμετοχή (στην ηχογράφηση) 350 παιδιών διαφόρων χορωδιών και ακόμη στην συνεισφορά 16 οργανοπαικτών (σε πιάνο, φλάουτο, κλαρινέτο, κόρνο, τρομπέτα, τρομπόνι, τούμπα, βιολιά, βιόλα, τσέλο κ.λπ.), με τον πιανίστα Ντίνο Γεωργούντζο επικεφαλής, που ενορχηστρώνει κιόλας, διευθύνοντας και την ορχήστρα. Τι δεν έχουμε πει ακόμη; Μα το κυριότερο. Πως το συγκεκριμένο LP έχει τίτλο «Σοφία Βέμπο / Η φωνή που νίκησε τον φασισμό» [Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, 2020], ένας βαρύγδουπος κατά τη γνώμη μας τίτλος, περιέχοντας δώδεκα τραγούδια από το «πατριωτικό» ρεπερτόριο της Σοφίας Βέμπο, ερμηνευμένο σήμερα από την τραγουδίστρια Σοφία Μάνου. Τα περισσότερα τραγούδια είναι πασίγνωστα («Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου», «Στον πόλεμο βγαιν’ ο Ιταλός» κ.λπ.).
Επειδή σε ανύποπτο χρόνο έχουμε εκφραστεί σε σχέση με το «πατριωτικό» ρεπερτόριο τής Σοφίας Βέμπο (όποιος-α ενδιαφέρεται μπορεί να δει το κείμενό μας εδώ... https://diskoryxeion.blogspot.com/2017/10/40.html) δεν έχουμε να πούμε κάτι περισσότερο, τώρα, με αφορμή τον συγκεκριμένο δίσκο. Ας σημειώσουμε μόνον πως πραγματοποιήθηκε με αφορμή τα 80 χρόνια του «ΟΧΙ» και τα 110 χρόνια από την γέννηση τής Σ. Βέμπο και πως, παρ’ όλη την γενικότερη «περιποίηση», από αισθητικής τώρα πλευράς, η συγκεκριμένη εγγραφή δεν προσφέρει κάτι περισσότερο ή τέλος πάντων κάτι διαφορετικότερο, που να έχει έναν ουσιαστικό λόγον ύπαρξης. Δεν κομίζει εννοούμε κάτι νέο.
Φυσικά, ουδεμία σύγκριση δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα στις δύο φωνές (της Σ. Βέμπο και της Σ. Μάνου) και με τούτο δεν είναι πρόθεσή μας να υπονοήσουμε πως ήταν αυτός ο σκοπός της παραγωγής, αλλά να σημειώσουμε πως η φωνή τής Μάνου είναι μάλλον «λίγη» γι’ αυτά τα τραγούδια (των δεδομένων φωνητικών απαιτήσεων), ενώ και η ενορχήστρωσή τους παρά την σεμνή και οπωσδήποτε «έντεχνη» και «ποικίλη» προσέγγιση, δεν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Να τους προσδώσει, δηλαδή, έναν σημερινό «αέρα». Κρίμα – και το λέμε τούτo πέρα από τις όποιες ιδεολογικο-πολιτικής φύσεως ενστάσεις μας.
Επαφή: contact@stmaximthegreek.org

JOHNNY LABELLE το άλμπουμ «18»

Δεν ξέρω ποιος κρύβεται πίσω από το ονοματεπώνυμο Johnny Labelle. Δεν ξέρω ποιο είναι το αληθινό όνομα, εννοώ, του Johnny Labelle, πάντως και σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος είναι Έλληνας, γεννημένος και εγκατεστημένος στην Αθήνα (έτσι διαβάζουμε στο bandcamp του). Να πω την αλήθεια, προσωπικώς, τώρα τον μαθαίνω (παρότι υπάρχει ήδη ένα καταγραμμένο παρελθόν του), μέσω του LP του «18», δηλαδή XVIII, ενός παράξενου άλμπουμ με αγγλόφωνα τραγούδια που κυκλοφόρησε εσχάτως (4 Δεκεμβρίου 2020) από την Inner Ear.
Αυτό που κάνει μία πρώτη εντύπωση στο “XVIII” είναι η φωνή τού Johnny Labelle, που είναι «βαριά», «βαθιά», φέρνοντας στην μνήμη τον Scott Walker, όπως και άλλους διαφόρους, που έχουν επηρεαστεί από τον Walker – ακόμη και τον έσχατο David Bowie. Και ο Johnny Labelle έχει επηρεαστεί από τον σημαντικό Αμερικανό, με την βρετανική-ευρωπαϊκή συνείδηση, συνθέτη και τραγουδοποιό, και αυτό δεν κρύβεται. Βεβαίως είναι επηρεασμένος, όσον αφορά στο ηχητικό κομμάτι του δίσκου του και από άλλα τινά, και βασικά από την «σκοτεινιά» των  eighties. Μάλιστα με την χρήση vintage πλήκτρων (παραγωγή, ενορχήστρωση, μείξη και mastering από τον Βασίλη Ντοκάκη) αυτή η «αναφορά» γίνεται ακόμη πιο «ορατή», δηλαδή ακουστή. Πράγμα που μάλλον ήταν και στις προθέσεις τού Johnny Labelle – και γιατί να μην ήταν εξάλλου;
Το ρεπερτόριο είναι βασικά πρωτότυπο, αν εξαιρέσεις την ανέλπιστη, μάλλον, διασκευή τού J. Labelle στο κλασικό “The dolphins” του μεγάλου Fred Neil – όπως ο Neil έτσι και ο Labelle διαθέτει αυτό το βάθος στη φωνή, μια βεβαιότητα «crooner-ίστικη» δηλαδή, αλλά η version, που ακούγεται και πρώτη-πρώτη στο LP, δεν είναι από τα κομμάτια που σου μένουν από το “XVIII”. Θέλουμε να πούμε πως τα πρωτότυπα είναι πιο ενδιαφέροντα, ενώ μερικά απ’ αυτά και βασικά τα Doppelgänger” και “In the sun” κατά πρώτον (αμφότερα από την πρώτη πλευρά) και “Poseidonia” κατά δεύτερον (από την Side B) είναι εξαιρετικά. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, το “Poseidonia”, διαθέτει και στίχους παρμένους από δύο ποιήματα της αφροαμερικανίδας ποιήτριας Georgia Douglas Johnson (1880-1966) κι έχει μια ξεχωριστή ομορφιά... εκεί στο τέλος.
Υπάρχει λοιπόν το «σκοτεινό» στοιχείο στα τραγούδια τού Johnny Labelle, αλλά αυτό δεν είναι μονοδιάστατης (λεκτικής) απεικόνισης. Και το λέμε τούτο, καθότι ανάμεσα στο death, στο romance και το dark υπάρχουν πάντα οι αποχρώσεις, που τα διαφοροποιούν σαν έννοιες.
Σε κάθε περίπτωση το “XVIII” είναι ένα αρκετά παράξενο για τα ελληνικά δεδομένα άλμπουμ, που μπορεί να μην ταράζει τα νερά, αλλά έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 337

18/1/2021
Πέθανε ο Phil Spector. Θεός σχωρέστον (είχε και αμαρτίες...). Είχε τραγουδήσει και ο Τέλης ο Σαβάλας Phil Spector, σε δεύτερη εκτέλεση φυσικά, το παλιό hit των Righteous BrothersYouve lost that lovin' feelin'”. Το λέει ωραία, κι έχει και κάτι μερεμέτια από «τοίχο» πίσω και λίγο blax…
https://www.youtube.com/watch?v=8Ssh69fmMAY

17/1/2021
Τον Τόλη Βοσκόπουλο σαν ηθοποιό δεν τον είχα κεντράρει καλά. Ο Βοσκόπουλος, για όσους δεν γνωρίζουν, ξεκίνησε πρώτα σαν ηθοποιός στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50 και από το 1963 και μετά, δειλά-δειλά, εμφανίστηκε στην δισκογραφία και εξελίχθηκε σαν τραγουδιστής.
Όποιες ταινίες είχα δει μέχρι τις προάλλες, με τον Βοσκόπουλο ως πρωταγωνιστή, τις είχα εγκαταλείψει στο πρώτο δεκάλεπτο, αλλά «Ο Άγνωστος Εκείνης Της Νύχτας» (1972), που ήταν ουσιαστικά η τελευταία ταινία τού Τόλη σκηνοθετημένη από τον Οδυσσέα Κωστελέτο μού κίνησε το ενδιαφέρον να την δω (με κάποια αρχική όρεξη).
Ήταν έγχρωμη, η κόπια στο YouTube ήταν εξαιρετική, ενώ ήξερα από παλιά πως στην ταινία εμφανίζονταν και οι Poll, τραγουδώντας, ζωντανά υποτίθεται, το ωραιότερο τραγούδι τους από το «ταγάρι», το «Στην πηγή μια κοπέλλα» (τραγουδούσε επίσης και η νεότατη Χάρις Αλεξίου, μια σύνθεση του Πλέσσα, που δεν έλεγε πολλά πράματα όμως).
Η ταινία είχε απαράδεκτα μεγάλη διάρκεια (2 ώρες!) και βασικά με δυσκολία βλεπόταν, παρόλη την καθαρή φωτογραφία της με τα θαυμάσια χρώματα. Σενάριο υποτυπώδες, τραβηγμένο από τα μαλλιά, σκηνοθεσία της σειράς, παιξίματα για κλάματα σχεδόν απ’ όλους. Φόνσου μέτρια, Βαλσάμη κάτω του μετρίου (πουθενά εμένα δεν μου έχει αρέσει η Βαλσάμη), Καλλέργης επίσης μέτριος κ.λπ. Κι έμενε ο Τόλης, και μάλιστα σε διπλό ρόλο, να προσπαθεί μόνος του να ξελασπώσει το φιλμ.
Λοιπόν σ’ αυτή την ταινία, και στην πρώτη ώρα της (γιατί τόσο περίπου άντεξα να δω) ο Τόλης ήταν το καλύτερο στοιχείο της.
Έπαιζε με μια ηρεμία, (ιδίως στο ρόλο του λαϊκού παιδιού) με μια σιγουριά για τον εαυτό του, χωρίς έντονα δραματικά στοιχεία (που θα ταίριαζαν άνετα με την κατάστασή του βάσει του σεναρίου), εσωτερικά, απλά, χωρίς ίχνος βεντετισμού (έναν βεντετισμό που έβγαζαν οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριες-βεντέτες, της εποχής, στο πανί), με πλήρη έλεγχο θα έλεγα των όποιων εκφραστικών μέσων του. Εντάξει, δεν συζητάμε για κάποια μεγάλη ερμηνεία... ήταν όμως καλύτερος απ’ όλους, επειδή το άξιζε και όχι γιατί ήταν ο Τόλης, που τότε βρισκόταν σχεδόν στην κορυφή τής διαδρομής του – και παραμιλούσε όλη η Ελλάδα για ’κείνον.
Πολύ τον εξετίμησα απ’ αυτήν του την εμφάνιση, και σε κάποια... επόμενη καραντίνα θα επιχειρήσω να δω και την υπόλοιπη μισή ταινία...

16/1/2021
>> 122 περιπτώσεις βιασμών και 56 απόπειρες καταγγέλθηκαν το 2015, ενώ εξιχνιάστηκαν 121 περιπτώσεις.
134 βιασμοί και 64 απόπειρες καταγγέλθηκαν το 2014.
Εξιχνιάστηκαν 143 υποθέσεις, ενώ συνελήφθησαν 108 Ελληνες και 54 αλλοδαποί.
95,8% των βιαστών δρα αυτόνομα χωρίς συνεργό, κατά προτίμηση στην ύπαιθρο και τους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους.
53,4% των βιαστών είναι άτομα νεαρής ηλικίας, ενώ το 32,8% μεσήλικες.
46,5% των βιασμών γίνεται στην επαρχία και το υπόλοιπο ποσοστό σε μεγάλα αστικά κέντρα.
50,9% των βιαστών προέρχεται από τη μεσαία κοινωνικοοικονομική τάξη και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των θυμάτων τους, το 31% αυτών είναι αρκετά μορφωμένοι.
90% των θυμάτων δεν καταγγέλλει το συμβάν γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα.<<

[τα στοιχεία, στους πίνακες, είναι από το σάιτ της αστυνομίας]

16/1/2021
Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς δασκάλους στην Ελλάδα και ακόμη λογοτέχνης, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης (σε θέατρο και κινηματογράφο). Λέμε για τον Θάνο Τράγκα, που γεννήθηκε το 1904 και έζησε μέχρι το 1983.
Ο Τράγκας υπήρξε δάσκαλος υποκριτικής στην δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου, ενώ ίδρυσε και δική του σχολή, η οποία υφίσταται ακόμη και σήμερα (είναι η Ανώτερη Δραματική Σχολή Τράγκα). Από τα χέρια του πέρασαν «οι πάντες», καθώς δίδαξε από την Έλλη Λαμπέτη και την Μελίνα Μερκούρη, μέχρι την Τζένη Καρέζη, την Άννα Φόνσου και τον Τόλη Βοσκόπουλο.
Ξέρετε πώς πέθανε ο Θάνος Τράγκας;
Τον Ιούλιο του ’83 (ήταν στα 79 του), κάπου στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας έκανε την παρατήρηση σε κάποιον 20χρονο, ο οποίος οδηγούσε επικίνδυνα το μηχανάκι του. Ο 20χρονος σταμάτησε, κατέβηκε από το μηχανάκι, έπιασε τον Τράγκα και άρχισε να τον χτυπάει ανελέητα, με γροθιές και με κλωτσιές (λένε πως τον χτύπησε και με κάποιο εργαλείο), με αποτέλεσμα ο άτυχος γέροντας να οδηγηθεί στο ΚΑΤ και να εκπνεύσει λίγες ημέρες αργότερα...
[ένα ποιητικό βιβλίο τού Θάνου Τράγκα, από το 1971, με πολύ προχωρημένο εξώφυλλο για την εποχή, και το πορτρέτο του από τον ζωγράφο Γιώργο Δρίζο]

15/1/2021
>>Τα μηνύματα θα έχουν διάρκεια 2 ωρών. Το δίωρο θα ισχύει για όλη τη μετακίνηση από το σπίτι μέχρι το κατάστημα και την επιστροφή και οι πολίτες θα πρέπει να το επιδεικνύουν κατά τη διάρκεια πιθανού ελέγχου από την Αστυνομία.<<
Το κέντρο το ψοφάνε. Πώς να πας να ψωνίσεις σ’ ένα δίωρο; Εντάξει, εγώ θέλω πάνω από μια ώρα, με τα πόδια, πέρα-δώθε, οπότε τι μου μένει... μισή ώρα; Με την ψυχή στο στόμα θα ψωνίσουμε; Και ο άλλος που θα έρθει από το Μαρούσι φερ’ ειπείν τι θα προλάβει να κάνει σ’ ένα δίωρο; Ούτε μια ντάνα με δίσκους δεν μπορείς να ψάξεις σε μισή ώρα, άσε τα βιβλία, που το δίωρο το τρως για πλάκα στο ψαχούλεμα...
Προλαβαίνω κάποιον που θα πει... καλά, εσένα αυτά σε απασχολούν, τα βιβλία και οι δίσκοι; Ε ναι, ΜΟΝΟ αυτά με απασχολούν στο κέντρο –από τη στιγμή που η εστίαση-διασκέδαση παραμένει κλειστή–, γιατί όλα τα υπόλοιπα τ’ αγοράζω κι από τη γειτονιά μου.

15/1/2021
Άμα πέσεις σε στραβόξυλο χωροφύλακα, σε απροκάλυπτο φασιστοειδές για να το πούμε απλά, μπορεί να σε γράψει για χίλιους δυο λόγους. Επειδή τον κοίταξες, επειδή δεν του κάνει η φάτσα σου, επειδή δεν του αρέσει ο τρόπος που περπατάς, που μιλάς... οτιδήποτε. Όταν τους δίνει η πολιτεία τέτοια εξουσία είναι παρεπόμενο να αποθρασύνονται. Είναι εύκολο να αποθρασυνθούν δηλαδή.
Εγώ, προσωπικά, κάτω από τέτοιες συνθήκες οριακής τρομοκρατίας, ή και πέραν των ορίων, όπου τα πρόστιμα επισείονται πάνω από τα κεφάλια δικαίων και αδίκων, όπου θα είσαι αναγκασμένος να συνυπάρχεις με τα ρόμποκοπ σε κάθε βήμα σου, σε κάθε δρασκελιά σου, θα το σκεφτώ πολύ σοβαρά αν θα συμμετάσχω στην επικείμενη... αναθέρμανση του εμπορίου.
Νομίζω πως οι καταστηματάρχες, τους οποίους κατανοώ 100%, για τη θέση στην οποία τους οδήγησαν οι άθλιοι κυβερνητικοί χειρισμοί, θα πρέπει να απαιτήσουν από την πολιτεία, μέσω των επιμελητηρίων τους κ.λπ., μια πιο ανθρώπινη μετάβαση προς το νέο καθεστώς λειτουργίας των καταστημάτων τους, γιατί ειδικά το κέντρο, που περιμένει πελάτες απ’ όλες τις περιοχές της Αθήνας, δεν ξέρω αν θα μπορέσει να πάρει έστω και για λίγο τα πάνω του, κάτω απ’ αυτές τις εξαιρετικά σαδιστικές και φοβιστικές συνθήκες.

15/1/2021
>>Ο πρωθυπουργός μίλησε για τα επίσημα στοιχεία του ECDC, σύμφωνα με τα οποία σήμερα με βάση τον χάρτη, όλη η Ευρώπη είναι κόκκινη και οι μόνες κίτρινες χώρες με ορισμένες πράσινες περιφέρειες είναι η Ελλάδα και Φιλανδία. «Αυτή είναι η κατάσταση στην χώρα μας σήμερα και καταθέτω τους χάρτες», είπε.<<
Πρόκειται, απλώς, περί αυτογελοιοποίησης.
Όταν έχεις το σκληρότερο λοκντάουν στον κόσμο, με τη χειρότερη αστυνομοκρατία, σπέρνοντας το φόβο και παραπληροφορώντας ασυστόλως, έχοντας θάψει, συγχρόνως, την οποιαδήποτε κοινωνικο-οικονομική δραστηριότητα και μαζί πάνω από 5.000 ανθρώπους (πράγμα που σημαίνει πως η αστυνομοκρατία και οι επιβολές δεν αποδίδουν και πως το πράγμα μπάζει από αλλού, από το ξεχαρβαλωμένο ΕΣΥ) είναι λογικό να έχεις τα «αποτελέσματα» που έχεις.
Κι αν μπορούσες να βάλεις κι ένα χωροφύλακα με μυδράλιο έξω από κάθε πολυκατοικία (πολύ θα του άρεσε) θα ήσουν, προφανώς, παντού «καταπράσινος», αλλά με... ματωμένα πλεονάσματα.

15/1/2021
Το ότι βάζουν, και θα βάλουν, χωροφύλακες παντού –σε πανεπιστήμια, μέσα μαζικής μεταφοράς, εφορίες, ΚΕΠ, λαχαναγορές, ψαραγορές, νοσοκομεία, εκκλησίες, παιδικές χαρές, υποθηκοφυλακεία, μποστάνια, παραλίες κ.λπ.– είναι προεκλογική τους «υπόσχεση».
Κάθε πόλη και φυλακή, κάθε χωριό και κρατητήριο...

14/1/2021
Ψάχνοντας κάτι στο δίκτυο, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο από το 2013, σ’ ένα σάιτ της πυρκαγιάς, στο οποίο κοροϊδεύουν εμένα και τον Κώστα τον Αρβανίτη σε σχέση με την ταινία “Woodstock”... ότι προσπαθούμε να περάσουμε σαν ασήμαντες λεπτομέρειες την «απαγόρευση», και τη λογοκρισία της ταινίας από τη χούντα και κάτι τέτοια, παίρνοντας αφορμή από ένα διάλογο που είχαμε για την ταινία στο δισκορυχείον, το 2012. Μάλιστα παραθέτονται και λόγια του Michael Wadleigh του σκηνοθέτη του Woodstock ο οποίος φέρεται να δηλώνει στο περιοδικό Επίκαιρα πως από την ταινία είχε κοπεί περισσότερο από μια ώρα!
Επειδή το έψαξα λίγο το θέμα πρέπει να πω πως στην Ελλάδα δεν παίχθηκε ΠΟΤΕ δίωρο Woodstock (επί χούντας) και πως διάφοροι που έχουν ασχοληθεί με το θέμα (όπως ο Τάσος Κωστόπουλος στον Ιό της ΕφΣυν) γράφουν ό,τι να ’ναι. Ο Wadleigh, δε, όταν ανέφερε τα περί κοψίματος μιας ώρας στα Επίκαιρα, μάλλον εννοούσε την Νότια Αφρική (και πάντως με τίποτα την Ελλάδα).
Κάποια στιγμή πρέπει να φτιάξω ένα κείμενο για το “Woodstock” στην Ελλάδα (όπως έχω γράψει ήδη για την μπαλαφάρα «Φράουλες και Αίμα»), γιατί γράφονται απίστευτα πράγματα... σε φάση απόλυτης παραπληροφόρησης.
https://www.youtube.com/watch?v=3TOCparsKmw

ASMUNDSEN & CO / RUBBER SOUL QUARTET δύο πολύ ενδιαφέροντα τζαζ άλμπουμ από την Νορβηγία (στο ένα διασκευάζονται Beatles)

ASMUNDSEN & CO: Gnus [Losen Records, 2020]
H νορβηγίδα κοντραμπασίστρια Tine Asmundsen (γνώριμη από τα χρόνια τού Jazz & Τζαζ – υπάρχουν αναφορές και στο δισκορυχείον εννοείται) τιμά, μέσα από τις τελευταίες δουλειές της, σημαντικές προσωπικότητες της τοπικής (νορβηγικής) σκηνής. Έτσι, αν στο “Pastorn” του 2017 είχε επικεντρωθεί στο έργο τού πιανίστα Einar Iversen, μέσω του συγκροτήματός της Asmundsen & Co, τώρα, στο “Gnus”, σειρά έχει ο σαξοφωνίστας (τενόρο & σοπράνο) Vidar Johansen.
Ο Johansen, που βρίσκεται στη σκηνή από τα πρώτα χρόνια του ’70, και που αποτελεί μέλος των Asmundsen & Co (μαζί με τους Magnus Aannestad Oseth τρομπέτα, φλούγκελχορν, Rune Klakegg πιάνο, Tine Asmundsen κοντραμπάσο και Terje Engen ντραμς) τιμάται σ’ αυτό το CD, από τους φίλους και συνεργάτες του, οι οποίοι αποδίδουν οκτώ συνθέσεις του, παρμένες από διάφορες φάσεις της διαδρομής του. Γράφει, εξάλλου, αναλυτικώς για όλα αυτά ο πιανίστας τής μπάντας Klakegg, και παλαιός συνοδοιπόρος του Johansen από το 1973, στο αναλυτικό σημείωμά του στο triple-folded all paper cover.
Ο Johansen είναι βασικά συνθέτης, κάτι που το αντιλαμβάνεσαι αμέσως από τις πρώτες κιόλας νότες τού πρώτου track (“Gnus”), ενώ το εμπεδώνεις 100% με την σπάνια μπαλάντα του “Her [Aner ikke]”, που αμέσως ακολουθεί και που αγγίζει τα εννέα λεπτά. Έξοχος μελωδός, με άψογη θεώρηση και συγκρότηση τού «τζαζ πράγματος», που στηρίζει πολλά στην καταγραφή και λιγότερο στον αυτοσχεδιασμό, χωρίς αυτός να εξορίζεται (εννοείται), ο Vidar Johnansen έχει εδώ να προτείνει αληθινά ωραίες συνθέσεις, με μετρημένα όλα τα tempi, ενσωματωμένες μέσα σ’ ένα post-bop περιβάλλον, μέσω των οποίων διαπρέπουν όλοι οι συνοδοιπόροι του στο σχήμα.
Ο άνθρωπος γράφει, εξάλλου, για τους μουσικούς του, τους οποίους, δι’ αυτού του τρόπου, τιμά και με το παραπάνω, ετοιμάζοντάς τους περιοχές για θαυμάσια soli, ιδίως για τον πιανίστα Klakegg και τον τρομπετίστα / φλουγκελχορνίστα Aannestad Oseth, δίπλα στους οποίους στέκεται και ο ίδιος, εννοείται, με το άλλοτε σκληροτράχηλο και άλλοτε αισθαντικό παίξιμό του.
Μόνον έξοχα κομμάτια εδώ, σαν το “In a dream” (με θαυμάσιο περιγραφικό μπάσο από την Asmundsen) εκεί προς το τέλος τού CD, ένα κατά βάση τραγούδι (είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά το 1985, στο άλμπουμ τής Anne-Marie Giørtz Band “Tigers of Pain”, με λόγια της, Ελληνίδας προφανώς, Eleni Fourtouni), σ’ ένα άλμπουμ, που σε κρατάει σε εγρήγορση από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό του.
RUBBER SOUL QUARTET: Blackbird [Losen Records, 2020]
Το λέει και το όνομά του... Rubber Soul Quartet... οπότε τι θα παίζει, τι θα διασκευάζει; Μα φυσικά... Beatles. Και όντως. Έντεκα τραγούδια των Beatles εξετάζονται εδώ, από διάφορες φάσεις της διαδρομής τού μεγαλύτερου και σημαντικότερου νεανικού συγκροτήματος στην ιστορία της μουσικής, και όχι μόνον από το “Rubber Soul” βεβαίως, καθώς από το συγκεκριμένο LP εδώ «πειράζονται» μόνον τα “Drive my car” και “Norwegian wood (This bird has flown)”.
Αυτοί λοιπόν οι Σκανδιναυοί, δηλαδή οι Bård Helgerud κιθάρες, φωνή, Håvard Fossum σοπράνο & τενόρο σαξόφωνα, Andreas Dreier κοντραμπάσο και Torstein Ellingsen ντραμς, κρουστά, είναι εξαιρετικοί παίκτες. Δηλαδή παικταράδες! Γιατί, άμα διασκευάζουν με τέτοιον ευφάνταστο τρόπο τα τραγούδια των Beatles, που δεν είναι και τα πιο εύκολα του κόσμου, τότε σκέψου πώς θα μπορούσε να αντιμετωπίσουν άλλο, διάφορο και τέλος πάντων παραπλήσιο υλικό.
Jazz, ναι, υπάρχει εδώ, αλλά jazz, που έχει ενσωματωμένη μια ποπ διάσταση, η οποία δεν εγκαταλείπεται μέχρι και το τέλος του άλμπουμ. Γιατί εδώ έχουμε διασκευές, 3λεπτες, 4λεπτες και 5λεπτες, που δεν απομακρύνονται και τόσο από την διάρκεια των πρωτότυπων συνθέσεων, άρα έχουμε-ακούμε λελογισμένες παρεμβάσεις και πολύ συγκεκριμένες αυτοσχεδιαστικές λύσεις, χωρίς ποτέ να χάνεται η αρμονία των κομματιών και βεβαίως οι αναγνωρίσιμες σε όλους μελωδίες.
Το ρεπερτόριο είναι το γνωστό τοις πάσι. “I feel fine”, “She’s leaving home”, “Yellow submarine”, “Here comes the sun”, “Drive my car”, “Blackbird”, “Ob-la-di, ob-la-da” και τα λοιπά. Τα παιξίματα, το ξαναλέμε, είναι εντυπωσιακά, και ανάμεσα στα δύο (από τα έντεκα) τραγούδια που ακούγονται εδώ, το “Norwegian wood (This bird has flown)” και το “Honey pie”, μπορείτε ν’ ακούσετε μερικά θαυμάσια ορχηστρικά... από jazz-pop μέχρι gypsy swing και από jazz-funk μέχρι μποσανόβες... δίχως ποτέ να χάνεται από τ’ αυτιά σας η «μπητλική μαγεία».
Και ναι, δεν θέλει ερώτημα, το “Blackbird” είναι ένα απολύτως απολαυστικό CD!
Επαφή: www.losenrecords.no

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021

KATRAME σύγχρονο ελληνικό dark-wave

Ελληνικό συγκρότημα είναι οι Katrame, ένα τρίο, το οποίον αποτελούν οι Μιχάλης Παπουλάκος φωνή, beats, σύνθια, Νάσος Φροντιστής μπάσο, φωνητικά και Νίκος Προμπονάς κιθάρες. Το Sose [Amour Records / MINOS EMI-Universal, 2020] φαίνεται πως είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους – ένα CD αποτελούμενο από οκτώ tracks, ανεξάρτητης παραγωγής, σε συνεργασία με την MINOS EMI / Universal.
Τα τραγούδια είναι αγγλόφωνα, και αν κρίνουμε από την ονομασία του γκρουπ, πρώτα-πρώτα, είναι... κατράμι. Τέλος πάντων ανήκουν σ’ εκείνο το στυλ που αποκαλούμε dark-wave
Αυτός είναι ένας καλός χαρακτηρισμός, κυρίως γιατί κεντράρει στις βασικές επιρροές του γκρουπ που έρχονται κατ’ ευθείαν από τα 80s, αλλά στην πράξη μπορεί να λειτουργήσουν και άλλοι όροι, που να έχουν να κάνουν με την synth-pop ή το synth-rock, με το electro κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν,  να είμαστε απολύτως ακριβείς εν σχέσει με τους Katrame, αλλά να επιχειρήσουμε να δούμε και να περιγράψουμε την πιο γενική εικόνα – και αυτή η εικόνα είναι dark, σκοτεινή.
Οι Katrame δίνουν ξεχωριστή σημασία στα beats που είναι βαριά και βαθιά (φυσικά ντραμς δεν υπάρχουν στην ηχογράφηση), με το μπάσο να παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, κάθε φορά, στην απόδοση των ατμοσφαιρών, φθάνοντας πολλές φορές με το βάθος του, έως τα όρια του dub.
Στην ίδια λογική τόσο οι (ρομαντικοί κ.λπ.) στίχοι, όσο και οι ερμηνείες, όπως και η γενικότερη αντίληψη-παραγωγή, που επενδύει στην σκοτεινή ατμόσφαιρα, με το υπερτονισμένο ρυθμικό τμήμα, τις καλές-ωραίες μελωδίες και τις σίγουρες ερμηνείες.
Πολύ καλό το “Crossroads” (ίσως το πιο Depeche Mode-ικό κομμάτι των Katrame στην ανάπτυξη και την απόδοσή του), εξίσου ενδιαφέρον το “All that you want” (με τα ποικίλα dub στοιχεία) και γενικώς ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, το οποίον υπερβαίνει το ενδιαφέρον που παραδοσιακά δείχνουν για τα συγκεκριμένα ακούσματα οι συνήθεις «εϊτάδες».
Επαφή: www.katrame.bandcamp.com/album/sose

DRAPERY BAND της «ροκ αναβίωσης»

Drapery Band είναι δύο άνθρωποι βασικά, ο Γιώργος Παπαδόπουλος (γνωστός από τους Your Hand in Mine) και ο Νίκος Κορτιμανίτσης – με τον Μάνο Μυλωνάκη (το άλλο μισό των Your Hand in Mine) να παίζει πιάνο, ως guest, στα τρία από τα έξι tracks αυτού του mini-CD. Πού είναι τι; Βασικά ένα... αμερικάνικο σετ τεσσάρων τραγουδιών και δύο ορχηστρικών, άψογων από αισθητικής πλευράς και τέλεια ερμηνευμένων.
Ο ήχος των Drapery Band είναι ο «αναβιωτικός» ροκ ήχος των 80s. Συγκροτήματα όπως οι Green on Red, οι Dream Syndicate, οι Thin White Rope και άλλα τινά της εποχής φαίνεται πως έχουν επηρεάσει έντονα τους φίλους μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι – δεν σημαίνει κάτι, επειδή οι επιρροές από μόνες του δεν αρκούν για να συντεθούν και να καταγραφούν μερικά εξαιρετικά κομμάτια, όπως είναι αυτά που ακούμε στο Black Loone [Inner Ear, 2020]. Και το λέμε τούτο παραβλέποντας (και) τις ευρύτερες αναφορές του ντούο, που μπορεί να ενσωματώνουν στοιχεία από το surf, το folk, ακόμη και τους λεγόμενους ψυχεδελικούς ήχους, κάνοντας τα τραγούδια του ακόμη πιο «γεμάτα» και πιο «προσωπικά».
Έχοντας επίσης ως προτέρημα την μικρή ποσότητα, που σημαίνει πυκνό, στιβαρό, δουλεμένο και ξαναδουλεμένο υλικό, που αναπτύσσεται δίχως χάσματα και πλατειασμούς, οι Drapery Band, με λίγα μέσα, με πολύ λίγα μέσα, κατορθώνουν να δώσουν μερικά εξαιρετικά κομμάτια, όπως είναι τα “Lord under” και “The world is blind” για παράδειγμα (και λέμε «για παράδειγμα», για να μην αναφέρουμε, τον έναν μετά τον άλλον, όλους τους τίτλους τού άλμπουμ), αποδεικνύοντας, από την μια μεριά, πόσο μετράνε σαν τραγουδοποιοί, σαν μελωδοί κ.λπ., και από την άλλη πόσο αποφασισμένοι είναι στο να περιφρουρήσουν το στυλ τους, δίχως ανακολουθίες και εκπτώσεις.
Το “Black Loone”είναι ένα εξαιρετικό CD!
Επαφή: www.inner-ear.gr

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 336

14/1/2021
>>2. Πειθαρχικά παραπτώματα για τους φοιτητές συνιστούν:
ε) η χρήση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων, των εγκαταστάσεων, των υποδομών και του εξοπλισμού του ιδρύματος χωρίς την άδεια των αρμόδιων οργάνων του,
στ) η χρήση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων, των εγκαταστάσεων, των υποδομών και του εξοπλισμού του ιδρύματος για την εξυπηρέτηση σκοπών που δεν συνάδουν με την αποστολή του, καθώς και η διευκόλυνση τρίτων για την τέλεση της πράξης αυτής,
ζ) η με οποιονδήποτε τρόπο ρύπανση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανόμενης και της ηχορύπανσης<<

[από το νέο νόμο για τα πανεπιστήμια των Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη]
>>Φοιτηταί προτιθέμενοι, εν τη ιδιότιτι αυτών, να προσκαλέσουν δημοσία ή και μη φοιτητάς, όπως συμμετάσχουν εις εορτάς, τελετάς, διαλέξεις ή εκδρομάς, θεατρικάς παραστάσεις ή συναυλίας ή άλλας διοργανώσεις, παρασκευαζομένας είτε υπ’ αυτών των προσκαλούντων είτε υπό άλλων, υποχρεούνται να ζητήσουν εγγράφως προ τριών τουλάχιστον ημερών παρά του Πρυτάνεως την προς τούτο άδειαν. Οι παραλείποντες τούτο και οι παρά την άρνησιν του Πρυτάνεως παραβαίνοντες εις τας ανωτέρω ενεργείας τιμωρούνται πειθαρχικώς<<
[από το σχετικό χουντικό νομοθετικό διάταγμα 93/1969]
Ζηλεύουν τη χούντα, και γι’ αυτό πράττουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να την ξεπεράσουν. Το έχουν αποδείξει πολλάκις...

13/1/2021
Ο Γ.Γ. Παπαϊωάννου (1915-2000) ήταν, πρέπει να ήταν, μια μυστήρια προσωπικότητα, που για δεκαετίες έπαιξε μεγάλο ρόλο στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου (σ’ ένα πιο υπόγειο κύκλωμα), και ιδίως σ’ εκείνα που αφορούσαν στην εγχώρια «σοβαρή μουσική» και στην επικοινωνία των Τεχνών μεταξύ τους (το περιβόητο Gesamtkunstwerk).
Υπήρχαν άνθρωποι του χώρου που τον σέβονταν και τον εκτιμούσαν, παρότι οι βασικές σπουδές του δεν ήταν μουσικές-μουσικολογικές, αλλά αρχιτεκτονικές (ήταν μηχανικός ο Παπαϊωάννου), ενώ άλλοι τον αντιμετώπιζαν με σκωπτικό πνεύμα, υποτιμώντας το έργο του και τον ακατανόητο (για κείνους) τρόπο που δούλευε (συχνά με στοιχεία λογικών διαγραμμάτων, διαγραμμάτων ροής κ.λπ., πολύ συνηθισμένα στους μηχανικούς που αναλύουν ή και προβλέπουν).
Ο Παπαϊωάννου εθεωρείτο ειδικός επί του Σκαλκώτα και του «σκαλκωτικού» έργου γενικότερα (με διαλέξεις, εκθέσεις, βιβλία κ.λπ.), αλλά με κάτι τέτοιες φωτογραφίες, όπως αυτή που βλέπουμε εδώ, που τον δείχνει να ποζάρει μπροστά από το Αρχείο Σκαλκώτα, στο οποίο είχε δώσει μορφή... χρηματοκιβωτίων, παρείχαν χώρο σε κάποιους για να τον αμφισβητήσουν ή και να τον περιγελάσουν.
[τη φωτογραφία τη βρήκα τυχαία, ψάχνοντας για κάτι άλλο, όμως έχει ενδιαφέρον και γι' αυτό την σκάναρα και την προβάλλω]

12/1/2021
Μέγιστη τραγουδίστρια η Μαρινέλλα. Και λέμε τώρα... αφού χώρισε από τον Στέλιο και μετά. Άσε το πριν... Και γιατί είχε φωνάρα (κι ακόμη έχει!), και γιατί έμαθε τις Ελληνίδες πώς πρέπει να τραγουδούν, να στέκονται και να κινούνται στις πίστες, γιατί μέχρι να τα διδάξει αυτά η Μαρινέλλα όλες κάθονταν ή στέκονταν... σαν να κλαίγανε τον μακαρίτη. Και μόνο ότι έχει τραγουδήσει τα γνωστά αριστουργήματα του Ζαμπέτα και του Άκη Πάνου (άιντε και του Πλέσσα) τις κάνει όλες να τρέχουνε ξωπίσω της. Πολλοί την υποτιμούν. Την θεωρούν κατώτερη ρεπερτοριακά και από την Μοσχολιού, και από την Αλεξίου και από την Γαλάνη, ου μην αλλά και από τον Αρβανιτάκη (αν είναι δυνατόν). Η Μαρινέλλα δεν έπεσε στην «παγίδα» (για ’κείνη) του «έντεχνου». Έμεινε πιστή στο μπελκάντο, τόλμησε πράγματα, τα οποία ούτε κατά διάνοια θα τα τολμούσαν οι συνοδοιπόρισσές της τόσο πρώιμα (π.χ. το Ρεσιτάλ με τον Χατζή, το 1976), ενώ ήταν πάντα ασυναγώνιστη στα live (η φωνάρα της δεν θα μπορούσε να την προδώσει ποτέ), δίνοντας κατά καιρούς, κι εκεί όπου δεν το περίμενες, καταπληκτικά τραγούδια. Σαν κι αυτό...
https://www.youtube.com/watch?v=-VNi9tBoXjo

12/1/2021
Και όμως υπάρχει πιθανότητα να τον κλ@σουνε ακόμη και γι’ αυτό (όπως για τόσα άλλα).
Που ο κόσμος το ’χει τούμπανο εν τω μεταξύ, και που οι χατζηαβάτες του Μαξίμου το χρεώνουν στον Μητσοτάκη...

12/1/2021
>>Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φροντίζει κάθε μήνα να γεμίζει με μετακλητούς τις θέσεις του κράτους, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο και τακτοποιώντας τα γαλάζια παιδιά ● Για τον μήνα Οκτώβριο, σύμφωνα με τα στοιχεία του apografi.gov.gr, ο αριθμός των μετακλητών έφτασε τους 2.965! ● Στα 65 εκατ. ευρώ το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας ● Αύξηση 236% στο κόστος των γενικών γραμματειών που υπάγονται στον πρωθυπουργό ● Ιλιγγο προκαλούν τα χρήματα που δίνονται για υπερωρίες στην Προεδρία της Κυβέρνησης.<<

12/1/2021
Ένα βλακώδες κείμενο για τον Έλβις Πρίσλεϋ (ότι μπορεί να ζει κ.λπ.), πηγμένο στις αρλούμπες, και τις συνωμοσιολογίες, που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ανεβεί στην... Ελεύθερη Ώρα ανέβηκε στην AV, πριν από 4 μέρες (εγώ πριν από λίγο το διάβασα).
Από τη μια το παίζουνε «προχωρημένοι», προστάτες της ορθής σκέψης και πολέμιοι των fake ασυναρτησιών και από την άλλη δημοσιεύουν μια τέτοια απίστευτη χλαπάτσα. Αλλά για τα θέματα της μουσικής δεν νοιάζονται, καταπίνουν και ελέφαντες. Πολάκη δώσε τους, Καρανίκα, Τραμπικούς κ.λπ. Με τέτοια ξεθυμαίνουν. Με τέτοια παριστάνουν την ιντελιγκέντσια.

ΡΙΖΑ Χ Αντιγόνη

Η τετραγωνική ρίζα του χ ή απλούστερα Ρίζα Χ είναι ένα ελληνικό ροκ συγκρότημα, το οποίο αποτελούν πέντε βασικοί μουσικοί, πέραν των guests, που εμφανίζονται σε ορισμένα τραγούδια. Τα ονόματά τους: Σέμης Παπαϊωάννου φωνή, κιθάρα, Νέστορας Αποστολόπουλος ηλεκτρική κιθάρα, Γιώργος Γκαρτζόπουλος ντραμς, φωνητικά, Τέρρυ Μαυρίδης μπάσο και Κωνσταντίνος Σιαχάμης πλήκτρα. Οι Ρίζα Χ έχουν κυκλοφορήσει ένα ακόμη άλμπουμ, το 2015, το «Πορφυρές Εικόνες» (υπάρχει review στο δισκορυχείον), οπότε μ’ αυτό το CD, που περιέχει δώδεκα τραγούδια, σε μουσικές και στίχους του Σέμη Παπαϊωάννου, κάνουν την δεύτερη έξοδό τους στην δισκογραφία.
Η «Αντιγόνη» [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2019] είναι ένα κλασικό, ένα τυπικό άλμπουμ ελληνικού ροκ. Αυτό σημαίνει πολλά, ενδεχομένως, πράγματα. Βασικά σημαίνει την πίστη, τη θέληση, την ανάγκη, να εκφραστούν καθημερινές καταστάσεις (ερωτικές, σχέσεων, κοινωνικές κ.λπ.) με άξονα το
rock, την ηλεκτρική μουσική, και με στίχο γραμμένο στην γλώσσα μας. Επίσης σημαίνει ένα σωστό δόσιμο στην ερμηνεία (στο τραγούδι) και φυσικά σημαίνει την ανάλογη προσφορά στο οργανικό κομμάτι, με τις κιθάρες να βρίσκονται μπροστά, με τα πλήκτρα να «γεμίζουν» τον ήχο και με το ρυθμικό τμήμα να κρατάει γερά τις θέσεις. Υπάρχει, λοιπόν, η θέληση από τους Ρίζα Χ να προσφέρουν κάτι διαφορετικό, έχοντας οπωσδήποτε ειλικρινείς προθέσεις, παρότι το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα, κάθε φορά, αυτό που πρέπει να είναι.
Θέλουμε να πούμε πως πέρα από την μάλλον τυπική ηχογράφηση-παραγωγή, κάποια ζητήματα μπορεί να βελτιωθούν ακόμη και σε σχέση με τους στίχους (στο μέτρο, στις συλλαβές, στις ομοιοκαταληξίες), όπως και σε σχέση με τις ερμηνείες, που ορισμένες φορές ακούγονται κάπως υπερβολικές. Υπάρχει το «δράμα» στους στίχους οπωσδήποτε, που οδηγεί προς τα ’κει, αλλά χρειάζεται προσοχή, ώστε η ισορροπία να είναι αυτή που πρέπει.
Κάθε συγκρότημα έχει το περιθώριο να βελτιώνεται, αποκτώντας στην διαδρομή όλο και πιο «προσωπικά» χαρακτηριστικά. Και αυτή η παραδοχή αφορά και στην περίπτωση των Ρίζα Χ, ενός γκρουπ με διάθεση να προσφέρει και με τραγούδια που μπορεί να κάνουν την διαφορά – όπως το σχεδόν 8λεπτο, ίδιο με τον τίτλο του άλμπουμ, «Αντιγόνη» και το τελευταίο της σειράς «Ο ερασιτέχνης».
Επαφή: www.facebook.com/semispapaioannou
 
[πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Yellow Box #5, Δεκέμβριος 2020-Ιανουάριος 2021]

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΡΝ «Η πικραγαπημένη» και τα υπόλοιπα τραγούδια που ερμήνευσε – σήμερα συμπληρώνονται 23 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου ηθοποιού

Το 2021, εκτός των άλλων, είναι και «έτος Δημήτρη Χορν». Δεν είμαστε σίγουροι αν κάτι έχει ήδη ειπωθεί επίσημα, από φορείς κρατικούς ή μη, όμως εφέτος, και πιο συγκεκριμένα στις 9 Μαρτίου, συμπληρώνονται 100 χρόνια από την γέννηση τού μεγάλου ηθοποιού. Το παρόν κείμενο, που δημοσιεύεται με αφορμή την συμπλήρωση 23 ετών από τον θάνατο τού Δημήτρη Χορν (16 Ιανουαρίου 1998), ας ιδωθεί ως ένας πρώτος, μικρός φόρος τιμής στο έργο και τη μνήμη του.
Ο Δημήτρης Χορν, αναφορικά με τα δικά του καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, ζούσε μόνο για το θέατρο. Τίποτα δεν τον ενδιέφερε περισσότερο από το θέατρο, και όλα τα υπόλοιπα, με τα οποία είχε καταπιαστεί κατά καιρούς, και για λίγο, τα υποτιμούσε.
Και τον κινηματογράφο, και την τηλεόραση εννοείται, ακόμη και τον ρόλο του ως τραγουδιστής, όπως και το ραδιόφωνο.
Παρότι θα μπορούσε να διαπρέψει σε όλα, επιχειρώντας πολλές παράλληλες πορείες (κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, δισκογραφικές κ.λπ.), στην πράξη έμεινε μακριά από τα πάντα, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’60 και μετά, ενώ αυτό το «από τα πάντα» περιλαμβάνει κατά κάποιον τρόπο ακόμη και το θέατρο, αφού κι εκεί, τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής του, οι εμφανίσεις του υπήρξαν μάλλον λίγες και σποραδικές.
Γενικώς, θα λέγαμε πως ο Δημήτρης Χορν δεν αναλώθηκε και αυτό μεγεθύνει ακόμη περισσότερο την υστεροφημία και τον θρύλο του. Όπως είχε πει και ο ίδιος (περιοδικό Ο Ταχυδρόμος, τεύχος #1177, 18 Νοεμβρίου 1976):
«Με τον κινηματογράφο δεν τα πήγαινα ποτέ καλά. Δεν τον αγάπησα και δεν με αγάπησε ούτε αυτός. Και σαν θεατής ακόμα προτιμώ το θέατρο. Ούτε στην τηλεόραση θα ήθελα να παίξω. Επιδιώκω τη ζωντανή επαφή με το κοινό. Η κάμερα με παγώνει. Ακόμη και το ραδιόφωνο, στο οποίο είχα δουλέψει στο παρελθόν, δεν μου είπε ποτέ τίποτα».
Στην δισκογραφία ο Δημήτρης Χορν, αν και ενέδωσε ελάχιστα, έγραψε και εκεί ιστορία. Όλος ο κόσμος ξέρει τα τραγούδια που έχει ηχογραφήσει – αν κι εδώ, σ’ αυτή τη φράση, θα πρέπει να βάλουμε έναν «αστερίσκο». Και κάπως έτσι, στη συνέχεια, θα ασχοληθούμε και με τον «αστερίσκο».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/music_articles/309944/i-pikragapimeni-kai-ta-ypoloipa-tragoydia-poy-ermineyse-o-dimitris-xorn

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ singles 2017-2020

Ο Δημήτρης Μητσοτάκης είναι γνωστός στους φίλους τού ελληνικού ροκ όχι μόνον από την παρουσία του στους Ενδελέχεια, μα και από τις επόμενες δουλειές του (με άλλα σχήματα ή και τις πιο προσωπικές). Μάλιστα, για κάποια απ’ αυτά τα άλμπουμ έχουμε γράψει κατά καιρούς και στο blog
Το πιο πρόσφατο CD τού Μητσοτάκη είναι προσωπικό, τιτλοφορείται «Δεν Χωράμε Όλοι (Singles 2017-2020)» [Mετρονόμος, 2020], περιλαμβάνει δώδεκα + ένα tracks, τα οποία είχαν πρωτοεκδοθεί σε ψηφιακή μορφή, ανάμεσα στα χρόνια 2017-2020 και που τώρα μαζεύονται όλα μαζί, προκειμένου να συγκροτήσουν ένα άλμπουμ.
Γενικώς, να πούμε πως τα τραγούδια από ηχητικής πλευράς είναι rock – είναι αυτό που αποκαλούμε «ελληνικό ροκ» και μάλιστα στον απόλυτο βαθμό του. Ελληνικός στίχος και μάλιστα κοινωνικοπολιτικός, πολλές και βασικές αναφορές στην παράδοση, παίξιμο... έντεχνα βαρβάτο, μια ύλη τέλος πάντων που φέρνει στη μνήμη συχνά την τραγουδοποιία τού Παύλου Σιδηρόπουλου.
Εντάξει, η επιρροή είναι φανερή, αλλά ο Μητσοτάκης δεν είναι ένας αδιάβαστος νεανίας, που τελεί υπό «σιδηροπουλική» αφασία. Έχει προσωπικότητα σαν δημιουργός, και τα τραγούδια του, παρότι κινούνται σ’ έναν δύσκολο στιχουργικώς δρόμο – και μάλιστα, δίχως να γίνονται ποτέ φτηνά καταγγελτικά– έχουν νόημα. Ιδιαίτερο νόημα.
Πρώτα-πρώτα λέμε για καλές συνθέσεις, για καλά τραγούδια, όχι για κάτι που είναι... τραβηγμένο από τα μαλλιά. Και οι μελωδίες, μα κυρίως τα λόγια –παρότι σ’ αυτά ούτε διαβάζεις, ούτε ακούς τίποτα φοβερά νοήματα, διατυπωμένο με αναπάντεχο τρόπο– έχουν στόχο. Και τον στόχο αυτό, που έχει πολιτική, προοδευτική βάση, τον υπηρετούν από καλά και πάνω.  
Υπάρχουν πολλά τέτοια στιχάκια που έχουν αξία εδώ – αν κι εμένα μου άρεσε περισσότερο ένα που είναι κάπως «παπαδοπουλικό» (εννοώ τον Λευτέρη Παπαδόπουλο), το «Στην Καλλιθέα» («Θησέως και Δαβάκη / καρφώσανε τον Τάκη / και κάτω στο ποτάμι τον Άρη δώσανε / κι εμείς στου Βελισάρη / σκυφτοί στο κατοστάρι / από όσους μας φιλήσαν ποιοι μας προδώσανε;»).
Γενικώς, αυτές οι διαφορετικές και κάπως... αντιμαχόμενες αναφορές, που τις εντοπίζεις εδώ κι εκεί, προσθέτουν κι άλλα μπόνους στα τραγούδια τού Μητσοτάκη, που κυλάνε «μια χαρά» και που θα μπορούσε να παίζουν άνετα «εμπλοκή» στα... αριστερά ραδιόφωνα. Δεν ξέρω αν συμβαίνει. Μα αν δεν συμβαίνει... κακώς δεν συμβαίνει.
Είναι τραγούδια καλά, το ξαναλέω, καθότι καταπιάνονται με πράγματα δύσκολα, τα οποία φέρουν εις πέρας παλικαρίσια, δίχως εμφανείς τριγμούς και πρόχειρες διατυπώσεις.
Δυστυχώς το τελευταίο track του άλμπουμ, το «Κούλη, θ’ αλλάξω επίθετο (extended version)», με το ευτράπελο ύφος του, χαλάει (ελαφρώς) την γενική εντύπωση, που είναι παραπάνω από «καλή» έως και «πολύ καλή», αλλά δεν πειράζει. Εξάλλου το τραγούδι προσφέρεται ως bonus track… και υπό αυτήν την έννοια το αγνοείς, άμα θέλεις.
Επαφή: www.metronomos.gr

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 335

12/1/2021
H Ελευθερία Αρβανιτάκη τού το είπε του Χατζηνικολάου ότι είχε γίνει εξώφυλλο στο Folk Roots, το ήξερε ο ίδιος ή έχει άτομα από πίσω και ψάχνουν και του τα δίνουν έτοιμα;
Τέλος πάντων η Αρβανιτάκη (που εμένα δεν μου αρέσει η φωνή της, και βασικά, και γενικά, δεν μπορώ να την ακούσω) έπεσε πάνω στο ethnic ξεσάλωμα των μέσων του '90, όταν έκανε εκείνο το «δυνατά δυνατά» με Dinkjian-Νικολακοπούλου, τρώγοντας στη στροφή την Πρωτοψάλτη με τα δικά της «τσιγγάνικα» που ναι μεν είχαν προηγηθεί, αλλά είχαν πέσει σε λάθος timing, βρίσκοντας δι’ αυτού του τρόπου μια διέξοδο (η Αρβανιτάκη), ώστε σιγά-σιγά να περάσει και σε κάποιο κοινό της αλλοδαπής.
Προσωπικά, αυτά τα τραγούδια που έλεγε τότε η Αρβανιτάκη και χάλαγε κόσμο τα βαριόμουν ανεπανόρθωτα, πέρα από τα παιξίματα, που ήταν ωραία, ok, αλλά ρε φίλε άλλο το παίξιμο ενός μουσικού και άλλο το τραγούδι. Όταν, δε, συνδυάζονται παιξίματα με τραγούδια, αλλά τα τραγούδια είναι λιμά, τότε και τα παιξίματα μοιάζουν ξεκομμένα και πάνε κι αυτά κατά διαόλου. Πρέπει να είναι όλο το πακέτο υψηλού δυναμικού, αλλιώς το πράγμα «μπάζει» και κάπου τελματώνει.
Η ευκαιρία να βγει προς τα έξω ένα δικό μας ethnic-jazz-rock, σοβαρό, με παιξίματα, με στίχους, με μουσικές και με τραγούδια, ικανό να ταράξει, τότε, το παγκόσμιο μουσικό περιβάλλον, χάθηκε μια για πάντα, όταν ο Σαββόπουλος με τα Μπουρμπούλια δεν κατάφεραν, τελικά, να εμφανιστούν στο Newport Jazz Festival, το 1971.

11/1/2021
Το 1975 ο Καφάσης ήταν «στο μηδέν» ως τραγουδιστής. (Τα λέμε για τους νεότερους αυτά). Για να πουλούσε, λοιπόν, ο πρώτος δίσκος του θα έπρεπε ο κόσμος να κάνει τη σύνδεση με τον ήρωα της τηλεοπτικής «Γειτονιάς», που έσκιζε σαν σίριαλ. Εξ ου και το εξώφυλλο με το καντράν της TV και τον... Ιωνάθαν φάτσα-μόστρα. 
Γιατί και τα αριστουργήματα θέλουν το σπρώξιμό τους, αλλιώς πολλά απ’ αυτά θα τα φάει το μαύρο σκοτάδι...
[τρελά φραγκοδίφραγκα στα τζουκ-μποξ της εποχής]
https://www.youtube.com/watch?v=PkCimxeLf9M

11/1/2021
Κάτι έψαχνα... και θυμήθηκα μια παλιά ιστορία μ’ έναν γάλλο τραγουδοποιό, τον Louis Gasté, ο οποίος είχε κατηγορήσει το 1960 τον Μάνο Χατζιδάκι πως του είχε κλέψει (ο Χατζιδάκις του Γάλλου) μουσικά μέτρα από το τραγούδι του “Le bal aux Baléares” (το είχε πει η σύζυγός του Line Renaud το 1953), τα οποία και είχε ενσωματώσει (o Χατζιδάκις) στα οσκαρικά «Παιδιά του Πειραιά». Η υπόθεση είχε φθάσει στα γαλλικά δικαστήρια, αλλά ο Χατζιδάκις είχε αθωωθεί...
https://www.youtube.com/watch?v=EsItyWvxaZI

10/1/2021

Κοκαΐνη

Απ’ την κραιπάλη που με πλάκωσε βαριά,
παράλυτος μ’ εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θα ‘ρθει να με σώσει μια νυχτιά;

Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ’ τον έκλυτό μου βίο…
Αντίο…

Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ’ απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.

(Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων…)

Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη…

Γύρε σιμά και δώσ’ μου το χεράκι σου
να τ’ ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου,
Κυρά μου

Απ’ την κραιπάλη που με πλάκωσε βαριά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ‘ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου

Η απόλαυσή σου έντονη σαν βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.


Μάριος Βαϊάνος (1928)
10/1/2021
Progressive rock a la americana. Απίστευτες συνομιλίες ανάμεσα σε ηλεκτρική κιθάρα και όργανο σ' ένα συγκλονιστικό (διπλό) δίσκο.
Δεν είδαμε Allman Brothers ζωντανούς το 1971... τίποτα δεν έχουμε δει.
https://www.youtube.com/watch?v=7rQWh62VUHE

9/1/2021
Ωχ, μανούλα μου... διαλύουν και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Ό,τι έχει απομείνει που λειτουργεί το έχουν βάλει στο μάτι. Θέλουν όλα να τα κάνουν σαν τα... τυροπιτάδικα του κυρ-Γρηγόρη.
>>Ειδικότερα, καταργήθηκαν οι στόχοι για παράδοση την επόμενη ημέρα από την κατάθεση (D+1) για το 87% της αλληλογραφίας και για τρεις ημέρες μετά την κατάθεση (D+3) για το 98% της αλληλογραφίας. Οι νέοι στόχοι είναι μέχρι τρεις ημέρες (D+3) για την παράδοση του 90% και μέχρι πέντε ημέρες (D+5) για το 98%.<<
>>Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθεί το συνολικό πρόγραμμα λειτουργίας των ΕΛΤΑ. Όπως έγινε γνωστό κατά την διάρκεια πρόσφατης ενημέρωσης των εργαζομένων το σχέδιο προβλέπει ότι από τα 670 ταχυδρομικά καταστήματα που βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία θα παραμείνουν περίπου 200 και τα υπόλοιπα θα λειτουργήσουν με franchise και πρακτόρευση.<<

9/1/2021
30 χρόνια μετά... Θα ήμουν εκεί, αν μπορούσα να ταξιδέψω, ήμουν εκεί, δίπλα-κοντά στα σχολεία, 30 χρόνια πριν...

8/1/2021
όλα κάτι έχουν να μας πουν
όλα τα γελοία παρατράγουδα κι όλες οι πουτάνες που καλύπτονται με το βέλος της παρθενίας
φτάσαμε ως εδώ γαμημένοι γελωτοποιοί των αφαλών των πόλεων
στραπατσαρισμένοι εσείς που ευλογάτε τον κόσμο με το σημείο του σεξ
 
κι είπε με τη φωνή των ακουστικών συνθέσεων
ησυχία βαθιά-γαλήνη ησυχία
κι ύστερα
το δικό σου τέλος
 
δε θα σε δω γιατί θέλω να σκεφτείς και να γίνεις άντρας
στου πολύφημου τ’ όνομα κρυφέ αγιογδύτη
κι είπε
στο διάβολο τα γεννητικά όργανα κι οι εβδομαδιαίες απολαύσεις των
το θέρος το βαφτίσανε με την σημασία των καλών
λέξεων και του προστάγματος την αλαγή
να γίνει ένα με τους κωφάλαλους
στο διάβολο οι ψευτιές
 
δε θέλουμε να ζήσουμε
όχι
θέλουμε να σας δούμε στο μέλον με την ελεύτερη δημιουργική δύναμή σας


[Αναστάσης Μάστορας, απόσπασμα από την «Συνοδία» του 1967]

Σκοτεινή ποιητική-λογοτεχνική μορφή, ο Αναστάσης Μάστορας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945, για να μετακομίσει στο Τορόντο το 1968 και να ανακατευθεί με το εκεί ποιητικό κύκλωμα. Έχει κυκλοφορήσει διάφορα βιβλία (και στην Ελλάδα), μάλλον δυσεύρετα, ενώ στον Καναδά συνεργάστηκε και με τον ποιητή bpNichol, ο οποίος ανθολογεί τον Μάστορα στο καναδικό βιβλίο του “The Story so four” τού 1976. Να πούμε με την ευκαιρία πως στον Nichol ανήκει κι ένα από τα πιο «σκληρά» poetry / experimental άλμπουμ, που ηχογραφήθηκαν στον Καναδά, κατά την διάρκεια της psychedelic era (λέμε για το “Motherlove” στην εταιρεία Allied το 1968).

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ το σάουντρακ για την ταινία «Ιερόσυλοι»

Η ταινία Sacrilege ή επί το ελληνικότερον Ιερόσυλοι είναι παραγωγής 2017, σκηνοθετημένη από την Μάρσα Μακρή και με σάουντρακ συντεθειμένο από τον Νίκο Ξυδάκη. Η ταινία προβλήθηκε στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου 2017), ενώ η μουσική της βραβεύτηκε ως “best soundtrack” στο Otrando Film Fund Festival το 2018. Αυτή ακριβώς η μουσική κυκλοφορεί τώρα (2020) σ’ έναν δίσκο βινυλίου (200 αριθμημένα αντίτυπα) από την B-Other Side Records. Με τι έχει να κάνει η ταινία; Μεταφέρουμε το μικρό κείμενο από το filmfestival.gr:
«Έγκλειστοι στο γηρασμένο διαμέρισμά τους, ένα αλλόκοτο ζευγάρι περιτριγυρίζεται από φανταστικά και πραγματικά πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος μπορεί να σώσει τους αμαρτωλούς... Ένας φαύλος κύκλος φόβου, πίστης, ενοχών, μοχθηρίας, παραπλάνησης και αποπλάνησης. Το μίασμα πρέπει να ξορκιστεί. Μια δίνη παράνοιας, κωμικού και γκροτέσκο. Υπάρχει ελπίδα για λύτρωση;».
Την ταινία δεν την έχουμε δει, συνεπώς πλήρης κριτική δεν μπορεί να υπάρξει –δεν μπορεί να κριθεί, δηλαδή, το δέσιμο της μουσικής με την εικόνα– μπορεί να υπάρξει όμως μια περιγραφή του σάουντρακ, έτσι όπως αυτό είναι αποτυπωμένο στο βινύλιο, και αυτό θα επιχειρήσουμε.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο Νίκος Ξυδάκης δεν είναι «τωρινός» στο σινεμά. Θυμάμαι ακόμη, πολύ καλά, τη μουσική του από την ταινία Μανία (1985) του Γιώργου Πανουσόπουλου, ελαφρώς τη μουσική του από την Όλγα Ρόμπαρντς (1989) του Χρήστου Βακαλόπουλου... και δεν θυμάμαι κάτι άλλο (παρότι υπάρχουν κι άλλα). Φαίνεται, όμως, πως η συγκεκριμένη μουσική του, στην ταινία Ιερόσυλοι εννοούμε, δεν σχετίζεται με τα όποια και όσα προηγούμενα. Τι την διαφοροποιεί; Προφανώς ο ήχος της.
Το soundtrack, κατ’ αρχάς, δεν ανακαλεί τις μουσικές του Νίκου Ξυδάκη, που μας είναι γνωστές από τους δίσκους και τα τραγούδια του – είναι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, ίσως και κάτι αλλόκοτο, μα σίγουρα, και πάντα, στενά κινηματογραφικό.
Επίσης το γεγονός πως το σάουντρακ αποτελείται από 15 tracks στην πρώτη πλευρά και από 11 στην δεύτερη, σύνολο 26, δείχνει πως εδώ δεν έχουμε κάποια «θέματα», που εναλλάσσονται, με τις παραλλαγές τους, σε κάποιες σκηνές, κάποιο λάιτ μοτίφ, αλλά μια μουσική με συνεχή ροή, που προφανώς κινείται παραλλήλως με την δράση. Τώρα, πώς ακριβώς σχετίζεται με την δράση, αν την σχολιάζει, αν την επιτείνει, αν την προκαλεί, αν την ανατρέπει κ.λπ., γι’ όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού δεν βλέπουμε, συγχρόνως, και το φιλμ (με «κολλημένη» την μουσική επάνω του).
Μένει, λοιπόν, η «σκέτη» η μουσική, που είναι σκληρά κινηματογραφική (καταλαβαίνουν όλοι τι εννοούμε), στηριγμένη σε λίγα όργανα, και βασικά στα πλήκτρα (χειρίζονται οι Δημήτρης Μπουζάνης, Νίκος Ξυδάκης, Γιάννης Γκίκας) και ακόμη στα ηλεκτρονικά και τις κιθάρες (Μπάμπης Νίκου).
Έτσι, μόνον ατάκτως ερριμμένες σκέψεις μπορεί να πέσουν πάνω στην οθόνη του PC, και αυτές καταγράφονται τώρα.
Η μουσική ανακαλεί στη μνήμη θρίλερ ή ταινία του ανεξάρτητου κυκλώματος, από κάποια ξεχασμένη ή λιγότερο ξεχασμένη χώρα (σουηδική του Roy Andersson π.χ.). Στα πιο σκοτεινά σημεία της ανακαλεί ακόμη και Carpenter (τα δικά του σάουντρακ εννοούμε), όμως και γενικότερα το κλίμα της είναι δυστοπικό, παράξενα δυστοπικό, εκεί όπου τα σύντομα και ενίοτε minimal θέματα (ο Michael Nyman θα μπορούσε να ήταν μιαν ακόμη αναφορά, αλλά περισσότερο, ίσως, ο Hans Zimmer και ο Trent Reznor) επιτείνουν αυτό το κλίμα τής «κενότητας». Ακόμη και τα «συμβατικά» τραγούδια που «πέφτουν» ανάμεσα, οι λίγες στροφές από το “Strangers in the night” στην εκτέλεση των Sounds από τα sixties και το «Η ζωή μου όλη» του Άκη Πάνου με τον Στέλιο Καζαντζίδη, ακόμη κι αυτά ακούγονται εντελώς παγερά και ακατανόητα. Βασικά, υπάρχει ένα track εδώ, το «Φινάλε», που έχει μια μεγαλύτερη διάρκεια (λίγο πάνω από τα έξι λεπτά) –εν τω μεταξύ λίγο κάτω από τα πέντε λεπτά διαρκεί και η «Εισαγωγή»– και που μπορείς να πεις ότι αποκαθιστά, με την προοδευτικά αυξανόμενη «ροκότητά» του, μια πιο σαφή επικοινωνία με τον ακροατή, χωρίς όμως να είναι αρκετό (ακόμη και αυτό) για να αλλάξει την γενικότερη εντύπωση. Πως το “Sacrilege” είναι ένα παράξενο, ένα σκοτεινό, ένα ερμητικό, ένα δύσκολα προσπελάσιμο soundtrack (ασυζητητί κάτι απρόσμενο για την δισκογραφία τού Νίκου Ξυδάκη) και που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των χαρακτηριστικών του καθίσταται και γοητευτικό συνάμα.
Ωραία και προσεγμένη έκδοση, που προσφέρει μαζί κι ένα 4σέλιδο ένθετο με κείμενα (Αντώνης Μποσκοΐτης, Αντώνης Γκούμας) και φωτογραφίες.
Επαφή: www.el.b-otherside.gr/

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2021

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ «Είμαι μαθητής του αττικού φωτός» – ο μεγάλος ζωγράφος και σκηνογράφος γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1910 – αποσπάσματα από τρεις συνεντεύξεις του, με πολυποίκιλο ενδιαφέρον

Στην αρχή μερικά βασικά εργο-βιογραφικά για τον Γιάννη Τσαρούχη, αλιευμένα από το σάιτ της Εθνικής Πινακοθήκης:
«Ο Γιάννης Τσαρούχης υπήρξε από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του ’30, ενσαρκώνοντας στο έργο του το ιδανικό της ελληνικότητας. Με πολλαπλές επιρροές από την ελληνιστική και την βυζαντινή τέχνη, την τέχνη της Αναγέννησης και των νεοτέρων χρόνων, το έργο του Matisse, του Θεόφιλου και του Κόντογλου, αλλά και τις φιγούρες του Καραγκιόζη, διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος και απεικόνισε τοπία, νεκρές φύσεις, γυμνά και αλληγορικές σκηνές. Το ενδιαφέρον του όμως εντοπίστηκε κυρίως στην ανθρώπινη μορφή, δημιουργώντας μεμονωμένα πορτρέτα, αλλά και σκηνές με ναύτες και στρατιώτες, που αποτελούν ένα χαρακτηριστικό μέρος του έργου του.
Από το 1928 ξεκίνησε την επαγγελματική του ενασχόληση με τη σκηνογραφία, που καλύπτει ένα σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας και περιλαμβάνει συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο, τη Λυρική Σκηνή, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, το Covent Garden του Λονδίνου, την Dallas Civic Opera του Τέξας, το Théâtre National Populaire του Παρισιού και το Teatro Olimpico της Βιτσέντζα. Συνεργάστηκε επίσης με σημαντικούς έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, όπως η Μαρία Κάλλας, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Jules Dassin και ο Franco Zeffirelli. Την περίοδο 1960-1962 εξάλλου δίδαξε σκηνογραφία στη Σχολή Δοξιάδη. Παράλληλα ασχολήθηκε με την εικονογράφηση βιβλίων, ενώ στο πλαίσιο του ευρύτερου ενδιαφέροντός του για την Τέχνη, έγραψε κείμενα και κριτικές που αργότερα εκδόθηκαν σε βιβλία»
.
O Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989) έζησε πολύ καιρό μακριά από την Ελλάδα. Και εξαιτίας των συνεχών υποχρεώσεών του στο εξωτερικό, μα και λόγω των εγχώριων πολιτικών καταστάσεων, που δεν ήταν ευνοϊκές για ’κείνον (και για πολλούς άλλους). Είναι γνωστό πως το 1967 έφυγε από τη χώρα, για να εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι, από το οποίο θα επέστρεφε δεκατρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, το 1980.
Ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν πάντα περιζήτητος από τους δημοσιογράφους, με αποτέλεσμα να έχει δώσει αρκετές συνεντεύξεις στη ζωή του, σε κάθε μέσο (έντυπα, ραδιόφωνο, τηλεόραση), τρεις εκ των οποίων θα αναδημοσιεύσουμε στη συνέχεια, σε αποσπάσματά τους φυσικά.
Ο λόγος του ήταν μοναδικός. Και για να το πούμε κάπως απλά, ο Γιάννης Τσαρούχης, ως σοφός και στοχαστικός άνθρωπος, έλεγε πάντοτε πρωτότυπα πράγματα. Δεν αναπαρήγαγε απόψεις άλλων. Κατέθετε, δε, σκέψεις, που δεν μπορούσες να τις ακούσεις από ανθρώπους της ηλικίας του ή και νεότερους ακόμη. Καλλιτέχνες ή μη. Και τούτο, γιατί είχαν μια ζωντάνια, μια φρεσκάδα, μια νεανικότητα όλα όσα σημείωνε, «σφάζοντας με το γάντι» όμως, όταν θεωρούσε ότι έτσι έπρεπε να συμβεί.
Γιάννης Τσαρούχης - Βαγγέλης Παπαθανασίου
Ο Γ. Τσαρούχης μιλούσε πιο πολύ δια του ενστίκτου και των εμπειριών του, παρά, θεωρητικά, από τα διαβάσματά του. Συχνά αναδείκνυε ένα πηγαίο αναρχικό πνεύμα, εκφραζόμενος έξω από τα δόντια, διαθέτοντας συγχρόνως, όταν το ήθελε, κι ένα υπόγειο βιτριολικό χιούμορ.
Επίσης μιλούσε συχνά με γνωμικά, με δικές του πρωτότυπες διατυπώσεις, που επείχαν ρόλο αποφθεγμάτων. Μπορεί το περίφημο «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» να μην ήταν δικό του, αλλά ήταν δικές του εκατοντάδες άλλες φράσεις, που θα μπορούσε όλες μαζί να απαρτίσουν ένα πολύ μεγάλο παγκόσμιο βιβλίο (υπάρχουν πάντως «Τα Γνωμικά του Τσαρούχη» στις εκδόσεις Βουρκαριανή από το 1987 κ.λπ.) εξίσου σημαντικό ή και σημαντικότερο από τους «Αφορισμούς» του Κάφκα.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/arts_articles/309374/giannis-tsaroyxis-eimai-mathitis-toy-attikoy-fotos