Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

ΑΚΗΣ ΔΑΟΥΤΗΣ με αφορμή τον ξαφνικό χαμό του συνθέτη, ανασύρουμε ένα παλαιότερο κείμενο

Χθες το βράδυ (4 Φεβ.) μάθαμε για τον ξαφνικό χαμό του συνθέτη Άκη Δαούτη. Έτσι, με αφορμή αυτό το τόσο απρόσμενο και θλιβερό γεγονός αναδημοσιεύουμε κάτι που είχαμε γράψει πριν από μερικά χρόνια με αφορμή την έκδοση σε 2LP μιας κάποιας συγκεντρωμένης δουλειάς του.
AKIS: Space, Time and Beyond/ Selected Works 1986-2016 [Into the Light] (19 Ioυν. 2017)
Νέο 2LP από την Into the Light, αυτή τη φορά αφιερωμένο σ’ έναν ακόμη έλληνα συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής, που ξεκίνησε στα eighties και που εξακολουθεί και σήμερα να παρουσιάζει και να ηχογραφεί με (καλλιτεχνική) επιτυχία. Το όνομά του Akis ή Άκης Δαούτης.
Αν και τον Δαούτη τον θυμάμαι από νωρίς στα χρόνια του ’80, όταν είχε περάσει κάτι φεγγάρια, ως μπασίστας, από τις Μουσικές Ταξιαρχίες, τον Akis άργησα πολύ να τον μάθω. Ακόμη και όταν άκουσα το δικό του σάουντρακ από την ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη «Από την Άκρη της Πόλης» (1999) δεν είχα συνειδητοποιήσει ποιος ήταν ο Akis και πώς, τέλος πάντων, από τον Δαούτη με τον Πανούση, φθάναμε (τότε) στον Δαούτη με τον Γιάνναρη.
Βασικά, είχα χάσει το επεισόδιο τού άλμπουμ “Into the Light”, που είχε βγει στην Music Box το 1990 και το οποίο είχα υποτιμήσει λόγω ονόματος. Akis… τρέχα γύρευε δηλαδή. Δεν είχα δώσει την παραμικρή σημασία. Τον δίσκο, εννοώ, τον συναντούσα μπροστά μου συνεχώς, αλλά ποτέ δεν μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον για να τον αγοράσω – ούτε όταν κόστιζε ένα πεντακοσάρικο (δραχμές), ούτε όταν κόστιζε 5 ευρώ. Τώρα, για έναν όχι ανεξήγητο λόγο, το άλμπουμ αυτό χτυπάει στο discogs 300άρια(!), κι εγώ… γελάω. Όχι φυσικά με το πάθημά μου…
Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί μια τόσο περιποιημένη συλλογή (σαν αυτές που κυκλοφορεί από καιρού εις καιρόν η Into the Light) θα μου δώσει την ευκαιρία να μπω στον ηλεκτρονικό κόσμο τού Άκη Δαούτη, εκτιμώντας συνολικά τη συμπυκνωμένη ύλη τού “Space, Time and Beyond”, που περιλαμβάνει 16 εγγραφές (6 στη Side A, 3 στη Side B, 3 στην Side C και 4 στην Side D), άπασες ολοκληρωμένες την τελευταία 30ετία (1986-2016).
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως ο Δαούτης δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο συνθεσάιζερ στις παραγωγές του. Θέση, ανάμεσα, διεκδικούν και πιο… συμβατικά όργανα (κλαρινέτο, σαξόφωνα, κιθάρες, τρομπέτα, μπάσο), με αποτέλεσμα οι συνθέσεις του να αντιμετωπίζονται, συχνά, όχι ως αμιγώς ηλεκτρονικές, αλλά ως ημι-ηλεκτρονικές.
Ξεκινώντας τώρα από τη πρώτη πλευρά, με τα έξι tracks, εκείνο που πρέπει να πούμε είναι πως λειτουργεί (η πλευρά) ως οδηγός για ολάκερο το double LP. Έχουμε δηλαδή κομμάτια εντελώς ηλεκτρονικά (όπως το ανέκδοτο “New age rising” από το 1987 ή το “The powers of pi” από το 2009), άλλα στα οποία παρεμβάλλονται και άλλα όργανα ή φωνές (το ανέκδοτο “Biofields” από το 2007, με το κλαρινέτο του Δημήτρη Σπανέα) και βεβαίως γνωστά μας κομμάτια από τα σάουντρακ των ταινιών του Γιάνναρη («Από την Άκρη της Πόλης», «Δεκαπενταύγουστος»).
Η δεύτερη πλευρά αποτελεί μια ξεχωριστή ενότητα μέσα στην έκδοση, καθώς και τα τρία κομμάτια της περιγράφουν τον βασικό κορμό των συνθέσεων του Δαούτη. Κατ’ αρχάς το ανέκδοτο “Solar rain” από το 1987, φτιαγμένο με το σύστημα UPIC, είναι ένα abstract electro track με εξαιρετική λειτουργικότητα (πρόκειται απλώς για μια από τις πιο μεστές στιγμές τού 2LP). Ο Δαούτης εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες τού «ξενάκειου» τάμπλετ, διαμορφώνοντας ένα φουτουριστικό ηλεκτρονικό περιβάλλον μέσα από το μανιπουλάρισμα ήχων που προέρχονται από Fender Stratocaster και φωνή. Το “Christmas” που ακολουθεί προέρχεται από μια κασέτα του 1986, είναι ηχογραφημένο στην Αμερική και διαθέτει μόνο σύνθια. Πολύ ενδιαφέρον σαν ιδέα κινείται ηχητικώς στο ύφος της γερμανικής εταιρείας Sky (Roedelius, Asmus Tietchens κ.λπ.). Η πλευρά θα κλείσει με το “Space, time and beyond”, που προέρχεται από το LP “Into the Light” του 1990. Σύνθια και ηλεκτρικές κιθάρες από τον Δαούτη και τρομπέτα από τον Γιώργο Γαβαλά, σε μια σύνθεση που δεν κρύβει τις contemporary jazz αναφορές της.
Η τρίτη πλευρά ανοίγει με το σχεδόν 10λεπτο “Into the Light” παρμένο από το φερώνυμο LP της Music Box. (Άμα γνώριζα πως το LP του Akis, που το έβλεπα συνεχώς μπροστά μου στα 90s και τα 00s, περιείχε τέτοια κομμάτια… σίγουρα θα το αγόραζα). Ένα κρουστό σχήμα επαναλαμβάνεται και πάνω του/δίπλα του συμβάλλουν φωνές και σύνθια, δημιουργώντας μια κάπως trance κατάσταση. Πολύ ωραίο σαν ιδέα, που ακόμη και σήμερα λειτουργεί. Το “Ecological awareness”, που ακολουθεί, ήταν επένδυση για ένα ντοκιμαντέρ του ’90, περασμένο όλο μέσα από Korg M-1, ενώ η πλευρά θα κλείσει με το 7λεπτο “Violet” από την αμερικάνικη κασέτα του ’86. Σύνθια και μπάσο εδώ σε μια σύνθεση που διατηρεί μια κάποια new-age φιλοσοφία.
Το track που ανοίγει την τέταρτη πλευρά είναι ανέκδοτο, προέρχεται από το 1987 και αποτελεί την πρώτη σύνθεση του Δαούτη που ολοκληρώθηκε με το σύστημα UPIC. “Crystal forest” είναι ο τίτλος της και βασικά πρόκειται για ένα ambient κομμάτι, που φέρνει στα νου άλλα ανάλογα της εποχής. Το “New age rising (Part VIII)” είναι κι αυτό ανέκδοτο και προέρχεται από το 1987. Πολύ καλό. Έφερε στη μνήμη μου κάτι από την οικολογική electronicα των Robert Rich κα Steve Roach (προχωρημένο για ελληνικό, αλλά μέσα στο αμερικάνικο πνεύμα της εποχής). Το “Beach ambience” προέρχεται από το OST «Από την Άκρη της Πόλης» και είναι πολύ καλό. Γεμάτο κομμάτι (δεν το θυμάμαι βεβαίως, τώρα, στην ταινία), που δημιουργεί οπωσδήποτε μιαν ηλεκτρονική πληρότητα. Το “Venus, από την κασέτα του ’86 διαθέτει σύνθια και φωνές και παίζει μ’ αυτά μ’ έναν τρόπο δημιουργικό και περιπετειώδη.
Το άλμπουμ θα κλείσει με το 5λεπτο “My haunting sins”, που είναι ένας ηλεκτρονικός αυτοσχεδιασμός, παρουσιασμένος από τον Δαούτη σε πιο πρόσφατα live. Κι αυτό το track είναι πολύ καλό και δείχνει τόσο τη διαχρονική προσπάθεια τού συνθέτη να τιθασεύσει, με τον καλύτερο τρόπο, τα ποικίλα bleeps, όσο και της εταιρίας, της Into the Light, να παρουσιάσει ένα ακόμη βαρύ πορτρέτο, έλληνα μουσικού, με αληθινές συνθέσεις σε άψογη τεχνική / ηχητική κατάσταση.
Επαφή: https://www.facebook.com/IntoTheLightRecords/

Πρώτη δημοσίευση στο LiFO.gr στις 19 Ιουν. 2017

η ταινία του Ερρίκου Ανδρέου «Εκείνος κι’ Εκείνη» από το 1967, με την Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση –εμφάνιζε proto-hippy προβληματισμούς, έχοντας σάουντρακ του Γιάννη Μαρκόπουλου

Ο Ερρίκος Ανδρέου, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, στις 21 Ιανουαρίου, στα 84 χρόνια του, ήταν/είναι ένας από τους αγαπημένους μας έλληνες σκηνοθέτες.
Αυτό το έχουμε δείξει ήδη δύο φορές, με τα κείμενά μας για τις ταινίες του «Εφιάλτης» (1961) και «Αναζήτησις...» (1972), εδώ στο LiFΟ.gr, ενώ τώρα θα επιχειρήσουμε να γράψουμε και για μια τρίτη ταινία του, την αισθηματική «Εκείνος κι’ Εκείνη» (1967), που γυρίστηκε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1966, στο φοινικόδασος Βάι, στην ΒΑ Κρήτη (κοντά στη Σητεία), σε άλλα σημεία της Κρήτης, όπως και στην Αθήνα.
Φυσικά, το «Εκείνος κι’ Εκείνη» δεν έχει την αξία του «Εφιάλτη» ή της «Αναζήτησις...», αλλά δεν παύει να είναι μια διαφορετική ταινία. Όπως όλες οι ταινίες του Ερρίκου Ανδρέου ήταν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, διαφορετικές. Και αυτό είναι το κυριότερο και το περισσότερο, που αξίζει να συγκρατήσουμε από την πορεία αυτού του σκηνοθέτη στον ελληνικό κινηματογράφο. Πως, πάντα, επιχειρούσε να προτείνει κάτι διαφορετικό, ασχέτως της καλλιτεχνικής ή εμπορικής επιτυχίας των έργων του.
Το «Εκείνος κι’ Εκείνη» το θυμούνται όλοι, φυσικά, λόγω του λαμπερού πρωταγωνιστικού ζευγαριού, της Τζένης Καρέζης και του Φαίδωνα Γεωργίτση (η Καρέζη δεν ήταν ποτέ ωραιότερη στο σινεμά), ενώ άλλοι μπορεί να θυμούνται την ταινία για τις εικόνες με τις αμόλυντες (ακόμη τότε) φυσικές ομορφιές της Κρήτης ή περαιτέρω και για την ωραία μουσική τού Γιάννη Μαρκόπουλου, και τα ακόμη ωραιότερα τραγούδια του.
Την ταινία, τώρα, ορισμένοι μπορεί να την εντάξουν στο πλαίσιο των τουριστικών της εποχής –όταν ο τουρισμός άρχιζε να δείχνει, για πρώτη φορά, τα δόντια του– μαζί, ας πούμε, με τις ταινίες του Γιώργου Σκαλενάκη «Διπλοπεννιές» (1966), «Ντάμα Σπαθί» (1966) και «Επιχείρησις Απόλλων» (1968), τα ανάλογα ντοκιμαντέρ του Φράνσις Κάραμποτ, αλλά και με ουκ ολίγες άλλες εμπορικές παραγωγές, που γυρίζονταν στα νησιά, εκείνη την εποχή («Γοργόνες και Μάγκες» κ.ά.), προβάλλοντας τις ομορφιές της χώρας. (Περιττό να το πούμε πως πολλές απ’ αυτές τις ταινίες παίζονταν, την ίδιαν εποχή, και στο εξωτερικό).
Και όμως το «Εκείνος κι’ Εκείνη» δεν είναι μια τουριστική, έστω και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, ταινία, αλλά μία καθαρά... αντι-τουριστική! Και αυτό το στοιχείο είναι ό,τι την έκανε τότε, όπως και σήμερα, να ξεχωρίζει.
Δεν ξέρουμε μάλιστα, μπορεί να είναι η ιδέα μας, αλλά η συγκεκριμένη ταινία δεν δείχνει να είναι από τις αγαπημένες των τηλεοπτικών καναλιών. Μπορεί να τους φαίνεται βαρετή (και ίσως να είναι κάπου...). Πως δεν θα «τραβήξει» τον κόσμο. Πιθανώς να υπάρχουν και άλλοι λόγοι...
Το εντυπωσιακό με τον Ερρίκο Ανδρέου, και με τον συν-σεναρίστα του Πάνο Κοντέλη, είναι πως αντιμετωπίζουν, στην ταινία, τον τουρισμό σαν απειλή! Κάτι, που το δείχνουν συνεχώς και με όσο πιο ξεκάθαρο τρόπο γίνεται!
Η δε σκηνή προς το τέλος, με τις μπουλντόζες να αλωνίζουν στο Βάι, διαλύοντας την καλύβα τού ερημίτη Εκείνου είναι τόσο χοντρά συμβολική, που κάθε περαιτέρω ανάλυσή της στερείται νοήματος.
Δεν ξέρω αν ο Ερρίκος Ανδρέου είχε αντιληφθεί τότε, το καλοκαίρι του ’66, ότι γύριζε μία ταινία με proto-hippy προβληματισμούς –τουλάχιστον για το ελληνικό σινεμά, και δεν ξέρουμε για ποιο άλλο ακόμη–, αλλά είναι ακριβώς έτσι! Και αυτό, αν μη τι άλλο, είναι εντυπωσιακό!
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/ekeinos-ki-ekeini-i-paraxeni-anti-toyristiki-tainia-toy-errikoy-andreoy

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

BLUES WIRE για το νέο CD τους “Hobo Street”

Αν δεν απατώμεθα, βάσει όσων γράφουμε εδώ μέσα, οι Blues Wire είχαν να τυπώσουν φυσική μορφή δίσκου τους από το 2018 και το “NOS”. Τέσσερα χρόνια μετά λοιπόν ένα νέο CD, τού πιο ιστορικού ελληνικού συγκροτήματος του blues, στρίβει στο πλατώ – ένα CD, που αποκαλείται Hobo Street [Private Pressing, 2022] και το οποίον αποτελεί μία ανεξάρτητη παραγωγή (μία ανάμεσα στις τόσες, εξάλλου, των θεσσαλονικέων φίλων μας).
Το “Hobo Street” είναι live, ηχογραφημένο στο κλαμπ Ippokambos, στις Αλυκές της Χαλκίδας, στις 8 Σεπτεμβρίου του 2019 και αποτελείται από δεκαπέντε tracks, τα οποία εξαντλούν σχεδόν τα χρονικά όρια του CD, αφού αυτό διαρκεί περί τα 78 λεπτά.
Λογικό. Όταν δίνεις μία τόσο ωραία παράσταση, ένα τόσο άψογο live, όπως είναι τούτο εδώ, είναι τελείως παράλογο να αρχίσεις τα κοψίματα, προκειμένου να παρουσιάσεις κάτι πιο πυκνό υποτίθεται και πιο συντομευμένο, σκεπτόμενος, ίσως, τον ελεύθερο χρόνο των ακροατών.
Όχι. Το “Hobo Street” αξίζει μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτό του, δίνοντάς σου την ψευδαίσθηση, έτσι όπως κυλάει και αναπτύσσεται, πως είσαι κι εσύ κάπου ’κει κοντά, στη σκηνή, και ιδρώνεις μαζί με τους τρεις μουσικούς.
Ηλίας Ζάικος λοιπόν στην κιθάρα και το τραγούδι, Σωτήρης Ζήσης στο μπάσο και Νίκη Γουρζουλίδου στα ντραμς είναι η τριπλέτα των Blues Wire και σ’ αυτό το live και σ’ αυτό το άλμπουμ, μια τριπλέτα, που αποδεικνύεται ιδανική, θα λέγαμε, στην απόδοση όλων αυτών των κομματιών, που άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο έχουν την ιστορία τους.
Και ναι, σ’ ένα τέτοιο live δεν μπορεί παρά οι διασκευές να κυριαρχούν αριθμητικώς, γιατί το να δίνεις ένα λαϊκό live χωρίς τα απαραίτητα στάνταρντ ανάμεσα είναι κάπως σαν... μισή δουλειά. Οι Blues Wire έχουν δικό τους υλικό, για να βγάλουν όχι μιάμιση, αλλά δύο και τρεις ώρες συναυλία, όμως στο σετ τους ξέρουν τι πρέπει να συμπεριλάβουν από τα δικά τους κομμάτια, και τι από το διεθνές ρεπερτόριο, προκειμένου το live να αποκτά μαζί κι έναν... παιδευτικό χαρακτήρα.
Θέλουμε να πούμε πως ο κόσμος που πάει στις συναυλίες των Blues Wire μπορεί να αντιληφθεί, με λίγη καλή θέληση από την μεριά του, όλη τη ιστορία του ηλεκτρικού blues και του blues-rock από τα fifties μέχρι και τις μέρες μας. Και αυτό οπωσδήποτε μετράει. Γιατί εξασφαλίζει και την απρόσκοπτη συμμετοχή τού ακροατή, που γίνεται έτσι κοινωνός ενός πανεπιστημιακού blues μαθήματος, μα και γιατί τιμάται, δι’ αυτού του τρόπου, και η ιστορία του blues – κάτι, που, στην Ελλάδα, δεν μπορούν να το κάνουν με τον τρόπο των Blues Wire και πάρα πολλοί.
Μεγάλες versions λοιπόν εδώ σε τραγούδια του Sonny BoyRice MillerWilliamson (“One way out”), του Ronnie Earl (“Chicken fried snake”), του Rufus Thomas (“Walking the dog”) ή του Sleepy Jon Estes (“Someday baby”), και ακόμη ανάμεσα το κλασικό “Locomotive breath” των Jethro Tull, το επίσης κλασικό “Call me the breeze” του JJ Cale και φυσικά τα έξοχα πρωτότυπα, σαν το “That heavy load” (από τις ωραιότερες συνθέσεις-τραγούδια του Ηλία Ζάικου), το γνωστό από παλιά “Bulldog boogie” και άλλα διάφορα.
Και δύο και τρεις ώρες αν παίζανε οι Ζάικος, Ζήσης και Γουρζουλίδου δεν θα καταλάβαινες πώς πέρασε η ώρα...
Εντυπωσιακό live, από πάσης πλευράς λοιπόν, που μόνο να ενθουσιάσει μπορεί όσους θα το ακούσουν.
Επαφή: https://www.facebook.com/eliaszaikos

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

ΠΕΤΡΟΣ ΚΛΑΜΠΑΝΗΣ ένα κορυφαίο άλμπουμ του τζαζ κοντραμπασίστα

Ο συνθέτης και κοντραμπασίστας της jazz Πέτρος Κλαμπάνης (Petros Klampanis) αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις ελλήνων μουσικών, που κάνουν αυτή τη στιγμή δίσκους με διεθνή διανομή, προβάλλοντας την «ελληνική τζαζ» στα πέρατα του κόσμου.
Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει ήδη για διάφορα προσωπικά άλμπουμ του, μα και για ακόμη περισσότερες συνεργασίες του, όπως και για παραγωγές της εταιρείας του ΠΚ Music, καταδεικνύοντας με όλα αυτά τον τρόπο που σκέφτεται και δρα ο Π. Κλαμπάνης μέσα στο jazz circuit.
Το Tora Collectiveείναι το πιο νέο άλμπουμ του Πέτρου Κλαμπάνη, που είναι ηχογραφημένο στα Sierra Studios, στην Αθήνα, στο διάστημα Δεκέμβριος 2021-Απρίλιος 2022, και που κυκλοφορεί, τώρα (2022), διεθνώς, μέσω της γερμανικής yellowbird-enja / ΠK Music (AN Music).
Σ’ αυτό το άλμπουμ το βασικό αντικείμενο του Πέτρου Κλαμπάνη είναι τα ελληνικά παραδοσιακά ηχοχρώματα και κυρίως το πώς, αυτά τα ηχοχρώματα, μπορούν να ενταχθούν μετασχηματισμένα, ή όχι και τόσο, μέσα στα jazz patterns. Ή μάλλον καλύτερα να γίνουν τα ίδια jazz patterns.
Σ’ αυτή την προσπάθειά του ο Πέτρος Κλαμπάνης δεν είναι μόνος του, καθώς έχει δίπλα του την Αρετή Κετιμέ στη φωνή, τον Θωμά Κωνσταντίνου σε ούτι, λαούτο, φωνή, τον Γιώργο Κοτσίνη σε κλαρινέτο, τον Kristjan Randalu σε πιάνο και τον Ziv Ravitz στα ντραμς, ενώ περιστασιακώς ακούγονται και οι Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος κλαρίνο, Laura Robles cajon, Ανδρέας Πολυζωγόπουλος τρομπέτα και Sebastian Studnitzky τρομπέτα. Επίσης οι ενορχηστρώσεις είναι σχεδόν όλες του Π. Κλαμπάνη, καθώς μόνο στο “Sibethera” ο έλληνας μουσικός συνεργάζεται με τον Raphael Meleteas.
Ξεκινώντας, τώρα, από τις συνθέσεις του Πέτρου Κλαμπάνη, που είναι τρεις, από τις δέκα συνολικώς, θα λέγαμε πως αυτές (“Tora”, “Disoriented”, “South by southeast”) είναι πλήρως εναρμονισμένες με το γενικότερο κλίμα του δίσκου, που είναι, γενικόλογα... jazz-ethnic – δηλαδή το παραδοσιακά ηχοχρώματα προσεγγίζονται από την μεριά της jazz και όχι το ανάποδο. Μάλιστα, τα “Disoriented” και “South by southeast”, που είναι πιο μεγάλα σε διάρκεια θα τα χαρακτηρίζαμε «πρότυπα» σε σχέση με το πώς αφομοιώνονται τα παραδοσιακά ηχοχρώματα, μέσα σε τζαζ συνθέσεις. Η καθαρότητα των υπαινιγμών είναι και σαφής και υψηλής αισθητικής αξίας εννοούμε. Πρόκειται, δηλαδή, για προικισμένες... έντεχνο-παραδοσιακές συνθέσεις και όχι για «ασκήσεις», που καταγράφονται αφ’ υψηλού (με το κοντραμπάσο, φυσικά, να αναλαμβάνει, εδώ, πρωταγωνιστικό ρόλο). .
Βεβαίως η υψηλή ποιότητα της δουλειάς του Πέτρου Κλαμπάνη γίνεται ακόμη πιο φανερή στις διασκευές, που επιλέγει να χρησιμοποιήσει στο “Tora Collective”. Στον τρόπο που τις αντιμετωπίζει. Βασικά λέμε για τα “Enteka” (Μακεδονία), “Xehorismata” (Ήπειρος), “Menexedes kai zoumboulia” (Κωνσταντινούπολη), “Hariklaki” (του Παναγιώτη Τούντα), “Sibethera” (Ικαρία), “O Samantakas” (Ήπειρος) και “Milo mou kai mantarini” (Σμύρνη), που ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν απεμπολούν τον παραδοσιακό προσανατολισμό τους, για χάρη κάποιας παράξενης και τυχαίας ανάμειξης.
Θέλουμε να πούμε πως η μελέτη, που έχει γίνει πάνω σ’ αυτά τα κομμάτια είναι πολύ συγκεκριμένη και με στόχο να μην αλλοιωθούν κάποια πολύ βασικά χαρακτηριστικά τους. Να παραμένουν αναγνωρίσιμα δηλαδή καθ’ όλη την εξέλιξή τους, δίχως τον φόβο μήπως εκληφθούν ως... νέο-παραδοσιακά ή ως τηλεοπτικά (κατάλληλα για μουσικές εκπομπές μεγάλης ακροαματικότητας).
Νομίζω πως ούτε οι πιουρίστες και οι καθαρολόγοι της παράδοσης, μα ούτε και οι αβαντ-γκαρντίστες, πειραματιστές, σκληροί φιουζιονάδες κ.λπ. θα ενθουσιαστούν με αυτό που έπραξε, εδώ, ο Πέτρος Κλαμπάνης. Θα ευχαριστηθούν όμως όλοι οι υπόλοιποι, που είναι και οι απείρως περισσότεροι!
Ένα σπάνιας ποιότητας λαϊκό τζαζ άλμπουμ έχουμε εδώ – αν δεν έχουμε γίνει ακόμη κατανοητοί...

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

JOHANNA SUMMER, WOLFGANG HAFFNER, JAZZRAUSCH BIGBAND, BILL LAURANCE & MICHAEL LEAGUE καινούρια άλμπουμ από την ACT Music + Vision

JOHANNA SUMMER: Resonanzen [ACT Music + Vision, 2023]
Όπως είχαμε σημειώσει και παλαιότερα... η Johanna Summer είναι μια νεαρή γερμανίδα πιανίστρια (γεννημένη κάπου στην Σαξονία, το 1995) της «κλασικής» και της jazz... που «ανεβαίνει» συνεχώς τα τελευταία χρόνια. Για το ντεμπούτο της στην ACT, το “Schumann Kaleidoskop” (με τις διασκευές της πάνω στο ρεπερτόριο του Robert Schumann), είχαμε γράψει σε ανάρτηση της 5ης Σεπτ. 2020, ενώ έκτοτε έχουμε συναντήσει την Summer και στο “The Gallery Concerts I” (2022), στη συνεργασία της με τον σαξοφωνίστα Jakob Manz.
Τώρα έχουμε στο
player την πιο νέα πρόταση της πιανίστριας, που έχει τίτλο “Resonanzen” και η οποία φέρνει σε επαφή αυτήν την νεαρή και αξιόλογη μουσικό με συνθέσεις των J.S. Bach, Franz Schubert, György Ligeti, Federico Mompou, Ludwig van Beethoven, Maurice Ravel, Edvard Grieg, Alexander Scriabin και Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι.
Είναι κάπως περίεργο το γεγονός πως η 27χρονη πιανίστρια επιλέγει, και γι’ αυτό το δεύτερο άλμπουμ της στην ACT, μπαρόκ και «κλασικό» ρεπερτόριο. Πως δεν μετακινείται, δηλαδή, σε κάτι περισσότερο «τζαζικό», καταγράφοντας και πάλι τις δικές της ερμηνείες σ’ ένα λίγο έως πολύ γνωστό υλικό, αλλά πάντα υψηλών απαιτήσεων.
Φαίνεται λοιπόν πως Summer από την μια μεριά θέλει να επιβληθεί στον χώρο, μ’ ένα ακόμη άλμπουμ «σοβαρής» μουσικής, αφήνοντας τις περιπλανήσεις της στην jazz (που τις ακούσαμε εν μέρει στο live της από την βερολινέζικη ACT Art Collection Gallery), ενώ από την άλλη επιθυμεί να διατρανώσει και την κλασική παιδεία της, εκείνη, ενδεχομένως, που θα αποτελέσει την βάση και για τις μελλοντικές συνθέσεις της (όποια κατεύθυνση κι αν έχουν αυτές).
Εντάξει, το “Resonanzen” είναι ένα απολαυστικό CD για το μέσο αυτί, που δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει το ταλέντο, την αύρα και την χάρη αυτής της μουσικού, σε συνθέσεις όπως η “Impromptu No. 4 in A flat major” του Franz Schubert ή η “Nocturne in C sharp minor from Six Morceaux, Op. 19” του Π.Ι. Τσαϊκόφσκι.
WOLFGANG HAFFNER: Silent World [ACT Music + Vision, 2023]
Ο γερμανός ντράμερ Wolfgang Haffner (γενν. 1965) αποτελεί μια πολύ ισχυρή μονάδα στο χώρο της γερμανικής, μα και ευρύτερα της ευρωπαϊκής jazz. Τούτο καταδεικνύεται όχι μόνον από την πολλαπλή συμμετοχή του στην ομάδα της ACT, αλλά και από την γενικότερη παρουσία του σε events, live και ηχογραφήσεις, η οποία παραμένει εδώ και πολλά χρόνια απρόσκοπτη. Κάπου πήρε το μάτι μου πως ο Haffner ακούγεται σε περισσότερα από τετρακόσια(!) άλμπουμ, αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια. Φαίνεται κάπως υπερβολικό θέλω να πω – αν και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά κάτι, αν δεν το ψάξει.
Ο Haffner μάς είναι γνωστός, πάντως, και εδώ στο blog, μέσα από πολλά και ποικίλα άλμπουμ του (πάντα στην ACT), όπως είναι το “Kind of Tango” (2020), το “Kind of Spain” (2017) ή και το “Kind of Cool” (2015) – μια τριάδα, δηλαδή, στην οποίαν ο γερμανός ντράμερ και συνθέτης «εξερεύνησε» το tango, την ισπανική μουσική και την cool jazz. Υπάρχουν όμως και οι συμμετοχές του στο γκρουπ 4 Wheel Drive (μαζί με Nils Landgren, Lars Danielsson και Michael Wollny), με τα άλμπουμ “Live” (2019) και “4WD” (2019), όπως και διάφορα άλλα, οπότε κάπου χάνεται η μπάλα...
Τώρα, η πιο νέα παρουσία του Wolfgang Haffner αφορά σ’ ένα προσωπικό CD του, που τιτλοφορείται “Silent World” και το οποίον είναι επηρεασμένο από τον καιρό του εγκλεισμού, λόγω της covid-19.
Σ’ αυτό το διάστημα πολλοί μουσικοί, ως γνωστόν, βρήκαν το κουράγιο να κάνουν την υπέρβαση, παράγοντας πολύ και σημαντικό έργο – με τον Haffner να είναι, οπωσδήποτε, ένας απ’ αυτούς.
Έτσι, λοιπόν, στον «ήσυχο κόσμο» του ο γερμανός συνθέτης και ντράμερ καταγράφει έντεκα δικές του συνθέσεις, οι οποίες υποστηρίζονται από πολλούς και δυνατούς μουσικούς. Πιο συγκεκριμένα, ακούγονται εδώ οι: Simon Oslender πιάνο, πλήκτρα, Thomas Stieger μπάσο, Sebastian Studnitzky τρομπέτα, Bill Evans σοπράνο σαξόφωνο, Till Brönner φλούγκελχορν, Nils Landgren τρομπόνι, Dominic Miller κιθάρα, Mitchel Forman synth, Eythor Gunnarsson Rhodes, synth, Alma Naidu φωνή, Rhani Krija κρουστά, Bruno Müller κιθάρα, Nicolas Fiszman μπάσο, συν ακόμη οι Norbert Nagel & Marc Wyand σε τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο και κλαρινέτο.
Φυσικά, όλοι αυτοί δεν παίζουν μαζί, μα πότε εδώ και πότε εκεί ο καθένας τους – κάτι που σχετίζεται και με την εποχή της covid-19, με τις δυνατότητες μετακίνησης πότε του ενός και πότε του άλλου κ.λπ.
Η ουσία, όμως, είναι άλλη. Είναι οι συνθέσεις του Haffner αυτές καθ’ αυτές, το ύφος τους και το κλίμα, που μπορεί να δημιουργούν, σήμερα, στον ακροατή.
Όλα τα tracks είναι «ήσυχα», αλλά με υπόγειες εντάσεις. Δεν πρόκειται για «κοιμήσικα» πράγματα δηλαδή, μα για πολύ εμπεριστατωμένες cool συνθέσεις, με πολλές και ποικίλες αναφορές, που στόχο έχουν την... ομορφιά και γιατί όχι και την απόλαυση – αν λέμε για tracks σαν τα “Silent world”, “Faro”, “Rise and fall”, “Hope” και “Belief”, που και ως τίτλοι ακόμη κάτι σηματοδοτούν.
Πολύ ωραία (και) τα κομμάτια με τα φωνητικά – με την τραγουδίστρια Alma Naidu να αποτελεί, οπωσδήποτε, μία από τις αποκαλύψεις του δίσκου.
JAZZRAUSCH BIGBAND: Alle Jahre Wieder! [ACT Music + Vision, 2022]
Τρία χρόνια μετά το χριστουγεννιάτικο “Still! Still! Still!” (2019), η γερμανική Jazzrausch Bigband επανέρχεται μ’ ένα ακόμη χριστουγεννιάτικο CD, το οποίον αποκαλείται “Alle Jahre Wieder!”.
Βεβαίως τώρα μπορεί να πέρασαν τα Χριστούγεννα, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι για τους... μη Γερμανούς (δηλαδή για όλους εμάς). Το λέμε, επειδή οι συγκεκριμένες μελωδίες, που αποδίδει εδώ η Jazzrausch Bigband, δεν έχουν λόγια – άρα μπορεί να ακουστούν οποτεδήποτε από εμάς, που δεν αναγνωρίζουμε, προσέτι, πως το συγκεκριμένο μουσικό υλικό είναι εορταστικό.
Αυτή είναι και η βασική διαφορά, εν τω μεταξύ, ανάμεσα στα δύο CD, του 2019 και του τωρινού (ο λόγος και ο μη-λόγος), γιατί κατά τ’ άλλα έχουμε ένα ακόμη θαυμάσιο άλμπουμ τούτης της σπουδαίας ορχήστρας, που, τα τελευταία χρόνια, μας προσφέρει την μία έκπληξη μετά από την άλλη. Γιατί τέτοιες, «εκπλήξεις», είναι τα άλμπουμ “Emergenz” (2022), “Téchne / τέχνη” (2021), “Beethovens Breakdown” (2020) και φυσικά το “Still! Still! Still!” (άλμπουμ, για τα οποία έχουμε γράψει και στο blog το προηγούμενο διάστημα).
Μία άλλη διαφορά που εντοπίζεται στο “Alle Jahre Wieder!”, σε σχέση και με το παρελθόν τής Jazzrausch Bigband, είναι πως εδώ ο ήχος είναι «καθαρός». Προέρχεται δηλαδή από κλασικά «μπιγκμπαντικά» όργανα και όχι από ηλεκτρονικά (κάτι που συνηθίζεται στις ενορχηστρώσεις της μπάντας). Ακούμε δηλαδή σαξόφωνα, φλάουτο, τρομπέτες-φλούγκελχορν, τρομπόνια, ντραμς, κρουστά, μπάσο, πιάνο και κιθάρα, με τις ενορχηστρώσεις του Leonard Kuhn να είναι οπωσδήποτε ευφάνταστες και συνάμα ευφρόσυνες – και το λέμε τούτο, δίχως να έχουμε κατά νου το πώς ηχεί το original παραδοσιακό υλικό.
Ναι, όλο το υλικό είναι traditional, με την μπάντα (με την 18μελή σύνθεσή της) να σουινγκάρει με θέρμη, υπό την διεύθυνση του τρομπονίστα Roman Sladek.
BILL LAURANCE & MICHAEL LEAGUE: Where You Wish You Were [ACT Music + Vision, 2023]
Γνωστοί και καλοί μουσικοί, που συνεργάζονται στην ACT για πρώτη φορά, ο πιανίστας βασικά (που ζει στο Λονδίνο) Bill Laurance και ο Αμερικανός Michael League (από Snarky Puppy κ.λπ.), που χειρίζεται ούτι, άταστο ακουστικό μπάσο, άταστη βαρύτονη ηλεκτρική κιθάρα και ngoni (αμφότεροι και φωνή), παραδίδουν ένα άλμπουμ πολύ ιδιαίτερο, υπό τον τίτλο “Where You Wish You Were”, με πρωτότυπες δικές τους συνθέσεις (κοινές ή μη-κοινές), που οπωσδήποτε ξεχωρίζει (και) μέσα στον κατάλογο της γερμανικής εταιρείας. Υπό την έννοια πως δεν ακούμε συχνά στην ACT τέτοια «παράξενα» άλμπουμ, που να μετέρχονται παραδοσιακών ηχοχρωμάτων, ανακατεμένων με στοιχεία από την jazz , το folk κ.λπ.
Υπάρχει λοιπόν μια μείξη εδώ Ανατολής και Δύσης, υψηλού δυναμικού σε κάθε περίπτωση, με μελωδίες που ρέουν, και που κερδίζουν, ταυτοχρόνως, πολλά από τον τρόπο μέσω του οποίου προσεγγίζονται, από τους δύο μουσικούς.
Με τα περισσότερα κομμάτια να είναι σύντομης διάρκειας και να λογίζονται κάπως σαν études, το “Where You Wish You Were” έχει τον τρόπο να ακούγεται συναρπαστικό κατά τόπους (“Round house”, “Tricks”) και σε κάθε περίπτωση απολύτως ενδιαφέρον – με την εκφραστική ανά track λιτότητα να αντιπαραβάλλεται με την γενικώς πληθωριστική διάθεση των δύο μουσικών, να ανταπεξέλθουν σε κάτι απαιτητικό και σοβαρό, που προϋποθέτει και ταλέντο και γνώσεις.
Παράξενος δίσκος, που οπωσδήποτε θα ενδιαφέρει το ethnic κοινό, μα ακόμη κι εκείνο της jazz και του αυτοσχεδιασμού.

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

BILL RANDEN dark in times

Παλαιότερα υπήρχε ένα συγκρότημα, οι Randen (Βασίλη Μαντζάνας άλλως Bill Randen κιθάρα, φωνή, Βασίλης Αυγερινός μπάσο, Κώστας Κουμπρίδης ντραμς), που θα γινόταν γνωστό στα πέριξ και από τα live του, μα και από τη δισκογραφία (το άλμπουμ “Strange Times” του 2017).
Το 2019 ο Bill Randen, αυτονομημένος πια, και μετά από διάφορα ψηφιακά singles, θα περνούσε στην έκδοση ενός ολοκληρωμένου δικού του άλμπουμ υπό τον τίτλο “The later tapes Vol.1”. Σ’ εκείνο το άλμπουμ, που περιλάμβανε δέκα tracks, o Bill Randen έγραφε στίχους, μουσικές και τραγουδούσε, παίζοντας, στις περισσότερες των περιπτώσεων, και όλα τα όργανα που ακούγονταν.
Τώρα η ιστορία... πολλαπλασιάζεται, καθώς ένα νέο άλμπουμ (CD) του Bill Randen, που έχει τίτλο Dark in Times[Private Pressing, 2022] στρίβει στο player, το οποίο (άλμπουμ), σε γενικές γραμμές, δεν διαφέρει από εκείνο του 2019. Καλό είναι αυτό (το ότι δεν διαφέρει); Φυσικά και είναι πολύ καλό, από την στιγμή κατά την οποίαν τα κομμάτια που συναποτελούν το “Dark in Times” είναι όλα πολύ καλά, για να μην πούμε «ένα κι ένα».
Στον χώρο που κινείται ο
Bill Randen, αυτόν του κλασικού αμερικανικού rock, που έχει τις βάσεις του στον ηλεκτρικό Bob Dylan (μα και στον ακουστικό), στους Byrds και τους Band –και όλα αυτά πριν επεκταθεί, στα seventies, στα συγκροτήματα του country rock, στα 80s στις μπάντες του desert rock και πιο μετά σ’ εκείνες της americana– δεν χωράνε τσαλίμια. Η έχεις σοβαρό και πειστικό τραγουδιστικό υλικό ή τα παρατάς και ασχολείσαι με τα.... τζιριτζίρια.
Φυσικά, πριν και από το υλικό υπάρχει η γνώση των τεχνικών της τραγουδοποιίας, των οργάνων, της μουσικής ιστορίας, τουλάχιστον εκείνου του κομματιού της, επί του οποίου ενδιαφέρεσαι να βαδίσεις, και όλα αυτά μαζί μ’ ένα ήθος, που θα πρέπει να σε διακρίνει σαν άτομο, καθώς οφείλεις να μπαίνεις σ’ αυτούς τους χώρους με προσοχή και με σεβασμό, με «κατεβασμένο κεφάλι» για να το πούμε αλλιώς, γιατί δεν έχεις μεγαλώσει ούτε στην Καλιφόρνια, ούτε στην Αριζόνα, ούτε στο Τέξας (εκτός εάν...), αλλά στα χαρακώματα του κέντρου της Αθήνας ή καλύτερα της... επαρχιακής Αττικής.
Ο Bill Randen τα έχει όλα αυτά. Και τις τραγουδοποιητικές ικανότητες, και την γνώση, και το ήθος, και τίποτα δεν τον εμποδίζει, καθώς μπαίνει σ’ αυτό τον χώρο, να διαπρέψει.
Ο δίσκος του είναι πάρα πολύ καλός, δηλαδή φοβερός, καθώς εδώ δεν θα βρεις ούτε ένα «μισό τραγούδι», αλλά δέκα εξαιρετικά και ολοκληρωμένα tracks, άλλα πιο ηλεκτρικά, πιο rock, και άλλα περισσότερα ακουστικά, πιο folky.
Χοντρικώς θα λέγαμε πως το “Dark in Times” είναι κομμένο στα δύο. Καθώς τα πρώτα πέντε tracks είναι τα πιο ηλεκτρικά, ενώ τα πέντε τελευταία τα πιο ακουστικά (εκεί όπου ακούς, ακόμη, μαντολίνο και φυσαρμόνικα).
Στον δίσκο ο Bill Randen είναι σχεδόν τελείως μόνος του, καθώς μόνο σ’ ένα κομμάτι ακούγεται μια γυναικεία φωνή (Ren). Και όταν λέμε τελείως μόνος του εννοούμε πως εκτός από δημιουργός και των δέκα τραγουδιών που υπάρχουν εδώ, παίζει (και) όλα τα όργανα μόνος του, ενώ έχει επιμεληθεί περαιτέρω ενοργανώσεις, ηχογράφηση, μείξη και παραγωγή.
Το «μπράβο» δηλαδή του ανήκει εξ ολοκλήρου!
Επαφή: https://www.facebook.com/billrandensolo

BOG ART για το νέο άλμπουμ του ελληνικού συγκροτήματος

Οι Bog Art είναι ελληνικό ροκ συγκρότημα, υπάρχουν εδώ και καμιά δεκαετία, με τοThornbush [Private Pressing, 2022] να αποτελεί την τρίτη δουλειά τους. Το άλμπουμ ανέβηκε στο bandcamp τον Οκτώβριο του 2020 και δύο χρόνια αργότερα, δηλαδή πριν από λίγο καιρό, τυπώθηκε και σ’ ένα πολύ περιποιημένο CD. Σε προδιαθέτει πολύ θετικά, εννοούμε το art-cover, μαζί με το ένθετό του, και αυτό δείχνει πως οι Bog Art (Achilles ΙΙΙ φωνή, μπάσο, Panos Trikatsoulas κιθάρες, Themis Vasileiou κιθάρες, Marios Gampierakis ντραμς) θέλουν εξ αρχής να πρωτοτυπήσουν.
Άκουσα πολλές φορές το “Thornbush” και θα ήθελα, μετά από τις πολλαπλές ακροάσεις, να αλλάξω γνώμη για κάποια θέματα – αν και δεν μπόρεσα.
Το βασικό «πρόβλημα» με τους Bog Art είναι η φωνή. Ο τραγουδιστής προσπαθεί για το καλύτερο, αλλά η φωνή του δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να απογειώσει τα τραγούδια. Και αυτό συμβαίνει, γιατί είναι ηχογραφημένη και «μπροστά», και γιατί η μια κάποια θεατρικότητα, που απαιτούν οι ερμηνείες, δεν βγαίνει προς τα έξω όπως θα έπρεπε, μα και γιατί τα αγγλικά ακούγονται κάπως σαν να τραγουδάει... Γερμανός.
Χρειάζεται πολλή προσοχή σ’ αυτόν τον τομέα, για τους Bog Art. Και αξίζει να δοθεί η μεγαλύτερη δυνατή, γιατί η φωνή είναι βασικό συστατικό ενός ροκ σχήματος, σχεδόν καθοριστικό – και εδώ είναι κάτι παραπάνω (από καθοριστικό), γιατί και οι ιστορίες τού Achilles III έχουν ενδιαφέρον, και γιατί, γενικότερα, αντιλαμβάνεσαι από την ακρόαση πως η φωνή είναι πολύ σημαντική στην εξέλιξη τού “Thornbush”.
Κατά τα λοιπά οι συνθέσεις είναι... κάπως περίεργες, με το εναλλακτικό ροκ των Bog Art να διατηρεί και κάμποσα 80s-στοιχεία, ελαφρώς σπαρακτικά ή και gothic σε ορισμένες φάσεις, ενώ και τα λόγια είναι πολύ ενδιαφέροντα, κάπως «εσωτερικά» και αγωνιώδη θα λέγαμε, καθώς πραγματεύονται ζωτικά θέματα.
Το “Thornbush” περιέχει επτά κομμάτια, έχει βινυλιακή διάρκεια (τα tracks διαρκούν από 3:19 έως 6:06), με τα τρία τελευταία (“Doreen”, “The clown”, “The ways of love”), ας πούμε η δεύτερη πλευρά, να είναι από τα καλύτερα του άλμπουμ.
Δεν ξέρω αν η παραγωγή είναι... κάπως σκοτεινή και λόγω Γιάννη Αναγνωστάτου (Λόλεκ), όμως νομίζουμε πως και αυτός ο τομέας μπορεί να προσφέρει ακόμη περισσότερα.
Γκρουπ με δυνατότητες είναι οι Bog Art, αρκεί να επικεντρωθούν σε λίγα αλλά σημαντικά ζητήματα, ώστε να τα βελτιώσουν, ανεβαίνοντας επίπεδο.
Επαφή: https://bogart.bandcamp.com/album/thornbush

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

METTE HENRIETTE, STEPHAN MICUS, ANDRÁS SCHIFF νέα άλμπουμ από την ECM

METTE HENRIETTE: Drifting [ECM Records, 2022]
Στις 25 Νοε. 2019 είχαμε γράψει για το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ τής νορβηγίδας σαξοφωνίστριας και συνθέτριας Mette Henriette, που είχε κυκλοφορήσει στην ECM το 2015. (Το 2019 το πρώτο εκείνο 2CD της είχε επανεκδοθεί σε μονό LP, και γι’ αυτό είχαμε προβεί σ’ εκείνο το κείμενο). Τώρα, επτά χρόνια αργότερα (γιατί πρόκειται για έκδοση του 2022), ένα επόμενο άλμπουμ τής Mette Henriette τυπώνεται για την ECM – ένα άλμπουμ απαιτητικό και «δύσκολο», που ταιριάζει, φυσικά, στο προφίλ της εταιρείας. Ο τίτλος του; “Drifting”.
Δεν μπορώ να πω πως αντιλαμβάνομαι πλήρως έναν τέτοιον τίτλο (που συμπαραδηλώνει, βεβαίως, άλλου τύπου μουσικές), όμως, και σε κάθε περίπτωση, την… περιπέτειά του την έχει το εν λόγω CD – μια περιπέτεια «δύσκολη», το ξαναλέμε, που προϋποθέτει και γνώσεις και ταλέντο, για να την φθάσεις έως το τέρμα.
Ας πούμε λοιπόν πως το “Drifting” περιλαμβάνει δεκαπέντε tracks, με διάρκειες από 0:42 έως 6:17, εκ των οποίων τα δεκατέσσερα είναι συνθέσεις της Henriette (το άλλο το συνυπογράφει με τον πιανίστα της).
Ποιοι είναι, όμως, αυτοί που βρίσκονται δίπλα στην νορβηγίδα μουσικό, η οποία χειρίζεται, στο “Drifting”, μόνο τενόρο σαξόφωνο; Δύο μόλις συνάδελφοί της. Ο πιανίστας Johan Lindvall και η βιολοντσελίστρια Judith Hamann.
Τρία όργανα, με άλλα λόγια, ένα τενόρο, ένα πιάνο κι ένα τσέλο, που επιχειρούν σε... σύγχρονες κλασικότροπες «δωματίου» διαδρομές, με άξονα τις μελωδίες τής Henriette, που είναι συνεχείς, αναβλύζοντας με πάθος από το σαξόφωνό της.
Σίγουρα, αυτά που ακούμε στο “Drifting” δεν είναι jazz με την στενή έννοια, μα ούτε και με την πλατιά. Είναι περισσότερο «σύγχρονη» «δωματίου» μουσική, κάπως ποιητική και κάπως ασαφής, σαν να περιγράφει το άφατο – έναν βαθύ κόσμο συναισθημάτων, τα οποία (συναισθήματα) ανιχνεύονται όχι μέσα από εκρηκτικές εξωτερικεύσεις, μα από ήπιες «εσωτερικές» επεμβάσεις.
Κάπως σαν οι μουσικοί να είναι ακίνητοι, εκτελώντας, χωρίς κραδασμούς και μορφασμούς, μια λιτή και αρχετυπική παρτιτούρα.
STEPHAN MICUS: Thunder [ECM Records, 2023]
O γερμανός μουσικός και συνθέτης Stephan Micus έγινε 70 ετών πριν από λίγο καιρό (στις 19 Ιανουαρίου). Έτσι, εκείνη ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του η ECM θα εξέδιδε, για να τον τιμήσει, το 25ο σόλο άλμπουμ του εκεί, υπό τον τίτλο “Thunder”, που δεν μπορεί παρά να αποτελεί, και αυτό, μία ξεχωριστή και ιδιάζουσα ηχογραφική περίπτωση – όπως κάθε άλμπουμ του Stephan Micus εξάλλου.
Σ’ αυτό το CD o τελείως ξεχωριστός αυτός μουσικός ασχολείται, βασικά, μ’ ένα θιβετιανό, μοναστηριακό όργανο, την τετράμετρη(!) τρομπέτα dung chen.
Ο Micus έχει επισκεφθεί πολλές φορές την ευρύτερη περιοχή – με τις μουσικές των Ιμαλαΐων να τον έχουν επηρεάσει και σε άλλους δίσκους του, μέσα στις δεκαετίες. Τώρα, όμως, το πράγμα το πήγε ακόμη πιο μακριά, αφού ενδιαφέρθηκε, για πρώτη φορά, να σπουδάσει το συγκεκριμένο όργανο σ’ ένα μοναστήρι του Κατμαντού (κάτι όχι εύκολο), νοιώθοντας στην πορεία πως θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει και σε ηχογραφήσεις.
Επιστρέφοντας στην Γερμανία ένα θέμα απασχολούσε τον Stephan Micus, κυρίως. Με τι ακριβώς όργανα θα συνόδευε αυτό το εντελώς παράξενο και ανοικονόμητο πνευστό, που μπορούσε να ηχεί και σαν... καταιγίδα (από ’κει και ο τίτλος του δίσκου). Βρήκε λοιπόν ένα πνευστό όργανο από την ανατολική Σιβηρία, το ki un ki, όπως κι ένα μικρό ιαπωνικό φλάουτο, το nohkan, προκειμένου να δημιουργήσει βοηθητικά ηχητικά περιβάλλοντα, τα οποία θα πλούτιζε στην διαδρομή και με άλλα παράξενα όργανα.
Όπως βλέπουμε στις αναλυτικές σημειώσεις του booklet, o Micus δεν χρησιμοποιεί σε πολλά tracks το dung chen. Από τα εννέα κομμάτια του CD, το dung chen ακούγεται μόλις σε τρία (στο 1, στο 5 και 9) και μάλιστα με πολλαπλές εγγραφές, προκειμένου να πετύχει το ποθούμενο αποτέλεσμα (φερ’ ειπείν στο “A song for Thor” ακούγονται τρεις «στρώσεις» dung chen και όχι η μία πάνω στην άλλη, ενώ στο “A song for Perun” τέσσερις).
Πολλαπλές εγγραφές υπάρχουν και για πολλά από τα υπόλοιπα όργανα, που δεν είναι τρία, μα έντεκα, με όλα να τα χειρίζεται όπως πάντα ο Micus. Και δεν είναι μόνον πνευστά, μα και έγχορδα (η δυτικοαφρικανική άρπα sinding ας πούμε ή το λαούτο από την νήσο Βόρνεο sapeh), όπως και κρουστά (ποικίλα frame drums κ.λπ.).
Το “Thunder” δεν διαφέρει από άλλα, σπουδαία, άλμπουμ του Stephan Micus, καθώς είναι και αυτό εντυπωσιακό, με φοβερή διαλογιστική και ιεροτελεστική αύρα.
ANDRÁS SCHIFF: J.S. Bach Clavichord [ECM New Series, 2022]
Ο γεννημένος στην Βουδαπέστη το 1953, αλλά πολιτογραφημένος Βρετανός, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας András Schiff, αποτελεί ένα από τα μεγάλα ονόματα, σήμερα, της λεγόμενης «κλασικής μουσικής» (και το μπαρόκ εντός).
Ευρισκόμενος αρκετά χρόνια στο ρόστερ της ECM (πάνω από είκοσι) o Schiff έχει ηχογραφήσει πάμπολλα άλμπουμ εκεί, αποδίδοντας Mozart, Schubert, Janáček, Schumann, Bach, Beethoven κ.ά.
Στο δισκορυχείον υπάρχουν μικρές αναφορές στα άλμπουμ 1. András Schiff / Orchestra of The Age of Enlightenment: Johannes Brahms Piano Concertos [ECM New Series, 2021] και 2. András Schiff / Jörg Widmann: Johannes Brahms Clarinet Sonatas [ECM New Series, 2020], ενώ τώρα γνωστοποιούμε και την κυκλοφορία του 2CD “J.S. Bach Clavichord”, που περιλαμβάνει εκτελέσεις του András Schiff, στο κλαβίχορδο, των έργων του γερμανού κάντορα “Capriccio BWV 992”, “Inventions BWV 772-786”, “Four Duets BWV 802-805”, “Ricercar à 3 from Das Musikalische Opfer BWV 1079, “Sinfonias BWV787-801” και “Chromatic Fantasia and Fugue BWV 903”.
Το κλαβίχορδο, όπως διαβάζουμε, υπήρξε για τον J.S. Bach το όργανο που προτιμούσε να συνθέτει –ένα παράξενο πληκτροφόρο, που έχει περάσει από διάφορα στάδια, και όπου, μέσα στα χρόνια, έχει εκτιμηθεί από μεγάλους πιανίστες–, ενώ στο αναλυτικό 44σέλιδο ένθετο, που συνοδεύει την έκδοση, διαβάζουμε, ανάμεσα σε άλλα, και για την σχέση του András Schiff με το κλαβίχορδο, που πάει πολύ πίσω στο χρόνο, στο 1965, όταν είχε προσκληθεί από την ουγγρική τηλεόραση να αποδώσει, τότε (νεαρός φοιτητής), ένα έργο του Daniel Gottlob Türk.
Ηχογράφηση από τον Ιούλιο του 2018, που βρίσκει τώρα την έξοδο προς την δισκογραφία, σε παραγωγή του Manfred Eicher φυσικά.

Οι ECM Records και ECM New Series εισάγονται από την AN Music