Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ η σχέση του με την δισκογραφία

Οι δικές του μελοποιήσεις στα ποιήματά του και οι συνεργασίες του με άλλους συνθέτες και τραγουδοποιούς.
Η σχέση του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου (20 Μαρτίου 1931 – 11 Αυγούστου 2020) με την δισκογραφία είναι μέσες-άκρες γνωστή στους περισσότερους από εμάς.
Τα βασικά: «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας» σε μουσική Διονύση Σαββόπουλου, οι μελοποιήσεις ποιημάτων του από τον Σταύρο Κουγιουμτζή και τον Μάνο Χατζιδάκι, τα δικά του λαϊκά τραγούδια (σε μουσικές και λόγια δικά του εννοούμε). Υπάρχουν όμως και άλλα τινά και όχι πολύ γνωστά, που αξίζει να επισημανθούν, επειδή έχουν νόημα και αξία.
Το 1994 κυκλοφορεί από την εταιρεία Ανατολή Music Productions, με επιμέλεια παραγωγής από τον αείμνηστο Κώστα Κωτούλα, το άλμπουμ «Το Αιώνιο Παράπονο», που περιλάμβανε δέκα τραγούδια σε μουσική και λόγια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ερμηνευμένα από τους Θεσσαλονικιούς λαϊκούς τραγουδιστές Δημήτρη Νικολούδη και Παναγιώτη Καραδημήτρη.
Στο ένθετο εκείνου του άλμπουμ (LP) διαβάζαμε ένα κείμενο του Ν. Χριστιανόπουλου, γραμμένο τον Μάρτιο του 1994, στο οποίο ο ίδιος ο ποιητής αναφερόταν στην περιπέτειά του με τα τραγούδια και την δισκογραφία. Το κείμενο αυτό είναι αρκετά αναλυτικό και, μαζί με κάποιες δικές μας ενσωματωμένες επεξηγήσεις, καταγράφει μια πορεία περίπου 30 χρόνων (από τα μέσα του ’60 έως τα μέσα του ’90) δράσεων τού ποιητή σε σχέση με το θέμα μας. Το μεταφέρουμε αυτούσιο…

Η συνέχεια εδώ...

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2020

Πέρασαν 50 χρόνια από τον Αύγουστο του 1970 και το τρίτο ISLE OF WIGHT FESTIVAL ένα από τα διασημότερα στο χώρο της ποπ-ροκ μουσικής

Στη σκιά του Woodstock και του Monterey Pop Festival, το Isle of Wight Festival κατόρθωσε να συγκεντρώσει τα περισσότερα ονόματα και το μεγαλύτερο πλήθος από κάθε άλλη διοργάνωση της εποχής του.
Το Isle of Wight είναι ένα πυκνοκατοικημένο νησί, στον νότο της Αγγλίας, στη θάλασσα της Μάγχης, πολύ κοντά στην ακτή, με έκταση σχεδόν όση και η Θάσος.
Δεν ξέρω για ποιους λόγους μπορεί να είναι γνωστό στον καθέναν από εμάς, καθώς πρόκειται για ένα μέρος με παλαιά ιστορία, σίγουρα όμως για τους μουσικόφιλους είναι γνωστό για τα περίφημα Isle of Wight Festivals, που οργανώθηκαν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60 – φεστιβάλ, τα οποία ξεκίνησαν εκ νέου, μετά από μια πολυετή παύση, το 2002.
Αυτά τα φεστιβάλ, τα νεότερα, θα τα γνωρίζουν σίγουρα οι φίλοι της πιο καινούριας ποπ (φέτος δεν έγινε η διοργάνωση λόγω COVID-19), ενώ εκείνα των σίξτις είναι σίγουρα τα πιο «μυθικά», έχοντας άσβηστη φλόγα.  
1968
Το πρώτο Isle of Wight Festival οργανώθηκε στο νησί το 1968. Ξεκίνησε το Σάββατο της 31ης Αυγούστου στις 8 το βράδυ, για να ολοκληρωθεί στις 8:30 το επόμενο πρωί (1η Σεπτεμβρίου). Βασικός οργανωτής ήταν ο Rikki Farr, ένας ιμπρεσάριος των night clubs του Πόρτσμουθ, που όχι χωρίς δυσκολίες κατόρθωσε να εξασφαλίσει τον κατάλληλο χώρο από την τοπική κοινότητα.
Σ’ εκείνη την πρώτη διοργάνωση, που είχε μαζέψει 10 χιλιάδες νέους (hippies βασικά), είχαν εμφανισθεί πολλά βρετανικά γκρουπ, όπως οι Halcyon Order (μια τοπική μπάντα, που έπαιξε κυρίως κομμάτια των Cream), οι Tyrannosaurus Rex (του Marc Bolan), οι Aynsley Dunbar Retaliation (ένα από τα καλύτερα γκρουπ του βρετανικού blues boom), οι Plastic Penny, οι Smile (του Brian May, κιθαρίστα αργότερα των Queen), οι Move, οι Pretty Things, οι Crazy World of Arthur Brown (που είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν το περίφημο “Fire”), οι Fairport Convention, ο DJ John Peel, ενώ δεν εμφανίστηκε ένα τοπικό γκρουπ, που ήταν προγραμματισμένο να ανεβεί στη σκηνή και να παίξει, οι Cherokees.
Headliner του φεστιβάλ ήταν οι περίφημοι Αμερικανοί Jefferson Airplane, που τότε χαλούσαν κόσμο, κερδίζοντας φυσικά τις ισχυρότερες των εντυπώσεων.
1969
Την επόμενη χρονιά, το 1969, το Isle of Wight Festival θα αποκτούσε τεράστια παγκόσμια αίγλη, λόγω της εμφάνισης σ’ αυτό του Bob Dylan, ο οποίος θα επισκεπτόταν την Βρετανία μετά από τρία χρόνια (είχε μεσολαβήσει και το ατύχημα με την μοτοσυκλέτα του).
Οι διοργανωτές, ο Rikki Farr και τα αδέλφια Ray, Ron και Bill Foulk (όλοι λίγο πάνω από τα 20 χρόνια τους) κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα σούπερ τριήμερο (29 έως 31 Αυγούστου 1969 – λίγες ημέρες δηλαδή μετά από το Woodstock), συγκεντρώνοντας στο χωριό Wootton, στα βορειοανατολικά του νησιού, πάνω από 100 χιλιάδες ανθρώπους!
Την πρώτη μέρα εμφανίστηκαν οι Marsupilami, οι Eclection, οι Bonzo Dog Doo-Dah Band και οι Nice.
Την δεύτερη μέρα οι Gypsy (μια μπάντα από το Λέστερ), οι Blodwyn Pig, οι Edgar Broughton Band, ξανά οι Aynsley Dunbar Retaliation, η Marsha Hunt, ο DJ Jeff Dexter, οι Pretty Things (ξανά), οι Family, οι Who, οι Fat Mattress, οι Joe Cocker and The Grease Band και οι Moody Blues, ενώ ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν ακόμη οι King Crimson και οι Battered Ornaments, με τους Free να παίζουν ελάχιστα (κανα τέταρτο) και με τους Blonde On Blonde να μην είναι σίγουρο αν ανέβηκαν στη σκηνή τελικά.
Η τρίτη μέρα θα άνοιγε με τους Liverpool Scene (του ποιητή Adrian Henri), για να ακολουθήσουν οι Third Ear Band, οι Indo-Jazz Fusions, ο Gary Farr, ο Tom Paxton, οι Pentangle, η Julie Felix, ο Richie Havens, οι Band και να κλείσει ο Bob Dylan (συνοδευόμενος από τους Band φυσικά). Απίστευτη line-up, που έγραψε ιστορία!
Και κάπως έτσι προχωράμε στην τρίτη ιστορική διοργάνωση, του 1970, που θα μας απασχολήσει εδώ και τώρα περισσότερο.
1970
Το Isle of Wight Festival του 1970, που οργανώθηκε από την ίδια ομάδα στο Afton Down, στη δυτική πλευρά του νησιού Wight αυτή τη φορά, είναι αναμφισβήτητα το ιστορικότερο όλων.
Οι άνθρωποι που δούλεψαν για την διοργάνωση είχαν ένα χρόνο να προετοιμαστούν προκειμένου να δημιουργήσουν ένα event, που θα «σκέπαζε» οτιδήποτε σχετικό είχε οργανωθεί έως τότε στο χώρο της ποπ και του ροκ. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε από μια πλευρά.
Παρότι οικονομικά το φεστιβάλ δεν έβγαλε τα λεφτά του (οι διοργανωτές έχασαν 125 χιλιάδες λίρες) η προσέλευση, η ποιότητα και οι συμμετοχές έσπασαν όλα τα ρεκόρ. Περισσότεροι από 650 χιλιάδες(!) νέοι θα περάσουν στο νησί εκείνο το καλοκαίρι του 1970, παρακολουθώντας μερικά από τα σημαντικότερα συγκροτήματα και καλλιτέχνες της εποχής.

Η συνέχεια εδώ...

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2020

VINYL SUICIDE το αθηναϊκό γκρουπ στο δεύτερο άλμπουμ του “Stray Asteroids”

Οι Vinyl Suicide, ένα pop-rock συγκρότημα από την Αθήνα, υπάρχουν πάνω από μια δεκαετία. Σ’ αυτό το διάστημα έχουν ηχογραφήσει δύο άλμπουμ, το “Homeward Bound” το 2015 και το Stray Asteroids[Private Pressing, 2020] εσχάτως. Για το δεύτερο απ’ αυτά θα γράψουμε τώρα...
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η μπάντα είναι τετραμελής (Δήμητρα Σιδέρη φωνή, Ted Kapa κιθάρες, Δημήτρης Πατρώνας μπάσο, Δημήτρης Δουμουλιάκας ντραμς, κρουστά), με έξτρα βοήθεια σε πλήκτρα (Ορέστης Μπενέκας) και πως το “Stray Asteroids” περιλαμβάνει δέκα πρωτότυπα tracks, ενορχηστρωμένα από τους ίδιους τους μουσικούς, συν τον Βασίλη Νησσόπουλο.
Η βρετανική eighties pop είναι οπωσδήποτε η πολύ βασική αναφορά των Vinyl Suicide και αυτό δεν κρύβεται – και δεν υπάρχει και λόγος για να κρυφτεί. Οι συνθέσεις, κατ’ αρχάς, είναι λαμπερές, με τις μελωδίες να κυλάνε δίχως πρόβλημα. Οι κιθάρες, μαζί με τα πλήκτρα, περαιτέρω, κάνουν όλη τη δουλειά μπροστά, ενώ, πίσω, το ρυθμικό τμήμα κρατάει γερά και σταθερά, και κυρίως ουσιαστικά. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έρχεται η φωνή, η γυναικεία φωνή, που καλείται να αποδώσει τον λόγο, για να υπογραμμίσει τα τραγούδια. Τα καταφέρνει γενικώς – αν και σε ορισμένα απ’ αυτά (τα τραγούδια) δεν με πείθει.
Οπωσδήποτε η φωνή, σ’ ένα σχήμα σαν τους Vinyl Suicide, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, είναι η εικόνα του, και, αρκετές φορές, από εκεί ξεκινούν πολλά, για να μην πούμε τα πάντα. Η φωνή λοιπόν, που έχει αυτό το ηχόχρωμα που έχει και που ενίοτε φέρνει στη μνήμη μου την Kate Bush (που τσίριζε, ιδίως παλαιά, και σου τρυπούσε το κρανίο), είναι ένα θέμα που θέλει μεγαλύτερη προσοχή… νομίζω. Και μπορεί να υπάρξει αυτή η προσοχή. Μπορεί δηλαδή η τραγουδίστρια να ακούγεται όπως σε μερικά κομμάτια από εδώ... και όχι όπως σε κάποια άλλα.
Από ’κει και πέρα δεν έχω να παρατηρήσω κάτι άλλο, για τους Vinyl Suicide.
Τα τραγούδια τους κυμαίνονται από καλά και πάνω, ενώ ορισμένα απ’ αυτά είναι πάρα πολύ καλά, σαν το “Run” και σαν το “Masters of dog” από την δεύτερη πλευρά ή σαν το “Mad love” από την πρώτη, με τα (αγγλικά) λόγια να είναι στρωτά και να σε κερδίζουν με την απλότητά τους, και με τα παιξίματα και τις ενορχηστρώσεις να είναι πολύ πρώτα και πρώτες – με ωραία «γεμίσματα» από την κιθάρα ή τα πλήκτρα, και με δίχως καταχρήσεις στην πορεία.
Καλό και ισορροπημένο, eighties αναφορών, άλμπουμ είναι το “Stray Asteroids” των Vinyl Suicide, προτείνοντάς μας ανάμεσα στο σύνολο και μερικά «διαμάντια», που αξίζει να ακουστούν ευρύτερα.