Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Μια αναλυτική παρουσίαση του καλύτερου βιβλίου που έχει γραφεί τα τελευταία χρόνια για τη Γενιά του Πολυτεχνείου / Είναι «Τα Παιδιά της Δικτατορίας» του Κωστή Κορνέτη

Μπορεί να κυκλοφόρησε το 2015, από τις εκδόσεις Πόλις, όμως Τα Παιδιά της Δικτατορίας ήταν, είναι και παραμένει το καλύτερο βιβλίο που τυπώθηκε τα τελευταία χρόνια (ανάμεσα σε άλλα ανάλογα ή περίπου ανάλογα) και που αναφέρεται φυσικά (και) στη Γενιά του Πολυτεχνείου. Λέμε «και», επειδή το βιβλίο πραγματεύεται, βασικά, τα ελληνικά long sixties (ένα διάστημα, που ξεκινά από τις αρχές του ’60 καταλήγοντας χρονικά λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας). Το βιβλίο είναι γραμμένο από τον Κωστή Κορνέτη (με σπουδές Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών – εργάζεται για το Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης) και περιλαμβάνει Εισαγωγή, πέντε πολυσέλιδα Κεφάλαια, Επίλογο, καθώς και εκτενή Βιβλιογραφία, που λειτουργεί και σαν πυξίδα για εκτενέστερο και ειδικότερο διάβασμα (και ψάξιμο).
Να πούμε από την αρχή κάτι πολύ βασικό. Πως ο Κορνέτης δεν τάσσεται, εννοείται, με τη σύγχρονη ακροκεντρώα / νεοφιλελεύθερη αντίληψη (ούτε με τη διαχρονική ακροδεξιά φυσικά) κατασυκοφάντησης του «Πολυτεχνείου», γι’ αυτό, νωρίς-νωρίς στο βιβλίο του, επιχειρεί να διαλύσει τα σχετικά νέφη, σημειώνοντας:
«Αυτή την αναθεωρητική οπτική (σ.σ. της αμφισβήτησης του Πολυτεχνείου) τη θεωρώ όχι απλώς εξαιρετικά άστοχη και ανιστορική, αλλά και επικίνδυνη, αφού τείνει να μετατρέψει το Πολυτεχνείο, από ένα γενικά αποδεκτό “τόπο μνήμης” μετά τη Χούντα σε διχαστικό μνημονικό γεγονός».
Πάνω σ’ αυτή τη βάση είναι δομημένο το βιβλίο του Τα Παιδιά της Δικτατορίας και γι’ αυτό θα τα πούμε αναλυτικά στη συνέχεια.

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

JOSH SINTON’S PREDICATE TRIO

O βαρύτονο-σαξοφωνίστας και μπάσο-κλαρινετίστας Josh Sinton είναι μεγάλος fan τού θρύλου Steve Lacy, κάτι που αποδεικνύεται από τα τρία (τουλάχιστον) άλμπουμ του, τα οποία έχει αφιερώσει στο «ιερό τέρας» τού σοπράνου σαξοφώνου. Λέμε, βασικά, για τις εγγραφές του με τους (The) Ideal Bread… “Ideal Bread” (2007), “Transmit” (2010) και “Beating the Teens” (2014). Ο Sinton όμως, που δεν είναι κάποιος πιτσιρικάς (είναι 47 ετών) και που βρίσκεται στη σκηνή αρκετά χρόνια, έχει και προσωπική δισκογραφία… κομμάτι της οποίας αποτελεί και το παρόν Making Bones…” [ILUSO, 2018], που ολοκληρώνεται από το Josh Sintons Predicate Trio (Christopher Hoffman τσέλο, Tom Rainey ντραμς οι υπόλοιποι δύο – καλοί και γνωστοί μουσικοί αμφότεροι). Τώρα, από τα εννέα tracks του CD επτά αποτελούν συνθέσεις του Sinton, ενώ τα υπόλοιπα δύο ανήκουν σε όλη την τριπλέτα.
Ναι… ίσως κάπου φαίνεται από τα συμφραζόμενα και από τα υπονοούμενα πως η μουσική στο “Making Bones…” είναι βασικά αυτοσχεδιαστική, κάτι που μάλλον είναι σωστό. Μάλιστα, και ως κυρίως αυτοσχεδιαστική, είναι ηχογραφημένη με τη μία , σ’ ένα take την 1η Ιουνίου 2018. Άρα γράφουμε και για ένα πολύ πρόσφατο άλμπουμ, που συνοψίζει τις διαθέσεις (παικτικές και όχι μόνον) αυτού του αγνώστου στην Ελλάδα σαξοφωνίστα με τον καλύτερο, θα έλεγα, τρόπο.
Κατ’ αρχάς ο Sinton, πριν παίξει τη μουσική που γουστάρει, παίζει με τη γλώσσα (τη δική του γλώσσα) και τις λέξεις. Ο αληθινός τίτλος του άλμπουμ του, όπως φαίνεται και από τη φωτογραφία που ενθέτουμε, είναι “making bones, taking draughts, bearing unstable millstones, pridefully, idiotically, prosaically” και είναι βγαλμένος κάπως σαν ακροστιχίδα από τους τίτλους των tracks. Αυτή η… εύθυμη διάθεση, αυτό το εξωτερικό παιγνίδι, περνά σιγά-σιγά και στο «εσωτερικό», στα «αυλάκια» του CD, μεταφέροντας προς τα έξω τη δράση και την περιπέτεια. 
Στο εισαγωγικό “mersible” φερ’ ειπείν είναι το μπάσο κλαρίνο εκείνο που πρωταγωνιστεί, για ν’ ακολουθήσει το σχεδόν 10λεπτο “bell-ell-ell-ell-ells”, με έξοχη εισαγωγή στο βαρύτονο, μπασιστική ομοβροντία από το τσέλο(!), καθώς και με ελεύθερη και ουδόλως διακριτική συνοδεία στα ντραμς. Υπάρχουν tracks σαν το “blockblockblock”, που μοιάζουν ή είναι πλήρως αυτοσχεδιαστικά, με διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα στην ένταση και την ηρεμία, με συνεχή πνευστά breaks και ακολούθως σόλο στο βαρύτονο και με το ίδιο εκκωφαντική συμμετοχή του τσέλου (και σε φάση άρκο και σε πιτσικάτο).
Γενικώς, με τέτοιου τύπου περιπετειώδεις καταγραφές ολοκληρώνεται ένα άλμπουμ, που διατηρεί καθ’ όλον το… μήκος του την ίδια διάθεση, για (ηχητική) προσφορά και πρωτοτυπία.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

LOOP VERTIGO παράξενο ελληνικό duo, που θυμίζει γαλλικά avant-rock ή jazz σχήματα από τα seventies (ανάμεσα σε άλλα)

Ένα όχι συνηθισμένο ελληνικό CD, από ένα γκρουπ, ένα ντουέτο για την ακρίβεια, που αποκαλείται Loop Vertigo. Το Neocortex [Black Athena, 2018] είναι το πρώτο άλμπουμ τού σχήματος (Δημήτρης Μούτσιος πιάνο, synths, Αλέξης Σταυρόπουλος ντραμς), που φιλοδοξεί να μεταφέρει κάτι καινούριο, ας το πούμε έτσι, στη σύγχρονη ελληνική σκηνή και που σε γενικές γραμμές το κατορθώνει.
Το κατορθώνει, γιατί πέραν της ειδικότητας του setting (πλήκτρα, ντραμς), οι Loop Vertigo ξέρουν να ενσωματώνουν στις συνθέσεις τους στοιχεία από πολλούς και διαφορετικούς ηχητικούς χώρους, δημιουργώντας όχι ένα patchwork, αλλά μια συμπαγή μουσική ενότητα, που… στέκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από το αναμενόμενο. Έτσι, δυσκολεύεσαι κάπως, ή και πολύ (ανά περιπτώσεις), να αποκαλέσεις το σχήμα… jazz, rock, jazz-rock, progressive, funk, avant, pop, electro ή ό,τι άλλο, καθώς υπαινιγμοί και στοιχεία απ’ όλα τούτα και από άλλα ακόμη (αν σκεφτείτε πως στο “Neocortex” οι Loop Vertigo αυτοσχεδιάζουν ακόμη και πάνω στα «Σαράντα παλληκάρια») εμφανίζονται πάντα στις συνθέσεις τους.
Αυτό, τώρα, θεωρητικώς, μπορεί να δημιουργεί κάποια… χάσματα στην παρακολούθηση, αν και, σε γενικές γραμμές, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι το «τι παίζει» στο “Neocortex” και προχωράς αμέσως παρακάτω. Θέλω να πω πως δεν στέκεσαι σε δευτερεύοντα θέματα. Δεν κολλάς. Και όχι γιατί θέλεις να κάνεις χάρη στους Loop Vertigo, αλλά γιατί και εξαιτίας της μορφής τους (εκείνης των πλήκτρων-ντραμς, το ξαναλέμε) μπορούν και ομαλοποιούν, μπορούν και αμβλύνουν, τις όποιες διαφορές από track σε track. Δύο όργανα είναι πάντα… δύο όργανα, αφού εκτός κάποιων ακραίων περιπτώσεων (με έξωθεν παρεμβάσεις κ.λπ.), μπορούν να εμφανίσουν μόνον πολύ συγκεκριμένα ηχοχρώματα (και εννοείται τους συνδυασμούς τους, που και αυτοί θα είναι το ίδιο συγκεκριμένοι). Έτσι και παρά το γεγονός πως εδώ καταγράφονται εντελώς διαφορετικά, από πλευράς ύφους tracks (ας πούμε, εμένα, το έσχατο “Well always have chocolate” μου θύμισε μέχρι και Axis, το τρίτο LP τους), το σύνολο δεν εμφανίζει… όρη και κοιλάδες. Το ακούς σαν «ένα».
Να επισημάνω, περαιτέρω, τα ηχοχρώματα από fender rhodes, που είναι προσαρμοσμένα άλλοτε σε περισσότερο Canterbury λογικές, και άλλοτε σε πιο «χανκοκικές» και επίσης μια γενικότερη «γαλλοφροσύνη», που εγώ τουλάχιστον εντοπίζω στο “Neocortex” (δεν ανάφερα τυχαίως τους Έλληνες, αλλά «Γάλλους» Axis παραπάνω). 
Αλήθεια τους Γάλλους Cortex, που δεν ήταν ντούο, να τους έχουν υπ’ όψιν τους οι Loop Vertigo; Έτσι το λέω…

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

MERJE KÄGU ENSEMBLE, LORENZO DE FINTI QRT δύο άλμπουμ της νορβηγικής Losen Records

MERJE KÄGU ENSEMBLE: When Silence Falls [Losen, 2018]
Περίεργο σχήμα οι Merje Kägu Ensemble, αλλά και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ιδιαιτέρως ενδιαφέρον.
Το συγκρότημα αποτελείται από την κιθαρίστρια και συνθέτρια Merje Kägu (με καταγωγή από την Εσθονία), ακόμη τέσσερις γυναίκες, τη Σουηδή Åsa B. Johansson βιολί, φωνή, τη Βελγοαργεντινή Leonor Palazzo τσέλο, τη Βραζιλιάνα Marina Cyrino φλάουτο και την Ισπανίδα Blanca Sans Ballart όμποε, γαλλικό κόρνο, ενώ συμπληρώνεται και από δύο άντρες, τον πολύ γνωστό μας σουηδό κοντραμπασίστα Anders Jormin και τον φινλανδό ντράμερ Jesse Ojajärvi. Χοντρικώς, έχουμε να κάνουμε με μια κάπως απίθανη συνεύρεση ανθρώπων (αν και γιατί όχι πια…), που συνέβη στο Γκέτεμποργκ και που οδήγησε στην ηχογράφηση αυτού του άλμπουμ, του “When Silence Falls”, τον Αύγουστο του 2017.
Όλα τα κομμάτια τού CD είναι πρωτότυπα και ανήκουν στην Kägu. Η «κλασσική», η folk, κάπως η jazz, η μουσική δωματίου και ο μινιμαλισμός αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά των συνθέσεων της Εσθονής. Όμως το ζήτημα, εδώ, δεν είναι οι «αναφορές», αλλά εκείνο που προκύπτει μέσα και μετά απ’ αυτές.
Το… ευγενές ηχόχρωμα των κομματιών τής Kägu είναι προφανές. Εκείνο που δεν είναι προφανές είναι ότι η εσθονή συνθέτρια κατορθώνει να προτείνει ένα άλμπουμ διαφορετικό, αληθινά διαφορετικό, που δεν «καταπλακώνεται» από την παρουσία και τις ορέξεις των επτά συμμετεχόντων (μουσικών). Και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Γιατί, εδώ, δεν χωρούν προσωπικές καταδείξεις, πέραν εκείνων των σεμνών και ουσιαστικών, που επιβάλλουν οι ίδιες οι συνθέσεις.
Έτσι, όλοι οι οργανοπαίκτες μοιράζονται ίσους χρόνους και λειτουργώντας σαν ένα αδιάσπαστο σύνολο κατορθώνουν να κάνουν τη διαφορά. Να δημιουργήσουν μια μουσική μοναδική, μοναδικής ομορφιάς, που επί της ουσίας… δεν τους ανήκει. Ως επαγγελματίες, που έπαιξαν για να υλοποιήσουν το όραμα κάποιου άλλου (κάποιας άλλης), αυτό θα πρέπει να τους χαροποιεί ιδιαιτέρως. Για εμάςδεν το συζητώ.
LORENZO DE FINTI QRT: Love Unknown [Losen, 2018]
Όπως είχαμε γράψει και πριν από δυο χρόνια, όταν αναφερθήκαμε στο πρώτο άλμπουμ των Lorenzo De Finti Qrt, τοWe Live Here” (2016): «Το κουαρτέτο τού Lorenzo De Finti αποτελείται από τον ίδιο στο πιάνο, τους συμπατριώτες του Stefano Dall’Ora κοντραμπάσο και Marco Castiglioni ντραμς, και ακόμη τον Κουβανό Gendrikson Mena τρομπέτα, φλούγκελχορν».  
Στο “Love Unknown”, που είναι η δεύτερη κατάθεση τού σχήματος, η line-up δεν αλλάζει, όπως δεν αλλάζουν και άλλα τινά. Ας πούμε το γεγονός πως οι συνθέσεις στο άλμπουμ ανήκουν στη δυάδα De Finti-DallOra, δεύτερον ότι το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στην Ελβετία, ενώ το τρίτο και σημαντικότερο, θα λέγαμε, αφορά στις αισθητικές διαφορές, ανάμεσα στα δυο CD, που είναι σχεδόν μηδαμινές.
Και εδώ, στο “Love Unknown”, ο λυρισμός και οι αργές φόρμες είναι εκείνα που πρωταγωνιστούν, με τους τέσσερις μουσικούς να διαχειρίζονται τέλεια το χρόνο, σ’ αυτές τις ομαδικές περιπλανήσεις, βγάζοντας από τα κομμάτια τους αβίαστα αισθήματα. Βασικά, την απόλαυση τής διαδρομής τους σε περιοχές μελωδικές, που ούτε απλές είναι, ούτε αναλώνονται σε κλισέ. Οι συνθέσεις των De Finti-DallOra θέλω να πω πως είναι απαιτητικές, ίδιον ανθρώπων που... και νοιώθουν και ξέρουν. Μαρτυρούν προς αυτό τα βιογραφικά τους, που παρατίθενται στο επιμελημένο triple-folded digipak, τα οποία περιλαμβάνουν σοβαρές σπουδές σε καλά σχολεία και συνεργασίες με μεγάλα ονόματα (από την τζαζ κοινωνία και όχι μόνο).
Δεν έχει νόημα τώρα να τα αντιγράψουμε. Εμπιστευτείτε μας…
Επαφή: www.losenrecords.no