Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

NIGHTSTALKER η επανέκδοση του “Superfreak”

Το “Superfreak”, το τέταρτο άλμπουμ των Nightstalker (Argy φωνή, Andreas Lagios μπάσο, Tolis Motsios κιθάρες και Costas C ντραμς), κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε CD, στην αμερικανική MeteorCity, το 2009. Την επόμενη χρονιά (2010) τυπώθηκε και σε βινύλιο, από την ολλανδική Headspin Records, αλλά από τότε δεν ξαναείδε το φως της δισκογραφίας. Και κάπως έτσι, λόγω της μεγάλης ζήτησης των ηχογραφήσεων του γκρουπ, και από εδώ και από το εξωτερικό, μια κόπια βινυλίου έφθασε να κοστίζει περισσότερο ή και πολύ περισσότερο από 50 ευρώ.
Η νέα επανέκδοση του δίσκου από τις Labyrinth of Thoughts / The LAB Records επανατοποθετεί το “Superfreak” (2022) σε νέες βάσεις. Δεν ρίχνει μόνον την τιμή απόκτησης μιας vinyl κόπιας, αυτού του πολύ καλού hard rock / stoner άλμπουμ, μα προσφέρει κιόλας νέο mix (Nightstalker & Philip Marinelis), όπως και νέο mastering (Brad Boatright).
Έτσι, και σε συνδυασμό με το 150άρι βινύλιο, που είναι κομμένο σε 700 κόπιες, με το gatefold cover και με το inner sleeve (που αναγράφονται οι στίχοι), έχουμε πλέον στα χέρια μας μία άψογη καθ’ όλα επανέκδοση, που θα δώσει στους φίλους του γκρουπ την δυνατότητα να ακούσουν το “Superfreak” με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ρίχνοντας λοιπόν αυτό το LP των Nightstalker, στο πικάπ, λέμε κατ’ αρχάς πως κάτι τέτοιοι δίσκοι (και άλλοι, και πολλοί άλλοι) είναι ετοιμασμένοι για να ακούγονται από σωστά στερεοφωνικά συγκροτήματα και όχι από τα tablets, τα smartphones κ.λπ. Δεν μπορείς να αντιληφθείς από τις μικροσυσκευές το άπλωμα του ήχου, τα «στρώματά» του και την «ικανότητά» του να γεμίζει το δωμάτιο, παρασέρνοντάς σε μαζί του. Πάει αυτό.
Δεύτερον... και στο “Superfreak” οι Nightstalker αποδεικνύουν πόσο μπροστά και «κατά πάνω» ήταν σ’ εκείνο που έκαναν, στη συγκεκριμένη εποχή, όταν το hard / stoner βρισκόταν στα καλύτερά του, πριν ξεπέσει, στα 2010s πια, στην επανάληψη, την μετριότητα και εν τέλει την αδιαφορία.  
Το λέμε τούτο, γιατί στο “Superfreak” δεν υπάρχει αδιάφορο ή μέτριο κομμάτι, με την μπάντα να τα δίνει όλα στο στούντιο, λες και παίζει live! Νομίζουμε, δε, πως αυτό είναι ένα από τα πιο διαχρονικά προτερήματα των Nightstalker, μιας μπάντας που παίζει διαρκώς στην τσίτα, εκμεταλλευόμενη, όλα εκείνα που της παρέχονται, στο έπακρο.
Υπάρχουν πολλά tracks εδώ που ξεχωρίζουν, όπως ας πούμε το δεύτερο “Enough is not enough”, το “Light” και άλλα διάφορα, αλλά εκείνο που βγάζει, νομίζουμε, όλη την έξαψη των Nightstalker είναι το φερώνυμο “Superfreak”, που είναι εκπληκτικό και που δείχνει αυτό που γράψαμε παραπάνω, την πλήρη οικειοποίηση του σχετικού μηχανισμού (άνθρωποι, τεχνικός εξοπλισμός κ.λπ.), προς την κατεύθυνση της δημιουργίας «ήχου». Όχι πως και σε άλλα tracks δεν διαφαίνεται αυτό (στο “Learn to fly” για παράδειγμα), αλλά στο “Superfreak” είναι έντονο και εκπληκτικό!
Γενικώς, ένας πολύ ωραίος, ένα πολύ γεμάτος σύγχρονος-παλαιός ροκ δίσκος, που θα αγαπηθεί ξανά και θα αγαπιέται και στο μέλλον.  
Επαφή: https://labyrinthofthoughts.gr/en/labyrinth/

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

το βιβλίο του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη για τον ΝΙΚΟ ΓΚΑΤΣΟ – δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι / ποίηση και στιχουργική 1931-1991

Η βιβλιογραφία για τον τρανό ποιητή και κορυφαίο στιχουργό του ελληνικού τραγουδιού Νίκο Γκάτσο (1911-1992) –και εννοούμε την βιβλιογραφία, που κατοπτεύει το έργο του– είναι μηδαμινή.
Υπάρχει, από παλαιά, το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη «Διπλή Επίσκεψη σε Μια Ηλικία και σ’ Έναν Ποιητή / Ένα Βιβλίο για τον Νίκο Γκάτσο» [Εκδόσεις Γνώση, 1983], το βιβλίο του Γεωργίου Ι. Θανόπουλου «Ο Νίκος Γκάτσος και η Ελληνική Λαϊκή Παράδοση / Ερμηνευτική μελέτη» [Graphopress, 2008] και το συλλογικό «Ένας Χαμένος Ελέφαντας / Εκατό Χρόνια από τη Γέννηση του Νίκου Γκάτσου / Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου» [Βιβλιοθήκη του Μουσείο Μπενάκη, 2015].
Στην πράξη μόλις σε τρία βιβλία έως σήμερα θα μπορούσε να σκύψει κάποιος (υπάρχουν και ορισμένες άλλες απόπειρες, πολύ μικρότερης έως και ελαχιστότατης εμβέλειας), ώστε να πληροφορηθεί κάτι βαθύτερο για το έργο του Νίκου Γκάτσου, γεγονός που, από μόνο του, συνιστά ένα ζήτημα.
Εντάξει... υπάρχει η τεράστια αρθρογραφία στον Τύπο, σε περιοδικά ή στο διαδίκτυο, με την διαφορά, όμως, πως οι έντυπες πηγές (γενικώς σημαντικότερες) είναι απρόσιτες, δεν βρίσκονται στην διάθεση του καθενός και δεν μπορεί να γίνει εύκολα ούτε η ανάγνωσή τους, ούτε η αξιολόγησή τους, αποτελώντας αντικείμενο μόνο των ερευνητών και των μελετητών.
Το βιβλίο είναι κάτι άλλο εννοούμε, και τέλος πάντων αυτό το κενό στην βιβλιογραφία περί τον Νίκο Γκάτσο, έρχεται να καλύψει με τον καλύτερο τρόπο, η μελέτη, η διατριβή αν θέλετε, του Σταύρου Γ. Καρτσωνάκη «Νίκος Γκάτσος / Δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι / Ποίηση και στιχουργική 1931-1991», που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό (2022) από τον Μετρονόμο.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως πρόκειται για ένα βιβλίο, μεγάλης έκτασης, 480 σελίδων, τυπωμένο σε υποκίτρινο χαρτί και με σωστή διαστάσεων γραμματοσειρά (ούτε μεγάλη, ούτε μικρή), ώστε να διαβάζεται άνετα.
Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με αυτό που λέμε «σωστά ελληνικά», ενώ παρατηρείται και το εξής. Παρά το γεγονός πως η προσέγγιση του συγγραφέα είναι ερευνητική-επιστημονική η γλώσσα που χρησιμοποιείται δεν είναι η «ξύλινη πανεπιστημιακή», μα μια γλώσσα γλαφυρή και καθημερινή, που θα βοηθήσει το βιβλίο να πάει, σίγουρα, μακρύτερα. Να ξεφύγει, δηλαδή, από το στενό περιβάλλον μιας εργασίας για λίγους, αφορώντας στον πολύ κόσμο. Σε κάθε φίλο, θα λέγαμε, της νεότερης ελληνικής μουσικής και του τραγουδιού μας.
Άρα λοιπόν τα πρώτα εύσημα, γι’ αυτή την προσπάθεια, στον Σταύρο Γ. Καρτσωνάκη, επιβάλλονται.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/biblio-toy-stayroy-g-kartsonaki-gia-ton-niko-gkatso

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

YIANNIS ILIAKIS ο ντράμερ των Outward Bound και των Ciccada σ’ ένα προσωπικό ηλεκτρονικό βινύλιο

Ο ντράμερ Γιάννης Ηλιάκης (Yiannis Iliakis) μας είναι γνωστός, βασικά από τους «αυτοσχεδιαστικούς» Outward Bound, όπως και από τους progsters Ciccada. Εσχάτως, δε, γνωρίσαμε τον Γ. Ηλιάκη και ως μέλος των Rabbits Eye (δες review από 10 Ιουν. 2022).
Με μικρή προσωπική δισκογραφία ο Γιάννης Ηλιάκης κάνει τώρα το ντεμπούτο του στο βινύλιο, μέσω του γερμανικού άλμπουμ του Mountain Mouth [Equinox Records, 2022]. Σ’ αυτό το mini-LP, που κυκλοφορεί σε 150 αριθμημένα αντίτυπα, ο Γ. Ηλιάκης παρουσιάζει πέντε συνθέσεις του. Δύο στην πρώτη πλευρά του δίσκου και τρεις στην δεύτερη.
Ο Γιάννης Ηλιάκης δεν είναι μόνον ντράμερ. Μπορεί τα ντραμς να είναι το βασικό όργανό του, αλλά χειρίζεται ακόμη διάφορα πλήκτρα, ηλεκτρονικά κ.λπ. Μπορεί, έτσι, να... αποταθεί στον εαυτό του και μόνον, δημιουργώντας και προτείνοντας ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Και αυτό κάνει στο “Mountain Mouth”, έναν δίσκο, που, χονδρικώς θα τον αποκαλούσαμε... ηλεκτρονικής μουσικής. Επειδή, όμως, ο όρος electronic music είναι πλέον τελείως ασαφής, θα επιχειρήσουμε, στην συνέχεια, να τον προσδιορίσουμε καλύτερα...
Το πρώτο κομμάτι, το “Mountainmouth” είναι έντονο, ηλεκτρονικό, με ντραμς και πλήκτρα. «Σπάει» κάπου, αλλά η βασική λογική του είναι το house και τούτο δίχως να είναι στενά «ντανσική» (η λογική του). Εν τω μεταξύ όσο κυλάει το track και όσο φθάνει προς το τέλος του γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον.
Στο “Carbonated soap”, που ολοκληρώνει την πλευρά, η χορευτικόττητα μπορεί να είναι ένα πρώτο δεδομένο, κυρίαρχο μάλιστα, αλλά στην διαδρομή του το κομμάτι περνάει και από διάφορα άλλα στάδια (πιο synth / pop-rock, πιο atmospheric κ.λπ.). Ευχάριστο το δίχως άλλο.
Το πρώτο κομμάτι της δεύτερης πλευράς αποκαλείται “Infected walkman” και είναι περισσότερο prog, παρά ό,τι άλλο. Electronic-prog εννοούμε, και αρκετά προχωρημένο (αν και σε συμφωνία φάσης με κάποιες ιστορικές αναφορές του). Δεν θέλω να πω τι ακριβώς ανακαλούν στην μνήμη μου, αλλά γενικώς θα πω. Mid-seventies και πέρα... ιταλική ηλεκτρονική σκηνή. Ενδιαφέρον, οπωσδήποτε.
Με το “Sad plants” περνάμε τώρα σε κάτι άλλο, και εν πολλοίς διαφορετικό. Το beat είναι αργό εδώ, τα πλήκτρα εμφανίζουν μια ωραία και κάπως dark μελωδία (θυμηθείτε τους Goblin ας πούμε), με το cinematic χαρακτηριστικό βασικά να κυριαρχεί. Ωραίο track, με μια υποχθόνια romance, που μπορεί και σε «ταξιδεύει».
Το mini-LP Mountain Mouth” του Γιάννη Ηλιάκη θα ολοκληρωθεί με το “Exodus denied”, ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον track, ίσως το πιο ενδιαφέρον του δίσκου, περισσότερο πειραματικό, με συνεχή breaks (γεμίσματα) από ήχους synths ή τύπου-synths και με διαρκείς ανατροπές. Μπορεί αν διαρκεί λίγο (2:29), αλλά, στην πράξη, λόγω των συνεχών μεταλλαγών του, νοιώθεις να επεκτείνεται πολύ περισσότερο στο χρόνο.
Μία διαφορετική πρόταση λοιπόν από τον Γιάννη Ηλιάκη, που μπορεί να περικλείει αυθόρμητα και progressive στοιχεία (σχετικά με τις παρουσίες του στους Outward Bound και στους Ciccada), αλλά το πλαίσιο, μέσα στο οποίον τα τοποθετεί, είναι τελείως διαφορετικό.
Επαφή: https://equinoxrecords.bandcamp.com/album/mountainmouth

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 465

22/9/2022
Από τα... απόνερα του tribute άρθρου, για τον κορυφαίο κοντραμπασίστα του free-improv Peter Kowald, που προτείναμε στο προηγούμενο ποστ, με αφορμή τα 20 χρόνια από τον θάνατό του... (1979)

20/9/2022
H κλασική βρετανική συλλογή σε διπλό LP “Rock Buster”, με τον Σβαρτσενέγκερ στο εξώφυλλο, δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το 1970, αλλά είχε κυκλοφορήσει μία άλλη συλλογή, ελληνικής έμπνευσης, η “Underground - The Sound Of The Seventies”, που ανθολογούσε κομμάτια από το “Rock Buster”, που ανθολογούσε, και αυτό με τη σειρά του, από τον ροκ κατάλογο της CBS.
Η ελληνική CBS, που τότε την αντιπροσώπευε η Music-box, είχε επιλέξει και αυτή την κομματάρα των Skin Alley, για να την ακούσουν οι φίλοι του ροκ στην Ελλάδα του ’70...
https://www.youtube.com/watch?v=2R5yUgMPjHQ

19/9/2022
Πριν από κάτι μέρες είχα δει τον ηθοποιό Χρήστο Στέργιογλου έξω από ένα σινεμά κι ήθελα να τον ρωτήσω αν στα σέβεντις έπαιζε τενόρο σαξόφωνο σ’ ένα τζαζ συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, την Άσπρη Σφήκα. Αυτοστιγμεί σκέφτηκα πως θα ήταν τελείως μ@λακία να ρωτήσω κάτι τέτοιο τον άνθρωπο και, φυσικά, δεν το έκανα.
Είχα δει και τον Φοίβο Δεληβοριά σε σινεμά, και μάλιστα καθόμασταν κοντά-κοντά, αλλά, αυτόν δεν ήθελα να τον ρωτήσω κάτι. Κι εδώ που τα λέμε ευτυχώς που δεν με γνώριζε...

19/9/2022
Διαβάζω απίστευτα πράγματα για την Μάρθα Καραγιάννη, χθες και σήμερα. Τα περισσότερα από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουνε τι γράφουνε και που από κεκτημένη ταχύτητα (λόγω του μοιραίου) αναγκάζονται να γράψουν, όντας ψιλο-άσχετοι.
Επίσης μου έκανε εντύπωση ένα άλλο θάψιμο, όχι το κανονικό, που έπεσε σε σχέση με τον Κώστα Καζάκο. Βασικά, επειδή ο άνθρωπος ήταν κομμουνιστής, και ενεργός θα έλεγα, έως τα γεράματά του, η μεγάλη προσφορά του στο θέατρο και τον κινηματογράφο πέρασε κάπως στο ντούκου.
Το ξέρω πως υπάρχουν δόλια κίνητρα, πολλές φορές, και γύρω από τις αποτιμήσεις στα μίντια, αλλά αν δεν βλέπεις πέρα απ’ αυτό που σου δείχνουν, είτε γιατί δεν μπορείς είτε γιατί δεν θες, προτιμότερο είναι να γίνεις καστανάς (που κι αυτό θέλει την τέχνη του) και πάντως όχι γραφιάς.
Σε σχέση με την Καραγιάννη, ας πούμε, εγώ δεν είδα να αναρωτηθεί κανείς, γιατί δεν γύρισε ερωτικές ταινίες στα σέβεντις (όπως συνέβη με την Φόνσου, την Ανουσάκη, την Αρβανίτη, την Γκιζέλα Ντάλι και τόσες άλλες ηθοποιούς του '60).
Ο αληθινά απελευθερωτικός (ερωτικός) κινηματογράφος δεν ήταν ο μικροαστικός «δαλιανείδιος» των σίξτις, αλλά το λαϊκό ερωτικό σινεμά των σέβεντις. Ακόμη και η Λάσκαρη θα γύριζε ερωτική ταινία, ενώ η Καραγιάννη ποτέ. Αυτό εγώ το καταγράφω. Και δεν είδα να το σημειώσει κανείς. Και άλλα ακόμη, για τα οποία τώρα δεν θέλω να γράψω...
Για δε τον Καζάκο, που τον έφαγε συγκριτικά το μαύρο σκοτάδι, να πω πως τον είχα δει τρεις φορές στο θέατρο και πως ήταν εκπληκτικός και τις τρεις, αλλά γι’ αυτό δεν μπορείς να πείσεις, γιατί τα θεατρικά τα έχουν δει πολύ λίγοι σε σχέση με τις ταινίες.
Ο Καζάκος, που είχε περάσει από την Σχολή Σταυράκου, αλλά βασικά υπήρξε ηθοποιός του Κουν, δείχνει πόσο μεγάλο ταλέντο ήταν από την πρώτη-πρώτη ταινία του, την «Αρπαγή της Περσεφόνης» (1956), στην οποία είναι φοβερός. Έπαιξε και στο αποστασιοποιμένο «Το Μπλόκο» (1965) του Άδωνι Κύρου, έπαιξε ωραίους ρόλους, με προοδευτικό περιεχόμενο στο εμπορικό σινεμά (ας θυμηθούμε τον ψυχίατρο στο «Κορίτσι του 17»), ενώ ήταν εκπληκτικός σε μία από τις τελευταίες ταινίες του, στον «Δραπέτη» (1991) του Λευτέρη Ξανθόπουλου.
Επίσης να πω πως ο Καζάκος, στον οποίον οφείλεται βασικά και η προοδευτική στροφή της Τζένης Καρέζη, έχωσε και έχασε πολλά λεφτά ως παραγωγός, σε μια ταινία, που εγώ θα την πω πολύ αξιόλογη, την «Λυσιστράτη» (1972) του Γιώργου Ζερβουλάκου, που είναι μια από τις ωραιότερες προσπάθειες μεταφοράς αρχαίου κειμένου στο σινεμά (και σίγουρα ο καλύτερος Αριστοφάνης), με πολύ προοδευτικό λόγο για την εποχή (χούντα) και σε σχέση με τα θέματα της γυναίκας και γενικότερα, ενώ δεν παρέλειψε να περάσει, ως σωστός επαγγελματίας, όπως ήταν, και από τον ερωτικό κινηματογράφο της εποχής.
Δεν γράφτηκαν πολλά για τον Κώστα Καζάκο –ελάχιστα έθιξα τώρα– και ήταν κρίμα.

19/9/2022
«Τον λόγο τους αντανακλά σαν κάτοπτρο το πλήθος / και όπως άλλαζα βρακί μου βγήκε αυτός ο στίχος»
«Τα υπόλοιπα δεν λέγω / σταματώ την ρητορεία / στο μπουρδέλον όπου ζώμεν / δεν υπάρχει ελευθερία...»


19/9/2022
Σοβαροί σε όλα οι Γιουγκοσλάβοι από το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, μέχρι το ροκ και τις κηδείες...
https://www.youtube.com/watch?v=TCjFq9Ffy00

19/9/2022
Θα μπορούσε να τους είχαν όλους στο τσεπάκι τους, εδώ και στο εξωτερικό, στο πρώτο μισό των 90s. Πολύ μεγάλη μπάντα. Λευκή Συμφωνία...

18/9/2022
H Δέσπω Διαμαντίδου μπορεί να ήταν η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός, που σχετίστηκε με το θρυλικό μιούζικαλ Cabaret, και μάλιστα στο ανέβασμά του στο Broadway (Νοε. 1966-Σεπτ. 1969), καθώς θα έμπαινε στον θίασο τον Ιούνιο του ’68, όμως η Μάρθα Καραγιάννη ήταν η πρώτη που το ανέβασε στην Ελλάδα, τη σεζόν 1972-73 (θίασος Ντίνου Ηλιόπουλου, Μάρθας Καραγιάννη, Κατερίνας Γιουλάκη), στο Θέατρον Άννα-Μαρία Καλουτά (στην Πατησίων).
[το πρόγραμμα από το ΕΛΙΑ και η φωτό από περιοδικό της εποχής]
https://www.youtube.com/watch?v=m_qG6Ttlg7g

17/9/2022
Εν τω μεταξύ Λοΐζος διασκευάζεται από παλιά. Από πολύ παλιά...
Αν θέλετε να μάθετε ποιοι είναι αυτοί που τραγουδάνε τη Γοργόνα στα τσέχικα δείτε το link στα σχόλια...
https://www.youtube.com/watch?v=t3EEH4Lm7_Y

16/9/2022
Συγκλονιστική ερμηνεία. Ανεπανάληπτη. Το είπε έτσι, για να μην μπορεί να το πει κανείς μετά απ’ αυτόν. Είναι απίστευτο το πώς ανεβοκατεβαίνει η φωνή του!!
https://www.youtube.com/watch?v=sS9Sh6DEQrY

16/9/2022
Ο χουντικός Ζουρνατζής, που πέθανε πριν από τρεις μέρες, δεν είχε επιτρέψει μόνο τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, στις 15 Νοε. 1973 (όπως λέγαμε σε χθεσινό ποστ), αλλά είχε βοηθήσει να περάσει και το σενάριο του «Θιάσου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, από τις συμπληγάδες της λογοκρισίας.
Επίσης είναι γραμμένες παλιά και κάτι ιστορίες του στιχουργού Λευτέρη Παπαδόπουλου με τον Ζουρνατζή, σχετικές με το ελληνικό τραγούδι, που έχουν ενδιαφέρον (όλοι αυτοί ήταν συμμαθητές-συμφοιτητές και γεννημένοι το 1935), αλλά τέλος πάντων, τώρα, μην τα πολυ-σκαλίζουμε, γιατί βρωμάνε... όπως λέει και η λαϊκή ρήση...

16/9/2022
Καθώς ξεφύλλιζα ένα Rolling Stone του '72 θυμήθηκα το ελληνικό Rolling Stone. Τι γίνεται μ' αυτό; Βγαίνει ακόμη; Έχω μήνες να δω κάτι...

15/9/2022
Πριν από δυο μέρες πέθανε ο χουντικός Σπύρος Ζουρνατζής, πρόσωπο με σκαιό ρόλο στα γεγονότα του Πολυτεχνείου και μετά απ’ αυτά.
Δύο μέρες πριν από την 17η Νοέμβρη του ’73 ο Ζουρνατζής, υφυπουργός της δοτής κυβέρνησης Μαρκεζίνη, σπάει το εμπάργκο της χούντας του Παπαδόπουλου στα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και επιτρέπει την κυκλοφορία 40 τραγουδιών του, δίνοντας την άδεια να ηχογραφηθούν και τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», σε στίχους Γιάννη Ρίτσου.
Τα στούντιο της Κολούμπια ανοίγουν τις πόρτες τους, την παραμονή του Πολυτεχνείου, και πάνε εκεί ο Νταλάρας με την Βίσση, μαζί με την ορχήστρα και τα ηχογραφούν νόμιμα.
Η άδεια -ως γνωστόν θα πω- ήρθη από την χούντα του Ιωαννίδη, με τα τραγούδια να ξαναγυρνούν στην απαγόρευση, και με τον δίσκο, που δεν είχε προλάβει να τυπωθεί, να κυκλοφορεί στην Μεταπολίτευση πια.

15/9/2022
Εξώφυλλο (1978)

15/9/2022
Ταύρος Δέλτα Κρουσέιντ... Μελίτα Γκαμπές... Salah Ragab...
https://www.youtube.com/watch?v=e8ADZ7VzcSU

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

ΦΩΤΕΙΝΗ ΛΑΜΠΡΙΔΗ / ΜΙΜΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΟΥΤΣΑΣ βλέμμα στο βυθό

Το «Βλέμμα στο Βυθό» [Μικρή Άρκτος, 2021] είναι ένα άλμπουμ σύγχρονου «έντεχνου» τραγουδιού, το οποίον υπογράφουν οι Φωτεινή Λαμπρίδη (στίχοι – σ’ ένα τραγούδι οι στίχοι ανήκουν στον Γιάννη Βασιλόπουλο), Μίμης Νικολόπουλος (συνθέσεις) και Δημήτρης Βουτσάς (τραγούδι). Το CD περιέχει έντεκα τραγούδια, τρίλεπτης πάνω-κάτω διάρκειας.
Χονδρικώς θα γράφαμε για ένα άλμπουμ καλών ή και πολύ καλών προθέσεων, οι οποίες όμως δεν μετατρέπονται πάραυτα σε κάτι που θα το θυμάσαι για καιρό ή που «θα μείνει». Έτσι φρονούμε...
Θέλουμε να πούμε πως ενώ τα τραγούδια είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσωπα σε πολύ λίγα από αυτά θα συναντήσεις και τα τρία βασικά στοιχεία του τραγουδιού (στίχοι, μουσικές, ερμηνείες) να επικοινωνούν, μεταξύ τους, με τον ιδανικότερο τρόπο.
Κατ’ αρχάς οι στίχοι της Φωτεινής Λαμπρίδη, της γνωστότερης από τους τρεις βασικούς δημιουργούς του δίσκου, είναι ενδιαφέροντες. Υπαρξιακοί βασικά, και με κοινωνικές, ερωτικές και άλλου τύπου προεκτάσεις, μετέρχονται και τυπικές αφηγήσεις και πιο... εγκεφαλικές. Με ποικίλων ειδών ροές, προσωδίες, μέτρα κ.λπ. προσφέρουν μια στιχουργική γκάμα, που οπωσδήποτε μπορείς να «πατήσεις» πάνω της, για να σχηματίσεις αυτό που λέμε ολοκληρωμένα τραγούδια.
Έπειτα οι συνθέσεις του αγνώστου προς εμάς νέου τραγουδοποιού (υπό την έννοια πως εδώ μας παρουσιάζεται με άξονα ορισμένα τραγούδια και όχι με ορχηστρική μουσική ας πούμε) μοιάζουν περισσότερο τυπικές, απ’ όσο θα αναμέναμε. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων πολύ λίγες φορές κατορθώνουν αυτές να σε κεντρίσουν. Σίγουρα οι συνθέσεις δεν είναι προϊόν κάποιου ατάλαντου ανθρώπου (δεν λέμε αυτό, επ’ ουδενί), απλώς έτσι όπως είναι παραταγμένες, ενορχηστρωμένες κ.λπ. δεν κάνουν την διαφορά, συνολικώς, μα ούτε και η μία σε σχέση με την άλλη. Τέλος πάντων δεν αναδεικνύονται. Κι έτσι, ακόμη και οι πιο καλές προσπάθειες («Σιωπή», «Η πόλη σου») ακούγονται κάπου... λίγες... πιο κάτω από εκείνο που θα άξιζε. Κι αυτό είναι άδικο. Οι συνθέσεις ήθελαν μεγαλύτερη επεξεργασία, με πιο στοχευμένη ανάδειξη των μελωδικών προτερημάτων τους (πάει χαμένη, φερ’ ειπείν, η νεοκυματική εισαγωγή στο «Η μόνη γη»). «Σήκωναν» ακόμη πιο μεγάλη προσοχή και επιμέλεια δηλαδή.
Τέλος οι ερμηνείες του Δημήτρη Βουτσά είναι καλές, αλλά όχι ξεχωριστές. Και εννοούμε με αυτό πως δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια η φωνή, που θα μπορούσε να αναδείξει, από μόνη της, έναν ολόκληρο δίσκο. Έτσι τουλάχιστον διαφαίνεται εδώ. Παρά ταύτα υπάρχουν και τα θετικά. Επειδή δεν ακούγεται άλλη βασική φωνή στο «Βλέμμα στο Βυθό», βασική το ξαναλέμε, το άκουσμα, στο σύνολό του, έχει μιαν ενότητα, ένα ύφος.
Νομίζουμε πως τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα, αν το συνολικό υλικό του άλμπουμ (σχεδόν σε κάθε επίπεδο) αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη τόλμη. Η έλλειψή της είναι ένα βασικό ζήτημα εδώ.
Επαφή: www.mikri-arktos.gr

13 ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ σήμερα έχουμε γενέθλια

Κλείσαμε 13 χρόνια σχεδόν καθημερινής παρουσίας στο διαδίκτυο. Μέσα σ’ αυτά τα 13 χρόνια πραγματοποιήθηκαν 5366 αναρτήσεις –αυτή είναι η 5367η–, δημοσιεύτηκαν πάνω από 20.000 σχόλια, ενώ τα «χτυπήματα» πλησιάζουν πλέον τα 4.750.000. Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως πάμε καλά!
Έτσι, θα συνεχίσουμε και αυτή τη σεζόν με τον ίδιο ρυθμό και κυρίως με την ίδια διάθεση να προσφέρουμε έγκυρη και σοβαρή πληροφόρηση γύρω από τα θέματα που μας ενδιαφέρουν κι ενδιαφέρουν κι εσάς (δίσκους ελληνικούς και ξένους, παλαιούς και νεότερους, βιβλία, ταινίες, με παράλληλο σχολιασμό της επικαιρότητας, που συμβαίνει κυρίως στο facebook και που αναπτύσσεται και εδώ, και άλλα διάφορα).
Δεν έχουμε να πούμε κάτι άλλο –και δεν πρέπει να πούμε κάτι άλλο σε μιαν ανάρτηση γιορτής– πλην τούτου: πολλές ευχαριστίες προς όλες και όλους και ΝΑ’ΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!
(Θα ακολουθήσει μέσα στη μέρα και κανονική ανάρτηση)

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

PETER KOWALD 20 χρόνια από τον θάνατο του κορυφαίου Γερμανού κοντραμπασίστα της τζαζ και λάτρη της Ελλάδας – οι περιπέτειές του στην χώρα μας, οι δίσκοι του, οι συνεργασίες του

Όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της ευρωπαϊκής «δύσκολης» τζαζ και του «ελεύθερου αυτοσχεδιασμού» (free improvisation) θα έχουν, πάντα, τον γερμανό κοντραμπασίστα και δευτερευόντως τουμπίστα Peter Kowald (1944-2002) για «θεό» τους.
Δεν είναι μόνον οι συμμετοχές του στις ιστορικές ηχογραφήσεις της euro-jazz από την δεκαετία του ’60, η παρουσία του δηλαδή στην Globe Unity Orchestra του Alexander von Schlippenbach (μαζί με τον Jackie Liebezeit των CΑΝ, τον Mani Neumeier των Guru Guru κ.ά., χρόνια πριν αρχίσει να μπουσουλάει το krautrock), η συνεισφορά του στο Peter Brötzmann Octet και στο… πυροβολημένο “Machine Gun” του 1968, όπως και η κεντρικότητά του στο Pierre Favre Trio και στο ιστορικό “Santana” (1968), δεν είναι μόνον η καταλυτική παρουσία του, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, στην London Jazz Composers' Orchestra, είναι περαιτέρω η διεμβολιστική του παρουσία σε απειράριθμα projects, από τα late 60s έως τα early 00s, που θα έφερνε τον Peter Kowald παντού στον κόσμο, να συνεργάζεται στο πάλκο με τους πάντες, ηχογραφώντας ακαταπαύστως και βιώνοντας στην πράξη την έννοια τού «παγκόσμιου μουσικού», χρόνια πριν ο όρος καταστεί συνώνυμος της κοινοτοπίας και του αναμενόμενου.
Προσωπικώς, είχα την χαρά να γνωρίσω από κοντά τον
Peter Kowald στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στην Πάτρα. Εκείνη την εποχή ο Πέτρος, όπως τον έλεγαν οι φίλοι του, είχε ισχυρούς δεσμούς με την πόλη, καθώς η σύντροφός του ήταν η πατρινή εικαστικός Ειρήνη Μπράττη, με αποτέλεσμα να μένει για κάποια διαστήματα στην πόλη, να δίνει live και να συχνάζει σε γνωστά στέκια.
Μπορεί να ζούσα τότε στην Αθήνα, αλλά όποτε πήγαινα στην Πάτρα δεν υπήρχε περίπτωση να μην συναντήσω τον Peter Kowald, ψηλά πάνω στο Κάστρο, συζητώντας για τα «τότε», αλλά και για τα παλαιότερα...
Τον ρωτούσα π.χ. και μου μιλούσε για την… τρέλα που κουβαλούσε ο θρυλικός γερμανός σαξοφωνίστας και κλαρινίστας Peter Brötzmann (που χρόνια αργότερα θα γινόταν εξώφυλλο και στο βρετανικό μουσικό περιοδικό “The Wire”), αλλά και για το διαρκές του ενδιαφέρον να συνδέσει την έννοια και την πρακτική του αυτοσχεδιασμού με τα εικαστικά, το θέατρο, το χορό, τις performances κ.λπ.  
Είχε προχωρήσει ο Peter Kowald από πολύ νωρίς, σε άλλα «χωράφια», τα οποία η δισκογραφία, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτυπώσει στην ολότητά τους.
Αργότερα θα τον συναντούσα και στα γραφεία του περιοδικού «Jazz & Τζαζ» και κάποια στιγμή ο συνεργάτης του σαξοφωνίστας-κλαρινίστας Φλώρος Φλωρίδης θα ήταν εκείνος που θα μας πρόφταινε τα κακά μαντάτα. Ο Peter Kowald είχε πεθάνει στη Νέα Υόρκη, από καρδιακή προσβολή στα 58 του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2002, μετά από κάποια συναυλία…
Η σχέση του Peter Kowald με την Ελλάδα υπήρξε βαθειά και ουσιαστική. Δεν ήταν το γεγονός πως ζούσε εδώ, ούτε το ότι μιλούσε την γλώσσα μας (είχε σπουδάσει ελληνική φιλολογία, έχοντας μεταφράσει στην γερμανική ποιήματα των Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσου κ.ά., όπως και ρεμπέτικα τραγούδια), είναι το ότι είχε μπει στο πετσί της κουλτούρας μας, πίνοντας και τρώγοντας σαν Έλληνας και ακούγοντας-γλεντώντας με λαϊκά και δημοτικά τραγούδια.
Για πρώτη φορά ο Peter Kowald θα ερχόταν στην Ελλάδα στην δεκαετία του ’60 και το γεγονός πως, αρκετά νωρίς, στο LP τής Globe Unity OrchestraJahrmarkt / Local Fair” [Po Torch] από το 1977, συνεργάζεται με το ηπειρώτικο Μουσικόν Συγκρότημα Σπύρου Παπανδρέου (Βαγγέλης Ζήκας κλαρίνο, Βασίλης Ζήκας κρουστά, Αλέκος Ζαγόρας κιθάρα, Σπύρος Παπανδρέου φωνή, κιθάρα), που είχε ως έδρα του την τότε Δυτική Γερμανία (ο ηπειρώτης τραγουδιστής Σπύρος Παπανδρέου ήταν μετανάστης, εκεί, από το 1961), λέει πολλά, πάρα πολλά.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/peter-kowald-20-hronia-apo-ton-thanato-toy-koryfaioy-germanoy-kontrampasista-kai

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

ΘΑΝΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ άχρονος τόπος

Το Achronos Topos (2022) είναι ένα παράξενο, ηλεκτρονικό, γενικώς, άλμπουμ, προϊόν ενός έλληνα μουσικού, του Θάνου Φωτιάδη (Thanos Fotiadis), που ζει και δημιουργεί στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας.
Περιεργαζόμενοι το bandcamp τού μουσικού παρατηρούμε πως ο Θ. Φωτιάδης ηχογραφεί συνεχώς τα τρία-τέσσερα τελευταία χρόνια, προσφέροντας διάφορα digital άλμπουμ, με το “Achronos Topos” να αποτελεί, πιθανώς, την πρώτη «φυσική» κυκλοφορία του.
Ας πούμε, λοιπόν, πως το εν λόγω CD τυπώνεται σ’ ένα εικαστικώς ωραίο-απλό digiapk, από την Submersion Records, από την Θεσσαλονίκη, και πως περιέχονται σ’ αυτό τρία tracks, με διάρκειες είκοσι ένα, έντεκα και δέκα λεπτά.
Οι συνθέσεις του Θ. Φωτιάδη εντάσσονται στον σύγχρονο πειραματικό ηλεκτρονικό ήχο. Αυτό είναι το γενικό περίγραμμα, γιατί από ’κει και πέρα μπορείς να αναζητήσεις διάφορες επιρροές και αναφορές, από πολλά και ποικίλα κεφάλαια του προχωρημένου ήχου, τα τελευταία 50 χρόνια (ας το «ανοίξουμε» κάπως το θέμα).
Μπορείς να μιλήσεις ας πούμε για τις πιο «ακραίες» εκδοχές του krautrock (early Tangerine Dream, εποχής “Zeit” ας πούμε), μαζί με την παρουσία φωνών, που μπορεί να φέρνουν στην μνήμη κάτι από την 4AD των 80s και που δημιουργούν μίαν άκρως υποβλητική και τεταμένη ηχητική σειρά. Φυσικά και το παρατεταμένο της χρονικής διάρκειας, ιδίως στο πρώτο 21λεπτο κομμάτι (“Lullaby”), γιατί γι’ αυτό συζητάμε, συντελεί, οπωσδήποτε, στην επιβολή μιας συγκεκριμένης κατάστασης-ατμόσφαιρας.
Στο 11λεπτο “Polis” τώρα φαίνεται πως προσομοιώνεται μία κάπως... νυχτερινή φάση. Οπωσδήποτε οι... ήχοι της νύχτας, σ’ ένα όχι κατ’ ανάγκην αστικό τοπίο, είναι «συνεπείς» με το γενικότερο άκουσμα, όπως βεβαίως και η χρήση των ποικίλων ηχητικών διαστρωματώσεων, που προσεγγίζουν ένα πρωτογενές ambient περιβάλλον.
Στο έσχατο “Hope” η ambience είναι ακόμη πιο έντονη, με συνεχείς περιπλοκές και με αλληλοκαλύψεις ηχο-επιπέδων, σε πιο αυξημένο volume, δημιουργώντας ένα νέο εντατικό περιβάλλον, τόσο φυσικού, όσο και βιομηχανικού προσανατολισμού.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, συνολικώς.
Επαφή: https://submersionrecords.bandcamp.com/album/achronos-topos

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2022

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ παραμυθάς

Για τον ρεθυμνιώτη τραγουδοποιό Γιάννη Χαλκιαδάκη έχουμε ξαναγράψει. Ήταν τον Μάρτιο του 2019, όταν είχαμε αναφερθεί στο πρώτο άλμπουμ του «Μύστες». Σ’ εκείνη την κριτική σημειώναμε πως ο Γ. Χαλκιαδάκης είχε κάνει πολύ καλή δουλειά σε όλα τα επίπεδα, πως οι μελωδίες του ήταν εξαιρετικές, πως οι στίχοι του ήταν ψαγμένοι και επεξεργασμένοι, και πως η φωνή του ήταν… κρητική, δίχως να γλιστράει ανάμεσα σε άλλες ιστορικές, ούτε να καταχράται της ντοπιολαλιάς για να επιβληθεί με το ζόρι (σε… σύντεκνους ή μη). 
Χοντρικά και σε γενικές γραμμές όλα αυτά ισχύουν και για το δεύτερο CD του Γιάννη Χαλκιαδάκη, που έχει τίτλο «Παραμυθάς» [Art Path, 2022] και που κυκλοφορεί σε ωραία σχεδιασμένο και περιποιημένο digipak.
Στο άλμπουμ αυτό ο Γ. Χαλκιαδάκης γράφει μουσικές, στίχους και τραγουδά στα οκτώ από τα δεκατέσσερα κομμάτια του, ενώ στα υπόλοιπα έξι ακούμε τους Αργυρώ Καπαρού, Χρίστο Νινιό-Γιάννη Χαλκιαδάκη, Καίτη Κουλλιά, Σοφία Ανδριανού, Διαμάντη Δαγιάση και Γ. Χαλκιαδάκη-Κ. Κουλλιά-Μανώλη Χατζημανώλη-Αργυρώ Καπαρού-Πάνο Μπούσαλη (ένα τραγούδι δηλαδή το αποδίδουν πέντε τραγουδιστές).
Ο τίτλος του δίσκου («Παραμυθάς») προσδιορίζει κατ’ αρχάς, και επακριβώς, το είδος των στίχων του Γ. Χαλκιαδάκη – στίχοι που είναι άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο... φασματικού περιεχομένου, με πολλά παραμυθένια ή... παραμυθοειδή στοιχεία, τα οποία ακολουθεί ένας ήπιος διδακτισμός.
Εννοούμε με αυτό πως ο... παραβολικός λόγος του Γ. Χαλκιαδάκη δεν είναι του στυλ μην κάνεις εκείνο ή κάνε το άλλο, καθώς τούτος κινείται σε περισσότερο λαϊκές / ποιητικές κατευθύνσεις, επηρεασμένος καταφανώς από το παραδοσιακό τραγούδι (κρητικό ή άλλο).
Τώρα, και με βάση όλα αυτά τα στιχουγικά μοτίβα, τα μόνα που μένουν είναι οι... ανάλογες μουσικές και φυσικά οι ερμηνείες. Συμβαίνει. Γιατί και οι μουσικές διακρίνονται για τα πολλά και ποικίλα παραδοσιακά στοιχεία τους, ενώ και οι ερμηνείες είναι αναλόγου σοβαρότητας.
Παρά ταύτα, παρά το γενικότερο αυτό κλίμα, οι επιρροές του Γιάννη Χαλκιαδάκη κινούνται και προς άλλες κατευθύνσεις – κάτι το οποίο αναδεικνύουν, βασικά, οι ενορχηστρώσεις (δικές του και του Νίκου Κρέτση, που παίζει κιθάρες, λαούτα και τζουρά στον δίσκο, όπως και του Νίκου Πιτλόγλου σ’ ένα track).
Έτσι, μπορείς να εντοπίσεις στον «Παραμυθά» επιρροές και από το «έντεχνο» τραγούδι, και από το ροκ-ηλεκτρικό, ακόμη και από την ιταλική μπαλάντα του Angelo Branduardi ας πούμε («Ο ήχος της νιότης») κ.λπ.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον ή και αρκετά ενδιαφέρον άλμπουμ, λοιπόν, από τον Γιάννη Χαλκιαδάκη και τους συνεργάτες του.
Επαφή: www.artpath.gr

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

AFTERIMAGE ένα power-metal συγκρότημα από την Ερμούπολη

Είναι γνωστό σε όλους πως η «μεταλλική» σκηνή στην Ελλάδα είναι και άξια, σε ποιότητα και πολυπληθής, σε ποσότητα. Παντού, σε κάθε μεριά της χώρας, υπάρχουν «μεταλλικά» γκρουπ, που παίζουν live, που ηχογραφούν και που γνωρίζουν επιτυχία ή και μεγάλη επιτυχία εδώ και στο εξωτερικό. Τα ελληνικά γκρουπ, όπως το έχουμε ξανασημειώσει εδώ κι άλλες φορές, δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα μεγάλα ονόματα του εξωτερικού (σε επίπεδο συνθέσεων, παιξιμάτων και παραγωγής) και αυτό το αναγνωρίζουν οι πάντες – και εδώ, και έξω.
Τα λέμε αυτά με αφορμή τις δύο δουλειές των Afterimage από την Ερμούπολη της Σύρου. Το πρόσφατο “II: Beyond Horizons Infinite” και το παλαιότερο “Traveler in Crystal Visions”, που έφθασαν εσχάτως στα χέρια μας...
AFTERIMAGE: II: Beyond Horizons Infinite [Steel Gallery Records, 2022]
Πρόκειται για το δεύτερο CD των Afterimage, που κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού και που έχει τίτλο “II: Beyond Horizons Infinite”. Σήμερα Afterimage είναι οι: Chris Papadakis φωνή, στίχοι, Kostas Moiragias ντραμς, Petros Printezis κιθάρες, JamesCookMageiras κιθάρες, Jason Manousos κιθάρες και Petros Vasiliadis μπάσο, πλήκτρα.
Το άλμπουμ, που έχει περάσει από διάφορα στούντιο (σε Ερμούπολη, Αθήνα και Θεσσαλονίκη), σε όλα τα στάδια της παραγωγής, αποτελεί μία εξαίρετη progressive, power-metal, πρόταση, η οποία εντυπωσιάζει, όχι κατά τόπους, αλλά συνολικώς, με το υψηλό επίπεδό της προς πάσα κατεύθυνση.
Ξεκινώντας από τον frontman Chris Papadakis θα λέγαμε αμέσως και από την πρώτη στιγμή πως ξεχωρίζει για τα ιδιόμορφα φωνητικά του, που ανακαλούν στην μνήμη τον Geddy Lee των Rush – κάτι που δίνει αμέσως μια ταυτότητα στους Afterimage. Έπειτα είναι τα λόγια των τραγουδιών (ξανά από τον Papadakis), που είναι ποιητικά-φιλοσοφικά, και που ταιριάζουν ωραία με το γενικότερο ύφος και τα μουσικά passages.
Έπειτα έχουμε τους τρεις κιθαρίστες (Printezis, Mageiras, Manousos), που συνεργάζονται άψογα, συνδυάζοντας επικά παιξίματα, με κάπως πιο «χαμηλόφωνα», έως και ακουστικά, δημιουργώντας όλο εκείνο το lead περιβάλλον, που χαρακτηρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη τα κομμάτια – είτε με τα «μονήρη» σόλο, είτε με τα riffs, είτε με τους «τοίχους».
Τέλος υπάρχει το μπάσο-ντραμς (Vasiliadis, Moiragias), που κινείται όπως πρέπει, φτιάχνοντας δυναμικές και συνάμα περίτεχνες και ευλύγιστες βάσεις, προκειμένου να πατήσουν επάνω τα κομμάτια, πριν αυτά απογειωθούν.
Όλα αυτά, κοντολογίς, μεταφράζονται σε μια σειρά από τραγούδια που κυλάνε με τέλεια ροή, χωρίς την παραμικρή κοιλιά, χωρίς το παραμικρό «τράβηγμα», με το “Talisman” ή με το “Morgana” απλώς να ταρακουνούν και να εντυπωσιάζουν – δίχως, στην πράξη, κάποιο κομμάτι να υπολείπεται ή να ακούγεται κάπως «λιγότερο».
Θα το χαρακτηρίζαμε φοβερό το “II: Beyond Horizons Infinite” των Afterimage, αν δεν ξέραμε πως αυτή η λέξη είναι πλέον «κοινός τόπος» για την εγχώρια «μεταλλική» σκηνή, περιγράφοντας απλώς το αυτονόητο.
AFTERIMAGE: Traveler in Crystal Visions [Steel Gallery Records, 2018]
Η πρώτη κυκλοφορία των Afterimage, το “Traveler in Crystal Visions”, προέρχεται από το 2018. Κι αυτό έκδοση της Steel Gallery Records από την Θεσσαλονίκη, εμφανίζοντας, όμως, μία κάπως διαφορετική line-up του γκρουπ (πενταμελή αντί για εξαμελή).
Υπάρχουν λοιπόν οι Papadakis, Moiragias και Printezis, με τους Andreas Hatziioannou κιθάρες και Sideris Dalezios μπάσο, να συμπληρώνουν την πεντάδα.
Και εδώ τα βασικά γνωρίσματα του ήχου των Afterimage, έτσι όπως παρουσιάζονται αυτά στο εφετινό “II: Beyond Horizons Infinite” υπάρχουν, απλώς η παραγωγή είναι κάπως πιο «σκληρή» και λιγότερο ραφιναρισμένη – με αποτέλεσμα το συνολικό άκουσμα να είναι διαφορετικό.
Σίγουρα υπάρχουν «μεταλλικοί» fans, που μπορεί να γουστάρουν πιο πολύ τις πιο aggressive εγγραφές και λιγότερο τις ραφιναρισμένες, αλλά αυτό, στην βάση του, δεν σημαίνει κάτι, από την στιγμή που οι συνθέσεις παραμένουν, πάντα, το ίδιο καλές, και με τις ίδιες ποιότητες στα βασικά ζητήματα.
Από ’κει και πέρα καλόν είναι τα άλμπουμ να διαφέρουν μεταξύ μας, σε σημεία, καθότι αυτό σημαίνει εξέλιξη, εμπειρία και τα λοιπά.
Ακούγοντας, λοιπόν, το “Traveler in Crystal Visions” αντιλαμβάνεσαι όλες τις ποιότητες των Afterimage, ενώ αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως το συγκρότημα δεν θα μπορούσε παρά να είχε την εξέλιξη που είχε.
Μου άρεσαν διάφορα κομμάτια και από εδώ (“Control”, “Connection missing” κ.λπ,), κομμάτια που γενικώς ανήκουν στο ύφος του power metal, χωρίς βεβαίως τις κιμπορντικές προγκρεσιβιές της πιο νέας εγγραφής, αλλά με την ίδια επιμέλεια σε πολλά από τα επιμέρους θέματα.
Επαφή: www.steelgallery.com, www.afterimageweb.bandcamp.com

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

10+1 άλμπουμ του ελληνικού ροκ από το 1972 – 50 χρόνια μετά και η λάμψη τους δεν έχει σβήσει ακόμη

Το 1972, ακριβώς μισόν αιώνα πριν, το ελληνικό ροκ θα βρισκόταν στην καλύτερη φάση της ιστορίας του. Λέμε για την περίοδο πριν ξεφουσκώσει το πράγμα, από το 1973 και εντεύθεν και βεβαίως μετά από τα... προκαταρκτικά σίξτις, όταν πλέον το ελληνικό ροκ έχει καταφέρει να αποκτήσει μια κάποια ταυτότητα.
Σε τι συνίσταται αυτή η ταυτότητα; Κατ’ αρχάς στην χρήση της ελληνικής γλώσσας από την πλειονότητα των ονομάτων. Έπειτα, στην υιοθέτηση ελληνικών στοιχείων στις μουσικές, που μεταφέρονταν από την δημοτική παράδοση, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, ενώ, περαιτέρω, στην ενδυνάμωση αυτής της ταυτότητας θα συνέβαλλαν, όσο δεν παίρνει άλλο, και τα ακούσματα από το εξωτερικό, που είναι πλέον περισσότερα, καθώς όλα τα μεγάλα συγκροτήματα του ροκ, από Αγγλία-Αμερική, των τελών του ’60 και των αρχών του ’70, ακούγονται συνεχώς, δημιουργώντας τις καλύτερες βάσεις, για να πατήσουν πάνω τους τα νεότερα (ελληνικά) σχήματα.
Εν τω μεταξύ ο Διονύσης Σαββόπουλος βρίσκεται στην καλύτερη φάση της διαδρομής του, παίρνοντας πάνω του το μεγαλύτερο κομμάτι της εξέλιξης του στυλ, ενώ, από κοντά, μια σειρά καινούριων συγκροτημάτων ηχογραφούν τους πρώτους μεγάλους δίσκους τους, όπως οι Πελόμα Μποκιού και οι Socrates Drank the Conium, ή έστω τους δεύτερους, αν μιλάμε για τους Poll, ενώ πίσω από τα LP, που δεν ήταν εύκολο να γίνουν, για πολλούς και διαφόρους λόγους, υπήρχαν τα 45άρια, στα οποία επίσης θα αποτυπώνονταν ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές.
Δεν είναι πολύ περισσότερα από έντεκα τα άλμπουμ (LP) του ελληνικού ροκ, που κυκλοφόρησαν τότε στην Ελλάδα και αυτά θα παρουσιάσουμε στην συνέχεια – κάνοντας όμως την εξής διευκρίνιση.
Σ’ αυτή την κατάταξη λοιπόν, που θα είναι αλφαβητική, δεν συμμετέχουν τα ελληνικά ονόματα του εξωτερικού, που ηχογράφησαν
LP (στην Γαλλία βασικά), καθώς δεν αποτελούσαν μέρος της σκηνής. Δεν έπαιζαν δηλαδή στα ελληνικά κλαμπ (Rodeo, Κύτταρο κ.λπ.), ενώ και οι δίσκοι τους, στις πιο πολλές των περιπτώσεων δεν θα κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο.
Λέμε, βασικά, για το 2LP “666” των Aphrodites Child, για το LP Ela Ela / Osanna” των Axis, όπως και για το πρώτο LP του Σταμάτη Σπανουδάκη. Υπάρχει επίσης και το πρώτο προσωπικό LP του Λουκά Σιδερά, που είχε βγει στην Γαλλία, το 1972, και που θα κυκλοφορούσε και στην Ελλάδα την ίδια χρονιά, όμως, και αυτό, αποτελεί παραγωγή του εξωτερικού.
Θα επιμείνουμε, δηλαδή, στα ελληνικά ονόματα, που ζούσαν και δημιουργούσαν εδώ – και βασικά στην Αθήνα. 
 
H συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/101-almpoym-toy-ellinikoy-rok-apo-1972

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 3 Ιστορίες σε μια Βόλτα

Βινυλιακής διάρκειας είναι το πιο νέο άλμπουμ (CD) του συγκροτήματος Γουρούνια στο Διάστημα, το «3 Ιστορίες σε μια Βόλτα» [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2022], που αποτελείται από τέσσερα κομμάτια, τα οποία έχουν διάρκειες 8:32, 6:40, 7:44 και 11:53. Περίεργη ποσότητα (μόλις τέσσερα τραγούδια), περίεργες διάρκειες...
Τα Γουρούνια στο Διάστημα, που προέρχονται από την Θεσσαλονίκη, δεν είναι πρωτοφανέρωτο σχήμα, φυσικά, καθώς έχουν κυκλοφορήσει κι άλλες δουλειές τους στο παρελθόν (μάλιστα για το άλμπουμ τους «Καινούριοι Καιροί», από το 2015, είχαμε γράψει, πριν από καιρό). Το ότι δεν είναι πρωτοφανέρωτοι φαίνεται, εξάλλου, από τον ήχο τους, το δέσιμό τους, τον τρόπο που παίζουν, που ηχογραφούν κτλ. Η εμπειρία, εννοούμε, κάνει «μπαμ».
Θα ρωτήσει κάποιος... αρκεί και μόνον η εμπειρία, για να προκύψει κάτι, που να έχει νόημα, υψηλό νόημα και αναντίρρητο λόγο ύπαρξης; Όχι φυσικά. Απαιτούνται και άλλα πράγματα, κάποια εκ των οποίων τα διαθέτει το συγκρότημα.
Κατ’ αρχάς η μπάντα (Κωνσταντίνος Βούρος φωνή, στίχοι, Χρήστος Γεωργακάκης κιθάρα, φωνή, Νίκος Γεωργακάκης κιθάρα, Θοδωρής Σαββαΐδης μπάσο, φωνή, Σίμος Τριανταφύλλου ντραμς) παίζει πολύ καλά, κι αυτό είναι ένα πρώτο πολύ θετικό.
Έπειτα σαν συνθέσεις τα κομμάτια κυλάνε καλά και πολύ καλά, σε σχέση με τις διάρκειες. Έχουν, εννοούμε, τον τρόπο τα Γουρούνια στο Διάστημα να δημιουργούν ωραία πλαίσια, κιθαριστικά βασικά, που να κυλάνε απρόσκοπτα.
Υπάρχει εδώ κάτι που να μην λειτουργεί όσο καλά θα άξιζε να λειτουργεί; Ναι. Ο συνδυασμός ερμηνείες-στίχοι είναι ένα θέμα. Ή μάλλον δύο ξεχωριστά θέματα, που θέλουν μεγαλύτερη προσοχή.
Κατ’ αρχάς οι στίχοι άλλοτε είναι από εκείνους που τραγουδιούνται και άλλοτε είναι από εκείνους που περίπου τραγουδιούνται έως και απαγγέλλονται. Το περίεργο είναι πως ακόμη και σε στίχους που μπορεί άνετα να τραγουδηθούν («Η ιστορία του ποτέ») προτιμάται η περίπου-απαγγελία.
Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί δηλαδή δεν υπάρχει τραγούδι-τραγούδι και υπάρχει κάτι σαν τραγούδι. Ίσως να ευθύνονται και κάποιες επιρροές του γκρουπ από τις Τρύπες ή και από την Γενιά του Χάους... δεν ξέρω.
Νομίζω, όμως, πως από την στιγμή που γράφονται (όταν γράφονται) λόγια με ρίμες, ροή κτλ, πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια, ώστε να μετατρέπονται τα λόγια σε τραγούδια.
Επίσης να πω πως η φωνή θέλει βελτίωση. Δεν ξέρω ποιος ακριβώς τραγουδά τι ακριβώς στο άλμπουμ (γιατί διαβάζουμε στα credits για τρεις, που κάνουν φωνητικά), αλλά με τις φωνές υπάρχει θέμα – και βασικά με τις τραγουδο-απαγγελίες. Ακούγονται ερασιτεχνικές.
Έχω την γνώμη πως με προσεκτικές κινήσεις τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν ακόμη πιο πολύ για τα Γουρούνια στο Διάστημα. Και πρέπει να συμβεί, γιατί οι μουσικές τους το αξίζουν.
Επαφή: https://www.facebook.com/gourouniastodiastima