Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα americana. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα americana. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

JACKIE LEVEN o σκωτσέζος τραγουδοποιός, που έζησε στην Αστυπάλαια και τους Παξούς – ηχογράφησε φολκ και ροκ ήδη από τα 70s, ενώ υπήρξε συνεργάτης του διάσημου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας Ian Rankin

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον διαδρομές, για να γνωρίσεις τον σκωτσέζο singer-songwriter Jackie Leven (1950-2011). Η μία έχει να κάνει με τη μουσική (η κλασική διαδρομή, μέσα από τους δίσκους βασικά) και η άλλη η λογοτεχνία (η εξίσου κλασική διαδρομή μέσα από τα βιβλία). Ο Leven είχε γεννηθεί στην περιοχή Fife της Σκωτίας, εκεί όπου είναι γεννημένος (το 1960) ο διάσημος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας Ian Rankin κι εκεί όπου είναι επίσης γεννημένος ο... επιθεωρητής Rebus, ο ήρωας των βιβλίων του.
Είχαν γνωριστεί οι
Rankin και Leven (από κοντά); Φυσικά, αν και τα δέκα χρόνια που διέφεραν οι ηλικίες τους δεν βοήθησαν για να γίνει αυτό από νωρίς. Όπως είχε πει ο ίδιος ο Rankin στον Guardian (20 Ιουλ. 2021) δεν είχε υπ’ όψη του όχι μόνο το δίσκο του Leven (ως John St. Field) από το 1975 (κάτι λογικό, για έναν όχι ταγμένο μουσικόφιλο), αλλά ούτε και το ροκ συγκρότημά του, που αναπτυσσόταν μέσα στην εποχή του new wave (1977-1983), τους Doll by Doll. Ο Rankin θα διάβαζε κάποια στιγμή, στον μουσικό Τύπο, μια δισκοκριτική για τον Leven, πως ήταν από το Fife κ.λπ., και τότε θα αποφάσιζε να ασχοληθεί μαζί του, αγοράζοντας κάποια CD του.
Αυτό πρέπει να συνέβη στην αρχή των 2000s κι ένα από αυτά τα CD, που θα εντυπωσίαζαν τον Rankin, ήταν σίγουρα το “Shining Brother Shining Sister” [Cooking Vinyl, 2003] – ένας από τους καλύτερους δίσκους του Leven, στον οποίο ο σκωτζέζος τραγουδοποιός μελοποιεί ποιητές (Rainer Maria Rilke, Edith Sitwell, Ciaran Carson), τραγουδώντας για τη δική του «φιλοσοφία», πλάθοντας δυνατές ιστορίες για τους ανθρώπους του μόχθου κ.λπ. Τέλος πάντων παρουσιάζεται ένα υλικό εκεί, που κάνει κλικ στον Rankin, ο οποίος όχι μόνο θα σπεύσει να γνωρίσει τον Leven, αλλά στην πορεία θα εμπνευστεί ακόμη και τίτλους βιβλίων του από τραγούδια του συντοπίτη του.
Για παράδειγμα ο τίτλος “Standing in Another Man’s Grave” (βιβλίο του 2012), είναι εμπνευσμένος από το τραγούδι του Leven “Another man’s rain” του 2006, ο τίτλος “Saints of the Shadow Bible” (βιβλίο του 2013) είναι εμπνευσμένος από στίχο του τραγουδιού “One man one guitar” επίσης του 2006 (“The saints of the shadow bible followin’ me / from bar to bar into eternity”), ο τίτλος “A Heart Full of Headstones” (βιβλίο του 2022) είναι εμπνευσμένος από στίχους του τραγουδιού “Single father” του 2000 (“Got a heart full of headstones as I step down / As I step down / From the train”) κ.λπ. Βεβαίως τραγούδια του Jackie Leven ακούει και ο... επιθεωρητής Rebus σε διάφορα βιβλία.
Ακόμη οι Ian Rankin και Jackie Leven είχαν συνεργαστεί σε διάφορα events, που θα μετατρέπονταν, στην πορεία, είτε σε DVD είτε σε CD. Για παράδειγμα, μία πρώτη συνάντηση γίνεται στο Crossing Boarding Festival, στη Χάγη της Ολλανδίας, τον Νοέμβριο του 2003 (εκεί θα εμφανίζονταν ο Leven, με τον Rankin, τον ποιητή, μουσικό Ciaran Carson και τον αείμνηστο David Thomas των Pere Ubu). Μία επόμενη συνεργασία αφορά το διπλό CD τους “Jackie Leven Said” [Cooking Vinyl, 2005], που αποτυπώνει ένα κοινό live τους στο Εδιμβούργο (Αύγουστος 2004) με διαβάσματα από τον Rankin, αλλά και με ενδιάμεσα τραγούδια του Leven ζωντανά ή από στούντιο.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/jackie-leven-o-tragoydopoios-poy-ezise-se-astypalaia-kai-paxoys

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

PALILA, GONG WAH, WE STOOD LIKE KINGS, BRUDINI, SENS DEP διάφορες όψεις του σύγχρονου rock, σε μια σειρά από καινούρια άλμπουμ δυνατών συγκροτημάτων

PALILA: Tomorrow I’ll Come Visit you and Return your Records [Rock n’ Roll Fantasy Records / Kapitän Platte, 2020]
Γερμανική ροκ τριπλέτα είναι οι Palila, οι οποίοι αποτελούνται από τους Matthias Schwettmann κιθάρες, φωνή, Christoph Kirchner μπάσο, φωνητικά και Manuel Tröndle ντραμς φωνητικά, με το CD που έχουμε στα χέρια μας να συγκεντρώνει βασικά δύο διαφορετικά EP τους – το πρώτο τους “Are We Happy Now?” και το παρόν “Tomorrow I’ll Come Visit you and Return your Records”, που δίνει και τον τίτλο, συνολικώς, σ’ αυτή την δεκάδα των (πρωτότυπων) τραγουδιών, που σφύζουν από ορμή και πάθος.
Το ύφος των Palila είναι... ανάμικτο. Χοντρικά θα το αποκαλούσαμε indie-pop-rock, με αναφορές στο garage rock, στο desert rock και την americana. Μόνον που αυτές οι αναφορές είναι σπαρμένες από ’δω κι από ’κει, σε διάφορα κομμάτια, και δεν αναδεικνύονται ως κυρίαρχες. Εννοούμε, απλώς, πως τα τραγούδια των Palila δεν είναι όλα του αυτού στυλ, καθώς διασκορπίζονται προς ποικίλες κατευθύνσεις. Πολύ ωραία είναι η «γκαραζιά» “Ramrod lads”, το κάπως punky “Stop and rewind”, με φωνή που φέρνει στη μνήμη David Bowie, το “Electricity” με την ωραία και ρέουσα μελωδική γραμμή του (όλα ανήκοντα στο πιο πρόσφατο EP τους), συν το κάπως σκληροτράχηλο “Evacuate” και το punky “Control” (από το παλαιότερο EP).
Γενικώς θα έλεγα πως το “Tomorrow I’ll Come Visit you and Return your Records” είναι «καλύτερο» από το “Are We Happy Now?” (δηλαδή και τα δύο EP είναι καλά, απλώς το πιο καινούριο είναι ακόμη πιο καλό), πράγμα που σημαίνει πως οι Palila είναι μια μπάντα που βελτιώνεται, και που ίσως, ακόμη, δεν έχει… τρίξει, όπως πρέπει, τα δόντια της.
Ελπίζουμε να το κάνει μ’ ένα κανονικό LP της.
Επαφή: www.kapitaen-platte.de
GONG WAH: S/T [Tonzonen Records, 2020]
Ποιοι αποτελούν τους Gong Wah; Έχουμε και λέμε λοιπόν: Inga Nelke φωνή, κρουστά, σύνθια, Thorsten Dohle κιθάρες, σύνθια, θερεμίνη, κρουστά, φωνή, Felix Will κιθάρες, σύνθια, κρουστά, φωνή, Giso Simon μπάσο, Nima Davari ντραμς, κρουστά. Γερμανοί βεβαίως, από την Κολωνία, με το πρόσφατο άλμπουμ τους, που είναι και το παρθενικό τους, κι έχει ως τίτλο το όνομά τους, να κερδίζει τις εντυπώσεις.
Τι παίζουν οι Gong Wah; Ένα περίεργο κράμα αποτελούμενο από πιο σύγχρονες και παλαιότερες αναφορές. Υπάρχει ας πούμε το krautrock των Neu! (άκου για παράδειγμα το “Supersized kid”), αλλά υπάρχουν ακόμη και ευρύτερα «ψυχεδελικά», όπως και 90s pop-rock shoegaze στοιχεία.
Γενικώς, και όσον αφορά στον ήχο των Gong Wah, δεν μπορείς να πεις ότι είναι ούτε στενά «παλιομοδίτικος», ούτε του (σύγχρονου) ροκ συρμού. Κι αυτό είναι μάλλον υπέρ τους. Το κάνουν δηλαδή να αποβαίνει υπέρ τους. Και τούτο επειδή είναι πολύ καλοί μουσικοί, ταλαντούχοι, με ιδέες δημιουργικές, τις οποίες μετατρέπουν σε καταπληκτικές συνθέσεις-τραγούδια. Και λέμε για τα κομμάτια που είναι όντως καταπληκτικά, γιατί κάποια άλλα δεν είναι – είναι απλώς καλά. Δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «αριστούργημα», εννοούμε, αλλά ένα «καλό» ή και «πολύ καλό» κατά τόπους άλμπουμ.
Είπαμε ήδη για το “Supersized kid”, που είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια των Gong Wah, αλλά δεν υπολείπονται σε αξία κομμάτια όπως τo “With him”, το... rhythm & blues “Sugar & lies” ή το kraut-ικό “Just sayin’” εκεί στο τέλος.
Επαφή: www.tonzonen.de
WE STOOD LIKE KINGS: Classical Re:Works [Kapitän Platte, 2020]
Τι περίεργο συγκρότημα αυτοί οι Βέλγοι We Stood Like Kings – δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει άλλους σαν κι αυτούς, τα πολύ τελευταία χρόνια. Και τούτο το λέω, όχι γιατί έχω ακούσει τα προηγούμενα άλμπουμ τους, το “Berlin 1927” (2014), το “USSR 1926” (2015) και το “USA 1927” (2017), αλλά γιατί ακούγοντας αυτό, το τέταρτό τους, το “Classical Re:Works”, εξεπλάγην σφόδρα. Σε πρώτη φάση από τον παικτικό οίστρο τους (δυστυχώς στην CD-έκδοση δεν υπάρχει ουδεμία αναφορά στα ονόματα των μουσικών) και σε μία δεύτερη από το είδος της μουσικής, που αποφασίζουν να μας κεράσουν – και από τον τρόπο, φυσικά, που αυτήν ακριβώς την μουσική την παρουσιάζουν. Ας δώσουμε λοιπόν το track-list, πριν πούμε κάτι ακόμη: 1. Karol Szymanowski “9 Preludes, Op. 1, No. 1: Andante ma non troppo”, 2. Antonio Vivaldi “Concerto for strings in D Minor, RV 127: Allegro”, 3. Ludwig van Beethoven “Piano Sonata No. 14 in C# minor, Op. 27, No. 2: Andante sostenuto”, 4. Claude Debussy “Rêverie, L. 68”, 5. Maurice Ravel “Daphnis et Chloé, M. 57: Introduction et Danse religieuse”, 6. Leoš Janáček “Glagolitic Mass, JW 3/9: Introduction” και 7. Johann Sebastian Bach “Organ Sonata No. 4 in E Minor, BWV 528: Andante”.
Όπως βλέπετε λοιπόν το ρεπερτόριο των Βέλγων αποτελείται μόνον από διασκευές και είναι κλασικό. Δηλαδή μπαρόκ, «κλασικό-κλασικό» και σύγχρονο κλασικό.
Έχουν υπάρξει πολλά συγκροτήματα στην ιστορία (και στο rock και στην jazz και αλλού), που έχουν διασκευάσει «κλασικά» κομμάτια, έχοντας φτιάξει ακόμη και ολάκερα άλμπουμ – να μην αρχίσουμε, εδώ, να αραδιάζουμε τίτλους. Οπότε, και απ’ αυτήν την άποψη, οι Βέλγοι δεν πρωτοτυπούν. Γενικώς, οι We Stood Like Kings δεν πρωτοτυπούν από καμμία άποψη, αλλά από την άλλη ούτε αυτό που κάνουν το συναντάς συνεχώς. Πόσω μάλλον, όταν οι ίδιοι ως εξαιρετικοί διασκευαστές μετατρέπουν αυτά τα αριστουργήματα της μουσικής σε κάτι άλλο. Σε κάτι που κρατά στο βάθος του το σπέρμα και το ίχνος τού πρωτοτύπου, μεταφέροντας συγχρόνως και μιαν άλλην αύρα, μια ροκ αύρα, μέσα από επιτυχείς εναρμονίσεις, κάπως post-rock, κάπως cinematic, αλλά σε κάθε περίπτωση ελκυστικότατες.
Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός πως από εδώ δεν μπορείς να πετάξεις όχι κομμάτι, αλλά ούτε και δευτερόλεπτο. Πολύ ωραίο άλμπουμ!
BRUDINI
:
From Darkness, Light [Apollon Records, 2020]
Περίεργο, concept άλμπουμ, από την Βρετανία, αρκετά ενδιαφέρον έως πολύ ενδιαφέρον από έναν νέο τραγουδοποιό, που ακούει στο όνομα Brudini.
Στο “From Darkness, Light” ακούγονται κιθάρες, τρομπέτα, βιολί, τούμπα, κοντραμπάσο, bass-guitar, ντραμς, υπάρχουν φωνητικά και τραγούδι φυσικά, με την όλη διάθεση (που επιβάλλεται από τον Brudini και τον τρόπο ερμηνείας του) να είναι σθεναρά λυρική, και με τα ηχοχρώματα να αποπνέουν μία «ίδια» ατμόσφαιρα, φέρνοντας στη μνήμη την pop του Angelo Badalamenti, για παράδειγμα. Και άλλα πολλά... από Marc Almond μέχρι Antony and The Johnsons.
Βεβαίως, ο Brudini έχει την δική του προσωπικότητα, το δικό του στυλ και ύφος, τα οποία δεν αποτελούν κόπιες κανενός – είναι δικά του, καταδικά του, ενώ μεγεθύνονται συγχρόνως μέσω της ικανότητάς του να διαχειρίζεται ένα «θέμα», γράφοντας κατά το μάλλον ή ήττον καταπληκτικά τραγούδια, όπως το “Emotional outlaw” για παράδειγμα, εκεί στην μέση του άλμπουμ.
Το “From Darkness, Light” από πλευράς στίχων αφορά σε μια ποιητική Οδύσσεια, σε μια περιπλάνηση-αναζήτηση, η οποία οριοθετείται μέσα από ποικίλα αισθήματα – όπως είναι εκείνα της απελπισίας ή και της απώλειας, ή ακόμη και αυτό της αγάπης ή και της λαγνείας. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό – το ξαναλέμε. Τα λόγια τού Brudini, όσο και του συνεργάτη του Chip Martin, είναι ποιητικά και όχι ποιητικίζοντα, με τις μουσικές να έχουν τη δύναμη να σε ταξιδεύουν και να σε ταρακουνάνε.
Πολύ καλή περίπτωση σύγχρονου ποπ (με την ευρύτερη έννοια) άλμπουμ, με νόημα.
Επαφή: www.apollonrecords.no
SENS DEP: Lush Desolation [Private Pressing, 2020]
Καινούρια ή σχεδόν καινούρια μπάντα από την Αυστραλία (Μελβούρνη), οι Sens Dep θα έχουν άλμπουμ στη γύρα εντός ολίγου (η κυκλοφορία προβλέπεται για τις 30 Νοεμβρίου), το οποίο θα έχει τίτλο “Lush Desolation”. Τριμελείς είναι οι Sens Dep (Andrew Yardley, Ben Yardley, Caz Gannell), ενώ στην ηχογράφηση του CD τους συμμετέχουν και επιπλέον μουσικοί σε μπάσο, ντραμς και φωνητικά.
Το “Lush Desolation” είναι ένα ορχηστρικό και σίγουρο «σκοτεινό» άλμπουμ, το οποίον «παίζει» σε διάφορα ταμπλό. Θα μπορούσε, δηλαδή, να το πεις ηλεκτρονικό, να το πεις ambient, experimental rock, ακόμη και noise, χωρίς πάντως κανένας απ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς να το αφορούν 100%. Υπάρχουν, εννοούμε, κομμάτια που μπορεί να ηχούν άλλοτε «έτσι» και άλλοτε «αλλιώς», έχοντας σε κάθε περίπτωση κάτι να πουν.
Μπορεί να είναι σχεδόν χαοτικό το άκουσμα, να κινείται κάπως «εκτός ορίων», αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει τις στιγμές του, όπως και μια κλιμάκωση, που αυξάνει την ένταση και που οδηγεί σ’ ένα επικό και καθαρτήριο τέλος (“Luckless hunter”).
Επαφή: www.sensdepsound.bandcamp.com

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

ACT MUSIC + VISION οι τελευταίες κυκλοφορίες – great gems εδώ

TONBRUKET: Masters of Fog [ACT Music + Vision, 2019]
Δέκα χρόνια βρίσκονται στα πράγματα οι Σουηδοί Tonbruket και μέσα σ’ αυτά τα δέκα χρόνια έχουν δώσει έξι απολαυστικά άλμπουμ – το έκτο είναι το “Masters of Fog”, που μας παρέχει την αφορμή για όσα θα γράψουμε παρακάτω. Μέλη των Tonbruket, να το υπενθυμίσουμε, είναι οι: Dan Berglund κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, Johan Lindström κιθάρες, pedal steel κιθάρες, πλήκτρα, Martin Hederos πιάνο, σύνθια, βιολί και Andreas Werliin ντραμς, κρουστά, ραδιόφωνο. Στο “Masters of Fog” ακούμε και κουαρτέτο εγχόρδων (Kvarts) σε κάποια tracks, και βασικά άλλα «περίεργα» μα πάντα ενδιαφέροντα...
Οι Tonbruket είναι ένα συγκρότημα που τοποθετείται σε ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην jazz και το rock. Αυτό, από μόνο του, τους κάνει ξεχωριστούς. Κυρίως, γιατί η επικοινωνία γίνεται αβίαστα, δίχως αισθητικούς καταναγκασμούς. Συχνά, δε, τούτη η επικοινωνία υποβοηθείται και από τα εφφέ, τα οποία είναι πλείστα και διαφόρων ειδών, σκορπισμένα πότε εδώ και πότε εκεί – όχι τυχαίως, μα κατανεμημένα μέσω ενός σχεδίου, που επιτρέπει στα κομμάτια να αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο. Περαιτέρω, στο “Masters of Fog” υπάρχει και το πείραμα, οι πιο abstract περιπλοκές, που φέρνουν τους Tonbruket κοντά και προς την μεριά της jazz-avant, όμως αυτό δεν είναι το βασικό. Αν και ο καθένας που θ’ ακούσει το άλμπουμ είναι σίγουρο πως θα εστιάσει σε διαφορετικά ηχητικά ζητήματα το σίγουρο είναι ένα. Οι Pink Floyd αποτελούν μια μέγιστη επιρροή για τους Σουηδούς, όσον αφορά στη rock σύνδεση του γκρουπ, κάτι που γίνεται σαφές από την αρχή – από το εναρκτήριο, φερώνυμο, 7λεπτο track. Υπάρχουν οι Doors ακόμη εδώ (“AM/FM”), το κλασικό progressive rock (“Tonabillity”), βεβαίως και πάντα οι e.s.t. (“The Pavlova murders”), ενώ κομμάτια σαν το “Enter the Amazonas” δείχνουν τον τρόπο μέσω του οποίου τα ηχητικά εφφέ μπορούν να αναδειχθούν σε μιαν ύψιστη μουσική βάση, πάνω στην οποία θα μπορέσεις να χτίσεις με γνώση και με φαντασία.
Υπάρχουν στιγμές απογειωτικές στο “Masters of Fog” και άλλες (λίγες) περισσότερο καθησυχαστικές, ενδοσκοπικές θα τις έλεγα, διανθισμένες όμως με στοιχεία «νέας παραδοσιακότητας» (ακόμη και John Fahey ανακαλώ), που λειτουργούν με αμέριστο ενδιαφέρον (καταπληκτικό το “Chain rule formula”).
Οι Tonbruket μετά από μια δεκαετία και μετά από έξι άλμπουμ –το ένα καλύτερο από το άλλο– συνεχίζουν να μας εκπλήσσουν!
CARSTEN DAHL TRINITY: Painting Music [ACT Music + Vision, 2019]
Ο δανός πιανίστας Carsten Dahl είναι πολλά χρόνια στη σκηνή και τη δισκογραφία. Γεννημένος το 1967, ο Dahl έχει συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της σκανδιναυικής σκηνής (Alex Riel, Ed Thigpen, Mads Vinding, Ulf Wakenius…), εμφανίζοντας και αξιοπρόσεκτη προσωπική δισκογραφία. Στο “Painting Music”, το πιο πρόσφατο CD του, ο Dahl, μέσα από το piano-trio του, τους Trinity (Nils Bo Davidsen μπάσο, Stefan Pasborg ντραμς), φέρνει στα μέτρα του, στα nordic μέτρα του, το κλασικό αμερικανικό songbook. Διασκευάζει, δηλαδή, Jerome Kern (“All the things you are”), Harold Arlen (“Somewhere over the rainbow”), Arthur Schwartz (“You and the night and the music”), “Autumn leaves”, μα και Miles Davis (“Solar”, “Blue in green”), ρίχνοντας ανάμεσα ένα πρωτότυπο, ένα σκανδιναυικό παραδοσιακό, αλλά και μια σύνθεση του Nicholas Brodszky, το “Be my love”, που σαν τραγούδι (στίχοι Sammy Cahn) είχε γίνει μεγάλη επιτυχία από τον Mario Lanza.
Μ’ ένα τέτοιο ρεπερτόριο μια μπάντα τής κλάσης των Carsten Dahl Trinity είναι λογικό να διαπρέπει. Και διαπρέπει. Ο απόλυτος προσανατολισμός στο ηχητικό κάλλος, οι χαμηλοί τόνοι, το ρομαντικό-νοσταλγικό-ποιητικό κλίμα, τα παιξίματα, ιδίως στο πιάνο (που αντανακλά και «κλασικές» αναφορές, πέραν των Bill Evans και Keith Jarrett), προσδίδουν στο “Painting Music” εκείνο που μαρτυρά ο τίτλος του. Μια ζωγραφική (διάβαζε ιμπρεσιονιστική) ομορφιά.
KALLE KALIMA – KNUT REIERSRUD: Flying Like Eagles [ACT Music + Vision, 2019]
Ένα «άλλο» άλμπουμ, ένα διαφορετικό άλμπουμ, είναι το “Flying Like Eagles” των Kalle Kalima (ηλεκτρική κιθάρα) και Knut Reiersrud (resonator, ηλεκτρική, lap steel κιθάρες, φυσαρμόνικα). Λέμε για δύο μουσικούς με ήδη μεγάλη και αναγνωρισμένη ιστορία (στο δισκορυχείον υπάρχουν κάμποσα reviews δίσκων, στους οποίους εμφανίζονται), οι οποίοι συνεργάζονται εδώ με τους Phil Donkin μπάσο και Jim Black ντραμς, για την παραγωγή ενός CD… ευρωπαϊκής americana. Τι σημαίνει τούτο; Πως η americana είναι το βασικό πεδίο δράσης του κουαρτέτου, η οποίας όμως (americana) προσαρμόζεται αισθητικώς στο βορειοευρωπαϊκό περιβάλλον.
Οι Kalima-Reiersrud λοιπόν διασκευάζουν στο “Flying Like Eagles” Buffalo Springfield (“For what it’s worth”), Eagles (“Hotel California”), τα παραδοσιακά (ινδιάνικα και άλλα) “Strong wind, deep water, tall trees, warm fire”, “Kiowa lullaby”, “The wayfaring stranger” και “Little one”, καθώς και το “Hurt” του Trent Reznor (που είχαν πρωτοπεί οι Nine Inch Nails).
Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους είναι πολύ καλό, δηλαδή έξοχο! Οι Kalima-Reiersrud δεν περιφέρονται ασκόπως σε «θολά» ή παρηκμασμένα ηχητικώς τοπία – κάνουν εντελώς το αντίθετο. Οικοδομούν νέα πλαίσια, μελωδικά, αναπτυξιακά (των μελωδιών τους), ηχοχρωματικά, οργανοπαικτικά, τα οποία εκ πρώτης σε ξαφνιάζουν, αφού δεν μπορείς άμεσα να τα ταυτίσεις με την americana. Μπορεί να υπάρχει φυσικά η lap-steel κιθάρα, που «βγάζει μάτι», όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αποδώσει τα ιστορικά χαρακτηριστικά του στυλ.
Είναι, λοιπόν, η περιπλάνηση των Kalima-Reiersrud και των υπολοίπων μουσικών εκείνη που προσφέρει στο “Flying Like Eagles” τα δικά του ψυχεδελικά vibes, κάνοντας πασίγνωστα θέματα, όπως το “Hotel California”, να εμφανίζονται κάπως σαν πρωτάκουστα (και τούτο δίχως να εξαφανίζεται η κλασική αρμονική δομή τους).
Σπουδαίοι μουσικοί, που «παίζουν» με όλα τα συστατικά των βασικών σκοπών αναπλάθοντάς τα (τα συστατικά) και δίνοντάς του ένα νέο πρόσωπο, μια καινούρια αίγλη.
Πείτε την fusion την americana που ακούγεται εδώ, πείτε την nordic, πείτε την ιδιωματική, πείτε την όπως θέλετε... όμως, όπως και να την πείτε το σύνολο δεν αλλάζει.
Το “Flying Like Eagles” είναι ένα σπουδαίο CD, οδηγημένο από παικταράδες.
KLAUS PAIER – ASJA VALCIC: Vision for Two / 10 Years [ACT Music + Vision, 2019]
Αυστριακός ακορντεονίστας (και μπαντονεονίστας) είναι ο Klaus Paier και κροάτισσα τσελίστρια είναι η Asja Valcic – δύο μουσικοί, που συνεργάζονται σε σχήμα ντουέτου από δεκαετίας, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ονοματίζουν το τελευταίο άλμπουμ τους “Vision for Two / 10 Years”. Η δισκογραφική επικοινωνία των Paier-Valcic ξεκινά με το CD “À Deux”, το 2009, για να καταλήξει στο παρόν “Vision for Two”, περνώντας από ποικίλες ενδιάμεσες γόνιμες προτάσεις, στις οποίες προβάλλονταν και εξακολουθούν να προβάλλονται classic, ethnic, jazz και folk ηχοχρώματα.
Επί του προκειμένου καταγράφονται δέκα πρωτότυπες συνθέσεις, μέσης διάρκειας, οι οποίες διατηρούν αυτήν την βαθιά και κάπως μελαγχολική προσέγγιση τού ντουέτου, που πιάνει κορυφή με το θρηνητικό σχεδόν “Angela” (σύνθεση του Paier).
Υπάρχουν βεβαίως και tracks στο “Vision for Two”, που ακούγονται... εξωστρεφή στ’ αυτιά μου, αλλά σε κάθε περίπτωση η Paier και ο Valcic, έχουν προσαρμόσει το βασικό σώμα των συνθέσεών τους προς μιαν αισθητική-συναισθηματική κατεύθυνση, που εκπέμπει πάντα στιβαρά vibes.
Δεν πρόκειται ακριβώς για μουσικές, τις οποίες θα μετέδιδαν (παλαιά) τα ραδιόφωνα μόνον τη Μεγάλη Παρασκευή (υπάρχει και χαρούμενο «μοσταρτ-ικό» θέμα εδώ), αλλά, οπωσδήποτε, έχουμε να κάνουμε με κάτι, που κυλάει σε «σοβαρούς» τόνους – με τις αναφορές σε Mozart (“Mozart incognito”) και σε Debussy (“Dans l’esprit de Debussy”), απλώς, να το υπογραμμίζουν.
IIRO RANTALA: My Finnish Calendar [ACT Music + Vision, 2019]
Άσσος φινλανδός πιανίστας, με ιστορία και εκτεταμένη δισκογραφία, όπως και με κάμποσες παρουσίες στην ACT (μαζί με Michael Wollny, Viktoria Tolstoy, Ulf Wakenius κ.ά.), ο Iiro Rantala έχει καινούριο CD, το οποίον αποκαλεί “My Finnish Calendar”. Σ’ αυτό το άλμπουμ ο Rantala γράφει και παρουσιάζει δώδεκα συνθέσεις του για πιάνο, οι οποίες αντιστοιχούν σε κάθε έναν από τους δώδεκα (φινλανδικούς) μήνες του χρόνου. Οι τίτλοι τους είναι προφανείς: “January”, “February”, “March”, “April” κ.ο.κ.
Δεν θα ήταν άστοχο αν λέγαμε πως οι (φινλανδικοί) μήνες είναι εκείνοι που καθορίζουν τις μουσικές του Rantala. Και για να μας βοηθήσει να παρακολουθήσουμε όσα ακούγονται εδώ επιλέγει, ο ίδιος, να σημειώσει μερικά λόγια για κάθε έναν απ’ αυτούς. Χοντρικώς (και με δικά μας λόγια):
Ιανουάριος: Θλιβερός μήνας. Συνδέεται με την αποτοξίνωση από τις γιορτές των Χριστουγέννων. Πολλοί Φινλανδοί απέχουν από το αλκοόλ τον Γενάρη και αυτό δεν τους κάνει πιο ευτυχισμένους. Φεβρουάριος: Χιόνια, χιόνια και πάλι χιόνια. Παιγνίδια με τα χιόνια... Μάρτιος: Οι Φινλανδοί είναι κουρασμένοι από τον παρατεταμένο χειμώνα και ο Μάρτιος είναι ένας μήνας κάπως μεταβατικός. Υπάρχουν πολλά γενέθλια τον Μάρτιο στην Φινλανδία και πολλοί Φινλανδοί ονειρεύονται να περάσουν την άνοιξη στο Παρίσι. Απρίλιος: O Απρίλιος είναι ο μήνας με τις περισσότερες αυτοκτονίες στη χώρα. Αν έχεις φίλους Φινλανδούς μην ξεχνάς να τους τηλεφωνήσεις τον Απρίλη... Μάιος: Τον Μάιο οι Φινλανδοί προγραμματίζουν το καλοκαίρι τους. Ιούνιος: Ο Ιούνης είναι ακόμη κρύος και βροχερός. Οι μαθητές ξεκινούν τις διακοπές τους και όλοι προσπαθούν να κλείσουν ένα σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα, αλλά δεν το καταφέρνουν. Ιούλιος: Τον Ιούλη η Φινλανδία κατεβάζει ρολά. Είναι ο μήνας των διακοπών. Αύγουστος: Μπορεί ο Αύγουστος να είναι ο ωραιότερος φινλανδικός μήνας, από πλευράς κλίματος, αλλά αυτό τον μήνα ξεκινάνε τα σχολεία και ο κόσμος ξαναπηγαίνει στις δουλειές του. Σεπτέμβριος: Ωραία η φύση, και μ’ έναν αδιόρατο ρομαντισμό να κυριαρχεί σε τοπία και ανθρώπους. Οκτώβριος: Οι Φινλανδοί προετοιμάζονται για τον χειμώνα και όλα δουλεύουν προς αυτή την κατεύθυνση. Νοέμβριος: Πέφτει το σκοτάδι. Μια καταθλιπτική κατάσταση. Δεκέμβριος: Τα Χριστούγεννα αποτελούν την κορυφαία οικογενειακή γιορτή των Φινλανδών. Εξάλλου και ο Santa Claus είναι Φινλανδός...
Φανταστείτε τώρα τις πιανιστικές μουσικές του Ranatala, που θα έρθουν να «κουμπώσουν» με όλο αυτό το περιγραφόμενο σκηνικό. Και όχι, δεν θα πέσετε έξω...
DAVID HELBOCK: playing John Williams / Piano Works XIV [ACT Music + Vision, 2019]
Ο αυστριακός πιανίστας David Helbock, ο οποίος πέρυσι είχε δώσει το αξιόλογο “Tour d´Horizon / from Brubeck to Zawinul”, μαζί με το σχήμα του τους Random Control (υπάρχει σχετικό review στο δισκορυχείον), επανέρχεται τώρα με το πολύ ιδιαίτερο, σόλο-πιάνο, “Playing John Williams” (το δέκατο τέταρτο άλμπουμ τής σειράς τής ACT “Piano Works”). Εδώ, ο Helbock μεταφέρει στο πιάνο συνθέσεις τού αμερικανού κινηματογραφικού συνθέτη John Williams, μ’ έναν δικό του, προσωπικό, τρόπο. Και λέμε για μερικές από τις πιο διάσημες δημιουργίες τού κορυφαίου cine-scorer, αφού στο ρεπερτόριο τού Αυστριακού χωράνε «τα πάντα», δηλαδή και ο “Harry Potter”, και o “E.T.”, και η «Λίστα του Σίντλερ», και ο «Σούπερμαν», και το “Star Wars”, και o “Indiana Jones”, και η «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιν», και το “Jurassic Park”, και τα «Σαγόνια του Καρχαρία...
O Helbock είναι μεγάλος διασκευαστής – κάτι που το είχε αποδείξει και στο περσινό του άλμπουμ, όταν είχε αναμετρηθεί υπερ-επιτυχώς με συνθέσεις των Abdullah Ibrahim, e.s.t., Joaquín Rodrigo, Chick Corea, Herbie Hancock, Paul Desmond, Keith Jarrett, Joe Zawinul... Έτσι λοιπόν, και στο δέκατο τέταρτο “piano works”, ο Αυστριακός έχει να προτείνει τις δικές του εναρμονίσεις (για πιάνο) όλων αυτών των πασίγνωστων συνθέσεων τού John Williams, μέσα από τις οποίες (εναρμονίσεις) αναδεικνύεται, από τη μια μεριά, η δική του εκτελεστική δεινότητα και, από την άλλη, η σπάνια μελωδική φλέβα τού αμερικανού συνθέτη.
Ο Helbock γνωρίζει, επίσης, το εξής βασικό. Πως μόνον αν αφήσεις απείραχτο τον πυρήνα των πρωτότυπων θα μπορείς να ελπίζεις στην πλήρη αποδοχή των διασκευών σου (από κοινό και κριτική). Γιατί, αν όλα τούτα τα κλασικά κινηματογραφικά θέματα κομματιαστούν και αποσυντεθούν, δίχως να μπορεί εύκολα και άμεσα να αναγνωριστούν, τότε... γεννάται θέμα.
Βεβαίως και υπάρχει μια προσωπική προσέγγιση εδώ (από την οποία δεν απουσιάζει ο αυτοσχεδιασμός), όμως σε κάθε περίπτωση οι μελωδίες του John Williams είναι εκείνες που ξέρουμε όλοι, και μάλιστα αναπτυγμένες, δυναμικά, στην πιο καθαρή μορφή τους.
BLACK STRING: Karma [ACT Music + Vision, 2019]
Οι Black String είναι ένα σύγχρονο (νοτιο)κορεάτικο ethnic-fusion γκρουπ, που επανέρχεται στα πράγματα, και στην ACT, μετά το “Mask Dance” του 2016, μ’ ένα καινούριο άλμπουμ. Η νέα κυκλοφορία έχει τίτλο “Karma” και ακούγονται σ’ αυτήν οι Yoon Jeong Heo geomungo, Jean Oh κιθάρα, ηλεκτρονικά, beat mixing (σ’ ένα track), Aram Lee daegeum, yanggeum, tungso, danso, taepyeongso, Min Wang Hwang φωνή, janggu, κρουστά, taepyeongso, όπως και ο γνωστός μας Nguyên Lê κιθάρες (σε δύο tracks) σε ρόλο guest. Όλα αυτά τα όργανα με τα παράξενα ονόματα είναι κορεάτικα παραδοσιακά προφανώς (το geomungo είναι zither, το daegeum και το danso είναι φλάουτα από μπαμπού, το yanggeum μοιάζει με dulcimer κ.ο.κ), τα οποία συμμετέχουν, επί ίσοις όροις στις ενοργανώσεις.
Το αποτέλεσμα, η μείξη που επιτυγχάνουν οι κορεάτες μουσικοί είναι εντυπωσιακή! Όλα τα κομμάτια διαθέτουν κάτι... εξώκοσμο στην ανάπτυξή τους (τουλάχιστον για εμάς τους δυτικούς ακροατές, ή έστω για κάποιους, πολλούς, από εμάς), αναδεικνύοντας παραλλήλως και τις τοπικές ηχητικές ιδιαιτερότητες (φωνητικές-ενοργανικές), εντάσσοντάς τες, την ίδιαν ώρα, και σ’ ένα ευρύτερο πλάνο, το οποίο ορίζεται, τακτικά, από την jazz και το rock.
Να σημειώσουμε, επίσης, και το εξής (γνωστόν). Πως οι παραδοσιακοί ήχοι τής Άπω-Ανατολής, ενώ είναι προφανώς λαϊκοί, με ισχυρά στοιχεία πνευματικότητας, για το μη εξοικειωμένο δυτικό αυτί μπορεί να ακούγονται και κάπως σαν... avant-garde. (Δεν ήταν τυχαίο, εξάλλου, το ενδιαφέρον των δυτικών συνθετών της πρωτοπορίας, στο... να εντάξουν στοιχεία αυτών ακριβώς των απω-ανατολίτικων ήχων στις συνθέσεις τους από παλαιά, άκου John Cage, David Tudor, Karlheinz Stockhausen κ.ά.). Και κάπως έτσι το “Karma” ολοκληρώνει τον ρόλο του. Με το να ταράζει τα νερά, προτείνοντας ένα απολύτως πρωτότυπο και σύγχρονο fusion, που δυνητικά ενδιαφέρει απαξάπαντες. Και τον... αβαντγκαρντίστα ακροατή, και εκείνον που ενδιαφέρεται περισσότερο για τους παραδοσιακούς ήχους, και φυσικά όλους τους ενδιαμέσους. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music