Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα bossa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα bossa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

MAURICIO EINHORN / IDRISS BOUDRIOUA ORCHΕSTRA φυσαρμόνικα και bossa jazz

Ο Mauricio Einhorn, ο βραζιλιάνος φυσαρμονικίστας και συνθέτης της bossa/jazz μπορεί να οδεύει, πλέον, για τα 94 χρόνια του, όμως εξακολουθεί να παραμένει ενεργός σε πάλκο και δισκογραφία. Λέμε για έναν μουσικό με τεράστια ιστορία, η οποία χάνεται στα βραζιλιάνικα fifties, ηχογραφώντας ανελλιπώς από την αρχή της δεκαετίας του ’60. Το πιο νέο άλμπουμ του Einhorn γίνεται σε συνεργασία με την Idriss Boudrioua Orchestra, είναι γραμμένο σε στούντιο της Copacabana και της Jacarepaguá (του Rio) τον Φεβρουάριο του 2025, και αποκαλείται Mauricio and Horns [IN+OUT Records / AN Music, 2025]. Στο άλμπουμ αυτό δεν συμμετέχουν μόνο ο Einhorn (σε φυσαρμόνικα, συνθέσεις) και η Idriss Boudrioua Orchestra (ο Idriss Boudrioua είναι άλτο σαξοφωνίστας, αλλά ο ενορχηστρωτής εδώ είναι ο τρομπονίστας Rafael Rocha), μα και διακεκριμένοι guests όπως ο κλαρινίστας Paquito D'Rivera και ο κιθαρίστας Lula Galvão... οπότε αντιλαμβάνεστε.
Κατ’ αρχάς λέμε για μιαν 8μελή ορχήστρα που εμφανίζεται σε εννέα κομμάτια, ενώ στα τρία υπόλοιπα προστίθενται ακόμη τρεις οργανοπαίκτες. Γενικώς, υπάρχει ισχυρός οργανικός πλουραλισμός στο “Mauricio and Horns”, που προσδίδει στην ηχογράφηση έναν αέρα λαϊκής μεγαλοπρέπειας. Στα περισσότερα tracks του δίσκου ο Einhorn συμμετέχει ως συνθέτης, αλλά υπάρχουν και κάποιες versions, όπως εκείνες στα στάνταρντ “Laura” (David Raskin / Johnny Mercer) και “Have you met Miss Jones” (Richard Rodgers / Lorenz Hart), που προσδίδουν στο άκουσμα μία ακόμη πιο κλασική χροιά.
Γενικώς έχουμε να κάνουμε με μια μουσική «άνετη» στο αυτί, λαϊκή με άλλα λόγια, αλλά ταυτοχρόνως και ουσιαστική, με θαυμάσιες σολιστικές επιδείξεις από πάμπολλους οργανοπαίκτες, που έχουν τον τρόπο να αφήνουν με τα παιξίματά τους μιαν ευθυμία αναμεμιγμένη με νοσταλγία (ιδίως μέσω των ηχοχρωμάτων που σκορπίζονται από τον Einhorn στη φυσαρμόνικα). Φυσικά, η bossa nova αποτελεί στο “Mauricio and Horns” μιαν ισχυρή επιρροή, αλλά υπάρχει και πολλή jazz εδώ, σε συνδυασμούς, που καταδεικνύουν και την τεράστια εμπειρία των συμμετεχόντων, μα και την ικανότητά τους να κινούνται σε όλους τους ενδιάμεσους χώρους (μεταξύ bossa και jazz εννοούμε), προβάλλοντας περίσσεια πάθους και φαντασίας.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 676

21/10/2025
Από πότε έγραφαν τα ελληνικά περιοδικά για τον Johnny Hallyday, τον μεγαλύτερο ρόκερ της Γαλλίας; Πότε ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα; Γιατί δεν του άρεσε το μέρος που έπαιξε; Τι τον ενοχλούσε; Τι είδους κόντρα είχε με τον Antoine; Πόσες φορές ήρθε αργότερα στη χώρα μας;
[για όλα αυτά θα διαβάσεις στο νέο βιβλίο μου, που τώρα κυκλοφορεί από το Όγδοο στα βιβλιοπωλεία]

20/10/2025
>>Ήταν, λοιπόν, στο τεύχος #85 των «Μοντέρνων Ρυθμών», της 19ης Ιουλίου 1967, στη στήλη «Στο ρυθμό της μοντέρνας μουσικής», όταν διάβαζες το ακόλουθο:
«Δε Σπέκτρουμ, ένα αγγλικό γκρουπ στα βήματα των Μάνκης, θα έχει στο μέλλον την ευκαιρία μιας τεράστιας προβολής, μέσω της τι-βι και των δίσκων. Τους προσεκάλεσε ήδη στην Ελλάδα ο βασιλεύς Κωνσταντίνος, θα εμφανισθούν δε ενώπιόν Του στο τέλος αυτού του μηνός...».<<

Τελικά, έπαιξαν ή δεν έπαιξαν οι Άγγλοι ψυχεδελικοί Spectrum για τον τότε βασιλιά ; Έχει σημασία το αν έπαιξαν τελικά, ή την πιο μεγάλη σημασία έχει η αναντίρρητη πρόθεση του Κωνσταντίνου να τους καλέσει στην Ελλάδα ;
Ένα από τα πιο ιδιαίτερα υποκεφάλαια του νέου βιβλίου μου "Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του '60..." [Όγδοο, 2025] είναι το "spectrum-κωνσταντίνος"...

19/10/2025
Είχα αποφασίσει από τα 18 μου ποια είναι η δικιά μου Ωραία της Ημέρας. Η δεξιά...
[χθες μόλις ανακάλυψα πως η Geneviève Page πέθανε τον περασμένο Φλεβάρη στα 97 της - άργησα, αλλά άλλοι άργησαν ακόμη πιο πολύ...]

18/10/2025
Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά... (χαμόγελο)
ΛΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕΣ (Live)
https://www.youtube.com/watch?v=XT1QY_FhOfE&list=RDXT1QY_FhOfE&start_radio=1

18/10/2025
GAZUAMA SINCHARTCHAS
>>Τι μπορεί να είχαν ακούσει τα μέλη του γκρουπ στο εξωτερικό, σε live ή σε δίσκους, δυστυχώς δεν μας αποκαλύπτεται. Να είχαν ακούσει τους Edgar Broughton Band... ξέρω ’γω; Δεν το αποκλείω. Εκείνη την εποχή, τον Ιούλιο του ’72, κι ενώ έχει βγει το 45άρι, οι Gazuama Sinchartchas είναι ψιλο-διαλυμένοι. Έχει αποχωρήσει ο κιθαρίστας Κατσιμπάρδης, τον οποίον έχει αντικαταστήσει ένας άγγλος κιθαρίστας (αγνώστων στοιχείων) και ετοιμάζονται να φύγουν για το εξωτερικό. Λένε στο «Φαντάζιο»: (...)<<
Ένα απόσπασμα από το "Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του '60 (μία αντι-ανάγνωση)" [Όγδοο, 2025] και το σχετικό υποκεφάλαιο για τους Gazuama Sinchartchas...

17/10/2025
>>Πότε έφυγε ο Alan Jack από την Ελλάδα δεν είναι ακριβώς γνωστό. Πάντως μέχρι και τον Αύγουστο του 1968 εμφανιζόταν στο Stork, μαζί με τον Ronnie Jones και τους Q Set, πράγμα που σημαίνει πως στο κλαμπ θα γινόταν, απλώς, χαμός! Να πω μόνο πως, την ίδια περίοδο, στα Αστέρια, εμφανιζόταν ο Tony Pinelli, με την ορχήστρα του Γιώργου Χατζηνάσιου – άρα μάλλον δύσκολο να έπαιζε κι εκεί ο Alan Jack. (Αν και ποτέ δεν μπορεί να είσαι 100% βέβαιος γι’ αυτά τα θέματα).
Την επόμενη χρονιά ο Alan Jack θα σχηματίσει στη Γαλλία τους Civilization (μαζί με τους Richard Fontaine μπάσο, κρουστά, φλάουτο, φωνητικά, Jean Falissard ντραμς, κρουστά, φωνητικά και Claude Olmos κιθάρες, κρουστά, φωνητικά, ο οποίος στη συνέχεια θα έπαιζε με τους Coeur Magique και τους Magma!).<<

Από το υποκεφάλαιο "o Alan Jack στον Άγιο Κοσμά" του βιβλίου μου "Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του '60 (μία αντι-ανάγνωση" [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία

16/10/2025
Έπαιξε progressive rock ο Ντέμης Ρούσσος στη Θεσσαλονίκη το 1973 και ο κόσμος, από κάτω, δεν πολυκαταλάβαινε τι άκουγε - γι' αυτό τα πιο πολλά χειροκροτήματα θα τα έπαιρναν οι support και βασικά ο Μιχάλης Βιολάρης με το "Τι Λωζάνη τι Κοζάνη"!
Λεπτομέρειες για όλα αυτά, και άλλα πολλά σχετικά, διαβάζεις στις σελίδες 403-409 του "Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική..." [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

15/10/2025
Ουμιλιάνι '72... [σημείωνε...]
https://www.youtube.com/watch?v=0tEU2d_lALQ&list=RDyGhy4OszTI0&index=6

15/10/2025
Η ΝΔ δεν κινδυνεύει από το ενδεχόμενο κόμμα Τσίπρα (αυτός ό,τι πάρει θα το πάρει από αλλού), αλλά από το ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά, αφού ακόμη και 3% να της κόψει είναι και μαθηματικά επιβεβαιωμένη η απώλεια της αυτοδυναμίας (και τούτο παρά τα τερτίπια, που μπορεί να προβλέπει ο εκλογικός νόμος). Έτσι, όλη αυτή η φιλολογία (από το πουθενά) για τον Άγνωστο Στρατιώτη (τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται) στόχο έχει μόνο την ακροδεξιά πτέρυγα και τους... φιλήσυχους νοικοκυραίους, καθώς με κάτι τέτοια επιχειρείται το πατρονάρισμά τους.
Θα βρουν κι άλλα ανάλογα οι επικοινωνιολόγοι τους. Τις πορείες και το κλείσιμο των δρόμων από τους απεργούς, την τάξη και την ασφάλεια, το θρησκευτικό συναίσθημα, τον ψευτοπατριωτισμό και ό,τι άλλο τέλος πάντων μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί (γιατί πολλά δεν μπορούν, επειδή θα διαταραχθεί η ισορροπία και θα δυσαρεστηθούν οι δεξιοί κοσμοπολίτες), μήπως και μπετονάρουν (λέμε τώρα) αυτό το κρίσιμο 3 %.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

TRIO ELF, PHILIP CATHERINE / PAULO MORELLO / SVEN FALLER, HOTEL BOSSANOVA, KARL RATZER & ED NEUMEISTER νέοι δίσκοι από την γερμανική Enja Records

TRIO ELF: Fram [yellowbird / enja, 2021]
Trio Elf σήμερα σημαίνει Walter Lang πιάνο, εφφέ, Sebastian Gieck κοντραμπάσο και Gerwin Eisenhauer ντραμς. Λέμε «σήμερα», γιατί το γερμανικό γκρουπ, που υφίσταται δισκογραφικώς από το 2006, έχει πλέον νέο μπασίστα.
Για το Trio Elf θυμάμαι να γράφω ύμνους ή περίπου ύμνους στο Jazz & Τζαζ, με αφορμή τα πρώτα άλμπουμ του στην Enja, και βεβαίως θυμάμαι τα ουκ ολίγα άλμπουμ του πιανίστα τους Walter Lang τα πιο πρόσφατα χρόνια, όπως τα “Cathedral” [ACT Music, 2021], με Philipp Schiepek, “Tens” [Enja / Yellowbird, 2020] ως Walter Lang Trio κ.λπ.
Στο “Fram”, το τελευταίο από τα επτά(;) άλμπουμ του γερμανικού τρίο, τα πράγματα δεν αλλάζουν και πολύ. Και εννοούμε με αυτό πως οι Trio Elf εξακολουθούν να πειραματίζονται με ρυθμούς, με dance patterns, χρησιμοποιώντας μόνον ακουστικά όργανα – προφανώς τα εφφέ σχετίζονται με prepared piano, αναπτύσσονται με φυσικές μεθόδους, αν και η ακρόαση δεν σου δίνει αυτή την αίσθηση.
Το beat είναι διακριτικό πάντως και όχι σε όλα τα κομμάτια, με μιαν αίσθηση e.s.t. να εμφανίζεται πότε εδώ και πότε εκεί, αν και οι Γερμανοί έχουν την δική τους «προσωπικότητα» σαν σχήμα.
Από τα έντεκα κομμάτια του “Fram” οκτώ είναι συντεθειμένα από τον Walter Lang, ενώ τρία από τον Gerwin Eisenhauer, με κάποια εξ αυτών να μην κρύβουν τις αναφορές τους, συνδυάζοντας μπαρόκ με τζαζ στοιχεία (“An ode to Bach”), με άλλα να προδικάζουν το ηχητικό αποτέλεσμά τους (“Meditation in Fmi”) και με άλλα να σε προσανατολίζουν προς εντελώς κλαμπίστικες διαθέσεις (“Addicted”).
Σίγουρα οι Trio Elf είναι από τα σχήματα που κατόρθωσε με τις ηχογραφήσεις του, εκεί στα μέσα των 00s, να ανανεώσει τα jazz dance δεδομένα, μ’ έναν σίγουρο ιδιότυπο έως και ευφυή τρόπο, και αν σήμερα, μετά από μια δεκαπενταετία, μπορεί να μην εκπλήσσουν και τόσο, τούτο οφείλεται όχι στην απώλεια της δικής τους επινοητικότητας, μα σε όσα μεσολάβησαν, εν τω μεταξύ, στο εν λόγω πεδίο από άλλα... γειτονικής αισθητικής σχήματα, που ακολούθησαν ή και προηγήθηκαν κατά τι (βλ. LBT, Organ Explosion, Enders Room κ.λπ.).
PHILIP CATHERINE / PAULO MORELLO / SVEN FALLER: Pourquoi [Werner Aldinger / enja records / enja yellowbird, 2021]
Δύο γερμανοί μουσικοί, ο κιθαρίστας Paulo Morello και ο μπασίστας Sven Faller συνεργάζονται με τον γνωστό τοις πάσι Βέλγο, αλλά γεννημένο στο Λονδίνο, κιθαρίστα Philip Catherine, σ’ ένα άλμπουμ, το “Pourquoi”, που έρχεται σαν συνέχεια του “Manoir de Mes Rêves” στην ίδια εταιρεία από το 2019 (δες και review της 5 Σεπτ. 2019).
Στο άλμπουμ αυτό καταγράφονται έντεκα συνθέσεις, με τις περισσότερες να ανήκουν στους Catherine και Morello, ενώ υπάρχουν και τρεις versions, στο “Frontera” του ιταλού, αλλά εγκατεστημένου στο Βέλγιο, πιανίστα Nicola Andrioli, στο κλασικό “Inútil paisagem” του Antonio Carlos Jobim από τα 60s και στο “First waltz” του βέλγου συνθέτη Frédéric Devreese – μυστήριες κάπως επιλογές, κοντά πάντως στο διαχρονικό ρεπερτόριο τουλάχιστον του Catherine, που δείχνουν, αν θέλετε, και κάποια από τα αισθητικά όρια, που κινείται αυτό το ιδιόμορφο τρίο.
Ιδιόμορφο, γιατί αποτελείται από δύο κιθαρίστες κι έναν μπασίστα, με τους κιθαρίστες να ακολουθούν άλλοτε lead διαδρομές, με ιδιαίτερο αρμονικό συνδυασμό μελωδιών και άλλοτε να επιχειρούν σε πιο σαφείς lead-ρυθμικούς ρόλους – και με το μπάσο να στηρίζει πάντα, και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, το συνολικό εγχείρημα.
Φυσικά, τα βαλς, οι μποσανόβες, οι romances και οι μπαλάντες είναι τα βασικά συστατικά του ρεπερτορίου των Catherine, Morello και Faller, υλικό επί του οποίου έχει διαπρέψει ο βέλγος κιθαρίστας, μέσα στα χρόνια, μα και οι συνοδοιπόροι του εξ όσων διαπιστώσαμε.
Ωραίο, απλό και... συντροφικό άλμπουμ, με τους ήπιους τόνους του να αποδεικνύονται ως το πιο μεγάλο ατού του.
HOTEL BOSSANOVA: Cruzamento [ENJA RECORDS / WERNER ALDINGER / enja yellowbird, 2021]
Οι Hotel Bossanova σχηματίστηκαν στο Βισμπάντεν της Γερμανίας, το 2005, και έως σήμερα έχουν κυκλοφορήσει οκτώ άλμπουμ, με το πιο πρόσφατο εξ αυτών να αποκαλείται “Cruzamento”.
Όπως μαρτυρά και το όνομά τους το συγκρότημα κινείται ηχητικώς σε χώρους λατινοαμερικάνικους ή και ιβηρικούς – αλλά βασικά βραζιλιάνικους, με την bossa nova να αποτελεί ένα συστατικό των μουσικών του, χωρίς, βεβαίως, να είναι το μόνο, καθώς υπάρχουν και επιρροές από fado, jazz κ.λπ. Έχουν καλή πρόσφυση σε τοιούτους ήχους οι Γερμανοί από χρόνια και αυτό αποδεικνύεται και με το πιο καινούριο CD τους, το οποίο βρίθει... βραζιλοπρέπειας, εξωτισμού, feel good διάθεσης και τα συναφή.
Βεβαίως η εύπλαστη φωνή της Liza Da Costa, που είναι γεννημένη στην Πορτογαλία (από μητέρα Πορτογαλίδα και πατέρα Ινδό) και που ζει από χρόνια στην Γερμανία είναι το πιο μεγάλο ατού των Hotel Bossanova, με τους υπόλοιπους γερμανούς μουσικούς που στέκονται δίπλα της (Wolfgang Stamm ντραμς, Tilmann Höhn κιθάρα, Alexander Sonntag μπάσο, Jens Biehl κρουστά) να κάνουν άψογη δουλειά, τόσο ως συνοδοί όσο και ως σολίστες.
Με καλά και ενδιαφέροντα τραγούδια στην φαρέτρα τους, μικρής και μέσης διάρκειας (το μακρύτερο στο χρόνο διαρκεί λίγο πάνω από πέντε λεπτά), με σεμνές, αλλά ουσιαστικές ενορχηστρώσεις, με λίγα σόλι, και με αρκετό ομαδικό παίξιμο (κάπου ακούγεται και όργανο, σε τρία-τέσσερα κομμάτια, από τον guest Ulf Kleiner) και βεβαίως με μια καλοκαιρινή και ανάλαφρη αίσθηση να ξεπροβάλλει πίσω από κάθε τραγούδι, οι Hotel Bossanova εξακολουθούν, μετά από τόσα χρόνια, να επιμένουν σ’ ένα στυλ, που θα έχει πάντα νόημα – και βεβαίως τους φίλους-ακροατές του.
KARL RATZER & ED NEUMEISTER: Alone Together [ENJA Records, 2021]
Δύο μουσικοί με μεγάλο παρελθόν συνευρίσκονται, όχι για πρώτη φορά, σε σχήμα ντούο, αποτείνοντας φόρο τιμής στο κλασικό αμερικάνικο songbook (βασικά).
Λέμε για τον αυστριακό κιθαρίστα (γενν. 1950), γνωστός, όσο, από τα ροκ συγκροτήματα των 60s-70s The Slaves, Charles Ryders Corporation, C-Department, Gipsy Love, The New Ice Age κ.λπ. και φυσικά από τους πάμπολλους μεταγενέστερους τζαζ ή περί την τζαζ δίσκους του, και ακόμη για τον αμερικανό τρομπονίστα Ed Neumeister (γενν. 1952), που είχε ξεκινήσει και αυτός την πορεία του στα seventies, παίζοντας στα τέλη της δεκαετίας ακόμη και με τον Jerry Garcia, στους εφήμερους Reconstruction και επιπλέον με την Duke Ellington Orchestra (για 15 χρόνια) και την Mel Lewis Orchestra (για 19 χρόνια). Μουσικοί με τεράστιες εμπειρίες λοιπόν... ένα το κρατούμενο.
Ο Neumeister ήταν εκείνος που θα μετακινιόταν στο Γκρατς, της Αυστρίας, το 1999, προκειμένου να διδάξει στο τοπικό University of The Performing Arts – για να συμπέσει κάποια στιγμή με τον Ratzer ο Αμερικανός και ν’ αρχίσει να συνεργάζονται από το 2012 και μετά. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεύρεσης καταγράφεται στο CD του Karl Ratzer SeptetUnderground System” [Organic Music, 2014], όπως και του Karl Ratzer QuintetTears” [Organic Music, 2018], πριν οι δύο μουσικοί έρθουν σε ακόμη πιο στενή επαφή, μέσω του σχήματος ντούο.
Το “Alone Together” καταγράφει, τώρα, ηχογραφήσεις των Ratzer και Neumeister από το wine bar Vinifero της Βιέννης, που συνέβησαν σε δύο συναντήσεις τους, εκεί, τον Ιούνιο του 2018 και τον Δεκέμβριο του 2019.
Για τον σκοπό του CD επιλέχθηκαν οκτώ κομμάτια, δύο originals (συνθέσεις του Ratzer) και έξι versions – με την σειρά στο στάνταρντ “Body and soul” (1930), στο “Blues on the corner” του McCoy Tyner και επίσης στα στάνταρντ “Im old fashioned” (Jerome Kern-Johnny Mercer), “Alone together” (Arthur Schwartz-Howard Dietz), “Its you or no one” (Jule Styne-Sammy Cahn) και “I thought about you” (Jimmy Van Heusen-Johnny Mercer).
Σ’ ένα κομμάτι, στο “Im old fashioned”, ο Karl Ratzer τραγουδά κιόλας, αλλά εδώ βασικά έχουμε έναν συνδυασμό ηλεκτρικής τζαζ κιθάρας και slide τρομπονιού, που ακούγεται όχι απλώς «έγκυρος», αλλά και συναρπαστικός κατά τόπους, με τους δύο μουσικούς να έχουν εντοπίσει την μεταξύ τους «γλώσσα», που άπτεται και σεμνών σολιστικών καταδείξεων και κοινού παιξίματος, σε συμφωνία φάσης ή σε διαφορά, ποντάροντας σε μια ποικιλία μελωδιών, κατορθώνοντας να δημιουργήσουν ευήκοες αρμονικές γέφυρες. Προφανώς έχει προϋπάρξει και αυτοσχεδιασμός εδώ, και σίγουρα έχουν προσημειωθεί κάποια patterns, αλλά, και σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα – επειδή έχουμε να κάνουμε και με τραγούδια – δεν χάνει ποτέ την μελωδική στόχευσή του, όσο και να «τραβάνε» κάποια tracks (π.χ. στο 9λεπτο “Alone together”).
Ωραίο, ήσυχο άλμπουμ, αλλά καθόλου απλό, που δείχνει, σίγουρα, το ταλέντο και την ευστροφία αυτών των δύο εμπειροτάτων μουσικών.

Η Enja Records εισάγεται από την AN Music

Σάββατο 9 Απριλίου 2022

DUSKO GOYKOVICH το “Samba do Mar” επανακυκλοφορεί

Είναι προφανές πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μία επανέκδοση από τον αστείρευτο κατάλογο της Enja, μ’ ένα άλμπουμ σχετικώς πρόσφατο, από τα 00s, που τυχαίνει να είναι κι ένα από καλύτερα ύστερα του μεγάλου σέρβου τρομπετίστα και φλουγκελχορνίστα Dusko Goykovich, ο οποίος οσονούπω συμπληρώνει τα 91 χρόνια του.
Λέμε για το Samba do Mar [ENJA RECORDS / ΑΝ Μusic, 2003/2021], ένα CD με καταπληκτικό brazilian feeling, ηχογραφημένο τον Αύγουστο του 2003 στην Γερμανία από τους Dusko Goykovich τρομπέτα, φλούγκελχορν, Ferenc Snétberger ακουστική κιθάρα, Martin Gjakonovski μπάσο και Jarrod Cagwin ντραμς, το οποίον τώρα κυκλοφορεί σε νέα digipak συσκευασία, με διαφορετικό art cover, αλλά με το ίδιο ακριβώς track list με την original εγγραφή.
Γι’ αυτό το CD είχαμε γράψει ένα review, παλαιά, στο Jazz & Τζαζ (τεύχος #134, Μάιος 2004), το οποίο ψάξαμε και βρήκαμε, μεταφέροντάς το στο παρόν. Είναι αυτό...
Από τους μουσικούς, τους οποίους το σύγχρονο dance circuit εξετίμησε σφόδρα στην πορεία, ο σέρβος τρομπετίστας και φλουγκελχορνίστας Dusko Goykovich εξακολουθεί να παραμένει στα 70 του (σ.σ. για την ακρίβεια ήταν 72, το 2003) ένας ουσιώδης και κυρίως groovy jazzman.
Οι συνθέσεις του ή τα θέματα, που καλείται κάθε φορά να διασκευάσει, έχουν τέτοιο «αέρα», τέτοια «γλύκα», ώστε, είτε είναι αυτά μακεδονίτικα είτε αμερικάνικα είτε βραζιλιάνικα, να αφήνουν πάντα μία ψυχική πληρότητα.
Η μουσική –και δεν μιλάμε για το τραγούδι, γιατί εκεί υπάρχει και ο στίχος– εδώ ακριβώς εξαντλείται. Σ’ αυτό το τόσο πρωτογενές, απλό και συνάμα πλήρως ουσιαστικό επίπεδο.
Θα λέγαμε πως ένα fully brazilian άλμπουμ έλειπε από την μέχρι τώρα μεγάλη σε όγκο και σημασία δισκογραφία του Goykovich. Υπήρξε όμως η υπόγεια αφορμή για να συμβεί αυτό έστω και στο τέλος του 2003.
Ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που συνέθεσε ποτέ ο σέρβος μουσικός (για μας το ωραιότερο – απ’ αυτά που έχουμε ακούσει…), το “Quo vadis samba”, βρέθηκε τα τελευταία χρόνια ξανά στην επικαιρότητα , αφού δυο-τρία επίσημα remixes και κάμποσα ανεπίσημα το έφεραν φουριόζο στα χορευτικά πλατό.
Κομμάτι, που υπάρχει, ως original, σ’ ένα γιουγκοσλαβικό LP του Goykovich από το 1979, το “Trumpet and Rhythm Units” –επανεκδόθηκε το 2001 από την Cosmic Sounds London, ενώ το κομμάτι το ακούει κανείς και από το “Balkan ExpressCD της ίδιας εταιρείας– γνώρισε πριν από λίγο καιρό έξοχες remixes εκδοχές από τον Zeljko Kerleta και τους Νορβηγούς Butti 49.
Ο Goykovich περιλαμβάνει μία δεύτερη δική του εκδοχή στο “Samba do Mar”, με ωραία ακουστική κιθαριστική εισαγωγή από τον Ferenc Snétberger και την ίδια, πάντοτε, φευγάτη αύρα.
Πέραν του “Quo vadis samba”, του “Samba do mar”, που ανοίγει το άλμπουμ και του “Danca comigo” –θέματα για αγιάτρευτους καλοκαιρινούς έρωτες– όλα τα υπόλοιπα tracks αφορούν σε εκδοχές του γκρουπ σε classics των A.C. Jobim, Heitor Villa-Lobos και Sergio Mihanovich.
Μεγάλη brazilian jazz, λοιπόν, από τρεις Ευρωπαίους κι έναν Αμερικάνο!

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

για την BOSSA NOVA και την ΕΛΛΗΝΙΚΗ BOSSA NOVA

«Στα τέλη του ’50 η bossa nova γεννήθηκε στη Βραζιλία, πίσω από τις πανέμορφες ακτές του Rio de Janeiro, στις συνοικίες Copacabana, Ipanema και Leblon. Το σλόγκαν του νέου πρόεδρου Juscelino Kubitschek (σ.σ. ανέλαβε την 31/1/1956 και για μια πενταετία) “50 χρόνια ανάπτυξης μέσα σε πέντε” έφερε την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, καθιστώντας τη μέσο για την προώθησή της στον “πρώτο κόσμο” και μακριά πια από τον ‘τρίτο’».
Αυτό γράφει ο Stuart Baker στο booklet του άλμπουμ “Bossa Nova/ Bossa nova and the rise of brazilian music in the 1960s” [Soul Jazz, 2011], αν και θα πρέπει να σημειώσουμε πως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα, αφού εκείνη την εποχή οι υποτιμήσεις του cruzeiro ήταν συνεχείς, η χώρα έβαινε χρεωμένη κάτω από τις αλόγιστες δαπάνες και τα μεγαλεπήβολα σχέδια, η διαφθορά ήταν στην ημερησία διάταξη, ενώ και η φτώχεια, όπως και το χάσμα ανάμεσα στις τάξεις αυξανόταν με όλο και μεγαλύτερο ρυθμό.
Η bossa nova ξεπηδώντας μέσα απ’ αυτό το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον εξέφρασε επί της ουσίας την ελπίδα για μια καλυτέρευση της ζωής, και ουσιαστικά έδωσε ό,τι είχε να δώσει μέχρι το 1964 (συμβολικά μέχρι την πρωταπριλιά του ’64, όταν την εξουσία, στη Βραζιλία καταλαμβάνει χούντα). Φυσικά, τούτο δε σημαίνει πως μετά το ’64 δεν γράφτηκαν ωραία τραγούδια και ορχηστρικά, αλλά το αισθητικό πλέγμα της bossa nova είχε ήδη ολοκληρωθεί, αφήνοντας το πάτημά του στην ανερχόμενη MPB (Musica Popular Brasileira) και τον ίσκιο του στην ετοιμαζόμενη tropicalia (με τη σαφή αντι-bossa στάση). (…)
Τι συνέβη στην Ελλάδα;
Από πολύ νωρίς, από τις αρχές του ’60 η bossa nova (ή και μποσανόβα) απασχολεί τους έλληνες συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού, αλλά σιγά-σιγά και κάποια συγκροτήματα. Μποσανόβες θα γράψουν ο Μίμης Πλέσσας, ο Κώστας Κλάββας, ο Γεράσιμος Λαβράνος, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης μα ακόμη και ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μποσανόβα θα περάσει αμέσως στον κινηματογράφο, στο λαϊκό και ελαφρολαϊκό τραγούδι, ενώ bossa άσματα θα ηχογραφούνται όλες τις δεκαετίες στην Ελλάδα (εννοώ και τα πιο πρόσφατα χρόνια), με μερικά απ’ αυτά να γίνονται επιτυχίες, όπως ας πούμε «Η μπόσα νόβα του Ησαΐα» (1995) του Φοίβου Δεληβοριά ή ακόμη και «Η μπόσσα νόβα του ζαχαροπλαστείου» (1980) του Δημήτρη Μαραγκόπουλου από τη «Λιλιπούπολη». (…)

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

τζαζ επανεκδόσεις

Προσφάτως η Universal Music Classics & Jazz επανεξέδωσε σε CD, στη σειρά JAZZPLUS, ένα μέρος των τζαζ καταλόγων της Prestige, της Verve, της Riverside και της Mercury. Το αποτέλεσμα καταγράφεται για την ώρα σε 30 CD. Πρόκειται για την αποτύπωση δύο παλαιών LP σ’ ένα CD, με νέο digital remastering από τις αυθεντικές αναλογικές πηγές και με αναπαραγωγή, στα 8σέλιδα ένθετα, των original covers μαζί με τις εκάστοτε liner notes. Μία ωραία και οπωσδήποτε χρήσιμη δουλειά, την οποία θα παρουσιάσω συν τω χρόνω μέσα από το δισκορυχείον.
Το Soul Summit [Prestige 1962, rec. 2/1962] βρίσκει μαζί τους Gene Ammons τενόρο, Sonny Stitt τενόρο, Jack McDuff όργανο και Charlie Persip ντραμς να προβάρουν και να αυτοσχεδιάζουν σε πρωτότυπο και στάνταρντ υλικό κατά τα early sixties soul-jazz πρότυπα. Βασικά, είναι το rhythm section εκείνο που κάνει πολλή και καλή δουλειά (πληθωρικός ο Persip και βαθύς ο McDuff στο ρυθμικό του ρόλο), εκείνο που στρώνει δηλαδή το χαλί προκειμένου να πατήσουν επάνω οι δύο αναγνωρισμένοι τενορίστες. Προσθέστε σ’ αυτό και την πανταχού παρούσα γκρούβα (του McDuff) κι έχετε ένα πρώτης τάξεως άλμπουμ, χαρακτηριστικό οπωσδήποτε των early 60s, μα και των… early 2010s θα προσέθετα. Στο ίδιο CD και το Soul Summit Vol.2” [Prestige 1963], που ξεκίνησε να ηχογραφείται νωρίτερα (6/1961). Εδώ, υπογράφει ο Gene Ammons και δευτερευόντως η τραγουδίστρια Etta Jones (όχι η Etta James…) και ο Jack McDuff (που ακούγεται όμως μόνο σε δύο κομμάτια). Γραμμένο σε τρεις sessions με τη συμμετοχή 17 μουσικών, το “Vol.2”, που κινείται στο χώρο των blues ballads, δεν έχει την ενότητα του πρώτου “Soul Summit” (έχει όμως ένα track για πολλά λεφτά, το “Scram” του Jack McDuff, με το δικό του hammond και την κιθάρα του Eddie Diehl να υποστηρίζουν άψογα την ωραία μελωδία).
Το Bossa Nova Carnival/ Dave Pike plays the Music of João Donato [Prestige 1962, rec. 9/1962] του βιμπραφωνίστα Dave Pike (με τους Clark Terry φλούγκελχορν, Kenny Burrell κιθάρα κ.ά., εντάσσεται μέσα στην τρέλα της… αμερικανικής bossa, που εκτίναξαν στα ύψη οι Stan Getz/ Charlie Byrd με την “Jazz Samba” τους, τον Απρίλιο του ’62. Ο Donato βρισκόταν στην Αμερική εκείνα τα χρόνια, είχε γνωριστεί με τον Pike και τον Burrell και κάπως έτσι θα προκύψει το “Carnival”. Υπάρχουν ορισμένες μελωδίες, εδώ, που είναι πανέμορφες (“Serenidade”), όμως φαίνεται πως τα καλύτερα ο Donato τα φύλαγε για το “Muito à Vontade” [Polydor, 1962], το πρώτο άλμπουμ του που ηχογράφησε με το που πάτησε το πόδι του ξανά στην Βραζιλία. Το Limbo Carnival [New Jazz 1963, rec. 12/1962] είναι η απόπειρα του Dave Pike να… εγκατασταθεί στην pop-jazz πλευρά της εποχής (κάτι που θα το κατορθώσει εντελώς με τα γνωστά και θαυμαστά αποτελέσματα στα τέλη της δεκαετίας με τις εγγραφές του στην MPS και την Relax). Εδώ ακούγονται… Λα μπάμπες, Ματίλντες, Λιμπο-ροκιές και διάφορα άλλα καραϊβικά και καραβαϊκοφανή παιγμένα από top μουσικούς (Jimmy Raney, Tommy Flanagan, George Duvivier, Ray Barretto…).
Προχωρημένο και όχι μόνον ως τίτλος, το Stratusphunk[Riverside 1961, rec. 10/1960] του George Russell Sextet είναι ένα άλμπουμ που φανερώνει, από το πρώτο κιόλας κομμάτι του (“Stratusphunk”), τη διάθεση τού… και πιανίστα και ενορχηστρωτή (πέραν του συνθέτη) να μεταφέρει την jazz κάπου αλλού, σε τόπους απάτητους και αχαρτογράφητους. Ιλιγγιώδεις διαδοχές/εναλλαγές συγχορδιών, blues που ξεκινούν από τα 12 μέτρα για να σε… στήσουν στα 11, μία απολαυστική σύνθεση τής… μαθητρίας Carla Bley (“Bent eagle”) και μία ακόμη του… μαθητού David Lahm (“Lambskins”) με εντελώς αντισυμβατική συγχορδιακή αντίληψη. Οι έπαινοι σε όλους. Φυσικά στον μαέστρο, αλλά κυρίως στον μπασίστα Chuck Israel που μόνος του σχεδόν φτιάχνει το παιγνίδι. Στο The Stratus Seekers [Riverside, 1962, rec. 1/1962] το γκρουπ μετασχηματίζεται σε σεπτέτο. Το George Russell Septet ευτυχεί να έχει στις τάξεις του έναν Don Ellis (τρομπέτα) κι έναν Stephen Swallow (μπάσο), είναι όμως οι συνθέσεις (τέσσερις του Russell, μία του πρώην τρομπετίστα του γκρουπ Al Kiger και μία του τρομπονίστα Dave Baker) που ξαφνιάζουν με τη ζωντάνια και την ευρηματικότητά τους (άκου το “Blues in orbit”, ένα διαλυμένο 12μετρο με διαρκές σόλο από τον Paul Plummer στο τενόρο). Απόλυτη modern jazz, προϊόν ενός καινοτόμου συνθέτη και των συνεργατών του.
Το αναφέραμε πιο πάνω το Jazz Samba[Verve 1962, rec. 2/1962] των Stan Getz και Charlie Byrd. Πρόκειται για ένα ιστορικό/ θρυλικό άλμπουμ, η ουσιαστική απαρχή της bossa nova στην Αμερική (και άρα σε ολόκληρον τον κόσμο, της Βραζιλίας μόνον εξαιρουμένης). Πρώτης κλάσης ρεπερτόριο (δύο Jobim, δύο Barroso, ένας Baden Powell, ένας Charlie Byrd και το “O pato” που ανέδειξε ο João Gilberto), ανεπανάληπτα παιξίματα τόσο από τους Getz και Byrd, όσο και από το διπλό rhythm section (δύο μπασίστες και δύο ντράμερ!), μνημειώδες, διαχρονικό και υψηλότατο αίσθημα. Ο ορισμός του ανόθευτου κοσμοπολιτισμού και της ηχητικής λεπτότητας. Ένα χρόνο αργότερα ο Stan Getz και ο βραζιλιάνος κιθαρίστας Luiz Bonfá θα κυκλοφορήσουν το Jazz Samba Encore!” [Verve 1963, rec. 2/1963]. Εδώ, δίπλα στους Getz και Bonfá, θα παραταχθούν ο ίδιος ο Antonio Carlos Jobim στην κιθάρα, η τραγουδίστρια Maria Toledo και διάφοροι άλλοι. Με ρεπερτόριο τύπου “Insensatez”, “O morro nao tem vez”, “Sambalero” και τα λοιπά-και τα λοιπά δεν γίνεται να περιμένεις κάτι λιγότερο από ένα ακόμη bossa-gem.
Πολυσήμαντη καλλιτεχνική προσωπικότητα, ο Mel Tormé (1925-1999) υπήρξε –όπως διαβάζω στην Wikipediajazz συνθέτης, ενορχηστρωτής, ντράμερ, πιανίστας, ηθοποιός, συγγραφέας και βεβαίως ένας πολύ επιτυχημένος τραγουδιστής. Με φωνή «βελούδο», ο Tormé ερμήνευσε το μεγάλο songbook της jazz άπειρες φορές και με διάφορες αφορμές. Στο άλμπουμ I Dig The Duke, I Dig The Count [Verve 1961, rec. 12/1960 & 2/1961] τον ακούμε να αποδίδει, στην πρώτη πλευρά, κομμάτια της ορχήστρας του Duke Ellington ενώ στη δεύτερη κομμάτια εκείνης του Count Basie. Οι κομψές ενορχηστρώσεις του Johnny Mandel (στηριγμένες στα πνευστά φυσικά) καθορίζουν, επίσης, το τελικό αποτέλεσμα. Στο Swings Shubert Alley [Verve 1960, rec. 1 & 2/1960] –και όπου “Shubert Alley” διάβαζε «η καρδιά του Broadway»– ο Tormé σουινγκάρει με απαράμιλλη άνεση μέσω των συνθέσεων των Harold Arlen, Jule Styne, Richard Rogers, Cole Porter, Leonard Bernstein κ.ά. Τραγούδια, βασικά, που ακούστηκαν στις σκηνές του Broadway στα χρόνια του ’40 και του ’50 και που, εδώ, αντιμετωπίζονται με τον τρόπο τής Marty Paich Orchestra.
Στο ίδιο μοτίβο και με παρεμφερές ρεπερτόριο η Ella Fitzgerald μεγαλουργεί στο άλμπουμ Ella Sings Broadway [Verve 1962, rec. 10/1962]. Με άλλον αέρα και η Marty Paich Orchestra, συμβάλλει από τη μεριά της τα μέγιστα στην απόδοση ενός ρεπερτορίου, το οποίον ταιριάζει γάντι στην περσόνα (δηλ. περσόνες) της μεγάλης Ella. Κάθε τραγούδι και μια ξεχωριστή κατάκτηση, κάθε τραγούδι κι ένας άλλος ρόλος! Και αν αναφερόμαστε στο “Hernandos hideway” (από το “Pajama Game”), τότε το «τέλειο» είναι πολύ λίγο για να περιγράψει το εν λόγω ερμηνευτικό κατόρθωμα. Άλλη φάση το Rhythm Is My Business[Verve 1962, rec. 1/1962]. Πρόκειται οπωσδήποτε για ένα swinging LP, τόσο swinging ώστε να καταπλακώνει ακόμη και την γκρούβα του Bill Doggett. Παρά ταύτα η ορχήστρα είναι πρώτης κλάσης (δεν θα μπορούσε να συνέβαινε αλλιώς) και όχι μόνο επειδή συμμετέχουν σ’ αυτήν ο Phil Woods, ο Hank Jones και ο George Duvivier (μεταξύ άλλων).
Τα είπα για την bossa… και τα ξαναλέω (έτσι όπως προχωρούν τα νούμερα, οι κωδικοί των επανεκδόσεων της Universal). O τρομπονίστας (και πιανίστας) Bob Brookmeyer και το άλμπουμ Bossa Nova/ Trombone Jazz Samba [Verve 1962, rec. 8-9/1962] στο πλατώ, μία εισέτι bossa κυκλοφορία από το δεύτερο μισό του ’62, τότε όταν η pop διάσταση της jazz αποκτούσε έναν καινούριο, αμόλυντον αέρα. Φοβερή η διασκευή στο “A felicidade”, με τον πιανίστα Brookmeyer να παίζει τις νότες της βασικής μελωδίας σαν… μαθητευόμενος, αλλά με τόσο συναρπαστικό τρόπο, τους Gary McFarland και Jimmy Raney να γεμίζουν με vibes και κιθάρα και τον Willie Bobo να κρατάει το ρυθμό με το δικό του, διακριτό τρόπο. Της ίδιας κλάσης και η version στο “Theme fromMutiny on the Bounty’”, μία μποσανοποίηση της θείας μελωδίας του Bronisław Kaper επί της οποίας το percussion section (Willie Bobo, Carmen Costa, Jose Paulo) προσθέτει έναν exotica αέρα. Το “Bossa Nova/ Trombone Jazz Samba” είναι ένα ΑΑΑ άλμπουμ. Ας το έχουν υπ’ όψιν τους όσοι δεν το γνωρίζουν. Μα και το Samba Para Dos[Verve 1963, rec.2/1963] των Bob Brookmeyer και Lalo Schifrin, που ακολουθεί, είναι ένα εξ ίσου δυνατό LP και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Επειδή, εδώ, μποσανοποιούνται τραγούδια/συνθέσεις του κλασικού αμερικανικού ρεπερτορίου (Leslie Bricusse, Cole Porter, Jule Styne, Richard Rogers, George Gershwin…) μ’ έναν απολύτως εμπνευσμένο τρόπο. Συμβάλλουν οπωσδήποτε τα top ονόματα της ορχήστρας (Brookmeyer, Schifrin, Phil Woods, Jerome Richardson, Zoot Sims, Al Cohn, Jimmy Raney…), αλλά και το γενικότερο κλίμα της εποχής που δεν επέτρεπε εύκολες εκπτώσεις. Αριστούργημα η 10λεπτη(!) “Samba para dos” του Lalo Schifrin.