Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

MIRANDA VEROULI ένα ελληνικό βραζιλιάνικο άλμπουμ

Η Μιράντα Βερούλη είναι μία πολύ καλή τραγουδίστρια, που ειδικεύεται από χρόνια στο βραζιλιάνικο τραγούδι. Το λέω, επειδή την παρακολουθώ (σε πάλκο και δισκογραφία) από 20ετίας. Βεβαίως, τον τελευταίο καιρό δεν την έχω δει κάπου live, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Δεν αλλάζει, εννοώ, εκείνο που ήδη έγραψα, το σχετικό με τη βαθιά ενασχόλησή της με τη βραζιλιάνικη jazz, την bossa nova κ.λπ. Απόδειξη, δε, αυτού είναι το πιο καινούριο CD της (που μάλλον είναι και το πρώτο προσωπικό της), που έχει τίτλο Onírico [ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΟΝ ARTWAY, 2018] και που κυκλοφόρησε προς το τέλος του ’18 (παρότι είναι ηχογραφημένο τον Μάρτιο του 2015). Στο Onírico” καταγράφονται δεκατρία tracks (επτά versions και έξι originals), που όλα μαζί διαμορφώνουν ένα πολύ αξιόλογο set, που «ανεβαίνει» ακόμη περισσότερο από την παρουσία και τη συμμετοχή των διακεκριμένων (ελλήνων) σολιστών. Έτσι, και πέραν της Βερούλη που τραγουδά βεβαίως, στο Onírico” παίρνουν μέρος και οι Ανδρέας Πολυζωγόπουλος τρομπέτα, φλούγκελχορν, Σπύρος Μάνεσης πιάνο, πλήκτρα, Μάνος Αναγνωστόπουλος μπάσο, Δημήτρης Κλωνής ντραμς και Πέτρος Κούρτης κρουστά (σ’ ένα track).
Κατ’ αρχάς εκείνο που εντυπωσιάζει (πριν ρίξεις το CD στο player) είναι οι επιλογές των versions, γεγονός που δείχνει όχι μόνο βαθύ ψάξιμο στη δισκογραφία, αλλά και μιαν εξοικείωση με το χώρο – κάτι όχι παράξενο, αν αναλογιστούμε το εύρος ενασχόλησης της Βερούλη με τη βραζιλιάνικη μουσική (και γενικότερα με την κουλτούρα της μακρινής χώρας). Να σημειώσουμε, λοιπόν, κάπως αναλυτικότερα αυτά τα τραγούδια, που διασκευάζονται εδώ, γιατί είναι εκείνα που δίνουν εν τέλει το ξεχωριστό χρώμα αυτού του ελληνικού CD (και το λέμε τούτο, δίχως να υποτιμούμε τα πρωτότυπα tracks, για τα οποία θα γράψουμε ειδικώς στη συνέχεια). Έχουμε και λέμε λοιπόν:
1. Chove chuva” του Jorge Ben από το πρώτο άλμπουμ του “Samba Esquema Novo” [Philips, 1963]
2. “Luz de Tieta” του Caetano Veloso από το soundtrack “Tieta do Agreste” [Natasha Records, 1996]
3.Nanã” των Mário Telles και Moacir Santos, που υπάρχει στο άλμπουμ “Mário Telles” [CBS, 1964], αν και το τραγούδι πιθανώς να το είπε πρώτος, την ίδια χρονιά (1964), ο Wilson Simonal, ενώ μέσα στο 1964 το είχε πει και η Nara Leão
3.Samba da Rosa” των Vinicius De Moraes / Toquinho, που ηχογραφήθηκε το 1970 από το Osmar Milito Trio σ’ ένα 7ιντσο των Toquinho & Vinicius De Moraes
5.A rã” των Caetano Veloso / João Donato, που είχε πει η Gal Costa στο άλμπουμ της “Cantar” [Philips, 1974]
6.Luiza” του Antonio Carlos Jobim, με την πια παλαιά εκτέλεση που βρήκα να προέρχεται από ένα LP των  Edu Lôbo και Tom Jobim, που είχε κυκλοφορήσει το 1981
7.Voce”του Tim Maia από το φερώνυμο άλμπουμ του στην Polydor, το 1971
Περιττό να πω πως τα τραγούδια ερμηνεύονται από τη Μιράντα Βερούλη και αποδίδονται από το συγκρότημά της με ιδανικό τρόπο. Εντάξει, είναι και οι επιλογές μία και μία, αλλά δεν μπορείς να μην εξάρεις και να μην καταευχαριστηθείς τα εκπληκτικά “Luz de Tieta” (από τα ωραιότερα τραγούδια του Veloso) και “Samba da Rosa” (με φοβερή πιανιστική παρουσία του Μάνεση α λα Walter Wanderley).
Το “Amor-amor” είναι το πρώτο ελληνικό track του CD και είναι γραμμένο από την Μιράντα Βερούλη. Πρόκειται για μια μποσανόβα βασικά, με δυνατά φωνητικά και πλήρες τζαζ περίβλημα, με τον Πολυζωγόπουλο να κάνει άψογη δουλειά μπροστά και με τον Μάνεση να γεμίζει με πλήκτρα στο background.
Ακολουθεί το ενός λεπτού “Colores Feliz intro” (του Πολυζωγόπουλου) και καπάκι όπως λέμε το “Colores Feliz” (Βερούλη-Πολυζωγόπουλος), που είναι ένα αργό track, μια brazilian μπαλάντα, απ’ αυτές που δύσκολα πιστεύεις ότι μπορεί να έχουν γραφτεί (και τραγουδηθεί) από μη Βραζιλιάνους.
Στο ίδιο μοτίβο και το “Saudosa” της Μιράντας Βερούλη – ένα έξοχο τραγούδι με ισχυρή sixties ρίζα, που φέρνει στη μνήμη μου την Wanda Sá!
Για το “Samba da Rosa” των Vinicius De Moraes / Toquinho o Πολυζωγόπουλος ετοιμάζει μιαν εισαγωγή, ένα μικρό σόλο στο φλούγκελχορν, που είναι αυτό ακριβώς για το οποίο προοριζόταν.
Το τελευταίο ελληνικό track του CD είναι το “Oníro (Dream)” της Μιράντας Βερούλη, ένα ακόμη πρώτης τάξεως τραγούδι με απαιτητικό δόσιμο από κάθε πλευρά (και οργανοπαικτική και τραγουδιστική), με τη Βερούλη να τραγουδάει για πρώτη και τελευταία φορά στο άλμπουμ στην ελληνική γλώσσα.
Και είναι αυτό ίσως και μιαν υπόσχεση, για κάτι που μπορεί στο μέλλον ν’ ακολουθήσει…
Επαφή: www.artway.gr

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

ο Γάλλος ALAN JACK (των Alan Jack Civilization) live στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1968

Μπορεί, όταν είχε έρθει στην Αθήνα για να εμφανιστεί στο Stork, στον Άγιο Κοσμά, το καλοκαίρι του 1968, o γάλλος συνθέτης του blues, μα ακόμη πιανίστας, οργανίστας και τραγουδιστής Alan Jack (1944-1995), να μην ήταν ακόμη ιδιαιτέρως γνωστός, αν και τούτο δεν σημαίνει πως ήταν και μιαν «άγνωστη ποσότητα», ένας άσημος πρωτόφαντος. Και το λέμε αυτό, επειδή το πολύ καλό LP Bluesy Mind” [BYG Records], που έδωσε ως μέλος των Alan Jack Civilization, θα κυκλοφορούσε την επόμενη χρονιά, όταν πια είχε αφήσει τη χώρα μας, επιστρέφοντας στην πατρίδα του. (Να πούμε πως στο discogs αναφέρεται ως έτος έκδοσης τού “Bluesy Mind” το 1970, αλλά μάλλον πρόκειται για έκδοση του ’69).
Ο Alan Jack, που το πραγματικό όνομά του ήταν Jacques Braud, είχε ξεκινήσει την καριέρα του νωρίς στα sixties, παίζοντας όχι μόνο σε χώρους (Le Golf Drouot, L'Alhambra, L’Olympia), όπως διαβάζουμε στη γαλλική wiki, αλλά μπαίνοντας και σε στούντιο και γράφοντας τραγούδια με τα πρώτα συγκροτήματά του, τους (Les) Gentlemen (1960-1964) και τους Alan Jack Group (1965-1968). Μ’ αυτούς τους τελευταίους θα πρέπει να είχε έρθει, τότε, και στην Ελλάδα.
Ηχογραφήσεις του Alan Jack πριν τους Civilization υπάρχουν – όχι πολλές αλλά υπάρχουν. Στο discogs διαβάζουμε για εγγραφές των Gentlemen (“Roll over Beethoven”, “Nadine”, “American twist”), που έχουν μπει σε γαλλικές συλλογές των 90s, ενώ με τους Alan Jack Group ο Alan Jack φέρεται να έχει ηχογραφήσει ένα 45άρι με τα κομμάτια “Un tres vieil homme / Pour toi pour moi” [Disques Vogue, 1968]. Μέλος των Alan Jack Group ήταν και ο ντράμερ René Guérin (αργότερα στους Expérience, Martin Circus, Tribu κ.ά.). Οπότε είναι λογικό να υποθέσουμε πως και ο Guérin πρέπει να είχε έρθει στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του ’68, μαζί με τον Alan Jack.
Τώρα, το πώς έσκασε στην Ελλάδα αυτός ο μουσικός δεν μπορεί κανείς να ξέρει. Πρέπει, όμως, να πούμε πως τότε στο Stork (είτε στο χειμερινό, στη Ναυάρχου Νικοδήμου και Φιλελλήνων είτε στο καλοκαιρινό, στον Άγιο Κοσμά) έπαιζαν διάφορα ξένα συγκροτήματα και ορχήστρες, πράγμα που σημαίνει πως κάποιος έκανε τις επαφές με τα ονόματα του εξωτερικού, άκουγε και επέλεγε καλλιτέχνες.
Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα, εκείνη την περίοδο (τέλη άνοιξης-καλοκαίρι 1968) είχαν επίσης εμφανισθεί στο Stork η ιταλίδα τραγουδίστρια Silva Grissi, o Ronnie Jones με τους Q Set (ο Jones είχε παίξει με τους Blues Incorporated του Alexis Korner, όντας ιδρυτικό στέλεχος των «μοντάδων» Nightimers, ενώ πλήκτρα στου Q Set έπαιζε ο Tony OMalley, αργότερα στους Arrival, Kokomo, 10cc) και ακόμη η ορχήστρα του Τζιόρτζιο Γκουίντυ. Giorgio Guidi ήταν το αληθινό όνομα του ιταλού ηθοποιού και τραγουδιστή Johnny Dorelli, αλλά φαίνεται απίθανο να εμφανιζόταν αυτός με το κανονικό όνομά του τότε στην Αθήνα. Κάποιος άλλος θα ήταν. Προσέξτε τώρα φάση.
Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την ταινία του Franco Zeffirelli Romeo and Juliet από το 1968, με τον Leonard Whiting στο ρόλο του Ρωμαίου και την Olivia Hussey στο ρόλο της Ιουλιέτας. Οι πρωταγωνιστές ήταν έφηβοι τότε, ο Whiting 17 και η Hussey 16 (όπως και η σαιξπηρική Ιουλιέτα), κάτι που είχε δημιουργήσει πολύ μεγάλη εντύπωση (ταυτίστηκαν και οι νεολαίοι της εποχής με τους ήρωες), βοηθώντας την ταινία να φτάσει πολύ ψηλά σε φήμη, εισπράξεις και βραβεία. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, η Hussey ήταν ερωτευμένη με τον Alan Jack, τον οποίον «κυνηγούσε» στα κλαμπ της Αθήνας!
Ο Alan Jack και η Olivia Hussey στην Αθήνα το 1968 (φωτογραφία 1) 
Αν «χτυπήσει» κάποιος στο Google τα ονοματεπώνυμα “Olivia Hussey” και “Alan Jack” θα βρει ελάχιστα σχετικά links και σε κάποια απ’ αυτά τα ελάχιστα θα διαβάσει πως… Olivia Hussey plans to marry a French blues player: Alan Jack, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες.  Στο τεύχος 616 του περιοδικού ΕΙΚΟΝΕΣ όμως (Παρασκευή 21 Ιουνίου 1968) θα μάθεις κάτι περισσότερο, για τη συγκεκριμένη αισθηματική περιπέτεια, απ’ όσα υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο δίκτυο. Είναι ένα 4σέλιδο κείμενο (με ασπρόμαυρες φωτογραφίες), το οποίον υπογράφει κάποιος/κάποια Μ.Γ. και το οποίον τιτλοφορείται «Οι Αθηναϊκές Διακοπές της Ιουλιέττας». Διαβάζουμε στο lead:
«Η Ολίβια Χάσσεϋ δεν είναι από την Βερόνα. Θεός της δεν είναι ο Σαίξπηρ, αλλά ο Ζεφιρέλλι και τον Ρωμαίο της βλέπει στο πρόσωπο του μακρομάλλη Γάλλου τραγουδιστή, για χάρη του οποίου ήλθε στα “Αστέρια” (σ.σ. να έπαιζε και στ’ Αστέρια ο Alan Jack;)».
Και συνεχίζοντας στο κείμενο:
«(Η Ολίβια Χάσσεϋ) ενσαρκώνει την τραγική ηρωίδα του Σαίξπηρ, όπως την είδε, κινηματογραφική αδεία, ο πολύς Φράνκο Ζεφιρέλλι. Εκτός οθόνης η Ολίβια, γνήσια Ιουλιέττα του καιρού μας, ξέρει κιόλας στα δεκαεπτά της χρόνια, να κερδίζη με το σπαθί της όσα επιθυμούσαν πάντα τα νειάτα όλου του κόσμου: την ανεξαρτησία, την ελευθερία, τον έρωτα. Η Ολίβια έκανε ένα ταξίδι-αστραπή από τη Νέα Υόρκη ως την Αθήνα για να συναντήση το τελευταίο φλερτ της, τον Άλαν Τζακ, Γάλλο τραγουδιστή».
Το άρθρο στις ΕΙΚΟΝΕΣ μπορεί να είναι 4σέλιδο, όπως είπαμε, όμως άλλες πληροφορίες για τον Alan Jack δεν δίνονται (όλο το υπόλοιπο κείμενο αφορά στην ταινία του Zeffirelli και σε ποικίλα επεισόδια, που σχετίζονταν μ’ αυτήν). Παρά ταύτα υπάρχουν δύο φωτογραφίες της Olivia Hussey με τον Alan Jack από την Αθήνα, τις οποίες και αναδημοσιεύουμε.
Ο Alan Jack και η Olivia Hussey στην Αθήνα το 1968 (φωτογραφία 2) 
Πότε έφυγε ο Alan Jack από την Ελλάδα δεν είναι ακριβώς γνωστό. Πάντως μέχρι και τον Αύγουστο του 1968 εμφανιζόταν στο Stork, μαζί με τον Ronnie Jones και τους Q Set, πράγμα που σημαίνει πως στο κλαμπ θα γινόταν, απλώς, χαμός! Να πληροφορήσω μόνον πως, την ίδια περίοδο, στα Αστέρια, εμφανιζόταν ο Tony Pinelli, με την ορχήστρα τού Γιώργου Χατζηνάσιου – άρα μάλλον δύσκολο να έπαιζε κι εκεί ο Alan Jack. Αν και ποτέ δεν μπορεί να είσαι εντελώς σίγουρος γι’ αυτά τα θέματα.
Την επόμενη χρονιά ο Alan Jack θα φτιάξει στη Γαλλία τους Alan Jack Civilization (μαζί με τους Richard Fontaine μπάσο, κρουστά, φλάουτο, φωνητικά, Jean Falissard ντραμς, κρουστά, φωνητικά και Claude Olmos κιθάρες, κρουστά, φωνητικά, ο οποίος στη συνέχεια θα έπαιζε με τους Coeur Magique και με τους Magma!). Μ’ αυτούς θα ηχογραφήσει, σε παραγωγή του Jean-Luc Young, το LP Bluesy Mind”, ένα από τα καλύτερα blues ή και psych-blues άλμπουμ, που βγήκαν ποτέ στη Γαλλία (κοντά στο ύφος των τότε Bluesbreakers του John Mayall και τον Aynsley Dunbar Retaliation). Όλα τα κομμάτια του δίσκου είναι συνθέσεις του Alan Jack, που παίζει πιάνο, όργανο και τραγουδάει (σε κάποια συμμετέχουν και οι άλλοι μουσικοί του γκρουπ), με το σχεδόν 10λεπτο “Middle Earth”, που κλείνει το άλμπουμ βινυλίου (και όχι το CD), να σκοτώνει.
Να πούμε, επίσης, πως οι Alan Jack Civilization συμμετείχαν στο ιστορικό FestivalActuel”, που οργάνωσε η BYG, στην Amougies του Βελγίου (24-28 Οκτωβρίου 1969), παίζοντας την πρώτη μέρα μαζί με τους Ten Years After, Colosseum, Aynsley Dunbar Retaliation, Art Ensemble of Chicago, Sunny Murray και Burton Greene. (Aν εξαιρέσεις το “new thing” τής jazz ή και “free jazz” όπως αποκαλούσαν τότε τα σχετικά σχήματα, τα υπόλοιπα γκρουπ, τα rock να πούμε, ακόμη και για τους Γάλλους, ακόμη και το 1969, έμπαιναν κάτω από την ταμπέλα “pop music”).
Φυσικά, η καριέρα του Alan Jack δεν θα τελείωνε στους Civilization, αλλά μάλλον αυτή (η καριέρα) δεν είχε την πορεία που θα άξιζε να έχει. Μπορεί να μη χάθηκε ποτέ από τα πράγματα ο γάλλος μουσικός, αλλά οι εμφανίσεις του στη δισκογραφία ήταν σποραδικές από ’κει και πέρα (και όχι χωρίς ζόρια).
Από το 1970 έως το 1974 ο Alan Jack ζούσε κοινοβιακά, μαζί με άλλους μουσικούς, σ’ ένα αγρόκτημα κάπου στην Touraine (κεντρική Γαλλία) και από ’κει θα προκύψει μία μπάντα, οι Zig-Zag, με μέλη τον τραγουδιστή και αρμονικίστα του blues Benoit Blue Boy και τον κιθαρίστα Patrick Verbeke.
To 1976 o Alan Jack θα βρεθεί στους Magnum, που κινούνταν σε rock και blues-rock κατευθύνσεις, αν και δεν φαίνεται να συμμετέχει στο LP τους “Coq'Rock” [Philips, 1976]. Αντιθέτως συμμετέχει στο δυνατό progressive άλμπουμ “Libra” [Pôle Records, 1975] του Philippe Besombes.
Στις αρχές των 80s, βάσει όσων αναφέρει η γαλλική wiki, ο Alan Jack αντιμετωπίζει προβλήματα με τα ναρκωτικά, και γι’ αυτό εντάσσεται σε μια θεραπευτική κοινότητα για αποτοξίνωση, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας και μετά ξεκινάει να ξαναπαίζει rhythm nblues (που ήταν το είδος, το οποίο τον είχε κερδίσει τελικώς). Περίπου τότε δημιουργεί και τους Alan Jack And The Nordett, με τους οποίους περιοδεύει σε Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Ελβετία.
Το 1993 ο Alan Jack θα κάνει ένα ανεξάρτητο blues-rock CD, το “Post Civilisation”, για να φύγει δυστυχώς από τη ζωή, νέος ακόμη, το 1995, στα 51 χρόνια του.
Κρίμα γι’ αυτό το παιδί, που λάμπρυνε με την παρουσία του (εγώ θέλω να λέω) την αθηναϊκή ροκ νύχτα, στα τέλη του ’60.

[Το κείμενο αυτό αθροίζεται δίπλα στα άλλα σχετικά, που καταγράφουν ξένους μουσικούς του rock, που ήρθαν να παίξουν στην Ελλάδα, σε κλαμπ ή συναυλίες, μεταξύ Rolling Stones (1967) και Police (1980)]