Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

ΔΕΣΠΩ ΒΑΡΟΥΔΑΚΗ σπιτικά γλυκά

Προπέρσινο είναι το άλμπουμ «Σπιτικά Γλυκά» [Εκδόσεις Μελάνι, 2017] της τραγουδοποιού Δέσπως Βαρουδάκη, αλλά επειδή έφθασε τώρα στα χέρια μας θα πούμε (τώρα) μερικά λόγια.
Η Βαρουδάκη γράφει μουσικές, στίχους και τραγουδά τις συνθέσεις της (με λίγες εξωτερικές φωνητικές βοήθειες), ενώ ενορχηστρώνει κιόλας είτε μαζί με τους μουσικούς της (που είναι κάμποσοι) είτε μόνη της. Συγκεντρώνοντας πάνω της, δηλαδή, όλα τα βασικά στοιχεία της πραγμάτωσης ενός άλμπουμ (το συγκεκριμένο είναι, μάλλον, το πρώτο προσωπικό της), δείχνει μια σιγουριά και μιαν αυτοπεποίθηση, που, κανονικά, θα πρέπει να εκτιμηθεί.
Ψάχνοντας λίγο στο δίκτυο σε σχέση με την τραγουδοποιό (γιατί την αγνοούσα) διαπίστωσα πως τα «σπιτικά γλυκά» της, τα παρουσίαζε σε διάφορες μουσικές σκηνές τουλάχιστον από το 2009 – πράγμα που σημαίνει πως το 2017, όταν κυκλοφόρησε το CD, το υλικό ήταν κατά κάποιον τρόπο μια «τελειωμένη υπόθεση» (βασικά για την ίδια την Βαρουδάκη – όχι για εμάς). Αυτό, προσωπικώς, με βάζει σε κάποιες σκέψεις, αλλά δεν θα ήθελα τώρα, εδώ, να τις αναπτύξω. Περισσότερο μ’ ενδιαφέρει να πω μερικά λόγια για τα τραγούδια που ακούω, ανεξαρτήτως αν αυτά γράφτηκαν πριν από δέκα ή από πέντε χρόνια.
Από πλευράς συνθέσεων, λοιπόν, αρκετά τραγούδια κρίνονται ως ενδιαφέροντα – κυρίως, όταν η κλασική κιθάρα παίρνει «πάνω της» μεγαλύτερο ή μεγάλο τέλος πάντων μέρος των ενορχηστρώσεων. Η ωραιότερη, δε, μελωδία του άλμπουμ θεωρώ πως είναι η «Και μετά;», που βρίσκεται ακριβώς στη μέση του CD (το έκτο από τα δώδεκα συνολικώς κομμάτια).
Οι ενορχηστρώσεις, τώρα, που έχουν προκριθεί, ώστε να ντύσουν τις συνθέσεις της Βαρουδάκη, είναι κατ’ αρχάς… παιγνιώδεις, ενώ δανείζονται στοιχεία από την jazz, το ελαφρό τραγούδι (γενικώς τις ελαφρές μουσικές), το soft rock, ενώ ανιχνεύονται και «δωματίου» ηχοχρώματα. Μία αναφορά της Βαρουδάκη θα πρέπει να είναι η Λένα Πλάτωνος (σε συνδυασμό με Σαβίνα Γιαννάτου ίσως), όχι εκείνη των ηλεκτρονικών άλμπουμ, αλλά των πιο έντεχνων.
Στιχουργικά, τώρα, διακρίνεται μια ποιητικότητα στα λόγια, αλλά και η προσπάθεια να θιγούν κάπως πιο σοβαρά ζητήματα μ’ έναν, όμως, απλό τρόπο. Γενικώς, πάντως, δεν θα έλεγα πως βρίσκω ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα το λόγο – ίσως επειδή διατηρεί κάποια παιγνιώδη χαρακτηριστικά, που είναι όχι και τόσο καλώς στοιχειοθετημένα.
Φωνητικά, δε, έχω μάλλον τις πιο πολλές ενστάσεις. Η Βαρουδάκη με ξενίζει ως φωνή. Αν και όχι πάντα – όχι σε όλα τα τραγούδια. Υπάρχουν κομμάτια θέλω να πω (τα περισσότερα), στα οποία το τραγούδισμά της ακούγεται στ’ αυτιά μου κάπως οut ή εν τοιαύτη περιπτώσει μη-επαρκές (και σε σχέση με το ηχόχρωμα της φωνής, τη σταθερότητά της, τον τρόπο που αποδίδονται, τραγουδιστά, οι περιγραφόμενες καταστάσεις).
Ενδιαφέρουσα περίπτωση, γενικώς, αλλά με ζητήματα, που θα πρέπει σε κάποιαν επόμενη δουλειά να προσεχθούν περισσότερο.
Επαφή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100008140201804

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

DEWA BUDJANA εξαιρετικό άλμπουμ από έναν σημαντικό ινδονήσιο κιθαρίστα

Πρέπει να επαναλάβουμε και πάλι αυτόν τον πρόλογο, αυτή την εισαγωγή για την Ινδονησία, τη μουσική στην Ινδονησία, καθότι υπάρχει λόγος και αιτία…
«Με πληθυσμό πάνω από 261 εκατομμύρια ανθρώπους η Ινδονησία είναι από μόνη της ένας εντελώς ξεχωριστός κόσμος· και, επί του προκειμένου, ένας εντελώς ξεχωριστός μουσικός κόσμος. Η ισχυρή παράδοση βασικά της μπαλινέζικης μουσικής έχει καταστήσει τους ήχους τής χώρας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ελέω Debussy, ως παγκοσμίου ενδιαφέροντος, την ώρα όπου όλες οι “έντεχνες” δυτικές φόρμες –από την jazz και την πρωτοπορία, μέχρι το rock και την pop– ευδοκιμούν παλαιόθεν. Μάλλον περίκλειστη (λόγω εσωτερικής αυτάρκειας) όσον αφορά στη μουσική βιομηχανία, η Ινδονησία παραμένει η μεγάλη άγνωστη της σύγχρονης και παλαιότερης μουσικής παραγωγής / δισκογραφίας. Τι “έπαιζε” στη χώρα στα sixties και τα seventies ή τις πιο πρόσφατες δεκαετίες; Όλοι μας μπορεί να έχουμε στο νου μερικά ονόματα (για κάποιους ινδονησίους καλλιτέχνες και συγκροτήματα έχω γράψει ήδη στο δισκορυχείον), ελάχιστοι όμως γνωρίζουμε κάτι παραπάνω. Ελάχιστοι μπορούμε να κάνουμε τις σχετικές συνδέσεις, τοποθετώντας και αποτιμώντας σκηνές και δημιουργούς. Έχουμε καιρό μπροστά μας. Διάθεση να υπάρχει, για να το ψάχνουμε».
Αυτά με αφορμή το νέο άλμπουμ MahandinioonJune, 2019] τού μεγάλου ινδονήσιου κιθαρίστα Dewa Budjana, ενός μουσικού που τον παρακολουθούμε από κοντά εδώ στο δισκορυχείον, αφού έχουμε γράψει έως σήμερα για κάμποσα άλμπουμ του, όπως τα “Zentuary” (2016), “Hasta Karma” (2015), “Surya Namaskar” (2014), “Joged Kahyangan” (2013) και “Dawai in Paradise” (2011), ενώ έχουμε αναφερθεί και σε συμμετοχές του σε δίσκους άλλων (Savoldelli / Casarano / Bardoscia, Dwiki Dharmawan, Yagull). Όλα τα άλμπουμ, και πρέπει να το σημειώσουμε αυτό, είναι παραγωγές της νεοϋορκέζικης MoonJune ή συνεργασίες δικές της με ινδονησιανά labels.
Στο “Mahandini” ο Dewa Budjana (που χειρίζεται και ηλεκτρονικά) συνεργάζεται με τρεις ακόμη μουσικούς, τον Jordan Rudess πλήκτρα, τον Marco Minnemann ντραμς και την Mohini Dey μπάσο και φωνητικά konnakol, που στην καρνατική παράδοση είναι κάτι σαν το scat singing. Επίσης σε κάποια tracks φιλοξενούνται και guests όπως ο John Frusciante φωνητικά, κιθάρες, ο πολύς Mike Stern κιθάρες και η Soimah Pancawati φωνή. Στο άλμπουμ καταγράφονται εφτά συνθέσεις (πέντε του Budjana και δύο του Frusciante), ενώ είναι ηχογραφημένο στο Λος Άντζελες, τον Ιανουάριο του 2018, με additional production σε στούντιο της Τζακάρτα.
Το ύφος που κινείται ο Budjana, στο “Mahandini”, είναι εκείνο του progressive fusion, έχοντας όμως να παρουσιάσει (και) πολλά άλλα στοιχεία, κυρίως από την ινδονησιανή μουσική παράδοση. Η λέξη «fusion», δηλαδή, δεν αναφέρεται μόνο στο ανακάτεμα της jazz με το rock, αλλά και στον συνδυασμό του ηλεκτρικού ήχου με τα τοπικά ηχοχρώματα, που μπορεί να αφορούν είτε σε μελωδίες είτε σε ρυθμούς είτε στο τραγούδι και τα φωνητικά. Το όλον άκουσμα, περιττό να το πω, είναι αληθινά ελκυστικό, χωρίς εκπτώσεις σε αισθητικές ευκολίες – ενώ συγχρόνως έχει κάτι το αξιοθαύμαστα μοναδικό. Όλες οι συνθέσεις είναι πρώτης τάξεως – με παιξίματα εντυπωσιακά, που σε συνδυασμό με τα «εξωτικά» φωνητικά, προσφέρουν μοναδικές στιγμές ψυχικής πληρότητας.
Δεν έχεις να πεις πολλά για ένα άλμπουμ τόσα τέλεια μελετημένο, τόσο περφεξιονιστικό, αλλά, ταυτοχρόνως, και τόσο εύκολα προσεγγίσιμο από κάθε ακροατή. Ίδιον, αυτό το τελευταίο, των δουλειών των αληθινά μεγάλων συνθετών-οργανοπαικτών.
Επαφή: www.moonjune.com
 

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 143

15/2/2019
Ο κόσμος δεν πεθαίνει από γρίπη –και ας έχουν φθάσει οι νεκροί, σε ολόκληρη τη χώρα, τους 56–, απλώς πεθαίνει. Από πάσα αιτία. Μόνο στην Αττική και μόνο το Γενάρη, σκοτώθηκαν 19 άνθρωποι σε τροχαία δυστυχήματα, ενώ τραυματίστηκαν πολύ σοβαρά άλλοι 16– αλλά αυτά τα νούμερα δε μετράνε. Είναι αυτά που είναι – δεν θα αυξηθούν άλλο, πάει και τελείωσε. Θα ξαναμετρήσουμε βεβαίως το Μάρτη, για τους σκοτωμένους του Φλεβάρη, αλλά το νούμερο θα περάσει και πάλι στα ψιλά, αφού δεν πρόκειται ούτε αυτό ν’ αυξηθεί.
Αντιθέτως, ο αριθμός των νεκρών που αυξάνεται, απ’ οποιαδήποτε αιτία, σ’ ένα μη καθορισμένο διάστημα… ηδονίζει. Λες και κάποιοι λάγνοι τού μακάβριου έχουν βάλει ένα νοητό όριο νεκρών, το οποίο όσο προσεγγίζεται τόσο εκείνοι εκστασιάζονται. Το είδαμε και με τις φωτιές στο Μάτι, το προηγούμενο καλοκαίρι.
Υπάρχει λοιπόν αυτή η στρεβλή ηδονοθηρία, τής στάγδην καταγραφής των νεκρών, που υποκρύπτει συχνά έναν αδικαιολόγητο πανικό, όπως υπάρχει και η σπέκουλα για ταπεινούς και γελοίους λόγους, που είναι το χυδαιότερο όλων – καθώς οι ανθρώπινες απώλειες μετασχηματίζονται σε κάτι ωφελιμιστικά μετρήσιμο και αναλώσιμο.
Είναι αλήθεια πως μια καταστροφή, με θύματα ανθρώπους, πάντα μπορεί να μεγεθυνθεί από… τεχνικές αβλεψίες και παραλείψεις, όμως ούτε κι αυτό, κατά βάθος, λέει κάτι. Το ότι υπάρχουμε ως «λάθος» και εξακολουθούμε να ζούμε από σύμπτωση είναι η μόνη και η πιο σίγουρη… υποσημείωση. 

14/2/2019
 Όταν, ως εταιρεία, ρίχνεις χρήμα και μαζεύεις καμιά 20αριά μέγιστους μουσικούς για να παίξουν σ’ ένα άλμπουμ (Βράσκο και Δεσποτίδη στα βιολιά, Τίτο Καλλίρη και Μπάμπη Μαλλίδη στις κιθάρες, Άρη Καραντάνη και Γιάννη Θεοδωρίδη στα πνευστά, Χρήστο Ζερμπίνο στα πλήκτρα, Παλαιολόγο-Χιονά στα μπουζούκια και λοιπά, και λοιπά) τότε το μόνο που σου μένει να κάνεις, σαν γραφιάς να πούμε, είναι να υπογραμμίσεις, απλώς, ένα ηχογραφικό αριστούργημα. Μία ντίσκο-φανκ λαϊκή παραγωγή για όλο τον κόσμο.
Όχι άλλα σπουδαία και σπουδαιοφανή τραγούδια για τον Έρωτα και την Αγάπη. Κάτι πιο απλό, που να μας πιάνει…

14/2/2019
Διαβάζω σε line-ups ελληνικών συγκροτημάτων πως στις κιθάρες, στο μπάσο, στα πλήκτρα (δεν έχει σημασία πού) είναι ο Vangelis-τάδε ή ακόμη χειρότερα σκέτο o... Vangelis.
Μάγκες μου, Vangelis είναι μόνο ένας. Όλοι οι άλλοι είστε… Vagelides (χωρίς “n”, ανάμεσα στο “a” και στο “g”). 

13/2/2019
Είδα τις προάλλες στο YouTube την ταινία του Κώστα Ζυρίνη Το Τελευταίο Στοίχημα, ένα πολιτικο-κοινωνικό θρίλερ από το 1989, με τον ηθοποιό-σύμβολο (ας τον πω έτσι) του Αντρέι Βάιντα, τον Ντάνιελ Ολμπρίτσκι.
Δεν ξέρω γιατί ο Ζυρίνης παράτησε το σινεμά προς χάριν των «ταξιδιωτικών εντυπώσεων» –κάποιος λόγος θα υπήρχε– και το λέω τούτο, επειδή νομίζω πως απ’ αυτή την απόφασή του μάλλον έχασε το σινεμά (χωρίς να ξέρω αν κέρδισαν οι «εντυπώσεις»).
Τέλος πάντων… η ταινία είναι πολύ καλή (σαν ταινία), ενώ βλέπεται και ως μνημείο μιας εποχής, όταν η λεγόμενη «τρομοκρατία» υπήρχε ακόμη, αλλά έφθινε ως μηχανισμός παρέμβασης στην κοινωνία.
Άτομα με αποθέματα επαναστατικής αγωνιστικότητας, που διαμορφώθηκαν (ως άτομα) ιδεολογικοπολιτικά στα χρόνια της δικτατορίας, που δεν διαβρώθηκαν από τις μυστικές υπηρεσίες, σ’ αυτή την εξιδανικευμένη κινηματογραφική μορφή τους, διατηρώντας τα αδρά ιδεαλιστικά κίνητρά τους και που μπορεί ναι μεν να μετεξελίχθηκαν σε δημοσιογράφους «φίρμες», στη μεταπολίτευση πια, αλλά που δεν έγλειψαν ποτέ το «σύστημα», μένοντας συναισθηματικά και ιδεολογικά προσκολλημένα στην άκρα αριστερά, θυσιάζοντας στο τέλος τη ζωή και την καριέρα τους.
Σαν μάρτυρας ενός ιδεολογικοπολιτικού φαινομένου, που βρέθηκε στo peak του (το φαινόμενο) στα σέβεντις, ο Ολμπρίτσκι έχει τη σωστή κατατομή, εμφάνιση κ.λπ. ενός δημοσιογράφου τής πέραν του ΚΚΕ επαναστατικής αριστεράς, αλλά το γεγονός πως ντουμπλάρεται φωνητικά, δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα στην ταινία. Μια ταινία που βρίθει από έξοχους δεύτερους ρόλους, όπως είναι εκείνοι του αστυνομικού Χρήστου Τσάγκα (μεγάλος ηθοποιός, για μιαν ακόμη φορά!), του εκτελεστή Νίκου Λυκομήτρου (κινηματογραφική έκπληξη από τον Έλληνα… Λίνο Βεντούρα) και του γκουρού της εξαρχειώτικης αναρχοαυτονομίας Νίκου Παπακωνσταντίνου (επίσης εξαιρετικός). 
Εντάξει, λειτουργεί με «σχήματα» η ταινία, αλλά… ταινία βλέπουμε, όχι ντοκιμαντέρ.
Στη φωτογραφία, που ψάρεψα από το fb, είναι ο Ντάνιελ Ολμπρίτσκι
13/2/2019
Διάβασα πως πέθανε η ηθοποιός του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου (και του θεάτρου) Φλωρέττα Ζάννα (σύζυγος του αείμνηστου σκηνοθέτη Ντίνου Δημόπουλου).
Είχα την αίσθηση πως η Ζάννα είχε παίξει σε πολλές ταινίες του ’50 και του ’60, αλλά όταν πήγα να δω τα σχετικά στo IMDb διαπίστωσα πως είχε εμφανισθεί μόλις σε εννέα! Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Φαίνεται πως το παίξιμό της σ’ αυτές τις εννέα ταινίες είχε «κάτι», με αποτέλεσμα, μέσα, στα χρόνια, η μνήμη μου να το πολλαπλασιάσει.
Η Ζάννα είχε ωραίο παρουσιαστικό και το γεγονός πως, τις περισσότερες φορές, έπαιζε ρόλους «αδικημένης» (κάπως κλαψιάρικους, με την ίδια σχεδόν πάντα συνοφρυωμένη) μάλλον δεν της ταίριαζε.  
Δεν θα έγραφα αυτά τα λίγα λόγια (στη μνήμη της), αν δεν εύρισκα τούτη τη φωτογραφία από τα "κοσμικά" της εποχής (Οκτώβριος 1972). Είναι από τη βάπτιση τής κόρης του Ντίνου Ηλιόπουλου…
Άλλες πληροφορίες δεν έχει, δεν είναι της ώρας… RIP. 

12/2/2019
Και το 1982, όταν έσκαγαν οι Psycho (δες προηγούμενο ποστ), στην Ελλάδα τυπωνόταν με 16 χρόνια καθυστέρηση κι αυτό. Έδινες εφτά κατοστάρικα και τ' αγόραζες και τα δύο. Το ένα το τρώει ακόμη η σκόνη κάπου ξεχασμένο, ενώ το άλλο παίζει ανεκτά, έστω και διαλυμένο, στο θλιβερό βινύλιο της Music-Box...
Τι άλμπουμ! Με το τίποτα σχεδόν, με τις πιο λίγες νότες, να φτιάχνεις τέτοια τραγούδια!  

12/2/2019
Δεν το είχα προσέξει ή δεν το θυμόμουν πως στο "Prisoner" των Ελλήνων Psycho (από το LP τους "Montage Fatal" του 1982) είχε συμμετάσχει και ο Gary Wright των Spooky Tooth στα keyboards!
Εμένα μου την έσπαγαν πάντα οι Psycho, τους βαριόμουν και θεωρούσα την τραγούδιστριά τους Ντόρα Αντωνιάδη, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, ως κακέκτυπο της Kate Bush. Και ο Στέφανος Κοτατής τραγουδούσε χάλια δηλαδή. Τέλος πάντων... τους θυμήθηκα απόψε.

11/2/2019
To Τριώδιο ανοίγει την Κυριακή. Μέγας Καετάνο, και από κάτω ο κόσμος σε απόλυτη ταύτιση με ό,τι συμβαίνει πάνω στη σκηνή...
 

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ η παράδοση στο κέντρο

Αυτό που πράττει στην «Ινώ» [Μετρονόμος, 2018] ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Αριστείδης Χατζησταύρου (από τα συγκροτήματα Ομαδική Απόδραση και Θέρος – δεν ξέρω πόσοι τα θυμούνται) δεν είναι κάτι πρωτότυπο, αλλά τούτο δεν σημαίνει πως είναι κοινότοπο ή και αναμενόμενο. Εννοώ πως το να διασκευάζεις τραγούδια τής ελληνικής παράδοσης, είτε μεμονωμένα είτε για έναν ολόκληρο δίσκο, έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν (όπως θα συμβεί και στο μέλλον), δίχως να ακυρώνεται, εξ αιτίας αυτού, κάθε καινούρια απόπειρα. Πόσω μάλλον, όταν αυτή ακριβώς η απόπειρα… μετράει. Όταν εμφανίζει, εννοώ, και στοιχεία υψηλού γούστου και αισθητική φρεσκάδα και, στο μέτρο του δυνατού, μια κάποια πρωτοτυπία. Όλα τούτα συμβαίνουν με την «Ινώ», του Χατζησταύρου – ένα άλμπουμ που περιλαμβάνει έντεκα παραδοσιακά (Λέρου, Νάξου, Καλύμνου, Χαλκιδικής, Λέσβου, Χίου, Δωδεκανήσου κ.λπ.), διασκευασμένα για φωνή και κιθάρες (ακουστικές, ηλεκτρικές). Όλες οι διασκευές, οι ερμηνείες και τα παιξίματα εδώ ανήκουν στον Χατζησταύρου, τον οποίον συνδράμουν η Ελένη Τσαλιγοπούλου φωνητικά σε τρία κομμάτια και ο Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου ηλεκτρικές κιθάρες επίσης σε τρία κομμάτια.
Μπαίνοντας στα ενδότερα θα υποστηρίζαμε πως οι διασκευές του Χατζησταύρου είναι απλές, ταπεινές και όμορφες, αφού διαθέτουν ίδια στοιχεία, που δεν αντιβαίνουν όμως σ’ αυτή καθ’ αυτή τη λειτουργία των παραδοσιακών σκοπών. Εννοούμε πως ο Χατζησταύρου διασκεύασε όχι για να αναδείξει τις δικές του ενδεχομένως ικανότητες, σπάζοντας τις αρμονικές δομές των τραγουδιών, αυτοσχεδιάζοντας ελεύθερα πάνω σ’ αυτά μετατρέποντάς τα σε κάτι άλλο (ίσως και αγνώριστο), αλλά, διατηρώντας τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά των μελωδιών, να δώσει ένα σύγχρονο τραγούδισμα και μια το ίδια φρέσκια ενοργάνωση. Όχι πως οι παρεμβάσεις του είναι μικρές ή ασήμαντες ανά περιπτώσεις (π.χ. το «Μαρούλι», ένα παραδοσιακό της Καλύμνου, ακούγεται στ’ αυτιά μου αρκετά προχωρημένο, όπως και το «Ένα καράβι»), είναι όμως σωστά επιλεγμένες και με γνώμονα το γενικότερο (και ευρύτερο) ακροαματικό ενδιαφέρον.
Δεν είμαι σίγουρος ποια είναι η αφετηρία αυτής της γενικότερης «ιδέας», που ρίχνει εδώ ο Χατζησταύρου. Πάει κάπου ο νους μου, σε κάτι «απ’ έξω», αλλά δεν θέλω να το πω, επειδή μπορεί να φανεί «κάπως» ή «δήθεν» ή ίσως ακόμη και «υπερβολικό» και δεν θέλω να το διακινδυνεύσω – και όχι για να μην εκτεθώ εγώ, αλλά για να μη δώσω στους αναγνώστες… μπερδεμένες αναφορές και διεξόδους. Θα περιμένω, λοιπόν, τον ίδιο τον Χατζησταύρου, σε συνεντεύξεις του, να ξεκαθαρίσει εκείνος τα πράγματα.
Επαφή: www.metronomos.gr