Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2021

ΚΩΣΤΑΣ ΒΛΗΣΙΔΗΣ ρεμπετολογικά ποικίλα / έξι μελετήματα

Γνωστός μελετητής του ρεμπέτικου τραγουδιού με πολλά και ποικίλα πονήματα, ο Κώστας Βλησίδης έχει πρόσφατο βιβλίο, που αποκαλείται «Ρεμπετολογικά ποικίλα / έξι μελετήματα» [Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 10/2021].
Στο «δισκορυχείον» έχουμε γράψει παλαιότερα (20 Μαΐου 2010) για την εργασία του Κ. Βλησίδη «Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959)» [Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2006], ενώ και ο ίδιος τιμώντας το blog (όπως το τιμά κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης-σχολιαστής) παρεμβαίνει από καιρού εις καιρόν, σε θέματα της αρμοδιότητάς του, πάντοτε δημιουργικά, προσφέροντας εξειδικευμένες πληροφορίες (για τις οποίες τον ευχαριστούμε και δημοσίως).
Στο νέο βιβλίο του ο Κώστας Βλησίδης επεξεργάζεται και συμπληρώνει έξι παλαιότερα κείμενά του, δυσεύρετα κάπως, τα οποία είχαν δει το φως της δημοσιότητας κατά πρώτον στο περιοδικό «συλλογές», στο οποίον επίσης έχουμε αναφερθεί στο blog. Τα κείμενα αυτά έχουν τους εξής τίτλους:
1. Τα «βλάμικα» και «ρεμπέτικα» τραγούδια της λογιοσύνης (1883-1932)
2. Όψεις της λεξικογραφικής αναπαράστασης του ρεμπέτη και του ρεμπέτικου
3. Οι αστυνομικές διώξεις του νεοελληνικού αστικολαϊκού τραγουδιού
4. Το χρονικό της πολεμικής των μουσικών σωματείων κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού [1946-1965]
5. «Ελληνική Φωνογραφία»: νεότερα για το πρώτο ελληνικό εργοστάσιο δίσκων γραμμοφώνου
6. Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων
Στο πρώτο κεφάλαιο ο Κ. Βλησίδης, μεταξύ πολλών, αναφέρεται και στην σατιρική εβδομαδιαία εφημερίδα της Σμύρνης «Κόπανος», εκεί όπου σε φύλλο της 12ης Αυγ. 1912 εντοπίζεται «στιχούργημα του συντάκτη υπό τα αρχικά Ο.Σ., με τίτλο “Ρεμπέτικο”, όρο που για πρώτη φορά εμφανίζεται σε έντυπο όπου γης, κάτι που ενδιαφέρει απολύτως τη ρεμπετολογία(...)».
Στο δεύτερο κεφάλαιο ο μελετητής-ερευνητής ασχολείται με την λεξικογραφική αναπαράσταση του ρεμπέτη / ρεμπέτικου, εκεί όπου «καταγράφονται δύο ευδιάκριτες τάσεις», αναλόγως των σημείων εκκίνησης και κατάληξης των εκάστοτε ρεμπετολόγων ή ρεμπετολογούντων, που σχετίζονται είτε με το «“τουρκικό” rebet» είτε με την «αρχαιοελληνική ρέμβη». Προφανές το τι εννοείται και υπονοείται στην κάθε περίπτωση.
Το επόμενο κεφάλαιο έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθότι εδώ ανασκαλεύονται οι ποικίλοι αστυνομικοί κώδικες και διατάξεις, βασικά από τις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50, πάνω στους οποίους και τις οποίες στηριζόταν όχι η λογοκρισία, αλλά η καταστολή του «αστικολαϊκού τραγουδιού». Οπότε εδώ έχουμε κατασχέσεις δίσκων, απαγορεύσεις σε δημόσιους χώρους αναμεταδόσεως τραγουδιών με «άσεμνο» ή αντι-θρησκευτικό περιεχόμενο, αμανέδων κ.λπ.
Στο τέταρτο κεφάλαιο τον συγγραφέα απασχολεί ένα άλλο πολύ ζωτικό θέμα, επίσης αγνοημένο στις λεπτομέρειές του, που έχει να κάνει με το πώς αντιμετωπιζόταν το ρεμπέτικο, επισήμως, από τα αναγνωρισμένα μουσικά σωματεία (Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, Πανελλήνιος Μουσικός Σύλλογος, Σύνδεσμος Δεξιοτεχνών Καθηγητών Μουσικής κ.λπ.), την κρίσιμη 20ετία 1946-1965. Φυσικά και εδώ τα ποικίλα εμπόδια που ορθώνονταν από τις επίσημες θέσεις των σωματείων, αναφορικώς με την προέλαση του ρεμπέτικου τραγουδιού προς τις μάζες, δεν ήταν ούτε μικρά, ούτε άνευ σημασίας.
Πολύ ενδιαφέρον έχει βεβαίως και το προτελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο Κ. Βλησίδης επικεντρώνεται (προσκομίζοντας νέα στοιχεία) στην ιστορία του πρώτου ελληνικού εργοστασίου δίσκων γραμμοφώνου «Ελληνική Φωνογραφία», που ξεκίνησε την παραγωγή του πριν από το εργοστάσιο της Columbia, στον Περισσό, με το βιβλίο να ολοκληρώνεται με το έκτο και τελευταίο κεφάλαιό του, στο οποίον ο συγγραφέας αναψηλαφεί δύο θέματα που προκύπτουν από το βιβλιογραφικό holy grail του ρεμπέτικου, την «Αυτοβιογραφία» (1973) του Μάρκου Βαμβακάρη. Τα δύο υποθέματα, με τα οποία καταπιάνεται ο Κ. Βλησίδης, έχουν τίτλους «Ο Μάρκος στην Παλιά Στρατώνα» και «Ο Λεονάρδος Βαμβακάρης», μέσα από τα οποία αποδεικνύεται για μιαν ακόμη φορά πως η λεγόμενη «προφορική ιστορία», όταν δεν συνδυάζεται με λεπτομέρειες και με αδιάσειστα στοιχεία (ντοκουμέντα) εκείνων που λέγονται, θα αφήνει πάντοτε ρωγμές και κενά – για τα οποία θα έρθει κάποια στιγμή το πλήρωμα του χρόνου, ώστε να καλυφθούν και αυτά.
Να σημειώσουμε στα υπέρ του βιβλίου το ύφος του συγγραφέα, που διατηρεί μια προσεκτική, επιστημονικής προσέγγισης γραφή, χωρίς να περιπίπτει πάντως στον από καθέδρας «ξύλινο» πανεπιστημιακό λόγο (εξάλλου ο Κ. Βλησίδης δεν είναι πανεπιστημιακός) και ακόμη την μαχητική διάθεσή του (σε σχέση με κείμενα συναδέλφων του ρεμπετολόγων και ρεμπετολογούντων), δια της οποίας (μαχητικής διάθεσης) αναδεικνύονται ακόμη καλύτερα τα ζητήματα και οι τρόποι προσέγγισής τους μέσα στα χρόνια και τις δεκαετίες, ώστε κάποια στιγμή να καταλήξουμε στο επίμαχο – που δεν είναι άλλο από την «αλήθεια».
Χρησιμότατο βιβλίο, που θα ενθουσιάσει τους fans του ρεμπέτικου, ελκύοντας γενικότερα τους μουσικόφιλους.
(Όλα τα πλάγια γράμματα είναι του συγγραφέα)
Επαφή: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, τηλ. 210 3800520, eikostouprotou@otenet.gr

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2021

JON GORDON ένας άλτο σαξοφωνίστας, που ηχογραφεί για την artistShare

Ο άλτο σαξοφωνίστας Jon Gordon ηχογραφεί βασικά για την artistShare την τελευταία δεκαετία και για ένα από αυτά τα άλμπουμ του, το “Evolution” (2009) είχαμε γράψει παλαιά (27 Ιαν. 2010) στο δισκορυχείον (και κατά πάσα πιθανότητα και στο Jazz & Τζαζ).
Μετά από πολύ καιρό λοιπόν επιστρέφουμε σ’ αυτόν τον εξαιρετικό μουσικό, συνθέτη και αυτοσχεδιαστή, μέσω του πιο καινούριου δίσκου του, που αποκαλείται Stranger than Fiction [artistShare, 2021] – ένα άλμπουμ που «πιάνει» τον Gordon, βασικά σε φάση... κουιντέτου.
Λέμε για ένα σχήμα δηλαδή με τον αλτίστα Gordon επικεφαλής, έχοντας δίπλα του τους Derrick Gardner τρομπέτα, Alan Ferber τρομπόνι, Julian Bradford μπάσο και Fabio Ragnelli ντραμς. Κοντά σ’ αυτήν την τριών πνευστών διαστάσεων ομάδα, περιστασιακώς να πούμε, εμφανίζονται και κάποιοι άλλοι παίκτες (guests), σε ποικίλα όργανα, όπως τενόρο σαξόφωνο (Reginald Lewis, Tristan Martinuson), μπάσο κλαρίνο (John Ellis, Anna Blackmore), κιθάρες (Jocelyn Gould, Larry Roy) και πιάνο (Orrin Evans), εις τρόπον τέτοιο ώστε σε κανένα track, τελικώς, να μην ακούγονται μόνον οι πέντε βασικοί οργανοπαίκτες.
Το “Stranger than Fiction” περιέχει δέκα tracks, που είναι όλα συνθέσεις του Jon Gordon. To εισαγωγικό τρίλεπτο “Pointillism” είναι ένα κομμάτι που αναπτύσσεται με μικρές φράσεις, από πνευστά και πιάνο, κάπως σαν riffs, δημιουργώντας χώρο ώστε να προκύψει στην πορεία μια συνομιλία ανάμεσα στα ντραμς και το άλτο σαξόφωνο βασικά (με τους υπόλοιπους μουσικούς να παρακολουθούν από πιο πίσω θέσεις). Στο 7λεπτο “Havens” έχουμε ένα δείγμα σύγχρονης τζαζ, σίγουρα πολυεπίπεδης, που επιχειρεί μέσα από ένα κάπως groovy-latin ρυθμικό pattern να δημιουργήσει αφορμές, προκειμένου να «πατήσουν» τα σόλι σε άλτο και πιάνο. Στο φερώνυμο “Stranger than fiction” κατεβαίνουν κάπως οι τόνοι, σ’ ένα ακόμη groovy έως και bluesy track, με τις μελωδίες και τους αυτοσχεδιασμούς πάνω σε αυτές να κυριαρχούν. Κι άλλη 7λεπτη σύνθεση στην σειρά, υπό τον τίτλο “Dance”, που διακρίνεται για τα περισσότερο ευφρόσυνα vibes της, με το ενάμισι λεπτού “Sunyasin” να οριοθετείται από τις ινδικές αναφορές του, τόσο στο επίπεδο της κλίμακας, όσο και των φωνητικών (από την κιθαρίστρια Jocelyn Gould).
Κάθε σύνθεση του Jon Gordon εν τω μεταξύ έχει και κάτι διαφορετικό να παρουσιάσει, όπως ας πούμε η 8λεπτη “Bella”, με τον σημαντικό πιανίστα Orrin Evans (από Bad Plus κ.λπ.) να κερδίζει τις εντυπώσεις, με ένα ωραίο σόλο, ακολουθούμενος από ένα επίσης θαυμαστό από τον κοντραμπασίστα Julian Bradford.
Ωραίο άλμπουμ, σοβαρό, ψαγμένο και μετρημένο, που θα ενθουσιάσει τους jazz fans.
Επαφή: www.jongordonmusic.com

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021

ΤΑΚΗΣ ΣΟΥΚΑΣ πρώτη φορά

Υπάρχει άραγε «πρώτη φορά» για τον 81χρονο Τάκη Σούκα, έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες μας από το ’60 και μετά; Δεν ξέρουμε αν υπήρχε κάτι πιο βαθύ στο μυαλό των παραγωγών τού τελευταίου άλμπουμ τού κορυφαίου τραγουδοποιού – όμως το «πρώτη φορά» φαίνεται να συνδέεται με το γεγονός πως σημαντικές φωνές τού ελληνικού τραγουδιού αποδίδουν, για πρώτη φορά, νέες δημιουργίες του Τάκη Σούκα. Λέμε, λοιπόν, από την αρχή πως το CD «Πρώτη Φορά» [Ogdoo Music Group, 2021] είναι ένα αξιόλογο άλμπουμ, που τιμά και τον ηπειρώτη συνθέτη, και την ιστορία του, όπως και όσους συμμετείχαν για την ολοκλήρωσή του με τους στίχους, τις φωνές, τα όργανά τους κ.λπ.
Μια πολύ καλή, λοιπόν, λαϊκή παραγωγή έχουμε εδώ, όχι λαϊκή με τα στάνταρ του ’60 και του ’70, ούτε και του ’80, μα κάπως πιο έντεχνη, με ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις (Γιώργος Θεοδωρόπουλος), που μπορεί να ξενίζουν, κάπως, σε πρώτο άκουσμα, και τις οποίες αποδέχεσαι σταδιακώς – καθότι αντιλαμβάνεσαι πως εδώ, ίσως, κάτι να παίζει εν τέλει, πολύ σημαντικό, για «πρώτη φορά». Να δοθεί, στα τραγούδια, στις συνθέσεις του Τάκη Σούκα, ένας ήχος σημερινός, χωρίς να παραπέμπει στις μεγάλες στιγμές του από τις παλαιότερες δεκαετίες, όντας ταυτοχρόνως... σεμνά μεγαλοπρεπής (ο ήχος).
Προς αυτή την πεποίθηση συντελεί και το γεγονός πως οι φωνές που ακούγονται στο άλμπουμ, και που είναι πολλές –κάπως σαν να αποδίδεται στον Τάκη Σούκα ένας ιδιάζων φόρος τιμής–, είναι διαφορετικές και διαφορετικών εποχών, αντιπροσωπεύοντας ποικίλες όψεις του ελληνικού τραγουδιού. Σαν ο Τάκης Σούκας να είναι ένας τραγουδοποιός όλων των Ελλήνων –όπως και είναι– όχι μόνον εκείνων που ακούνε «λαϊκά» όμως, μα και άλλα είδη.
Αυτή η προσπάθεια τοποθέτησης του σημαντικού καλλιτέχνη σε μιαν υψηλή, σε μια περίοπτη θέση, σ’ ένα high level να το πούμε έτσι, που να ξεπερνά την εικόνα που έχει ο κόσμος του «λαϊκού» για ’κείνον, είναι και θεμιτή, και χρήσιμη. Τα μεγάλα μεγέθη πρέπει να καταδεικνύονται, να ξεφεύγουν του χώρου τους, καλύπτοντας το άπαν. Αρκεί τούτο να γίνεται με γνώση, σύνεση και μέτρο – κάτι που ισχύει, καταφανώς, στην περίπτωση του «Πρώτη Φορά».
Καινούριες μουσικές του Τάκη Σούκα λοιπόν, που ντύνουν στίχους των Νίκου Αναγνωστάκη και Κώστα Μπαλαχούτη, δημιουργώντας τραγούδια που τα αποδίδουν, κατά σειρά εμφανίσεως, οι Φοίβος Δεληβοριάς (2), Γιώργος Νταλάρας (2), Γλυκερία (2), Χρήστος Δάντης (2), Φωτεινή Βελεσιώτου, Ηρώ Σαΐα, Μανώλης Μητσιάς και Ορφέας Περίδης. Τραγουδιστές διαφορετικών γενεών, ύφους, πορείας στα πράγματα κ.λπ. που προσπαθούν, και εν πολλοίς το καταφέρνουν, να αναδείξουν, τη βοηθεία των ενορχηστρώσεων, άλλες διαστάσεις της τραγουδοποιίας του Τ. Σούκα, πιο λυρικές, πιο συναισθηματικές, πιο έντεχνες, ευρύτερου πνεύματος και αντιλήψεων.
Από τα παλαιά ονόματα την παράσταση κλέβει ο Γιώργος Νταλάρας, καθώς η φωνή του εξακολουθεί να εκπέμπει σε υψηλά επίπεδα (και τα δύο τραγούδια που λέει είναι αξιοπρόσεκτα, αλλά το «Χόρεψε» είναι και-κάτι-παραπάνω, με τις ωραίες latin flavours), ενώ επίσης πολύ καλά είναι τα «Φοβάμαι» με την Ηρώ Σαΐα, «Άντε να βρεις» με τον Ορφέα Περίδη, «Θα κρατήσω τα όνειρα» με τον Φοίβο Δεληβοριά (και την Νεφέλη Φασούλη στις δεύτερες φωνές), «Την ζωή μου παραπέρα» με τον Χρήστο Δάντη (και τον Απόστολο Ψυχράμη στις δεύτερες) κ.λπ.
Γενικώς κανένα τραγούδι δεν υστερεί, κανένα δεν ακούγεται «λίγο» για τους στόχους αυτού του άλμπουμ, που είναι εντελώς προσεγμένο προς πάσα κατεύθυνση. Από την πρώτη (υλικό), μέχρι την δεύτερη (τα τεχνικά θέματα) και την τρίτη (το εικαστικό πακέτο, τα τυπογραφικά υλικά).
Σπουδαίος Τάκης Σούκας λοιπόν, και στα 81 του. Και πέρα απ’ αυτά...
Επαφή: www.ogdoomusicgroup.gr

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2021

INNσόμνια: η συλλογή της Inner Ear, με πρωτότυπο υλικό

INNσόμνια” [Inner Ear, 2021] αποκαλείται μια νέα συλλογή της Inner Ear, που περιέχει, όμως, πρωτότυπο υλικό. Η συλλογή περιλαμβάνει, βασικά, καλλιτέχνες, ονόματα, που έχουν ηχογραφήσει στο παρελθόν για την εταιρεία από την Πάτρα, αλλά και κάποιους που εμφανίζονται για πρώτη φορά στον κατάλογό της, με κομμάτι τους.
Η συλλογή, σαν συλλογή, δεν έχει «μία κατεύθυνση», αλλά είναι έτσι διαρθρωμένη, ώστε οι μεταβάσεις από track σε track και από ύφος σε ύφος να λειαίνουν τις όποιες διαφορές, δίνοντας μιαν ενότητα στο ακρόαμα.
Η συνολική γνώμη που έχουμε για την “INNσόμνια” είναι πως πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση, με το CD να περικλείεται σ’ ένα άψογο βιβλιαράκι 30 σελίδων (με στίχους και πληροφορίες), σχεδιασμένο από την Ήρα Σταματοπούλου. Λέμε «πολύ ενδιαφέρουσα», γιατί αρκετά κομμάτια είναι πολύ καλά, μερικά απλώς καλά κ.λπ. Λογικό είναι εξάλλου, σε μια συλλογή, να υπάρχει γκάμα ποιοτήτων.
Επίσης να πούμε πως από τα δεκατρία tracks της “INNσόμνια” τα δώδεκα είναι τραγούδια, ενώ ένα είναι ορχηστρικό. Μάλιστα, τα δώδεκα κομμάτια έχουν ελληνικό στίχο, που τραγουδιέται ή σπηκάρεται – κάτι, που επίσης θα πρέπει να το σημειώσουμε.
Το άλμπουμ ανοίγει με το πολύ καλό «Πόσο ευχάριστη έκπληξη» των Mechanimal, με Γιάννη Παπαϊωάννου, Θέκλα Τσελεπή, τους στίχους της Αγγελικής Βρεττού και με τα electro vibes να στέκονται γερά, για μιαν ακόμη φορά.
Ακολουθεί το «Μετάβαση» των Φωνόπτικον, σε μουσική, στίχους, φωνητικά και παραγωγή από τον Στέφανο Κωνσταντινίδη. Πιο σκοτεινό, με ατέρμονα και επαναλαμβανόμενα passages, που αποκτά όμως πιο electro-pop χαρακτηριστικά στην εξέλιξή του. Ενδιαφέρον.
Το «Όλα καίνε» των Strawberry Pills, με στίχους από τον Αριστομένη Θεοδωρόπουλο, είναι techno, με τις φωνές να ακούγονται κάπως off, φέρνοντας στην μνήμη μας από... Λουκά («Ηλεκτρονική εποχή»), έως Χωρίς Περιδέραιο. Υπάρχει περαιτέρω και μια electro-punk αυθάδεια στο κομμάτι, που του δίνει (και) άλλο χρώμα.
Η συνεργασία Παιδί Τραύμα - Φοίβος Δεληβοριάς στο «Λάθος τρένο» κάπου χωλαίνει. Αργή electro μπαλάντα, με την φωνή του Φ. Δεληβοριά να ακούγεται παράταιρη. Ωραίοι οι στίχοι (Παιδί Τραύμα).
Ενδιαφέρον και το «Δεν πειράζει» του Mazoha, σε πιο electro-rock κατεύθυνση και με τον μπαγλαμά να κάνει την διαφορά, μετά την μέση του κομματιού.
Ο «Ζέφυρος» του Κ.Βήτα είναι το πρώτο τραγούδι της συλλογής, που δεν έχει πλήκτρα – παρά μόνο ακουστικές κιθάρες, ξυλόφωνο και φωνές. Μπαλάντα. Συμπαθητική.
Στο ίδιο πάνω κάτω ύφος, αλλά με σαφώς καλύτερα αποτελέσματα, το «Αυτό το καλοκαίρι» του The Boy είναι, και αυτό, από τα ενδιαφέροντα τραγούδια της “INNσόμνια”.
Τα Παιδιά της Παλαιότητας συμμετέχουν στην συλλογή διασκευάζοντας το “Staring” από την εποχή των Mary & the Boy / Felizol και του άλμπουμ “Timemachine” (2009). Μουσική, (ελληνικοί στίχοι) The Boy. Απόδοση από την τριάδα Π.Ε. Δημητριάδης, Μάριο Πλασκασοβίτης, Χριστίνα Παπαλίτσα. Καλή διασκευή
Το «Ασθένειες και εκφυλισμοί» του Larry Gus είναι μέσα στα δυο-τρία καλύτερα tracks της συλλογής. Ένα ευχάριστο ποπ τραγούδι, που διατηρεί μια «τρέλα» σε όλη την εξέλιξή του.
Και ο «Αθηνέζος» του Prins Obi είναι εξαιρετικός. Σε σέβεντις φόρμες, με το πιάνο να κάνει την διαφορά σ’ ένα ύφος Κώστα Τουρνά, Αλέξανδρου Μολφέση, Κώστα Ναούμη κ.λπ. Φυσικά με το σπρώξιμο στο τώρα, που δημιουργεί η ενοργάνωση. Έκπληξη συνολικά. Και σαν φωνές, λόγια κ.λπ.
Ο «Μπάλος» των Regressverbot είναι το μοναδικό ορχηστρικό track της συλλογής, με hints από Kraftwerk, μέχρι... Ψυγείο Ψυγείο. Παραπάνω από ενδιαφέρον.
Το προτελευταίο track της “INNσόμνια” είναι και το καλύτερο του άλμπουμ. Η Vassiłina για μιαν ακόμη φορά θα κάνει την διαφορά, δείχνοντας και πάλι δυνατότητες πολύ αξιόλογης τραγουδοποιού. Electro-pop, με ελληνικό στίχο, και με νόημα προς κάθε διάσταση.
Το άλμπουμ θα κλείσει με το μεγαλύτερο σε διάρκεια track, το 6λεπτο «Θα μιλήσω γι’ αυτούς» του Μανώλη Αγγελάκη. Βασικά, εδώ, μέσα από ένα περιβάλλον που υφαίνουν οι κιθάρες, ξεπετάγονται οι στίχοι του ποιητή Χρίστου Λάσκαρη. Σαν κλείσιμο είναι ό,τι πρέπει και οι στίχοι του σημαντικού ποιητή, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Πάτρα, πάντα συγκλονιστικοί.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 408

17/10/2021
Γούσταρε και την τζαζ ο ποιητής και άλλα διάφορα Γιώργος Κακουλίδης, που πέθανε σήμερα. Όποτε συναντιόμασταν –καθώς παλιότερα διασταυρώνονταν οι δρόμοι μας σε κοινά μέρη (Δράκου, Μακρυγιάννη κ.λπ.)– και πριν από το «γεια», πάντα θα μου έλεγε για κάτι που είχε ακούσει και που τον είχε συγκινήσει. Και μου είχε κάνει εντύπωση εκείνη η συμπεριφορά του, που ήταν αυθόρμητη και ανεπιτήδευτη, διατηρώντας έναν ενθουσιασμό μικρού παιδιού, που ξαφνικά κάτι ανακαλύπτει και θέλει να μιλάει μόνο για κείνο. Στη μνήμη του...
https://www.youtube.com/watch?v=OYitm3eJqi8

16/1/2021
Τι είναι αυτό; Κομμάτια από τα «Βοήθεια! Ο Βέγγος Φανερός Πράκτωρ 000» και «Θου-Βου Φαλακρός πράκτωρ - Επιχείρησις: Γης μαδιάμ» μαζί με τίποτα «ρετάλια» που απορρίφθηκαν εξ αρχής, και συρράφτηκαν μετά όλα μαζί; Πραγματικά, πολύ περίεργο...
Όλα όσα γράφονται και φαίνονται πάνω στην καταχώρηση είναι τρελά και περίεργα... τίτλοι, φωτογραφίες, λεζάντες, τα πάντα. Αν είναι δυνατόν... Οι τζέιμσμποντικοί σε παράκρουση.

15/10/2021
1η Ολυμπιάδα Τραγουδιού, 1968.
Ο Παττακός ήθελε να καλοπιάσει το κέντρο της Ευρώπης κι είχε δώσει το πρώτο βραβείο σ' έναν χλιαρό Βέλγο, αντί να το πάρει η Τζενάρα... μ' αυτή την τραγουδάρα...
(μουσική-στίχοι: Ανδρέας Οικονόμου - Κική Σεγδίτσα)
https://www.youtube.com/watch?v=XWLsY9zCfp0

15/10/2021
Εν τω μεταξύ συνιστά ένα είδος δολιοφθοράς η επονομασία της κακοκαιρίας ως Μπάλλος, για μας που ασχολούμαστε με την μουσική, το ροκ, το ελληνικό ροκ κ.λπ.
Όλες οι αναφορές στον ένα και μοναδικό «Μπάλλο» του Σαββόπουλου έχουν οπισθοχωρήσει κατά πολύ στο search, στο google, καθώς αν χτυπήσεις «Μπάλλος» οι πρώτες 5-6 σελίδες δεν αφορούν στον δίσκο του Σαββόπουλου, ούτε φυσικά στον νησιώτικο χορό, μα στην κακοκαιρία.
Δεν ξέρω πότε και πώς θα αποκατασταθεί η τάξη, αλλά κατ’ εμέ υπάρχει θέμα με τις ονομασίες (γενικότερα) και μ’ αυτούς που τις αποφασίζουν.

15/10/2021
O μόνος Mπάλλος με δύο λάμδα είναι αυτός. Τον άλλο κακώς τον γράφουνε με δύο...
[όλα όσα αξίζει να ξέρετε για τον αληθινό Μπάλλο με δύο λάμδα υπάρχουν εδώ]
https://www.lifo.gr/culture/music/o-mpallos-toy-dionysi-sabbopoyloy-kykloforise-tetoies-meres-prin-apo-50-hronia

14/10/2021
Υπάρχουν τραγουδιστές πανάγνωστοι, που έχουν πει αριστουργήματα σε πρώτη εκτέλεση, χωρίς να τα κάνουν επιτυχίες. Επιτυχίες γίνανε χρόνια αργότερα με άλλους. Iδανική εκτέλεσητραγουδάει όντως σαν (πρώην) πλουσιόπαιδο
https://www.youtube.com/watch?v=fdllGxu_A_M
Το πλουσιόπαιδο, Χρήστος Γιαννάς, Μανώλης Χιώτης, Χρήστος Κολοκοτρώνης (1952)

14/10/2021
Ακόμη ένα ποίημα του Βασίλη Στεριάδη.
Το είχαμε ανεβάσει στο blog πριν από 9 χρόνια.
(1970)
η αρραβωνιαστικιά μου

Ο εξάδελφος Μανώλης
πιθανή συγγένεια με το γένος των ανθρώπων
σαν τους σιχαμένους. Ο μικρός το δέμας, ειδικός
επί των κυττάρων της προσόψεως. Μου έλειπε το πρόσωπο
και το έχασα στον πόλεμο τους είπα, φυσικά τους είπα
ψέματα. Η θεία μου ήτανε πεθαμένη στην αρχή της άλλης
πόλης. Το κατάλαβε πως άκουγα τη μουσική που ερχόταν
από σπάνιο ύψος κι έγραφα κι έβριζα τη Μαρία
και τη μάνα που με γέννησε. Στο γάμο μου έφεραν λουλούδια
κι αντικείμενα από μέταλλο. Ήμουν περίλυπος μ’ αυτή τη θεία
που πέθανε. Έβγαινε ο ήλιος τώρα κι έκανε στην πόρτα
μια λευκή κηλίδα. Άρχισα να διορθώνομαι λίγο-λίγο
σαν παιδί. Έβγαζα μάτια, δόντια και μαλλιά
ώσπου είδα πάλι στην πραγματικότητα την αρραβωνιαστικιά
μου· ερχόταν απ’ την άλλη πόλη με το φίλο της, όπως
κρατάμε τα σκυλιά στην αλυσίδα. Έκοψα το τηλέφωνο
κι έγινα ιατρός ψυχών.


14/10/2021
>>Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η ποιητική σκηνή της «γενιάς του 70'» και ποιητές όπως ο Βασίλης Στεριάδης και ο Λευτέρης Πούλιος. Όλοι εναντιώθηκαν στο στρατιωτικό καθεστώς που είχατε τότε. Η ποίηση του πρώτου ισορροπούσε ανάμεσα στην διαμαρτυρία και τον σουρεαλισμό, προσπαθώντας να βρει την δημιουργική γραφή μέσα του.<<
Thurston Moore
[Κάποιος του τα είχε σφυρίξει, πιθανώς και από το «δισκορυχείον» - μπράβο του που τα εκτίμησε]
[Βασίλης Στεριάδης, 1970 - Ο γάμος μου και τα πουρνάρια]

14/10/2021
Θέμος Λεονάρδος. Σύζυγος παλιά της Σωτηρίας Λεονάρδου. Πέθανε πριν από δυο χρόνια. Περίπτωση. Εν πολλοίς ανεξερεύνητη. Όπως τόσες και τόσες...
https://www.youtube.com/watch?v=zJwslOVFa90

DARRELL KATZ & ODDSONG ένα απαιτητικό άλμπουμ για ακραιφνείς jazz-fans

Κιθαρίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής, band leader και αρχηγός, γενικότερα, μικρών και μεγαλύτερων σχημάτων, ο Darrell Katz έχει νέο CD σε κυκλοφορία, αυτή την φορά μαζί με τους Oddsong. Λέμε «αυτή την φορά», επειδή τον περασμένο Νοέμβριο γράψαμε για ένα άλλο άλμπουμ τού Darrell Katz, με την JCA Orchestra εκείνη την φορά. Μα και το σχήμα Oddsong το έχουμε ξανασυναντήσει σ’ ένα review από το 2016.
Μία σταθερά στα projects του Darrell Katz είναι η ποίηση της συζύγου του Paula Tatarunis (1952-2015), καθώς αυτή ακούγεται σε τρία τουλάχιστον άλμπουμ του, τα “Live at The BPC” [JCA Recordings, 2020], “Rats Live On No Evil Star [JCA Recordings, 2018] και “Jailhouse Doc With Holes In her Socks” [JCA Recordings, 2016] (για όλα υπάρχουν reviews στο «δισκορυχείον»).
Μία επόμενη πολύ βασική σταθερά στα σχήματα του Darrell Katz είναι η τραγουδίστρια-βοκαλίστα Rebecca Shrimpton. Δεν θα ήταν, δε, παράταιρο αν λέγαμε πως και το πιο νέο CD τού Darrell Katz με τους Oddsong, το Galeanthropology [JCA, 2021], περνάει από πάνω της ή μάλλον από το λαρύγγι της. Η Shrimpton και απαγγέλλει, και τραγουδάει, και βοκαλίζει, κρατώντας έναν κεντρικό ρόλο στο αφήγημα. Κυρίως, όμως, έχει τον τρόπο, την τεχνική, να ερμηνεύει –με την φωνή της να αναδεικνύεται σ’ ένα τέλειο «εργαλείο», όπως έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε στο “Guiding narrative”– με τους στίχους τής Tatarunis να περιστρέφονται γύρω από το αναπόφευκτο των ατυχιών στην καθημερινή ζωή και με το 5χορδο βιολί τής Helen Sherrah-Davies να κερδίζει τις εντυπώσεις στο οργανικό-σολιστικό επίπεδο. Από την άλλη μεριά μπορεί πίσω από κάθε track να κρύβεται και μια προσωπική ιστορία που συνδέει τα λόγια της Tatarunis, με τις μουσικές του Darrell Katz, χωρίς τούτο να καθιστά το “Galeanthropology” ερμητικό και αυτοαναφορικό.
Στο “Women talking” ο Katz χρησιμοποιεί παράλληλες εγγραφές της φωνής, για να δώσει μιαν ειδική εντύπωση στην αφήγηση, δημιουργώντας ένα κολάζ φωνών στο στούντιο, με την μαρίμπα και το βιμπράφωνο της Vessela Stoyanova να προσθέτουν σε χαρακτηριστικά ηχοχρώματα.
Γενικώς, με διάφορες τεχνικές και παρεμβάσεις, ενορχηστρωτικές και άλλες, ο Katz επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τους στίχους της Tatarunis, που άλλοτε είναι περισσότερο φιλοσοφικοί, άλλες φορές διαθέτουν χιούμορ κ.λπ., εμμένοντας στις δυνατότητες της ορχήστρας να παράγει ιδιαίτερα ηχοχρώματα, χρησιμοποιώντας όχι εντελώς αναμενόμενα όργανα (αναφέραμε ήδη κάποια και ας προσθέσουμε σε αυτά και το βαρύτονο σαξόφωνο).
Πάντως, λίγο πριν από την μέση το “Galeanthropology” αποκτά μιαν άλλη τροπή, γιατί όχι και ομορφιά, καθώς οι versions κυριαρχούν – και μάλιστα versions ανέλπιστες, ειδικές, παράξενες και σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέρουσες. Εδώ λοιπόν ακούγεται το κλασικό παραδοσιακό “I am a poor wayfaring stranger”, το “Sweet baby James” του James Taylor, το “Duke Ellingtons sound of love” του Charles Mingus, το “Belly button window” του Jimi Hendrix, το “Dirty water” των Standells κ.λπ., με την Rebecca Shrimpton να κάνει θαύματα με την φωνή της, διαμορφώνοντας κάθε φορά κι ένα διαφορετικό σκηνικό ικανό να σε πάει «αλλού», τη βοηθεία των ευφάνταστων passages των Oddsong.
Επαφή: www.darrellkatz.com

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2021

MICHAEL MANTLER, CRAIG TABORN, ANDREW CYRILLE QUARTET, MARCIN WASILEWSKI TRIO, AYUMI TANAKA TRIO, MARC JOHNSON, MATHIAS EICK – οι νέες κυκλοφορίες της ECM συνδυάζουν την τζαζ ιστορία με τις σύγχρονες αισθητικές απαιτήσεις

Οι πιο νέες κυκλοφορίες της ECM (στην Ελλάδα από την AN Music) βρίσκονται για μιαν ακόμη φορά στον προμαχώνα της σύγχρονης τζαζ.
Μουσικοί με τεράστια ιστορία, που ξεκίνησαν στην δεκαετία του ’60 ή και πιο πριν –τότε που άλλαξαν πολλά ή τα πάντα σε σχέση με την τζαζ– και άλλοι, πολύ νεότεροι, που γεννήθηκαν μετά τα μέσα του ’80, προτείνουν άλμπουμ, σίγουρα ξεχωριστά, που έχουν τον τρόπο να κρύβουν όχι εύκολες συγκινήσεις.
MICHAEL MANTLER: 
Coda – Orchestra Suites [ECM Records, 2021]
Ο 78χρονος αυστριακός συνθέτης και τρομπετίστας της contemporary music Michael Mantler εξακολουθεί να βρίσκεται επί των επάλξεων προτείνοντας νέα άλμπουμ – όχι αναγκαστικά με νέα μουσική, αλλά σίγουρα νέα, όσον αφορά στις ενορχηστρώσεις που ετοιμάζει γι’ αυτά, και άρα νέα σε σχέση με τις σημερινές δημιουργικές απόψεις του.
Στο πιο πρόσφατο, το “CodaOrchestra Suites”, ο Michael Mantler αντλεί από το παρελθόν του ιδέες, συνθέσεις ολόκληρες δηλαδή, τις οποίες αναπλάθει και μεταμορφώνει μέσω μιας καταπληκτικής ορχήστρας, που μπορεί να μην έχει όνομα, αλλά μοιάζει με την Jazz Composers Orchestra Update (που είχε δώσει εκείνο το άλμπουμ στην ECM, το 2014), την μετεξέλιξη, ας το πούμε έτσι, της περίφημης Jazz Composers Orchestra.
Στο “CodaOrchestra Suites” ο Michael Mantler αντλεί υλικό από τα άλμπουμ του: α. “13 & 3/4” [WATT, 1975], που συνυπέγραψε τότε με την Carla Bley, για την δημιουργία τής σημερινής “Two thirteen suite”, β. “Folly Seeing all This” [ECM, 1993], για την ανάπλαση τής τωρινής “Folly suite”, γ. “Alien” [WATT, 1985], που ολοκλήρωσε μαζί με τον Don Preston, προκειμένου να επανα-ενορχηστρώσει, τώρα, την “Alien suite”, δ. “Cerco Un Paese Innocente” [ECM, 1995], για την διασκευή τής “Cerco suite”, συν ε. και στ. “Hide and Seek” [ECM, 2001] και “For Two” [ECM, 2011], για τον επαναπροσδιορισμό τής “HideSeek suite”.
Ο Michael Mantler έχει την γνώμη πως ένα μεγάλο κομμάτι των καταγραμμένων συνθέσεών του χρειάζεται ξανακοίταγμα (και δεν είναι ο μόνος φυσικά, στην ομήγυρη των συναδέλφων του). Πως υπάρχουν κρυμμένες διαστάσεις, τέλος πάντων, σε διάφορες συνθέσεις του, τις οποίες οφείλει να αναδείξει μέσω μιας σημερινής προσέγγισης και παραγωγής.
Και αυτό πράττει στο “CodaOrchestra Suites” ο αυστριακός μουσικός, με την βοήθεια τούτης της εκπληκτικής 27μελούς ομάδας υπό τον Christoph Cech, που διαθέτει όλα τα κλασικά όργανα, δηλ. φλάουτο, όμποε, κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, τρομπέτα (παίζει ο ίδιος ο Michael Mantler), γαλλικό κόρνο, τρομπόνι, τούμπα, και ακόμη sections με βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα και κοντραμπάσο, συν βιμπράφωνο, μαρίμπα, πιάνο (παίζει ο David Helbock) και ηλεκτρικές κιθάρες (πολύ σημαντικός, εδώ, ο ρόλος του Bjarne Roupé, από τα παλαιά δανέζικα γκρουπ EGBA και Alpha Centauri, μα και με συμμετοχή στο “Aura” του Miles Davis, ανάμεσα σε δεκάδες άλλα άλμπουμ).
Έτσι, λοιπόν, εκείνο που τελικά εμφανίζεται στο “CodaOrchestra Suites” είναι ένα «νέο έργο» συνολικά, αποτελούμενο από πέντε σουίτες, με διάρκειες περί τα δέκα και έντεκα λεπτά η καθεμιά, που ηχούν με συναρπαστικό τρόπο, εμφανίζοντας έναν «κομψό» και λυρικό, από συνθετικής πλευράς, Michael Mantler, με εμφανείς επιρροές από μεγάλο φάσμα της σύγχρονης μουσικής, από το ’60 και μετά (jazz, improv, contemporary music, fusion, progressive rock, chamber music, new classical κ.λπ.), κεντρίζοντας και έλκοντας την προσοχή του ακροατή, όχι με πειραματισμούς, ενορχηστρωτικές ατασθαλίες και «προχωρημένα» patterns, μα με μια βαθιά πρόταση –που προκαλεί και ανασύρει εικόνες, εμφανίζοντας, σε μεγάλο μέρος της, cinematic χαρακτηριστικά– απολύτως γόνιμη και εντελώς συναρπαστική καθ’ όλη την διάρκεια και εξέλιξή της!
Η ηχογράφηση από το Viennas Porgy & Bess Studio τον Σεπτέμβριο του 2019 και η μείξη στα γαλλικά Studios La Buissonne είναι αναφοράς.
CRAIG TABORN: 
Shadow Plays [ECM Records, 2021]
O αμερικανός πιανίστας Craig Taborn (γενν. το 1970 στο Detroit) είναι ένας ξεχωριστός και σημαντικός μουσικός για την σύγχρονη σκηνή – με τις ιδέες του να μετατρέπονται συνεχώς σε άλμπουμ, διαφορετικά άλμπουμ, που δείχνουν απλώς, πως μπορεί να κινείται με μεγάλη άνεση τόσο εντός, όσο και εκτός ορίων.
Να θυμηθούμε την ηχογράφησή του με τους Junk Magic Compass Confusion” (2020), τον κοινό δίσκο του με τον συνάδελφό του Vijay IyerThe Transitory Poems” (2019) την παρουσία του στους σπουδαίους Chris Lightcaps Bigmouth (ένας από τους δεκάδες σχηματισμούς, με τους οποίους έχει συνεργαστεί) κ.λπ. Καινοτόμος και ρηξικέλευθος, δοκιμάζοντας πολύ με ηλεκτρονικά, σε παράξενες κατευθύνσεις, μα και πιο «κλασικός», όταν το θελήσει, ο Craig Taborn, φιλοδοξεί με κάθε νέα δουλειά του να κάνει την διαφορά.
Κάτι που συμβαίνει και με την τελευταία ηχογράφησή του για την ECM, το εντελώς προσωπικό, πιανιστικό, CDShadow Plays”, ένα σόλο-πιάνο άλμπουμ ηχογραφημένο στο Wiener Konzerthaus (της Βιέννης), στις 2 Μαρτίου 2020.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει επτά συνθέσεις-αυτοσχεδιασμούς του Taborn, από σχεδόν έξι λεπτά έως και σχεδόν δέκα εννέα (!), με το σετ να περιλαμβάνει ακόμη 17λεπτα και 12λεπτα tracks!
Όπως αντιλαμβάνεστε εδώ έχουμε μια πολύ ιδιαίτερη πρόταση, που θα μπορούσε να θεωρηθεί, κατά μίαν έννοια, και ως συνέχεια του “Avenging Angel” [ECM, 2011], ενός άλλου σόλο-πιάνο CD τού Αμερικανού, που είχε αναδείξει, όσο καλύτερα γινόταν, την συνθετική και αυτοσχεδιαστική πληρότητά του.
Δεινός αυτοσχεδιαστής, που εκμεταλλεύεται όλα τα volumes και τα ηχοχρώματα, από την ησυχία και την θωπεία των πλήκτρων, μέχρι την πλήρη και καταιγιστική πιανιστική έκρηξη, από τα αργά και νωχελικά tempi, μέχρι τα δυναμικά clusters, και από τις ιμπρεσιονιστικές μελωδίες μέχρι τις μινιμαλιστικές και contemporary παρεκτροπές, ο Craig Taborn είναι εδώ για να συνομιλήσει με το κοινό του με πολύ απαιτητικούς όρους – όπως συμβαίνει, εξάλλου, με κάθε σημαίνοντα αυτοσχεδιαστή.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/ecm-records-nees-kyklofories-poy-syndyazoyn-tin-tzaz-istoria-me-tis-syghrones

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2021

FLYING NORWEGIANS τα δύο πρώτα άλμπουμ του νορβηγικού country-rock γκρουπ, από τα μέσα του ’70

Country από την Νορβηγία των seventies; – θα μπορούσε να είναι μία πρώτη ερώτηση. Γιατί όχι, όμως;
Τα country και country-rock ηχοχρώματα έφτασαν παντού εκείνη την δεκαετία –ακόμη και στην Ελλάδα– και κάθε χώρα, που είχε να επιδείξει μια κάποια ροκ σκηνή, δεν παρέλειπε να την εφοδιάζει και με αυτούς τους ήχους. Country και country-rock μάχη γινόταν, ας πούμε, στην Ιαπωνία την συγκεκριμένη δεκαετία, όμως και στον ευρωπαϊκό βορρά, αναπτύσσονταν οι συγκεκριμένοι ήχοι, με αρκετά αξιοσημείωτα γκρουπ να συμβάλλουν στην οριοθέτηση τους. Ήχοι, που πολλές φορές κρύβονται πίσω από άλλες ονομασίες (rural rock ας πούμε), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα country ηχοχρώματα ήταν «χωμένα» (και) μέσα στα progressive περιβάλλοντα (λογικό κι αυτό).
Το country rock στην Νορβηγία κινήθηκε, βασικά, από ένα όνομα, έναν μουσικό, που είχε πρωτοστατήσει στην δημιουργία πολλών και πολύ καλών γκρουπ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70 – κι ένα από εκείνα τα γκρουπ ήταν οι Flying Norwegians.
FLYING NORWEGIANS: New Day [Apollon Records, 2021]
Το πρώτο LP των Flying Norwegians, που θα ξανατυπωθεί σε βινύλιο και CD από την νορβηγική Apollon Records (επισήμως στις 29 Οκτωβρίου), είχε τίτλο “New Day” κι είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά από την Sonet, το 1974. Μέλη των Flying Norwegians, εκείνη την εποχή, ήταν οι Rune Walle φωνή, κιθάρες, slide κιθάρες, μπάντζο, φυσαρμόνικα, Cato Sanden φωνή, κιθάρες, Jarle Zimmermann φωνή, πλήκτρα, Johannes Torkelsen μπάσο και Gunnar Bergstrøm ντραμς, ενώ βοηθούσε σε δύο tracks, με την pedal steel κιθάρα του, ο Harald Dyb.
Η κύρια «μορφή» λοιπόν πίσω από τους Flying Norwegians ήταν ο Rune Walle, ο οποίος νωρίτερα είχε περάσει από τα γκρουπ Oriental Sunshine, Hole In the Wall και Saft (όλα πολύ καλά – το καθένα στο στυλ του), ενώ λίγο αργότερα θα εμφανιζόταν και με τους Αμερικανούς Ozark Mountain Daredevils! Αυτός ήταν που είχε διαλέξει τρεις νέους μουσικούς να τον πλαισιώσουν (τους Sanden, Zimmermann και Torkelsen), με την πεντάδα να συμπληρώνεται από τον Bergstrøm, που είχε περάσει κι αυτός από τους Saft, συμμετέχοντας αργότερα σε μιαν επόμενη line-up των Hole In the Wall.
Ο Rune Walle λοιπόν είναι ο άνθρωπός μας, εκείνος που συμμετείχε συνθετικώς στα περισσότερα από τα (πρωτότυπα) τραγούδια των Flying Norwegians, εκείνος που τραγουδά ορισμένες φορές ή γράφει και στίχους.
Τα τραγούδια των Flying Norwegians είναι πολύ καλά και διακρίνονται, χοντρικώς, από τα... αυθεντικά αμερικάνικα, επειδή τα ηλεκτρικά κιθαριστικά παιξίματα ενίοτε βγαίνουν πολύ μπροστά, θυμίζοντας στιγμές από ένα κορυφαίο άλμπουμ της (ευρωπαϊκής) εποχής, με πολλά rural/progressive στοιχεία, το πρώτο των Δανών Culpepers Orchard. Στην Δανία εξάλλου συνετέθησαν και δοκιμάστηκαν τα τραγούδια των Flying Norwegians, σε μια εγκαταλειμμένη φάρμα... κι εκεί τέλος πάντων άνθισαν, πριν πάρουν τον δρόμο προς της δισκογραφία.
Τουλάχιστον τέσσερα από τα έντεκα κομμάτια του άλμπουμ παίρνουν πολύ καλό βαθμό, για να μην πούμε άριστο (“Young man”, “Times drawing circles”, “New day”, “Youll come around”), ενώ και τα υπόλοιπα είναι αρκετά καλά, με ωραία, πάντα, παιξίματα, που, στα μακρύτερα στο χρόνο, «ξεφεύγουν», με φωνές, φωνητικά και chorus τραγούδισμα πολύ προσεγμένα, με τις αρμονίες να στέκονται γερά και με την γενικότερη διάθεση να είναι αυτή που αναμένει κάποιος από ένα πολύ καλό country-rock LP (με κάποια progressive στοιχεία σ’ ένα-δύο tracks).
FLYING NORWEGIANS: Wounded Bird [Apollon Records, 2021]
Δύο χρόνια αργότερα (1976) οι Flying Norwegians θα κυκλοφορήσουν το δεύτερο LP τους, το “Wounded Bird” (το... βλέπετε στο εξώφυλλο), επίσης στην Sonet και με την ίδιαν ακριβώς line-up, δηλ. τους Rune Walle, Cato Sanden, Jarle Zimmermann, Johannes Torkelsen και Gunnar Bergstrøm. Και αυτό το άλμπουμ θα ξανατυπωθεί από την Apollon Records προς το τέλος του μήνα, δίνοντας την ευκαιρία στους fans να το ακούσουν και να το εκτιμήσουν.
Παρότι το “Wounded Bird” ήταν ηχογραφημένο από τους ίδιους ανθρώπους, στο ίδιο στούντιο που είχε γραφτεί και το “New Day” (λέμε για το στούντιο του Arne Bendiksen), στην πράξη πρόκειται για ένα διαφορετικό άλμπουμ – πιο... επαγγελματικό. Αυτό δεν σημαίνει πως... βαθμολογείται σώνει και καλά πιο χαμηλά, αφού περιέχει κι αυτό πολύ καλά κομμάτια, περισσότερες ενορχηστρωτικές καινοτομίες (με την χρήση ελαφρών synths π.χ.) και γενικότερα περισσότερο αμερικάνικο «άρωμα» (στα πιο πολλά tracks τουλάχιστον).
Μάλιστα, εκείνη την εποχή (το 1976 λέμε πάντα) είχε παιχθεί κάτι και για μια κυκλοφορία του δίσκου στην Αμερική, που τελικά δεν συνέβη. Όπως δεν συνέβη και η βράβευση τού “Wounded Bird” με τα νορβηγικά μουσικά βραβεία Spellemann, επειδή κανείς δεν σκέφτηκε να στείλει μια κόπια στην επιτροπή, ώστε να γίνει η αξιολόγηση.
Πάντως ο Bendiksen δεν το άφησε έτσι – αν και δεν του βγήκε όπως, ίσως, θα ήθελε. Επειδή αντιπροσώπευε την A&M στην Νορβηγία εκείνα τα χρόνια, όταν οι Ozark Mountain Daredevils (γκρουπ της A&M) είχαν έρθει για περιοδεία στην Ευρώπη τους κάλεσε να παίξουν και στην Νορβηγία. Και όντως. Support στους Ozark Mountain Daredevils βρέθηκαν να παίζουν οι Flying Norwegians… και κάπως έτσι έγινε η πολυπόθητη επαφή. Αντί όμως να φύγει για Αμερική ολάκερο το νορβηγικό γκρουπ, οι Ozarks πήραν μαζί τους μόνον τον Rune Walle, ο οποίος φαίνεται πως τους είχε εντυπωσιάσει με το παίξιμό του.
Ο Walle θα συμμετείχε σε τέσσερα άλμπουμ των Ozarks, τα “Men from Earth” [A&M, 1976], “Dont Look Down” [A&M, 1977], “Its Alive” [A&M, 1978] και “Ozark Mountain Daredevils” [Columbia, 1980], εγκαταλείποντας ουσιαστικά το γκρουπ, με τους υπόλοιπους Flying Norwegians να συνεχίζουν για μερικά ακόμη χρόνια, χωρίς εκείνον στην σύνθεσή τους (αν και ο Walle θα εμφανιζόταν ως guest σε κάποιους μεταγενέστερους δίσκους τους).
Το γρήγορο (bluegrass) “Lets walk to the river”, η μπαλάντα “Evening prayer” (που θυμίζει Crazy Horse) και το “Its over” είναι μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του “Wounded Bird” – του δεύτερου πολύ καλού LP, ενός country-rock νορβηγικού γκρουπ των seventies που ακούει στο όνομα Flying Norwegians και που αξίζει να το μάθει, τώρα, ο κόσμος.
Επαφή: www.apollonrecords.no