Δευτέρα 31 Ιουλίου 2023

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ το νέο τεύχος #82

O Μετρονόμος, το καλό περιοδικό για το «έντεχνο τραγούδι», συμπληρώνει 82 τεύχη με το παρόν Απριλίου-Ιουνίου 2023. Με 80 σελίδες, με άψογη ασπρόμαυρη εμφάνιση και με τιμή 10 ευρώ, ο Μετρονόμος φιλοδοξεί και το κατορθώνει, με τα συνεχή αφιερώματά του, να δημιουργεί όχι ένα περιοδικό επικαιρικό και αναλώσιμο, μα μία έκδοση αρχείου.
Έτσι συμβαίνει και με το τρέχον τεύχος, που είναι αφιερωμένο στον Γιώργο Ανδρέου, ένα συνθέτη, που πρωτοστάτησε με τα τραγούδια του στην αναθέρμανση του «έντεχνου» στην δεκαετία του ’90 (και μετά απ’ αυτήν).
Οι πρώτες δέκα εννέα σελίδες του περιοδικού είναι αφιερωμένες στον Γ. Ανδρέου λοιπόν, η παραγωγή του οποίου προσεγγίζεται μέσα από διαφόρων ειδών κείμενα, που περιλαμβάνουν συνεντεύξεις, σκέψεις γύρω από την δική του ποίηση, μα και γύρω από το πώς αντιμετωπίζει ο ίδιος, ως συνθέτης, τον ποιητικό λόγο άλλων, ενώ υπάρχει κείμενο ακόμη και για το ροκ συγκρότημα, τους Αλέ Ρε Τουρ, μέσω του οποίου εμφανίστηκε στην δισκογραφία, το 1984.
Από ’κει και πέρα η ύλη του συγκεκριμένου τεύχους επεκτείνεται σε πολλά και διαφορετικά θέματα, όπως είναι οι συνεντεύξεις (ο Σωτήρης Κακίσης μιλά στον Ηρακλή Οικονόμου, ο Τάσος Καρακατσάνης μιλά στον Σταύρο Γ. Καρτσωνάκη κ.λπ.), υπάρχει το δεύτερο αφιέρωμα «μουσική και θέατρο», ενώ άκρως ενδιαφέρον βρήκα το άρθρο του Κωνσταντίνου Τσικλέα για τον πιανίστα και διακεκριμένο δάσκαλο του πιάνου Αυστριακό Μαξ Χάλλεκερ (1922-2005), που από το 1970 ζούσε μονίμως στην Ελλάδα, όπως και το ανάλογο (άρθρο) του Κώστα Προβατά για τον συνθέτη-τραγουδοποιό Γιάννη Κ. Ιωάννου.
Ωραίο τεύχος, το οποίο θα απολαύσουν οι φίλοι του ελληνικού τραγουδιού και της μουσικής.
Επαφή: www.metronomos.gr

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

σε ποια ποπ-ροκ συγκροτήματα της δεκαετίας του ’60 συμμετείχαν ο Γιώργος Νταλάρας, ο Θάνος Μικρούτσικος και ο Νίκος Καρβέλας; – στη νέα έκδοση του βιβλίου του Νίκου Σάρρου «Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties» βρίσκουμε τις απαντήσεις

Ο χώρος του παλαιού ελληνικού ποπ-ροκ επιφυλάσσει ακόμη πολλές εκπλήξεις, και μάλιστα κινούμενες σε διαφορετικά επίπεδα.
Κατ’ αρχάς ανακαλύπτεται, συχνά, άγνωστο ηχογραφικό υλικό, που πολλές φορές είναι πρώτης τάξεως, και που δίνει ένα ακόμη πιο ξεκάθαρο στίγμα, αναφορικά με το τι ακριβώς παραγόταν εκείνα τα χρόνια, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 – ασχέτως αν αυτό έφθανε, εγκαίρως, στη δισκογραφία.
Έπειτα είναι τα πληροφοριακά στοιχεία, που έχουν να κάνουν με τις διασυνδέσεις και τις μετακινήσεις των μουσικών, από το ένα συγκρότημα στο άλλο, όπως και με τους επαγγελματικούς χώρους στους οποίους εμφανίζονταν – στοιχεία που μας αποκαλύπτουν όλο το πλέγμα της νεανικής διασκέδασης, των παλαιών δεκαετιών.
Ένα τρίτο έχει να κάνει με τα ονόματα αυτά καθ’ αυτά των μουσικών, που απάρτιζαν εκείνα τα νεανικά σχήματα – μουσικοί, που, πολλές φορές, ήταν κάτω των 20 ετών. Πολλοί εξ αυτών μπορεί να έκαναν το χόμπυ τους, παίζοντας τη μουσική που τους άρεσε, αλλά υπήρχαν και πολλοί άλλοι, που δούλευαν από μικροί (κατά τα ειωθότα της εποχής), ως επαγγελματίες μουσικοί, γιατί υπήρχαν οικονομικές ανάγκες. Στην πράξη λέμε για μερικές χιλιάδες μουσικούς, αφού τα νεανικά συγκροτήματα ήταν εκατοντάδες, ανάμεσα στους οποίους συναντάμε πάρα πολλά, πασίγνωστα, αργότερα, ονόματα.
Τώρα, όλες αυτές τις πληροφορίες, μαζεμένες, τις παίρνεις βασικά από το βιβλίο του Νίκου Σάρρου «Τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα των sixties / Ένα φωτογραφικό λεύκωμα», που έκανε πριν από λίγο καιρό (Ιούνιος 2023) την δεύτερη έκδοσή του, για το Όγδοο. 
Για την πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου είχαμε γράψει πριν από οκτώ χρόνια (30 Μαρ. 2015), εδώ στο LiFO.gr και αν, τώρα, το επιχειρούμε και πάλι είναι γιατί η νέα έκδοση διαφέρει, αρκετά, από την προηγούμενη. Πριν, όμως, από τις διαφορές...
Τι κάνει ο Νίκος Σάρρος σ’ αυτό το βιβλίο; Εν τάχει. Καταγράφει δεκάδες συγκροτήματα της ελληνικής ποπ και του ροκ από την δεκαετία του ’60, γνωστά και άγνωστα, με δισκογραφία ή όχι, δίνοντας όλα τα απαραίτητα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία, συνοδεύοντας τα γραφόμενά του με πάμπολλες και σπάνιες φωτογραφίες. Προφανώς οι πηγές του συγγραφέα-ερευνητή δεν είναι τα περιοδικά, οι δίσκοι, οι εφημερίδες, τα βιβλία κ.λπ., αλλά οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, οι οποίοι, μέσα από τις σχετικές επαφές, τον εφοδιάζουν με πληροφορίες και φωτογραφίες.
Με άλλα λόγια υπάρχει πολύ πρωτογενές υλικό εδώ. Υλικό, που δεν θα βρεθεί σε καμία άλλη πηγή (ιντερνετική ή μη) και υπό αυτή την έννοια η δουλειά του Νίκου Σάρρου είναι μοναδική και βεβαίως πολύτιμη, για όλους τους φίλους των ελληνικών μουσικών σίξτις. Όσον αφορά, όμως, στην νέα έκδοση...
Κατ’ αρχάς τα συγκροτήματα, τώρα, καταγράφονται αλφαβητικά και όχι τυχαία, όπως στο βιβλίο του ’15. Έπειτα έχουν διορθωθεί κάποιες αβλεψίες. Για παράδειγμα στη νέα έκδοση υπάρχει κανονικό λήμμα για τους Up Tight, που ήταν ένα από τα καλά και γνωστά γκρουπ των ελληνικών σίξτις, ενώ στην παλαιά έκδοση οι Up Tight καταγράφονταν στο λήμμα “Cool Cats” (δηλαδή κάτω από ένα άγνωστο γκρουπ, που είχε αποτελέσει, απλώς, τον προπομπό τους).
Περαιτέρω, στην πρώτη έκδοση του 2015 τα λήμματα ήταν 165 (απ’ αυτά τα 165 γκρουπ τα 70 περίπου δεν είχαν δισκογραφήσει), ενώ οι φωτογραφίες ήταν περισσότερες από 600! Αυτά τα ούτως ή άλλως εντυπωσιακά νούμερα είναι ακόμη πιο μεγάλα(!) στην πιο νέα έκδοση (οι φωτογραφίες είναι τώρα κοντά στις 650!) – και τούτο είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορούμε να πούμε για το συγκεκριμένο βιβλίο, που «ανεβαίνει» ακόμη περισσότερο και που, πρακτικά, τελειοποιείται.
Προσωπικώς, μέτρησα περί τα 20 γκρουπ, που δεν υπήρχαν στην έκδοση του 2015 και αναγράφονται στην δεύτερη, όπως είναι οι Dave Set, οι Esquires, οι GLX, οι Shooting Stars και άλλοι διάφοροι.
Απ’ αυτούς τους «διαφόρους», όμως, κάποια γκρουπ έχει νόημα να αναφερθούν ξεχωριστά, επειδή μέλη τους υπήρξαν γνωστά ή και πασίγνωστα, τα μετέπειτα χρόνια, ονόματα.
Φυσικά, τέτοια ονόματα υπήρξαν σε συγκροτήματα, που καταγράφονταν και στην πρώτη έκδοση –Ντέμης Ρούσσος, Λουκάς Σιδεράς (Beatniks), Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Crosswords), Λάκης Παπαδόπουλος (Dragons), Σταμάτης Σπανουδάκης (ULS), Νίκος Παπάζογλου (Ronnie and Those), Αντώνης Βαρδής (Vikings, Meteors), Στέλιος Φωτιάδης (Rings, Fratelli), Βλάσσης Μπονάτσος (Darks) κ.ά.– όμως στην τωρινή έκδοση του βιβλίου επεκτείνονται, με μερικές πολύ σημαντικές προσθήκες.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/g-ntalaras-th-mikroytsikos-n-karbelas-se-poia-sygkrotimata-ton-60s-symmeteihan

Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

PANDELIS KARAYORGIS δύο νέα άλμπουμ του πιανίστα της jazz

JEB BISHOP / PANDELIS KARAYORGIS / DAMON SMITH: Duals [Driff Records, 2022]
Τρεις μουσικοί, με άπειρες ώρες ηχογραφήσεων στα στούντιο και πολλαπλάσιες στις ζωντανές σκηνές, συνεργάζονται στο τριπλό CDDuals”, με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.
Λέμε λοιπόν για τον αμερικανό τρομπονίστα, εδώ, Jeb Bishop (που είναι γεννημένος το 1962, που ζει στην Βοστώνη και που έχει συνεργαστεί με άπειρους μουσικούς, σε στούντιο και πάλκα), τον γνωστό μας πιανίστα Παντελή Καραγεώργη (Pandelis Karayorgis), που ζει εδώ και δεκαετίες στην Αμερική (Βοστώνη), οδηγώντας ποικίλα projects μέσα στα χρόνια («μονκικά» και άλλα) και τα οποία δεν γίνονται πάντοτε γνωστά στην Ελλάδα και τέλος τον κοντραμπασίστα Damon Smith, με τεράστια συνεισφορά κι αυτός στην σύγχρονη δημιουργική σκηνή, στενός συνεργάτης του Καραγεώργη (όπως και ο Bishop εξάλλου) και ακόμη των Henry Kaiser, William Hooker, Burton Greene και δεκάδων άλλων...
Αυτοί οι τρεις μουσικοί ενώνονται εδώ, ανά δύο, σχηματίζοντας τρία διαφορετικά ζευγάρια, τα οποία «πιάνουν», το καθένα, από ένα CD. Τρία τα ζευγάρια; Τρία και τα CD (στο“Duals”).
Στο πρώτο λοιπόν ακούμε τους Jeb Bishop τρομπόνι και Damon Smith κοντραμπάσο σ’ ένα ρεπερτόριο (9 tracks, 53:08 η διάρκεια) περισσότερο «ελεύθερο».
Δεν είναι συνηθισμένος ο συνδυασμός μπάσο-τρομπόνι, αλλά εδώ οι δύο μουσικοί βρίσκουν τους τρόπους, τις διεξόδους εκείνες, ώστε η συνεργασία τους να φαίνεται πρόδηλη και φυσική. Μπορεί κάτι τέτοιο να μοιάζει εύκολο ή αναμενόμενο, αλλά δεν είναι. Σίγουρα ευθύνεται γι’ αυτό ο «κώδικας», που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των δύο μουσικών (που δεν συνεργάζονται για πρώτη φορά στο “Duals”), ένας κώδικας που δίνει ώθηση σε παράλληλες πρωτοβουλίες, που έχουν τον τρόπο να ακούγονται κατανοητές και ενδιαφέρουσες.
Θέλουμε να πούμε πως οι μουσικές των Bishop / Smith δεν «κλωτσάνε» τον ακροατή, ούτε τον αναγκάζουν να υπομείνει περιαυτολογικές καταδείξεις. Οι μουσικές των δύο αυτοσχεδιαστών είναι ζωντανές, πάλλουσες, παθιασμένες, με επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις, με απλώματα και συσπειρώσεις, με κρουστή συχνά αντίληψη, κάτι που ακούγεται ευκρινώς στο τελευταίο κομμάτι του Disc 1 (“School device”) και με την βεβαιότητα πως ό,τι παρουσιάζεται εδώ φέρει τον κάματο και την γνώση μιας διαρκούς και μελετημένης προσπάθειας.
Στο DISC 2 ακούγονται οι Παντελής Καραγεώργης πιάνο και Damon Smith μπάσο, σε μια σειρά δώδεκα συνθέσεων, που διαρκούν 62:32. Από τα δώδεκα αυτά κομμάτια, πέντε είναι συντεθειμένα από τον Καραγεώργη και επτά από τον Smith.
Το ντούο πιάνο-μπάσο είναι άλλου τύπου – εξάλλου κάθε τέτοιο ντούο, το ένα μέρος του οποίου είναι το πιάνο, θα ηχεί πάντα «αλλιώς». Ακούμε πρώτα τις συνθέσεις του Καραγεώργη. Φαινομενικά το πιάνο κυριαρχεί «μπροστά», δημιουργώντας σειρές μελωδιών «μονκικής» συχνά κατεύθυνσης, ερμηνευμένες με δύναμη, με το κοντραμπάσο να ακούγεται δυνατό και στιβαρό «πίσω» (με πιτσικάτο παίξιμο στο “Lifgatowy” και με δοξάρι στο “Entanglement” κ.λπ.), συμβάλλοντας υποδόρια στην γενικότερη ορμή των κομματιών, μέσα από μια δημιουργική αντιπαράθεση με το μελωδικό σκέλος (σχολιάζοντας ή προκαλώντας).
Στις συνθέσεις του Smith τώρα τα patterns μοιάζουν κάπως πιο «ασαφή». Ο αυτοσχεδιασμός φαίνεται, εδώ, να χωράει πιο πολύ και να απλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος των κομματιών, με το κοντραμπάσο να «προβοκάρει», μέσω παράξενων ήχων και με σειρές από νότες περισσότερο ενστικτώδεις. Ο Καραγεώργης ανταποκρίνεται ασμένως στο κάλεσμα, με παίξιμο φαινομενικώς συγκρατημένο, αλλά ταυτοχρόνως και λεπτολογημένο. Και σ’ αυτό το CD φαίνεται πως οι κώδικες των δύο μουσικών είναι εκείνοι που λειτουργούν, και που κατευθύνουν το άκουσμα είτε σε πιο contemporary είτε σε πιο improv περιοχές.
Το τρομπόνι του Jeb Bishop και το πιάνο του Παντελή Καραγεώργη πρωταγωνιστούν στο DISC 3, με τα tracks εδώ να είναι δώδεκα (έξι του Καραγεώργη, τρία του Bishop και τρία κοινά), διαρκώντας 64:58.
Βασικά, εδώ, έχουμε δύο όργανα που μελωδούν και που δρουν υποστηρικτικά το ένα προς το άλλο, με τις συνθέσεις, εξαιτίας αυτής ακριβώς της συνύπαρξης, να φαίνονται πιο ολοκληρωμένες και πιο «κοντινές» προς το «μέσο αυτί», χωρίς τούτο να σημαίνει πως είναι «εύκολες» και πως δεν διαθέτουν τις δικές του ιδιομορφίες – καθώς ο Bishop ξέρει να υποσκάπτει, με τα παιξίματά του, το συνολικότερο άκουσμα (“Redarrow” κ.λπ.), με τον Καραγεώργη να κατανέμει τις φρασεολογίες του σε ευρύτερα πλαίσια.
Ωραίο το αρχαιοελληνικό εικαστικό του δίσκου, όπως και γενικότερα η παραγωγή της Driff Records (συνιδιοκτήτης της οποίας είναι ο Παντελής Καραγιώργης).
PANDELIS KARAYORGIS / NATE McBRIDE / LUTHER GRAY: The Hasaan, Hope & Monk Project [Driff Records, 2022]
Την αφορμή γιαυτόν τον piano-trio δίσκο την έδωσε, στον Παντελή Καραγεώργη και κατεπέκταση στους φίλους και στενούς συνεργάτες του Nate McBride (μπάσο) και Luther Gray (ντραμς), η προπέρσινη «ξεχασμένη» κυκλοφορία ενός αγνοημένου γενικώς πιανίστα του hard bop, του Hasaan Ibn Ali (1931-1980) – λέμε για το άλμπουμ “Metaphysics: The Lost Atlantic Album” [Omnivore Recordings], με εγγραφές του Hasaan από το 1965. Έτσι, τα τέσσερα κομμάτι του Hasaan (“Atlantic ones”, “El Hasaan”, “Epitome”, “Viceroy”), που ακούγονται στο CD The Hasaan, Hope & Monk Project”, προέρχονται απ’ αυτόν τον δίσκο του 2021 (με τις εγγραφές του ’65) – με το άλμπουμ να συμπληρώνεται με τρεις συνθέσεις του πιανίστα Elmo Hope (1923-1967) και με έξι του Thelonious Monk (1917-1982). Σύνολο: δεκατρία tracks.
Φυσικά, υπάρχει κάποια εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στους τρεις πιανίστες, τον Monk, τον Hope και τον Hasaan και βεβαίως δεν επιλέχθηκαν τυχαίως οι δύο πρώτοι, για να συμπληρώσουν το υλικό του δίσκου.
Είναι γνωστό στους παροικούντες πως ο Παντελής Καραγεώργης έχει εντρυφήσει από χρόνια, από δεκαετίες, στην μελέτη του έργου του T.S. Monk, αναδεικνύοντας, μέσα από πάμπολλες ηχογραφήσεις, το συνθετικό και παικτικό σύμπαν αυτού του πιανίστα της jazz με τα μοναδικά χαρακτηριστικά (τόσο στον τρόπο που συνέθετε, όσο και στον τρόπο που έπαιζε). Το ίδιο θα λέγαμε πως πράττει κι εδώ με το «μονκικό» υλικό (“Evidence”, “Criss cross”, “Trinkle trinkle” κ.λπ.), που βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο, έστω και με ετέρα αφορμή.
Πιανίστες ανάλογων προβληματισμών δεν παύει, όμως, να είναι και οι Hope και Hasaan – με τις ιδιαίτερες ο καθένας εκφραστικές τους. Έτσι, στο “Stars over Marakesh” του Hope δεν παρατηρούμε μόνο το πώς εισάγει τις «ξένες» επιρροές στα passages, ο έξοχος αυτός μουσικός, αλλά και το πώς αναλύει ρυθμικά και μελωδικά το κομμάτι, δίνοντάς του ένα δικό του προσωπικό τόνο. Όλα αυτά φυσικά τα αναγνωρίζει πρώτος όλων ο ίδιος ο Παντελής Καραγεώργης, που σπεύδει να αποτίσει τον δικό του φόρο τιμής σ’ αυτόν τον μεγάλο πιανίστα, η φήμη του οποίου θα περνούσε από σαράντα κύματα, μέσα στην ιστορία.
Και αν κάτι τέτοιο ισχύει για τον Hope, για τον Hasaan ισχύει στο πολλαπλάσιο – έναν πιανίστα που έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για το blues (“El Hasaan”) και που ήξερε να το αναλύει με έναν απέριττο, αλλά συναρπαστικό τρόπο. Άλλα χαρακτηριστικά της τέχνης του Hasaan, όπως η ταχύτητα, οι ιδιόρρυθμες εναλλαγές των ακόρντων, ο τρόπος που έδεναν οι μελωδίες του, όπως και το ρυθμικό υπόβαθρο των συνθέσεων του, που ήταν έντονο (πολλά απ’ αυτά τα γνωρίσματα τα συναντάμε στο “Epitome), αναδεικνύονται, εδώ, όχι μόνον από τον Παντελή Καραγεώργη, αλλά και από τους δύο συνεργάτες του.
Το “The Hasaan, Hope & Monk Project” είναι ένα καταπληκτικό CD, το οποίο μπορεί να δράσει άμεσα και αναντίρρητα στο επίπεδο της απόλαυσης (για τον ακροατή κατ’ αρχάς), και από ’κει και πέρα της αναζήτησης και της μελέτης (για τους ενδιαφερομένους μουσικούς ή άλλους).
Επαφή: www.karayorgis.com, www.driffrecords.com

Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

ΓΙΑΓΚΟΣ Χ. / ΚΟΤΙ Κ. / Π.Κ. ΤΣΙΚΟ ριζικό φαντασιακό

Η «Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» είναι ένα κλασικό βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, που το ξέρουμε από τις Εκδόσεις Ράππα (1981), ενώ τα πιο πρόσφατα χρόνια (2010) κυκλοφόρησε και από τον Κέδρο. Από ’κει και ο όρος «ριζικό φαντασιακό», που είναι κομβικός, και αφορά στην επικοινωνία της προσωπικής φαντασίας του ατόμου με το κοινωνικό φαντασιακό (το λέμε κάπως χοντρικά).
Στο χώρο της μουσικής, το «Ριζικό Φαντασιακό» [Same Difference Music, 2023] των Γιάγκου Χαιρέτη, Coti K. και Πάνου «Τσίκο» Κατσικιώτη, που είναι τυπωμένο για την παράλληλη ετικέτα της Inner Ear, την Same Difference Music, είναι, υποθέτουμε, μία ανάλογη προσπάθεια. Να επικοινωνήσει δηλαδή η προσωπική φαντασία καθενός εκ των τριών οργανοπαικτών, με το συλλογικό φαντασιακό, που εν προκειμένω είναι ο χώρος της παραδοσιακής μουσικής. Με άλλα λόγια, πώς, με τι εφόδια θα μπεις σ’ αυτή τη μάχη, προκειμένου να βγεις αν όχι νικητής σώνει και καλά, πάντως όχι ηττημένος.
Τούτο είναι το μεγάλο στοίχημα των Χαιρέτη,
Coti K. και Τσίκο, το οποίο και κερδίζεται ασυζητητί. Και συμβαίνει αυτό, επειδή οι συγκεκριμένοι μουσικοί δείχνει να γνωρίζουν, στο μέτρο του δυνατού πάντα, τον απέραντο χώρο της παράδοσης, εισερχόμενοι εντός του, με σεβασμό, μα συγχρόνως και με τις γνώσεις τους, όπως και με την πίστη πως θα τιμήσουν τη σχέση που έχουν αναπτύξει μαζί της.
Κάτω απ’ αυτό το σκηνικό ο Γιάγκος Χαιρέτης σε κρητικό λαούτο, μαντολίνο και λύρα (γνωστός από τους Επισκέπτες του Γιάννη Αγγελάκα, το project Hairetis / Harper κ.λπ.), ο Coti K. σε τενόρο λαουτοκίθαρο (δεν χρειάζεται να πούμε κάτι περισσότερο εδώ για το ποιος είναι) και ο Παναγιώτης «Τσίκο» Κατσικιώτης σε κρουστά (από Kato apo to dentro και Palyrria τα πιο πρόσφατα χρόνια, και από Άλλα Μαντάτα και Σύνδρομο παλαιότερα κ.λπ.), είναι οι τρεις άνθρωποι που θα βρίσκονταν στα Ανώγεια της Κρήτης, στις 3 και 4 Σεπτέμβρη του 2019, στο πρώην Πολύκεντρο και νυν Μουσική Ακαδημία Ανωγείων, προκειμένου να δημιουργήσουν μια... φαντασιακή μουσική εκ του μηδενός, όπως γράφουν οι ίδιοι στο μέσα μέρος του gatefold, του άλμπουμ τους (2LP) «Ριζικό Φαντασιακό» – το οποίο μόλις το είδα περιττό να πω πως το διάβασα ως... Ριζίτικο Φαντασιακό.
Λοιπόν, με όρους διεθνικούς αυτό που ακούμε εδώ ανήκει στο... improvised psychedelic-folk. Τα κομμάτια είναι αυτοσχεδιαστικά δηλαδή, αλλά όχι και εικονοκλαστικά. Απεναντίας, και παρ’ όλη την μεγάλη διάρκειά τους, γενικώς, είναι απολύτως προσβάσιμα (ηχητικώς) στον καθέναν, προσφέροντας εμπειρίες ανάλογες με εκείνες συγκροτημάτων του χθες, όπως οι Γερμανοί Kalacakra, οι Βρετανοί Habibiyya, οι Ιταλοί Aktuala κ.λπ.
Όλο το άλμπουμ είναι εξαιρετικό, και τα δέκα κομμάτια του εννοούμε, που είναι απλωμένα σε τέσσερις πλευρές (δύο στην Α, δύο στην Β, τρία στην C και τρία στην D) και θα ήταν τελείως λάθος –θα δώσουμε κακό σήμα δηλαδή– αν γράψουμε για τα έξι, που μας εντυπωσίασαν περισσότερο.
Χωρίς πολλές κουβέντες, λοιπόν, ένα από τα κορυφαία ελληνικά άλμπουμ του 2023 (μπράβο στην Same Difference Music, που το τύπωσε σε double LP), κατάλληλο μόνο για μερακλήδες ακροατές.
Επαφή: www.innerear.bandcamp.com, www.samedifferencerecords.bandcamp.com

Πέμπτη 27 Ιουλίου 2023

YOUTH VALLEY μια καινούρια μπάντα από την Αθήνα

Οι Youth Valley είναι μια καινούρια μπάντα από την Αθήνα (σχηματίστηκε το 2019), που τώρα προτείνει έναν μεγάλο δίσκο (LP, με gatefold cover), που αποκαλείται Lullabies for Adults[Make Me Happy Records, 2023]. Το άλμπουμ περιλαμβάνει εννέα tracks (τέσσερα στην πρώτη πλευρά και πέντε στην δεύτερη) και είναι περιποιημένο από πάσης απόψεως.
Κατ’ αρχάς να πω πως δεν είμαι 100% βέβαιος αν όλα τα μέλη του γκρουπ είναι Έλληνες – κάτι, πάντως, που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ποιοι αποτελούν λοιπόν τους Youth Valley; Σημειώστε: Joseph Powell φωνή, κιθάρες, George V κιθάρες, Aki Rei κιθάρες, πλήκτρα, Anastasis Zisis μπάσο και Dean Jola ντραμς, κρουστά.
Οι τρεις κιθαρίστες φανερώνουν, οπωσδήποτε, πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα κλασικό κιθαριστικό γκρουπ, που κινείται βασικά σε new wave / indie rock / shoegaze περιοχές, με επιρροές στις συνθέσεις και τα κιθαριστικά passages, από τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες (από τα 80s και μετά).
Εκείνο που πρέπει να τονιστεί από την αρχή είναι πως τα τραγούδια των Youth Valley (στίχοι από τον Joseph Powell και μουσικές από τους Powell, Jola και George V) είναι πολύ καλά και, βασικά, ρέοντα. Η ροή, δε, είναι το πιο καίριο γνώρισμά τους, υπό την έννοια πως ο δίσκος τους είναι στιβαρός, δυνατός, χωρίς «κοιλιές», με σωστή ανάπτυξη του track list, προτείνοντας συνθέσεις, δηλαδή τραγούδια ολοκληρωμένα απ’ όποια πλευρά και να τα δεις. Και ερμηνευτικά μπροστά, και συνθετικά, και στιχουργικά, και ενοργανικά (καθώς ο ήχος γεμίζει ακόμη πιο πολύ από τις παρεμβάσεις των guests, με επιπλέον πλήκτρα, πιάνο, μπάσο και κιθάρες).
Παρότι λοιπόν ανιχνεύεται μια ιδιαίτερη επιμέλεια στο στούντιο, στην πράξη το “Lullabies for Adults” κυλά χωρίς προσκόμματα, με τα τραγούδια να αλλάζουν ανεπαίσθητα, και με την γενικότερη ατμόσφαιρα να παραμένει σαφής και σταθερή.
Βασικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σειρά νεανικών τραγουδιών, τραγουδιών δηλαδή που ασχολούνται με νεανικά ζητήματα (αν και οι μουσικοί, που αποτελούν τους Youth Valley δεν φαίνεται να είναι 20άρηδες, μα αρκετά μεγαλύτεροι – κάποιοι απ’ αυτούς τουλάχιστον) και τα οποία (τραγούδια) τυγχάνουν μιας ανάλογης μελοποίησης.
Τα κομμάτια «πετάνε» θέλω να πω, ιδίως στην πρώτη πλευρά, με τις μελωδίες να δημιουργούν ένα dreamy περιβάλλον, που υπηρετείται πιστά απ’ όλους (και βασικά από τον τραγουδιστή). Ο συνδυασμός, δε, αυτών των ρεουσών μελωδιών με τους στίχους νεανικών προβληματισμών προσδίδει στα τραγούδια μία χάρη και μια ομορφιά (λίγο παγερή), που δεν τις συναντάς κάθε μέρα στα σύγχρονα συγκροτήματα.
Έτσι, μέσα από τα λόγια προβάλλεται η ανάγκη για μια ζωή πιο ουσιαστική, χωρίς πολλούς ελέγχους (“Hurricane”), καταγράφονται οι ανασφάλειες των νέων στα ερωτικά ζητήματα (“I dont want to go out with you, Veronica”), μαζί με μια παράλληλη αγνότητα (“February”), αναζητείται η φυγή, το ταξίδι... in a place unknown / in a place we own (“Godheads”), καυτηριάζονται οι προβληματικές σχέσεις με τους γονείς (πατέρας) (“Father forgets”), ενώ ακόμη και όταν βγαίνει προς τα έξω μια κάπως θρηνητική διάθεση, ανιχνεύεται μαζί και μια υφέρπουσα αισιοδοξία («Βουτήξτε στον ήλιο / βουτήξτε στα δέντρα / βουτήξτε σ’ αυτό τον κόσμο / όπου τα όνειρα ποτέ δεν τελειώνουν») (“Pegasus”).
Μόνο καλά λόγια μπορείς να πεις γι’ αυτό τον δίσκο.
Επαφή: https://youthvalley.bandcamp.com/album/lullabies-for-adults

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 522

25/7/2023
Δεν χρειαζόμαστε ήρωες ρε. Ανθρώπους που να χαίρονται τη δουλειά τους και να γυρίζουν ευχαριστημένοι στα σπίτια τους θέλουμε. Από τέτοιους έχουμε έλλειψη...

25/7/2023
Αντί να ντρέπονται και να αισχύνονται εκείνοι ντρεπόμαστε εμείς... να ρίξουμε ένα τραγούδι, να το φχαριστηθούμε και να το καλαμπουρίσουμε βρε αδερφέ.
Έτσι μας τα κατάντησαν τα καλοκαίρια μας, γεμάτα θλίψη και ενοχές.

25/7/2023
Θλίβονται, αλλά δεν ντρέπονται, γι' αυτά που συμβαίνουν στη χώρα 10 μέρες τώρα.

25/7/2023
ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ II
Ρέλλος - Φλωρίδης - Σιγανίδης... (πριν ή μετά το φαγητό δεν έχει σημασία).
Κομματάρες αξεπέραστες είναι αυτές για την ελληνική σκηνή...
https://www.youtube.com/watch?v=-4IOHnySoSw

25/7/2023
ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ I
Και ο Καραμουρτζούνης έσωζε παιδιά, αλλά η Βικιπαίδεια δεν γράφει ούτε πότε πέθανε...

23/7/2023
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ...
«Ελλάδα, γλώσσα τυφλή στη Γεωγραφία
Ελλάδα, οικόπεδο και αποικία»

[Διονύσης Σαββόπουλος]

«Εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»

[Άλκης Αλκαίος]

«Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο παν' να δουν διυλιστήριο»

[Νίκος Γκάτσος]

«Επιβάτης... στην εξουσία αυτού του κράτους
που τα κάγκελά του χτίζει υπογράφοντας θανάτους
Επιβάτης... στην υστερία αυτού του τόπου
που τα κόκαλα τσακίζει και τα όνειρα του ανθρώπου»

[Κώστας Τριπολίτης]

Τι να λέμε τώρα εμείς; Τα έχουν πει στα τραγούδια τους οι άνθρωποι δεκαετίες πριν. Απλώς, τα πράγματα οδεύουν από το κακό στο χειρότερο...

22/7/2023
Tony Bennett RIP
https://www.youtube.com/watch?v=2bDFDYhXqPM

21/7/2023
O χαμός του Γιώργου Τσακαλίδη (Παραρλάμα, Ano Kato Records, Bebop, Υδρόγειος) μας οδηγεί πίσω στο παρελθόν.
Κατά πρώτον στο 1997, όταν τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς είχαμε κάνει στο Jazz & Τζαζ ένα μεγάλο αφιέρωμα στην εταιρεία του (με κείμενα και CD) και από κει πέρα ακόμη πιο πίσω στο 1984, όταν είχα αγοράσει τον πρώτο δίσκο, που θα έβγαζε ποτέ σαν παραγωγός, το “Dig It!” των Blues Gang.
Την ιστορία την γράφω σ’ αυτό το τεύχος που βλέπετε και που, στις λεπτομέρειές της, την είχα ξεχάσει.
Δεν θα ξεχαστεί όμως εύκολα ο Γιώργος Τσακαλίδης... Και δεν αναφέρομαι εδώ στην οικογένειά του και στους φίλους του, αλλά σε όλους εμάς που παρακολουθούσαμε, από κάπως πιο μακριά, για δεκαετίες τη διαδρομή του...

21/7/2023
ΚΥΠΡΟΣ ’74
Όλοι ξέρουν αυτόν τον τύπο, από την ταινία «Βοήθεια! Ο Βέγγος φανερός πράκτωρ "000"» του 1967.
Η σκηνή στην ταβέρνα, όπου ο Βέγγος μπαίνει ντυμένος τσιγγάνος, επιχειρώντας να φωτογραφίσει το ζευγάρι, που παρακολουθεί, είναι αξέχαστη και βγάζει πάντα γέλιο.
Ο άντρας είναι ο κύπριος ηθοποιός Κώστας Τύμβιος, ενώ η γυναίκα δίπλα του είναι η Βίρνα Νιαβή (από τα καλλιστεία, περιστασιακή ηθοποιός και γνωστή στο πανελλήνιο από την παμπάλαια ψυχαγωγική εκπομπή του ΕΙΡΤ «Πρόσκληση σε Γεύμα» του 1972).
Ο Τύμβιος ήταν και ποιητής, με το δεύτερο βιβλίο του να έχει τίτλο «Καρδιά η Γης / Σκέψη ο Ουρανός» και να είναι τυπωμένο στη Λευκωσία στις 8 Ιουνίου 1974 - ένα μήνα και κάτι πριν από τα τραγικά γεγονότα... Άλλη φορά θα ποστάρω και ποίημά του...

20/7/2023
Μετανάστης. Του λέει να γυρίσει πίσω, γιατί έπεσε η χούντα κι ήρθε ο Καραμαλής και πως τώρα είναι καλύτερα και τέτοια... αλλά εκείνος δεν τσιμπάει. Μάλλον δεν γουστάρει και... στέλνει χαιρετίσματα, με δυο μικρά πουλιά. Και λέει και κάτι που ακούγεται σαν το αιώνιο μότο των φλιελέδων... λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά. Μας συμβουλεύει κιόλας δηλαδή...
Δεν λέγονταν αυτά το 1976. Ήταν πολύ... μπροστά για την εποχή. Και βασικά ήταν λάθος, γιατί τα συνθήματα λέγονταν ακριβώς (και) για να βρεθούν δουλειές, μέσα στη χώρα, και όχι για να ξενιτεύεται ο κόσμος.
Έχει γράψει κι άλλα τέτοια προκλητικά λόγια ο Μιχάλης Μπουρμπούλης, που πέθανε σήμερα – ένας αληθινά σημαντικός στιχουργός, που εδώ, στο ξεκίνημά του, του έλαχε να μελοποιηθεί από τον Κουγιουμτζή και να τραγουδηθεί από την Αλεξίου.
https://www.youtube.com/watch?v=CIANijrsYH8

19/7/2023
Το τραγούδι μπορεί να είναι επηρεασμένο από τους μύθους της Αποκάλυψης, αλλά μπορεί να ιδωθεί και αλληγορικά, καθώς η προφητική δύναμή του και το νόημά του (περί ύβρεως) διασχίζει τους αιώνες φθάνοντας στο τώρα…
Can't you see that flash of fire / Ten times brighter then the day…
https://www.youtube.com/watch?v=fG6A6G9uzsQ

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

ALESSANDRO SGOBBIO piano music 2

Το Piano Music 2” [AMP Music & Records, 2023] (κανονική κυκλοφορία σε LP, CD και digital στις 22 Σεπτεμβρίου) είναι η συνέχεια του “Piano Music” (2022), ενός προσωπικού άλμπουμ του ιταλού πιανίστα Alessandro Sgobbio. Για ’κείνο το CD είχαμε γράψει πέρυσι τον Ιούλιο στο blog, ενώ για το “2” θα γράψουμε τώρα.
Ο Sgobbio είναι ένας πιανίστας, που, και από τις προσωπικές δουλειές του, μα και από τα σχήματα στα οποία έχει κατά καιρούς συμμετάσχει (Silent Fires, Pericopes+1, Hitra κ.λπ.), αποδεικνύει την ικανότητά του να κινείται σ’ ένα μεγάλο φάσμα της σύγχρονης jazz, όπως και του αυτοσχεδιασμού γενικότερα.
Οι συνθέσεις του, με άλλα λόγια, διακρίνονται για το πλουραλιστικό πνεύμα τους – δηλαδή, για την ισόποση μεταφορά ρομαντικών-λυρικών και προχωρημένων στοιχείων στα διάφορα patterns, δημιουργώντας, την ίδιαν ώρα, σύνθετα και απαιτητικά πλαίσια-περιβάλλοντα.
Στο “Piano Music 2” αυτή η ενοργανική αντίληψη του Sgobbio γίνεται ακόμη πιο φανερή, καθώς για την ολοκλήρωση του συγκεκριμένου δίσκου ο ιταλός μουσικός χειρίζεται πιάνο (Fazioli F278) και live electronics. Και κάπως έτσι ο συνδυασμός των δύο είναι εκείνος που θα ενώσει τα... συναισθηματικά παιξίματα (στο πιάνο), με τα συνοδευτικά και πάντως υποβολιμαία ηλεκτρονικά.
Το μεγαλύτερο κομμάτι σε διάρκεια του δίσκου, το 6λεπτο “The river”, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά του “Piano Music 2”, καθώς πιάνο και ηλεκτρονικά συνοδοιπορούν από θέσεις ισοτιμίας, δίνοντας ώθηση σε δύο διαφορετικούς ηχητικούς «κόσμους», που αντιπροσωπεύουν όμως τις όψεις της ίδιας κατά βάση ροής. 
Ο ποταμός κυλάει και «έτσι» κι «αλλιώς», αναλόγως της ψυχικής φόρτισης του ακροατή.
Επαφή: www.alessandrosgobbio.it

ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ήταν ο κινητήριος μοχλός της Ano Kato Records – οι παραγωγές του άλλαξαν το τοπίο του ελληνικού ροκ και της τζαζ, στις δεκαετίες του ’80 και του ’90

Ο χαμός του Γιώργου Τσακαλίδη (μάθαμε για το θάνατό του στις 21 Ιουλίου) σφραγίζει οπωσδήποτε μια μεγάλη εποχή της ανεξάρτητης δισκογραφικής παραγωγής στη Θεσσαλονίκη πρώτα-πρώτα, και κατ’ επέκτασιν στη χώρα.
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 ήταν καθοριστικό, για τη διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού δισκογραφικού τοπίου.
Οι μεγάλες εταιρείες, όπως η Columbia, που δεν ήταν στην καλύτερη φάση της, η MINOS, η PolyGram και από κοντά η Lyra και η Music-box, νέμονταν το συντριπτικά μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, ενώ πάσχιζαν για κάτι καλύτερο, μέσα στο πνεύμα της δικής τους ανεξαρτησίας, οι λαϊκές ετικέτες του «ήχου της Ομόνοιας», η εταιρεία των Αδελφών Φαληρέα και κάποιες ακόμη. Μέσα σ’ αυτό το πλέγμα τα ρεύματα του ροκ και της τζαζ ήταν από ριγμένα έως ανύπαρκτα.
Τα major labels, λοιπόν, ούτε ήθελαν, ούτε μπορούσαν να καλύψουν όλο εκείνο που έβραζε στο νεανικό κομμάτι της μουσικής καθημερινότητας, που με καινούριο δυναμικό, ιδέες, όρεξη και όνειρα έμπαινε φουριόζο στα έιτις – μετά από τη «σιωπή», που είχε κάπως αναγκαστικά επιβληθεί (λογικό έως ενός σημείου) στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Μουσικά περιοδικά, ραδιόφωνο, λιγότερο η τηλεόραση και οι εφημερίδες, και βασικά τα δισκάδικα, με τις αθρόες εισαγωγές δίσκων από το εξωτερικό, διαμορφώνουν τις νέες τάσεις, τις οποίες αδυνατεί να αναδείξει στην πληρότητά τους η mainstream δισκοπαραγωγή.
Έτσι είναι διαμορφωμένο το κλίμα, και μέσα σ’ αυτό μπαίνουν οι πρώτες ανεξάρτητες εταιρείες (του ροκ, του πανκ, του new wave και της τζαζ), προκειμένου να αρθρώσουν τη δική τους άποψη. Εκεί ακριβώς εντάσσεται και ο Γιώργος Τσακαλίδης με την Ano Kato Records.
H Ano Kato δεν ήταν η πρώτη ανεξάρτητη εταιρεία της Θεσσαλονίκης, αφού είχαν προηγηθεί, βασικά, η Σειρά Αυτοσχεδιασμός του Σάκη Παπαδημητρίου και φίλων (ξεκίνησε το 1979 και τύπωνε δίσκους και κασέτες αυτοσχεδιαστικής τζαζ) και η CVR του Χρήστου Βατσέρη, που από το 1983 είχε ξεκινήσει να καταγράφει την πιο synth pop και new wave σκηνή της πόλης. Όμως, όταν το 1984 μπαίνει μπροστά η Ano Kato τίποτα δεν θα παρέμενε ίδιο στο χώρο τού ανεξάρτητου ελληνικού ροκ και της τζαζ, τα επόμενα 30 χρόνια.
Θα πρέπει να το τονίσουμε αυτό. Πως στο παρελθόν, μα και σήμερα ακόμη, δεκάδες ανεξάρτητες προσπάθειες επιχείρησαν και επιχειρούν να μεταφέρουν την «άλλη άποψη», αλλά εκείνο που μετράει τελικά, περισσότερο απ’ όλα, είναι η διάρκεια. Να είσαι πάντα παρών με σημαντικές προτάσεις, δίχως να ξεφουσκώνεις.
Ξεκίνησαν πολλοί, εννοούμε, με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά μετά από ένα-δυο-τρία χρόνια έβαζαν λουκέτο. Λίγοι ανεξάρτητοι παραγωγοί, ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, θα κατόρθωναν να διατρέξουν τις δεκαετίες, με πάντα καινούριες αξιόλογες ιδέες και προτάσεις, και ο Γιώργος Τσακαλίδης ήταν σίγουρα ένας απ’ αυτούς. Οι περί τις 100 παραγωγές του το αποδεικνύουν. Ας δώσουμε, όμως, κι ένα συγκριτικό νούμερο...
Η Creep Records, η αθηναϊκή εταιρεία του new wave κ.λπ., που θεωρείται σήμερα «θρυλική», πόσες παραγωγές έδωσε στα τέσσερα-πέντε χρόνια των 80s, όταν ήταν ενεργή (αφήνουμε την πενιχρή συνεργασία της με την FM Records στα 90s); Είκοσι μία. Δεν είναι λίγες, αλλά δεν μπορεί να συγκριθούν με τις περίπου 100 της Ano Kato Records. Αυτό εννοούμε.
Γιώργος Τσακαλίδης - φωτό: Ναταλία Κουρεμένου
Βασικά το πράγμα ξεκινάει από τον Γιώργο Τσακαλίδη (τον «Τσάκαλο», όπως τον έλεγαν οι φίλοι του), που ήταν ανοιχτό μυαλό και που δεν το έβαζε εύκολα κάτω. Και που προσπαθούσε να τονώσει την αγάπη του για τη μουσική, μέσα από ποικίλες δικές του πρωτοβουλίες και δράσεις.
Γιατί ο Τσακαλίδης δεν ήταν μόνον η Ano Kato Records, ήταν και τα μπαρ-κλαμπ που θα λειτουργούσε στη Θεσσαλονίκη, όπως το Παραρλάμα το 1986 μαζί με τον Νίκο Στεφανίδη (αυτή η φανταστική λέξη από το διήγημα με τον ίδιο τίτλο του Δημοσθένη Βουτυρά) και βεβαίως η Υδρόγειος (που πρέπει να μπαίνει μπροστά στις αρχές του 1999), ενώ δεν πρέπει να λησμονηθεί το δισκάδικο Bebop music, μα ακόμη και οι εκδόσεις βιβλίων, οι συναυλίες και ό,τι άλλο... Και είναι όλα αυτά μαζί, που θα σχημάτιζαν το προφίλ τού Γιώργου Τσακαλίδη, ο οποίος τώρα θα μετατραπεί (και όχι άδικα) σε «μύθο».
Ο Τσακαλίδης ήταν ροκάς, αλλά με ανοιχτό πνεύμα, όχι κολλημένος. Είχε διαμορφώσει, εννοούμε, το αισθητήριό του μέσα από το ροκ, αλλά μπορούσε να αντιληφθεί οτιδήποτε σημαντικό στη μουσική, απ’ όπου και να προερχόταν αυτό.
Και κάπως έτσι ξεκινά την εταιρεία του με τους Blues Gang, του Ηλία Ζάικου και του Σωτήρη Ζήση, το 1984, βγάζοντας έναν από τους καλύτερους δίσκους electric blues, που θα κυκλοφορούσαν ποτέ στη χώρα, το “Dig It!”. Δεν ήταν, όμως, μόνον ο Ζάικος και η παρέα του, ούτε ήταν μόνο το άψογο ρεπερτόριο (πρωτότυπα και διασκευές) των Blues Gang. Βασικά ήταν η δουλειά που είχε κάνει ο Νίκος Παπάζογλου στο στούντιο Αγροτικόν, ως μηχανικός ήχου. Από ’κει θα ξεκινούσαν όλα.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/o-giorgos-tsakalidis-poy-efyge-prosfata-apo-ti-zoi-itan-o-kinitirios-mohlos-tis-ano

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ different moods

Για άλμπουμ του συνθέτη της jazz Βασίλη Παπαδόπουλου (Vassilis Papadopoulos) έχουμε γράψει και παλαιότερα στο blog. Ψάχνοντας, λοιπόν, μπορείτε να βρείτε reviews για το “Salty Water” (2015) (με το Medlantic Jazz Project), όπως και για το “Amaryllis” (2011), ενώ αρκετά παλαιότερα, το 1999, είχαμε γράψει στο «Jazz & Τζαζ» και για έναν άλλο δίσκο του, το “Karibu”. Γενικώς, οι εντυπώσεις, οι κρίσεις, για τις δουλειές του Βασίλη Παπαδόπουλου είναι πολύ θετικές, κάτι που θα συμβεί και με την πιο νέα δουλειά του, που αποκαλείται Different Moods(2023) και που διατίθεται σε CD μέσω του προσωπικού του label Orfeas.
Βεβαίως, το να χαρακτηρίσεις «στενά» jazz το “Different Moods” είναι αρκετά επίφοβο, κυρίως γιατί η jazz αποτελεί ένα μόνον μέρος των επιρροών του Β. Παπαδόπουλου. Υπάρχουν, εννοούμε, κι άλλες αναφορές εδώ, που έχουν να κάνουν με την ελληνική παραδοσιακή μουσική, με το «ελαφρό» τραγούδι (διάβαζε romance) και τα ανάλογα κινηματογραφικά scores (του Michel Legrand ας πούμε), με την σύγχρονη μουσική και τον ρόλο των κρουστών σε αυτή, ενώ δεν θα πρέπει να παραβλεφθούν και οι εξω-μουσικές αναφορές και βασικά εκείνες που σχετίζονται με την ποίηση (του Κ.Π. Καβάφη εν προκειμένω).
Τα επτά tracks του CD, που έχει βινυλιακή διάρκεια, προέρχονται από τρεις διαφορετικές sessions (Music Hochschule-Ροστόκ, Boogie Park Studio-Αμβούργο, Cliff Sound Prioductions-Westerly / Rhode Island), με την πρώτη εξ αυτών να συνοψίζεται στο εισαγωγικό “Aufbruch”, ένα κομμάτι που αποδίδεται από ένα κουιντέτο κρουστών της Percussion Community Rostock, υπό τον Jan-Frederick Behrend και με σόλο ντραμς από τον Joel Rosenblatt. Πρόκειται για μια εισαγωγή, που δεν ξέρουμε αν μας βάζει στο κλίμα του δίσκου, αν και σε κάθε περίπτωση είναι εντυπωσιακή (και ως προς την κεντρική ομοβροντία, μα και ως προς τα περιρρέοντα κρουστά).
Τα κομμάτια 2, 3, 4 και 7, δηλαδή τα “Greek dance”, “Longing”, “Pathos” και “Walls” έχουν επίσης κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Βασικά τα 2, 3 και 4 είναι γραμμένα για κάποιο πνευστό (κλαρίνο το 2, όμποε τα 3, 4) και έγχορδα (δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο και κοντραμπάσο), με το 2 να έχει τις πιο βαθιές ελληνικές, παραδοσιακές αναφορές, καθώς ο... greek dance είναι ο καλαματιανός. Τα ρομαντικά στοιχεία κυριαρχούν στο “Longing” και στο “Pathos” (με την ωραία γραμμή του όμποε και με τα έγχορδα σε ποικίλους ρόλους, lead και συνοδευτικούς), με το “Walls” να συμπληρώνει τούτη την τετράδα – ένα κομμάτι ενορχηστρωμένο για κλαρίνο, βιόλα και κιθάρα, αργό, βαρύ, το οποίο διαθέτει και απαγγελία του ποιήματος «Τείχη» του Κ.Π. Καβάφη (από την Σάρα Παπαδοπούλου) στην αγγλική γλώσσα.
Το τελευταία session περιλαμβάνει τα κομμάτι 3, 5 και 6. Το 3, το “Longing”, είναι γραμμένο σε δύο διαφορετικά sessions, επειδή στο μεγαλύτερο δεύτερο μέρος του περιλαμβάνει ένα ακόμη σόλο-ντραμς από τον Joel Rosenblatt. Τα tracks 5 και 6, δηλαδή τα “Smiling eyes” και “Starting out my day”, είναι ενορχηστρωμένα για φλούγκελχορν (Scott Wendholt), πλήκτρα (Clifford Carter), μπάσο (Dave Anderson) και ντραμς (Joel Rosenblatt) και είναι τα πιο jazzy του δίσκου του. Ωραίες συνθέσεις, εύχυμες, με ωραία περάσματα στα πλήκτρα και με προφανή μελωδικά προτερήματα.
Ένα απλό, σύντομο (για καλό το λέμε αυτό), αλλά πολύ συγκροτημένο και αβίαστο άλμπουμ από τον Βασίλο Παπαδόπουλο και τους μουσικούς που ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας τις συνθέσεις του, που σίγουρα θα αρέσει και θα ενδιαφέρει.
Επαφή: https://www.facebook.com/vassilis.papadopoulos.39