Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek electro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek electro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

TURBOFLOW3000 ένα δεύτερο εξίσου καλό άλμπουμ

Trap-άρουν κιόλας στοpresents: BASSOKATARAH [Veego Records, 2025] οι Turboflow3000 ανάμεσα σε πολλά άλλα. Το ακούς στο εισαγωγικό “Fomofomofomo”, αλλά πολύ γρήγορα το electro παίρνει κεφάλι παρά το γεγονός πως το ραπάρισμα συνεχίζει να υπάρχει (“Eimaste mazi”). Κυριαρχεί κι εδώ ο κοινωνικός και ο ερωτικός στίχος, όπως και στο παλαιότερο άλμπουμ τους «Ούφο», ελληνικός πάντα, και πάντα καλοφτιαγμένος και σινιαρισμένος. Αυτό το ακούς στο A3 “Glikia katastrofi”, ένα κομμάτι που σε πιάνει από τα μούτρα, όπως λέμε, αφού σε παγιδεύει, με το πολύ δυνατό flow του, στη ροή και την εξέλιξή του. Λίγο πριν από το τέλος της πρώτης πλευράς υπάρχει το “Mia therapeia”, ένα πολύ καλό electro, που διαθέτει και ωραία female vocals και πάντα σωστή χρήση των πλήκτρων και των κιθαρών. To A5 “Ola pseftika”, με τη συμμετοχή και της Καλλιόπης Μητροπούλου σε φωνή και βιολί είναι ένα δυνατό χορευτικό track, που εμπεριέχει και ραπάρισμα, με πάντα ωραία λόγια και γενικότερα άξια διαχείριση, που δείχνει ότι οι Turboflow3000 παραμένουν (το λέω και σε σχέση με το «Ούφο») ένα από τα καλύτερα electro σχήματα αυτή τη στιγμή στη χώρα.
Ποιοι γράφουν τα τραγούδια στο “BASSOKATARAH”; Οι Deezy και Primal διαβάζουμε στο back cover, ενώ στο innersleeve υπάρχουν αναγραμμένα (εκτός από τους στίχους) και τα ονόματα των guests (σε φωνές, κιθάρες, μπάσο και ό,τι άλλο – υπάρχει και φλάουτο κάπου).
Β Side και το “Adrenalini” στο πικάπ, το πιο... βερμπαλιστικό track του LP, ένα αφηγηματικό (spoken word) με γερή εκφορά (και) από τον PIEV, που ακούγεται κάποιος παλιομοδίτικο, αλλά αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα. Πολύ καλό είναι και το “Magiko tetradio” (ένα από τα ωραιότερα του δίσκου), επίσης με βαρύ λεκτικό οπλοστάσιο, που στέκεται ξανά άψογα, μέσα από την electro διάπλασή του (late 80s-early 90s το ηχητικό απόσταγμα κι εδώ, αλλά... no problem). Στη θέση Β3 έχουμε το “Koritsi simfora”, με τη συμμετοχή της VASSIŁINA στα vocals, ένα από τα πιο funky κομμάτια του LP και με στίχους σαν και τούτους: «Ψάχνεις έμπνευση στον πόνο / πιο κλισέ κι από τον τόνο / όταν σου είπε εκείνος “see you around” / και στο στέιτζ στην Αθήνα / φως γκλίτερ και ευθυμία / μα εσύ λες “θα πεθάνω μετά”». Στο “Nixtoluludo ton Avgusto” υπάρχει ο PAN PAN στη φωνή, με το βαθύ electro-pop να εξακολουθεί να αποτελεί το καλύτερο ηχητικό απόσταγμα των Turboflow3000. Ο δίσκος θα ολοκληρωθεί με τον “Vasilia tu underground”, με το φλάουτο να δίνει άλλη αίσθηση στο κομμάτι, κάπως folky, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος, γιατί μετά η υπόθεση αγριεύει.
Δεύτερος εξ ίσου καλός δίσκος με τον πρώτο τους ή και καλύτερος ακόμη για τους Turboflow3000 και πάμε γι’ άλλα.
Επαφή: https://turboflow3000.bandcamp.com/album/bassokatarah

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 699

1/2/2026
Αν υπάρχουν ταινίες που να μπορούν να αναθερμάνουν την αγάπη των παλαιότερων για το blues ή να το γνωρίσουν στους νεότερους εγώ τις υποστηρίζω με χίλια – και ας μην μετράνε και τόσο σαν ταινίες. Και αυτό το λέω ανεξάρτητα από τα όσκαρ, τις 16 υποψηφιότητες και όλες τις υπόλοιπες αμερικανιές.
Can't Win for Losin' • Tierinii Jackson • Cedric Burnside • Sinners Movie
https://www.youtube.com/watch?v=ZiOMc3QVrRk&list=RDZiOMc3QVrRk&start_radio=1

30/1/2026
 «Ο δίσκος έγινε στη Minos και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ήταν αυτός που έπεισε την εταιρεία να τον κάνει, άσχετα αν αυτός τελικά δεν πούλησε τίποτα. Αν δεν μεσολαβούσε ο Παπακωνσταντίνου δεν θα γινόταν ποτέ. Αποκλείεται η εταιρεία να διέθετε 2 εκατομμύρια, όσο δηλαδή στοίχισε η παραγωγή, για να πουλήσει 600 περίπου αντίτυπα. Δεν θα το έκανε ποτέ. Ο Μάτσας όταν άκουσε τον Χρονοναύτη και όταν του είπε ο Παπακωνσταντίνου ό,τι του είπε, άκουσε πέντε πράγματα, πέντε δείγματα και είπε ότι “αυτόν τον δίσκο τον προορίζω για το εξωτερικό”. Έκτοτε καμία ενέργεια δεν έγινε. Μάλιστα, στα δικαιώματα που πήρα, στις καρτέλες της εταιρείας, γράφει ότι πουληθήκανε 602 δίσκοι στην Ελλάδα και ένας στο εξωτερικό. Ένας πήγε έξω. Έτσι λέει η εταιρεία, έτσι λέει και η ΑΕΠΙ. Ότι πήγε ένας δίσκος στο εξωτερικό και όλοι οι υπόλοιποι είναι στην Ελλάδα. Ενώ άλλα λέγαμε στην αρχή, στο τέλος γίνανε άλλα. Δηλαδή θάφτηκε ο Χρονοναύτης τελείως, για να βγει, στο τέλος, στο περιθώριο. Όχι μόνο προώθηση δεν έγινε, αλλά ούτε καν διανομή στην Ελλάδα. Αν πας σ’ ένα οποιοδήποτε δισκοπωλείο κεντρικό δεν θα τον βρεις τον δίσκο».
[Κώστας Γανωσέλλης – από συνέντευξη εποχής]
Τον «Χρονοναύτη» τον αγόρασα με το πού βγήκε, το 1983-84 (ήμουν ο ένας από τους... 602). Και μάλιστα είχα αγοράσει και το βινύλιο και την κασέτα. Τον άκουγα αρκετά εκείνη την εποχή και θυμάμαι πως μου άρεσε. Είχε απ’ όλα μέσα. Τζαζ, ροκ, έθνικ, classic κ.λπ. Έφερνε στη μνήμη μου κάτι από ύστερους Yes, Patrick Moraz, UK… ύστερο progressive τέλος πάντων. Πρέπει, εν τω μεταξύ, να είναι ο δίσκος με τα περισσότερα ηχογραφημένα κρουστά στην ελληνική δισκογραφία – καθώς ακούγονται πάνω από 20! Και με πολλά keyboards βέβαια.
Πιο πολύ απ’ όλα, όμως, μου άρεσε το τραγούδι που έλεγε ο Παπ. σε στίχους του αείμνηστου Βασίλη Ζαρούλια. Ήταν το καλύτερο τραγούδι που είχα ακούσει από τον Παπ. εκείνα τα χρόνια. Και επειδή το άκουσα και τώρα, νομίζω πως είναι ένα από τα ελάχιστα δικά του εκείνης της φάσης που μπορώ ν’ ακούσω και σήμερα (μαζί με ένα-δύο από το «Φοβάμαι»).
Και το ωραίο εξώφυλλο ήταν, επίσης, του Ζαρούλια. Που θα έβγαζε κι αυτός το δικό του πολύ καλό LP «Ώρα Μηδέν» το ’84. Με τον οποίο Ζαρούλια συζητούσαμε, στο σπίτι του, κάπου στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, για να βγει η «Ώρα Μηδέν» με το σωστό ρημίξ, αλλά τελικά δεν κατέστη δυνατό...
Αναμνήσεις και κυρίως απώλειες...

30/1/2026
To περιοδικό "ΤΖΑΖ" υπήρξε το πρώτο τζαζ περιοδικό, που κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα. Για την ιστορία του θα διαβάσετε στις σελίδες 362-364 του "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία...

29/1/2026
Κάπως έτσι ήταν τα πράματα (και τώρα, δηλαδή, δεν πιστεύω ότι είναι καλύτερα). Ο Κώστας Γανωσέλλης τα είχε γράψει αυτά...

29/1/2026
Το 1985 είχα τη φαεινή ιδέα να πάω στον Νάκα, για να μάθω όργανο. Ξεκίνησα, έχοντας δίπλα μου τα πρώτα βασικά βιβλία του Κώστα Γανωσέλλη. Το πάλεψα κανα χρόνο, ίσως λίγο παραπάνω, αλλά τα παράτησα. Δεν έφταιγε ο Νάκας, ούτε φυσικά τα βιβλία του Γανωσέλλη, που ήταν ιδανικά - έτσι ευκολοδιάβαστα όπως ήταν.
Εκείνος ο χρόνος στον Νάκα, μου είχε δώσει να καταλάβω πως ο συνθέτης είναι το πιο... ανώδυνο πράγμα στον κόσμο. Χωρίς να ξέρεις επί της ουσίας κάποιο όργανο μπορείς να λες... συνέθεσα αυτό. Ας είναι μια μ@λακία και μισή. Σε 2-3 μήνες, θέλω να πω, συνέθετα σ’ ένα κίμπορντ της Yamaha, και αυτό που άκουγα στεκόταν. Ψευτοστεκόταν εννοώ.
Ο συνθέτης είναι ένα τελείως υποκειμενικό πράγμα, που δύσκολα μπαίνει σε κριτήρια. Κάνει ο άλλος ό,τι του κατέβει κι έχει κάθε δικαίωμα να αυτο-αποκαλείται συνθέτης. Δεν μπορείς να τον πείσεις για το αντίθετο. Μάλιστα, μπορεί να ηχογραφείς κιόλας (αν και εγώ δεν το επιχείρησα ποτέ αυτό).
Αντιθέτως ο οργανοπαίκτης υπόκειται σε κάποια κριτήρια. Και βασικά τον άσχετο τον αντιλαμβάνεται ο πας τις. Κι ένας που δεν έχει πιάσει ποτέ κιθάρα στα χέρια του αντιλαμβάνεται αμέσως ποιος είναι ο... γκασμάς. Και ο... γκασμάς πολύ δύσκολα θα πάρει την απόφαση να εκτεθεί. Θα πρέπει να είναι τελείως θρασύς.
Το να μάθεις να παίζεις σωστά ένα όργανο απαιτεί στρώσιμο κwλου. Απαιτεί μελέτη, ώρες σκυψίματος πάνω του, διάβασμα. Το να συνθέσεις, όμως, δεν απαιτεί απολύτως τίποτα. Όλα επαφίενται στον πατριωτισμό του καθενός. Υπάρχουν και στυλ σαν τα avant, noise, improv, experimental κτλ. μέσα στα οποία μπορούν να παρεισφρήσουν οι γκασμάδες και να μην τους πάρει κανένας χαμπάρι.
Τώρα αυτό συμβαίνει και με την ποπ. Ούτε εκεί τους παίρνουν χαμπάρι, όσοι τους ακούνε...
[στη μνήμη του Κώστα Γανωσέλλη]
[δυστυχώς δεν έχω μαζί μου τα βιβλία του, για να τα δείξω – και ούτε βρήκα τις mid-80s εκδόσεις στο ίντερνετ]
[μάλλον θα κάνω και δεύτερο ποστ για τον Γανωσέλλη]
[το έκανα και το δεύτερο ποστ - και ίσως κάνω και τρίτο]

29/1/2026
>>"Είμαστε εμείς, που δίναμε το στίγμα της μουσικής μας ταυτότητας σ’ όλη την Ελλάδα, παίζοντας jazz κι επιτυχίες της εποχής. Εποχή sixties, night club, ραντεβού, βερμουτάκι, parties, βλέμμα αληθινά ερωτευμένο. Η εποχή της αθωότητας. Με παρέσυρε ο φίλος μου Κώστας Γιαννίκος ν’ αποτυπώσουμε σε CD ό,τι διασώθηκε από τις νεανικές μας φιλοδοξίες. Καταξιωμένοι, σήμερα, όλοι οι παλιοί μου φίλοι-συνεργάτες, με πρώτο και καλύτερο τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, που το μεγάλο του ταλέντο φαινόταν στους αυτοσχεδιασμούς του σ’ ένα όργανο που δεν ήταν δικό του, όπως το βιμπράφωνο. Ο Τίτος Καλλίρης στην κιθάρα, ο “γερόλυκος” της ελληνικής jazz. Ο Ρήγας Σαριτζιώτης στα πνευστά, που τον ήχο του επαίνεσε ο Stan Getz. Ο Γιώργος Λαβράνος στα drums. Ρυθμικός στυλοβάτης του συγκροτήματος, μαζί με τον Κώστα Σκόκκο στα κρουστά. Μπασίστες, που θα τους ζήλευαν πολλοί jazzmen, όπως ο Νίκος Τσεσμελής ο “τσικός” και ο Νίσος Πανταζής. Τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς, που με δέχτηκαν σαν leader τους."<<
O Γιώργος Θεοδοσιάδης στο "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025] σελ. 166-168

28/1/2026
Θυμήθηκα έναν παλιό γείτονά μου, χουντοπρόσκοπο, που όποτε έβλεπε Ριζοσπάστη τον άνοιγε για να διαβάζει το πρόγραμμα της τηλεόρασης...

28/1/2026
>>Έτσι, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1980, με την έναρξη δηλαδή της νέας... σχολικής χρονιάς, και κάθε Κυριακή, από τις 5:30 έως τις 8:00 το βράδυ, θα παρέδιδε μαθήματα αυτοσχεδιασμού ο πιανίστας Μάρκος Αλεξίου, που τότε συμμετείχε στο συγκρότημα Sphinx, παίζοντας πιάνο και με το συγκρότημα του Γιώργου Κατσαρού, στην εκπομπή ταλέντων «Να η Ευκαιρία». Όπως έγραφε ο ίδιος ο Μπαράκος στο περιοδικό «ΤΖΑΖ» [τεύχος #10, Μάιος-Ιούλ. ’80] (απίστευτα και πρωτάκουστα πράγματα):
«Το σύστημα του Μάρκου Αλεξίου, απόρροια πολυετούς μελέτης και διδασκαλικής πείρας, πέρα από την εκμάθηση των βασικών κανόνων, η άγνοια των οποίων καθιστά προβληματική την επικοινωνία των μουσικών, έχει σαν σκοπό να δώσει στους μουσικούς την ικανότητα να μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, να συνθέτουν και να ενορχηστρώνουν. Στα μαθήματα θα μπορούν να συμμετάσχουν όχι μόνο μουσικοί, ανεξαρτήτως οργάνου, αλλά και ακροατές, που θέλουν να βελτιώσουν την κρίση τους και να πολλαπλασιάσουν το ενδιαφέρον και την απόλαυσή τους».<<

Για τον Μάρκο Αλεξίου (από Sphinx κ.λπ.), έναν από τους κορυφαίους πιανίστες της τζαζ στην Ελλάδα, θα διαβάσεις σε πολλές σελίδες του "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025] και σε πολλά διαφορετικά κεφάλαια.

27/1/2026
Όπου ο φτωχός κι η μοίρα του – και για τα δύο δυστυχήματα.
Στην Ελλάδα του 2026 και της ψευτοανεργίας του 8% γυναίκες αναγκάζονταν να δουλεύουν γερμανικά νούμερα, για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα και να προσθέσουν κάτι τι στο όποιο μικρο-εισόδημά τους.
Άφραγκοι φίλαθλοι θέλανε να πάνε στη Λυών μέσω Ρουμανίας, λόγω Σένγκεν λέει (αν είναι δυνατόν!), όταν μπορούσαν να πάνε με καράβι από Ηγουμενίτσα μέχρι Ανκόνα και από κει, από τις ασφαλείς δρομάρες της Ιταλίας και της Γαλλίας, να φτάσουνε στον προορισμό τους – απλά και σίγουρα, σαν άνθρωποι.
Η ξεφτίλα της Ελλάδας του 2.0, της... ανάκαμψης και της ανθεκτικότητας.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

οι electro και ροκ δίσκοι του ΛΟΥΚΑ ΘΑΝΟΥ και των CARMA, από το μέσο των 80s, κυκλοφορούν ξανά – υποτιμημένοι στον καιρό τους, επιζητούν 40 χρόνια αργότερα μια δεύτερη ευκαιρία

Ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες υπήρχαν στην Ελλάδα από πολύ παλιά – και η Lyra είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας (μεγάλης) ελληνικής ανεξάρτητης εταιρείας. Όμως, το να τυπώσεις ένα δίσκο, ακόμη και στα έιτις, δεν ήταν εύκολο πράγμα, αν δεν ήσουν ένας από τους βασικούς «παίκτες». Και τούτο, γιατί όλα τα κόστη ήταν ακριβά. Και τα στούντιο, και τα υπόλοιπα τεχνικά, και οι κοπές, και τα τυπογραφικά, ενώ ακόμη και αν έφθανες στο σημείο να τα ξεπεράσεις όλα αυτά, θα υψωνόταν μπροστά σου το τεράστιο εμπόδιο της διανομής. Πώς θα εύρισκες πελατολόγιο και πώς θα μετέφερες τους δίσκους στα δισκάδικα; Πώς θα έπειθες έναν δισκοπώλη να αγοράσει κάτι, που δεν ακολουθούσε τους δρόμους της κλασικής παραγωγής; Όλα δύσκολα.
Παρά ταύτα, στα έιτις, πολλοί ήταν εκείνοι που θα επιχειρούσαν να δημιουργήσουν και να διακινήσουν μικρές παραγωγές – είτε μόνοι τους, σε φάση εντελώς do it yourself και private pressing, είτε ιδρύοντας δισκογραφικές εταιρείες, που θεωρητικά είχαν κάποια πιθανότητα να επιβιώσουν, αντέχοντας τον ανταγωνισμό για ένα, μικρό έστω, διάστημα. Τα παραδείγματα πολλά. Στο χώρο του σκληρού λαϊκού τα πράγματα θα αποδεικνύονταν πιο εύκολα για κάποιες εταιρείες, ήδη από τα τέλος του ’60 και τα σέβεντις, επειδή υπήρχε έτοιμο και πολυπληθές λαϊκό κοινό (χοντρικά το κοινό αυτό έμοιαζε μ’ εκείνο που κατανάλωνε τα μελό της KΛΑΚ Films στα σίξτις) ικανό να στηρίξει τους «δεύτερους» τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες, όμως στα πιο περιορισμένα και κυρίως στα πολυ-διασπασμένα κοινά της ποπ και του ροκ τι θα γινόταν; Εκεί τα πράγματα δεν τράβαγαν με τίποτα, γιατί εκτός απ’ όλα τα προηγούμενα θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψιν η καχυποψία και η προκατάληψη.
Υπήρχε έλλειμμα εμπιστοσύνης, θέλω να πω, για την ελληνική ανεξάρτητη ποπ και ροκ παραγωγή, με αποτέλεσμα πάμπολλοι τέτοιοι δίσκοι της δεκαετίας του ’80 να χαθούν σε πρώτο χρόνο, καθώς θα τους έπαιρναν ελάχιστοι χαμπάρι και ακόμη λιγότεροι θα τους αγόραζαν. Για δύο τέτοιους δίσκους, που ξανατυπώθηκαν προσφάτως, μετά από 40 χρόνια, προσδοκώντας μια ύστερη δικαίωση, θα γράψω στη συνέχεια...
LUCAS THANOS: Jazzburger 
[Veego Records, 2025]
Το “Jazzburger”, ένας δίσκος του Λουκά Θάνου, σάουντρακ για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, που όμως δεν γυρίστηκε ποτέ, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984, από μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία, τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Ο δίσκος, αν και είχε ενδιαφέρον, δεν θα προξενούσε καμία εντύπωση στον καιρό του, για να επανεκδοθεί και πάλι σε βινύλιο, στο τέλος της περασμένης χρονιάς, από την Veego Records. Ήταν κάτι απρόσμενο...
Ο Θάνος δεν ήταν τυχαίος συνθέτης, καθώς είχε ήδη κάνει ένα σημαντικό έντεχνο άλμπουμ, το «Σάλπισμα» [ΕΜΙ / Columbia, 1978], με τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, μέσα από το οποίο θα έβγαινε ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό τραγούδι, όπως ήταν «Η μπαλάντα του κυρ’ Μέντιου», σε ποίηση Κώστα Βάρναλη («Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο / Χάιντε Σύμβολον αιώνιο! / Αν ξυπνήσεις, μονομιάς / θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς»), για να επανεμφανιστεί στη δισκογραφία (ο Θάνος) στο διάστημα 1983-1984 με κάποια LP τελείως διαφορετικών αισθητικών κατευθύνσεων.
Κατ’ αρχάς τον συναντάμε στο team του αξιοπρόσεκτου τζαζ LP «Αυταπάτη» [Philips] της Ηδύλης Τσαλίκη, το 1983, ενώ την ίδια χρονιά θα έδινε και τον δεύτερο μεγάλο δίσκο του, την «Αναστροφή» – ένα παράξενο άλμπουμ, με electro, τζαζ-ροκ και προχωρημένα έντεχνα στοιχεία (χωρίς μπουζούκι), που θα τυπωνόταν, τότε, από τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Θυμάμαι διαφημίσεις του Συνεταιρισμού στην κρατική τηλεόραση της εποχής, μέσω των οποίων θα γνωρίζαμε όλοι εμείς, που ενδιαφερόμασταν για τις ιδιαιτερότητες της δισκογραφίας μας, τις συγκεκριμένες εκδόσεις, αναζητώντας τες, στη συνέχεια, στα δισκάδικα. Έτσι είχα αγοράσει και την «Αναστροφή» του Λουκά Θάνου, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ελληνικούς δίσκους του 1983. Ο Συνεταιρισμός, όμως, δεν θα άντεχε πολλά χρόνια – προλαβαίνοντας, πάντως, να εκδώσει καμιά 30αριά LP μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80. Το “Jazzburger”, το τρίτο άλμπουμ του Λουκά Θάνου από το 1984, ήταν σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα εκείνης της ανεξάρτητης εταιρείας. 
Το άλμπουμ αυτό, κατ’ αρχάς, δεν είχε καμία σχέση ούτε με το έντεχνο «Σάλπισμα», μα ούτε και με την «Αναστροφή», καθώς ο προσανατολισμός του ήταν περισσότερο ποπ, δηλαδή electro-pop
Ο δίσκος άνοιγε με το φερώνυμο track, που είχε αγγλικούς στίχους της Λιάνας Θάνου και τραγούδισμα από την Ηδύλη Τσαλίκη. Synth-pop, με italo feeling, που θα μπορούσε άνετα να διαπρέψει στις ντίσκο της εποχής. (Δεν θυμάμαι να το άκουσα πουθενά τότε, ούτε καν στο ραδιόφωνο). Συνέχεια με το «Δεν ήξερα το μέλλον», σε στίχους Πάγιας Βεάκη, και με την Λιάνα Θάνου, αυτή τη φορά, να τραγουδά (ελληνικά). Πολύ καλή synth-pop, με ωραίους υπαινικτικούς στίχους και ερμηνεία κάπως αιθέρια και romantic, εμποτισμένη με μελωδική nostalgia
Στο «Εξάρχεια square» τους (ελληνικούς) στίχους του Άγγελου Προβελέγγιου αποδίδουν οι Λουκάς Θάνος, Λιάνα Θάνου, Ηδύλη Τσαλίκη και Τάκης Σπυριδάκης! Το τραγούδι έχει αλλοπρόσαλλα λόγια, και σαν χρώμα έχουμε πάντα το electro στο πάνω επίπεδο, με το κομμάτι να ακούγεται κάπως σαν reggae-rock. Στο «Για σένα» τους στίχους του Προβελέγγιου αποδίδει η Τσαλίκη. Το κομμάτι είναι μια ερωτική μπαλάντα, που ακούγεται κάπως σαν cheek to cheek μπλουζ, με το πιάνο (Στέφανος Κορκολής) και τα πλήκτρα να κάνουν ωραία δουλειά – σ’ ένα καλό τραγούδι συνολικά. 
Το «Μπρέικ», τελευταίο τραγούδι της πρώτης πλευράς του original LP, και προτελευταίο της reissue, είναι ένα κλασικό italo, με άψογα πλήκτρα και με χαρακτηριστικό (ελληνικό) ραπάρισμα, που, οπωσδήποτε, ακούγεται αρκετά πρωτότυπο (για το 1984 εννοώ). Και στις ντίσκο, φυσικά, θα τα έσπαγε αυτό το track. H πρώτη πλευρά, στην επανέκδοση της Veego, θα ολοκληρωθεί με το “Only one minute”, ένα demo outtake με τη φωνή της Λιάνας Θάνου, που θα άξιζε να είχε ηχογραφηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εκείνα τα χρόνια. Καθαρά early 80s φάση, που θα κόλλαγε μια χαρά σε ταινίες με μηχανές και... ναρκωτικά (απ’ αυτές που γυρίζονταν, τότε, στον λαϊκό ελληνικό κινηματογράφο). 
Η Side B του “Jazzburger” του Λουκά Θάνου ανοίγει με το “Set on fire”, σε στίχους του Προβελέγγιου και με τις φωνές των Ρωμύλου Κολάση, Ηδύλης Τσαλίκη και Τάκη Σπυριδάκη. Κι εδώ έχουμε ένα ακόμη italo, και μάλιστα 7λεπτο, που θα μπορούσε να αποδείξει την αξία του, αν και άμα, μόνο πάνω στην ντίσκο-πίστα (η extended διάρκειά του αυτό υπονοεί εξάλλου). Ούτε σ’ αυτό θα δινόταν η ευκαιρία. Στο «Πάψε πια να κλαις» οι στίχοι είναι της Ειρήνης Μάρα και η φωνή της Λιάνας Θάνου. Το τραγούδι παίζει με τα πλήκτρα (μέχρι και μπαρόκ επιρροές υπάρχουν εδώ), με την παιδικού χρώματος φωνή της Θάνου να προσθέτει σε αφέλεια. 
Στο «Για σένα Νάνσυ» (μια άλλη εκδοχή, πιανιστική και acoustic, του «Για σένα» της πρώτης πλευράς) ακούμε τον Λουκά Θάνο να τραγουδά, για πρώτη φορά στο “Jazzburger”, τους στίχους του Προβελέγγιου – με τον παλιό δίσκο να κλείνει με το “Invasion” (το μπαρόκ electro σε instro φάση) και με τον καινούριο (να κλείνει) με το “Jazzburger (early demo outtake)”, έχοντας στη φωνή και τους ελληνικούς στίχους την Λιάνα Θάνου, η οποία δίνει μια άλλη εκδοχή του Α1 τραγουδιού (που ακούγεται, και αυτό, σαν από νεολαιίστικη ελληνική ταινία των early 80s). Να προσθέσω, τέλος, πως το άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 1983, στο στούντιο Ηχοτομή, με ηχολήπτη τον σημαίνοντα David Grunstein, που έκανε, αληθινά, πολύ καλή δουλειά. 
Το γεγονός ότι το “Jazzburger” του Λουκά Θάνου ξαναβγαίνει 41 χρόνια μετά, από την Veego Records, το θεωρώ κάπως σαν ένα καπρίτσιο του Αντρέα Μητρέλη (του ανθρώπου πίσω από τη Veego). Ωραία καπρίτσιο... δεν λέω. Μακάρι να το εκτιμήσουν οι... 300 του Λεωνίδα αυτό το LP στη νέα φυσική μορφή του (υπάρχει βεβαίως και η ψηφιακή) και μακάρι να ξαναβγεί και η «Αναστροφή», που είναι σε άλλο στυλ, αλλά το ίδιο ή και περισσότερο αξιόλογη. 

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

BETHNAL GREENER πεδίο

Ο Kostis Kilymis είναι ένας από τους πιο γνωστούς έλληνες πειραματιστές, την τελευταία 20ετία, ο οποίος τώρα εδρεύει στο Bristol (όπως διαβάζω στο discogs). Στο δισκορυχείον υπάρχουν διάφορες αναφορές σ’ αυτόν (αν τον ψάξεις ως «Κηλύμη»), με την πιο νέα (δηλαδή την παρούσα) να παίρνει αφορμή από το πιο πρόσφατο LP του, που κυκλοφορεί τώρα (2025) από την Same Difference Music. Το άλμπουμ αποκαλείται «Πεδίο» και υπογράφεται από τον Bethnal Greener (που είναι ο Κηλύμης με άλλο όνομα).

Το άλμπουμ, που είναι αγγλόφωνο (να μην παραπλανά ο τίτλος του) ανοίγει με το “Revery”, ένα αργό, βαρύ, τελετουργικό και ποιητικό (όσον αφορά τα λόγια) track, που έχει ωραία μπάσα (Haris Neilas, Constantine Blintzios) και που δεν απογειώνεται λόγω της φωνής, που ακούγεται άχρωμη, δίχως να δένει με την ατμόσφαιρα που αναπτύσσεται.
Αργό, απογυμνωμένο, και κάπως αποστασιοποιημένο, αλλά κάπως καλύτερο σε σχέση με τη φωνή, ακούγεται το “Cemetery of mornings”, που μοιάζει με «χαλί», πάνω στο οποίο ακουμπούν περίεργοι στίχοι, κάπως ποιητικοί, που δεν μπορείς να αντιληφθείς εύκολα τι βαθύτερο θέλουν να πουν –αν θέλουν να πουν κάτι δηλαδή–, ενώ συνολικά, και σαν σύνθεση, το εν λόγω κομμάτι, κυλάει μονότονα και δίχως αλλαγές, παρά τις όποιες προσθήκες (Savvas Metaxas κιθάρα).
Ακόμη πιο στοιχειώδες, και με μια κρουστότητα να συνοδεύει το ηλεκτρονικό περιβάλλον, είναι το “Flipping myths”, που ελίσσεται αργά χωρίς να προσφέρει, και αυτό, κάποια ιδιαίτερη συγκίνηση. Το βάρος πέφτει στα λόγια, στην σχεδόν απαγγελία, που εξακολουθούν να παραμένουν στριφνά, με πάντα μια εμφανή διάθεση ποιητικότητας.
Η Side B ανοίγει με ένα ακόμη στοιχειώδες track, πάντα αργό, αλλά με σωστή ανάπτυξη της ατμόσφαιρας, που τιτλοφορείται “Trespassing flowers” και που στo instro τμήμα του λειτουργεί περισσότερο καλά. Τα λόγια και εδώ δημιουργούν ένα κλίμα, μιας κάπως ζωντανής ωραιότητας, επηρεασμένα από το βιβλίο της Ann QuinThree” (1966), όπως διαβάζουμε στο innersleeve (και σε σχέση με το βιβλίο, όπως διαβάζουμε στο δίκτυο: «Μια νεαρή γυναίκα, που διαμένει στην οικογένεια της Ρουθ και του Λέοναρντ, η Σ., εξαφανίζεται υπό συνθήκες που υποδηλώνουν αυτοκτονία. Καθώς το ζευγάρι ξεφυλλίζει το ημερολόγιό της, ακούει τις κασέτες ήχου και βλέπει τις ταινίες της, η εμμονή του με την αινιγματική νεαρή κοπέλα καταλαμβάνει την μεταξύ τους σχέση. Το “Three” συνδυάζει τον λακωνικό διάλογο με τον ποιητικό ιμπρεσιονισμό σε μια διεισδυτική εξερεύνηση των κρυφών συναισθημάτων και των σεξουαλικών υποκείμενων ρευμάτων της βρετανικής μεσαίας τάξης»).
Το “Something like your arms είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου του Bethnal Greener, ένα τραγούδι με υπαρξιακούς στίχους, ωραίο πέρασμα της φωνής και ταιριαστή ηλεκτρονική συνοδεία (η Maria Sideri είναι στη φωνή και ο Alexandros Martigopoulos στην κιθάρα).
Το LP «Πεδίο» [του Άρεως] θα ολοκληρωθεί με το φερώνυμο track, που είναι πιο καθημερινό στο λόγο του, περισσότερο ανθρώπινο και με τη φωνή (όταν δεν τραγουδάει) να δένει ωραία, παρά το πάντα στοιχειώδες υπόβαθρο και την προσθήκη του μπάσου (Haris Neilas).
Σε δύσκολα και απαιτητικά, από τη φύση τους, περιβάλλοντα διάλεξε να περιπλανηθεί ο Bethnal Greener, με το αποτέλεσμα να είναι αυτό το οποίο αντιληφθήκατε με τα όσα παραπάνω.
Επαφή: https://bethnal-greener.bandcamp.com/album/-

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 666

6/9/2025
Υπενθυμίζω σε όλους και όλες πως απόψε το βράδυ, στις 21:30, θα γίνει η παρουσίαση του νέου βιβλίου μου στο Φεστιβάλ Βιβλίου, στο Πεδίο του Άρεως, στη σκηνή Αντιγόνη Μεταξά-Κροντηρά. Μαζί μου στο τραπέζι θα βρίσκονται ο Χάρης Συμβουλίδης (Αθηνόραμα) και ο Δημήτρης Βασιλειάδης (B-otherSide Records). Θα χαρώ πολύ να έλθετε και να τα πούμε. Να συζητήσουμε για το βιβλίο, να υπογράψω αντίτυπα κτλ.
Επειδή υπάρχει και η συγκέντρωση για τα Τέμπη απόψε, στις 7 στο Σύνταγμα, προλαβαίνουμε να περάσουμε και από ’κει, και να πάμε μετά στο Φεστιβάλ.
Αν τυχόν το Σύνταγμα παραμένει κλειστό για λεωφορεία, τρόλεϋ, μετρό κ.λπ., για όσους και όσες περνάνε από κει, υπάρχει πάντα ο σταθμός μετρό Αμπελόκηποι, και από κει με λεωφορείο κατεβαίνετε στο Πεδίο του Άρεως. Ραντεβού λοιπόν στις 21:30.

6/9/2025
35η ΔΕΘ, Σεπτέμβριος 1970.
Ο ΟΤΕ παραγγέλνει στον αείμνηστο συνθέτη Θόδωρο Αντωνίου ένα έργο ηλεκτρονικής μουσικής, για να παρουσιαστεί στην Έκθεση – κι εκείνος γράφει το «Τηλεπικοινωνίαι ΟΤΕ 1970» (μέρος της οπτικής παρτιτούρας φαίνεται στο σκαν).
Επίσης ο ΟΤΕ, με αφορμή το έργο του Αντωνίου, χρηματοδοτεί μια μικρή έκδοση, υπό τον τίτλο «Τι είναι ηλεκτρονική μουσική» (το περίπου εξώφυλλο το βλέπετε – το έχω πειράξει λίγο), με πολλά ενδιαφέρονται στοιχεία εντός, ειδικά για την ελληνική περίπτωση (μέχρι το 1970).
Αυτά είχαν κι έχουν νόημα από τις ΔΕΘ και όχι οι κοροϊδίες των πολιτικών.

5/9/2025
Κατά μίαν άποψη το ροκ θα πεθάνει, όταν θα πεθάνουν εκείνοι που το γέννησαν... Roger Waters - Smell the Roses (Audio)
https://www.youtube.com/watch?v=PEh7Ip4yvH8

5/9/2025
Υπέρ του Ρότζερ Ουώτερς και κατά του γιου τού Όζυ...
update

Επειδή υπάρχουν και κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν τι έγραψα. Λέω πως έχει κάθε δικαίωμα ο Ρότζερ Ουώτερς να κρίνει τον οποιονδήποτε του σιναφιού του. Και γράφω επίσης "κατά του γιου του Όζυ", όχι "κατά του Όζυ".

5/9/2025
Για τον Εξαδάκτυλο (Δημήτρης Πουλικάκος κ.ά.) θα διαβάσεις πολλά (σελ. 331-336) στο νέο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία και Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία. Και σε σχέση με τα κοινωνικοπολιτικά, και σε σχέση με την ιστορία και τη δισκογραφία του.

4/9/2025
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είχε ξεκινήσει να παίζει ροκ από την δεκαετία του ’60 ήδη, όταν ήταν στους Crosswords και θυμάμαι πως στα έιτις φίλοι μου ροκάδες, που γούσταραν τα πιο περιθωριακά ονόματα (Σιδηρόπουλο π.χ.), αμφισβητούσαν τη... ροκοσύνη του. Περιττό να πω πως όταν ο Βασ. έπαιζε Animals, ο Σιδηρό (που ήταν και δύο χρόνια μεγαλύτερος) δεν είχε ακόμη καμία ενεργή επαφή με τη μουσική.
Στο νέο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία και Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025], που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία γράφω διάφορα για το απώτερο ροκ χθες του Παπακωνσταντίνου, και βασικά για το πώς πρόκοψαν οι Crosswords, μέσα από τους διαγωνισμούς ποπ και ροκ συγκροτημάτων της εποχής.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

οι νέοι δίσκοι των Π.Ι.Ε.Β., ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΙΣΣΥΣ ΔΟΥΤΣΙΟΥ, ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ και NOTOWNS – μοιάζουν με οδηγίες πλοήγησης μέσα στο κατακερματισμένο αστικό τοπίο

Το σύγχρονο αστικό τραγούδι μπορεί να ενδύεται ποικίλα ηχοχρώματα (ποπ, ροκ, φολκ, electro, hip hop ή ό,τι άλλο), έχοντας όμως σε μια προτεραιότητα και τον στίχο. Οι δίσκοι, που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια κινούνται άλλοτε σε σκληρά, και κάποιες φορές οργισμένα στιχουργικά-ποιητικά περιβάλλοντα, και άλλοτε σε πιο προσωπικά και μοναχικά, δημιουργώντας ένα πλήρες πλαίσιο αποτύπωσης της αστικής καθημερινότητας.
Π
.Ι.Ε.Β. Χ VIKTORAS: Detroit [Inner Ear, 2025]
Δεν ξέρω αν η Αθήνα μοιάζει με το βιομηχανικό κουφάρι που αποκαλείται Detroit, πάντως το άλμπουμ τού ποιητή-στιχογράφου Π.Ι.Ε.Β. (Παναγιώτης Ι.Ε. Βασιλείου) μιλάει για τα δικά μας... πτώματα, και όχι για τα ξένα. Και γι’ αυτό ο λόγος του είναι 99% ελληνικός – αφού δεν γίνεται να μιλάς γι’ όσα ζεις ή δεν ζεις, στο δοξασμένο άστυ, με την ψευδαίσθηση ότι αναφέρεσαι σε κάτι άλλο.
Ο Π.Ι.Ε.Β. με το δικό του σπηκάρισμα μιλάει βασικά για τους σημερινούς 35άρηδες-40άρηδες, που δεν είναι ούτε νέοι, ούτε γέροι, που δεν ξέρουν αν πρέπει να νοσταλγούν ή να θυμούνται, που δεν νοιώθουν ούτε επιτυχημένοι ούτε απόκληροι, που αναρωτιούνται, συνεχώς, δίχως να ξέρουν τις απαντήσεις, που περιγράφουν τα προβλήματα χωρίς να βρίσκουν λύσεις. Όλα αυτά δημιουργούν ένα κλίμα στο “Detroit”, δύσβατο, δυσοίωνο, σκληρό, μηχανιστικό, άνυδρο και εν τέλει απάνθρωπο, που μετριάζεται, όμως, από τη θετική μουσική νότα και τις αποφασιστικές ερμηνείες.
Ενώ οι στίχοι, λοιπόν, από τη μια μεριά συλλαμβάνουν το κλίμα της δύσθυμης αθηναϊκής καθημερινότητας, από την άλλη υπάρχει το μέλος, αυτό το μπιτάτο synth-punk –άλλοτε, τις περισσότερες φορές, είναι κυρίως synth, και άλλοτε, τις λιγότερες, είναι κυρίως punk–, που διευθετεί ο Viktoras, και το οποίο ανατρέπει, με την ορμή, τη δυναμική και τα πιασάρικα ρεφρέν του, τις χαμηλές και ζοφερές πτήσεις του λόγου. Από κοντά, δε, έρχονται και οι ερμηνείες (ο Π.Ι.Ε.Β., μαζί με διάφορες «βοήθειες»), που επίσης δημιουργούν ένα αναπτερωτικό κλίμα, τονώνοντας έτι περισσότερο το μπιτ, και δίνοντάς του μια άμεση διέξοδο.
Υπάρχουν πολλά κομμάτια που μου άρεσαν εδώ [τα “SAEIO (RIP)”, «Μουντή Κυριακή», «Τι νύχτα κι αυτή» είναι τρία απ’ αυτά], αν και όλος ο δίσκος διατηρεί μια πορεία, χωρίς κενά, δίχως κάμψεις και κοιλάδες. Το πλήθος των ονομάτων που παρεμβαίνουν στα διάφορα tracks (Pan Pan, Μάκης Παπασημακόπουλος, TURBOFLOW3000, Α. Επίθετη, Βίνα Σ., MFS, VASSIŁINA, Kalliopi Mitropoulou, Libys, Inloss, Sumo, K. Rista, King Panda) συμβάλλουν, οπωσδήποτε, στο τελικό κλίμα, με τη μίξη και το mastering (Ηρακλής Βλαχάκης) και την παραγωγή (The Bad Poetry Social Club) να πριμοδοτούν, περαιτέρω, αυτή την βεβαιότητα του άμεσου, που κυριαρχεί στο “Detroit”, και που σε συμπαρασύρει, απ’ όλες τις πάντες, καθ’ όλη την εξέλιξή του.
Επαφή: https://piev.bandcamp.com/album/detroit
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-neoi-diskoi-ton-pieb-kalliopis-mitropoyloy-sissys-doytsioy-monokeros-kai-notowns

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

IØN το δεύτερο soundscapes

Ο Iøn είναι ο Γιάννης Παπαϊωάννου ως γνωστόν (από τους Mechanimal και άλλα τινά του απώτερου χθες θα πω), με το Soundscapes Vol.2” [Ionmusik, 2025] να αποτελεί, κατά μίαν έννοια, τη συνέχεια του “Soundscapes Vol.1”, που είχε τυπωθεί, σε CD, από την Same Difference Music το 2021 – με την τωρινή κυκλοφορία να διατίθεται πάντως μόνο σε κασέτα (όσον αφορά τις φυσικές μορφές) πενήντα αριθμημένων και υπογεγραμμένων αντιτύπων, ενώ υπάρχουν, εννοείται και τα ανάλογα ψηφιακά αρχεία.
Τα δύο “Soundscapes” έχουν, πάντως, και άλλα κοινά στοιχεία. Για παράδειγμα αποτελούνται από δέκα tracks ανά πλευρά, που όλα διαρκούν 2:22. Άρα συζητάμε για είκοσι ισόχρονα κομμάτια, που επιχειρούν, εν προκειμένω, να περιγράψουν συγκεκριμένες ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Και κάπως έτσι διαβάζουμε, στο μέσα μέρος του cover της κασέτας, τα λόγια του Iøn... «το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2024 και είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη μνήμη της μητέρας μου».
Τα κομμάτια, οι συνθέσεις του Iøn, είναι ηλεκτρονικής φύσεως, και έχουν δημιουργηθεί με τη βοήθεια μιας σειράς (ηλεκτρονικών) οργάνων, τα οποία αναφέρονται, ένα προς ένα, στο bandcamp (Korg MS-20 Mini, Korg Minilogue, Dreadbox Nymphes, Dreadbox Hades, Elektron Model:Cycles, Soft Synths, Zoom H4n, Yamaha MT-100, Shortwave Radio, Tapes & Field Recordings). Ήτοι, κάποια βασικά σύνθια, groove box, ψηφιακός φορητός εγγραφέας, ταινίες, επί τόπου ηχογραφήσεις...
Όλα αυτά τα «δένει» ο Iøn, παράγοντας μουσικές που έχουν τον τρόπο να σε κρατούν δέσμιό τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της 50λεπτης σχεδόν κασέτας. Θέλω να πω, μ’ αυτό, πως τα tracks του “Soundscapes Vol.2” δεν έχουν μια συγκεκριμένη ροή, που να τα ενώνει αναγκαστικώς (θα ήταν πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο λόγω της μικρής διάρκειάς τους), εμφανίζοντας πληθώρα μορφικών χαρακτηριστικών. Άλλα, για παράδειγμα, είναι περισσότερο πειραματικά, άλλα περισσότερο ambient, άλλα ακούγονται ως πιο κλασικά σέβεντις ηλεκτρονικά, ενώ ακόμη και pop μπορείς να εντοπίσεις εδώ, σε μια σειρά, που, οπωσδήποτε, έχει μελετηθεί, ώστε να σε μετατοπίζει, ως ακροατή, κάθε φορά, προς κάτι άλλο.
Υπάρχουν, ας πούμε, κομμάτια που ακούγονται κάπως υποχθόνια (“The moon is just an old recording”), άλλα που αφήνουν μια νοσταλγική αύρα (“Later that day”), άλλα που είναι πιο λυρικά (“She calls to the fading light”) ή πιο χαρούμενα (“Athen autobahn Berlin”), άλλα που διαθέτουν μια επική ροή (“August, 15th”) κ.ο.κ.
Και είναι αυτή η μεταβολή που συμβαίνει συνεχώς, πρακτικά κάθε δύο λεπτά και είκοσι δύο δευτερόλεπτα, που προσδίδει στο “Soundscapes Vol.2” μια ειδική, κάθε φορά, ακουστική ομορφιά.
Επαφή: https://ionmusik.bandcamp.com/album/soundscapes-vol-2

Δευτέρα 26 Μαΐου 2025

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΜΠΟΝΟΣ το νέο CD του είναι κλεισμένο σε μεταλλικό περίβλημα

Πρόκειται για ένα custom μεταλλικού περιβλήματος CD (κυκλοφορεί σε 100 αντίτυπα), που αφορά την τελευταία δισκογραφική εμφάνιση του πειραματιστή Σωτήρη Δεμπόνου (Sotiris Debonos). Το άλμπουμ αποκαλείται Grainular [Puzzlemusik, 2025] και αποτελεί την 6η προσωπική κυκλοφορία του Δεμπόνου, μετά από τα «Ουράκας» (2000), “Far West-Tribal Dances” (2007), “Film Musik” (2008), “Blue Nevus” (2013) και «Άλυτη» (2020). Εορτάζεται, έτσι, και μια 25ετή (προσωπική) παρουσία του Δεμπόνου στο χώρο, που κατά βάση δεν ξεκινά το 2000, μα το 1997 με το 10ιντσο «Του Χάρου τα Δόντια», που συνυπογραφόταν και από τον Αντώνη Λιβιεράτο. Τέλος πάντων αυτά είναι από λίγο έως πολύ γνωστά, έχοντας τη σημασία που έχουν, όμως εκείνο που τώρα έχει νόημα είναι το “Grainular”, ένα ακόμη ηλεκτρονικό-πειραματικό CD του Δεμπόνου, που δείχνει, αν θέλετε, και τα νέα ηχογραφικά ενδιαφέροντά του.
Όπως διαβάζουμε στο ένθετο του δίσκου: «Στο Grainular πηγή ήχου είναι μία ηλεκτροκλασική κιθάρα, που οδηγεί τρία granular delays. Σε ορισμένα tracks χρησιμοποιήθηκε και το DIN in noise software synth. Οι πολυκάναλες ηχογραφήσεις –σε περιβάλλον linux (AV linux)– είναι solo αυτοσχεδιασμός, με αρχικό σκοπό τον υπολογιστικό προγραμματισμό της λουπομηχανής Mobius ως εργαλείο ασύμμετρου κατακερματισμού του χρόνου, σε συνθήκες ζωντανής εμφάνισης».
Αυτά όλα τα ανέφερα, επειδή είναι μάλλον αδύνατον, για κάποιον που ακούει τον δίσκο, να τα περιγράψει επακριβώς – κάτι, που, οπωσδήποτε, δεν έχει τη μέγιστη σημασία για τον... μέσο ακροατή. Θέλω να πω πως το μεγαλύτερο νόημα δεν έχουν τα «όργανα», που χρησιμοποιείς, αλλά το τι παράγεις με αυτά... και εδώ, ο Δεμπόνος, αποδεικνύει για μιαν ακόμη φορά, πως ξέρει να χειρίζεται, κατ’ αρχάς, το μέτρο.
Δεν έχουμε, δηλαδή, στην περίπτωση του “Grainular” ένα αυτοαναφορικό πείραμα, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, που να ξεκινάει από το μείον άπειρο και να καταλήγει στο συν άπειρο, αλλά κάτι σεμνό μέσα στον πειραματισμό του, που ελκύει από την αρχή το ενδιαφέρον του ακροατή.
Τα κομμάτια στο άλμπουμ είναι έξι, και είναι βασικά πέντε και έξι λεπτών το κάθε ένα. Αυτή η, ας την πούμε, συμμετρία βοηθά τον ακροατή να προσανατολιστεί με ευκολία στα καθέκαστα, χωρίς να χάνεται σε... ουρανομήκεις electro-αυτοσχεδιασμούς, με συνεχείς ανακυκλωμένες λούπες, noises, εφφέ και τα ρέστα.
Εννοώ πως ο Δεμπόνος έχει ελέγξει όλα όσα ηχογραφεί, δημιουργώντας ένα λίγο πάνω από την μισή ώρα έργο, που δεν «κλωτσάει» τον ακροατή, δίνοντάς του, ταυτοχρόνως, το περιθώριο, να «χωνέψει» ό,τι ακούει – καθώς μπορεί άνετα να αντιληφθεί όλα τα ηχητικά πλέγματα και να ταυτιστεί μαζί τους.
Μία πολύ καλή περίπτωση, λοιπόν, πειραματικού electro, που δεν εκβιάζει τίποτα, έχοντας απλή, ενδιαφέρουσα και απρόσκοπτη ροή.
Επαφή: www.puzzlemusik.com

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

Επτά αξιόλογοι ελληνικοί δίσκοι σε downtempo, τζαζ, έντεχνο, ποπ και indie ροκ, που κυκλοφόρησαν εσχάτως – είναι τα άλμπουμ των Transparent Man, Jan Van, Τάσου Γκρους, Freedom Candlemaker, Ηλέκτρα, The Electric Mandarine και Γιώργου Κομπογιάννη

TRANSPARENT MAN: Puppets [S!X Music, 2025]
Transparent Man είναι το όνομα ενός μουσικού από την Θεσσαλονίκη, ο οποίος τώρα κάνει την εμφάνισή του μ’ ένα LP, το οποίο αποκαλείται “Puppets” (2025). Το άλμπουμ είναι μάλλον ασύνηθες, για τη δεδομένη (ελληνική) χωροχρονική συγκυρία. Εννοώ πως, ως ήχος, μας παραπέμπει σε κάτι από τα late 90s-early 00s, όταν η electronica συνδυαζόταν με το downtempo, το cinematic και το chill-out. Και γιατί όχι και με την electro-jazz, και βεβαίως με το lounge. Το “Puppets” θέλω να πω είναι ένα άλμπουμ, που φέρνει στο νου εγγραφές της γερμανικής εταιρείας Compost, από εκείνη την εποχή. Να θυμηθούμε τους Kruder & Dorfmeister, Beanfield, Trüby Trio, Jazzanova, Koop κ.λπ. Φυσικά, όλα τούτα προσαρμοσμένα στο σήμερα, μέσα από τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης παραγωγής.
Ένα πρώτο που πρέπει να ειπωθεί για το “Puppets” είναι πως, σαν άλμπουμ, έχει ταυτότητα, ύφος και μια συνέχεια, καθ’ όλη τη διαδρομή του. Εννοώ πως, σαν άκουσμα, δεν κάνει κάπου «κοιλιά», διατηρώντας πάντα σε αξιοζήλευτο επίπεδο τα vibes του. Αυτό είναι σημαντικό για τέτοιου τύπου μουσικές, που στηρίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, κάπως χαλαρής, κάπως ταξιδευτικής, με έντονα λυρικά στοιχεία, ικανής να οριοθετήσει αυτά τα κάπως... ασταθή τεχνητά περιβάλλοντα. Να σε κάνει να νοιώθεις, εννοώ, πως κινείσαι σε... ενδιάμεσες καταστάσεις, ούτε τελείως χαλαρωτικές, ούτε χορευτικά ερεβώδεις, τοποθετημένος πάνω στα μεταίχμια των φάσεων και πάντα με την αίσθηση της υψηλής κλάσης.
Συνθέσεις λοιπόν ψαγμένες, σε παραγωγή και ενορχήστρωση από τους Transparent Man και Dimitrios Astrantinis, με ντραμς από τον Thomas Kostoulas και με φωνές-τραγούδι από τον Modd Ren και την Vassiłina, που έχουν τον τρόπο να σε «φτιάχνουν».
Επαφή: https://transparentman.bandcamp.com/album/puppets
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/epta-axiologoi-ellinikoi-diskoi-se-downtempo-tzaz-entehno-pop-kai-indie-rok-poy

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

NEMESIS το δεύτερο άλμπουμ του ελληνικού γκρουπ με eighties ηχογραφήσεις

Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να θυμούνται τους έλληνες progsters Nemesis από τα late 70s. Να τους είχαν δει τότε, εννοώ, σε συναυλίες. Σίγουρα οι παλαιότεροι μπορεί κάπου να τους είχαν πετύχει, όμως οι περισσότεροι θα τους μάθαιναν, οπωσδήποτε, το 2002, όταν ένα LP με ξεχασμένες ηχογραφήσεις τους από ’κείνα τα χρόνια θα εμφανιζόταν στα δισκάδικα από την Ikaros Music. Για το “Nemesis” πρέπει να είχα γράψει τότε στο Jazz & Τζαζ, και πρέπει να είχα γράψει λόγια καλά, ενώ το ίδιο καλά λόγια θα γράψω και για το δεύτερο άλμπουμ τους, που αποκαλείται II(2025) και που κυκλοφορεί, τώρα, σε μια πολύ ιδιαίτερη συσκευασία από την B-otherSide Records. Ο φάκελος, που διαθέτει δύο ένθετα μαζί μ’ ένα CD (με τα κομμάτια του LP συν πέντε bonus tracks), είναι κλεισμένος σ’ ένα υφασμάτινο cover και με gimmix στοιχεία (όπως είναι το σχοινάκι της κρεμάλας... που αποδίδει τη νέμεση υποτίθεται).
Τα τραγούδια των Nemesis, που είναι εδώ καταγραμμένα δεν προέρχονται από τα seventies, όπως εκείνα του πρώτου LP τους – είναι λίγο μεταγενέστερα. Έχουμε λοιπόν eighties εγγραφές του γκρουπ, από το διάστημα 1980-1986 – συνθέσεις βασικά των Βασίλη Καπανίκη και Χρήστου Βογιατζή, που αποτελούσαν και τον βασικό πυρήνα του γκρουπ. Ο Καπανίκης έπαιζε όλες τις κιθάρες, τραγουδούσε περιστασιακά, χειριζόταν όλα τα πλήκτρα (κυρίως τα κλασικά σύνθια της εποχής, τύπου Roland, Prophet, Yamaha), ενώ έπαιζε και ντραμς. Δίπλα του ο Βογιατζής να παίζει μπάσο και να τραγουδά, με επτά ακόμη μουσικούς να συμμετέχουν στις κατά καιρούς line-ups των Nemesis, τα ονόματα των οποίων είναι τα ακόλουθα: Θάνος Κιπενής ντραμς, κρουστά, Αλέξης Τριπιδάκης πλήκτρα, Ισαάκ Γρηγοριάδης μπάσο, Τάκης Κωνσταντίνου ντραμς, Στέφανος Λαρεντζάκης ντραμς, Dietmar Bonnen πλήκτρα, ακορντεόν και Nicolai Steffenhagen ντραμς. (Σίγουρα κάποιοι θα θυμούνται τον Καπανίκη από τους Purple Overdose, τον Λαρεντζάκη από τους Χωρίς Περιδέραιο κ.λπ.).
Με το πρώτο κιόλας κομμάτι του άλμπουμ, το “Lost in time”αποκαλύπτονται οι νεότερες επιρροές των Nemesis. Είμαστε στα early eighties και καλλιτέχνες όπως ο Klaus Nomi και ο Falco ή συγκροτήματα όπως οι Human League, επηρεάζουν το ελληνικό συγκρότημα, που επιθυμεί σ’ αυτές τις εγγραφές του να παντρέψει το παλαιότερο prog rock, με το new wave και την synth pop. Δύσκολος ο συνδυασμός, όμως οι Nemesis δεν τα καταφέρνουν και άσχημα – υπό την έννοια πως συνθετικά στέκονται καλά, με τις περισσότερες αδυναμίες να εντοπίζονται στο επίπεδο των ερμηνειών. Σκεπτόμενος, παραλλήλως, και το πολύ μέτριο επίπεδο των ανεξάρτητων παραγωγών της εποχής, λέω πως ο ήχος των Nemesis είναι πιο προσεγμένος, από άλλα σχήματα εκείνων των ετών, που μπορεί να είχαν φθάσει μέχρι και τη δισκογραφία. Βεβαίως, αν κυκλοφορούσε τότε το “Nemesis II” δεν νομίζω πως θα έπαιρνε καλύτερες κριτικές από εκείνες που έπαιρναν οι δίσκοι των Plasis, των Coo, των T.V.C. ή των At Last, που συνήθως «θάβονταν», αλλά αυτό δεν λέει αναγκαστικώς κάτι, υπό την έννοια πως τα “We are heaven”, “Faith”, “A way for me” και “Still here”, που ακούγονται εδώ (στο LP) είναι καλά κομμάτια, ή και πολύ καλά, και αν υπήρχε λίγη περισσότερη γνώση από τους μηχανικούς των στούντιο και τους... μικρο-παραγωγούς εκείνων των ετών, τα πράγματα θα ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακά (για κάποια τουλάχιστον από τα tracks του δίσκου).
Όμως και τα bonus tracks του CD (σε ορισμένα εκ των οποίων ακούγονται και οι γερμανοί μουσικοί) δεν στερούνται ενδιαφέροντος, καθώς, από συνθετικής άποψης, δεν κινούνται μακριά από την έκπληξη. Ιδίως αν συζητάμε για το electro-popWhats the rush” και το περισσότερο electro-rockThe blame”.
Μια απρόσμενη λοιπόν κυκλοφορία από την B-otherSide Records, που έρχεται να εμπλουτίσει τον electro χώρο των greek eighties.
Επαφή: https://www.b-otherside.gr/