Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα afrobeat. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα afrobeat. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

ALUNE WADE: ο σενεγαλέζος μπασίστας και τραγουδοποιός με τους έξοχους δίσκους – το νέο άλμπουμ του “New African Orleans” λειτουργεί σαν ένα παλίμψηστο της μαύρης μουσικής

Γεννημένος το 1978 στο Ντακάρ της Σενεγάλης, ο Alune Wade είναι ένας σημαντικότατος σύγχρονος συνθέτης, μπασίστας, τραγουδοποιός και τραγουδιστής – κάτι που το αποδεικνύει εδώ και χρόνια εξάλλου. Και το λέμε τούτο έχοντας κατά νου το γεγονός πως είναι οι δύο τελευταίοι δίσκοι του, στην ιστορική γερμανική ετικέτα Enja (A&N Music), εκείνοι, που χαίρουν, ακόμη πιο πολύ, της διεθνούς προσοχής.
Τον Wade τον ανακαλύπτει ο περίφημος συνάδελφός του Ismaël Lô (γενν. το 1956), όταν ήταν ακόμη μικρός (ο Wade), στα 18 του, δίνοντάς του το πρώτο «σπρώξιμο». Το αποτέλεσμα δεν θα αργήσει να φανεί. Όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό του, όλα τα επόμενα χρόνια ο Wade θα βρεθεί δίπλα σε τεράστια ονόματα (Salif Keita, Oumou Sangaré, Bobby McFerrin, Joe Zawinul, Béla Fleck, Cheick Tidiane Seck, Deep Forest, Gregory Porter κ.ά.), πριν επιλεγεί από τον αμερικανό μπασίστα της τζαζ και του r&b Marcus Miller (γενν. το 1959) για να παίξει έναν ξεχωριστό ρόλο στο άλμπουμ του “Afrodeezia” [Blue Note, 2015].
Με προσωπική δισκογραφία, που ξεκινάει το 2006, για να κορυφωθεί τα τρία τελευταία χρόνια με τα άλμπουμ του στην Enja, o Alune Wade κάνει πράματα και θάματα στους δίσκους του, βγάζοντας φοβερή ενέργεια – ενώ, προφανώς, χαμός θα γίνεται και στα live του...(...)
Η πιο πρόσφατη δουλειά του σενεγαλέζου μουσικού αποκαλείται
New African Orleans [Enja & Yellowbird Records, 2025], αποτελώντας, και αυτή, άλλη μία ιδιαίτερη πρότασή του.
Στο έκτο άλμπουμ του, λοιπόν, ο Wade καταγράφει δικές του συνθέσεις, όπως και διασκευές, ηχογραφώντας σε Παρίσι, Ντακάρ, Λάγκος και Νέα Ορλεάνη. Οι τοποθεσίες δεν είναι τυχαία επιλεγμένες, καθώς συνδέονται και με κάποιες πολύ βασικές διαστάσεις της μουσικής του. Τις επιρροές του, εννοούμε, που μπορεί να εκκινούν από τη δυτικο-αφρικανική παράδοση και το afrobeat, πριν καταλήξουν στο ροκ του Hendrix, στην τζαζ και το νεο-ορλεανικό funk.
Περαιτέρω, κοιτώντας (και ακούγοντας) τις διασκευές, που συμπεριλαμβάνονται στο “New African Orleans”, αμέσως προσανατολίζεσαι. Λέμε για συνθέσεις των Dr. John (“Gris-gris gumbo ya ya”), Jimi Hendrix (“Voodoo child”), Fela Kuti (“Water no get enemy”) και Herbie Hancock (“Watermelon man”) και οι οποίες, εδώ, δεν δρουν μόνο συμβολιστικά. Εννοούμε πως μέσα από τα συγκεκριμένα tracks o Wade αρπάζει την ευκαιρία για να δημιουργήσει τον δικό του ήχο, αυτό το «μαύρο» αμάλγαμα, που μπορεί να ακούγεται, ταυτοχρόνως, χθεσινό, σημερινό ή –γιατί όχι;– και μελλοντικό ακόμη.
Έχουμε, έτσι, έναν ήχο αρκετά afro, με πολλά πνευστά, πλήκτρα, φωνές και κρουστά σε πρώτο πλάνο – και με το μπάσο, βεβαίως, του Wade να είναι πάντα εκεί, βαρύ, δυνατό και αποφασιστικό. Και κάπως έτσι τα κομμάτια του αποκτούν, αμέσως, λόγω των δικών του παιξιμάτων, και άλλα, deep αυτή τη φορά, χαρακτηριστικά. Υπάρχει λοιπόν από τη μια μεριά μια χορευτική διάθεση, που μπορεί να παραπέμπει ακόμη και σε George Clinton (Funkadelic κτλ.), αλλά από την άλλη υπάρχουν και οι soulful προσαρμογές, που χαλαρώνουν κάπως το κλίμα κάνοντάς το πιο... αγαπησιάρικο.
Φυσικά, οι μεγάλες προσφορές του δίσκου είναι κάτι κομμάτια σαν το... σενεγαλέζικο afrobeatSame Fufu” ή σαν την mid-tempo funky balladThree baobabs”, με τα νοσταλγικά breaks από το πιάνο και τη γενικότερη δυτικο-αφρικανική ατμόσφαιρα να σε ταξιδεύουν. Γενικώς, τα επτά πρωτότυπα είναι το ένα καλύτερο από τ’ άλλο, κάνοντας το “New African Orleans” να ηχεί εντελώς απολαυστικά (και όχι μόνο λόγω του μπασιστικού οδοστρωτήρα του Wade). Με τρεις λέξεις; Ένα σπουδαίο άλμπουμ!
 
Το όλον εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/alune-wade-o-senegalezos-mpasistas-kai-tragoydopoios-me-toys-exohoys-diskoys

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 517

2/7/2023
Τη γελοιότητα της κατάστασης, να θέλουν ορισμένοι να σερβίρονται μέσα στη θάλασσα, την έχει δείξει από το 1972 ο Ερρίκος Ανδρέου στην «Αναζήτησις...».
Η επιθυμία να έχει κάποιος ένα σερβιτόρο-υπηρέτη όπου γουστάρει (σε στεριά, αέρα ή θάλασσα) είναι εντελώς παρακμιακή και συνδέεται μόνο με την λίμπιντο της εξουσίας.

2/7/2023
>>Ρόδος: Παρέμβαση Γεωργιάδη για το εξοργιστικό βίντεο με τον σερβιτόρο που πάει παραγγελία σχεδόν... κολυμπώντας - Παρέμβαση Βαρβιτσιώτη για το περιστατικό με τον σερβιτόρο στη Ρόδο<<
Βασικά, η εντολή που έχουνε δώσει είναι... τον τουρίστα και τα μάτια σας. Και πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, και σε συμπαιγνία με τις τοπικές «αρχές», έχουν διαλύσει πόλεις, χωριά, παραλίες, θάλασσες, φύση, τα πάντα.

1/7/2023
Συναγωνίζεται την ανάλογη χατζιδακική κινηματογραφική αφέλεια και ίσως να την ξεπερνά. Στέλιος Καλαθόπουλος & Audrey Gray. Ιούλιος...
https://www.youtube.com/watch?v=NYZLgbLCII4

30/6/2023
>>«Οι γονείς να αναλάβουν τις ευθύνες τους», προειδοποιεί ο Μακρόν<<
Βασικά δεν διαφέρει από αυτόν εδώ...
>>Ο Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης επιχείρησε να κάνει έναν λόγο με «κοινωνικά» μηνύματα και κατέληξε σε παραλήρημα λέγοντας «είδα κορίτσια, 13 – 14 χρόνων, μεθυσμένα, ημίγυμνα και ξυπόλυτα. Μάνα δεν έχουν;<<

30/6/2023
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το 1965 και το 1966, το Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, αλλάζει πρόσωπο. Γίνεται περισσότερο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού και λιγότερο Ελαφρού. Το Νέο Κύμα κυριαρχεί στο μη-λαϊκό ελληνικό τραγούδι και κάπως έτσι, εκείνα τα δυο χρόνια, θα «μετακόμιζε» (το Νέο Κύμα) σύσσωμο σχεδόν στη Θεσσαλονίκη. Αυτό δεν ήταν άμοιρο της πολιτικής κατάστασης της εποχής, και βασικά της Ένωσης Κέντρου και από κεκτημένη ταχύτητα και των κυβερνήσεων της «αποστασίας».
Το 1965-66 θα πέρναγαν από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης οι Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Κακουλίδης, Σούλα Μπιρμπίλη, Γιώργος Κουρουπός, Γιώργος Ζωγράφος, Σταύρος Κουγιουμτζής, Αλέξης Γεωργίου, Γιώργος Ρωμανός, Γιάννης Σπανός, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Καίτη Χωματά, Μαίρη Δαλάκου, Γιώργος Κοντογιώργος, Γιώργος Παπαστεφάνου, Πόπη Αστεριάδη, Πάνος Σαββόπουλος, Αλέκα Μαβίλλη κ.ά. Χαμός...
Το 1967 η χούντα ρίχνει το σήμα πως το Φεστιβάλ πρέπει να ξαναβρεί τον «ελαφρό» του χαρακτήρα, να κυριαρχήσει δηλαδή το τραγούδι που απευθυνόταν στις ηλικίες των πραξικοπηματιών, κοινώς στους 50άρηδες της εποχής, χάνοντας αυτή τη νεανική ορμή, που του είχαν προσδώσει πρόσκαιρα οι νεοκυματικοί. (Το Φεστιβάλ θα ξαναγινόταν νεανικό, όταν, επί χούντας πάλι, το 1972, θα έμπαιναν μέσα και θα αλώνιζαν τα ποπ-ροκ συγκροτήματα κι οι καλλιτέχνες).
Τέλος πάντων το 1967 ήταν η χρόνια της Άντζελας Ζήλεια (πρώτο βραβείο στο... γεροντικό φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς), μιας σπουδαίας τραγουδίστριας του ελαφρού (και ηθοποιού), που θα έφευγε χθες από τη ζωή, στα 88 χρόνια της.
Φίλοι γράψανε χθες σωρηδόν για τον χαμό του Τόλη Μαστρόκαλου (του μπασίστα της Σπυριδούλας) κι έβαλα πολλά λάικ. Όμως ούτε το 1/20 αυτών δεν πόσταρε κάτι για την Άντζελα Ζήλεια...
Για την ισορροπία λοιπόν κι επειδή ως... μεσόκοποι κι εμείς πλέον καλωσορίζουμε τον έρωτα απ’ όπου κι αν προέρχεται.
https://www.youtube.com/watch?v=VoZxc_r24KI

29/6/2023
Παραπονιούνται οι Συριζαίοι για τον τρόπο που τους αντιμετώπισαν τα μίντια. Μάλλον δεν έχουνε υπ’ όψη τους τι τράβηξε η κομμουνιστική αριστερά, και στο επίπεδο του καθημερινού διαλόγου στα χρόνια του ’60 (αφήνουμε κατά μέρος τις εξορίες και τις διώξεις – δεν μιλάμε γι’ αυτά). Οι διαφορές με το σήμερα είναι στις λεπτομέρειες...
[οι νεροκουβαλητές του Μητσοτάκ θα τον έχουν εικόνισμα τον Σάββα Κωνσταντόπουλο – τρομερό βιβλίο πάντως]

29/6/2023
Ο Τσίπρας παρότι προσκύνησε γονατιστός υπήρξε παρίας για το σύστημα – το οποίο σύστημα τον κατέστησε εχθρό του, όχι γιατί το έβλαψε, αλλά γιατί διανοήθηκε να το βλάψει. Την απόφασή του για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος δεν θα του την συγχωρήσουν ποτέ. Η απαξίωσή του δε υπήρξε συντριπτική –κάτι πρωτοφανές αυτό, σε όλη την μεταπολίτευση– όχι μόνο από τους «ανήκομεν εις την Δύσην», αλλά και από την πλειονότητα εκείνων που τον πίστεψαν.

28/6/2023
Ίσως η καλύτερη εισαγωγή σε δίσκο ever. Στο prog rock σίγουρα. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάτι ανώτερο...
https://www.youtube.com/watch?v=CqajTLTYvlU

27/6/2023
Τη βγάζει σπαρτιάτικα...

27/6/2023
Το 2009 τον είχα δει στο Θέατρο Βράχων. Σίγουρα μία από τις 5-10 ωραιότερες συναυλίες που έχω δει και οπωσδήποτε η καλύτερη με afrobeat. Συγκλονιστικό live. Σειόταν το θέατρο. Ήταν κάπως έτσι...
https://www.youtube.com/watch?v=ZXaHizVLSmo

26/6/2023
Ο Πανούσης έλεγε πως από την σάτιρα δεν εξαιρείται κανένας. Ούτε ο κουτσός, ούτε ο μαύρος, ούτε ο γκέι, ούτε ο μετανάστης, ούτε ο αδύναμος, ούτε, ούτε, ούτε... Προσωπικά διαφωνώ μ’ αυτό. Η σάτιρα έχει νόημα, για μένα, μόνο όταν στοχεύει στην εξουσία. Όταν μάλιστα κάνει την εξουσία να δυσανασχετεί και να αντιδρά, τότε η σάτιρα είναι και με την βούλα επιτυχημένη. Σάτιρα έκανε η Μαλβίνα Κάραλη κατά του Σημίτη, που τον έκανε έξω φρενών. Ο Χάρρυ Κλυνν κατά του γέρου-Καραμανλή, του Αντρέα και του Σαρτζετάκη κ.λπ.
Το να σατιρίζεις τον Πρέκα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο ή σήμερα την Πόπη Τσαπανίδου συνιστά αποπροσανατολισμό (ενίοτε επικίνδυνο), μοχθηρία που άγεται από μικροπολιτικούς και παραπολιτικούς λόγους, ενώ δείχνει και ευτελές γούστο, και επί του προκειμένου και μισογυνισμό (τα βέλη πιάνουν και τον Σουγκαράτο).
Είναι όμως γνωστό πως το γούστο του Χατζηλάουλάου –ενός ανθρώπου που έχει μαύρα μεσάνυχτα σε σχέση με το τι μπορεί να σημαίνει αισθητικό γεγονός, όντας παντελώς ανίκανος να το αξιολογήσει (δικιά του πρέπει να είναι η γελοία φράση «ο παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος») και που έχει κάνει τις πιο απαράδεκτες συνεντεύξεις με καλλιτέχνες, από καταβολής τηλεόρασης– είναι επιπέδου 18χρονου δαπίτη.

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 254

3/5/2020
Διαβάζω αυτά που γράφουνε οι αγράμματοι συντάκτες για την βεντέτα στην Κρήτη και αδυνατώ, με την πρώτη, να καταλάβω τι ακριβώς έγινε. Οι διατυπώσεις είναι τόσο άθλιες, τόσο μπερδεμένες, που στο τέλος απογοητεύεσαι και το παρατάς.
Έχουν προσλάβει παιδάκια, που γράφανε 5 στην Έκθεση στο Γυμνάσιο, και τα βάζουν να κάνουν την πιο απαιτητική δουλειά. Να δώσεις, δηλαδή, σε δυο γραμμές την είδηση.
Βοσκοί με λυράρηδες πάντως πλακώθηκαν (δύο στον τόπο), για κτηματικές διαφορές.

3/5/2020
Μια συνέντευξη του κομμένου από τα μίντια, μέχρι να αποκτήσει στάτους "σοβαρού" πρωταγωνιστή το 1971, Θανάση Βέγγου. Γιατί ήταν κομμένος; Επιχειρούμε να το απαντήσουμε στην εισαγωγή...
[Το σχέδιο για την παρωδία των γουέστερν που θα γύριζε, ως "Βίβα Λας Βέγγος", και που τελικά ναυάγησε]
[9 χρόνια, σήμερα, από τον θάνατό του]

2/5/2020
Υπάρχει ένας έλληνας ηθοποιός, υπήρχε μάλλον, για τον οποίο έχω άριστη γνώμη. Νομίζω πως ήταν πολύ μεγάλος ρολίστας με ειδίκευση σε έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο (παρότι έπαιξε τελείως διαφορετικά πράγματα), τον οποίον «έχτιζε» με απαράμιλλο ταλέντο. Βοηθούσε και η φάτσα του βεβαίως, και το βλοσυρό ύφος του οπωσδήποτε, αλλά κυρίως ήταν το ταλέντο του. Λέω για τον πρόωρα χαμένο Δημήτρη Μπισλάνη (πέθανε, νέος, από γάγγραινα, την Πρωτομαγιά του ’77, στα 44 χρόνια του).
Ο Μπισλάνης διακρίθηκε και σε ρόλους χαζούς, κωμικούς, παίζοντας τον ψευτόμαγκα ή τον βαρύμαγκα, αλλά εκεί όπου ήταν αχτύπητος ήταν στους ρόλους του αστυνομικού. Κοντολογίς, έχω τη γνώμη πως είναι ο κορυφαίος ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου (βάζω και τα σίριαλ μέσα) σ’ αυτό τον πολύ ειδικό ρόλο.
Τον θυμάμαι ως «μπάτσο», στα σέβεντις βασικά, σε ταινίες όπως οι «Απάνθρωποι» του Παύλου Φιλίππου, «Τάγκο 2001» του Κώστα Καραγιάννη, «Έγκλημα στο Καβούρι» ξανά του Καραγιάννη, «Οι Σατανάδες της Νύχτας» του Μάριου Ρετσίλα κ.λπ.
Σε όλες αυτές τις ταινίες, ο Μπισλάνης, παρότι δεν ήταν ποτέ πρωταγωνιστής, ήταν φοβερός. Μόνο με το βλέμμα του σε τσάκιζε. Σκληρό παρουσιαστικό, τρομερή υποβολή, αδιόρατοι κώδικες (από ηθικό στοιχείο εντεταλμένο στο καθήκον, έως τελείως διεφθαρμένος), τους οποίους κώδικες, σαν σε παιγνίδι, σε οδηγούσε να τους μαντέψεις, λίγες δωρικές κινήσεις, σωστή φωνή, σχεδόν πάντα μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι κ.λπ.  
Στο «Τhe Devil’s Men» του Κώστα Καραγιάννη (με σάουντρακ του Brian Eno – να το λέμε πάντα αυτό), απ’ όπου και η φωτογραφία, κάνει πάλι μπάτσο εννοείται, ο οποίος μπάτσος είναι ταυτόχρονα και δεξί χέρι του βαρώνου Κόροφαξ (Πήτερ Κάσινγκ) και υπασπιστής του βασικά στις σατανιστικές-εγκληματικές τελετουργίες.

2/5/2020
Είμαι της γνώμης πως πρέπει να αποκαθηλώσουμε από τους θρόνους τους όλα τα λεγόμενα «μεγάλα τραγούδια» και τους αντίστοιχους «μεγάλους ερμηνευτές» και να τα αντικαταστήσουμε, έστω και για μια νύχτα, με κάτι τέτοια άσματα, που εξακολουθεί να θεωρούνται παρακατιανά, από τους δήθεν, τους «ποιοτικούς» και τους άσχετους του χώρου, ενώ στην πράξη είναι αληθινά αριστουργήματα. Πόλυς Κερμανίδης...

2/5/2020
Σωστότερες ανακοινώσεις σήμερα για τις μάσκες. Δεν ξέρω αν ευθύνεται το κράξιμο που έπεσε στο διαδίκτυο, ή τα... αποτελέσματα των επιστημονικών πειραμάτων που ολοκληρώθηκαν μόλις (γέλιο), αλλά εν πάση περιπτώσει... σωστότερες.
Για αύριο δεν ξέρουμε...

2/5/2020
Μάχη γινότανε μ' αυτό πριν από 40+ χρόνια, το άκουγες παντού – και βασικά από τους πειρατές. Θόδωρος Βίλμας...

1/5/2020
Πέθανε και o Tony Allen χθες στα 80 του - ένας από τους μεγαλύτερους ντράμερ στην ιστορία της μουσικής. Πολλοί φίλοι το γράψανε, βάλανε και κομμάτια κ.λπ.
Κάτι και από μένα από το πρώτο LP του Fela Kuti, με εγγραφές από τα μέσα του '60...
[παλιό κειμενάκι, γραμμένο πριν από 11 χρόνια]
[ακούστε και αριστουργηματικό κομμάτι στα σχόλια]

1/5/2020
Γύρισα από την απογευματινή πρωτομαγιάτικη πορεία. Τράκαρα κι ένα φίλο Γιαννιώτη στο δρόμο και πιάσαμε κουβέντα για τον ΠΑΣ Γιάννενα. Είπαμε για Λίσα, Γκλασμάνη, Αλβαρέζ, Μοντέζ, Κοντογεωργάκη, Παστερνάκη, ενώ του είπα και για τον Μπρεντάνο, έναν φοβερό Kερκυραίο ντριμπλέρ/εξτρέμ, που είχαν τότε τα Γιάννενα, αλλά αυτόν δεν τον θυμότανε (είναι και λίγο νεότερος ο φίλος).
Τέλος πάντων είπαμε και για το τι θα γίνει από Δευτέρα και... ολοκληρώσαμε με ΚΚΕ, ΠΑΜΕ κ.λπ. Παλιός Πασόκος ο φίλος, τώρα άγνωστο τι ψηφίζει, ψιλοσυμφωνούσε με κάτι «τρελά» δικά μου που του έλεγα...
Όλη αυτή την ώρα πάντως κρατούσαμε κάπως τις αποστάσεις, γιατί όρμαγε κόσμος από παντού και δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς, ενώ όταν ήρθε η ώρα να χωρίσουμε χαιρετηθήκαμε όχι με αγκώνες και κάτι τέτοιες αηδίες που πλασάρονται, αλλά με σηκωμένες γροθιές.
Άιντε και του χρόνου καλύτερα...

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

EPIRUS QUARTET υπερατλαντικά

Δεν πρόκειται για ελληνικό συγκρότημα, αλλά για ελληνική κυκλοφορία. Οι Epirus Quartet προέρχονται από το Austin του Texas και αποτελούνται από τους Νικόλα Μπούκλα τενόρο, φλάουτο (ex-Roxy Roca), NateCountBasinger όργανο (ex-Diplomats of Solid Sound), Brad Houser μπάσο (ex-Edie Brickel & New Bohemians) και Michael Ingber ντραμς, για να επεκταθούν προς σεξτέτο τη βοηθεία των Adrian Quesada ηλεκτρικές κιθάρες σε δύο tracks (ex-Brownout, Grupo Fantasma…) και Ryan Allen βαρύτονο σαξόφωνο. Δεν ξέρω τι μπορεί να λένε όλα αυτά τα… “ex” στους αναγνώστες του blog, αν και είναι σίγουρο πως όσοι ασχολούνται κάπως βαθύτερα με την σύγχρονη soul/ funk/ jazz/ groove/ afrobeat σκηνή δεν θα περιμένουν να πληροφορηθούν από ’μένα για τους Diplomats of Solid Sound ή τους Brownout (κριτικές για άλμπουμ των οποίων υπάρχουν και στο δισκορυχείον). Έχουμε λοιπόν ένα τέτοιο τεξανέζικο συγκρότημα από την μια μεριά, και από την άλλη μία νεοσυσταθείσα εταιρεία από την Θεσσαλονίκη, την Fair Weather Friends, η οποία διαλέγει για το ντεμπούτο της στην αγορά το συγκεκριμένο σχήμα, τους Epirus Quartet. Όλα καλά! Και καλύτερα δεν γινόταν, αφού το συγκρότημα «πετάει» και η παραγωγή (300 αντίτυπα), ταρακουνάει το μικροσύμπαν μας με το 180άρι βινύλιο και τα βαρέων βαρών μπάσα.
Με τα ελληνικά δημοτικά στοιχεία σπαρμένα στις μουσικές τους –που δεν θα μπορούσε να λείπουν όχι λόγω ονόματος, αλλά γιατί τα κομμάτια είναι συνθέσεις των συμπατριωτών μας Νικόλα Μπούκλα και Χαράλαμπου Τυρόπουλου– όπως στο εισαγωγικό “Never right” ας πούμε ή στο “Spirit of” (εδώ πιο κοντά σ’ ένα περισσότερο… Mode-Plagal-πνεύμα) και βεβαίως με την funky «γκρουβιά» να φαντάζει γενικώς ατελείωτη, το Transatlantic δεν μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από ένα εξαιρετικό LP, ικανό να παίξει στα ίσια στο κύκλωμα του neo-funk (και μάλιστα με προοπτικές κορυφής). Και το λέω τούτο, παρότι οι Epirus Quartet εμφανίζουν ισχυρότερες jazz καταβολές από τα περισσότερα από τα… “ex” γκρουπ τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω. Τούτο, δε, το διαπιστώνει ο καθείς σε κομμάτια όπως το “Sane” –με τα σαξόφωνα (βαρύτονο, τενόρο) να σκορπούν σολιστικό πανικό και με το rhythm section να είναι όσο heavy απαιτείται φτιάχνοντας μιαν αποκαλυπτική ρυθμική τριπλέτα με το hammond του Basinger– και φυσικά στην μπαλάντα “Goodbye my friends” που (και αυτή) καταδεικνύει στο έπακρο την… soul-jazz παιδεία των τεσσάρων. Αλλού πάλι οι afro αναφορές βγάζουν μάτι (και τρυπάνε αυτί), με tracks όπως το “Soundwaves” να κόβει και να ράβει τις καλύτερες afrobeat επιρροές από Fela και όλη την υπόλοιπη παρέα (Tunde Williams, Pax Nicholas κ.λπ.), φέρνοντας τους Epirus Quartet δίπλα στους Liberators, τους Qualitons, τους Ariya Astrobeat Arkestra και σε όλο αυτό το σύστημα του contemporary afrobeat, ενώ με το έσχατο “Epirusclave” το άψογο αυτό… ελληνο/αμερικανικό συγκρότημα γράφει μια περίληψη όλων των υπολοίπων, προσφέροντας ένα ακόμη groovy jazz-funk με το τενόρο του Νικόλα Μπούκλα να πρωταγωνιστεί. Ηχογραφημένο στο Austin, πέρυσι τον Γενάρη σε παραγωγή των Quesada και Μπούκλα, το “Transatlantic”μας συστήνει ένα συγκρότημα έτοιμο για ακόμη μεγαλύτερα πράγματα. Μένει να τα δούμε… Πριν απ’ αυτά όμως έχουμε κι ακούμε…

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

δύο δίσκοι για το ’11

Όπως έχω ξαναγράψει είναι αστείο να συζητάμε για τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, όταν ο καθένας από 'μας έχει ακούσει ένα πενιχρότατο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής. Ακόμη και σήμερα, την εποχή όπου οι καινούριοι δίσκοι βγαίνουν (υποτίθεται) με το σταγονόμετρο, η παραγωγή είναι τεράστια και κανένας Έλληνας δεν ξέρει τι συμβαίνει στην Ινδονησία, τη Νέα Ζηλανδία ή την Αργεντινή. Γι’ αυτό λοιπόν δεν χρειάζονται υπερφίαλες λίστες. Εκείνο που, ίσως, χρειάζεται είναι να πει ο καθένας μερικούς τίτλους, από 'κείνους που έφτασαν στ’ αυτιά του και οι οποίοι του άφησαν κάτι παραπάνω. Επιλέγοντας μόνος του, βασικά, και όχι διαλέγοντας από λίστες άλλων.
Προσωπικώς, άκουσα κάμποσα ενδιαφέροντα δισκάκια μέσα στο 2011 – εννοώ παραγωγές του ’11 – αρκετά εκ των οποίων έχουν ήδη παρουσιαστεί στο blog. Eξ όσων μπορώ, τώρα, να θυμηθώ δύο από τα ωραιότερα (επιλέγω μόνο δύο) ήταν τα ακόλουθα… THE LIBERATORS: The Liberators [IT. Record Kicks RKX035CD]
«Μια δημιουργική παρέα από το Σύδνεϋ συνεχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της στη σύγχρονη, πολυσυλλεκτική έκφραση του groove. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Liberators αποτελούν το spin off δημιούργημα μελών των ήδη σεσημασμένων funksters Dojo Cuts. Ωστόσο, η δυναμική του ντεμπούτου τους album, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό στην εταιρεία Record Kicks, τους καθιστά μιαν αυθύπαρκτη και πολλά υποσχόμενη για το μέλλον καλλιτεχνική οντότητα». Αυτά έγραφε ο Δημήτρης Κατσουρίνης στο τεύχος 218 του Jazz & Τζαζ (Μάιος 2011), στον πρόλογο της συνέντευξής του με τον Nathan Aust, τον κιθαρίστα των Liberators, ενός συγκροτήματος που έχει μελετήσει τη soul και funk ρυθμοδυναμική (βασικά), ενσωματώνοντάς την μέσα στο γενικότερο afrobeat περιβάλλον. Γιατί, το afrobeat είναι το πλαίσιο δράσης των 10μελών Αυστραλών (ανάμεσά τους κι ο μπασίστας Andrew Fatseas – από τα Κύθηρα;), μιας ομάδας, που γνωρίζει τον τρόπο να επιβάλλεται με τον βαθύ, συμπαγή, εκστατικό και χορευτικό της ήχο. Στηριγμένοι πάνω σε αρχετυπικές αφρόμπητες basslines, μ’ ένα κρουστό τμήμα που πετάει φωτιές (ανάμεσα και ο Jojo Kuo, ντράμερ για τους Fela Kuti, Manu Dibango, Peter Gabriel, Papa Wemba κ.ά.), με πνευστό section (τενόρο, βαρύτονο, τρομπέτα, τρομπόνι), που ξέρει πότε να κόβει και πότε να ράβει (είτε στο ρυθμικό, είτε στο σολιστικό του ρόλο είναι έξοχο), με πλήκτρα που παρέχουν την απαραίτητη γκρούβα, με ρυθμικές κιθάρες που προσφέρουν πλήρες funky υπόστρωμα και με τα open drum και percussion breaks να δίνουν και να παίρνουν (Self reliance, Liberation, Deleb), οι Liberators κατόρθωσαν να κάνουν ένα άψογο μαύρο άλμπουμ, πιθανώς το ωραιότερο της χρονιάς (σίγουρα το πιο απολαυστικό, που άκουσα, προσωπικώς, μέσα στο 2011). Στην πρώτη γραμμή οι ορχηστρικοί δυναμίτες “Multiculture”, “Rags to riches” και “The directive” και κατά πόδας τα τρία κομμάτια με φωνητικά· το soul-funky “Let it go” με την Roxie Ray και τα δύο σπιντάτα, τύπου Fela, “Denga” (με τον Jojo Kuo) και “Liberation” (με τον Γκανέζο Afro Moses).
Φοβερό το γιαλαντζί blax video-clip, αλλά, καλού-κακού, τραβήξτε τα παιδιά από το blog…LASZLO GARDONY: Signature Time [USA. Sunnyside Communications SSC 4011]
Τον ούγγρο πιανίστα Laszlo Gardony, ή Gardonyi όπως γραφόταν παλαιότερα, τον θυμόμαστε από τη συνεργασία του με τον Γιώργο Τρανταλίδη στις Debrecen Jazz Days του ’82 και βεβαίως το άλμπουμ που προέκυψε από ’κει, το “One, Two, Three, Four” [EMI/ Columbia, 1982]. Από το 1983 στην ανατολική ακτή (αρχικώς ως σπουδαστής στο Berklee και εν συνεχεία ως καθηγητής), ο Gardony έχει ισχυρή παρουσία στο jazz circuit της περιοχής, παίζοντας live και ηχογραφώντας για διάφορα labels (κυρίως όμως για τη Sunnyside Communications). Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του έχει τίτλο “Signature Time” κι είναι υπογεγραμμένο από τον ίδιον, βεβαίως, αλλά και από τους συνεργάτες του John Lockwood μπάσο, Yoron Israel ντραμς, vibraharp και Stan Trickland τενόρο σαξόφωνο, φωνή.
Ο Gardony είναι ένας πιανίστας, που ναι μεν δεν κρύβει την ευρωπαϊκή καταγωγή του, αλλά, από την άλλη, γνωρίζει και τον τρόπο να ελίσσεται σε έτερα περιβάλλοντα (12μετρα blues, afro ρυθμολογίες), έχοντας ένα… rock drive, που, προσωπικώς, το βρίσκω συναρπαστικό. Είτε αναφέρεται κανείς στις προσωπικές του συνθέσεις, τις οποίες προκρίνω, είτε στα κομμάτια των Billy Strayhorn (“Johnny come lately”) και George Shearing (“Lullaby of Birdland”), είτε στα δύο άσματα των Beatles (“Lady Madonna”, “Eleanor Rigby” – η version στο πρώτο είναι μνημείο προσωπικής άποψης), ο Gardony είναι εντυπωσιακός (όπως εντυπωσιακό είναι δίπλα του το rhythm section), προσφέροντας 50 λεπτά απολαυστικής jazz. Τα ακαταπόνητα ρυθμικά σχήματα, η μελωδική στόφα του leader-πιανίστα, το ρεπερτόριο και βεβαίως η ηχογράφηση-παραγωγή άπαντα συνηγορούν πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα κορυφαίο jazz CD της σύγχρονης παραγωγής.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

contemporary afrobeat

Η τρέλα με το afrobeat τελειωμό δεν έχει· κι η γερμανική Tramp Records του Tobias Kirmayer επιχειρεί, τούτον ακριβώς, να το καταστήσει σαφές. Προτείνει λοιπόν μία συλλογή την οποίαν τιτλοφορεί “Contemporary Afro Beat” και υποτιτλοφορεί “a fine selection of some of today’s most exciting afro beat bands from all over the world”, ρίχνοντας το βάρος της σε καινούρια ούτως ειπείν ονόματα. Να ποια είναι αυτά (άγνωστα και γνωστά): Fanga, Afromotive, Odu, N’Ghare Hi Power Band, Jojo Quo & Challengers, Kokolo Afrobeat Orchestra, The Boogoos, Afrodita, Akoya Afrobeat Ensemble, Aphrodesia, Albino, Afrodelic Stegosaurchestra και Express Brass Band.
Το αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε ευχάριστο στο αυτί (όταν δεν είναι βαρετό) κυρίως στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο κλασικός afrobeat ήχος εμφανίζει συγκεκριμένη προσωπικότητα· αναπαράγοντας μεν τις γνωστές τοις πάσι ρυθμο-συνταγές, επεκτείνοντας δε λιγάκι την κατάσταση προς το (σύγχρονο επίσης) jazz-funk, το… νεοϋορκέζικο afro, καθώς και τα καραϊβικά ηχοχρώματα.
Κακά τα ψέμματα. Μπορεί ένας ήχος του χθες να μεταφέρεται τεχνικώς στο τώρα δίχως (συνήθως) πρόβλημα, αλλά εκείνο που δεν μεταφέρεται είναι η κοινωνική βάση των κομματιών· ό,τι έσπρωξε τους πιονιέρους του είδους (τον Fela και όλους τους υπολοίπους) να δημιουργήσουν τούτη τη, φύσει και θέσει, επαναστατημένη φόρμα. Παρά ταύτα, κανείς δεν μπορεί ν’ απομειώσει τη θέση συγκροτημάτων όπως οι Akoya Afrobeat Ensemble με το “P.D.P” (13μελής ομάδα από τη Νέα Υόρκη και με παίκτες από το Benin, τη Νότια Αφρική, τον Παναμά, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, που έχει ως lead τραγουδιστή τον Kaleta, ιστορικό μέλος των Egypt 80) και ακόμη τη δύναμη και την πίστη των Fanga (με το όργανο να κυριαρχεί στο “Crache la douleur”), τους Jojo Quo & Challengers με το “Every woman is good woman” (και τα ωραία jazzy sax breaks), τους Afrodita με το “Africa my dear” (τα κρουστά πολύ μπροστά κι ένα σόλο στο άλτο άλλης εποχής), την τρέλα των Albino και του “Jing bong wah” (οι ωραιότερες πνευστές γραμμές της συλλογής), ή, τέλος, το “Radio Kabul” των Γερμανών Express Brass Band, οι οποίοι ανακατεύουν jazz υπαινιγμούς από Sun Ra και Art Ensemble of Chicago σε συνδυασμό με soul, afrobeat και oriental αναφορές. Απ’ όλα έχει ο μπαξές…
Και κάτι ακόμη. Η ιδέα του εξωφύλλου είναι… δανεική κι αγύριστη από το το library LP “Obsession Dramatique” [FR. Sonimage SI 813, 1973], που περιλαμβάνει συνθέσεις των Ugo Fusco, Stefano Torossi, Fiorella Fratini, Gino Marinuzzi, Lesiman και Raskovich.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

THE QUALITONS μαγυάροι «μουραμπάδες»

Ας πω από την αρχή πως διαβάζοντας το όνομα Qualitons στο εξώφυλλο του CD η σκέψη μου πήγε κατ’ ευθείαν στην κομμουνιστική ουγγρική εταιρία Qualiton και στα «διαμάντια» μαγυάρικης jazz και rock, που κυκλοφορούσε στα sixties και τα seventies. Βεβαίως, τούτο δεν θα το ανέφερα, αν δεν έπεφτα… εντελώς μέσα, αλλά, να, γυρίζοντας στο οπισθόφυλλο και διαβάζοντας τα ονόματα των μελών του γκρουπ (Matyas Premecz hammond, Erno Hock μπάσο, φωνή, Barna Szoke κιθάρες, Hunor G.Szabo ντραμς φωνή, συν κάποιους… Marton και Gabor στους guests) είχα πειστεί πλέον απολύτως.
Όπως πληροφορούμαι από το διαδίκτυο, η ιστορία των Qualitons ξεκινά κατ’ ουσίαν το 2007, όταν ο ούγγρος DJ και παραγωγός Kanada Kaosz παρακολουθώντας μπάντες όπως οι Soul Investigators ή οι Afrobeat Academy στο Soul Ascension Festival του Βερολίνου αποφάσισε, επιστρέφοντας στην πατρίδα του, να δημιουργήσει κάτι ανάλογο. Μουσικοί; Άλλο τίποτα! Groovy παράδοση, οπωσδήποτε (ας ήταν καλά οι εγγραφές της Qualiton και της Pepita). Οπότε; Το προφανές. Οι Qualitons ετοιμάζονται μάνι-μάνι, παίζουν κατά καπνού μαγυάρικες συνθέσεις από την παλαιά εποχή, τυπώνουν δύο 45άρια στην Tramp Records (εκ Μονάχου) που αφήνουν άριστες εντυπώσεις, ενώ βάζουν στα σκαριά κι ένα μεγάλο δίσκο (LP/CD), που τυπώθηκε κάποια στιγμή την προηγούμενη χρονιά (επίσης στην Tramp)· για το “Panoramic Tymes” ο λόγος.
Με λίγα λόγια. Το άλμπουμ αυτό είναι σκέτη, εντελώς σκέτη δηλαδή, απόλαυση. Ένα από τα ωραιότερα groovy ακούσματα, που έφθασαν στ’ αυτιά μου τα τελευταία χρόνια. Δεν πρόκειται δε για «ένα ακόμη» φάνκικο δισκάκι, από ’κείνα που κατακλύζουν και κατακυριεύουν το σύμπαν, αλλά για ένα σύστημα ήχων της αναπόλησης, επί του οποίου συνυπάρχουν ουκ ολίγες garage, r&b, mod, acid και βεβαίως funky, όπως και afrobeat αναφορές. Το όλον αποτέλεσμα «τρελαίνει». Πόσω μάλλον όταν σκέφτεσαι πως τα 12 από τα 13 κομμάτια του CD είναι originals (συνθέσεις των μελών του γκρουπ), ενώ η μία μόλις διασκευή – ένα medley αποτελούμενο από το “Soul bowl” των Memphis Horns (σύνθεση των Wayne Jackson και Andrew Love) από το φερώνυμο LP τους στην Cotillion [SD 9014] το 1970, και το “Kek feny” των συμπατριωτών τους Bergendy –, δεικνύει απλώς την… καταγωγή τους. Τι άλλο να πεις για τους Qualitons; Όταν έχεις εμπρός σου κομματάρες όπως το “Mellbimbo”, το “More plutonium”, το “Overdose” (μουσική επιμέλεια… Χρήστος Μουραμπάς), το σχεδόν… Creeps “Wandering will”, το… greek garage “One man song” και όλα τα υπόλοιπα, ξαπλάρεις (όταν δεν ξεβιδώνεσαι) και απολαμβάνεις.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

τρόμπες astrobeat

Με το funk καταγίνονται οι Σκωτσέζοι (με έδρα το Leeds) Haggis Horns, μία ενδιαφέρουσα, όπως και να το κάνουμε, μπάντα, η οποία είδε τον (ιδρυτικό) σαξοφωνίστα της Jason Rae να εγκαταλείπει τα εγκόσμια το 2008 (είχε προβλήματα με τα ναρκωτικά και μάλλον από αυτά «πήγε»). Να τι έγραφα για το ντεμπούτο τους CD “Hot Damn!”, πριν από τρία χρόνια: «Στηριγμένοι στην άπιαστη πνευστή πλευρά τους – μέχρι και το φλάουτο παίρνει θέση ανάμεσα στις τρόμπες –, οι Haggis Horns, οι οποίοι ανάγκασαν ακόμη και τον Quantic να στήσει αυτί για να δει τι γίνεται, έχουν υλικό που ξέρουν να το διαχειρίζονται και κυρίως να το προβάλλουν μέσα στη νέα funk πραγματικότητα. Στηριγμένοι σε πυλώνες, όπως λένε και οι ίδιοι δηλαδή, τύπου Isaac Hayes, Fela Kuti, Freddie Hubbard και Tommy McCook (θα προσέθετα...), οι Haggis Horns συχνάκις μεγαλουργούν, παρουσιάζοντας ένα σετ, που, από μόνο του, μπορεί να καλύψει ποικίλες ντανσικές ανάγκες».Τα πράγματα δεν διαφέρουν και πολύ στο “Keep On Movin’” [First word, 2010], αφού, από λίγο έως πολύ, όλα τα προαναφερόμενα κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Τα φωνητικά της Nia Saw (άλλοτε πιο smooth, άλλοτε περισσότερο νευρικά), που σκορπίζονται στις συνθέσεις τους, είναι οπωσδήποτε προσεγμένα – όταν μάλιστα συνδέονται με afrobeat ρυθμολογίες, όπως στο “Too blind”, κάνουν και τη διαφορά –, την ώρα κατά την οποίαν τα κιθαριστικά licks, όπως κι οι… καραμούζες, ντισκο-φανκάρουν στο “Love gets you high” κατά τα seventies πρότυπα, αφήνοντας κάπου κι έναν… Azymuth αέρα.
Ξέρετε, τώρα, τι γίνεται με πολλά από τα σύγχρονα funk γκρουπ. Προσπαθούν να κρατήσουν πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Και, σίγουρα, ποτέ δεν τους πέφτουν όλα…#
Και βεβαίως τα afrobeat συγκροτήματα τελειωμό δεν έχουν. Σκάνε από παντού και κατά κύματα, λιβανίζοντας Fela Kuti και Tony Allen (βασικά), μα και περαιτέρω νονό της soul, θεό Ήλιο, ενδεχομένως και Άγιο Coltrane (εποχής Interstellar Space)· για να μην πω πως φθάνουν μέχρι και Augustus Pablo ή Mulatu.
Γενικώς, στο… διαγαλαξιακό στριμωξίδι φαίνεται πως κόλλησαν και οι Ariya Astrobeat Arkestra (AAA) επίσης από το Leeds, μία 9μελής ομάδα (Eddie Hick ντραμς, Paul Baxter μπάσο, Tarek Modi πλήκτρα, Gareth Parry κιθάρες, Simon Nixon τρομπέτα, Pete Williams τενόρο, Martyn Strange βαρύτονο, Leon Johnson τενόρο, Kris Wright κρουστά), που τώρα (2010) πρωτοπαρουσιάζεται ολοκληρωμένα μέσω του 67λεπτου άλμπουμ τους στην First word. Afrobeat, funk και sixties φυλετική jazz λοιπόν (συν όλα τα υπόλοιπα), από μία ομάδα, που πλασάρεται με την αξία της, μεταξύ των πιο φημισμένων του είδους (Poets of Rhythm, Karl Hector & The Malcouns και τα συναφή). Με instros, κατά βάθος, στη φαρέτρα τους (όχι, δεν απουσιάζουν τα τραγούδια), οι AAA διαμορφώνουν ένα spacey σκηνικό, υπό την έννοια της ρυθμικής… διαπλάτυνσης και τον μακρόσυρτων, μεζμερικών εξελίξεων· τέσσερα από τα κομμάτια του CD τους ξεπερνούν τα 7 λεπτά, ενώ ένα ξεπερνά και τα 12. Αυτό, μάλιστα, το (έσχατο) “Same same” είναι κι εκείνο που προσδιορίζει, καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, την ηχητική αγωγή των AAA. Ένα φάνκικο αφρόμπιτο, που συστρέφεται διαρκώς περί τον εαυτό του.