Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ είναι ένα παράξενο αθηναϊκό rock trio, με πολλές και ποικίλες επιρροές

Ακόμη ένα καινούριο (αθηναϊκό) rock trio, που ακούει στο όνομα s̶i̶s̶t̶e̶r̶  και που αποτελείται από τους m_c thick strings (μάλλον εννοούν μπάσο), n_t round things (μάλλον εννοούν ντραμς) και a_v κιθάρες – ενώ ως έξτρα μέλος (συνεργαζόμενος) εμφανίζεται και ο Lefteris Loukissas brass. Αφορμή για να πούμε όσα θα ακολουθήσουν θα μας δώσει η κυκλοφορία τού πρώτου άλμπουμ τους untrue, που τυπώνεται, τώρα, από το label Underflow (500 αντίτυπα) και που είναι δουλεμένο από τον Coti K. (παραγωγή, μίξη, mastering). Το άλμπουμ περιλαμβάνει εφτά tracks (τέσσερα στην πρώτη πλευρά και τρία στη δεύτερη). Πάμε να τ’ ακούσουμε…
Ξεπερνώντας τη μικρή εισαγωγή των 29 δευτερολέπτων, μένουμε στο δεύτερο κομμάτι, το “Furious apes”, που διαρκεί 4:06. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό μου ακούγοντάς το είναι… τα αμερικανικά γκρουπ Flipper, Hüsker Dü, Butthole Surfers και τα συναφή (χωρίς, βεβαίως, τους στίχους – το λέω γιατί οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶  παίζουν instrumentals). Υπάρχει, δηλαδή, αυτό που λέμε… post-punk, όπως υπάρχει και ο θόρυβος. Το “Furious apes” ρέει πολύ καλά (βομβαρδίζει!) και παρά τη minimal δομή του κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Τρίτο κομμάτι στην πλευρά το σχεδόν τριάμισι λεπτών “Fidel”, στηριγμένο και αυτό στο πολύ γερό ρυθμικό τμήμα (το μπάσο βγάζει κάτι από… Material), με την κιθάρα να απλώνεται πάνω σ’ αυτή την πακτωμένη ρυθμική πλατφόρμα παίζοντας διάφορα μέτρα (ποικίλων ροκ αποχρώσεων). Η πλευρά θα κλείσει με το 4λεπτο “Delta”, που σαν κομμάτι ακολουθεί μια επίσης minimal γραμμή (στο ύφος των Meat Puppets ας πούμε), που σπάει από διάφορα, ξαφνικά, κιθαριστικά breaks. Το κλείσιμο με τον χαμηλό θόρυβο εντάσσεται (και αυτό) στην προαναφερομένη «ομάδα» των ροκ αναφορών.
Στη δεύτερη πλευρά κυριαρχεί το 9λεπτο “Blackout”, που είναι το πιο… αλλοπρόσαλλο κομμάτι του LP. Ή, αν δεν σας αρέσει η λέξη «αλλοπρόσαλλο», να πούμε το πιο… πειραματικό. Οι βασικές αναφορές, για τις οποίες δώσαμε στίγμα παραπάνω, δεν αλλάζουν, όμως το track αυτό, λόγω και της διάρκειάς του, είναι το πιο περιπετειώδες τού “untrue”, αφού «πιάνει» ακόμη και tijuana ηχοχρώματα (rock ή jazz), πριν ξεφύγει προς ένα πολύ ιδιαίτερο fusion προς το τέλος του. Γενικώς το “Blackout”, μετά το τέταρτο λεπτό, αναπτύσσεται κάπως έξω από τα συνηθισμένα (και γι’ αυτή την τροπή δεν είναι αμέτοχη η τρομπέτα του Λευτέρη Λουκίσσα). Προτελευταίο track το 4λεπτο “Deepest heat”, που και αυτό εμφανίζει την ίδια περιπέτεια στην αφήγησή του με το προηγούμενο – αν και γενικώς είναι πιο… συμμαζεμένο. Τα desert rock στοιχεία (όχι των… Kyuss, αλλά εκείνα τα κλασικά των Thin White Rope και των Savage Republic) κάνουν εδώ τη διαφορά.
Το “untrue” θα ολοκληρωθεί με το “Outflanked and outnumbered”, που ξεκινά και τελειώνει (μετά από κάποιο κενό) με abstract στοιχεία, αλλά στο (πολύ) ενδιάμεσο είναι όσο απαιτείται δυναμικό και σκληροτράχηλο.
Αναμένουμε τη συνέχεια…
Επαφή: www.underflow.gr

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

THOUGHT GANG είναι ο Angelo Badalamenti και ο David Lynch (και κάποιοι σημαντικοί ακόμη)

Θα μπορούσε να ήταν μια από ΤΙΣ κυκλοφορίες της χρονιάς (και είναι), όχι μόνο γιατί έχουμε να κάνουμε μ’ ένα άλμπουμ που υπογράφουν οι Angelo Badalamenti και David Lynch, κάτω από το όνομα Thought Gang, ηχογραφημένο στις αρχές των 90s, αλλά και γιατί το περιεχόμενο είναι τέτοιο, που θα αιτιολογούσε ακόμη και τους διθυράμβους.
Ακούγοντας τις πρώτες νότες, τα πρώτα δυο-τρία tracks από το Thought Gang [Sacred Bones Records / Heathen Natives, 2018] και διαβάζοντας τους στίχους τού David Lynch στο ένθετο η σκέψη μου γύρισε, αμέσως, πίσω στο παλιό Twin Peaks, που παιζόταν και στην ελληνική τηλεόραση (στην ET1) στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τη σειρά δεν την παρακολουθούσα μετά μανίας, είχα δει όμως κάποια επεισόδια, ενώ είχα εντρυφήσει και στο σάουντρακ, που, τότε, επίσης ακουγόταν πολύ. Και όντως, δεν λάθεψα – αν και δεν είναι αυτό το σημαντικό. Το άλμπουμ των Thought Gang (όπως αποκαλείται η μπάντα των Angelo Badalamenti και David Lynch) είναι ηχογραφημένο, κυρίως, στο διάστημα Μάιος 1992-Μάιος 1993, εκτός από δύο tracks, το «ζαππικό» “A real indication” και το υποχθόνιο με το… πυροβολημένο μπάσο “The black dog runs at night”, που είναι γραμμένα το 1991. Μάλιστα, αυτά τα δύο tracks είναι και τα μόνα γνωστά, αφού περιλαμβάνονται στο άλμπουμ “Twin Peaks / Fire Walk with Me” [Warner Bros., 1992], που αφορούσε στο prequel του Twin Peaks. Τώρα, με τις υπόλοιπες δέκα εγγραφές, ολοκληρώνεται αυτή η ιστορία, έστω και με 25 χρόνια καθυστέρηση. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ένα. Άξιζε τον κόπο; Άξιζε κανείς να περιμένει γι’ αυτή τη δισκογραφική ολοκλήρωση των Thought Gang; Η απάντηση είναι προφανής. Φυσικά! Το άλμπουμ είναι καταπληκτικό, σε στιγμές εντελώς διαφορετικό από τα γνωστά OSTs του Badalamenti (για τις ταινίες του Lynch), αλλά και με κάποιες κοινές συνιστώσες (αναμενόμενο κι αυτό), αν συζητάμε για το αυστηρώς κινηματογραφικό έργο τού αμερικανού συνθέτη. Έτσι κι εδώ, στο “Thought Gang”, μπορεί να μην έχουμε την εξέλιξη κάποιου συγκεκριμένου σάουντρακ, όμως το όλον κλίμα είναι συχνά… σαν-κινηματογραφικό.
Πριν πούμε κάποια λόγια γι’ αυτό που ακούμε, ας δώσουμε τα ονόματα των μελών των Thought Gang. Angelo Badalamenti φωνή, σύνθια, πιάνο, David Lynch λόγια, κρουστά, κιθάρα σ’ ένα track, φωνή-σύνθια σ’ ένα track, Reggie Hamilton κοντραμπάσο, bass guitar, κιθάρα, Gerry Brown ντραμς, κρουστά, Tom Rainer πλήκτρα, κλαρινέτο, σαξόφωνο, Vinnie Bell κιθάρα σ’ ένα track, Grady Tate ντραμς σε δύο tracks και Buster Williams κοντραμπάσο σ’ ένα track. Μάλλον δεν χρειάζεται να σημειώσουμε κάτι, αυτή τη στιγμή, για το τι σημαίνουν για την jazz επώνυμα όπως εκείνα των Williams, Tate, Bell και των υπολοίπων – οπότε, ίσως να έχει περιγραφεί κιόλας μια από τις ηχητικές συνιστώσες τού “Thought Gang”.
Και όντως η jazz, στο πιο ελεύθερο κομμάτι της (αυτό που λέμε free), έχει ισχυρή παρουσία εδώ, καθώς αποτελεί την κυρίαρχη μορφή σε tracks όπως τα “Logic and common sense” και “Woodcutters from fiery ships” και απλώς μιαν εμφανή επιρροή σε πλήθος άλλων. Όμως δεν είναι μόνον η jazz, που εμφανίζεται στις συνθέσεις του Badalamenti, είναι και το rock, είναι και το blues (σε τελείως… διεστραμμένες ή απλώς διεστραμμένες εκδοχές) και βεβαίως η σκληρή, συνθετητική (ηλεκτρονική) ambience (ανακατεμένη με rock improv στοιχεία), που κυριαρχεί στα φοβερά tracks Frank 2000” (διαρκεί περί τα 17 λεπτά) και “Summer night noise” (διαρκεί περί τα 9 λεπτά).
Τι άλλο να πεις για το “Thought Gang”; Εντυπωσιακές μουσικές ακούγονται εδώ από τον Angelo Badalamenti, αλλά και ανάλογα λόγια από τον David Lynch, τα οποία απαγγέλλει ο ίδιος… λόγια σκοτεινά ή μυστηριακά, λόγια που συνδέουν πάθη, σχέσεις, χωρισμούς μ’ αυτή την ασυνείδητη μαγεία των κινηματογραφικών εικόνων του.

ποιοι είναι οι 10 ακριβότεροι δίσκοι βινυλίου, που πουλήθηκαν τον τελευταίο χρόνο στο discogs;

Αυτό που λέμε αναζωογόνηση των δίσκων βινυλίου, αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος γύρω απ’ αυτό, vinylmania κ.λπ. οφείλει πολλά και στο σάιτ discogs.com.
Το discogs, που βγήκε στο διαδίκτυο το 2000 (σε μια πολύ πρωτόλεια και εντελώς διαφορετική μορφή απ’ αυτή που έχει τώρα) και που μετά το 2010 άρχισε να αναπτύσσεται αλματωδώς, δεν είναι απλά ένα σάιτ αγοραπωλησίας δίσκων βινυλίου (όπως και CD, δίσκων 78 στροφών από σελάκ και κασετών), αλλά και μια εκπληκτική βάση δισκογραφικών δεδομένων, που διαρκώς και μονίμως αναπτύσσεται.
Αρκεί να πούμε πως τον προηγούμενο Ιούνιο στο discogs είχαν καταχωριστεί περισσότερες από 10 εκατομμύρια κυκλοφορίες, από περισσότερους από 5 εκατομμύρια καλλιτέχνες, που τυπώθηκαν σε περισσότερα από 1 εκατομμύριο labels (ετικέτες εταιρειών).
Τα νούμερα είναι εντυπωσιακά, ανεβαίνουν συνεχώς, και το αποτέλεσμα είναι, αυτή τη στιγμή, το discogs να αποτελεί μια μέγιστη πηγή πληροφόρησης, για οτιδήποτε αφορά τη δισκογραφία. Μπορεί οι ρέκτες να εντοπίζουν ελλείψεις (που φυσικά υπάρχουν – ιδίως σε κυκλοφορίες δίσκων 78 στροφών είναι πάρα πολλές), όμως συνεχώς προστίθενται καινούρια στοιχεία, παλιών και νεότερων ηχογραφήσεων, από κάθε μουσικό είδος, ξεκινώντας από την πηγή της δισκογραφίας, στις αρχές του περασμένου αιώνα και φθάνοντας μέχρι τις μέρες μας.
Στο discogs πουλιούνται και αγοράζονται κάθε μέρα χιλιάδες δίσκοι, σε κάθε μεριά του κόσμου, με κάποιους απ’ αυτούς να φεύγουν σε «τρελές» τιμές. Φυσικά, στο σάιτ υπάρχουν items για όλα τα βαλάντια, αφού μπορεί κάποιος να βρει διάφορες κυκλοφορίες σε αστεία ποσά (κοντά στο ευρώ ή και πιο φτηνά ακόμη), ικανοποιώντας έτσι (το σάιτ) κάθε μικρή ή μεγάλη προσδοκία.
Ακόμη και η έννοια της «σπανιότητας» χοντρικά έχει παύσει να είναι αυτή που ήταν προ-discogs, αφού χιλιάδες «σπάνιοι» δίσκοι (που άλλοτε δεν μπορούσαμε με τίποτα να τους βρούμε στην Αθήνα π.χ. και γι’ αυτό τους λέγαμε «σπάνιους») προσφέρονται, τώρα, έτοιμοι προς πώληση, σε 10, 20 ή και σε 30 αντίτυπα.
Βεβαίως, πάντα θα υπάρχουν και τα «τέρατα» της σπανιότητας, αυτά που δεν εμφανίζονται συχνά και τα οποία φεύγουν με χιλιάδες ευρώ και που γι’ αυτά, το discogs, εμφανίζει, ανά μήνα, τις σχετικές λίστες. Μια τελευταία, για τη χρονιά που φεύγει, δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες (3 Δεκεμβρίου) και αφορά στα ακριβότερα items που πουλήθηκαν από το σάιτ τον μήνα Οκτώβριο.
Θεωρώντας πως το «μουσικό έτος», για το discogs, ξεκινάει από Νοέμβριο και τελειώνει στον επόμενο Οκτώβριο ψάξαμε και εντοπίσαμε τα δέκα ακριβότερα βινύλια (γιατί όλα είναι βινύλια – το λέμε, γιατί στη δεκάδα δεν υπάρχει ηχογράφηση από σελάκ, CD ή κασέτα), που πουλήθηκαν στο σάιτ από τον Νοέμβριο του 2017, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2018.
Όπως θα διαπιστώσετε τα 7 από τα 10 ονόματα καλλιτεχνών / συγκροτημάτων είναι πάρα πολύ γνωστά και αυτό ήταν το αναμενόμενο. Το λέμε, γιατί οι «ειδικές» κυκλοφορίες των πολύ μεγάλων ονομάτων είναι εκείνες που σπάνε τα ρεκόρ, αφού οι συλλέκτες των Elvis Presley, Beatles, David Bowie, Michael Jackson, Madonna, Prince κ.ο.κ. είναι εκείνοι που «χώνουν» τα πιο πολλά λεφτά – χωρίς αυτό να σημαίνει πως και κάποια λιγότερο γνωστά ή και καθόλου γνωστά ονόματα, που έχουν κάνει όμως «υπόγεια» φήμη σε ειδικούς κύκλους συλλεκτών, δεν μπορούν να περάσουν μέσα στις «ακριβότερες δεκάδες» με τις δικές τους κυκλοφορίες.
Η σειρά που ακολουθεί ξεκινά από το φθηνότερο βινύλιο, για να καταλήξει στο ακριβότερο. Τα ποσά, κανονικά, είναι σε δολάρια, αλλά τα έχουμε μετατρέψει σε ευρώ για ευκολία (με την ισοτιμία της 10ης Δεκεμβρίου).

Η συνέχεια εδώ…

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ η μικρή του ιστορία

Ο Σωτήρης Κοματσιούλης απτόητος την τελευταία 8ετία συνεχίζει να στέλνει στην αγορά τη μια κυκλοφορία μετά την άλλη. Αν δεν κάνω κάποιο λάθος στο μέτρημα αυτά τα τελευταία οκτώ χρόνια, μετά το 2010 δηλαδή, πρέπει να έχει κυκλοφορήσει τρία LP, ένα 7ιντσο single, ένα 7ιντσο EP και δύο CD-R. Το τελευταίο, από τη μεριά των LP, είναι το «Η Μικρή μου Ιστορία» με υπότιτλο “1970-1972 Rock Revolution / Clear Sound from the Master Tapes”, που είναι μια καθαρή ανεξάρτητη παραγωγή. Εδώ, ο Κοματσιούλης έχει συγκεντρώσει έντεκα γνωστά και άγνωστα (δηλαδή ανέκδοτα) τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν το 1970 (δύο) και το 1972 (τα υπόλοιπα εννέα). Τα τραγούδια αυτά είναι, φυσικά, σε μουσικές, στίχους και ερμηνείες του Κοματσιούλη και παίζουν οι Lovers. Μάλιστα, εκείνα τα χρόνια προωθούνταν και για LP (υπό τον τίτλο «Οι Ρομαντικοί»), το οποίο, όμως, ποτέ δεν κυκλοφόρησε. Ή μάλλον κυκλοφορεί τώρα, μετά από 46 χρόνια… και μάλιστα από τις original tapes (για πρώτη φορά).
Τα πρώτα δύο tracks της Side A είναι τα «Η μικρή μου ιστορία» και «Για λίγο ψωμί» και είναι ηχογραφημένα από τους Lovers σ’ ένα στούντιο της Καραγεώργη Σερβίας, τον Μάιο του 1970. Εκείνη την εποχή Lovers ήταν οι: Σωτήρης Κοματσιούλης φωνή, Παναγιώτης Οικονομίδης κιθάρα, Βαγγέλης Μηνάς όργανο, Πέτρος Μέλιος μπάσο και Γιώργος Μηνάς ντραμς. Τα τραγούδια είναι πολύ καλά για την εποχή τους (το «Για λίγο ψωμί», ως «Ο κλέφτης του… ψωμιού», είχε ακουστεί και στο περυσινό CD-R του Κοματσιούλη «Μοναξιά»), στο πνεύμα δηλαδή και στο γράμμα του ελληνικού ροκ των early seventies, πράγμα που δείχνει πως οι Lovers θα μπορούσε, με άνεση, να βρίσκονταν μεταξύ των καλυτέρων γκρουπ της εποχής, αν είχαν καλύτερη τύχη στη διαδρομή τους (όντας και από την επαρχία – τη Λάρισα πιο συγκεκριμένα).
Λάρισα, Απρίλιος 1970
Τα υπόλοιπα εννέα τραγούδια είναι γραμμένα στο στούντιο του Σήφη Σιγανού και στο Action στο διάστημα 6 Ιανουαρίου 1972-23 Μαΐου 1972 και βασικά είναι γνωστά, σε μιαν άλφα μορφή (που δεν προερχόταν από τις original tapes), από το LP της B-other Side / Lost Archives «Σαν τον Άνεμο», που τυπώθηκε το 2010. Εκείνη την εποχή Lovers ήταν οι: Σωτήρης Κοματσιούλης φωνή, Βαγγέλης Μηνάς όργανο, Παναγιώτης Οικονομίδης κιθάρα (από την προηγούμενη line-up) και ακόμη οι Βαγγέλης Κασιξιόγλου μπάσο και Αντώνης Μεντόγιας ντραμς.
Φυσικά, η απόδοση από τις original tapes είναι πιο… ανεβαστική για τα κομμάτια, καθώς αποκαλύπτει (και) την πλήρη ενοργάνωσή τους. Γι’ αυτά καθ’ αυτά τα tracks («Ο Κοσμάς», «Οι ρομαντικοί», «Μια άκρη στη Γη», «Μην κλαις κοριτσάκι», «Δες την αλήθεια», «Destiny», «Κοίτα φίλε κοίτα», «Save the children», «The kind king») δεν μπορώ παρά να (ξανα)πω εκείνα που είχα σημειώσει πάνω-κάτω και για το LP της B-other Side (όταν τα είχα πρωτακούσει).
Αυτά τα τραγούδια μετράνε. Το high-pitched τραγούδισμα του Κοματσιούλη τούς προσθέτει άλλη χάρη. Κάποια έχουν μία spacey-punky(!) ορμή («Κοίτα φίλε»), κάποια («Οι ρομαντικοί») καταθέτουν κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς, ενώ ορισμένα, όπως ο «Κοσμάς» και το «Μην κλαις κοριτσάκι», θα μπορούσε να ήταν ανάμεσα στα τρανά hits της εποχής. Από τα αγγλικά θέματα, δε, το “The kind king” είναι, απλώς, μία από τις ωραιότερες περιπτώσεις rock με μπουζούκι (παίζει ο Θάνος Χατζηδάκης) –οι οποίες δεν είναι και πολλές εξάλλου– που έχω ποτέ ακούσει (προχωρημένο για την Ελλάδα εκείνων των χρόνων).
Στη γενική επιμέλεια και οργάνωση τού LP «Η Μικρή μου Ιστορία» είναι ο Βαγγέλης Λέων Λαμπράκος, στο mastering ο Βασίλης Μηνάς και στο σχεδιασμό του ωραίου εξωφύλλου, με τα κορίτσια της εποχής, ο Ανδρέας Μπιμπίτας. 
Επαφή: Σωτήρης Κοματσιούλης (κινητό τηλέφωνο) 6986 696683