Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

GREEN WAS GREENER το πρώτο LP ενός pop-psych συγκροτήματος από την Κρήτη

Δεν μπορώ να καταλάβω τι είδους ακριβώς συγκρότημα είναι οι Green Was Greener, γιατί άλλα διαβάζω στο bandcamp τους και άλλα στο innersleeve τού πρώτου άλμπουμ τους, που αποκαλείται Introspective [Inner Ear, 2021].
Στο bandcamp λοιπόν γίνεται λόγος για ένα συγκρότημα από την Κρήτη, το οποίον αποτελούν οι Thomas Stratakis κιθάρα, φωνή, Nikos Vogiatzakis κιθάρες, σύνθια, φωνή, Frank Papadakis σύνθια, Konstantinos Tzagkarakis μπάσο και Angelos Panagiotidis ντραμς, ενώ στο innersleeve φαίνεται πως υπάρχει ένας βασικός, ο Θωμάς Στρατάκης, που τραγουδά και παίζει όλα τα όργανα, και από κει και πέρα υπάρχει ένας ντράμερ ο Παύλος Μοναστηριώτης, επιπρόσθετες κιθάρες και φωνητικά (Νίκος Βογιατζάκης) και ακόμη επιπρόσθετο μπάσο (Άρη Τερζάκης και Νίκος Βογιατζάκης). Εν πάση περιπτώσει εμείς θα εκλάβουμε τους Green Was Greener ως συγκρότημα και έτσι θα τους κρίνουμε.
Λοιπόν θα πω από την αρχή κάτι βασικό – και ας εκτεθώ, δεν με νοιάζει. Οι
Green Was Greener είναι σφόδρα επηρεασμένοι από τους Βρετανούς The End και το συγκλονιστικό pop-psychedelic άλμπουμ τους “Introspection” [Decca, 1969]. Και προφανώς αποτείνουν φόρο τιμής σ’ αυτό, όχι μόνο δανειζόμενοι τον ίδιο σχεδόν τίτλο, αλλά καταφέρνοντας να ακούγονται όπως θα ακούγονταν και οι End, αν έβγαζαν το δικό τους άλμπουμ σήμερα. 
Τώρα, μπορεί να βγούνε μέλη των Green Was Greener και να πούνε ότι... δεν έχουμε καμία σχέση με The End, πρώτη φορά ακούμε αυτό το όνομα και τέτοια... Ας βγούνε και να πούνε... Εγώ δεν θα αλλάξω γνώμη. Και σημειωτέον δεν έψαξα να βρω από πριν αν υπάρχει τίποτα σχετικό στο δίκτυο, αν ήδη έχει γραφτεί ή ειπωθεί κάτι ανάλογο... οτιδήποτε. Δεν διεκδικώ κάποια πατρότητα εννοώ, προσωπικώς, καταγράφω απλώς εκείνο που ακούω...
Πέραν αυτών λοιπόν... οι Green Was Greener, όπως τους ακούμε, εδώ, είναι καλοί ή και άξιοι... διάδοχοι των The End (και όχι των Tame Impala εννοείται). Δεν είναι...αντιγραφείς –δεν θα μπορούσε και να ήταν– φτιάχνουν τα δικά τους, σύγχρονα, σημερινά, pop-psych άσματα, με πολλά στοιχεία shoegaze («πατέρες» του shoegaze υπήρξαν οι End εξάλλου) και παρότι δεν έχουν να προτείνουν αυτή τη δράκα των τραγουδιών, που θα τους τοποθετούσε αυτομάτως στην... κορυφή των Ιμαλαΐων, έχουν τον τρόπο να σε ανατριχιάζουν με μερικά κομμάτια τους σαν το “‘cause everytime you go I know” για παράδειγμα. (Υπάρχουν κι άλλα καλά τραγούδια στο “Introspective, όπως το “Desert king”, το “Everyday” ή το “Train of thoughts” – δεν είναι μόνον ένα).
Θα εξάρουμε, περαιτέρω, την πολύ καλή τεχνική δουλειά στο πρώτο αυτό LP των Green Was Greener, σε όλα τα επίπεδα (ηχογράφηση, μείξη, παραγωγή, mastering, κοπή...), την ιδιαίτερη πρόνοια που έχει δοθεί σε φωνές-φωνητικά (όχι σύνηθες στα ελληνικά συγκροτήματα) και κυρίως την ανάγκη να γραφτούν σημερινά τραγούδια, που να ακούγονται σαν... αληθινά τραγούδια και όχι... στο περίπου.
Καλή συνέχεια στους Κρητικούς.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

ένα κείμενο της ΕΛΕΝΗΣ ΒΛΑΧΟΥ για τους δίσκους βινυλίου, από το μακρινό 1951, με αφορμή την Record Store Day 2021 – μια εμπειρία από ένα δισκοπωλείο της Νέας Υόρκης, 70 χρόνια πριν

Η φετινή Record Store Day (RSD), η παγκόσμια ημέρα των δισκοπωλείων και κατ’ επέκταση των δίσκων βινυλίου 33 1/3 και 45 στροφών, θα γιορταστεί σε δύο δόσεις. Η πρώτη είναι σήμερα, 12 Ιουνίου, ενώ η δεύτερη θα είναι στις 17 Ιουλίου.
Με αφορμή την RSD θα ανατρέξουμε στο παρελθόν, στο 1951, για να δούμε τι εντύπωση είχαν δημιουργήσει, τότε, οι νέοι δίσκοι βινυλίου, σε όσους είχαν συνηθίσει την προηγούμενη τεχνολογία – των δίσκων, που ήταν κατασκευασμένοι από ένα μίγμα γομαλάκας (σέλακ) και που έστριβαν, στα γραμμόφωνα και τα ραδιογραμμόφωνα, στις 78 στροφές.
Σ’ αυτό το ταξίδι στο παρελθόν θα μας οδηγήσει ένα χρονογράφημα της εκδότριας και δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου (1911-1995), που είχε δημοσιευθεί, πριν από 70 χρόνια, στην εφημερίδα «Καθημερινή».
Πριν, όμως απ’ αυτό, ας δούμε μερικά βασικά ιστορικά στοιχεία για τους δίσκους βινυλίου, όπως καταγράφονται στο βιβλίο του Νίκου Πατηνιώτη «Ιστορία της Μουσικής Παραγωγής / Οι εταιρείες, οι τεχνολογίες και τα πρόσωπα που άλλαξαν τον ήχο» [fagotto books, 2017]. Διαβάζουμε, αρχικά, σε σχέση με τους πρώτους 10ιντσους δίσκους βινυλίου 33 1/3 στροφών:
«Στις 21 Ιουνίου 1948 ο Edward Wallerstein (1891-1970), διευθυντής του τμήματος ανάπτυξης νέων τεχνολογιών της Columbia Records, παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό το νέο μέσο αποθήκευσης, σε μια κατάμεστη από κόσμο αίθουσα του ξενοδοχείου Waldorf Astoria. Ο νέος δίσκος της Columbia είχε διάμετρο 10 ιντσών (25,4 εκ., στρογγυλοποιημένα 25 εκ.) και χρειαζόταν 33 1/3 σταθερές στροφές ανά λεπτό.
Μολονότι οι αρχικές εντυπώσεις του ειδικού κοινού που παρακολούθησε την παρουσίαση δεν ήταν οι αναμενόμενες, προς το τέλος της επίδειξης, και έπειτα από 4 περίπου ώρες ακροάσεων διαφόρων μουσικών δειγμάτων, το κλίμα αντιστράφηκε, καθώς όλοι έμοιαζαν να έχουν πειστεί πλέον για τον εμπορικό θρίαμβο, που διαφαινόταν μέσω της νέας τεχνολογίας.
Όλοι συνειδητοποίησαν ότι η επιλογή του πολυβινυλοχλωριδίου ή απλά βινυλίου, αντί της γνωστής γομαλάκας, ως υλικού κατασκευής είχε αυξήσει τη συνολική χωρητικότητα του μέσου στα 15 λεπτά ανά πλευρά. Παράλληλα, η απουσία του χαρακτηριστικού θορύβου “hiss noise” προσέδιδε ακόμη μεγαλύτερη αξία στην ηχητική αναπαραγωγή.
Η επίτευξη της αύξησης της χωρητικότητας οφειλόταν, αποκλειστικά, στην τεχνολογία των “μικροαυλακώσεων” (microgroove), η οποία εξασφάλιζε από 224 έως 330 στενές αυλακώσεις ανά πλευρά, σε αντίθεση με εκείνες του δίσκου γραμμοφώνου που έφταναν περίπου τις 85»
.

Το πρώτο 12ιντσο LP βινυλίου της ιστορίας, που κυκλοφόρησε από την αμερικάνικη Columbia το 1948. Η Philharmonic-Symphony Orchestra της Νέας Υόρκης αποδίδει το Concerto in E minor του Felix Mendelssohn, για βιολί και ορχήστρα. 

Τον επόμενο μήνα (Ιούλιος 1948) η
Columbia θα παρουσίαζε και τον πρώτο δίσκο βινυλίου 12 ιντσών αυτή τη φορά, και 33 1/3 στροφών εννοείται, το γνωστό μας σήμερα LP.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/record-store-day-2021-mia-empeiria-tis-elenis-blahoy-apo-ena-diskopoleio-tis-neas

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

YELLOW BOX τεύχος 08 (Ιούνιος-Ιούλιος 2021)

Το όγδοο τεύχος του νέου ηχο-μουσικού περιοδικού Yellow Box βρίσκεται στα περίπτερα. Το τεύχος έχει 144 σελίδες, κοστίζει 6 ευρώ, διατίθεται σε έξι διαφορετικές συσκευασίες, με έξι διαφορετικές προσφορές (Further off Sight / FosEurope, your ropeCD, Michael BoltonAint no Mountain High EnoughA Tribute to HitsvilleCD, Willie NelsonFor the Good TimesA Tribute to Ray PriceCD, O.S.T.: “Civil War: The Untold StoryCD, “Various Artists: Got the Blues” (4CD Box), BeethovenTriple ConcertoSymphony No 6” Blue-ray video), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον διαγωνισμό για τους συνδρομητές, που αφορά σ’ ένα ολοκαίνουριο φίλτρο ρεύματος Audioquest Powerquest 3 (PQ3) αξίας 349 ευρώ.
Στις σελίδες τώρα, άπειρα reviews για νέα προϊόντα – μερικά εκ των οποίων τα βλέπετε και στο εξώφυλλο.
Πρώτα και καλύτερα τα ηχεία Hi-Fi Martin Logan Motion 60XTi (γράφει ο Βασίλης Πέππας) και από κει και πέρα το φίλτρο τροφοδοσίας Signal Projects Filtron (γράφει ο Δημήτρης Σταματάκος), ο ολοκληρωμένος λαμπάτος ενισχυτής Copland CSA 100 (γράφει ο Γιώργος Κατρακάζας), όπως και τα ενεργά ηχεία Focal Alpha 65 Evo (γράφει ο Μάνος Μαστραντωνάκης). Στο εξώφυλλο προβάλλεται, επίσης, η συνέντευξη του Φοίβου Δεληβοριά στον Γιάννη Δρακόπουλο.
Από κει και πέρα στο μέσα μέρος του περιοδικού υπάρχουν άπειρα reviews για ποικίλα προϊόντα. Για το πλατό-βραχίονας-κεφαλή Dual CS 600 MKII/Skyanalog G1 (Δ. Σταματάκος), για τα ηχεία βάσης Revel Performa M126Be (Δ. Σταματάκος), για την κεφαλή κινητού μαγνήτη Goldring E3 (Δ. Σταματάκος), για τα ηχεία βάσης-ραφιού Wharfedale Diamond 12.2 (Γ. Κατρακάζας), για τον προενισχυτή Tsakiridis Devices Alexander (Μ. Μαστραντωνάκης), για την σειρά Philips Hue / Smart Home Μέρος 1(Γιώργος Γεωργιάδης), για το φορητό ηχείο Bluetooth JBL Charge 5 (Δημήτρης Ελευθερίου) και άλλα πολλά.
Στο δεύτερο μέρος του περιοδικού, που τιτλοφορείται «Δίσκοι / Βιβλία / Αφιερώματα», επίσης υπάρχει πολλή και ενδιαφέρουσα ύλη με reviews δίσκων κλασικής, jazz, rock κ.λπ. από τους Θοδωρή Μπαφαλούκα και Μαρία Τσακίρη – σ’ αυτό το section συμμετέχω κι εγώ με δώδεκα reviews για πρόσφατα ξένα και ελληνικά άλμπουμ, μαζί με κείμενα για την ταινία του Ροβήρου Μανθούλη «Blues με Σφιγμένα Δόντια», όπως και για τη σχέση της επιστημονικής φαντασίας με το ελληνικό ροκ, μέσα από δίσκους και βιβλία.
Επίσης υπάρχουν κείμενα για καινούριες ταινίες και βιβλία, για τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, συνέντευξη του ποιητή Λεωνίδα Μερτύρη στον Γιώργο Τρίγκα και άλλα πολλά...
Χρόνο να ’χεις να διαβάζεις, ν’ ακούς και να βλέπεις...
Επαφή: www.yellowbox.gr

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ ένα ιστορικό όνομα του ελληνικού ροκ στον πρώτο προσωπικό δίσκο του

Για τους φίλους του παλαιού ελληνικού ροκ το όνομα του Λεωνίδα Σταματιάδη σημαίνει πολλά. Ντράμερ σε δύο ιστορικά συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης, στα τέλη του ’60 και στις αρχές του ’70, των Fratelli και των Μακεδονομάχων, ο Σταματιάδης, που έχει περισσότερα από πενήντα χρόνια στη σκηνή (κάποια στιγμή στο πρώτο μισό των 80s έπαιζε με τους Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα και με τους Blues Gang του Ηλία Ζάικου) έχει τώρα το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του! Βάζουμε θαυμαστικό, γιατί το να παίζεις πάνω από μισόν αιώνα με συγκροτήματα, φθάνοντας στα 70 σου πάνω-κάτω για να κάνεις έναν προσωπικό δίσκο δεν είναι κάτι που το συναντάς κάθε-μέρα.
Ο «Ταξιδευτής» [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2021] είναι ηχογραφημένος στο γνωστό στούντιο Magnanimus της Θεσσαλονίκης, στο διάστημα 2016-18, περιέχοντας οκτώ τραγούδια – όλα σε μουσικές Λεωνίδα Σταματιάδη, με τους στίχους να ανήκουν στον Σταματιάδη (σε τέσσερα tracks) και στους Αθηνά Σιδηροπούλου (ένα track), Θοδωρή Σταματιάδη (δύο tracks), ενώ ένα τραγούδι έχει στίχους από κοινού των Λ. Σταματιάδη και Αθηνάς Ορφανού.
Χοντρικά θα λέγαμε πως τα τραγούδια του Σταματιάδη ηχητικά κινούνται στο χώρο του country-rock. Άλλα πιο πιστά προς αυτή την κατεύθυνση («Όλα τα μπορεί», «Μέρες μοναδικές»), ενώ άλλα κάπως λιγότερο ή και λιγότερο (όπως το «Μια νύχτα σαν κι αυτή»), που είναι reggae ή κάπως reggae τέλος πάντων.
Γενικώς η ατμόσφαιρα είναι χαλαρή και άνετη, με τον Σταματιάδη να κάνει ό,τι καλύτερο γίνεται και στο επίπεδο της ερμηνείας, με τους μουσικούς να παίζουν πιστά και επαρκώς πάνω σ’ αυτά τα «πατήματα», που είναι τα κατάλληλα προκειμένου να σταθούν επάνω τους τα λόγια τού τραγουδοποιού και των υπολοίπων – λόγια απλά, καθημερινά, ερωτικού, θα λέγαμε, περιεχομένου.
Οι πολύ καλοί μουσικοί (Γιώργος Πεντζίκης μπάσο, πλήκτρα, ενορχήστρωση, μείξη, παραγωγή, Μπάμπης Γιαγκούδης κιθάρες, Oleg Chaly κι άλλα πλήκτρα – με τον Λ. Σταματιάδη να παίζει ντραμς και να τραγουδά φυσικά) βοηθούν κι αυτοί στο άνετο και χαλαρό, το ξαναλέμε, τελικό αποτέλεσμα.
Επαφή: το CD κυκλοφορεί σε περιορισμένα αντίτυπα και βρίσκεται αποκλειστικώς στα δισκοπωλεία της Θεσσαλονίκης On Stage (Σβώλου 40, τηλ. 2310 226172) και Λωτός (Σκρα 7, τηλ. 2310 260776)

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 378

9/6/2021
>>Συγγνώμη που χαιρόμαστε με τον Τσιτσιπά και τη Σάκκαρη. Το κόμπλεξ των ανόητων δεν μπορεί να είναι η αιτία να ακυρώνεται η δικιά μας χαρά<<
Αν μπορούσαν να τιμωρήσουν κιόλας όσους δεν χαίρονται με τις «επιτυχίες» των τενιστών θα το έκαναν. Να τους απολύανε από τις δουλειές τους, να τους πετσόκοβαν τις συντάξεις τους... Το παίζουνε θύματα, σχεδόν κυνηγημένοι, ενώ είναι εκείνοι που επιχειρούν δια της βίας –και το έχουν καταφέρει βέβαια– να μας φορέσουν ως φυσιολογική τη ναζιστική, στη βάση της «ιδέα» τού «πρωταθλητή», που αποτελεί το μεγαλύτερο κληρονομημένο όνειδος τής αρχαιότητας στη σύγχρονη εποχή.

8/6/2021
Τον πήρανε από το Κολλέγιο και φυτευτό (σαν τον πατέρα του) τον στείλανε για σπουδές στην Εσπερία. Δεν πολέμησε στα χαρακώματα των «εισαγωγικών», εκεί όπου αγωνίζονται χιλιάδες παιδιά τού λαού, για μια θέση στον ήλιο.
Ο ήλιος θα λάμπει πάντα, ούτως ή άλλως, για τον πορφυρογέννητο, που, χωρίς άγχη και αγωνίες, θα πάρει το πληρωμένο χαρτί, κι αφού γυρίσει στην πατρίδα θα σταλεί φυτευτός στην Γκατζολία – με τα... παραμεθόρια γαλόνια στο μπράτσο να βουλώνουν τα στόματα των λαϊκιστών.
Ως προπατορικό βύσμα ο νέος αυτός ετοιμάζεται πλέον για το μεταπτυχιακό του, πάντα σ’ ένα καλό πανεπιστήμιο της αλλοδαπής, ενώ ένα κορίτσι «καλής οικογενείας», από τα ΒΠ, θα τον αγαπήσει, δίχως να σταθεί εμπόδιο στις σπουδές του.
Μετά θα δουλέψει, ξανά φυτευτός, πάντα φυτευτός –για κανα φεγγάρι, όχι παραπάνω– σε κάποιο ευαγές τραπεζικό ίδρυμα του εξωτερικού (ώστε να μην λένε οι λαϊκιστές πως... δεν έχει κολλήσει ένσημα), απ’ όπου σύντομα τέλος πάντων θα επιστρέψει, καθότι θα τον περιμένει η πελατεία. Του πατέρα, του παππού, του προπάππου... γενεές δεκατέσσερις.
Εν τω μεταξύ, όποτε θα ρωτάς τον νέον αυτόν... τι μουσική ακούει, θα σου λέει «τα πάντα». Μπορεί να μην ξέρει τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ξέρει όμως ότι «τα πάντα» είναι δικά του.

8/6/2021
Ακούς διάφορα από δω κι από κει, και ξαφνικά θυμάσαι έναν Ντύλαν κι έρχεσαι αμέσως στα ίσια σου. Καθόλου απλό (στιχουργικά) και καθ' όλα συγκλονιστικό...
(Θα μπορούσε να είχε γίνει θρύλος αυτό το τραγούδι από τον Jimi, αλλά διάλεξε το άλλο...).
https://www.youtube.com/watch?v=5XzIQq4PvdU

7/6/2021
>>Θέμης Αδαμαντίδης: Τον συνέλαβαν ξανά σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη! Αυτή τη φορά, ο γνωστός τραγουδιστής εντοπίστηκε να παίζει «φρουτάκια» στην Ομόνοια<<
Ο Θέμης δεν ενδιαφέρεται να παίζει νόμιμα φρουτάκια – δεν γουστάρει τα καζίνα, με τους νόμους και τους κανόνες τους. Έλκεται από την... ελαφριά παρανομία, που δίνει νόημα σ’ εκείνο που κάνει. Στην τρέλα του.
Το να απολαμβάνει μόνον ό,τι είναι νόμιμο τον μετατρέπει αυτομάτως, και εξ ολοκλήρου, σε κομμάτι του συστήματος. Είναι βίδα ενός μηχανισμού, με μόνο κερδισμένο τον «μεγάλο αδελφό».
Ο Θέμης δεν γουστάρει να τον παρακολουθούν σε κάθε κίνησή του, όπως τον παρακολουθούν στο δρόμο, στο σουπερμάρκετ ή την Τράπεζα, δεν θέλει να καταγράφονται όλες οι κινήσεις του. Κάποια πράγματα θέλει να τα κρατάει μόνο για τον εαυτό του. Σιχαίνεται το «όλα στο φως», και αμύνεται απέναντι στην νομιμοποίηση του «εγκλήματος» από τους ψευτοταγούς της ηθικής.

7/6/2021
Στο νέο 8ο τεύχος του περιοδικού Yellow Box, που κυκλοφορεί στα περίπτερα. Κλικ στην φωτογραφία...

6/6/2021
«Μ’ αρέσει στις θαμπές τις ετικέτες 
(σ.σ. των δίσκων 78 στρ. εννοεί)
χρυσά σβησμένα γραμματάκια να κοιτώ,
να μου ζητούν πληροφορίες οι συλλέκτες
που όλο ψάχνουν για καινούργιο υλικό»

https://www.youtube.com/watch?v=Zp6RH075b9M

6/6/2021
Φοβερό συγκρότημα από την Φινλανδία. Κάποτε (20 χρόνια πριν σχεδόν) είχα γράψει ολόκληρο κείμενο στο Jazz & Τζαζ, αν και δεν θυμάμαι τίποτα πια... Πρέπει να βρω το τεύχος... Παίζει και ο Eero σαξόφωνο, που έπαιξε και με τον Κοντραφούρη στα 00s. Δηλαδή ο Κοντραφούρης είχε την τιμή να παίξει με τον Eero (Koivistoinen), για να τα λέμε όπως πρέπει.
https://www.youtube.com/watch?v=t0wXZ9isO_k

5/6/2021
Ξαναβγάζει το Νίτρο, λέει, ο Κωστόπουλος – αλλά δεν θα είναι μηνιαίο, θα βγαίνει στο όποτε, σε «καλό χαρτί», θα έχει μεγάλα κείμενα, όχι 200 λέξεις, και θα είναι πολυτελές και κοσμοπολίτικο. Κοινό του; Οι «βάστα Σόιμπλε».
Ε, ας του αφιερώσουμε κι εμείς ένα τραγουδάκι, έτσι για το καινούριο ξεκίνημα...
https://www.youtube.com/watch?v=swVcCqzWexc

LUNG independent music fanzine

Το LUNG είναι ένα σχετικώς καινούριο ελληνικό μουσικό fanzine, που βρίσκεται πλέον στο 10ο τεύχος του (Μάιος 2021). Γενικώς θα λέγαμε πως πρόκειται για μία πολύ περιποιημένη έκδοση, διαστάσεων 22,5 Χ 15,5, με πολλές έγχρωμες και ασπρόμαυρες εκτυπώσεις, με δέσιμο με ράχη (σαν μικρός τόμος), έχοντας 96 σελίδες συνολικώς και με κόστος 5 ευρώ. (Στην τιμή περιλαμβάνεται και CD-R, με επιλογές που σχετίζονται με τα άρθρα). Η εμφάνιση, δηλαδή, του fanzine σε προδιαθέτει θετικώς – και αυτό είναι ένα πρώτο συν. Βλέπεις το μεράκι, εννοούμε, των ανθρώπων που στέκονται πίσω από την συγκεκριμένη προσπάθεια (επιμέλεια κειμένων: Παναγιώτης Σταθόπουλος, σχεδιασμός: Βασίλης Μπέκας, συν η συντακτική ομάδα).
Προσφάτως έφθασαν στα χέρια μας τα τρία τελευταία τεύχη του LUNG, για τα οποία θα γράψουμε τώρα κάποια λόγια...
LUNG
#10, Μάιος 2021
Ξεφυλλίζοντας αυτό το τεύχος το πρώτο που παρατηρώ είναι πως δεν έχει συνεντεύξεις – κάτι που δεν το συναντάς συχνά σε fanzines, για να μην πω ποτέ. Τι σημαίνει αυτό; Δεν ξέρω... αλλά εγώ θα δώσω την δική μου εξήγηση. Οι άνθρωποι που γράφουν στο LUNG θέλουν να εκφραστούν οι ίδιοι, δεν θέλουν να αποτελέσουν την δίοδο, ώστε να εκφραστούν άλλοι (οι καλλιτέχνες) μέσω εκείνων. Προσωπικώς, αυτό το θεωρώ θετικό. Φυσικά, δεν είναι κακό να υπάρχουν συνεντεύξεις στα έντυπα, αλλά πολλές φορές, επειδή σπάνια οι συνεντεύξεις έχουν κάποιο σοβαρό ενδιαφέρον, είναι προτιμότερο να διαβάζεις τους συντάκτες να διατυπώνουν, οι ίδιοι, τις σκέψεις τους και τις κρίσεις τους πάνω στους δίσκους.
Έχουμε λοιπόν πληθώρα υπογραφών στο LUNG, πρόσωπα γνωστά μου κυρίως από το facebook, αλλά όχι μόνο, φίλοι όπως λέμε σαν τους Άκη Καπράνο, Αναστάσιο Μπαμπατζιά, Γιώργο Ζούκα, Ελένη Φουντή, Μιχάλη Κουρή, Νίκο Φιλιππαίο, Σπύρο Χυτήρη, Χριστίνα Κουτρουλού κ.ά.
Τα παιδιά γράφουν απλά και κατανοητά για τις μουσικές και τα συγκροτήματα που τους καίνε. Αλλά όχι μόνο για μουσικές, μα και για κάποιες ταινίες ή και βιβλία. Τα κείμενα είναι συνήθως σύντομα, καθώς ολοκληρώνονται σε μια-δυο σελίδες, αλλά υπάρχουν και κάποια μεγαλύτερα, όταν το απαιτεί η περίσταση (π.χ. η εκτεταμένη δισκογραφία ενός γκρουπ ή η αναφορά σε μιαν εταιρεία).
Το rock, και ο συνδυασμός παλιού-καινούριου (με βάρος στο καινούριο) είναι η κυρίαρχη θεματολογία – και όταν γράφω rock «βάζω» και το punk μέσα, το post-punk κ.λπ. (δεν είναι ώρα για διαχωρισμούς, όταν μουσικά κινήματα στον ευρύτερο χώρο δεν υπάρχουν, και όλοι παλεύουν για το κέφι τους και την επιβίωση).
Τα περιεχόμενα του τεύχους τα βλέπετε. Μερικά ονόματα είναι πασίγνωστα, κάποια είναι σχετικώς γνωστά, ενώ κάποια είναι άγνωστα οπωσδήποτε σ’ ένα ευρύτερο κοινό στη χώρα μας. 
Για καμιά δεκαριά απ’ αυτά τα ονόματα έχουμε γράψει κι εμείς εδώ στο δισκορυχείον, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι Needlepoint ή οι Meer έγιναν αυτομάτως γνωστοί. Για τα «καλά πράματα» χρειάζεται να γράφονται και να ξαναγράφονται κείμενα. Και προσωπικώς χαίρομαι να διαβάζω για γκρουπ γνωστά ή άγνωστα που τα ξέρω, μα και για άλλα (νεότερα) που ενδεχομένως δεν τα ξέρω.
LUNG
#9, Δεκέμβριος 2020
Στο συγκεκριμένο τεύχος, που βγήκε στο τέλος της περυσινής χρονιάς, κυριαρχεί η ανασκόπηση στο 2020, που καταλαμβάνει δέκα σελίδες. Δίσκοι επί δίσκων σε διάφορα στυλ, και με μικροκείμενα, και σαν λίστες, που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2020 και που έκαναν μικρή ή μεγαλύτερη εντύπωση. Υπάρχουν πολλοί μουσικόφιλοι που κοιτάνε λίστες –κι εγώ κοιτάω– κι εδώ θα βρεις διάφορες.
Από ’κει και πέρα υπάρχουν κάποια αφιερώματα (Joy Division, New Model Army κ.λπ.) και πάμπολλα κείμενα για νέα και παλιά ονόματα (τα βλέπετε στα περιεχόμενα), που για κάποιο περίεργο λόγο έχουν έρθει ξανά στην επικαιρότητα.
Προσωπικώς, δεν έχω καταλάβει γιατί υπάρχει αυτός ο «πανικός» με τον Townes Van Zandt (όπως παλαιότερα υπήρχε «πανικός» με τον Nick Drake), αλλά αυτό είναι δικό μου πρόβλημα...
Εντύπωση μού έκανε και η αναφορά στον Bobb Trimble, έναν ξεχασμένο αμερικανό τραγουδοποιό, που έκανε κάτι δίσκους στις αρχές των 80s, τελείως ξεκομμένους από την εποχή (είχαν late 60s άρωμα), και που, πλέον, θα πρέπει να εντάσσεται, και αυτός, στην σφαίρα του cult. Τον ακούω, αλλά δεν τρελαίνομαι...
LUNG
#8, Οκτώβριος 2020
Στο όγδοο LUNG κυριαρχεί το αφιέρωμα στο krautrock, που καταλαμβάνει 22 σελίδες. Φαίνεται, δηλαδή, πως το krautrock εξακολουθεί να «καπνίζει», απασχολώντας και την πιο νέα γενιά των μουσικόφιλων, όπως απασχολούσε και την δική μας, 25 χρόνια πριν, όταν βγήκαν τα τρία βασικά βιβλία του στυλ –του Julian Cope, των Steven & Alan Freeman και του Dag Erik Asbjornsen–, και όταν γράφονταν στα περιοδικά της εποχής (και στα ελληνικά) άρθρα επί άρθρων. Ο Παναγιώτης Σταθόπουλος γράφει, εδώ, ένα βασικό κείμενο, με τα ιστορικά στοιχεία της σκηνής, και από ’κει και πέρα παραθέτει και την ανάλογη δισκογραφία. Εντάξει, μερικά άλμπουμ μπορεί να μην και τόσο krautrock ή και καθόλου, αλλά... no problem. Εξαρτάται πώς το βλέπει ο καθένας.
Πέραν του
kraut, τώρα, υπάρχουν κείμενα, σύντομα και απλά, για τελείως διαφορετικούς καλλιτέχνες ή συγκροτήματα (από Protomartyr και Fiona Apple, μέχρι Ιάννη Ξενάκη και Pharoah Sanders), κάτι που δείχνει την αισθητική πανσπερμία τού LUNG και των συντακτών του.
Μια καλή προσπάθεια, με ψυχή, που αξίζει να συνεχιστεί.
Επαφή: www.lungfanzine.gr

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΖΟΥΒΑΡΑΣ οι «Πλειάδες» είναι ένας δίσκος που αξίζει να προσεχθεί

Άγνωστος προς εμάς καλλιτέχνης, αγνώστου ιστορίας και προϊστορίας, ο Δημήτρης Ντζουβάρας, τραγουδοποιός, πιανίστας και τραγουδιστής, έδωσε πρόπερσι τις «Πλειάδες» [Ιδιωτική Έκδοση, 2019], ένα άλμπουμ που εντάσσεται άνετα σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε... σύγχρονο (ελληνικό) ηλεκτρικό τραγούδι.
Βασικά, οι «Πλειάδες» ανακαλούν στη μνήμη μας τραγουδοποιούς τύπου Αλκίνοου Ιωαννίδη, Μίλτου Πασχαλίδη και τα συναφή (ονόματα). Με μία διαφορά, πολύ βασική. Το εν λόγω CD στέκεται καλύτερα, και υψηλότερα, από τα περισσότερα άλμπουμ εκείνης της «γενιάς». Το ότι η φωνή του Ντζουβάρα είναι για μένα ωραιότερη από του Ιωαννίδη π.χ. είναι κάτι το προσωπικό, μία προσωπική άποψη (μου αρέσει καλύτερα εννοώ η φωνή του), και επ’ αυτού δεν θα επιμείνω, αλλά το γεγονός πως ο Ντζουβάρας κατορθώνει να στριμώξει δώδεκα τραγούδια σ’ ένα CD, που να είναι όλα από καλά έως πολύ καλά και πάνω το θεωρώ κατόρθωμα. Θα το θεωρούσα και το 1997 και το 2001, πόσω μάλλον τώρα, όταν... όλα έχουν ειπωθεί.
Φυσικά, ο Ντζουβάρας έτυχε νε εμφανισθεί σε κακή εποχή για τέτοιου είδους ακούσματα, μα και γενικότερα. Αν έβγαζε, θέλουμε να πούμε, τις «Πλειάδες» του πριν από 20-25 χρόνια πολλοί θα παραληρούσαν με την πάρτη του, όπως παραληρούν με τους ανάλογους συναδέλφους του, τώρα όμως, συγκριτικώς, θα τον πάρουν ελάχιστοι χαμπάρι...
Πάντως, δεν είναι όλα τα τραγούδια δικά του στις «Πλειάδες». Σε όλα τραγουδάει (καλό αυτό), στα περισσότερα συνθέτει, και σε κάποια έχει γράψει στίχους, αλλά στίχους γράφει και ο Χρήστος Μπόσμος (κυρίως) και η Λαμπρινή Λάμπρου, ενώ υπάρχει κι ένα τραγούδι σε μουσική τής Λάμπρου. Παρά ταύτα, πάρα το γεγονός πως δεν έχουμε ένα στενό και απόλυτο τραγουδοποιητικό άλμπουμ «τού ενός», η προσωπικότητα τού Ντζουβάρα εξέχει.
Είναι ολοφάνερη εννοούμε η πρωτοβουλία των κινήσεων εδώ, που περιλαμβάνει όλα τα προηγούμενα που αναφέρθηκαν, συν κάτι ακόμη. Τα τραγούδια διακρίνονται, ξεχωρίζουν, και για τις ενορχηστρώσεις τους. Αρκετά τα όργανα: τρομπέτα, μπουζούκι, βιολί, πιάνο, ηλεκτρική κιθάρα, ακουστική, τρίχορδο και μπάσο-ντραμς φυσικά. Αληθινά ντραμς και όχι ετοιματζίδικα.
Πλούσιες λοιπόν οι ενορχηστρώσεις, που έχουν το προσόν να ακούγονται πλουσιότερες (κατά την διάρκεια της ακρόασης). Συμβαίνει αυτό, γιατί τα τραγούδια έχουν μιαν ορμή, που σε συνεπαίρνει. Και αυτό δεν είναι άμοιρο του ρυθμικού τμήματος πρώτα-πρώτα, και όλων των υπολοίπων κατόπιν.
Όχι «κοιμήσικα» άσματα λοιπόν εδώ, αλλά μέσες-άκρες τραγουδάρες (για τα όρια και τα δεδομένα του χώρου, που κινείται ο Ντζουβάρας), που αξίζουν να τα ανακαλύψουν οι fans του εντεχνο-ροκ πρώτα-πρώτα.
Επαφή: www.youtube.com/channel/UCbtolI_g4H4i-sB2wI5Umqw

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

WADADA LEO SMITH 80 χρόνια – δύο μνημειώδεις εκδόσεις στην φινλανδική TUM Records Oy

Ο τρομπετίστας, συνθέτης και αυτοσχεδιαστής Wadada Leo Smith, ιστορική φιγούρα τού AACM του Σικάγου (Association for the Advancement of Creative Musicians) και με άπειρες παραστάσεις, συνεργασίες και ηχογραφήσεις προς κάθε κατεύθυνση τής jazz-avant και improv-jazz, συμπληρώνει στις 18 Δεκεμβρίου τρέχοντος έτους τα 80 χρόνια του.
Μέσα στο 2021, η φινλανδική εταιρεία TUM Records Oy του Petri Haussila, με την οποίαν ο Wadada Leo Smith συνεργάζεται στενά τα τελευταία χρόνια (για τα περισσότερα από αυτά τα άλμπουμ υπάρχουν reviews στο δισκορυχείον), ετοιμάζει μία σειρά εκδόσεων, προκειμένου να τιμήσει τα γενέθλια τού κορυφαίου τρομπετίστα, κάνοντας αρχή με δύο «κουτιά», τα οποία ήδη κυκλοφορούν. Γι’ αυτές τις εκδόσεις θα γράψουμε στη συνέχεια...
Ίσως δεν χρειάζεται να ξαναπούμε πως ο Wadada Leo Smith έχει επισκεφθεί πολλές φορές τη χώρα μας για συναυλίες (είχε πρωτοπαίξει στο Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου, τον Νοέμβριο του 1979, μαζί με τους Peter Kowald και Günter Sommer, ενώ έχει εμφανισθεί και στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, τον Νοέμβριο του 2014), έχει τυπωθεί και βιβλίο του στα ελληνικά, το Σημειώσεις για τη Φύση της Μουσικής [Περιοδικό Τζαζ/ Νεφέλη, Αθήνα 1982] και γενικώς είναι πολύ αγαπητός στο παλαιότερο κοινό της jazz, στην Ελλάδα, μα και σε νεότερους νομίζουμε...
WADADA LEO SMITH: Trumpet [TUM Records Oy TUM BOX 002, 2021]
Το άλμπουμ “Trumpet” είναι ένα «κουτί» τριών CD, με σόλο ηχογραφήσεις τού Wadada Leo Smith (σόλο για τρομπέτα εννοείται), τα οποία έχουν τίτλους “Trumpet – Disc 1”, “Trumpet – Disc 2” και “Trumpet – Disc 3”. Οι ηχογραφήσεις αυτές έλαβαν χώρα στην St. Marys Church, στην πόλη Pohja της νότιας Φινλανδίας, στο διάστημα 26-29 Ιουλίου 2016 και περικλείονται σ’ ένα άψογα σχεδιασμένο box-set, που περιέχει και 44σέλιδο έγχρωμο booklet, με πλήθος φωτογραφιών, πληροφοριών και στοιχείων.
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως η TUM έχει δώσει μερικά από τα ωραιότερα άλμπουμ τού αμερικανού μουσικού, την τελευταία δεκαετία – πράγμα που σημαίνει ότι ο Wadada Leo Smith τα έχει βρει, όπως λέμε, με τον Petri Haussila, εμπιστεύεται τις δουλειές και τις παραγωγές του (και σωστά πράττει), καθώς τα φιλανδικά άλμπουμ είναι πάντα έξτρα περιποιημένα, από πάσης πλευράς, απευθυνόμενα στους fans πρώτα-πρώτα, και από ’κει πέρα σε όποιους άλλους.
Δεν είναι τούτη η πρώτη φορά, φυσικά, όπου ο Smith προβαίνει σε σόλο εγγραφές – καθώς σόλο πρότζεκτ αναπτύσσει από το 1971 ήδη (θυμόμαστε το “Creative MusicI” στην Kabell). Παρότι λοιπόν υπάρχουν διάφορα σόλο LP και CD του (ακόμη και στην ECM, το “Kulture Jazz” από το 1993), υπάρχουν ελάχιστα, στα οποία ο Smith χειρίζεται μόνον τρομπέτα και όχι και άλλα πνευστά (φλούγκελχορν π.χ.) ή κρουστά. Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε το “Solo: Reflections and Meditations on Monk”, επίσης στην TUM, από το 2017. Άρα λοιπόν, εδώ, και από πλευράς όγκου, έχουμε κάτι το μοναδικό, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί σε τέτοιαν έκταση, σε κάθε περίπτωση, άρα και κάτι που θα πάρει μιαν ιδιαίτερη θέση, στην ούτως ή άλλως μεγάλη δισκογραφία τού αυτοσχεδιαστή και συνθέτη.
Μπαίνοντας στα της ηχογράφησης το πρώτο που αξίζει να σημειώσουμε είναι η απόδοσή της, το ηχογραφημένο αποτέλεσμα δηλαδή, που δεν είναι άμοιρο του χώρου, από το οποίον προήλθε. Λέμε για μια πέτρινη εκκλησία που χτίστηκε μεταξύ των ετών 1460 και 1480, λειτουργώντας με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε και πριν από αιώνες, για την τοπική κοινωνία-ενορία. Αυτός ο χώρος αποδεικνύεται ιδανικός για τον Wadada Leo Smith, ο οποίος στέκεται μόνος του, με τον τεχνικό εξοπλισμό του, στο κέντρο του ναού, μπροστά από το «ιερό», αφήνοντας τα φυσήματά του να πλημμυρίσουν το περιβάλλον. Η ακουστική τής εκκλησίας είναι πολύ καλή εννοούμε, ακούς το βάθος της, αλλά και μιαν ιδιαίτερη «αύρα», ένα «μεταίσθημα» στο τέλος κάθε φράσης, που κοντολογίς, κάνουν την εγγραφή να ακούγεται μοναδική.
Το ρεπερτόριο ανήκει φυσικά στον Wadada Leo Smith και στα τρία CD, με τους τίτλους των tracks να λειτουργούν υπό μίαν έννοια και κάπως προγραμματικά, προσδιορίζοντας και τις αναφορές του Smith – που δεν είναι μόνον μουσικές εννοείται.
Στο πρώτο από τα τρία CD, συνολικής διάρκειας σχεδόν 50 λεπτών, υπάρχουν tracks με τους τίτλους “Albert Ayler”, “Rashomon” (πενταμερής σύνθεση), “Howard and Miles”, “Metallic rainbow (For Steve McCall)” και “SaunaA Healthy Journey (For Petri)”. Ο Smith είναι ένας άνθρωπος πνευματικός, ένας ενεργός μουσουλμάνος. Αναγνωρίζει στον Albert Ayler, στις συνθέσεις του, τις οποίες αποκαλεί «ηχητικές λιτανείες» μια πρωτοκαθεδρία, μέσα στην Sufi παράδοση, σε σχέση με την jazz, και γι’ αυτό τον τιμά αναλόγως. Στο “Rashomon” ο Smith συνθέτει ένα μετα-σάουντρακ πάνω στην φημισμένη ταινία τού Akira Kurosawa, εμπνεόμενος από ’κείνην, από τους εσωτερικούς ρυθμούς της, και την σχέση της με το χρόνο. Η τρομπέτα «στραγγαλίζεται», «βραχνιάζει», «κακαρίζει», υιοθετώντας ποικίλες μεταμορφώσεις, και μέσα από τεχνικές multiphonics, προκειμένου να αποδώσει τις ποικίλες διαστάσεις τού φιλμ. Το “Howard and Miles” αναφέρεται στους μεγάλους τρομπετίστες Howard McGhee και Miles Davis, λειτουργώντας ως φόρος τιμής, με το “Metallic rainbow (For Steve McCall)” να σχετίζεται με τον σημαίνοντα ντράμερ Steve McCall, έναν από τους ιδρυτές τού AACM, με τον οποίον ο Smith συνεργαζόταν από τα sixties. Το κομμάτι, που λειτουργεί και σαν λαμέντο, ιδίως όταν ο Smith παίζει με plunger (σουρντίνα), έχει μεγάλη διάρκεια (ξεπερνά τα 10 λεπτά) και είναι απ’ αυτά που εντυπωσιάζουν. Το πρώτο CD θα κλείσει με το “SaunaA Healthy Journey (For Petri)”, ένα κομμάτι-ύμνο για την sauna, και δη μια sauna στην Φινλανδία, την οποίαν συνέστησε ο Petri στον Smith, έναν τόπο χοντρικώς που ξεκουράζει και ανανεώνει, υποβοηθώντας με τον τρόπο στην επιδιωκόμενη πνευματικότητα.
Το δεύτερο CD ανοίγει με το “Malik al-Shabazz and the People of the Shahada”, ένα κομμάτι που είναι αφιερωμένο στον Malcolm X (Malik al-Shabazz). Είναι αργό, βαρύ κάπως θλιμμένο, με προφανή πνευματικότητα. Το 5μερές “The great litany - A reflective memory of al-Shadhili”, αναφέρεται στον «άγιο» του σουφισμού Shaykh Abu al Hasan al-Shadhili από τον 13ον αιώνα. Το meditation πνεύμα είναι το βασικό χαρακτηριστικό της σύνθεσης, που εξελίσσεται συναρπαστικά. Στο “Leroy Jenkins violin expressions” ο Wadada Leo Smith ανακαλεί τις συνεργασίες του με τον διακεκριμένο βιολιστή Leroy Jenkins, που αποτυπώθηκαν σε δίσκους της Delmark και της Freedom (με την συμμετοχή και του Anthony Braxton) στα sixties και τα seventies. Το πνεύμα τής avant-jazz κυριαρχεί. Στο 8λεπτο “James BaldwinNo name in the street; waro πρώιμος ακτιβισμός τού μαύρου συγγραφέα, ποιητή κ.λπ. James Baldwin, οδηγεί τον Smith σ’ έναν δυναμικό αυτοσχεδιασμό, με διαδοχικές περιδινήσεις γύρω από κάποια μικρά μελωδικά μοτίβα. ToTrumpetDisc 2” θα ολοκληρωθεί με το “Amina Claudine Myers”, ένα track γραμμένο για μια γυναικεία παρουσία, μέσα στον ανδροκρατούμενο AACM, την πιανίστρια, οργανίστρια, συνθέτρια κ.λπ. Amina Claudine Myers, με την οποίαν ο Smith είχε βρεθεί και σε πάλκο και σε δισκογραφία. Το κλείσιμο μοιάζει με το άνοιγμα αυτού του CD, του Disc 2, καθώς πρόκειται για μία αργή κατά βάση σύνθεση, με ξαφνικές και άψογα ενσωματωμένες στιγμές έντασης, στο γενικότερο spiritual πλάνο.
Το “Trumpet – Disc 3” ξεκινά με το “Sonic night – Night colors (For Reggie Workman)”. Δεν είμαστε σίγουροι αν ο Wadada Leo Smith έχει συνεργαστεί, στην δισκογραφία, με τον κορυφαίο μπασίστα Reggie Workman. Πάντως στη σκηνή έχουν βρεθεί (στο YouTube, για παράδειγμα, υπάρχει ανεβασμένο ένα πολύ καλό live, από το 2015, με Wadada Leo Smith τρομπέτα, Vijay Iyer πιάνο, Reggie Workman μπάσο, Nitin Mitta τάμπλα και Patricia Brennan βιμπράφωνο). Στο εν λόγω track ο αμερικανός τρομπετίστας δίνει μία γλαφυρή σύνθεση, με πολύ ωραία «χαμηλά» περάσματα, που κερδίζει εύκολα τις εντυπώσεις. Ακολουθεί το 4μερές “Discourses on the Sufi Path – A remembrance of Dr. Javad Nurbakhsh”. O Wadada Leo Smith είναι αφοσιωμένος μελετητής του σουφισμού και ο Dr. Javad Nurbakhsh (1926-2008) υπήρξε ένας από τους δασκάλους του, τουλάχιστον εμμέσως, δια των βιβλίων του, τα οποία ο Smith μελετά από το 1998 (όπως λέει ο ίδιος). Βιβλίο είναι και το Discourses on the Sufi Path, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, όπως βλέπουμε στην Amazon, το 1996. Πνευματικές ασκήσεις, που σχετίζονται και με τις διαδικασίες της αναπνοής, φαίνεται πως αναπαράγει, εδώ, ο Smith, μέσω των παιξιμάτων του. Στο επίσης 4μερές “FamilyA contemplation of love”, που αποτελεί μιαν ακόμη «σουίτα» τού “Trumpet”, ο Smith περιστρέφεται γύρω από την Αγάπη (την ανιδιοτελή αγάπη), την Φιλία (τις σχέσεις των ανθρώπων), τον Έρωτα (την δύναμη της αγάπης και ξανά την Αγάπη (που είναι η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο), τα στοιχεία δηλαδή που μπορούν να ενώσουν τα μέλη μιας οικογένειας, μιας ομάδας ή μιας κοινωνίας. Εδώ ο ήχος είναι βαθύς, εσωτερικός, συναισθηματικός, με τις μελωδίες να ακούγονται καθαρές, μέσα σ’ ένα κλίμα ηρεμίας και αφοσίωσης σε συμπαντικά «πιστεύω».
Το box-setTrumpet” θα κλείσει με το φερώνυμο track. Ένα track «μόνο του», εκεί στο τέλος, χωρίς αναφορές σε κάποιον ή σε κάτι, αλλά ίσως και σε όλα τα προηγούμενα, που δεν θα υπήρχαν, αν δεν υπήρχε πρώτα αυτό το μεταλλικό όργανο, με τις συγκεκριμένες τεχνικές δυνατότητες και το πλούσιο ηχο-συναισθηματικό φορτίο βεβαίως, το οποίον «παροχετεύεται» μέσω του εκτελεστή.
Μνημειώδες από την γέννησή του άλμπουμ, που θα πάρει την θέση που του αξίζει (υψηλή φυσικά) στην ιστορία τής improv-jazz.
WADADA LEO SMITH with MILFORD GRAVES and BILL LASWELL: Sacred Ceremonies [TUM Records Oy TUM BOX 003, 2021]
Δεν είμαστε 100% σίγουροι, αν οι Wadada Leo Smith (τρομπέτα), Milford Graves (ντραμς, κρουστά) και Bill Laswell (μπάσο) έχουν εμφανισθεί ξανά, μαζί, και οι τρεις, στην δισκογραφία. Σίγουρα υπάρχουν εγγραφές με Wadada Leo Smith / Bill Laswell (το άλμπουμ “The Stone” στην M.O.D. Technologies, το 2014), σίγουρα υπάρχουν εγγραφές με Milford Graves / Bill Laswell (το άλμπουμ “Space / Time, Redemption” στην TUM, το 2014, για το οποίον υπάρχει και review στο δισκορυχείον), αλλά να εμφανίζονται και οι τρεις κορυφαίοι αυτοί μουσικοί, μαζί, σ’ έναν δίσκο δεν νομίζουμε πως έχει ξανασυμβεί. Συμβαίνει όμως εδώ, στο τρίτο CD τού τριπλού box-setSacred Ceremonies”, που έρχεται, και αυτό, να προϋπαντήσει τα 80ά γενέθλια τού αμερικανού τρομπετίστα. Για να δούμε, όμως, πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα...
Όλες οι εγγραφές που ακούγονται στο “Sacred Ceremonies” προέρχονται από τρία διαφορετικά sessions, που έλαβαν χώρα στα Orange Music Sound Studios, στο West Orange του New Jersey, στις 27 Μαΐου 2016 (CD 1: Wadada Leo Smith & Milford Graves), στις 26 Μαΐου 2016 (CD 2: Wadada Leo Smith & Bill Laswell) και στις 11-12 Δεκεμβρίου 2015 (CD 3: Wadada Leo Smith, Bill Laswell & Milford Graves). Οι εγγραφές που έχουν διάρκεια σχεδόν τρεις ώρες(!), συγκεντρώνονται στο παρόν «κουτί» και καταγράφονται με την μέγιστη δυνατή προσοχή και επιμέλεια (μαζί και το 56 σελίδων αναλυτικότατο booklet), συναποτελώντας μιαν έκδοση που, οπωσδήποτε, θα γράψει ιστορία.
Πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε για κάθε ένα από τα τρία CD ξεχωριστά, να σημειώσουμε πως το “Sacred Ceremonies” είναι αφιερωμένο στην μνήμη τού ντράμερ Milford Graves, που έφυγε από τη ζωή τον προηγούμενο Φεβρουάριο στα 79 χρόνια του, και πως έρχεται να καλύψει τις διασυνδέσεις τούτων των τριών εκπληκτικών μουσικών μ’ έναν πλήρη, μ’ έναν απόλυτο τρόπο.
Το πρώτο CD, το “DISC 1: Wadada Leo Smith & Milford Graves” περιλαμβάνει πέντε tracks. Ας τα δούμε αναλυτικότερα...
Ξεκίνημα με το σχεδόν 22λεπτο τριμερές “Nyoto”, σύνθεση του Wadada Leo Smith. Τρομπέτα και ντραμς-κρουστά λοιπόν, σε μια σουίτα, που ακούγεται τελείως συναρπαστική για πολλούς και διαφόρους λόγους, αλλά βασικά για το ρυθμικό κομμάτι που χτίζει ο Graves. Είναι απίστευτο πώς ένας άνθρωπος, χωρίς την βοήθεια της τεχνολογίας, κατορθώνει να ακούγεται σαν ένα πλήρες ρυθμικό τμήμα, προβάλλοντας απίστευτες μπάσες γραμμές και διανθίζοντας συνεχώς, με χτυπήματα σε μικροκρουστά, τα οποία συμβάλλουν τα μάλα προς μιαν ανεπανάληπτη πολυρυθμία. Πραγματικά, αυτά που ακούς στο ξεκίνημα τού άλμπουμ από τον Milford Graves δεν τα ακούς εύκολα σήμερα από ντράμερ, οποιασδήποτε σχολής. Ας μην ξεχνάμε πως ο άνθρωπος πρωτοστατούσε στο only percussion άκουσμα από τα μέσα του ’60 ήδη (ένα τέτοιο άλμπουμ ήταν το Percussion Ensemble στην ESP Disk το 1965) και πως είχε ανάγει σε επιστήμη την «κρουστή» παρουσία του στις σκηνές και τις ηχογραφήσεις. Εδώ είναι απολαυστικός, συνολικά, και όχι μόνο στα σόλο μέρη του (στην αρχή του β μέρους π.χ.), με τον Wadada Leo Smith να στέκεται δίπλα του αγέρωχα, πλουτίζοντας το άκουσμα με συνεχή, βαθιά φυσήματα (και με σουρντίνα) σ’ ένα πλαίσιο μελωδικού new thing, που ακούγεται μονοκοπανιά. Καταπληκτική εισαγωγή! Ακολουθεί το 14λεπτο “Baby Dodds in Congo Square”, που αναφέρεται φυσικά στον θρυλικό ντράμερ Baby Dodds (1898-1959) και που έχει διαβολεμένο tempo, με συνεχή breaks από τον Smith και με ολιστικό, πάντα, παίξιμο από τον Graves. Καθαρή afro-jazz φάση, με όρους sixties-seventies, που θα συναρπάσει όσους την ψάχνουν στα επισκιασμένα άλμπουμ, των μικρών εταιρειών εκείνης της εποχής. Στο “Celebration rhythms” το ντούο των Smith / Graves εξερευνά δυσπρόσιτες free περιοχές, με την βεβαιότητα των πιονιέρων, με το “Poetic sonics” (μια σύνθεση και των δύο) να ακούγεται περισσότερο υπαινικτικό και λυρικό. Το πρώτο CD θα ολοκληρωθεί με το “The Poet: Play ebony, play ivory (For Henry Dumas)”, αφιερωμένο στον αφροαμερικανό συγγραφέα και ποιητή Henry Dumas (1934-1968), που στην σύντομη ζωή του υπήρξε στενά δεμένος και με την jazz, καθώς είχε βρεθεί δίπλα στον Sun Ra. Το track αυτό είναι θρηνητικό, κλείνοντας μ’ έναν πιο πνευματικό τρόπο, ένα καταπληκτικό, γενικώς, DISC 1.
Στο “Sacred Ceremonies – DISC 2” συνυπάρχουν οι Wadada Leo Smith και Bill Laswell. Το ύφος οπωσδήποτε αλλάζει. Ο Laswell προσφέρει άλλο background ως συνοδοιπόρος – συν-συνθέτει εξάλλου στα τρία από τα επτά tracks του CD. Στο εισαγωγικό “Ascending the sacred waterfallA ceremonial practice” (σύνθεση του Smith) το πνευματικό στοιχείο κυριαρχεί. Το κομμάτι είναι αργό και βαθύ, με την τρομπέτα να δημιουργεί βαριά συναισθηματικά φορτία, και με το μπάσο να δοκιμάζει πίσω και παράλληλα, συνεχώς, ποικίλα ρυθμικά πλαίσια. Στο “PrinceThe blue diamond spirit” ο Laswell είναι εντυπωσιακός, δημιουργώντας επάλληλα στρώματα, πάνω στα οποία ο Smith φυσά με δύναμη και πάντα με συναίσθημα. Ακολουθεί το “Donald Aylers rainbow summit”, που είναι αφιερωμένο στον Donald Ayler (1942-2007) τρομπετίστα της jazz και αδελφό του Albert Ayler. Εδώ τα πεντάλια τού Laswell είναι ακόμη πιο ενεργά, με τον δικό του ήχο να είναι πιο πλούσιος, δημιουργώντας ένα παράξενο χαλί, με τον Smith να φυσά διακριτικά θα λέγαμε, πάνω σ’ αυτό το ιδιαίτερο υπόστρωμα. “Tony Williams” αποκαλείται το επόμενο θέμα, αναφορά φυσικά στον μεγάλο ντράμερ της jazz και του fusion Tony Williams (1945-1997). Η μπασογραμμή του Laswell είναι φανερά rock εδώ, με τον Smith να κεντράρει ωραία επάνω της, φυσώντας με απόλυτη αίσθηση τού ρυθμικού υποστρώματος. Πολύ ωραίο track! Ακολουθεί το “Mysterious night”, ένα σχεδόν 8λεπτο κομμάτι (σύνθεση και των δύο), που είναι αργό στην εξέλιξή του, με πολλή δουλειά από τον Laswell σ’ ένα πίσω επίπεδο, και με τον Smith μπροστά να παίζει ένα αργό, σχεδόν αισθησιακό blues. Θα μπορούσε να θεωρηθεί και κάπως σαν «εισαγωγή», το προηγούμενο track, στο “Earth - A morning song”, που είναι πιο έντονο, με την τρομπέτα να παίζει πότε σε υψηλές και πότε σε χαμηλές ταχύτητες, αλλά με δυναμικά, πάντοτε, φυσήματα. Το DISC 2 θα ολοκληρωθεί με το “Minnie RipertonThe Chicago bronzeville master blaster”, ένας φόρος τιμής στην τραγουδίστρια-τραγουδοποιό της soul, της jazz και του rhythm nblues Minnie Riperton (1947-1979), με την απίστευτη σοπράνο φωνή. Πώς μπορεί ένα 13λεπτο κομμάτι, σύνθεση δύο κορυφαίων ούτως ή άλλως συνθετών, αυτοσχεδιαστών και οργανοπαικτών να προσεγγίσει το φαινόμενο Minnie Riperton; Μέσα από ένα βαθύ, κατασταλαγμένο μινόρε, το οποίο επιβάλλεται και μέσω της διάρκειάς του.
Το “Sacred Ceremonies” θα ολοκληρωθεί με το DISC 3, που καταγράφει την... ιστορική συνάντηση των Wadada Leo Smith, Bill Laswell και Milford Graves, από τον Δεκέμβριο του 2015. Εδώ, όπως αντιλαμβάνεστε, τα δεδομένα αλλάζουν κατά πολύ, καθώς ένα πλήρες σχήμα, ένα τρίο, έρχεται να πάρει την θέση των duos. Εισαγωγή με το “Social justiceA fire for reimagining the world”, ένα κομμάτι που από το ξεκίνημά του «σε στέλνει». Το rhythm section των rhythm sections έχουμε εδώ, με τους Laswell και Graves να παίζουν συμπαγώς δεμένοι (ανά διαστήματα ακούγονται οι δυο τους μόνον, και τότε αντιλαμβάνεσαι το τι σημαίνει ν’ ακούς, μαζί, μουσικούς τέτοιας υψηλότατης κλάσης), με τον Smith να επεμβαίνει με έξοχα γεμίσματα, σ’ ένα track που διαθέτει μιαν απολαυστική ψυχεδελική αύρα. Συνέχεια με το “Myths of civilizations and revolutions”, που ακούγεται στην ίδια ροή. Το μοτίβο δεν αλλάζει πολύ εννοούμε. Το ρυθμικό τμήμα εμφανίζεται με γδούπο, με τον Laswell να παίζει απίστευτα γρήγορα, τον Graves να γεμίζει συνεχώς (χρησιμοποιώντας πολύ και τα πιατίνια) και με την τρομπέτα να παρεμβαίνει με διαπεραστικό τρόπο, σε μια σύνθεση (και των τριών) ιδιαίτερης έντασης. Στο 10λεπτο “Truth in expansion” (επίσης σύνθεση και των τριών) έχουμε μιαν ήπια εισαγωγή, περασμένη στο μπάσο, για να ακολουθήσει, μετά το δίλεπτο, ένας ρυθμικός καταιγισμός, ένα free-funk, με τα εφφέ στο μπάσο να κυριαρχούν, τα κρουστά να βρίσκονται σε συνεχή κίνηση και με την τρομπέτα να πλάθει τη μελωδία, ενταγμένη σ’ ένα «υπερκόσμιο» σκηνικό. Άπιαστο track. Το “The healers direct energy” (κοινή σύνθεση, 11λεπτης διάρκειας) είναι ένα ακόμη «ταξιδευτικό» κομμάτι, ιδιαίτερης «εσωτερικής» έντασης, με τρομπετικά ξεσπάσματα και απίστευτη, όπως πάντα εδώ, θα πούμε, ρυθμική δουλειά. Απλώς εντυπωσιακό. Οι τρεις τελευταίες συνθέσεις τού DISC 3, και άρα και του «κουτιού», ανήκουν στον Wadada Leo Smith. Το “Waves of elevated horizontal forces” είναι ένα ακόμη θεσπέσιο track, με την τρομπέτα να απλώνεται νωχελικά πάνω από τα ρυθμικά patterns καθ’ όλη την διάρκεια της σύνθεσης, η οποία, από κάτω, «βράζει». Deep-funk πνευματικότητα. Η σόλο-τρομπέτα εισαγωγή στο “An epic journey inside the center of color”, που λειτουργεί κάπως σαν ταξίμι, δίνει την θέση της σε μιαν... ακόμη πιο τέλεια τριπλή συνεργασία, στηριγμένη στην, σε πρώτο πλάνο, μελωδική απεικόνιση, με την ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός ογκολιθικού background. Το κλείσιμο με το “Ruby red largoA sonnet”, που αγγίζει και αυτό τα 11λεπτά (όπως ακόμη 2-3 tracks του DISC 3) είναι ένα βραδυφλεγές track, που θα μπορούσε να ενδιαφέρει από ακραιφνείς φιλοτζαζικούς (με έφεση στην avant-jazz βεβαίως), μέχρι ψαγμένους avant-προγκρεσιβάδες.
Ένα «κουτί», που, το ξαναλέμε, θα γράψει ιστορία.
Επαφή: www.tumrecords.com