Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spoken word. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα spoken word. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

οι νέοι δίσκοι των Π.Ι.Ε.Β., ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΙΣΣΥΣ ΔΟΥΤΣΙΟΥ, ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ και NOTOWNS – μοιάζουν με οδηγίες πλοήγησης μέσα στο κατακερματισμένο αστικό τοπίο

Το σύγχρονο αστικό τραγούδι μπορεί να ενδύεται ποικίλα ηχοχρώματα (ποπ, ροκ, φολκ, electro, hip hop ή ό,τι άλλο), έχοντας όμως σε μια προτεραιότητα και τον στίχο. Οι δίσκοι, που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια κινούνται άλλοτε σε σκληρά, και κάποιες φορές οργισμένα στιχουργικά-ποιητικά περιβάλλοντα, και άλλοτε σε πιο προσωπικά και μοναχικά, δημιουργώντας ένα πλήρες πλαίσιο αποτύπωσης της αστικής καθημερινότητας.
Π
.Ι.Ε.Β. Χ VIKTORAS: Detroit [Inner Ear, 2025]
Δεν ξέρω αν η Αθήνα μοιάζει με το βιομηχανικό κουφάρι που αποκαλείται Detroit, πάντως το άλμπουμ τού ποιητή-στιχογράφου Π.Ι.Ε.Β. (Παναγιώτης Ι.Ε. Βασιλείου) μιλάει για τα δικά μας... πτώματα, και όχι για τα ξένα. Και γι’ αυτό ο λόγος του είναι 99% ελληνικός – αφού δεν γίνεται να μιλάς γι’ όσα ζεις ή δεν ζεις, στο δοξασμένο άστυ, με την ψευδαίσθηση ότι αναφέρεσαι σε κάτι άλλο.
Ο Π.Ι.Ε.Β. με το δικό του σπηκάρισμα μιλάει βασικά για τους σημερινούς 35άρηδες-40άρηδες, που δεν είναι ούτε νέοι, ούτε γέροι, που δεν ξέρουν αν πρέπει να νοσταλγούν ή να θυμούνται, που δεν νοιώθουν ούτε επιτυχημένοι ούτε απόκληροι, που αναρωτιούνται, συνεχώς, δίχως να ξέρουν τις απαντήσεις, που περιγράφουν τα προβλήματα χωρίς να βρίσκουν λύσεις. Όλα αυτά δημιουργούν ένα κλίμα στο “Detroit”, δύσβατο, δυσοίωνο, σκληρό, μηχανιστικό, άνυδρο και εν τέλει απάνθρωπο, που μετριάζεται, όμως, από τη θετική μουσική νότα και τις αποφασιστικές ερμηνείες.
Ενώ οι στίχοι, λοιπόν, από τη μια μεριά συλλαμβάνουν το κλίμα της δύσθυμης αθηναϊκής καθημερινότητας, από την άλλη υπάρχει το μέλος, αυτό το μπιτάτο synth-punk –άλλοτε, τις περισσότερες φορές, είναι κυρίως synth, και άλλοτε, τις λιγότερες, είναι κυρίως punk–, που διευθετεί ο Viktoras, και το οποίο ανατρέπει, με την ορμή, τη δυναμική και τα πιασάρικα ρεφρέν του, τις χαμηλές και ζοφερές πτήσεις του λόγου. Από κοντά, δε, έρχονται και οι ερμηνείες (ο Π.Ι.Ε.Β., μαζί με διάφορες «βοήθειες»), που επίσης δημιουργούν ένα αναπτερωτικό κλίμα, τονώνοντας έτι περισσότερο το μπιτ, και δίνοντάς του μια άμεση διέξοδο.
Υπάρχουν πολλά κομμάτια που μου άρεσαν εδώ [τα “SAEIO (RIP)”, «Μουντή Κυριακή», «Τι νύχτα κι αυτή» είναι τρία απ’ αυτά], αν και όλος ο δίσκος διατηρεί μια πορεία, χωρίς κενά, δίχως κάμψεις και κοιλάδες. Το πλήθος των ονομάτων που παρεμβαίνουν στα διάφορα tracks (Pan Pan, Μάκης Παπασημακόπουλος, TURBOFLOW3000, Α. Επίθετη, Βίνα Σ., MFS, VASSIŁINA, Kalliopi Mitropoulou, Libys, Inloss, Sumo, K. Rista, King Panda) συμβάλλουν, οπωσδήποτε, στο τελικό κλίμα, με τη μίξη και το mastering (Ηρακλής Βλαχάκης) και την παραγωγή (The Bad Poetry Social Club) να πριμοδοτούν, περαιτέρω, αυτή την βεβαιότητα του άμεσου, που κυριαρχεί στο “Detroit”, και που σε συμπαρασύρει, απ’ όλες τις πάντες, καθ’ όλη την εξέλιξή του.
Επαφή: https://piev.bandcamp.com/album/detroit
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-neoi-diskoi-ton-pieb-kalliopis-mitropoyloy-sissys-doytsioy-monokeros-kai-notowns

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ προσβολή δημοσίας αιδούς

Όπως διαβάζουμε στο pen-greece.org:
«Η Σίσσυ Δουτσίου γεννήθηκε  στην Αθήνα το 1980. Είναι ηθοποιός και ποιήτρια. Σπούδασε αστροφυσική στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή Δήλος το 2009. Συνέχισε την εκπαίδευσή της στην υποκριτική με εργαστήρια της Natalie Portman και της Helen Mirren. Τα μεταπτυχιακά εργαστήρια με τους David Lynch, Martin Scorsese και Spike Lee καλλιέργησαν περαιτέρω τη δημιουργικότητα της. Είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών και επιμελήτρια του ετήσιου Διεθνούς Φεστιβάλ Βίντεο Ποίησης στην Αθήνα. Πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις: “Μεταμόρφωση” Φ. Κάφκα, “Οι Δούλες” Ζ.Ζενέ, “Πεθαίνω Σαν Χώρα” Δ. Δημητριάδη, “Ψύχωση 4.48 Psychosis” Sarah Kane, “Νύχτα!- Yard Gal” R. Prichard κ.ά. Περιόδευσε με θεατρικά έργα, αναγνώσεις ποίησης, performances και διαλέξεις στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ασία. Έχει εμφανιστεί μεταξύ άλλων στην City Judson Memorial Church (Νέα Υόρκη), στο London School of Economics and Political Sciences και στην 1η Μπιενάλε Destroy Athens. Έχει συνεργαστεί με πολλά θέατρα και οργανισμούς όπως η αμερικανική εταιρεία Living Theatre και το Institute for Experimental Theatre στην Καλκούτα. Σημαντικές συναντήσεις με ανθρώπους όπως ο Suprijo Samjadar (Θέατρο Grotowski), ο ανθρωπολόγος David Graeber, ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο Jeffrey Perkins από την ομάδα τέχνης Fluxus έχουν επηρεάσει το έργο και την καριέρα της».
Από το βιογραφικό της καλλιτέχνιδας Σίσσυς Δουτσίου, που παραθέσαμε πιο πάνω, φαίνεται πως δεν υπάρχει κάποια εμφανής σχέση της με τη μουσική. Παρά ταύτα, τώρα, έχουμε ένα δικό της δίσκο να γυρίζει στο πλατό – το άλμπουμ «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», το οποίο κυκλοφόρησε εσχάτως από την Inner Ear.
Τι κάνει σ’ αυτό τον δίσκο η Δουτσίου; Απαγγέλλει ποιήματά της υπό τη συνοδεία μουσικής. Μουσική που δεν έχει ταιριάξει η ίδια πάνω στον λόγο της, αλλά διάφοροι ηχο-επιτετραμένοι (Dimitris Koufoudakis, Van Fög, Orphx, ROLVND, Blakaut, Biomass). Μουσική electro γενικώς και ειδικώς, που υποτίθεται πως δρα ως χαλί, επί του οποίου έρχονται να ακουμπήσουν οι λέξεις της Δουτσίου.
Κάποιοι αποκαλούν spoken word αυτό που ακούμε στην «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς». Όμως το spoken word, στη βάση του, δεν έχει μουσική, είναι σκέτος ηχογραφημένος λόγος. Τέλος πάντων εδώ έχουμε spoken word μετά μουσικής – η οποία, γενικώς, δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο στις απαγγελίες, κάτι το ευρύτερο και το διαφορετικότερο. Δεν «ξεκλειδώνει» κρυφά νοήματα (που δεν υπάρχουν άλλωστε –η ποίηση της Δουτσίου είναι σαφής), ούτε υπογραμμίζει φράσεις ή λέξεις, που θα έπρεπε κάποιος να τις προσέξει ή να τις σκεφθεί περισσότερο.
Ξεκίνησα, λοιπόν, με το να διαβάσω τα ποιήματα της Δουτσίου, στο innersleeve, και κάπου εκεί ένοιωσα πως τελείωσε η αποστολή μου. Θέλω να πω πως ο λόγος της ποιήτριας είναι καθαρός και κατανοητός, είναι αυτόνομος και αυτοδύναμος, δίχως να απαιτεί «χαλιά» ή άλλα υποβοηθήματα. Η δισκογραφία, τώρα, δεν έρχεται, απλώς, να καταγράψει ηχητικά αυτό τον λόγο, αλλά να του προσθέσει και μουσική. Και τα δύο μού φαίνονται αχρείαστα – αλλά σε κάθε περίπτωση αντιλαμβάνομαι το γιατί, στις μέρες μας, η ποίηση μπορεί να βρίσκει διαφυγή και στη δισκογραφία, προκειμένου να πάει μακρύτερα.
Η ποίηση της Δουτσίου είναι ασυζητητί ενδιαφέρουσα ή και πολύ ενδιαφέρουσα. Μοιάζει προσωπική, βιωμένη, έχει τα χαρακτηριστικά της (αστικής) street poetry, είναι σκληρή, «μαύρη», κολασμένη, οργισμένη και τέλος πάντων δεν συμβαδίζει με το... κάπως χαζοχαρούμενο μότο «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Ο κόσμος, αν είναι να σωθεί, θα πρέπει να ανατραπεί και να ξαναχτιστεί αλλιώς απ’ την αρχή – αυτό υποστηρίζει, κατά μίαν έννοια, η Δουτσίου μέσω της ποίησής της, η οποία (ποίηση) ανάμεσα σε άλλα είναι και σφόδρα πολιτική (δεν θα μπορούσε να συνέβαινε αλλιώς). Όπως διαβάζουμε, και όπως απαγγέλλει η ίδια στα «Ισόβια»:
«Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες / Θα ήθελα να δω τα υπουργεία πυροβολημένα / Θα ήθελα να δω τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες / Θα ήθελα να δω τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων / Θα ήθελα να δω την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου / Θα ήθελα να δω τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα. / Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία / να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων / Θα ήθελα να δω τους λιγόψυχους να γδέρνονται / από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων. / Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.».
Η ελευθεριακή ποίηση της Δουτσίου δεν χρήζει περαιτέρω αποσαφηνίσεων. Επίσης, το ωραίο, ανθοστόλιστο εξώφυλλο δεν θα πρέπει να σας παραπλανήσει.
Επαφή: https://sissydoutsiou.bandcamp.com/album/o

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022

EVGUENI GALPERINE, PIER PAOLO PASOLINI / CHRISTIAN REINER, DUO GAZZANA νέα άλμπουμ των ECM New Series

EVGUENI GALPERINE: Theory of Becoming [ECM New Series, 2022]
Ρώσος συνθέτης, γεννημένος το 1974, αλλά εγκατεστημένος από το 1990 στην Γαλλία, ο Evgueni Galperine κάνει τώρα το ντεμπούτο του στις ECM New Series, μ’ ένα κάπως εντυπωσιακό άλμπουμ.
Εντάξει, στην συγκεκριμένη ετικέτα ο Manfred Eicher «σπρώχνει» το πιο classic, modern classic, avant-garde και experimental υλικό, αλλά το “Theory of Beginning” δεν μπορείς να το κατατάξεις σε κάτι πολύ συγκεκριμένο – απλώς δεν πρόκειται για jazz. Και επειδή δεν πρόκειται για jazz η παρουσία του στις ECM New Series είναι θα λέγαμε επιβεβλημένη.
Το έργο είναι σύνθετο, complex, ενώ περαιώνεται αυτό από τέσσερις μουσικούς, τους Evgueni Galperine ηλεκτρονικά, sampling, Sergei Nakariakov τρομπέτα, Sébastien Hurtaud βιολοντσέλο και Maria Vasyukova φωνή. Βασικά, όμως, εδώ, όλη την δουλειά την κάνει ο Galperine – καθώς οι υπόλοιποι ακούγονται περιστασιακώς (ο τρομπετίστας σε τρία tracks από τα δέκα συνολικώς, ο βιολοντσελίστας σε ένα και η τραγουδίστρια σε ένα).
Το “Theory of Beginning”, όπως είπαμε, δεν μπορείς να το κατατάξεις κάπου εύκολα – και αυτό γιατί διαθέτει και πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία, με πολυποίκιλες στουντιακές επεξεργασίες, και άφθονο sampling και συμβατικά όργανα, και βεβαίως ουκ ολίγες modern classical και avant αναφορές.
Πρόκειται για ένα έργο «σκληρό», συμπαγές», υποβλητικό, δυναμικό, έντονων συναισθηματικών φορτίων, που είναι ικανό να σε παρασύρει σ’ αυτήν την κάπως ιδιότροπη και ιδιαίτερη γοητεία του. Και tracks όπως τα “Oumuamua, space wanderings” και “The wheel has come full circle” (που είναι και τα μεγαλύτερα σε διάρκεια – επτάλεπτο και εξάλεπτο αντιστοίχως) είναι από εκείνα, που μπορούν να κάνουν την διαφορά σε μια πρόταση κάπως «ειδική», αλλά σίγουρα άκρως ενδιαφέρουσα.
PIER PAOLO PASOLINI / CHRISTIAN REINER: Land der Arbeit [ECM New Series, 2022]
Το άλμπουμ αυτό κυκλοφορεί με αφορμή την 100ετία από την γέννηση του μεγάλου ιταλού σκηνοθέτη, ποιητή και δοκιμιογράφου Pier Paolo Pasolini (1922-1975) και αφορά αυστηρώς και μόνον σε γερμανόφωνους ακροατές. Δεν περιέχει δε μουσική, παρά μόνο κείμενα του P.P. Pasolini, στην γερμανική, τα οποία διαβάζει ο (γερμανός) ηθοποιός Christian Reiner.
Τα κείμενα είναι επιλεγμένα από διάφορα βιβλία του σχετίζονται με τον P.P. Pasolini, και που έχουν κυκλοφορήσει (στην γερμανική γλώσσα) μετά τον θάνατό του.
Για παράδειγμα το εισαγωγικό “Land der Arbeit” (Χώρα εργασίας) είναι γραμμένο το 1959 και προέρχεται από το βιβλίο “Pier Paolo PasoliniGramscis Asche” (Πιέρ Πάολο Παζολίνι – Οι Στάχτες του Γκράμσι) του 1986 (το βιβλίο υπάρχει και στην ελληνική γλώσσα).
Ανάμεσα στα οκτώ spoken-word tracks υπάρχει κι ένα με «ήχο». Είναι το #5, που έχει τίτλο “Große Vögel, kleine Vögel” και που αφορά σε ηχητικό από την ταινία του Pier Paolo PasoliniUccellacci e Uccellini” (1966).
Τα κείμενα είναι προφανές πως αφορούν τις ποικίλες όψεις της σκέψης του μεγάλου Ιταλού, προσδίδοντας μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του συγγραφικού και θεωρητικού έργου του.
DUO GAZZANA: Tõnu Kõrvits
/ Robert Schumann / Edvard Grieg [ECM New Series, 2022]
Το Duo Gazzana το αποτελούν οι αδελφές Natascia Gazzana βιολί και Raffaella Gazzana πιάνο. Στο παρόν CD, των ECM New Series, οι ιταλίδες αδελφές μάς παρουσιάζουν σύγχρονο και παλαιότερο «σοβαρό» ρεπερτόριο, ξεκινώντας από το έργο “Stalker Suite” for violin and piano (2017) Homage to Andrei Tarkovsky του εσθονού συνθέτη Tõnu Kõrvits (γενν. 1969), περνώντας από την “Sonata No. 1 in A Minor, op. 105” for violin and piano (1851) του Robert Schumann (1810-1856), επιστρέφοντας στον Tõnu Kõrvits με τις “notturni” for violin and piano (2014) και καταλήγοντας με την “Sonata No. 3 in C minor, op.45” for violin and piano (1887) του Edvard Grieg (1843-1907).
Το «ταξίδι» έχει βαθμιαίο ενδιαφέρον για τους πάντες. Για τους ρέκτες της «κλασικής» και «σύγχρονης κλασικής» μεγάλο και για άλλους τους υπολοίπους αναλόγως των παράπλευρων ενδιαφερόντων τους.

Οι ECM New Series εισάγονται στην Ελλάδα από την ΑΝ Music

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη στην ελληνική μουσική και το τραγούδι – από τις πρώτες απόπειρες του Μάνου Χατζιδάκι και του Γιάννη Σπανού, μέχρι τον Μιχάλη Σιγανίδη, τους Lost Bodies και την Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου

Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) μελοποιείται από πολύ παλαιά. Σχεδόν από τον καιρό της ποιητικής εμφάνισής του, στα ελληνικά γράμματα, μέσω της πρώτης, αναγνωρισμένης από τον ίδιον, συλλογής του «Η Λησμονημένη» [Ίκαρος, 1945].
Ο Μάνος Χατζιδάκις
Ήταν δύο χρόνια αργότερα (1947), όταν ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί μια στροφή, την έκτη, από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη «Έξι στιγμές», την οποία τιτλοφορεί «Ο βαρκάρης των κεραυνών» και ακόμη το ποίημα «Ο βυθός», το οποίο μετονομάζει ως «Ένας ναύτης στο φεγγάρι» ή «Το τραγούδι του ναύτη». Τα δύο αυτά συνθέματα θα αποτελούσαν, πιο μετά, το «έργο 2» του Μάνου Χατζιδάκι «Δύο Ναυτικά Τραγούδια» (1947).
Ψάχνοντας λίγο το θέμα, λέμε πως αυτά τα δύο ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη συμπεριλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή του «Παραλογαίς» [Ιδιωτική Έκδοση, 1948]. Οπότε τα εξής τινά μπορεί να συμβαίνουν...
Ή ο Μάνος Χατζιδάκις τα μελοποίησε αργότερα (1948), ή τα ποιήματα είχαν ήδη δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, όταν θα τα μελοποιούσε το 1947 ο Μ. Χατζιδάκις, ή ότι οι δύο άντρες γνωρίζονταν, ή ότι είχαν κοινούς γνωστούς, με τα ποιήματα να φθάνουν στα χέρια του Μάνου Χατζιδάκι πριν εκδοθούν. Τι απ’ όλα αυτά έχει συμβεί δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε.
Τα τραγούδια αυτά ηχογραφήθηκαν από τον Μάνο Χατζιδάκι (πιάνο) και τον Σπύρο Σακκά (φωνή), στις 12 Δεκεμβρίου 1972 (είναι η πιο γνωστή εκδοχή), για να ακουστούν τρία χρόνια αργότερα στο LP «Μάνου Χατζιδάκι: Ο Καπετάν Μιχάλης και Ο Κύκλος του C.N.S.» [Νότος, 1975]. Έκτοτε, βεβαίως, παρουσιάστηκαν πολλές φορές και από άλλους ερμηνευτές.
Τα κομμάτια είναι αξιοθαύμαστα, προσεγγίζοντας ταιριαστά την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, καθώς κινούνται κάπου ανάμεσα στο lied και το πιο σύγχρονο «καθημερινό» τραγούδι.
Να πούμε εδώ πως, στην συνέχεια, θα γίνει λόγος κυρίως για τις λαϊκές (με την ευρύτερη έννοια) μουσικές προσεγγίσεις της ποίησης του Μ. Σαχτούρη και όχι για τις λόγιες (όπως του Αργύρη Κουνάδη, για παράδειγμα).
«Ο Τρελλός Λαγός»
Ο πρώτος που φαίνεται να καταγράφει στην δισκογραφία ένα μελοποιημένο ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη πρέπει να ήταν ο 18χρονος Νίκος Κυπουργός, στο άλμπουμ του «2» [Rod Strofes, 1970]. Λέμε για το ποίημα «Ο τρελλός λαγός», από την συλλογή «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» [Ιδιωτική Έκδοση, 1958].
Η μελοποίηση του «τρελλού λαγού» (ένα από τα πιο γνωστά και πιο αγαπημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη) δεν είναι, σίγουρα, από τις πιο επιτυχημένες που θα μπορούσε να γίνουν. Ο νεαρός συνθέτης κινούμενος μέσα στο κλίμα του νεοκυματικού ρομαντισμού, με τη συνοδεία κιθάρας, τραγουδά τα λόγια του ποιητή, διατηρώντας την αίσθηση των στροφών, ενώ επαναλαμβάνει στο τέλος κάθε στίχου τη φράση «ο τρελός λαγός», κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στο ποίημα.
Εντάξει, αρκετές φορές οι ανάγκες μιας μελοποίησης οδηγούν τους συνθέτες σε μικρο-αλλοιώσεις των στίχων ενός ποιήματος. Αυτό συμβαίνει συχνότατα και από εγνωσμένης αξίας συνθέτες (και ο Μάνος Χατζιδάκις στο ποίημα «Ο βυθός» έχει παρέμβει στον στίχο), όμως, εδώ, γενικότερα η μελοποίηση δεν συνάδει με το ύφος του ποιήματος – είναι ερασιτεχνική.
«Ο τρελλός λαγός» μελοποιείται ξανά, το 1985, στο άλμπουμ του Κυριάκου ΣφέτσαPaysage / Song of Love” [Εταιρία Νέας Μουσικής]. Την λιτή άποψη του συνθέτη, για το συγκεκριμένο ποίημα υποστηρίζουν η σουηδή mezzosoprano Anne-Marie Mühle και η πιανίστρια Μερόπη Κολλάρου. Το ύφος του σύγχρονου lied, που επιλέγει ο συνθέτης, είναι οπωσδήποτε κατανοητό, αλλά η προφορά της σουηδής τραγουδίστριας, σ’ ένα ελληνικό κείμενο, δεν βοηθά, όπως και να το κάνουμε, στο να παρακολουθείς με άνεση την ταυτόχρονη πορεία μουσικής και λόγου.
Η σχέση του συνθέτη, κοντραμπασίστα, αυτοσχεδιαστή κ.λπ. Μιχάλη Σιγανίδη με την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη είναι διαχρονικά εκπεφρασμένη και γι’ αυτή τη σχέση θα γράψουμε ειδικότερα στην συνέχεια...
Το 1995 ο Μιχάλης Σιγανίδης κυκλοφορεί το άλμπουμ του «Το Τραίνο-Φάντασμα Φίλος» [Lyra]. Εκεί, σε περίοπτη θέση, στο άνοιγμα του άλμπουμ, ακούγεται «Ο τρελλός λαγός». Πώς ακούγεται; Αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο σχετίζεται με το «σύμπαν», που ηχητικώς φιλοτεχνεί ο Μ. Σιγανίδης.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/h-poiisi-toy-miltoy-sahtoyri-stin-elliniki-moysiki-kai-tragoydi

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 450

28/6/2022
Ivor Cutler…

2
8/6/2022
>> Στο λυκαυγές της δεκαετίας του 1990...>> <<Τον Alice Cooper τον άκουγαν από τότε κάτι δεξιά παιδάκια, συχνά θρησκόληπτα, ή τέλος πάντων που πήγαιναν κατηχητικό<<
Τι λέει ρε το άτομο; Ήδη από το 1990 (πρώτη έκδοση) είχε μοιραστεί σε όλα τα κατηχητικά της Επικράτειας το βιβλίο «ο σατανισμός στη μουσική ροκ», εκεί όπου διάβαζες ότι ο Alice Cooper έσφαζε κοκόρια στη σκηνή, κρέμαγε φίδια στο λαιμό του, δείχνοντας βίντεο με νεκροταφεία και νυχτερίδες...
Όπου φύγει-φύγει τα κατηχητόπουλα...

28/6/2022
Σκληρή. Έχει κρατήσει μόνο τα δύο πρώτα, στην εταιρεία του Zappa, έτσι για τη δισκοθήκη. Είχε και το τρίτο, αλλά επειδή είχε ήδη πουληθεί η Straight στη Warner, το σκότωσε. Κρατάει μόνο τ’ ανεξάρτητα...

28/6/2022
Παίζει πάντως ο Alice Cooper να ξέρει πιο πολλά για τα γλυπτά του Παρθενώνα από Σάκη, Φοίβο και Λεμπέση...

28/6/2022
Φοβερή διασκευή στο Long way to go, του Alice Cooper από τους Villa 21. Πολύ μεγάλο γκρουπ. Οι Villa 21 του 1988 ήταν η μεγαλύτερη ροκ μπάντα, που μπορούσες να δεις σε live. Καλά, για την Ελλάδα δεν το συζητώ...
https://www.youtube.com/watch?v=ajPzMvhprZw

28/6/2022
Στο νέο Yellow Box (τεύχος #14), που κυκλοφορεί στα περίπτερα, γράφουμε για την θρυλική εταιρεία της jazz (και όχι μόνο της jazz) ESP-Disk. Ένα τετρασέλιδο Α Μέρος...

27/6/2022
Τη μοναδική εικόνα που έχω στη μνήμη μου από την Βάσω Αλλαγιάννη είναι εκείνη από τους πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας (τον Σεπτέμβρη του ’81), με τον Μάνο Χατζιδάκι να διευθύνει την ορχήστρα, καθώς ήμουν στημένος στην ΕΡΤ και παρακολουθούσα την ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της «Αλλαγής».
Τότε μάθαμε το «Αχ! Ελλάδα σ’ αγαπώ», τραγουδισμένο από τους ανθρώπους που το έγραψαν. Τον Μανώλη Ρασούλη και την Βάσω Αλλαγιάννη. Εν ειρήνη...
https://www.youtube.com/watch?v=g_U9sb1uZow

25/6/2022
Ψάχνοντας κάτι άλλο έπεσε πάνω σε μία συνέντευξη του Μίμη Δομάζου. Όχι πολύ παλιά. Από τις αρχές του ’90. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Μπορεί να φαινόταν κάπως υπερφίαλος ο Δομάζος από τις απαντήσεις, αλλά όταν μιλάει... στρατηγός κάθεσαι κι ακούς. Δεν μένει χρόνος για απορίες του στυλ... γιατί το είπε αυτό... σιγά τώρα... και τέτοια. Άμα είσαι ποδοσφαιρόφιλος και ξέρεις τι σημαίνει Δομάζος, όλα τα δικαιολογείς και όλα τα αντιλαμβάνεσαι.
Θυμάμαι τον Δομάζο σαν ποδοσφαιριστή και από τα γήπεδα και από την τιβί.
Ο Δομάζος δεν έπεφτε εύκολα κάτω. Κοντός, με χαμηλό κέντρο βάρους... δεν μπορούσες ούτε να τον τζαρτζάρεις. Ο Δομάζος ήξερε να κρατάει μπάλα (μεγάλο πράμα αυτό). Ήξερε να οργανώνει και ήξερε να σκοράρει. Τα ήξερε όλα. Ήταν ηγέτης. Σε κάθε κατεβασιά του ΠΑΟ η μπάλα θα περνούσε υποχρεωτικά από τα πόδια του. Ακόμη και αν δεν περνούσε, θα πήγαινε αυτός να την πάρει με το ζόρι από τους συμπαίκτες του. Δεν νοείτο επίθεση του ΠΑΟ, που να μην ήταν σχεδιασμένη από τον Δομάζο. Στρατηγός με τα όλα του.
Λέει πολλά στη συνέντευξη, αλλά ένα μου άρεσε πάρα πολύ. Σε κάποια στιγμή τον ρωτάει ο δημοσιογράφος τι σημαίνει «ηγέτης» και λέει ο Δομάζος πως ηγέτης είναι εκείνος που ξέρει να ομορφαίνει το παιγνίδι, αλλά που ξέρει και να το χαλάει όταν πρέπει. Και πως βασικά είναι ο άνθρωπος που μέσα στο γήπεδο δεν λογαριάζει κανέναν.
Μου άρεσε πολύ αυτό (το δεν λογαριάζει κανέναν). Και άλλα διάφορα...
Οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές, σαν τον Δομάζο, είναι σαν τους μεγάλους καλλιτέχνες. Δεν διαφέρουν σε τίποτα. Αρκεί να μιλήσεις μαζί τους μόνο για ποδόσφαιρο. Μην αρχίσεις να τους ρωτάς ουτιδανά θέματα, της καθημερινότητας κ.λπ. Μόνο για ποδόσφαιρο θα τους ρωτήσεις. Άμα ξέρεις τι να τους ρωτήσεις, από τις απαντήσεις τους θα φανούν τα πάντα.
Παναθηναϊκός δεν ήμουν ποτέ, αλλά... προσκυνώ Μίμη Δομάζο.

25/6/2022
O Κωνσταντίνος Τζούμας ήταν φαν της τζαζ κι εμείς από το Jazz & Τζαζ (αν μου επιτρέπεται να μιλήσω για όλη την παρέα) του οφείλουμε τα δέοντα, γιατί κάθε μήνα ο Τζούμας μιλούσε για το περιοδικό από τον Εν Λευκώ, βάζοντας και κομμάτια από τα CD μας. Του χρωστάμε λοιπόν, και σ’ αυτόν και στην αγαπητή Kafka.
Ο Τζούμας γούσταρε την τζαζ και δεν το έκανε επαγγελματικά (νομίζω πως ποτέ δεν θα το έκανε από κάποιου είδους υποχρέωση) και αυτό φαίνεται, επίσης, απ’ όσα έγραφε και δημοσίευε μέσα στα χρόνια (σε σχέση με την τζαζ). Για παράδειγμα η αφήγησή του στον «Πανωλεθρίαμβο» για την συναυλία του Miles Davis στον Λυκαβηττό, τον Ιούλη του ’85, που είχε παρακολουθήσει, τότε, μαζί με τον Κώστα Βουτσά.
Πάντα είχα στο μυαλό μου τον Τζούμα ως εστέτ (απ’ αυτά που είχα δει, σε αληθινή ζωή και οθόνες, και διαβάσει) και πολύ πιο κοντά στην τζαζ (bop και cool βασικά, δεν λέμε για τα extreme πράγματα, χωρίς να παίρνω όρκο πως δεν άκουγε και απ’ αυτά), παρά στο ροκ. Και κυρίως στο ανοήτως λαμβανόμενο στην Ελλάδα ως ροκ (τύπου ταινιών Νικολαΐδη κ.λπ.).
Δεν ξέρω αν γελιέμαι, πάω πολύ πίσω στο χρόνο, αλλά η πρώτη «εικόνα» που έχω από τον Κωνσταντίνο Τζούμα είναι να λέει ειδήσεις στο κρατικό ραδιόφωνο στο δεύτερο μισό του ’70. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση η φωνή του, και γι’ αυτό το θυμάμαι ακόμη.
Τέλος πάντων... μπορώ να γράψω κι άλλα, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Ας δείξουμε, όμως, κάτι. Το πρώτο, κατά πάσα πιθανότητα, εξώφυλλό του... Εν ειρήνη...

25/6/2022
Αυτό το παμπάλαιο νεανικό και κάπως φασματικό τραγούδι του Γιώργου Ρωμανού το είχα ακούσει για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο, στα μέσα του ’80, έχοντας προλάβει να το αντιγράψω, μάνι-μάνι, σε κασέτα. Για πάρα πολλά χρόνια το άκουγα απ’ αυτή την κασέτα, που ήταν μάλλον χάλια, αλλά αυτό δεν με εμπόδιζε να το απολαμβάνω και να το θεωρώ ως ένα από τα ωραιότερά του. Θα πρέπει, δε, να το άκουσα όπως πρέπει, κάποια στιγμή μετά το 2005 και θυμάμαι τη χαρά που είχα κάνει, καθότι άκουγα πλέον αλλιώς τα όργανα, πιο καθαρά, πιο ισοσταθμισμένα και φυσικά με φουλ ένταση, που δεν παραμόρφωνε την εγγραφή. Διπλή απόλαυση!
Τώρα; Τώρα δεν χρειάζεται να περιμένεις για τίποτα. Είναι όλα στο πιάτο.
Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό. Δεν μπορώ να κρίνω...
https://www.youtube.com/watch?v=21fqqxEb3sw

24/6/2022
>>Κοινωνικά, μπορώ να πω ότι βρισκόμαστε περίπου στα πρωταρχικά βήματα, πριν αρχίσουν οι διαδικασίες για μια νέα γαλλική επανάσταση. Βέβαια, τότε, λίγο πολύ, και οι μεν και οι δε, είχαν τα ίδια όπλα. Σήμερα, η θωράκιση του συστήματος είναι τόσο ισχυρή που δυσκολεύει κάθε σχέδιο επανάστασης.<<
Πολύ σωστό αυτό που λέει ο Πουλικάκος. Αν οι Λουδοβίκοι είχαν διαθέσιμο, μ’ ένα κουμπί, το προφίλ των υπηκόων τους θα κυβερνούσαν ακόμη τη Γαλλία.

23/6/2022
Άμα έχεις για πρότυπο τη Γαρμπή θα γίνεις σωστός και τίμιος οικογενειάρχης, ενώ άμα ακούς τραπ θα γίνεις χασικλής και κοκαϊνοπότης
[μάνα ρέιβερ]

23/6/2022
Γινόντουσαν και παλιά τέτοια. 'Επεφτε το ξύλο της αρκούδας - απλά δεν υπήρχαν κανάλια και σάιτ της πυρκαγιάς, και σόσιαλ μίντια. Τα υπογραμμισμένα έχουν σημασία. Και τότε και σήμερα...

23/6/2022
Υγιή μουσικά πρότυπα...
https://www.youtube.com/watch?v=bKoRBqKUh60

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΤΗΣ / ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ ταξιδεύεις ακόμα – μια νέα προσέγγιση στον λόγο του πατρινού ποιητή

Είναι το τρίτο άλμπουμ με ηλεκτρονικά, ως βασική ηχητική πηγή, που κυκλοφορεί τα τελευταία δώδεκα χρόνια, επιχειρώντας να δώσει μιαν «άλλη» διάσταση στην ποίηση του σημαντικού ποιητή, που έζησε πολλά χρόνια στην Πάτρα –άρα μπορούμε να τον αποκαλέσουμε και Πατρινό– Χρίστου Λάσκαρη (1931-2008).
Έχουν προηγηθεί το CD «Το Ποτάμι» [Low Impedance Recordings, 2009] του Γιάννη Μουρτζόπουλου και το LP Untitled” [Granny Records, 2013] του Epavlis Pavlakis, με το νεότερο long play «Ταξιδεύεις Ακόμα» [Same Difference Music, 2021] να το υπογράφει ο Γιώργος Μπότης (γνωστός κυρίως ως παραγωγός των Electric Litany, Valia Calda κ.ά.). Επίσης προσφάτως ακούσαμε τον Μανώλη Αγγελάκη να τοποθετεί μουσική και ήχους πάνω στην ποίηση του Χ. Λάσκαρη, σ’ ένα track της συλλογής “INNσόμνια” [Inner Ear, 2021], πράγμα που σημαίνει πως ο λόγος του Χρίστου Λάσκαρη παραμένει πάντα παρών, δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατό του –μάλιστα, θα λέγαμε, πως είναι περισσότερο παρών τώρα, παρά ποτέ– εξακολουθώντας να εμπνέει νεότερους μουσικούς, με τα βαθιά, εσωτερικά και κατά βάση οδυνηρά μηνύματά του.
Όπως είχαμε σημειώσει και παλαιότερα (14 Οκτ. 2013):
Ας πούμε από την αρχή, προκειμένου να γίνουν πιο κατανοητά τα πράγματα, πως η ποίηση του Χρίστου Λάσκαρη είναι λιτή. Λίγες λέξεις, λίγοι στίχοι, χωρίς περιττά «στολίδια», με την μόνιμη αίσθηση της θλίψης, της νοσταλγίας και του δράματος να επιτείνεται από την τρεμάμενη, «σπασμένη» προφορική αφήγηση τού ιδίου του ποιητή (σημ. σε μια ιστορική θα πρέπει να την αποκαλούμε πλέον ηχογράφησή του από τον πανεπιστημιακό Γιάννη Μουρτζόπουλο). Σκέψεις, αναμνήσεις, βιώματα καταγράφονται «ξερά», αλλά με τεράστια ψυχική ένταση. Λέξεις απλές, καθημερινές, που καθώς τις λέμε εμείς δεν σημαίνουν τίποτα, ή σημαίνουν «κάτι», στο στόμα (και τη γραφίδα) του Λάσκαρη αποκτούν άλλην αξία.
Έτσι, το πρόβλημα του συνθέτη, που θα θελήσει να «τοποθετήσει» ήχους πάνω στους στίχους τού συγκεκριμένου ποιητή, είναι ιδιαίτερο. Γιατί, έτσι όπως είναι ολιγόλογα τα ποιήματα, η μουσική, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να περισσεύει, να χάσκει.
Πόσο μπορεί να διαρκεί ένα ποίημα καθώς τούτο απαγγέλλεται; Ελάχιστα. Τι να επενδύσεις λοιπόν; Θα οδηγηθείς να δημιουργήσεις 30 διαφορετικά κομμάτια φερ’ ειπείν, καθένα από τα οποία θα διαρκεί 10 δευτερόλεπτα. Τι μουσική αξία θα έχει αυτό, ως καταγραφή; Ποιαν αίσθηση ενότητας και κλίματος θα κατακρατεί ένας υποτιθέμενος δίσκος; Κανένα και τίποτα.
Αυτές οι σκέψεις, που είχαν καταγραφεί εδώ στο blog πριν από οκτώ χρόνια, εξακολουθούν να μας συνέχουν. Και μας φαίνονται χρήσιμες περαιτέρω, καθώς τοποθετούμε στο πλατώ, την νέα δουλειά του Γιώργου Μπότη, που, οπωσδήποτε, και αυτή, έχει σαν στόχο να τιμήσει τον σημαντικό ποιητή, επανατοποθετώντας τον λόγο του μέσα σ’ ένα νέο ηχητικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον εν πολλοίς ηλεκτρονικό (ο ίδιος ο Γ. Μπότης χειρίζεται πιάνο, συνθεσάιζερ, ηλεκτρονικά και κλαρινέτο, προγραμματίζοντας κιόλας), με αναφορές –όπως ο ίδιος ο μουσικός τις καταγράφει στο bandcamp του– σε Hiroshi Yoshimura, The Blue Nile, Daniel Lanois, Ry Cooder, Aphex Twin, Brian Eno, Tom Waits (Closing Time) και Vangelis. Προσωπικώς θα τοποθετούσα τον Vangelis πολύ ψηλά και όχι τελευταίον, στις επιρροές του Γ. Μπότη (άκου π.χ. το «Ταξιδεύεις ακόμα»), αλλά αυτό δεν έχει και τόσο σημασία. Σημασία έχει η δουλειά που έχει γίνει εδώ, πάνω στην ποίηση του Χ. Λάσκαρη – να προσδιοριστεί, κοντολογίς, αυτό το αργά εξελισσόμενο αφήγημα ήχου και λόγου, που έχει τον τρόπο να κρατά το ενδιαφέρον του ακροατή έως το τέλος.
Να πούμε κατ’ αρχάς πως τα ποιήματα, που απαγγέλλονται από τον ίδιο τον Χρίστο Λάσκαρη, ακούγονται ολάκερα, ενώ πολύ συχνά, επαναλαμβάνονται τεχνηέντως κάποιοι στίχοι, κάποιες φράσεις εν είδει διδαγμάτων. Δι’ αυτού του τρόπου «γεμίζει» με λόγο και ο μουσικός χρόνος.
Υπάρχει track με εκτεταμένη εισαγωγή, «πειραγμένη» φωνή, μα και με κάπως γρήγορο ηχητικό υπόστρωμα, όπως το «Απ’ το φεγγάρι» (ένα από τα πιο ενδιαφέροντα του LP), ενώ αλλού («Ο ξενιτεμένος») η φωνή του ποιητή ακούγεται από το ξεκίνημα, συμπληρωμένη με εφφέ, όπως και με άλλα όργανα (κλαρίνο).
Περαιτέρω, και στην δεύτερη πλέον πλευρά του δίσκου, νέα όργανα, όπως η lap steel κιθάρα και το φλικόρνο του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου προσθέτουν στο ακρόαμα πινελιές ήχου-ECM, με το ποίημα «Για να φτάσω ως εσένα» να επαναλαμβάνεται στο τέλος, επειδή είναι μικρής έκτασης.
Κιθάρες (lap steel, ακουστική, ηλεκτρική) πρωταγωνιστούν και στο επόμενο track, που αφορά στο ποίημα «Μόνο στα όνειρα», ένα από τα πιο βαριά και πνιγηρά του Χ. Λάσκαρη, με την απαγγελία να υποβάλλει και με τα ηλεκτρονικά να δημιουργούν «από κάτω» ένα θορυβώδες «χαλί».
Στο προτελευταίο κομμάτι του LP, την «Εγκατάλειψη», συνωθούνται επαναληπτικά στοιχεία (λούπα φωνής), με ήχους από κρουστά, σαξόφωνο, συν έγχορδα (βιολί, βιόλα, τσέλο) και σαν πρόταση, η συγκεκριμένη, είναι σίγουρα από τις πιο σύνθετες τού «Ταξιδεύεις Ακόμα».
Το τελευταίο track του άλμπουμ, που είναι και το πιο σύντομο στο χρόνο, καθώς διαρκεί μόλις 1:52, στηρίζεται σε μια πιανιστική εισαγωγή, με ήχους τύπου field recordings να παρεμβάλλονται και με την φωνή του ποιητή να ακούγεται, παραμορφωμένη, σαν από μακριά και σαν από τηλεβόα. Απλό στη σύλληψή του και σίγουρα λειτουργικό σαν κλείσιμο.
Επαφή: https://georgebotis.bandcamp.com/album/-

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

1. Ποιο είναι το πρώτο πραγματικό LP του Leonard Cohen; 2. Ο Graeme Allwright τραγουδά Leonard Cohen

1. Ελάχιστες δισκογραφίες του Leonard Cohen ξεκινούν από το πραγματικό πρώτο-πρώτο άλμπουμ του, που δεν είναι φυσικά το “Songs Of Leonard Cohen” [Columbia, 1967], αλλά το “Six Montreal Poets”, που είχε κυκλοφορήσει από την Folkways [FL 9805] δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1957.
Σ’ εκείνο το LP καταγράφονταν, όπως διαβάζουμε και στον τίτλο του, ποιητές του Μόντρεαλ, και ανάμεσά τους ο Leonard Cohen. Οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι τού Cohen ήταν οι A.J.M. Smith, Irving Layton, Louis Dudek, F.R. Scott και A.M. Klein. Όλοι διαβάζουν ποιήματά τους, με τον Cohen να επιλέγει τα “For Wilf and his house”, “Beside the shepherd”, “Poem”, “Lovers”, “The sparrows”, “Warning”, “Les Vieus” και “Elegy”, όλα από το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Let Us Compare Mythologies [McGill Poetry Series Number One/Contact Press, Toronto 1956].
2. Πριν πολλά χρόνια είχα βρει στο Μοναστηράκι ένα LP του «Γάλλου» Graeme Allwright, το “Chante Leonard Cohen” [Mercury 6325 600, 1973], στο οποίο ο νεοζηλανδός, αλλά πολιτογραφημένος γάλλος τραγουδοποιός απέδιδε εννέα τραγούδια του Cohen. Απλές, ωραίες versions (με στίχους στη γαλλική) στο πνεύμα του Cohen, με το “L'étranger” (το “Stranger song) να συναγωνίζεται σε αξία το πρωτότυπο. Εκπληκτικό!
Για πρώτη φορά έγραψα στο 'δισκορυχείον' για τον Graeme Allwright την 1/11/2009
Ο Allwright είχε τραγουδήσει και σε παλαιότερους δίσκους του Cohen, όπως και Woody Guthrie, Bob Dylan, Tom Paxton, Jackson C. Frank, ενώ το φοβερό άλμπουμ του είναι το “a long distant from present from thee... ‘BECOMING’”, ένα folk-psych-prog κομψοτέχνημα από το 1970 που αξίζει να το ανακαλύψετε.
Επίσης, ο Allwright έχει συνεργαστεί και με την Νάνα Μούσχουρη στην απόδοση τραγουδιών του Leonard Cohen.
 

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

ΑΝΝΑ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ (1927-2016)

Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός(;) δίσκος της Άννας Συνοδινού, που κυκλοφόρησε το 1972 σε ετικέτα Olympic [SBL 1085] και που περιλαμβάνει απαγγελίες της (υπό τη συνοδεία τής μουσικής του Χρήστου Λεοντή και της φωνής τής Μαρίας Δημητριάδη) σε αποσπάσματα ποιημάτων και κειμένων των Ρήγα Φερραίου («Θούριος», «Ύμνος Εθνικός», «Ύμνος Πατριωτικός»), Μακρυγιάννη («Απομνημονεύματα»), Ανδρέα Κάλβου («Ωδαί») και Διονυσίου Σολωμού («Η Γυναίκα της Ζάκυθος», «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»).
Στον «Ύμνο», στο τέλος, η παραγωγή (Γ. Μακράκης) θα χώσει και μια στρατιωτική μπάντα…

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

LEONARD BERNSTEIN τι είναι η τζαζ

«Στη σειρά των μορφωτικών προγραμμάτων του από την τηλεόραση ο Λέοναρντ Μπερνστάιν μίλησε για πολλά μουσικά θέματα: για την “Πέμπτη Συμφωνία” του Μπετόβεν, για την τζαζ, τον Μότσαρτ, τη διεύθυνση ορχήστρας, την αμερικανική μουσική κωμωδία, την μοντέρνα μουσική, την όπερα, τον Μπαχ και άλλα. Τα θέματα αυτά φανερώνουν και την ποικιλία των ενδιαφερόντων του Μπερνστάιν που μεγάλωσε ακούγοντας τζαζ και κλασική μουσική, όπερες και λειτουργίες, τραγούδια και συμφωνίες. Σε μια από τις τελευταίες αυτές παρουσιάσεις, στο κυριακάτικο πρόγραμμα Omnibus της CBS, ο Μπερνστάιν ανέλαβε να ξεκαθαρίσει στο κοινό της τηλεόρασης ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΖΑΖ. Ή, όπως λέει ο ίδιος, “να εξετάσουμε τα μουσικά σπλάχνα της τζαζ για να βρούμε μια και καλή τι την κάνει τόσο διαφορετική από τις άλλες μορφές μουσικής”. Ο δίσκος αρχίζει με τον πιο χαρακτηριστικό ήχο όλων των περιόδων της τζαζ το Take theATrain, παιγμένο από την ορχήστρα του Ντιούκ Έλλιγκτον. Ακολουθούν μικρά δείγματα από την ποικιλία των ήχων και των μορφών της τζαζ: μπλουζ, ντίξιλαντ, τσάρλεστον, σουίγκ, μπούγκι, μπίμποπ, κούουλ και μάμπο. Η Μπέσι Σμιθ τραγουδάει το Empty Bed Blues, ηχογραφημένο το 1928 με τον Τσάρλι Γκρην τρομπόνι και τον Πόρτερ Γκραίηγκερ στο πιάνο. Με βάση αυτό το μπλουζ, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν εξηγεί τα χαρακτηριστικά της μελωδίας της τζαζ, την μπλου κλίμακα, τις μπλου νότες, τα τέταρτα τόνου, παίζοντας ταυτόχρονα πολλά παραδείγματα στο πιάνο ή τραγουδώντας.
Μετά προχωράει στο ρυθμό, τη συγκοπή, τα ηχοχρώματα των οργάνων και της φωνής με ειδικά παραδείγματα, φτιαγμένα από τον ίδιο και τους μουσικούς που συγκέντρωσε για το δίσκο – τον Μπακ Κλαίητον τρομπέτα, Λώρενς Μπράουν τρομπόνι, Μπάστερ Μπαίηλυ κλαρίνο, Κόλμαν Χώκινς τενόρο σαξόφωνο, Φρεντ Γκρην κιθάρα, Έντι Τζόουνς μπάσο, Γκας Τζόνσον ντραμς και με τον ίδιο στο πιάνο.
Συνεχίζει με την ανάλυση της φόρμας και της αρμονίας της τζαζ μιλώντας για τα δωδεκάμετρα μπλουζ, τον αυτοσχεδιασμό, τις παραλλαγές της κλασσικής μουσικής και χρησιμοποιώντας παραδείγματα βασισμένα στη μελωδία Sweet Sue. Το τραγούδι αυτό παίζεται από τρεις ορχήστρες σε τελείως διαφορετικό στυλ, δηλαδή σε ντίξιλαντ, σουίγκ και κούουλ από τον Μπιξ Μπάιντερμπέκε, τον Μπένυ Γκούντμαν και τον Μάιλς Ντέιβις αντίστοιχα.
Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν καταλήγει στο ότι τα όρια ανάμεσα στη λεγόμενη “σοβαρή μουσική” και στην τζαζ γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, ότι η τζαζ είναι μια μουσική που ανανεώνεται αδιάκοπα και τέλος ότι “είναι μια φρέσκια και ζωντανή τέχνη του παρόντος με γερό παρελθόν και συναρπαστικό μέλλον”». 
Σάκης Παπαδημητρίου
(από το οπισθόφυλλο του δίσκου)
Έμαθα την ύπαρξη αυτού του LP [CBS 82387, 1977] όταν έπεσε στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του Jazz & Τζαζ (όχι τον Απρίλιο του ’93 – πρέπει να ήταν προς το τέλος εκείνης της χρονιάς). Ήταν ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για τον Leonard Bernstein (1918-1990) εκεί όπου, ανάμεσα σε άλλα, αναφερόταν και το originalWhat is Jazz” [Columbia CL 919] που είχε κυκλοφορήσει προς το 1956-57 στην Αμερική με τον ίδιον τον Bernstein, φυσικά, να επεξηγεί τα «τι» και τα «πώς» της jazz. Έγραφε χαρακτηριστικώς ο Παπαδημητρίου: «Ο δίσκος έχει εξαντληθεί εδώ και πολλά χρόνια, αλλά κασέτα πάντα μπορεί να βρεθεί». Έτσι… εξαντλημένο έχω βρει το άλμπουμ κάμποσες φορές έως τώρα στο Μοναστηράκι και το οποίον αγοράζω πάντα, όταν το εντοπίζω σε αστείες τιμές. Όχι δηλαδή πως δεν αξίζει κάτι παραπάνω (και εννοώ ως άκουσμα, όχι συλλεκτικώς), αλλά, να, όσο λιγότερα δίνεις για κάτι που σ’ ενδιαφέρει τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέσαι.
Ο Παπαδημητρίου σε… spoken word (και στηριγμένος προφανώς σε όσα λέει ο Bernstein) εξηγεί τα διάφορα της jazz, σ’ ένα δίσκο βινυλίου που είχε ως παραγωγό τον Στέλιο Ελληνιάδη (πιθανώς, πίσω, να βρισκόταν και ο Τάσος Φαληρέας), ως επιμελητή του cover τον Μίλτο Καρατζά και που σηματοδοτούσε (και αυτός) την εποχή της… τρίτης άνθησης της jazz στην Ελλάδα (με το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα, το περιοδικό ΤΖΑΖ, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τις εκδόσεις του Σάκη Παπαδημητρίου κ.λπ.). Όλα αυτά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Κάτι ακόμη. Υπάρχει κι ένα γερμανικό 2LP με τον… ίδιο τίτλο, το “Was Ist Jazz?” [MPS 88.032-2, 1977] που έχει επιμεληθεί ο Joachim-Ernst Berendt (1922-2000) – ο πιο διάσημος promoter της jazz στην παλαιά Δυτική Γερμανία (αργότερα και στη Γερμανία). Αυτό το διπλό LP είναι ακόμη πιο προσωπικό και... αναλυτικότερο από το αμερικανικό και το ελληνικό, με τον Berendt στο ρόλο του Bernstein (ή του Παπαδημητρίου) να επεξηγεί και να προτείνει διάφορα (ακόμη και Sun Ra, ακόμη και Globe Unity Orchestra, ακόμη και Fred McDowell…). Αλλά γι’ αυτό το 2LP και γενικότερα για τον Joachim-Ernst Berendt (προχειρομεταφρασμένο βιβλίο του οποίου κυκλοφορεί και στη γλώσσα μας) θα γράψω άλλη φορά…