Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

TO MUSICAL “HAIR” ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ όλη η ιστορία του και τα πρόσωπα (Λευτέρης Βουρνάς, Γιάννης Πετρίτσης, Λεωνίδας Χρηστάκης, Μίκης Θεοδωράκης κ.ά.), που σχετίστηκαν μαζί του

Ταινίες, λογοτεχνήματα, θεατρικά έργα, συναυλίες και λοιπές παραστάσεις, στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70 επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν γεγονότα και καταστάσεις που περιστρέφονταν γύρω από την αντικουλτούρα, έχοντας κίνητρα πολλές φορές ταπεινά.
Το θέατρο ενδίδει από νωρίς σ’ αυτή την κατασκευασμένη hippy πραγματικότητα, με το μιούζικαλ Hair να αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα. Γράφει ο David Pichaske στο βιβλίο του Μια Γενιά σε Κίνηση [Κουκκίδα, 2016]:
«Το Hair ανέβηκε στις 17 Οκτωβρίου του 1967 στο παλιό Astor Library του Βίλατζ, αποκεί στην ντισκοτέκ Cheetah, αποκεί στο Biltmore του Μπροντγουέι, και αποκεί σε όλο τον κόσμο. Έγινε τεράστια επιτυχία: μόνο τα άλμπουμ της παράστασης πούλησαν πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Και είχε αρκετό άρωμα αντικουλτούρας για να προκαλέσει τις συνήθεις επικρίσεις: δεν έχει νόημα, δεν έχει ποιότητα, δεν έχει φινέτσα, οι ηθοποιοί δεν παίζουν καλά, δεν είναι τέχνη αυτό το πράγμα, είναι το τέλος των μιούζικαλ, του θεάτρου, του πολιτισμού. Για κάποιους, τουλάχιστον, το Hair ήταν μία έξοδος, αλλά οι περισσότεροι από κείνους που συνέρρεαν στο Biltmore ήταν ύποπτα στρουμπουλοί και φυσικά ευκατάστατοι. Τα παιδιά της δεκαετίας του ’60 είδαν στο Hair άλλον έναν προσεταιρισμό των προτάσεων και των τρόπων ζωής της αντικουλτούρας, μια παράσταση απολυμασμένη από το κατεστημένο με σκοπό το κέρδος. (Όσο για τη μουσική, όπως επισήμανε ο Τομ Τόπορ στο Rolling Stone, οι μελωδίες του Γκαλτ ΜακΝτέρμοτ ήταν όσο ροκ είναι μια μουσική για διαφήμιση οδοντόπαστας)».
Και ο Mario Maffi όμως στο δικό του Underground [Οδυσσέας, 1983], που αντιμετωπίζει το Hair μέσα στο γενικότερο ροκ-θέατρο, είναι εξ ίσου σκληρός:
«Ένα άλλο ρεύμα είναι το ρεύμα της rock-opera. Όχι τόσο το φημισμένο (ή μάλλον περιβόητο) Hair, μνημείο της κερδοσκοπίας, του χίπικου πανηγυρισμού του κόσμου των επιχειρήσεων, θέαμα ξεπερασμένο και συχνά ψεύτικο, όσο το πιο πρόσφατο Jesus Christ Superstar (σ.σ. το βιβλίο του Maffi κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1972), που όμως ίσως καταλήξει να έχει το ίδιο τέλος με το Hair».
Ο θίασος του Hair στο Joseph Papps Public Theater της Νέας Υόρκης. Το μιούζικαλ ανέβηκε την 17η Οκτωβρίου 1967. (Φωτογραφία: George E. Joseph)
Τον Οκτώβριο του 1967, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά το Hair στο Off-Broadway κύκλωμα, οι άνθρωποι που είχαν γράψει το έργο, ο αμερικανός ηθοποιός και τραγουδιστής Gerome Ragni και ο επίσης αμερικανός ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας κ.λπ. James Rado ήταν αντίστοιχα 32 και 35 ετών, ενώ ο καναδο-αμερικανός συνθέτης Galt MacDermot, που θα έγραφε τις μουσικές, ήταν ακόμη πιο μεγάλος στα 39 του. Δεν ήταν, δηλαδή, όλοι αυτοί 20χρονοι το 1967 – κάτι που σημαίνει, σε μια πρώτη φάση, πολλά.
Και το λέμε τούτο, παρότι ο Ragni ήταν μέλος του πειραματικού θεατρικού γκρουπ The Open Theater, έχοντας συμμετάσχει στο ανέβασμα του ροκ μιούζικαλ Viet Rock, στο La MaMa Experimental Theatre Club το 1966 (ένα μιούζικαλ που τον επηρέασε στο γράψιμο του Hair) και ο Rado στέλεχος κι αυτός του Off-Broadway. Είχαν δηλαδή μια κάποια επαφή, οι Ragni και Rado, με το χώρο της αντικουλτούρας – αν και περισσότερο ως παρατηρητές τού φαινομένου, παρά ως ενεργοί συνοδοιπόροι και συνδιαμορφωτές του. Αυτό τους έδινε την δυνατότητα να βρίσκονται μέσα στα πράγματα, να μπορούν να περιγράψουν δηλαδή εκείνο που έβλεπαν και συνέβαινε, αλλά ταυτοχρόνως βρίσκονταν και έξω από ’κείνο που αναπτυσσόταν, καθώς δεν ήταν πλέον νέοι, έχοντας συνάμα και μια λογική καριέρας μπροστά τους.
Τέλος πάντων οι δυο τους θα συναντήσουν κάποια στιγμή τον Galt MacDermot, που ήταν ήδη, και αυτός, ένας αναγνωρισμένος συνθέτης (ανάμεσα σε άλλα είχε γράψει και το “African waltz”, που δισκογράφησε o Cannonball Adderley το 1961) και κάπως έτσι θα μπει μπροστά, σιγά-σιγά, το Hair.
H πρεμιέρα θα γίνει στο Off-Broadway, στο Joseph Papps Public Theater της Νέας Υόρκης, την 17η Οκτωβρίου 1967, για λίγες παραστάσεις και χωρίς γυμνό (τα κοστούμια είχε σχεδιάσει η Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ), θα επαναληφθεί στην ντισκοτέκ Cheetah (όπως γράφει και ο Pichaske) τον Δεκέμβριο του ’67 (για περισσότερες, τώρα, παραστάσεις), ενώ θα κυκλοφορήσει και το θεατρικό σάουντρακ στην RCA Victor υπό τον τίτλο “Hair / an american tribal love-rock musical” (σ’ αυτή την πρώτη έκδοση ακουγόταν το “Aquarius”, αλλά όχι και το “Let the sunshine in”), με την παράσταση να χαρακτηρίζεται ως “musical be-in” στο οπισθόφυλλο τού δίσκου. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν προμήνυε την καταιγίδα που θα επακολουθούσε. Και αναφερόμαστε φυσικά στην μεταφορά του έργου στο Broadway πλέον, από τον σκηνοθέτη Tom O'Horgan, που ανέβηκε στο θέατρο Biltmore την 29η Απριλίου 1968.
Σ’ αυτή τη νεότερη εκδοχή τού έργου είχαν αλλάξει πολλά (αφού η παραγωγή ήταν πιο πλούσια) και βασικά τα πρόσωπα – με το γυμνό, φυσικά, να κάνει την πιο μεγάλη διαφορά. Νέα χορογράφος, νέος σκηνογράφος, νέα ενδυματολόγος, νέος φωτιστής, αλλά και κάποιοι νεότεροι πρωταγωνιστές.
Στην πρώτη εκδοχή, για παράδειγμα, τους βασικούς αντρικούς ρόλους των Claude και Berger είχαν οι Walker Daniels και Gerome Ragni, ενώ στην εκδοχή του Broadway οι James Rado και Gerome Ragni (οι άνθρωποι που είχαν γράψει το Hair δηλαδή).
Ακόμη τους βασικούς γυναικείους ρόλους της Sheila, της Jeanie και της Crissy στην πρώτη εκδοχή είχαν οι Jill O'Hara, Sally Eaton και Shelley Plimpton, ενώ στη νεότερη εκδοχή οι Lynn Kellogg, Sally Eaton και Shelley Plimpton. Επίσης, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, που εμφανίστηκαν στη σκηνή του Biltmore, ήταν και γνωστά (τότε και αργότερα) πρόσωπα σαν εκείνα των Keith Carradine, Barry McGuire και Meat Loaf μεταξύ πολλών άλλων.
Τέλος πάντων η επιτυχία υπήρξε μεγάλη και γρήγορα, μέσα σε λίγους μήνες, το έργο θα έρθει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο Λονδίνο, στο West End, όπου και θα ανεβεί στο θέατρο Shaftsbury την 27η Σεπτεμβρίου 1968 (αν και η πρώτη ευρωπαϊκή παράσταση συνέβη στην Στοκχόλμη στις 20 Σεπτεμβρίου). Φυσικά, στην λονδρέζικη παράσταση το cast ήταν διαφορετικό. Εδώ πρωταγωνιστούσαν η Sonja Kristina (αργότερα στο συγκρότημα Curved Air), η Elaine Paige, το φωτομοντέλο-τραγουδίστρια Marsha Hunt, ο σπουδαίος Alex Harvey, ο ταλαντούχος Tim Curry και πολλοί άλλοι. Η επιτυχία και εδώ υπήρξε ανεπανάληπτη, ξεπερνώντας ακόμη κι εκείνη του Broadway, αφού το έργο παιζόταν σχεδόν για πέντε χρόνια, έως τα μέσα του 1973!
Φυσικά, μεγάλο ρόλο στην επιτυχία του Hair έπαιξε και η δισκογραφία, καθώς τόσο το άλμπουμ της αμερικάνικης παράστασης στο BroadwayHair / The American Tribal Love-Rock Musical / The Original Broadway Cast Recording” [USA. RCA Victor, 1968], όσο και εκείνης στο West EndHair” [UK. Polydor, 1968] υπήρξαν άκρως επιτυχημένα.
Το πρώτο, μάλιστα, έφτασε μέχρι το Νο 1 του Billboard 200 το 1969 κι έμεινε εκεί από τις 26 Απριλίου μέχρι τις 19 Ιουλίου (σχεδόν τρεις μήνες!), ενώ το δεύτερο έμεινε 14 εβδομάδες στο βρετανικό top-ten των άλμπουμ, το 1969, φθάνοντας μέχρι το Νο 3 την 26η Απριλίου (εκείνης της χρονιάς).
Και βεβαίως, και ως γνωστόν θα πούμε, τρανή ώθηση στο έργο έδωσε και το δισκάκι των The 5th DimensionMedley: Aquarius/Let the sunshine in (The flesh failures) / Dontcha hear me callinto ya” [USA. Soul City, 1969], που έμεινε έξι εβδομάδες στο Νο1 του Billboard Hot 100, την άνοιξη του 1969, φθάνοντας έως και το No 11 των UK Singles.
Από το εξώφυλλο του περιοδικού Ψυχαγωγία, τεύχος 10, 3 Μαρτίου 1970
Τι συνέβαινε όμως την ίδιαν εποχή στην Ελλάδα με το Hair;

Η συνέχεια εδώ...

Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 263

24/5/2020
Είδα Λένα Κιτσοπούλου, στο σάιτ του Ωνάση.
Λίγη γαρδουμπίτσα και λίγο κοκορετσάκι τρώμε πού και πού, αλλά ωμό γάβρο και σούσια και τέτοιες μ@λακίες... μη μας γ@μ@ς τώρα. Σιγά μην πάω στην κορφή του βουνού για να φάω ωμό ψάρι... Ρε, τρέλα πουλάτε;
Εντάξει, άμα βρω κανα ντουφέκι, πάνω σε κανα διάσελο, μπορεί να ρίξω και κανα σμπάρο σε τίποτα ντενεκέδια κατά προτίμηση, άιντε να καπνίσω και κανα τσιγάρο στην άγρια φύση, άιντε να σπάσω και την τηλεόραση, αλλά ρε φίλε το πισί μου το θέλω. Πληκτρολογώ σε κομπιούτερ από το 1983, 37 χρόνια, και το έχω συνηθίσει. Ας πούμε ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό – αλλά μπορεί και να μπορώ, δεν με έχει απασχολήσει το θέμα (τουλάχιστον ακόμη). Δεν είμαι τεχνοφοβικός, αλλά δεν γουστάρω και πολλά-πολλά με την εξέλιξη. Δεν μου τρέχουνε τα σάλια, με την κάθε αηδία που πλασάρεται κάθε λίγο και λιγάκι. Έχω ένα αξίωμα πως ό,τι λειτουργεί ποτέ δεν αντικαθίσταται, όταν μπορεί και αξίζει να το επισκευάσεις (όταν χαλάσει).
Το «πυροβολήστε τον φόβο του θανάτου» είναι το πιο σωστό μήνυμα από το ταινιάκι της Κιτσοπούλου – και μόνο γι’ αυτό εγώ της βγάζω το καπέλο. Βασικά δεν πιστεύω ότι η υγεία είναι πολυτιμότερο αγαθό από την ίδια τη ζωή. Είσαι υγιής γιατί ζεις, όχι το ανάποδο.

24/5/2020
Διαβάζω κάτι βλακείες που γράφουνε στην Athens Voice για την Mariangela, με αφορμή την επανέκδοση ενός άλμπουμ της από το 1975, που είχε ενορχήστρωση και παραγωγή από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Το άλμπουμ ξαναβγήκε τώρα από την καναδική Telephone Explosion, αλλά στο άρθρο τής A.V. διαβάζουμε πως «το παρθενικό της άλμπουμ επανακυκλοφορεί από την κορυφαία ετικέτα επανεκδόσεων Light In The Attic στο Σιάτλ». Εγώ δεν βρήκα έκδοση στο discogs στην Light in the Attic, αλλά τέλος πάντων αλλού είναι το θέμα. Το ότι ο δίσκος αυτός πλασάρεται σαν «έπος» (το γράφει κάποιος Δημήτρης Λιλής και στο avopolis, μάλλον ο ίδιος θα έχει γράψει και το κείμενο στην A.V.), σαν «καλό κρυμμένο μυστικό» και η Mariangela σαν «θρυλική φωνή». Όλα αυτά, δεν χρειάζεται να το πω, με ξεπερνούν.
Ένα 17χρονο κορίτσι ήταν η Mariangela το 1975, που ηχογράφησε ένα απλώς συμπαθητικό LP, το οποίον δικαίως, να πούμε, ξεχάστηκε και αγνοήθηκε στην πορεία (και το λέω τούτο, όταν είναι γνωστό πως έχουν αγνοηθεί αληθινά αριστουργήματα).
Ρίχνω τώρα το άλμπουμ στο πλατώ (από την παλιά ελληνική έκδοση) και το ξανακούω. Δεν αντέχει στο χρόνο. Δυο-τρία συμπαθητικά κομμάτια και τα άλλα κάτω του μετρίου. Και η φωνή της Mariangela (που τότε έβγαινε συνέχεια στην τηλεόραση και γινόταν εξώφυλλο σε Μανίνες-Κατερίνες και σε άλλα περιοδικά) εντελώς παιδική και άφτιαχτη. Άιντε ν’ ακούσεις το “Honalulu baby” (του Παπαθανασίου), άιντε ν’ ακούσεις και το “Let me find a pathway” (που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Σπανουδάκης στο όντως πολύ καλό “Looking Back” – να ένα πραγματικά αξιόλογο άλμπουμ, που αξίζει να ανακαλύψουν οι attic-ιστές), άιντε ν’ ακούσεις και το “What you’re doing to me” (του Άλεξ Σπυρόπουλου, από Nirvana κ.λπ.) και από κει και πέρα... πάπαλα.
Ορισμένοι παίρνουν θάρρος, επειδή κάποιοι ξένοι επανεκδίδουν ελληνικά άλμπουμ, και από υπερβάλλοντα ζήλο γράφουν ό,τι να ’ναι. Σου λέει... αφού το εκτιμάνε οι ξένοι, δεν μπορεί, θα είναι καλό. Τόσο τους κόβει. Και των ξένων, που επανεκδίδουν ό,τι βρεθεί μπροστά τους, μα και των δικών μας, που έχουν χάσει το αισθητήριό τους... λιποθυμώντας μόλις θα γραφτεί, κάτι για εμάς, απ’ έξω.
Ολόκληρο άρθρο θα μπορούσα να γράψω, με αφορμή αυτά που διάβασα για την Mariangela, στην A.V., και να εξηγήσω γιατί τότε η δεξιά σκιζόταν να προβάλλει όλα αυτά τα πράγματα από ραδιόφωνο, τηλεόραση, νεανικά και οικογενειακά περιοδικά, αλλά ο κόσμος δεν τσίμπαγε. Σκέψου τι γινόταν, όταν ακόμη και τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης είχαν βγει στην τηλεόραση! Τώρα έχει έρθει η ώρα λοιπόν, για να μας τα παρουσιάσουν όλα αυτά, οι άσχετοι φιλελέδες, σαν... αδικημένα αριστουργήματα, ποδοπατημένα από την αρβύλα της αριστεράς κ.λπ.

24/5/2020
Ο πατριωτισμός της δεξιάς και της υπερδεξιάς, όταν ο κίνδυνος είναι κατασκευασμένος, εξαντλείται στην πατριδοκαπηλεία, ενώ όταν ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, τότε είναι συνυφασμένος με την ενδοτικότητα και με την προδοσία.

23/5/2020
Ρίχνοντας μια ματιά στην εκπομπή «Στο σπίτι με τη Νατάσα Θεοδωρίδου», τόπους-τόπους, γράφω μερικά συμπεράσματα.
α. Η Θεοδωρίδου τραγουδάει σαν να έχει κρεατάκια.. μπουκωμένη. Αν την ενοχλούσαν θα τα έβγαζε, για να καλυτερεύσει τη φωνή της, άρα, για να τραγουδάει έτσι πάει να πει ότι δεν γίνεται τίποτα. Είναι το φυσικό της. Τραγουδίστρια της... μύτης.
β. Είναι κυριλέ τραγουδίστρια, ελαφρολαϊκή, το στυλ της θυμίζει χούντα, μοιάζει σ' αυτό με την Μαρινέλλα, αλλά ουδεμία σχέση μεταξύ τους οι δύο φωνές.
γ. Πρέπει να ψάξω βαθιά για να βρω ένα τραγούδι της Θεοδωρίδου, που να μου αρέσει πολύ. Κάποιο μου άρεσε εκεί στις αρχές των 00s, αλλά τώρα δεν μπορώ να το θυμηθώ.
δ. Για μένα το ρεπερτόριό της γενικά είναι κάτω του μετρίου, προς το κακό – κάτι που δείχνει και την παλιοποιότητα του «σημιτικού» τραγουδιού (εποχής Σημίτη εννοώ), την ψεύτικη ευμάρεια και τα πλαστικά αισθήματα. Όλοι τότε τα ίδια λαμέ και ψεύτικα τραγούδια λέγανε. Η χειρότερη εποχή της νεότερης Ελλάδας. Τη ζήσαμε... περάσαμε, αλλά δεν κολλήσαμε.

23/5/2020
Μέσα σε δυο-τρία χρόνια, από το 1979 έως το 1981, είχα ακούσει όλους τους δίσκους του Σαββόπουλου. Τους ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά. Κάθε νότα τους. Διάβαζα και συνεντεύξεις του παράλληλα, γιατί πάντα, σε κάθε εποχή, ο Σαββόπουλος ήταν ο αγαπημένος των μίντια, και κάπως έτσι, μέσα σ’ εκείνο το σύντομο διάστημα, είχα συμπυκνώσει εντός μου, όλα όσα οι μεγαλύτεροι είχαν βιώσει μέσα σε 15 χρόνια. Ακούγοντας, δε, κάποιους της νεότερης γενιάς των τραγουδοποιών, που είχαν φυσικά και σαββοπουλικές αναφορές (γι’ αυτούς τους τραγουδοποιούς λέμε), ένοιωθα, ήδη από εκείνα τα χρόνια να τον ξεπερνώ εντός μου. Ήταν, εξάλλου, αρκετά μεγάλος για μένα τότε, και σχεδόν προβλέψιμος – και εξ αιτίας αυτού ακριβώς προτιμούσα τα πιο νέα, τότε, και αμόλυντα ονόματα.
Το πατατράκ έγινε με τους Πρώτους Αγώνες της Κέρκυρας, τέλη Σεπτεμβρίου του ’81, που είχε οργανώσει ο Μάνος Χατζιδάκις. Ορισμένους, απ’ αυτούς που εμφανίστηκαν τότε, εκεί, τους ένοιωθα σαν να σκάβουν το λάκκο τού Σαββόπουλου (καλλιτεχνικά λέμε πάντα) και μάλιστα τη παρουσία του, ενταφιάζοντάς τον επί τόπου (τότε στο θέατρο). Το επιβεβαίωσα και τα πιο πρόσφατα χρόνια αυτό, βλέποντας ξανά τις αντιδράσεις του από τη σάλα μετά από κάθε τραγούδι (τις αντιδράσεις του Σαββόπουλου, ως θεατή των Αγώνων εννοώ). Ένοιωθε και ο ίδιος, θέλω να πω, να τον ξεπερνούν οι νεότεροι ταλαντούχοι – όχι όμως με την μεγαλοπρέπεια και την παρρησία που αξίζει να δείχνουν οι μεγαλύτεροι, προς αυτούς που έρχονται να καταλάβουν τις θέσεις τους, αλλά κάπως... υποτιμώντας τους ή και ζηλεύοντάς τους. Εξάλλου ο Σαββόπουλος ήταν νέος ακόμη τότε, και εμφανιζόταν σαν να ένοιωθε την ανάσα τους, σαν κάτι να τον ενοχλούσε. Εγώ έτσι νομίζω, αυτή την εντύπωση έχω, κι ας μου πει όποιος θέλει ότι κάνω λάθος.
Εκπληκτικό τραγούδι, αφιερωμένο στον Γιάννη Σκαρίμπα, με στίχους, μουσική και ερμηνεία από τον Γιώργο Μακρή, με φοβερές εικόνες, μελωδία, παίξιμο, τραγούδισμα, τα πάντα. Για μένα ισάξιο των αριστουργημάτων του Σαββόπουλου, από τα sixties-early seventies, αλλά τότε, στις αρχές των 80s, πολύ πιο μπροστά απ’ οτιδήποτε ετοίμαζε εκείνη την εποχή (ο Σαββό).

23/5/2020
Βλέπω αυτή την ιστορία με το βιτριόλι να είναι πρωτοσέλιδο σε κάτι λαϊκίστικα μίντια και μειδιώ (για τους δικούς μου λόγους).
Παλιά, κάτι τέτοιες ειδήσεις, περνούσαν στα ψιλά των εφημερίδων, σε κάτι μονόστηλα της προτελευταίας σελίδας, γιατί ήταν κοινές και συνηθισμένες.
Το βιτριόλι υπήρξε όπλο των γυναικών έναντι των απίστων αντρών γενικώς, και στη γειτονιά μου, εκείνα τα χρόνια, όταν ήμουν παιδί, ήξερα έναν ταβερνιάρη που φορούσε συνέχεια κάτι σκοτεινά γυαλιά, και που τον φοβόμουνα (όπως τον έβλεπα), όταν με στέλνανε να πάρω κρασί (είχε βαρέλια).
Στη γειτονιά είχε διαδοθεί πως κάποια... μέγαιρα του είχε ρίξει βιτριόλι, επειδή τον είχε πιάσει με άλληνε. Ποτέ δεν μάθαμε την αλήθεια...

23/5/2020
Κανένας Αθηναίος δεν κατεβαίνει στο κέντρο για να περπατήσει – θα πρέπει να είναι τρελός. Στο κέντρο κατεβαίνουμε, επειδή υπάρχουν τα μαγαζιά, τα μικρομάγαζα, για να ψωνίσουμε. Αυτό που ο Μπακογιάννης λέει με στόμφο Μεγάλος Περίπατος είναι τρίχες και δεν αφορά τον Αθηναίο, αλλά τον τουρίστα.
Όταν θα κλείσουν όλα τα μαγαζιά, προκειμένου να γίνουν «εστίαση» και «τσολιαδάκια» την κάτσαμε. Πέραν του ότι θα καταστραφούν εκατοντάδες επαγγελματίες δεν θα έχουμε απολύτως κανένα λόγο, εμείς οι πιο μεγάλοι (δεν ξέρω τι θα κάνουν οι πιτσιρικάδες) να ξαναπεράσουμε από τα... διόδια και τις μπάρες του Συντάγματος.

23/5/2020
Νάνσυ Κανέλλη - αδελφή της Λιάνας. Φαίνεται ποια είναι από τις δύο.
Έχω και βιβλίο με ποιήματά της από το 1972. Το τραγούδι είναι από τέλη 80s βέβαια...

22/5/2020
Έκανα μια βόλτα το απόγευμα στις 5 στο κέντρο – την πρώτη μετά την καραντίνα. Πέρασα από δισκάδικα και βιβλιοπωλεία. Θλιβερή η κατάσταση. Κόσμος δεν κυκλοφορεί, ούτε στους δρόμους με αυτοκίνητα, ούτε στα πεζοδρόμια. Στάσεις άδειες, λεωφορεία ψιλοάδεια, στα μαγαζιά βαράνε μύγες. Πάνω από τα μισά μαγαζιά είναι κλειστά και όχι μόνο η εστίαση, μα και βιβλιοπωλεία, και άλλα πολλά. Κατεβασμένα ρολά συνεχώς. Ο κόσμος έχει φοβηθεί – και κόσμος δεν είναι μόνον οι πιτσιρικάδες στις πλατείες. Εγώ αυτό εισέπραξα απόψε. Ελπίζω, από Δευτέρα, τα πράγματα να είναι κάπως καλύτερα, γιατί αυτό που είδα σήμερα... δεν κυλάει... δεν βγαίνει.
Ψάχνοντας, πάντως, βρήκα πολύ, φθηνό και καλό υλικό – βιβλία βασικά.
Πήρα ένα αντικομμουνιστικό του Γεωργαλά από το ’71 (με κείμενα από την Σοβιετολογία), ένα κομμουνιστικό για την Εθνική Αλληλεγγύη επί ΕΑΜ (1941-1944), ξαναπήρα το «Γιατί αυτοχτόνησε ο Μπενερτζή;» του Ναζίμ Χικμέτ στον Στοχαστή (το βιβλίο που διάβασε ο Γκαΐφύλλιας πριν γράψει το κομμάτι), επειδή ήταν καινούριο και σε καλύτερη κατάσταση απ’ αυτό που είχα, και ακόμη δύο δυνατά βιβλία του Νίκου Πλατή, που δεν τα είχα, και που στις τιμές που τα βρήκα αποκλείεται να τα βρεις ξανά. Αυτά ήταν πραγματική ευκαιρία.
Το κέντρο ποτέ δεν θα σε απογοητεύσει σε τέτοια θέματα...

22/5/2020
>>Πριν φτάσει στο Εθνικό Θέατρο ο Πρωθυπουργός επισκέφθηκε τον γειτονικό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου όπου άναψε κερί.<<
Όπου βρει εκκλησία ανοιχτή μπουκάρει - πάντα μαζί με τον φωτογράφο του.

21/5/2020
Συζητούσα μ’ ένα φίλο το απόγευμα στο τηλέφωνο για το πανκ (μ’ έναν άλλο κουβεντιάζαμε για τον Αντρέα Μαζαράκη και για το αν έπαιζε σε ταινία του Κωνσταντάρα το 1972) και μεταξύ άλλων μου έλεγε τα γνωστά, για τη σβάστικα, και τα ναζιστικά παραφερνάλια, πως οι πάνκηδες δηλαδή τα χρησιμοποιούσαν για να προκαλέσουν τους καθωσπρέπει κ.λπ.
Και πάνω κει θυμήθηκα και του είπα κάτι που το είχα διαβάσει παλιά στο βιβλίο του Hunter Thompson για τους Angels (εκείνος το έλεγε για τους Angels)… ότι δηλαδή αφού ήθελαν να προκαλέσουν την μπουρζουαζία και τους αστούς, οι πάνκηδες, θα έπρεπε αντί για τη σβάστικα να ράβουν επάνω τους σφυροδρέπανα – γιατί μόνον αυτά θα έκαναν, πραγματικά, τους αστούς να ανατριχιάζουν και ν’ αλλάζουν χρώμα.
Έτσι είναι φίλοι μου (πάνκηδες) αγαπημένοι. Μόνον έτσι είναι.