Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

«Καραβάτζιο»: η ταινία του Derek Jarman, το σάουντρακ του Simon Fisher Turner – ένα παντοτινό αριστούργημα εικόνων και ήχων

Την ταινία του Derek Jarman (1942-1994) Caravaggio (Καραβάτζιο ή πιο σωστά Καραβάτζο) την είχα δει, δίχως να γνωρίζω τα «τι» και «πώς», όταν είχε παιχτεί για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους, τη σεζόν 1986-87.
Ήταν η εποχή όπου παρακολουθούσα σωρηδόν βρετανικές ταινίες –το british cinema βρισκόταν σε μία σχετική άνθηση στα μέσα του ’80– και παρότι το όνομα τού Jarman δεν μου έλεγε τίποτα εκείνη την εποχή (σχεδόν ούτε του Caravaggio, για να είμαι ειλικρινής), θυμάμαι πως μου είχε προξενήσει πολύ μεγάλη εντύπωση.
Ο Jarman, σκηνογράφος, συγγραφέας, ζωγράφος και ακόμη ακτιβιστής της γκέι κοινότητας του Λονδίνου, δεν είχε σκηνοθετήσει μία συνήθη βιογραφική ταινία για τον μεγάλο ιταλό ζωγράφο Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571-1610) κατά τον «ακίνδυνο» χολυγουντιανό τρόπο, καθώς επιχειρούσε να καταγράψει το νόημα τής σχέσης του με τη ζωή και το έργο τού Caravaggio, μέσα από μιαν αυστηρή αισθητική αναπαράσταση.
Επηρεασμένος από την «απροσδιόριστη» προσωπικότητα του κορυφαίου ζωγράφου (άθεος και υβριστής για τα δεδομένα της Καθολικής Εκκλησίας, αμφισεξουαλικός, μποέμ, εχθρός κάθε καλλιτεχνικής σύμβασης, πρωτοπόρος και ρεαλιστής, τοποθετημένος με αιτιολογημένη αλαζονεία απέναντι σε ό,τι του παραδόθηκε, ξιφομάχος και ακόμη... εγκληματίας για μια νύχτα), ο
Jarman καθρεφτίζει στο φιλμικό του κάδρο βασικά τον ίδιο τον εαυτό του, τις δικές του αγωνίες εννοούμε, μέσα από ρεαλιστικά, εικαστικά, πλάνα καθημερινών προσώπων.
Όπως ο Caravaggio, έτσι κι εκείνος δεν ενδιαφέρεται για το μεταφυσικό και την κοινώς εννοούμενη αμαρτία, αλλά για το τραγικό της καθημερινότητας επί του οποίου, εστιάζοντας, μεγεθύνει.
Ο πόνος, και για τους δύο, δεν συμβόλιζε την ηθικο-χριστιανική πορεία προς την λύτρωση, αλλά απλώς την εσωτερική ανάγκη για μία συνολική εκφραστική, που θα μπορούσε να σε εξισώσει με τους πάντες γύρω σου –αλήτες, πόρνες, φονιάδες, οποιουσδήποτε– και δι’ αυτού του τρόπου να εξιλεωθείς.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/karabatzio-ena-pantotino-aristoyrgima-eikonon-kai-ihon

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2021

SAH!, ARNE TORVIK TRIO ένα ιλιγγιώδες fusion trio κι ένα κλασικό piano-trio

SAH!: Past Present Future [Losen Records, 2021]
Τρίο είναι οι Sah!, το οποίον αποτελούν οι Fredrik Sahlander μπάσο, Bernt Moen πιάνο, πλήκτρα, σύνθια και Kirk Covington ντραμς (σένα track ντραμς παίζει ο Anders Langset). Η προέλευση του σχήματος είναι νορβηγική, με το “Past Present Future”, να περιλαμβάνει επτά πρωτότυπες εγγραφές, από το 2012 και το 2014, συν μια διασκευή στο “Inner urge” του Joe Henderson
Οι Sahlander και Moen είναι γνωστοί μουσικοί στο δισκορυχείον, καθώς έχουμε γράψει κατά καιρούς για διάφορα CD, στα οποία συμμετέχουν (δείτε, ας πούμε, τα reviews για το περσινό “Second Times the Charm” και το προπέρσινο “1+1=3” των Johnsen / Sahlander / Moen), ενώ και ο Kirk Covington είναι «μορφή», καθώς προέρχεται από τους Tribal Tech, έχοντας παίξει με θρύλους, όπως ο Allan Holdsworth και ο Joe Zawinul.
Οι ηχογραφήσεις που καταγράφονται εδώ και που χοντρικά ανήκουν στο χώρο του fusion, έχουν μιαν ιδιαιτερότητα. Αφορούν σε μιαν πολύ ιδιαίτερη φάση για τον Sahlander, όταν ο σουηδός μπασίστας είχε ολοκληρώσει τις μουσικές σπουδές του (2012), εμβαθύνοντας στον τομέα του αυτοσχεδιασμού και βλέποντας το... φως το αληθινόν, μέσα από την επαφή του με τον Gary Willis (τον ηλεκτρικό μπασίστα των Tribal Tech), που αναλαμβάνει να τον ξεναγήσει, ως δάσκαλος, προς αυτή την κατεύθυνση. Να του διδάξει, δηλαδή, τρόπους αντιμετώπισης και προσέγγισης του αυτοσχεδιασμού, προς την ανάπτυξη, βασικά, μελωδικών μοτίβων. Τα διδάγματα εκείνης της εποχής εμφανίζονται στις συνθέσεις τού “Past Present Future”, που ανήκουν όλες στον Sahlander (πλην της μιας, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, που αποτελεί διασκευή σύνθεσης του Joe Henderson).
Το άλμπουμ διαθέτει στιγμές ιλιγγιώδους fusion, με το ηλεκτρικό μπάσο τού Sahlander να πρωταγωνιστεί, ή το ρυθμικό τμήμα να πούμε καλύτερα, και με τα πλήκτρα του Moen να κάνουν φοβερή δουλειά, υποκαθιστώντας ακόμη και την ηλεκτρική κιθάρα (άκου το “Hold your breath” για παράδειγμα).
Έξοχα tracks, γενικώς, καταγράφονται και ακούγονται εδώ, πολύ υψηλού παικτικού δυναμικού (“Angry happy drummer”), από τα οποία δεν εκλείπουν φυσικά τα μελωδικά προτερήματα (“Horisont”), δημιουργώντας μία συνεχή και απρόσβλητη από εξωτερικούς παράγοντες ροή, που στόχο έχει –δηλαδή το επιτυγχάνει– το τέντωμα των αισθητηρίων του ακροατή, σε συνδυασμό με την απόλυτη, ηλεκτρική, απόλαυση.
Σπουδαίο άλμπουμ, εν ολίγοις, οδηγημένο από παικταράδες!
ARNE TORVIK TRIO: Northwestern Songs [Losen Records, 2020]
Ένα νέο, νορβηγικό, jazz-piano trio είναι το Arne Torvik Trio, το οποίο αποτελούν οι Arne Torvik πιάνο, Bjørnar Kaldefoss Tveite κοντραμπάσο και Øystein Aarnes Vik ντραμς. Το παρθενικό άλμπουμ τους αποκαλείται “Northwestern Songs”, περιέχοντας επτά... songs – τα έξι συνθέσεις του Torvik, με το τελευταίο “Johan” να αποτελεί ομαδικό αυτοσχεδιασμό.
Ένα κυρίαρχο στοιχείο των συνθέσεων τού Torvik είναι η μελωδικότητα.
Συνθέσεις απλές, αλλά εκφρασμένες περίτεχνα από τρεις μουσικούς, που έχουν εντρυφήσει στην τζαζ παράδοση της πατρίδας του, πρώτα-πρώτα, και περαιτέρω στην ευρύτερη.
Αυτό σημαίνει πως στα “Northwestern Songs” ανιχνεύονται οι κλασικές cool βορειοευρωπαϊκές αναφορές, σε συνδυασμό όμως μ’ έναν λυρισμό, που έρχεται να απεικονίσει και άλλους... μεταγενέστερους υπαινιγμούς, που μπορεί να εκκινούν από τον πιανιστικό κόσμο τού… γείτονα Esbjörn Svensson, αγγίζοντας, περαιτέρω, την romance του Keith Jarrett ή ακόμη και το blues (στο πρώτο και εξαιρετικό “Compromises”).
Γενικώς, η ευφράδεια, η αβίαστη ανάπτυξη και η άψογη συνεργασία ανάμεσα στους τρεις μουσικούς είναι εκείνα που κινητοποιούν τις συνθέσεις τού Torvik, κάτι που ο ακροατής θα το αντιληφθεί και θα το απολαύσει στα μεγαλύτερα, σε διάρκεια, tracks τού CD, όπως είναι το “First song” και το “Iver”.
Επαφή: www.losenrecords.no

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 361

15/4/2021
O καημένος ο Λευτέρης Μυτιληναίος στενοχωριόταν, γιατί ο Σπύρος Παπαδόπουλος δεν τον είχε καλέσει ούτε μια φορά στις εκπομπές του, λέγοντας σε συνέντευξη πως (ο Παπαδόπουλος) «θα έπρεπε να ντρέπεται γι’ αυτό που κάνει» και πως «δεν είναι ηθικό». Κι είχε δίκιο-βουνό από την μεριά του, αλλά...
Ο Παπαδόπουλος είναι... όπου φυσάει ο άνεμος, στυγνός επαγγελματίας, χωρίς καμία ηθική αντιμετώπιση της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού.
Όταν ήταν στα κρατικά κανάλια και τον έβλεπαν... τρεις κι ο κούκος, έκανε πιο λαϊκές εκπομπές, σε ντεκόρ χασαποταβέρνας αν θυμάστε, καλώντας και ανάλογους τραγουδιστές, αλλά όταν μετακόμισε στα glossy ιδιωτικά, οι εκπομπές του άλλαξαν στυλ, καθώς έγιναν τελείως λαμέ, ψεύτικες, δήθεν, αμετροεπείς και γλοιώδεις.
Ήταν άλλο, εννοούμε, το κοινό στο οποίο στόχευε, όταν ήταν στην κρατική τηλεόραση και άλλο αυτό στο οποίο στοχεύει τώρα.
Στο σκηνικό μιας εκπομπής, μεγάλου ιδιωτικού καναλιού, «για όλο τον κόσμο», δηλαδή μιας εκπομπής για τους πολλούς, που δεν καταλαβαίνουν και πολλά, και που προβάλλεται με ξεκάθαρους όρους «ανταγωνισμού» και όχι με σκληρά καλλιτεχνικούς (όπως θα έπρεπε), τραγουδιστές σαν τον μακαρίτη τον Μυτιληναίο (με ό,τι αυτός αντιπροσώπευε, σε κάθε επίπεδο, προσωπικό, καριέρας κ.λπ.) δεν θα μπορούσε να έχουν θέση.
Όπως δεν έχουν θέση κι ένα σωρό άλλοι εξάλλου...
[μεγάλο τραγούδι του Αντώνη Ρεπάνη και του Σάκη Καπίρη]
https://www.youtube.com/watch?v=g5gDfhIM78U

14/4/2021
Το τι είναι αυτισμός η ελληνική κοινωνία το έμαθε στα χρόνια του ’80 από τον Δημήτρη Κολλάτο. Κανείς δεν ήξερε πριν αυτή τη λέξη (το «κανείς» αντιλαμβάνεστε πώς το λέμε).
Μέχρι τότε τα παιδιά αυτά αποκαλούνταν στην καλύτερη περίπτωση «προβληματικά», ενώ παλαιότερα ακόμη και «ανώμαλα» (το έχω δει και σε τίτλο βιβλίου).
Ο ένας από τους γιους του Κολλάτου, ο Άλκης, ήταν βαριά αυτιστικός, αλλά ο πατέρας του –συγκλονισμένος από την καθημερινότητα, που βίωνε, με το παιδί του– δεν μάσησε. Δημοσιοποίησε το θέμα του, σε μια κοινωνία, που κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, παίρνοντας το ρίσκο και της έκθεσης ενός οικογενειακού δράματος, μα και μιας προσωπικής και καλλιτεχνικής επιλογής, να μετατρέψει την «Ζωή με τον Άλκη» πρώτα σε θεατρικό έργο, το 1984, και μετά σε ταινία, το 1988.
Σήμερα, ο Δημήτρης Κολλάτος ανακοίνωσε την απώλεια του Άλκη.
Έκανε πολλά για τα αυτιστικά παιδιά ο Κολλάτος, όλα τα επόμενα χρόνια, όσα μπόρεσε τέλος πάντων να κάνει ή όσα τον άφησαν να κάνει – και μόνο γι’ αυτό, γι’ αυτή του τη στάση, η ελεεινή ελληνική πολιτεία, του χρωστάει πολλά. Και η κοινωνία φυσικά.
[στο εξώφυλλο του βιβλίου ο Δημήτρης Κολλάτος, με τον άλλον γιο του Αλέξανδρο, που υποδυόταν τον αδελφό του Άλκη, στο θεατρικό και κινηματογραφικό έργο]

14/4/2021
«Πάσχα στο χωριό» χωρίς άνοιγμα της εστίασης δεν έχει νόημα ρε σαλτιμπάγκοι!
Τι να κάνουμε το «Πάσχα στο χωριό» ρε ακαμάτηδες, να τρώμε από το πρωί μέχρι το βράδυ, να είμαστε μέσα κλεισμένοι από τις 9 ή να μαζεύουμε παπαρούνες στα χωράφια;
Άιντε μ@λάκες, πάρτε πίσω τα φασιστικής έμπνευσης SMS και άλλους διάφορους γελοίους περιορισμούς και αφήστε τον κόσμο να κινηθεί υπεύθυνα, καθημερινά, στον τόπο του.
Θεωρείτε τον κόσμο υπεύθυνο να κάνει μόνος του, και κυρίως σωστά, ιατρικές πράξεις, δηλαδή σελφ τεστ, να καταγράφει με υπευθυνότητα και ειλικρίνεια τα αποτελέσματά τους, και δεν τον θεωρείτε υπεύθυνο να βγει και να ψωνίσει σαν άνθρωπος, αλλά μόνο μαρκαρισμένος και περιορισμένος. Είσαστε για φτύσιμο.

13/4/2021
– Χα χα... όχι ρε Jimi, αν είναι δυνατόν... Τι να κάνω εγώ στο Μοντερέι ρε; Αυτά είναι για 'σας, τα παιδιά... Πέρνα από το σπίτι τ’ απόγεμα, ρε κουφαλίτσα, να σου δείξω μερικά κόλπα να λιποθυμήσουνε οι χίπιδες...

13/4/2021
Βλάκας, τουλάχιστον. Αποκαλεί την Φον ντερ Λάιεν «κοντή», η οποία, κατ’ αυτόν, και παρά το εμπόδιο τού χαμηλού ύψους της, μπόρεσε... και τα λοιπά...
Είναι σαν να λέει πως αν ήταν 1,80 θα της φέρονταν καλύτερα.
Αναγνωρίζει δηλαδή το ύψος ως έναν παράγοντα διάκρισης, ο οποίος κατά τον Σχοινά μπορεί να αντισταθμιστεί από άλλου τύπου προσόντα – πράγμα που σημαίνει πως τον αποδέχεται, καλώντας, στην πράξη, τους κοντούς να δείχνουν περηφάνια κ.τ.λ., αν θέλουν να τους λαμβάνουν υπ’ όψιν. Αν είσαι κοντός και ταπεινός όμως, βάσει της λογικής του, πάει, την έκατσες!
Αν είναι δυνατόν να ξεστομίζονται τέτοιες αρλούμπες, από... αξιωματούχους!
Πιθανώς δε να πρόκειται και για μιαν εντελώς φαλλοκρατική δήλωση, καθότι μένει αδιευκρίνιστο το αν ένας άντρας τού 1,65 θα έπρεπε να είναι το ίδιο περήφανος, με μια γυναίκα, για να τον λαβαίνουν υπόψιν τους, ή αν θα αρκούσε, απλώς, το ότι θα ήταν άντρας.

12/4/2021
>>Έφυγε από τη ζωή ο μαέστρος Νίκος Δανίκας, πατέρας του τηλεοπτικού Φανούρη από τις Μέλισσες!<<
Φανούρης, Μέλισσες και... τρίχες κατσαρές! Τι είναι αυτά ρε ρεμπεσκέδες;
Πέθανε ο Νίκος Δανίκας, ο συνθέτης και μαέστρος... τελεία.
Τι μας μπερδεύετε με τους Φανούρηδες; Ποιοι είναι αυτοί και ποιες είναι οι Μέλισσες; Τι εστί Μέλισσες δηλαδή;
Εδώ λέμε ότι πέθανε ένας άνθρωπος, με το δικό του αυτοδύναμο έργο. Ό,τι άλλο θέλετε να πείτε... πείτε το στο κείμενο, όχι στον τίτλο. Τα έχετε κάνει όλα σαν τα μούτρα σας...
https://www.youtube.com/watch?v=8n7hj7-VvLo

ENRICO PIERANUNZI & BERT JORIS ντούο πιάνο-τρομπέτα από δύο μουσικούς με ιστορία

Από τους σημαντικότερους ιταλούς πιανίστες της jazz, τα τελευταία 50 χρόνια, ο Enrico Pieranunzi έχει άπειρη δισκογραφία σε μεγάλες και ιστορικές εταιρείες (Horo, Soul Note, Enja, EGEA, C.A.M. Jazz κ.ά.), ενώ εσχάτως συνεργάζεται και με την ολλανδική Challenge Records. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του εκεί έχει τίτλο Afterglow (2021) και σ’ αυτό συμπράττει με τον βέλγο τρομπετίστα Bert Joris, που και αυτός έχει την δική του ιστορία στο χώρο, με εκτεταμένη προσωπική δισκογραφία και συμμετοχές σε πάμπολλα σχήματα (μαζί με Joe Haider, Klaus Weiss κ.ά.). Οι δυο τους, Pieranunzi και Joris, συνεργάζονται στην δισκογραφία από τα χρόνια του ’90, όμως τώρα είναι η πρώτη φορά που ετοιμάζουν ένα άλμπουμ για δύο – για τους δυο τους. Γιατί στο “Afterglow” οι δύο μουσικοί είναι μόνοι τους (ακούμε μόνο πιάνο και τρομπέτα δηλαδή), παρουσιάζοντάς μας έντεκα tracks (επτά συνθέσεις του Ιταλού και τέσσερις του Βέλγου), τα οποία ενσωματώνουν πολλά από εκείνα τα στοιχεία, που συναποτελούν την λεγόμενη «ευρωπαϊκή τζαζ».
Υπάρχει λοιπόν από την μια μεριά ο λυρισμός, τα συναισθηματικά παιξίματα, η μελωδική επεξεργασία και διαμόρφωση, που θα μπορούσε, ως κλίμα, να τ
o αποκαλέσουμε και «μεσογειακό» (άκου φερ’ ειπείν τα tracksAfterglow”, “Cradle song for Mattia” και “How could we forget”), αλλά από την άλλη υπάρχει και μια πιο αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, από την οποία δεν εκλείπει βεβαίως και ο μελωδικός προβληματισμός, όπως συμβαίνει σε κομμάτια σαν τα “Five plus five”, “Whats what” και “No found” για παράδειγμα. (Οι τίτλοι, εξάλλου, τις περισσότερες φορές είναι κρυφά προγραμματικοί, υποδηλώνοντας αν αυτό που θ’ ακούσεις θα είναι περισσότερο λυρικό ή περισσότερο περιπετειώδες).
Περαιτέρω, να πούμε πως σε μεγάλο μέρος τού άλμπουμ οι δύο συνθέτες-οργανοπαίκτες παίζουν παράλληλα – δεν έχουμε, με άλλα λόγια, ιδιαίτερα και κυρίως μακροσκελή σόλι. Τούτο σημαίνει (και αναφερόμαστε στο παράλληλο παίξιμο) πως η συνεργασία των Pieranunzi και Joris είναι βαθιά και ουσιαστική, πως ο ένας γνωρίζει τα «μυστικά» του άλλου από καιρό (η 30χρονη συνεργασία τους το αποδεικνύει), και πως μπορεί να ξεκινήσει μια «συζήτηση» μεταξύ τους, με τηρούμενες όλες τις... δημοκρατικές διαδικασίες. Ανταλλαγή... επιχειρημάτων, ζωντανός διάλογος μεν, μα όχι επικαλύψεις δε.
Εν τέλει, ο ήχος των δύο οργάνων, του πιάνου και της τρομπέτας, είναι πάντα εκεί, παρών, αυτόνομος, μέσα στο κοινό, βεβαίως, περιβάλλον, ανταποκρινόμενος πλήρως στα υψηλά στάνταρντ τεχνικού και συναισθηματικού δυναμικού, που έχουν θέσει εξ αρχής οι δύο οργανοπαίκτες.
Το “Afterglow” είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ!
Επαφή: www.challengerecords.com
 
πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Yellow Box, τεύχος #07, Απρίλιος-Μάιος 2021

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2021

NATSUKI TAMURA / SATOKO FUJII το νέο φωτεινό άλμπουμ τού δημιουργικού ντούο, που αναφέρεται στην δυστοπία του εγκλεισμού

Μαζί στη ζωή, μαζί στη σκηνή, μαζί και στην δισκογραφία, σε αναρίθμητα projects, οι Natsuki Tamura τρομπέτα και Satoko Fujii πιάνο, έχουν ουκ ολίγες διαπροσωπικές συναντήσεις – με την “Keshin” να είναι η όγδοη και η πλέον πρόσφατη. Μάλιστα, για κάποιες από τις προηγούμενες επτά έχουμε γράψει τα σχετικά και στο δισκορυχείον (βλέπε τα κείμενα για τα άλμπουμ “Kisaragi” από το 2017 και “Muku” από το 2012), ενώ είναι πολλαπλάσιες οι κριτικές για τα κοινά CD των δύο μουσικών, μαζί, όμως, και με άλλους οργανοπαίκτες.
Στο Keshin [Libra Records, 2020/21], που είναι ηχογραφημένο στο σπίτι των Tamura και Fujii, στην πόλη Kobe της Ιαπωνίας, στις 1 και 2 Νοεμβρίου 2020 (πολύ πρόσφατα δηλαδή), οι δύο συνθέτες-αυτοσχεδιαστές παρουσιάζουν επτά tracks (τέσσερα ανήκουν στην Fujii και τρία στον Tamura), που είναι επηρεασμένα, όπως διαβάζουμε στο ένθετο, από την συγκυρία την οποία ζούμε – από τον κατ’ οίκον αποκλεισμό και εγκλεισμό, εννοούμε, λόγω της ίωσης. Με ποιαν έννοια όμως; Όχι μ’ εκείνη την δύσθυμη, την δυστοπική ή την ελεγειακή, αλλά με μια πιο «ανοιχτή», πιο προσιτή, πιο φωτεινή και πιο λυρική. Στην αντίδραση υψώνεται, με άλλα λόγια, μία δράση, που επιχειρεί να υπερνικήσει ό,τι πιο σκοτεινό και απάνθρωπο έρχεται να σκιάσει την καθημερινότητα των δύο μουσικών – οι οποίοι έχουν τον τρόπο να μεταλαμπαδεύσουν στους ακροατές τους, μέσω της μουσικής τους, την ίδιαν αισιοδοξία.
Έτσι, εδώ, στο “Keshin”, λείπουν σε μεγάλο βαθμό τα αβαντ-γκαρντίστικα στοιχεία, όπως και τα πιο σκληρά αυτοσχεδιαστικά, καθώς αυτά έχουν αντικατασταθεί από πιο προσιτές προσεγγίσεις και βεβαίως παιξίματα, βγαλμένα από πολλές και διαφορετικές φάσεις από την ιστορία της jazz.
Thelonious Monk ας πούμε, που είναι μια πολύ βασική αναφορά εδώ, Paul Bley ή και Keith Jarrett ακόμη – δίχως, πάντως, τούτο να σημαίνει πως ο Tamura, κατά τα δικά του ειωθότα, δεν «πνίγει» την τρομπέτα του ανά σημεία (στην αρχή τού 10λεπτου “Three scenes” για παράδειγμα, που είναι και δική του σύνθεση).
Με τέτοιες αναφορές οι συνθέσεις των Tamura και Fujii κανονικοποιούνται, μέσα στο δικό τους σπιτικό περιβάλλον, που παίζει και αυτό τον ρόλο του, όσο να ’ναι, στην επέλαση, ας το πούμε έτσι, τούτης της... μουσικής αισθητικότητας.
Καταπληκτικά tracks παρουσιάζουν εδώ οι δύο μουσικοί κι ένα απ’ αυτά είναι η υπέροχη blues-ballad (χωρίς λόγια φυσικά) “Drop”, με το έσχατο “Sparrow dance” (κάπως προγραμματικός ο τίτλος), να εκπλήσσει με την παιχνιδιάρικη και εύθυμη ανάπτυξή του. Κομμάτι, που μπορεί να λογιστεί και ως ένα είδος σπονδής προς την ελευθερία – προς μιαν ελευθερία κινήσεων, τέλος πάντων, που δεν θα πρέπει να πηγαίνει αντίθετα από τις αξίες τής φυσικής ζωής.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τρίτη, 13 Απριλίου 2021

YELLOW BOX τεύχος 07 (Απρίλιος-Μάιος 2021)

Το έβδομο τεύχος του νέου ηχο-μουσικού περιοδικού Yellow Box βρίσκεται στα περίπτερα. Το τεύχος έχει 144 σελίδες, κοστίζει 6 ευρώ, διατίθεται σε έξι διαφορετικές συσκευασίες, με έξι διαφορετικές προσφορές (Tony BennettViva DuetsCD, Vincent DelermLes Amants ParallelesCD, Robbie WilliamsThe Heavy Entertainment ShowCD, John TropeaLivinin the JungleCD, Daniel BarenboimPlays Bach / Goldberg VariationsDVD, Lorin MaazelIn Memoriam / Verdi RequiemBlu-Ray), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους δύο διαγωνισμούς που τρέχουν.
Ο πρώτος για τον έναν χρόνο του περιοδικού με δώρα αξίας 3.000 ευρώ (New Apple iPad Air 10,9’’, Προβολέας Benq GS2, Ηχεία δαπέδου Elac Debut Reference, 10 audiophile βινύλια 180grElvis Presley: From Elvis in Memphis της Speakers Corner”, 5 ultimate high quality CDMiles Davis: Kind of Blue” της ιαπωνικής Sony) και ο δεύτερος για τους συνδρομητές, που αφορά σ’ ένα ολοκαίνουριο σετ ηχείων, ενεργό / παθητικό Rois Acoustics IQ-2, αξίας 399 ευρώ.
Στις σελίδες τώρα, άπειρα reviews για νέα προϊόντα – μερικά τα βλέπετε και στο εξώφυλλο.
Πρώτο και καλύτερο ο ολοκληρωμένος ενισχυτής Arcam SA30 (review του Γιώργου Κατρακάζα) και ακολουθούν τα ηχεία βάσης Wharfedale Linton Heritage, το ενεργό ηχείο Dutch & Dutch 8c (review του Δημήτρη Σταματάκου), ο ολοκληρωμένος ενισχυτής / DAC / ενισχυτής ακουστικών Tsakiridis Devices Theseus (review του Μάνου Μαστραντωνάκη), το ενεργό ζεύγος ηχείων bluetooth Audioengine A1, ο DAC / steamer / ψηφιακός προενισχυτής Bryston BDA 14.3, ο ολοκληρωμένος ενισχυτής / DAC Advance Paris A10 Classic, τα ηχεία δαπέδου Cambridge Audio SX-80, ο ενισχυτής ακουστικών Rupert Neve RNHP και άλλα πολλά.
Επίσης άρθρα για «το video στο έξυπνο σπίτι» (Γιώργος Γεωργιάδης), για «τα ηχεία κλειστού τύπου» (Γιώργος Νταναβάρας), οδηγοί αγοράς («Η εισβολή της... ηχομπάρας» του Βασίλη Πέππα) κ.λπ.
Το δεύτερο μέρος του περιοδικού, όπως πάντα, αφορά στην δισκογραφία, με δεκάδες reviews κλασικής μουσικής, jazz, rock, folk, country, pop, audiophile εκδόσεις κ.λπ. (συμμετέχω κι εγώ με δώδεκα δισκοκριτικές για ποικίλων ειδών άλμπουμ), άρθρα, συνεντεύξεις, θέματα για τον κινηματογράφο, το βιβλίο, ιστορικούς τραγουδοποιούς (Tony Joe White) και ανάμεσα κι ένα δικό μου 5σέλιδο κείμενο για επισκιασμένους και μη έλληνες καλλιτέχνες της μπαλάντας και του folk, ηλεκτρικού ή όχι.
Πολύ πράμα... και σ’ αυτό το τεύχος. Χρόνο να ’χεις να διαβάζεις, ν’ ακούς και να βλέπεις...
Επαφή: www.yellowbox.gr

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

όταν ο Gregory J. Markopoulos γύριζε την ταινία «Γαλήνη» στην Ελλάδα του ’50 – η εμπλοκή του διακεκριμένου film-maker του underground με το μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη, όπως και με το μοντέλο παραγωγής της εποχής

Για τον αμερικανό film-maker Gregory J. Markopoulos (1928-1992), ελληνικής καταγωγής (από την Αρκαδία), ίσως δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Είναι γνωστές, εννοούμε, ορισμένες πολύ βασικές πληροφορίες για το έργο του, τις οποίες πάντως αξίζει να επαναλάβουμε.
Κατ’ αρχάς πως θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του underground film, μαζί με τους Jonas Mekas, Stan Brakhage, Kenneth Anger, Shirley Clarke, Hollis Frampton, Andy Warhol κ.ά. και πως οι ταινίες του –μερικές εκ των οποίων απολύτως καθοριστικές για τον χώρο, σαν τις Twice a Man (1963) και Illiac Passion (1967)–, αποτελούν εξέχοντα δείγματα ενός ανεξάρτητου κινηματογράφου, εικαστικού, ποιητικού, αφαιρετικού και πειραματικού συνάμα, που, στην περίπτωση τού Markopoulos, αντικατοπτρίζει, βασικά, την λατρεία του για την ελληνική αρχαιότητα και περαιτέρω για το αντρικό γυμνό.
Ο Markopoulos ήταν στενά συνδεμένος με την Ελλάδα (η μητρική του γλώσσα ήταν η ελληνική), καθώς δεν είχε απλώς επισκεφθεί την χώρα, αλλά έζησε και δημιούργησε εδώ για αρκετά χρόνια, στις δεκαετίες του ’50 (όταν είχε έλθει για πρώτη φορά, με στόχο να γυρίσει μία «ελληνική» ταινία) και του ’80 (όταν η παρουσία του συνδέθηκε με την δημιουργία του Τεμένους, ενός χώρου ιδανικού κατ’ εκείνον για την προβολή του έργου του, που έστησε από το τίποτα, μαζί με τον σύντροφό του Robert Beavers, στην Λυσσαρέα Αρκαδίας).
Μάλιστα, οι δραστηριότητές του καλύπτονταν πάντα, στο μέτρο του δυνατού, και από τον κυρίαρχο Τύπο και όχι μόνον από τον...
underground, τον ειδικό κ.λπ., καθώς και οι εφημερίδες έγραφαν για τα πρότζεκτ του, που εξελίσσονταν στη χώρα μας στα χρόνια του ’50 και του ’80, μα και τα περιοδικά, από τα τέλη του ’60 ήδη, έκαναν αναφορές στην περίπτωσή του, ως έναν, κατ’ αρχάς, εκ των πρωτοπόρων του underground film.
Στον Σύγχρονο Κινηματογράφο (τεύχος 2, Οκτώβριος 1969) ο Άκης Καλομοιράκης γράφει για την «έκρηξη του νέου αμερικανικού κινηματογράφου» με αναφορά και στον... Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, ενώ στο ίδιο τεύχος παρουσιάζεται μία πινακοθήκη κινηματογραφιστών του underground, μεταφρασμένη από το κλασικό βιβλίο τού Sheldon RenanAn Introduction to the American Underground Film” [E.P. Dutton & Co., Inc., New York 1967]. Ανάμεσα στα «πορτρέτα» των film-makers που είχαν επιλεγεί για να μεταφραστούν στην γλώσσα μας και μια συντομευμένη εκδοχή τού κειμένου του Renan για τον Gregory J. Markopoulos. Αξίζει να την μεταφέρουμε, επειδή είναι συμπυκνωμένη και ουσιαστική, όπως ακριβώς είναι διατυπωμένη στον Σύγχρονο Κινηματογράφο:
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/otan-o-gregory-j-markopoulos-gyrize-tin-tainia-galini-stin-ellada-toy-50

Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 360

11/4/2021
«Η συντηρητική επανάσταση στην Αμερική» είναι ένα βιβλίο που είχε κάνει εντύπωση στη Γαλλία, όταν είχε κυκλοφορήσει, το 1983, ως “La Révolution conservatrice américaine”, γραμμένο από έναν σχετικά άγνωστο τότε Γαλλοαμερικανό 40άρη τον Guy Sorman. Το βιβλίο το είχα διαβάσει προς τα τέλη των 80s, όταν είχα εντοπίσει την ελληνική έκδοσή του [Ροές, 1985] και μπορώ να πω πως με είχε εκνευρίσει αφάνταστα. Και τώρα είναι εκνευριστικό, αλλά τότε που το είχα διαβάσει ήμουν πιο νέος και τα ’παιρνα πιο εύκολα...
Ο Sorman ήταν-είναι ένας ακραίος δεξιός-νεοφιλελεύθερος, που μισεί την αριστερά, τον Μάη του ’68, τα κοινωνικά κινήματα, τις κατακτήσεις του σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και στο επίπεδο των ιδεών και στο πρακτικό, υποστηρίζοντας από πολύ νωρίς, από τα τέλη των σέβεντις, με μένος, και με στοιχεία ό,τι να ’ναι, τις κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Πινοσέτ, αργότερα της Θάτσερ, του Ρήγκαν κ.λπ.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, που αποτελεί μία πρόωρη «Αγία Γραφή» του νεοφιλελευθερισμού, γράφει για το «τέλος των αμφισβητιών», για την «αυτοκτονία των συνδικάτων», για «μαύρους, που είναι ενάντια στα πολιτικά δικαιώματα», για τους δεξιούς διανοούμενους, που πήραν την σκυτάλη από τους αριστερούς, έχοντας αυτοί τώρα το πάνω χέρι στη διατύπωση των ιδεών, ενώ καταφέρεται εναντίον των hippies και της αντικουλτούρας, γράφοντας για την «χριστιανική αφύπνιση των απλών ανθρώπων», αναμασώντας τα γνωστά νεοφιλελέ δόγματα περί μείωσης φόρων (που πάνε παρέα με τη διάλυση του κοινωνικού κράτους κ.λπ.).
Κάποιοι ψυλλιασμένοι δεξιοί των έιτις, «πεφωτισμένους» να τους πούμε, το βιβλίο αυτό το αντιμετώπιζαν σαν Ευαγγέλιο –θυμάμαι τέτοιους τύπους στη Σχολή– και τον Guy Sorman κάπως σαν γκουρού, που ήξερε να σπιλώνει με «στοιχεία» και με «επιχειρήματα» όλες τις κατακτήσεις της αριστεράς, μετά τον Πόλεμο.
Γιατί τα θυμήθηκα, τώρα, όλα αυτά; Γιατί εσχάτως ο Sorman, που έχει διαχρονικό κόλλημα με τον Μάη του ’68, ως μόνιμος κατήγορος των ιδεών που ξεπήδησαν από ’κει, τα έβαλε με τον Μισέλ Φουκώ (1926-1984) κατηγορώντας τον, μετά θάνατον, και με τελείως αναπόδεικτα στοιχεία, ως φαίνεται, για παιδοφιλία.
Γενικά η κατηγορία τής παιδοφιλίας «παίζει» πολύ στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο σε σχέση με τα στελέχη και τους διανοούμενους του Μάη, αποτελώντας ένα μόνιμο και αγαπημένο πεδίο των φιλελέδων, στην επαναδιατύπωση της σεξουαλικότητας με όρους μιας ανώτερης πνευματικής ηθικής, της... δικής τους (την οποία στερείται, υποτίθεται, η άλλη πλευρά).
Υπάρχουν ωραίες απαντήσεις, προς τον Guy Sorman, για το θέμα με τον Φουκώ, σ’ ένα μεταφρασμένο άρθρο τού Σπύρου Στάβερη, στο LiFO.gr, που προτείνω να το δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο…
https://www.lifo.gr/blogs/almanac/oi-satanistikes-teletes-toy-misel-foyko-kai-ta-bullshit-toy-gky-sorman

11/4/2021
Μέγιστος Πυθαγόρας! Τι θα είχε γράψει αυτός ο άνθρωπος αν ζούσε μια-δυο δεκαετίες ακόμη, στα 80s και στα 90s... Το ερωτικό ελληνικό τραγούδι πρώτα-πρώτα, αλλά και το γενικότερο, πήγε πολύ πίσω από τον πρόωρο χαμό του (μόλις στα 49 του).
Σπουδαία μελωδία από τον Κατσαρό και υπερβατική ερμηνεία από τον Πάριο εδώ. Μεγάλες στιγμές του ελληνικού «ευρωπαϊκού» τραγουδιού και σφόδρα υποτιμημένες σήμερα...
https://www.youtube.com/watch?v=Zafj1ieOZIc

10/4/2021
Είχε παίξει και στην Αθήνα -Απρίλης 1999 ήταν-, όρθιος και με τα δυο του πόδια να πατάνε γερά στο πάλκο, και με τα χέρια του να πετάνε φωτιές. Εκρηκτικό λάιβ! Υπέφερε όμως από διαβήτη κι είχε κακό τέλος. Ηχογραφούσε, όμως, ακόμη και με κομμένο πόδι... Για τον γίγαντα Son Seals λέμε...
https://www.youtube.com/watch?v=7jIj2xamIPE

10/4/2021
Αφού είδα κάμποσες ελληνικές ταινίες από την δεκαετία του 2010, που σε γενικές γραμμές κινούνται σ' ένα ικανοποιητικό επίπεδο (έγραψα και σε άλλο ποστ, πριν από μερικές μέρες), βλέπω εδώ και δυο βδομάδες ταινίες τής δεκαετίας 2000-2010. Απογοήτευση... έως ώρας.
Η «Κινέττα» (2005) του Λάνθιμου και η «Ιστορία 52» (2008) του Αλεξίου δεν βλέπονται με τίποτα. Ειδικά η «Κινέττα» αγγίζει τα όρια του απαράδεκτου. Απορίας άξιον πώς αυτοί οι σκηνοθέτες ανέβηκαν τόσο πολύ την επόμενη δεκαετία – ιδίως ο Αλεξίου με την «Τετάρτη 04:45».
Φαίνεται πως η «κρίση» κινητοποίησε τους σκηνοθέτες μας, που δούλεψαν ωραία σενάρια με ευφάνταστο, συχνά, τρόπο. Δεν εξηγείται αλλιώς...
10/4/2021
>>Η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ είναι έγκλημα ειδεχθές. Η δημοσιογραφική ιδιότητα του θύματος προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στην υπόθεση. Μόλις συναντήθηκα και ενημέρωσα τον πρωθυπουργό. Με ρητή εντολή του, οι έρευνες θα επισπευσθούν στο μέγιστο. Η Ελλάδα έχει, με κάθε στατιστική, πολύ μικρό αριθμό ανθρωποκτονιών στην Ευρώπη. Είναι ασφαλής και ήσυχη χώρα.<<
… και τακτική, κυρίως τακτική... απορώ πώς του διέφυγε...

10/4/2021
Είμεθα ψοφοδεείς και δεν ασχολούμεθα με τα φλέγοντα ζητήματα, που απασχολούν αυτή τη στιγμή τον τόπο. Να μερικά...
>>Bρετανία: Κανονιοβολισμοί και ενός λεπτού σιγή για τον Φίλιππο<<
>>Τι θα κάνει η Ελισάβετ μετά τον θάνατο του Φιλίππου;<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια και η Ελλάδα<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Η ζωή του σε 15 φωτογραφίες<<
>>Βασίλισσα Ελισάβετ και Πρίγκιπας Φίλιππος - Μια ιστορία αληθινής αγάπης (και ψυχρού καθήκοντος)<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Η γέννηση στην Κέρκυρα- Η σχέση με την Ελλάδα - Δείτε τη σπάνια φωτογραφία όπου ποζάρει ντυμένος τσολιάς<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Συλλυπητήρια από ηγέτες και προσωπικότητες - Εκφράζουν τη λύπη τους για τον θάνατό του<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Το «αντίο» Βρετανών - Με λουλούδια στο Παλάτι<<
>>Πρίγκιπας Φίλιππος: Τι γίνεται μετά τον θάνατό του<<

[στο σάιτ της Athens Voice, στο πρωτοσέλιδό της, αυτή τη στιγμή]

9/4/2021
Πολύ σκατομέρα η σημερινή. Ας ρίξουμε κάτι να την ξορκίσουμε... Ένα τραγούδι που το ακούω ανελλιπώς από τα έιτις. Bill Fay
https://www.youtube.com/watch?v=mJfca3ImjKc

9/4/2021
Στο νέο τεύχος του Yellow Box + CD (#07, Απρίλιος-Μάιος 2021, 6 ευρώ), που κυκλοφορεί στα περίπτερα.
Αυτά που βλέπετε (Πάνος Σαββόπουλος, Μαρίζα Κωχ, Χάρης Βρουλής, Μαριάννα Τόλη, Νίκος Κυπουργός) και άλλα διάφορα...

8/4/2021
Το ότι ανοίγουν τα Λύκεια, χωρίς κανένα ουσιαστικό μέτρο, που να σχετίζεται με την αραίωση των μαθητών στις αίθουσες-κλουβιά, είναι εγκληματικό.
Αυτά με τα σελφ-τεστ είναι παραμύθια. Κανένας δεν εξασφαλίζει αν θα γίνονται στ’ αλήθεια, αν θα γίνονται σωστά, αν θα καταγράφονται όπως πρέπει τα αποτελέσματα κ.ο.κ. Άσε δε την αξιοπιστία τους, που είναι ούτως ή άλλως κάτω από 80%, ενώ όταν γίνονται από «μη ειδικούς», όπως διαβάζω, η αξιοπιστία τους πέφτει κάτω και από 60%. Χοντρικά, τα μισά τεστ θα δείχνουν ό,τι να ’ναι. Αν είναι δυνατόν ο κόσμος να ασχολείται μ’ αυτά τα θέματα, επειδή είναι... απλά.
Τα Λύκεια, περαιτέρω, όσον αφορά στις ψυχολογικές επιπτώσεις, είναι σίγουρα τα λιγότερο επιβαρυμένα (για τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά υπάρχει απείρως μεγαλύτερη ανάγκη να λειτουργήσουν), ενώ είναι κι εκείνα που ελέγχονται, γενικώς, δυσκολότερα.
Σ’ έναν έφηβο δεν μπορείς να παρέμβεις σχεδόν σε τίποτα, θα κάνει ό,τι γουστάρει (και πριν, και κατά τη διάρκεια, και μετά το σχολείο), και καλά θα κάνει – ένα παιδάκι του δημοτικού είναι πιο ελέγξιμο. Αφήνω κατά μέρος την λεπτομέρεια πως για την Γ Λυκείου αυτή η εποχή σημαίνει «μη-σχολείο» και «σπίτι-φροντιστήριο»...
Θέλουν να δοκιμάσουν τις πάσης φύσεως αντοχές των οικογενειών στο όνομα ποιων άραγε; Των προμηθευτών των σελφ-τεστ, των ιδιοκτητών των ιδιωτικών σχολείων, κάποιων άλλων... τρίτων... τέταρτων... πέμπτων; Ζούγκλα...

ZERO 2 NOTHING ένα εξαιρετικό hard rock ελληνικό συγκρότημα

Zero 2 Nothing λέγονται, είναι Έλληνες, παίζουν hard rock χοντρικώς, ενώ μέλη τους είναι οι Teo φωνές, Rania πιάνο, σύνθια, Bill κιθάρες και Chris μπάσο (υπάρχει και ντράμερ φυσικά, που δεν είναι πλέον στο σχήμα, αλλά είναι στην ηχογράφηση, και ο οποίος λέγεται Periklis Roussis). Το παρθενικό άλμπουμ των Zero 2 Nothing αποκαλείται Limits of Temptation [Art Gates Records, 2021] και περιλαμβάνει εννέα tracks, όλα γραμμένα από το συγκρότημα (μουσικές και από τους τέσσερις, στίχοι από τον Teo).
Δεν έχουμε να γράψουμε πολλά λόγια για τους Zero 2 Nothing και το “Limits of Temptation”, για τον πολύ απλό λόγο πως, εδώ, όλα είναι και λειτουργούν «τέλεια». Κι επειδή είναι «τέλεια», δεν υπάρχει κανένας λόγος να ψάξεις στις λεπτομέρειες, για να δεις τι δεν πηγαίνει καλά. Εδώ, μετράει η γενική εικόνα. Η εικόνα ενός σκληρού, ενός «μεταλλικού» γκρουπ, που ξέρει τι ζητά και απλώς αυτό που ζητά γνωρίζει πώς να το κατακτά με πανεύκολο τρόπο. Πανεύκολο για τους Zero 2 Nothing, όχι γενικώς πανεύκολο. Κάτι, που, σε κάθε περίπτωση, σημαίνει πολλά.
Κατ’ αρχάς αναμφισβήτητο ταλέντο απ’ όλα τα παιδιά. Δεύτερον, δουλειά, ενασχόληση, ψάξιμο, προβάρισμα, εμφανίσεις σε σκηνές, συζητήσεις επί συζητήσεων για τα τεχνικά θέματα, για τον ήχο, την μείξη, την παραγωγή, την κοπή, το εξώφυλλο... για όλα. Ναι, και για το εξώφυλλο, γιατί από το εξώφυλλο, που είναι επίσης άψογο, αρχικώς, αντιλαμβάνεσαι πως εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι το... progressive. Και όντως. Μπορεί οι Zero 2 Nothing να μην ανήκουν στο κλασικό progressive rock, αλλά σίγουρα ανήκουν στο progressive hard rock.
Διαθέτουν κάτι το παλιομοδίτικο τα τραγούδια των Zero 2 Nothing; Πιθανώς, δίχως όμως να είναι κάπου σκαλωμένα, ούτε σαν φόρμα, ούτε σαν ήχος. Ασυζητητί ακούγονται οι φίλοι μας σαν ένα γκρουπ τού σήμερα, και λόγω της απλής και διαυγούς παραγωγής τους, αλλά από την άλλη δεν είναι κι ένα γκρουπ τού σήμερα οι Zero 2 Nothing – και τούτο, γιατί το rock τους, το μεταλλικό rock τους, δεν έχει καμία σχέση με το stoner. Και είναι αυτό ακριβώς που κάνει τη μεγάλο διαφορά – καθότι το stoner έχει διαβρώσει πλέον «τα πάντα». Επίσης δεν έχει καμμία σχέση με το σύγχρονο heavy metal και τα ποικίλα παρακλάδια του. Είναι hard rock βασικά… μεταιχμίου κάπως, έτσι όπως δεν το ακούς εύκολα σήμερα...  ακόμη και διεθνώς. Και κυρίως δεν το ακούς με την συμπαγή ποιότητα των Zero 2 Nothing.
Είναι αυτή η περίεργη και μοναδική ισορροπία, τέλος πάντων, που διέπει τα τραγούδια τούτου του γκρουπ, και που τα κάνει να ακούγονται ως κάτι το μοναδικό. Στην κυριολεξία δεν είναι «κάτι το μοναδικό» φυσικά, αλλά σου δημιουργείται διαρκώς αυτή η εντύπωση – έτσι όπως κυλάει το CD τους. Κι αυτό έχει σημασία.
Επαφή: www.zero2nothing.com, www.facebook@zero2nothing

Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

MARVA VON THEO είναι η Μάρβα Βούλγαρη και ο Τεό Φοινίδης και “Afterglow” είναι το δεύτερο άλμπουμ τους

Δισκογραφική επανεμφάνιση των Marva Von Theo, μετά το “Dream within a Dream” του 2018, μ’ ένα νέο άλμπουμ το οποίον αποκαλείται Afterglow [Wave Records & Shades of Sound, 2021] και που περιλαμβάνει έντεκα καινούρια tracks – άπαντα γραμμένα και παρουσιασμένα από το βασικό δίδυμο, δηλαδή την Μάρβα Βούλγαρη και τον Τεό Φοινίδη, και ερμηνευμένα από την Μάρβα Βούλγαρη.
Το ντούο, όπως είχαμε γράψει και στο παλαιότερο κείμενο, χαρακτηρίζεται από δυο-τρία πολύ καίρια στοιχεία, τα οποία το ξεχωρίζουν από άλλα ανάλογα (της ημεδαπής πρώτα-πρώτα). Και δεν εννοούμε πως το συγκεκριμένο ντούο ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ντουέτα, αλλά πως ο ήχος του διακρίνεται από άλλους, ανάλογους ήχους, ανάλογες παραγωγές γενικότερα. 
Το πρώτο (στοιχείο) είναι η φωνή της Βούλγαρη, που είναι πολύ καλή δηλαδή επαγγελματικά καλή, ικανή να διαπρέψει ακόμη και σε παραγωγές, που θα μπορούσε να υπερβαίνουν τα γεωγραφικά μας όρια. Δεύτερον, οι Marva von Theo συνθέτουν ενδιαφέροντα, καλά και πολύ καλά τραγούδια, χρησιμοποιώντας προγραμματισμό, πλήκτρα ως βασικά «όργανα», δημιουργώντας eighties περιβάλλοντα, ή μάλλον περιβάλλοντα που είναι επηρεασμένα από την pop των eighties, την synth-pop, το electro κ.λπ. Τρίτον, τα άλμπουμ τους, και βεβαίως το “Afterglow”, διαθέτουν πολύ καλή ηχοληψία, μείξη, παραγωγή, editing κ.λπ. – ακούγονται δηλαδή... τέλεια και πλούσια.
Όμως η περίπτωση των Marva Von Theo δεν είναι μόνον... απ’ έξω εμφάνιση. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα άψογα φινιρισμένο προϊόν, που προσπαθεί να κρύψει άλλες «εσωτερικές» αδυναμίες.
Αν και, γενικώς, τους βρίσκω, εδώ, ελαφρώς κατώτερους, σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ τους, όσον αφορά στην ουσία και το νόημα του υλικού τους, δεν μπορείς παρά να παραδεχθείς πως και στο “Afterglow” ακούγονται μερικά πολύ καλά τραγούδια, όπως το “Forever”, το “Dissolve”, αλλά που τεντώνουν τις αισθήσεις όπως το “Older” και άλλα που θα μπορούσε να «χιτάρουν» παντού, σαν το “Somewhere safe” για παράδειγμα.
Θα τους παρακολουθήσουμε και στην επόμενη δουλειά τους, τους Marva Von Theo, αλλά πριν από την επόμενη υπάρχει, τώρα, το “Afterglow”, που αξίζει να κάνει υψηλή διαδρομή.
Επαφή: www.marvavontheo.com