Τρίτη, 11 Μαΐου 2021

SATOKO FUJII TOKYO TRIO για το εκρηκτικό “Moon on the Lake”

Το Satoko Fujii Tokyo Trio είναι ένα καινούριο σχήμα τής ιαπωνίδας πιανίστριας, συνθέτριας και αυτοσχεδιάστριας Satoko Fujii. Ένα θεωρητικώς τυπικό πιάνο-τρίο, το οποίον αποτελούν οι Satoko Fujii πιάνο, Takashi Sugawa μπάσο, τσέλο και Ittetsu Takemura ντραμς. Οι Sugawa (γενν. 1982) και Takemura (γενν. 1989) είναι δύο νεότεροι οπωσδήποτε μουσικοί, τής ιαπωνικής τζαζ σκηνής, σημαντικοί και με έργο όμως, και υπό αυτή την έννοια το παρόν άλμπουμ Moon on the Lake [Libra Records, 2021], δεν μπορεί παρά να αποτελεί και μια συνύπαρξη δύο γενεών, που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, με διαφορετικά αισθητικά προτάγματα, αλλά και με κάποιες κοινές συνιστώσες, προκειμένου να παραχθεί ένα έργο με βάρος και ουσία – τελείως έξω, ή εν πάση περιπτώσει έξω από τα συνηθισμένα.
Και ποια είναι τα «συνηθισμένα»; Ίσως εκείνα ενός πιάνο-τρίο... αφηγηματικού, ελεγχόμενου, με συγκεκριμένες αναφορές στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό ή στην blues παράδοση, που να κυλάει θεσπέσια μεν, μέσα από μιαν αναμενόμενη εξέλιξη δε. Ίσως λέμε... Πάντως, και σε κάθε περίπτωση, ό,τι ακούμε στο “Moon on the Lake” δεν μπαίνει κάτω από κάποια ειδική ταμπέλα, δεν ακολουθεί κάποια προγραμματισμένη συνταγή.
Σίγουρα, ο αυτοσχεδιασμός, εδώ, παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, αλλά μεγαλύτερο ακόμη ρόλο παίζει η διάθεση για πειραματισμό, για κάτι έξω από τα καθιερωμένα, μέσα από τις απολύτως ιδιαίτερες χρήσεις των οργάνων –ειδικά η Fujii είναι απίστευτη σε tracks, όπως το 11λεπτο “Wait for the moon to rise”, παράγοντας πρωτάκουστους, από πιάνο, ήχους–, και βασικά μέσα από μιαν εκπληκτική και στιβαρή επικοινωνία, μεταξύ των τριών. Τούτο το αντιλαμβάνεσαι στο απίστευτο 9λεπτο “Keep running”, ένα track που εξελίσσεται ιλιγγιωδώς και που μπορείς, άνετα, να το συμπεριλάβεις στις κορυφαίες στιγμές της σύγχρονης free-jazz.
Όμως κάθε ένα από τα πέντε tracks τού “Moon on the Lake” είναι ικανό να αφήσει άσβηστες εντυπώσεις και φυσικά, ανάμεσά τους, δεν μπορεί παρά να λάμπει το γιγαντιαίο “Aspiration”, που διαρκεί 18 λεπτά, κομμάτι γνωστό από το φερώνυμο άλμπουμ τού 2017, των Satoko Fujii / Natsuki Tamura / Wadada Leo Smith / Ikue Mori και που τώρα αναπροσαρμόζεται για τις ανάγκες ενός τρίο, αποκτώντας μιαν εξώκοσμη διάσταση – καθότι πολλά απ’ αυτά που ακούς εδώ, και ιδίως στο δεύτερο μέρος του, είναι... από άλλο πλανήτη!
Καταπληκτικό άλμπουμ, που θα συναρπάσει όσους μαγεύονται από το ηχητικώς απροσδόκητο και το μη αναμενόμενο.
Επαφή: www.satokofujii.com

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

MAURO GARGANO έξοχη contemporary jazz από ένα ιταλικό τρίο

Ο Mauro Gargano είναι ένας Ιταλός (από το Μπάρι) κοντραμπασίστας και συνθέτης της jazz, με καλή πορεία στα πράγματα, την τελευταία τουλάχιστον 20ετία, καθώς έχει βρεθεί στο πάλκο με μεγάλα ονόματα (Aldo Romano, Daniel Humair, René Urtreger, Kenny Werner, Jason Palmer κ.ά.), έχοντας να προτείνει και την ανάλογη δισκογραφία. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του Feed[Programmazione Puglia Sounds Record, 2021], ο Mauro Gargano συνεργάζεται με τον πιανίστα Alessandro Sgobbio και τον ντράμερ Christophe Marguet, δύο μουσικούς με εξίσου ενδιαφέρουσα διαδρομή στα τζαζ-πράγματα. (Για τον πιανίστα Sgobbio έχουμε γράψει και άλλες φορές στο blog, καθώς τον συναντάμε ως μέλος των συγκροτημάτων Hitra, Pericopes+1 και Silent Fires, ενώ και ο Marguet, που είναι ο πιο μεγάλος από τους τρεις, καθότι είναι γεννημένος το 1965, έχει παίξει με άπειρο κόσμο, όπως με τον θρύλο Stéphane Grappelli και ακόμη με τους Gianluigi Trovesi, Louis Sclavis, Paolo Fresu, Joachim Kühn και δεκάδες άλλους).
Το “Feed” είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ contemporary jazz, που σαν ήχος, άποψη κ.λπ. χρωστά πολλά στους e.s.t. και σε όσα επακολούθησαν (σε σχέση με τα jazz trios), εξαιτίας εκείνων. Και το λέμε τούτο, παρότι ο συνθέτης αναφέρει στις βασικές επιρροές του πιανίστες όπως ο Craig Taborn...
Με ένα ρυθμικό τμήμα ικανό να ανταπεξέλθει σε πολυποίκιλες απαιτήσεις, και όχι μόνον σε στενά... τζαζ, και με το πιάνο (μαζί με τα σύνθια, σε λίγες, αλλά πολύ χτυπητές περιπτώσεις) να κυριαρχεί στις αποτυπώσεις των μελωδιών, και βασικά στις επεκτάσεις τους, που εμπεριέχουν φυσικά και αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, το τρίο τού Mauro Gargano είναι, απλώς, ένα καταπληκτικό σημερινό τζαζ γκρουπ, και όχι... ακόμη ένα. Κάτι που οφείλεται πρώτα-πρώτα στο επίπεδο των συνθέσεων τού Gargano, που είναι πολύ υψηλό. Κομμάτια, όπως το 6λεπτο “Look beyond the window” για παράδειγμα είναι αληθινά εκπληκτικά, χωρίς κανένα εξ αυτών να ξεπέφτει στην κατηγορία τού «αναμενόμενου», πόσω μάλλον του «τετριμμένου».
Άψογο δέσιμο, με απίθανες ρυθμικές εναλλαγές και «γεμίσματα» από τους Gargano και Marguet και μ’ έναν πιανίστα, τον Alessandro Sgobbio, πραγματικά εντυπωσιακό, που αξίζει να τον ανακαλύψει κάποιος, το “Feed” δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από ένα άλμπουμ κλάσης.
Ωραίες και οι ιστορίες πίσω από τα κομμάτια, που δείχνουν συν τοις άλλοις κι έναν άνθρωπο (για τον συνθέτη Mauro Gargano ο λόγος) με σωστές απόψεις και ευαισθησίες – απόψεις που αφορούν στο σύνδρομο Διαταραχής, Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ADHD) (“Full brain”), στο δίλημμα «εργασία σε βιομηχανίες που επιβαρύνουν το περιβάλλον – ανεργία» (“Ilvas dilemma”), με αφορμή την χαλυβουργία Ilva, στον Τάραντα, που ενέχεται για διασπορά διοξίνης στο περιβάλλον κ.λπ.
Επαφή: dominique.abdesselam@gmail.com, mauro@maurogargano.net

Κυριακή, 9 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 368

8/5/2021
“JOIN TOGETHER FOR THE STRUGGLE AGAINST THE VIOLENCE” γράφει στον καλυμμένο καθρέφτη...
Τελείως απίθανη, από πάσης πλευράς, κοινωνικοπολιτική αντιχουντική (ελληνική) ταινία, γυρισμένη εκείνα τα χρόνια, που απαγορεύτηκε με συνοπτικές διαδικασίες και που προβλήθηκε, για λίγο, επί μεταπολίτευσης...
Χοντρικά, μού θυμίζει δίσκους τού στυλ… Τα 4 Επίπεδα της Ύπαρξης, που στην εποχή τους πέρασαν απαρατήρητοι, για να γίνουν με τα χρόνια cult…
Δεν ξέρω αν είναι cult η ταινία, σήμερα, αν και θα μπορούσε να ήταν ΣΙΓΟΥΡΑ...

8/5/2021
ΒΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ...
Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται μια ταινία του Μάρκο Μπελόκιο από το 1972, με τον τρομερό Τζιάν Μαρία Βολοντέ, που είχε (ελληνικό) τίτλο «Βιασμός στην Πρώτη Σελίδα» (πρωτότυπος τίτλος “Sbatti il Mostro in Prima Pagina” δηλαδή «Ξεκάνετε το Τέρας στην Πρώτη Σελίδα»).
Η ταινία αυτή είχε απαγορευτεί επί χούντας, για να προβληθεί για πρώτη φορά στο 3ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στις 2 Οκτωβρίου 1974, σ’ ένα «πανόραμα ιταλικού κινηματογράφου». Μάλιστα, ο Βολοντέ ήταν τότε στην Θεσσαλονίκη, ως μέλος της κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ, είχε δώσει συνεντεύξεις σε ελληνικά έντυπα κ.λπ.
Ο Βολοντέ στην ταινία παίζει τον αρχισυντάκτη μιας δεξιάς εφημερίδας, ο οποίος σε προεκλογική περίοδο και με την αριστερά καραδοκούσα, «καθοδηγεί» το αναγνωστικό κοινό του, όπως εκείνος θέλει, αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ειδήσεις κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου.
Όταν, όμως, ανακαλύπτεται το πτώμα μιας βιασμένης και δολοφονημένης, το «τέρας» αρχίζει να αποκτά κάποια χαρακτηριστικά μέσα από τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας (τα οποία χαϊδεύουν τους ηθικολόγους, που ταυτίζονται με την δεξιά, υπονοώντας ταυτόχρονα πως η αριστερά έλκεται από την ανηθικότητα), καταλήγοντας στην πορεία (ο δολοφόνος) να ταυτιστεί με κάποιον αριστερό φοιτητή, για τον οποίον σύντομα, όμως, θα αποδειχθεί πως ήταν παντελώς αθώος.
Ενώ έχει εντοπιστεί λοιπόν ο αληθινός ένοχος από το προσωπικό της εφημερίδας, στην πράξη η είδηση αποκρύβεται, ώσπου να γίνουν οι εκλογές και να αποφασιστεί τελικά η τύχη του...

8/5/2021
«Τι κάνεις εκεί βρε κερατούκλη, δεν ντρέπεσαι; Πας και στο κατηχητικό ε; Να μου χαθείς, να μου χαθείς... Θα σου δείξω εγώ... Τώρα να δεις, στη μάνα σου...»
«Έλα δω βρε... Έλα δω κακομοίρη μου... Μόνο μην το πεις σε κανέναν... χάθηκες φουκαρά μου... Είσαι και νοστιμούλης, παλιοβρωμιάρη...»


7/5/2021
Το «Στην υγειά μας ρε παιδιά», που τελείωσε όπως διαβάζω, εγώ δεν θα το θάψω, συνολικά, παρότι τον Σπύρο Παπαδόπουλο σαν ηθοποιό και σαν παρουσιαστή δεν τον αντέχω με τίποτα.
Σαν εκπομπή 17 χρόνων(!) πέρασε από «τα πάνω της» και από «τα κάτω της» – και «τα πάνω της» χοντρικά έχουν να κάνουν με την εποχή όπου το πρόγραμμα μεταδιδόταν από την κρατική τηλεόραση. Το λέω, γιατί στα ιδιωτικά κανάλια η εκπομπή έγινε τελείως κακόγουστη και πλαστική. Γνωστοί οι λόγοι...
Υπάρχει κι ένα θάψιμο στο «Στην υγειά μας ρε παιδιά», αφ’ υψηλού να το πω, που μ’ ενοχλεί, στο στυλ τού... πώς είναι δυνατόν να διασκεδάζεις βλέποντας άλλους να διασκεδάζουν και να μην διασκεδάζεις μόνος σου... και τέτοια.
Κατ’ αρχάς δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να διασκεδάσουν – είτε γιατί δεν έχουν τα φράγκα, είτε γιατί δεν έχουν πια την ηλικία και την όρεξη, είτε γιατί είναι μακρόχρονα άρρωστοι και άλλα διάφορα... πολλοί οι λόγοι.
Εξάλλου μια τέτοια κουβέντα είναι τελείως ανόητη – κάτι που θα το αντιληφθούν όλοι αν την μεταφέρεις στο ποδόσφαιρο.
Πώς είναι δυνατόν, δηλαδή, κάποιοι να βλέπουν ποδόσφαιρο, όταν θα μπορούσε την ίδια ώρα να παίζουν εκείνοι ποδόσφαιρο;
Το θέαμα είναι θέαμα από αρχαιοτάτων χρόνων και έχει τους όρους του – αρκεί οι όροι αυτοί να μην αλλοιώνουν άλλες παραμέτρους τού κοινωνικού γίγνεσθαι (βλ. «άρτον και θεάματα»), πράγμα για το οποίο δεν είμαι απολύτως σίγουρος πως δεν συνέβη και με το «Στην υγειά μας ρε παιδιά», σε κάποιες συγκυρίες, στην εποχή της «κρίσης».
Σε προσωπικό επίπεδο να πω πως με είχαν καλέσει κι εμένα κάποτε να παραβρεθώ – ως «ειδικός» τρομάρα μου. Θα αρνιόμουν ούτως ή άλλως –ακόμη κι αν με πληρώνανε–, αλλά έτσι από περιέργεια είχα ρωτήσει τα «τι» και «πώς».
Όταν μου είπαν πως θα έπρεπε να ήμουν στο στούντιο από νωρίς το απόγευμα, μέχρι αργά το βράδυ, 7-8 ώρες στο νερό δηλαδή, για να μιλήσω 30 με 40 δευτερόλεπτα... θυμάμαι πως είχα βάλει τα γέλια... Δεν είχα χρόνο για πέταμα...
«Θα σας στείλω κάποιον άλλον» τους είχα πει, «που τα γουστάρει αυτά και θα ’ρθει, και που θα τα πει καλύτερα κι από μένα, γιατί θα είναι εκείνα που θα θέλετε κι εσείς ν’ ακούσετε...». Και όντως είχε πάει ο άλλος και τα είχε πει, σε 30-40 δευτερόλεπτα, με φαΐ και με πιοτί...
Ένα από τα καλύτερα «Στην υγειά μας ρε παιδιά», που θυμάμαι, ήταν εκείνο το αφιερωμένο στον Μπάμπη Μπακάλη, με τον μεγάλο συνθέτη τού λαϊκού παρόντα. Που σημαίνει πως η εκπομπή ήταν των πρώτων χρόνων, καθότι ο Μπακάλης πέθανε τον Μάρτιο του 2007.
Από ’κείνη την εκπομπή προτείνω ένα τραγούδι με τον φίλο και παλιό συμμαθητή Σωτήρη Πολύζο...
https://www.youtube.com/watch?v=KHjGTl45olw

7/5//2021 

6/5/2021 
Οι άνθρωποι που θα βρίσκονταν λίγο καιρό αργότερα πίσω από τον Alex Harvey, στην Sensational Alex Harvey Band, έφτιαξαν αυτό το σκληρό διαμάντι το 1971.
Chris Glen, Ted McKenna, Zal Cleminson κ.λπ. Τρομεροί Tear Gas…
https://www.youtube.com/watch?v=kf3WEwx9Idw

6/5/2021
Anne Vanderlove, μάλλον άγνωστη στην Ελλάδα (αν και ο Γιώργος Παπαστεφάνου έχει γράψει κάτι...).
Ολλανδέζα τραγουδοποιός, που έκανε καριέρα στη Γαλλία.
Από τις τραγουδίστριες του Γαλλικού Μάη (εποχή στην οποίαν απέκτησε το παρωνύμιο «γαλλίδα Joan Baez»), έβγαλε ένα καταπληκτικό άλμπουμ το 1967, το “Ballades en Novembre” και άλλα ενδιαφέροντα στην πορεία.
Από ’κείνον τον πρώτο δίσκο της είναι το “Notre maison”, ένα τραγούδι για το πατρικό της σπίτι, που πρόκειται να απαλλοτριωθεί για να περάσει δρόμος, και που θα αναγκάσει την οικογένειά της να μετακομίσει σε μια πολυκατοικία.
Οι καθημερινές ανθρώπινες εικόνες της γειτονιάς, δεν μπορεί παρά να στοιχειώνουν και τη νέα ζωή...
https://www.youtube.com/watch?v=3HFB-e__KT0

6/5/2021
Τελείως υποτιμημένος τραγουδοποιός, που ηχογραφεί από τα τέλη του ’60 και που έχει πολλά ενδιαφέροντα τραγούδια σε κάθε δίσκο του (άλλοτε κοινωνικά-αγωνιστικά και άλλοτε πιο λυρικά-συναισθηματικά). Ένα τέτοιο είναι «Οι κύριοι» από τον «Βρώμικο Πόλεμο» του 1975. Τάκης Βούης...
(Δες και στα σχόλια για την ιστορία του...)
https://www.youtube.com/watch?v=DnBsJHGoJdc&t=638s

η σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της – οκτώ νέα, σπουδαία άλμπουμ σύγχρονης μουσικής, από ένα label που είναι συνώνυμο της υψηλής ποιότητας και εκλεκτικότητας

Αυτό που συμβαίνει με την γερμανική εταιρεία ηχογραφήσεων ECM Records είναι απίστευτο. Ένα «απίστευτο», που εξελίσσεται χρόνο με το χρόνο, από το 1969 μέχρι σήμερα – 52 χρόνια αργότερα!
Πληθώρα εταιρειών έχουν υπάρξει στην ιστορία της δισκογραφημένης μουσικής, όμως άλλη εταιρεία, ανεξάρτητη, που να υπερασπίζει, με τέτοιο πάθος και συνέπεια, τα αισθητικά ενδιαφέροντά της, πάνω από μισόν αιώνα τώρα, πολύ δύσκολα θα συναντήσεις.
Ως γνωστόν η ECM Records, ιδρύθηκε το 1969 από τους Manfred Eicher, Karl Egger και Manfred Scheffner (ο τελευταίος δεν βρίσκεται στην ζωή, καθώς πέθανε πρόπερσι).
Ο πρώτος είναι ο γνωστός τοις πάσι παραγωγός, η «εικόνα» της, ο άνθρωπος που αποφασίζει για τις επιλογές και τις ηχογραφήσεις, κοντολογίς για το «προϊόν» της εταιρείας, έχοντας όλες τις σχετικές ευθύνες (από το εξώφυλλο και τα χρώματα, μέχρι το πώς θα ηχογραφηθεί η τελευταία νότα), ενώ ο δεύτερος είναι ο διευθύνων σύμβουλος, με αρμοδιότητες που ξεκινούν από το προσωπικό, περνούν από τις εγκαταστάσεις (αποθήκες κ.λπ.), φθάνοντας μέχρι και την διανομή.
Μια διανομή, που, για μιαν ανεξάρτητη εταιρεία, πάντα θα είναι ένα θέμα – αν και η ECM φαίνεται πως έχει κάνει τα κατάλληλα deals, ώστε συνεργαζόμενη με κολοσσούς, όπως η Universal Classics και η Universal Classics & Jazz, να διακινεί τους δίσκους της στις τεράστιες αγορές των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας αντιστοίχως.
Στην Ελλάδα, την ECM Records και όλα τα αδελφά labels (ECM New Series κ.λπ.) διακινεί η AN Music, από την Θεσσαλονίκη.
Πολλά μπορεί να πει κανείς για το ρεπερτόριο της ΕCM, για τον κατάλογό της – ένας κατάλογος, που, στην βασική σειρά, αγγίζει πλέον τους 1700 δίσκους!
Μέσα σ’ αυτά τα εκατοντάδες άλμπουμ θα βρεις πάμπολλα «αριστουργήματα», δεν θα βρεις όμως ποτέ ούτε έναν μέτριο, κακό ή αδιάφορο δίσκο. Όλες οι κυκλοφορίες έχουν μιαν «άλφα» ποιότητα. Όλες αντιπροσωπεύουν τις αισθητικές απαιτήσεις και το κλίμα κάθε εποχής, όλες είναι φτιαγμένες με το ίδιο μεράκι και την ίδιαν αυταπάρνηση.
Πιθανώς, τα τελευταία χρόνια να παρατηρείται κάπου, κάποια «στασιμότητα», μιαν «επανάληψη», αλλά και γι’ αυτό δεν ευθύνεται η εταιρεία, μα οι γενικότερες εξελίξεις στην μουσική και την κοινωνία. Και στα χρόνια του ’80, εξάλλου, συνέβη κάτι αντίστοιχο, αλλά ποιος μπορεί να αγνοήσει, από εκείνη την εποχή, ορισμένα άλμπουμ εξόχως σημαντικά, όπως ήταν τα σχετικά του Don Cherry, του David Torn ή του Edward Vesala;
Έτσι λοιπόν ακόμη και σήμερα, τα τελευταία χρόνια εννοούμε, δεν θα ακούσεις δίσκο από την ECM, για τον οποίον θα νοιώσεις πως έχασες τον χρόνο σου – και αυτό είναι το σημαντικότερο όλων.
Μέσα στο τελευταίο 12μηνο τυπώθηκαν κάμποσοι ECM-δίσκοι, βινύλια και CD, τόσο στην κύρια ετικέτα, που έχει πάντα jazz, folk, fusion, progressive και experimental κατεύθυνση, όσο και στην παράλληλη ECM New Series, που ασχολείται, βασικά, με την «κλασική», την «σύγχρονη κλασική» και την avant-garde.
Απ’ αυτούς τους δίσκους, που είναι μερικές δεκάδες, διαλέξαμε οκτώ άλμπουμ που ξεχωρίζουν και για τα οποία έχουμε την γνώμη πως πρόκειται για μικρά ή μεγαλύτερα «αριστουργήματα».
1. SINIKKA LANGELAND: Wolf Rune
[ECM Records, 2021]
Η νορβηγή τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και χειρίστρια του kantele (του βαλτικού ψαλτηρίου) Sinikka Langeland έχει την… προϊστορία της γενικότερα (έχει παίξει ακόμη και με το θρυλικό ροκ συγκρότημα Savage Rose στη δεκαετία του ’80) και την ιστορία της στην ECM, καθώς ηχογραφεί εκεί ολοκληρωμένες δουλειές από το 2007.
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Langeland είναι το “Wolf Rune” (μάλλον το έκτο στη σειρά), ένα άλμπουμ ηχογραφημένο στο Όσλο, στο Rainbow Studio, τον Δεκέμβριο του 2019, που τυπώνεται τώρα από την γερμανική εταιρεία.
Σ’ αυτό το CD, που περιλαμβάνει δώδεκα tracks, με διάρκειες που ξεκινούν από το ένα λεπτό και ξεπερνούν κατά τι τα επτά, η Sinikka Langeland συνθέτει, τραγουδά και χειρίζεται τρία διαφορετικά kantele, ένα 5χορδο, ένα 15χορδο κι ένα 39χορδο.
Οι μουσικές στην πλειονότητα των τραγουδιών είναι δικές της (υπάρχουν και κάποια tracks, στα οποία οι μελωδίες είναι παραδοσιακές), πέντε από τα τραγούδια έχουν (και) στίχους γραμμένους από την Langeland, ενώ στα υπόλοιπα οι στίχοι είναι παραδοσιακοί ή δανεισμένοι από συλλογές.
Το πρώτο, που πρέπει να επισημάνουμε, στο “Wolf Rune”, αν και ήδη το είπαμε εμμέσως, είναι πως εδώ η Sinikka Langeland είναι μόνη της. Άρα δεν θα ήταν λάθος, αν αποκαλούσαμε το CD της... loner folk. Το “loner” δεν αφορά βεβαίως μόνο στην παρουσία τού ενός, αλλά και σε μιαν ατμόσφαιρα μοναχικότητας, που μπορεί να την επιβάλλει ένα συγκεκριμένο υλικό, όπως, βεβαίως, και ο τρόπος παρουσίασής του.
Εδώ ανιχνεύονται και τα δύο. Και το υλικό είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε haunted, pagan, αρχαϊκό, ενώ και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί η Langeland, με την φωνή της πρώτα-πρώτα, μα και με τους ήχους από τα kantele, και φυσικά με τα παιξίματά της, συμβάλλουν ακαταπαύστως προς ένα μυστηριακό κλίμα, οικοδομημένο εντελώς λιτά, μα συγχρόνως και με βαθιά γνώση, και πίστη, στη δύναμη τής loner τραγουδοποιίας.
Η Sinikka Langeland έχει αποδείξει πως μπορεί να σταθεί μόνη της (μοναχικά) παίρνοντας πάνω της μια παράσταση ή ένα δισκογραφικό project, κάτι που το επιβεβαιώνει και με τούτο το κορυφαίο, εν ολίγοις, άλμπουμ, που έρχεται, στο τώρα, από πολύ μακριά, από τα βάθη τού μεσαιωνικού- ευρωπαϊκού βορρά, για να συγκινήσει και περαιτέρω για να καταπλήξει!
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/h-spania-synepeia-tis-diskografikis-etaireias-ecm-52-hronia-meta-tin-idrysi-tis

Σάββατο, 8 Μαΐου 2021

DON KAPOT βαρύτονο-μπάσο-ντραμς από το Βέλγιο, με ελληνική συμμετοχή

Για τους Don Kapot έχουμε ξαναγράψει. Γι’ αυτήν την μπάντα από τις Βρυξέλλες, που έχει ως μέλη τούς Viktor Perdieus βαρύτονο σαξόφωνο, Γιώτη Δαμιανίδη μπάσο και Jakob Warmenbol ντραμς. Το 2018 τα λέγαμε για το παρθενικό CD τους “Don Kapot”, ενώ τώρα θα ασχοληθούμε με το Hooligan (2021), μιαν επόμενη ολοκληρωμένη δουλειά τους (έχει μεσολαβήσει, εν τω μεταξύ, και μια κασέτα), που τυπώθηκε πριν λίγο καιρό από την βελγική εταιρεία W.E.R.F. και που έχουμε την ευκαιρία, τώρα, να την ακούσουμε – και να γράψουμε γι’ αυτήν.
Στο “Hooligan” οι Don Kapot διατηρούν όλα εκείνα τα στοιχεία, που τους έκαναν να ακούγονται με τρόπο συναρπαστικό και στην παλιότερη δουλειά τους.
Ένα σχήμα βαρύτονο σαξοφώνου-μπάσου-ντραμς, που ουσιαστικά αποτελεί μια ρυθμομηχανή, δεν έχει πολλά περιθώρια να ελιχθεί, άμα θέλει να ξαφνιάσει με την πρότασή του. Πρέπει να παράξει ρυθμολογίες, να αναδείξει τα «κινητικά» ή και πλαγίως χορευτικά συστατικά τής μουσικής του, επενδύοντας σε μεγάλες παραδόσεις, από το afrobeat και το krautrock, έως τον αυτοσχεδιασμό και το κλασικό funk. Και τούτο πράττουν οι τρεις Don Kapot, στο “Hooligan”. Ένα άλμπουμ, που αποτελείται μόνον από ορχηστρικά (φυσικά), επτά στον αριθμόν, τα οποία εξελίσσονται απολύτως... κατά τα προβλεπόμενα.
Το μπάσο και τα ντραμς πακτωμένα σε θέσεις καίριες, με συνεχή σθεναρά χτυπήματα και με βαρέων βαρών (μπάσες) γραμμές, γενικώς κινούμενα σε γρήγορα tempi, οριοθετούν ένα πλαίσιο εντός του οποίου θα εισέλθει το βαρύτονο σαξόφωνο, προκειμένου και να αναπτυχθούν οι όποιες μελωδίες, μα και να αναπτυχθεί, ακόμη περισσότερο, το rhythm section, μέσα από riffs / κοφτά επαναλαμβανόμενα σχήματα-φυσήματα.
Υπάρχουν ατασθαλίες στα timbre, αλλά βασικά ακούς βαρύτονο, μπάσο και ντραμς. Ούτε πολλά τζιριτζίρια υπάρχουν εδώ, ούτε πολλά «κόλπα» και «εφφέ». Ο ήχος, δηλαδή, σε γενικές γραμμές, είναι καθαρός, έχοντας να προτείνει, βασικά, δύναμη και πάθος.
Ωραίο άλμπουμ, που κυλάει με άνεση, δίχως να αντιλαμβάνεσαι πότε ολοκληρώνεται...
Επαφή: www.donkapot.bandcamp.com/

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΤΖΙΡΙΤΑΣ πτώση βελόνας (σε ταραγμένη λίμνη)

Όπως διαβάζουμε στο bandcamp, το «Πτώση Βελόνας (σε ταραγμένη λίμνη)» [Α Man Out of A Man, 2021] είναι το 5ο προσωπικό άλμπουμ του Στυλιανού Τζιρίτα – ο οποίος τον τελευταίο καιρό, τα τελευταία χρόνια τέλος πάντων, θα λέγαμε πως βρίσκεται σε εκδοτικό οργασμό, καθώς ηχογραφεί συνεχώς στο label Α Man Out of A Man (δικές του μουσικές και άλλων), τυπώνει fanzines, ενώ ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει και κάποιο βιβλίο. Είμαστε, δε, σίγουροι πως αν δεν υπήρχαν οι καραντίνες ο Σ. Τζιρίτας θα υλοποιούσε και άλλα projects – που, προφανώς, μετατίθενται για το κοντινό μέλλον.
Εδώ, σ’ αυτή την κασέτα με τα δύο tracks στην Πλευρά Α και τα τρία στην Πλευρά Β, ο Σ. Τζιρίτας καταθέτει ένα αφηρημένο εν πολλοίς ηλεκτρονικό αφήγημα, καθώς τα βασικά όργανά του είναι τα σύνθια, ενώ χρησιμοποιείται ακόμη μπομπινόφωνο, φορητό μαγνητόφωνο και midi. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, και μαγνητοταινίες, με ήχους από ανέκδοτη(;) ελληνική ταινία του ’60, όπως διαβάζουμε, και ακόμη από δύο συνέδρια αρχιτεκτονικής από το 1967 και το 1969(!), που είχαν διεξαχθεί σε Αθήνα και Μόναχο αντιστοίχως. Η ηχογράφηση γίνεται «μια κι έξω», επί τόπου σε στούντιο, χωρίς overdubs, με το αποτέλεσμα να ξαφνιάζει, ευχάριστα, με την ροή και την πρωτοτυπία του.
Όλο το υλικό, που προφανώς διαθέτει και στοιχεία αυθόρμητα, τα οποία προκύπτουν εκείνη τη στιγμή, είναι «σωστά» διαμορφωμένο, και γιατί τούτο δεν εμφανίζει χάσματα, μα και γιατί ρέει ομαλά, μέσα στην... ελευθεριότητά του, δίχως να εκβιάζει καταστάσεις. Δεν προσπαθεί, δηλαδή, να μιμηθεί κάτι ή να θυμίσει κάτι άλλο.
Όπως προείπαμε το αφήγημα, εν πολλοίς, είναι abstract, καθότι στο τέλος υπάρχει το... μετρονομημένο electro-pop, που κλείνει την κασέτα μ’ έναν επίσης αναπάντεχο τρόπο – αλλά από την άλλη μεριά αυτή την φορά.
Παίζει με τις «υποστάσεις» ο Σ. Τζιρίτας. Αλιεύει και από εδώ, και από εκεί, και από παραπέρα, δηλώνοντας «παρών» και στην ασυμβατότητα και στην λαϊκότητα.
Δύσκολη η ισορροπία, αλλά η απόπειρα, εδώ, είναι επιτυχής.
Επαφή: www.manofman.bandcamp.com/album/--9

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

COLMORTO jazz και prog, από μία ιταλική τριπλέτα

Οι Torto Editions είναι μια ετικέτα που εδρεύει στην Γένοβα (Ιταλία), και από ’κει μας έρχεται με ελαφρά καθυστέρηση αυτό το CD των Colmorto (πρόκειται για έκδοση του 2019), μιας ιταλικής μπάντας, μιας τριπλέτας (Mario De Simoni κιθάρα, Stefano Scarella μπάσο, Joel Cathcart ντραμς, φωνή), που κινείται σε ηλεκτρικούς μεν, ποικίλους δε αισθητικούς δρόμους.
Είναι δύσκολο να περιγράψεις την μουσική των Ιταλών, και αυτό είναι το γοητευτικό στην περίπτωσή τους. Το λέμε, γιατί οι συνθέσεις τους (που ανήκουν όλες στον μπασίστα Scarella) είναι θαυμάσιες, ρέουσες, με πολλά ροκ στοιχεία, τζαζ φυσικά, ακόμη και «κλασικά» θα λέγαμε, και για τις οποίες δύσκολα θα βρεις έναν χαρακτηρισμό για να τις «κλείσεις μέσα». Ίσως το “progressive rock” να είναι μια καλή επιλογή, ή ακόμη και η «ηλεκτρική jazz» – αν και, και στις δύο περιπτώσεις μένουν, οπωσδήποτε, «πράγματα» απ’ έξω.
Εκείνο που ελκύει στην περίπτωση των Colmorto είναι η συνθετική και από ’κει και πέρα η παικτική συνέπειά τους. Όλα τα tracks τρέχουν... νεράκι. Οι αναπτύξεις είναι από ευφάνταστες, έως μαγικές, τα παιξίματα εντυπωσιακά, χωρίς πουθενά, να παρατηρούνται άσκοπες προσωπικές επιδείξεις –καθώς το δόσιμο είναι ομαδικό, με αποφυγή των σολιστικών μερών– με την... δύναμη και την ομορφιά να εναλλάσσονται, προσφέροντας στο άλμπουμ μια δική του ιδιαιτερότητα.
Παρότι τεράστιο βάρος, στο “Colmorto”, δεν μπορεί παρά να πέφτει στα χέρια τού κιθαρίστα Mario De Simoni (όχι λίγες φορές θα ανακαλέσεις στο παίξιμό του τον Kurt Rosenwinkel), στην πράξη το ρυθμικό τμήμα είναι εκείνο που κρατάει όλη την «κατασκευή», με τον Scarella και τον Cathcart να γειώνουν τον ήχο των Colmorto – ο οποίος (ήχος) από το ευφάνταστο, και κατά βάθος... ανεξέλεγκτο παίξιμο τού De Simoni θα κινδύνευε, θεωρητικώς, να «χαθεί».
Εδώ όχι απλώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ακούμε ακριβώς το αντίθετο. Έναν ήχο καθαρό, στιβαρό, με ισοδύναμα λυρικά και δυναμικά μέρη, όπως προείπαμε, και κυρίως με ταυτότητα.
Επαφή: www.tortoeditions.bandcamp.com/album/colmorto-volume-1

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 367

5/5/2021
«Στην Αμοργό, στην Κίμωλο, στη Νιό, στη Σαντορίνη...».
Κάτω τα χέρια απ’ τους τουρίστες... (γέλιο)

5/5/2021
Η χούντα ήταν ένα αληθινά νεοφιλελεύθερο καθεστώς, πολύ μπροστά από την εποχή του, που άσκησε ακραία «αγοραία» πολιτική, καιρό πριν από την χούντα των Πινοσέτ-Μίλτον Φρήντμαν.
Δεν είναι μόνον ότι είχε καταργήσει το 8ωρο, μέσω του νομοθετικού διατάγματος 515 (κάτι ξέφτια αποτελειώνει τώρα ο Χατζηδάκης), δεν είναι μόνον ότι τα είχε βάλει δήθεν-τάχα με το «τέρας» της γραφειοκρατίας, ως προπάππους του Πιερρακάκη, («εντός δύο ημερών θα δίδεται απάντησις εις παν έγγραφον πολίτου»), μόνο και μόνο για να ανοίξει ο δρόμος για τις «επενδύσεις», δεν είναι τα εξωφρενικά προνόμια που είχε παραχωρήσει απ’ ευθείας στο μεγάλο κεφάλαιο, δια των αναγκαστικών νόμων 89/1967 και 378/1968, δεν είναι ότι είχε περάσει απίστευτη διάταξη στο χουντικό σύνταγμα (άρθρον 23 / παράγραφος 1) πως η νομοθεσία που ευνοούσε το ξένο κεφάλαιο και την ναυτιλία δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί, εκτός εάν, με την μεταβολή, δίνονταν ακόμη περισσότερες ευκολίες στις «επενδύσεις»(!), σκεφτόταν ακόμη και την κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο(!), όπως βλέπουμε σ’ αυτό το κομματάκι, από τον Μάιο του ’67.
Καταλαβαίνετε, τώρα, γιατί την λιβανίζουν από το πρωί μέχρι το βράδυ οι φιλελέδες... Για να σας φύγουν οι απορίες...

5/5/2021
11 χρόνια από το παρακρατικό χτύπημα σ' έναν αυθόρμητο λαϊκό ξεσηκωμό
(αυτός είναι ο σωστός τίτλος)

4/5/2021
Όταν σκοτώθηκε ο Γιάννης Παπαϊωάννου...
Στο φουλ η γείωση για να κρατάει το ίσο , και κόπια VG που να ξύνει για μέγιστη απόλαυση...
https://www.youtube.com/watch?v=_zSMbrpabqM

4/5/2021
Κάποτε, πριν... 25-26 χρόνια γείτονας μού είχε κάνει αυστηρή παρατήρηση επειδή άκουγα δυνατά, σε ώρα μη κοινής ησυχίας, αυτό το συγκλονιστικό, φιλοσοφικό τραγούδι του Roger Chapman και των Family, που περιστρέφεται γύρω από το μυστήριο της ύπαρξης.
Ένας γέρος ζητάει από κείνον που υφαίνει τη ζωή, το Θεό ή το Διάβολο, ή μήπως τον ίδιο το Θάνατο(?), να του δείξει το δικό του υφάδι. Έτσι, «εμφανίζονται» μπροστά του η παιδική ηλικία του, οι έρωτές του, οι οικογένειά του, τα παιδιά του, η πεθαμένη γυναίκα του, τα εγγόνια του, πριν το υφάδι αποτυπώσει τη ξεθωριασμένη μοναξιά των γηρατειών… και σε λίγο το ίδιο το τέλος του.
Θυμάμαι πως είχα επιχειρήσει να του εξηγήσω τα τι και πώς του τραγουδιού –τα κάνω κάτι τέτοια–, αλλά δεν έπαιρνε από λόγια... Ήταν, δε, μικρότερος στην ηλικία απ’ όσο είμαι εγώ τώρα...
Just for one second, one glance upon your loom
The flower of my childhood could have fit within this room
Does it of my youth show, tears of yesterday?
Broken hearts, within a heart, as love first came my way

3/5/2021
«Άμα διαβάσεις την ιστορία ζαλίζεσαι, δεν μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα. Γιατί εκεί πέρα που βλέπεις ας πούμε θριαμβευτικά πράγματα και ηρωικά, βλέπεις ξαφνικά να αναδύεται το απαίσιο πρόσωπο ενός εμφυλίου ή μιας δικτατορίας ή τέτοια πράγματα, ενώ αν πάρεις το μονοπάτι των τραγουδιών, τα πράγματα εξελίσσονται πιο ομαλά. Δηλαδή είναι ο καθρέφτης της ψυχής του λαού μας το τραγούδι».
[Διονύσης Σαββόπουλος χθες στον ΣΚΑΪ]
Ο Σαββόπουλος θέλει να απο-ιστορικοποιήσει το ελληνικό τραγούδι. Να το κάνει 0% λιπαρά, «τραγούδι για όλη την οικογένεια», ταινία της ΚΛΑΚ ΦΙΛΜ. Ενδιαφέρεται φανερά, και δεν το κρύβει, για την «συστημική» αντίληψη για το τραγούδι. Όμως, το τραγούδι τού λαού είναι κάτι άλλο. Γιατί το τραγούδι τού λαού ήταν πάντοτε διωκόμενο και βαριά πληγωμένο από τις λογοκρισίες παντός τύπου. Και το προ-δισκογραφίας τραγούδι, που είναι ούτως ή άλλως κρυμμένο και θα πρέπει να το ψάξει κανείς βαθιά σε έντυπες πηγές, για να το ανασύρει (πράγμα που δεν ξέρει να το κάνει ο Σαββόπουλος, ούτε ενδιαφέρεται να το κάνει, γιατί δεν είναι ερευνητής), μα κι εκείνο της δισκογραφίας.
Ακούσαμε (και ακούμε) για δεκαετίες ένα τραγούδι με τον τρόπο τον οποίον καθόριζε και επέτρεπε, γι’ αυτό, η άρχουσα τάξη. Το «σύστημα» χρησιμοποιούσε τους δημιουργούς με τους κανόνες που όριζε εκείνο. Σε κάθε άλλη περίπτωση λαός και λαϊκοί δημιουργοί σπρώχνονταν δια της βίας στο περιθώριο.
Ο Βαμβακάρης θάφτηκε για χρόνια (γύριζε με τασάκι, μαζεύοντας πενταροδεκάρες, για να επιβιώσει), ο Τσιτσάνης ανακάτευε τα λόγια στα τραγούδια για να μην του τα κόψουν (έτσι, σήμερα, μπορεί να σου πει ο άλλος πως η Συννεφιασμένη Κυριακή ήταν τέτοια, γιατί ηττήθηκε κάποια ομάδα ποδοσφαίρου), ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ένας από τους μεγαλύτερους κοινωνικούς τραγουδοποιούς, που ανέδειξε το ελληνικό τραγούδι, πέθανε πάμφτωχος, και με ελάχιστα κομμάτια του (μετρημένα στα δάχτυλα), με ατόφια κοινωνικά μηνύματα, να ξεφεύγουν από την σκληρή λογοκρισία. Το αντάρτικο τραγούδι ήταν για 30 χρόνια στο κυνήγι. Ο Θεοδωράκης ήταν απαγορευμένος καθ’ όλη την «επταετία». Του Στέλιου του κλείσανε το στόμα. Ο Πανούσης υπέφερε τα πάνδεινα, με μηνύσεις επί μηνύσεων. Εκατοντάδες δημιουργοί, ακόμη και ο ίδιος ο Σαββόπουλος, ένοιωσαν βαρύ επάνω τους τον πέλεκυ τού πολιτικώς ορθού, τον οποίον ακόνιζε η δεξιά επί δεκαετίες.
Ελευθερία, στην πράξη, δεν υπήρξε ποτέ στο ελληνικό τραγούδι. Ακόμη και σήμερα το τραγούδι που ενοχλεί διώκεται. Δεν προβάλλεται. Αποσιωπάται. Γιατί, το να υπάρχει κάπου, πεταμένο, χωρίς να το παίρνουν χαμπάρι εκείνοι που πρέπει να το πάρουν, να μην διαδίδεται, είναι σαν να μην υπάρχει. Σαν να είναι λογοκριμένο.
Ας τ’ αφήσει, λοιπόν, τα παραμύθια περί «ενότητας» ο Σαββόπουλος. Η «ενότητα» είμαι μια φενάκη, μία αερολογία, μία πομφόλυγα, που τη χρησιμοποιεί η άρχουσα τάξη, για να θολώσει τα νερά, ώστε να κρύψει κάθε φορά τα νέα της εγκλήματα. Και από τέτοια... ένα σωρό κι ακόμη, σ’ αυτή την ιστορία των διακοσίων χρόνων.
Ένα είναι σίγουρο πάντως. Το τραγούδι τού λαού δεν της ανήκει. Κι ούτε μπορεί να μιλάει για λογαριασμό του, γιατί στην πράξη το τραγούδι αυτό το μισεί, το καταδιώκει, γιατί το τραγούδι έχει τη δύναμη να αντιστέκεται στα σχέδιά της.
Ξέρει λοιπόν ότι είναι επικίνδυνο για τα συμφέροντά της και γι’ αυτό το πολέμησε, το πολεμά και θα το πολεμά, όσο θα έχει τα μέσα και τον τρόπο. Και ο τρόπος δεν σχετίζεται πάντα με τη βία, αλλά και με την παραπλάνηση, την απο-ιδεολογικοποίηση, την τοποθέτησή του έξω από το διάβα της ιστορίας.

3/5/2021
Πέθανε στα 76 του ο σημαντικός ποιητής της «γενιάς του ’70» Κώστας Γ. Παπαγεωργίου.
Πέρα από το ποιητικό, δοκιμιακό και υπόλοιπο έργο του, ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου σχετίστηκε και με το τραγούδι, καθότι μελοποιήθηκε από τον Νίκο Τάτση (δες στα σχόλια) και τον Θάνο Μικρούτσικο βασικά, και εσχάτως από τον Χάρη Κατσιμίχα...

2/5/2021
Ρε δεν κολλάει «κλασική μουσική» με το ελληνικό Πάσχα, με το γλέντι του ελληνικού Πάσχα εννοώ. Λαϊκά, δημοτικά και λαϊκοδημοτικά ακούει ο κόσμος. Άιντε και ποπ λαϊκά... για τους πιο νέους. Μην το παίζετε τώρα... γαμπροί από το Σάλτσμπουργκ.
[το σχόλιο αφορά σε πραγματικό περιστατικό, όχι σε φεϊσμπουκικό]

Τρίτη, 4 Μαΐου 2021

INGRID LAUBROCK + KRIS DAVIS σαξόφωνα και πιάνο, από δύο σημαντικές τζαζίστριες της εποχής μας

Η Γερμανίδα Ingrid Laubrock, μία από τις σημαντικότερες σαξοφωνίστριες (τενόρο και σοπράνο) της πιο νέας γενιάς, με πολλές και καλές συνεργασίες (Sylvie Courvoisier, Mary Halvorson, Sara Serpa, Tom Rainey, Στέφανος Χυτήρης κ.ά.), συνευρίσκεται στο στούντιο, για τις ανάγκες τού Blood Moon [Intakt, 2020], με την καναδή πιανίστρια Kris Davis, επίσης γνωστή μουσικό της σύγχρονης σκηνής και συνεργάτιδα, μεταξύ άλλων, των Ken Vandermark, Noah Preminger, Craig Taborn, Devin Gray, Michael Formanek, Eric Revis και Tineke Postma. Δύο μουσικοί λοιπόν, με μεγάλη εμπειρία στον αυτοσχεδιασμό και την προχωρημένη jazz, ολοκληρώνουν ένα άλμπουμ, ερμηνεύοντας αυστηρώς δικό τους υλικό (ηχογραφημένο τον Ιούνιο του 2019, στο Mt Vernon, της Νέας Υόρκης). Ένα άλμπουμ, που περιλαμβάνει εννέα tracks, περίπου μοιρασμένα ανάμεσα στις δύο συνθέτριες.
Laubrock
και Davis συνεργάζονται, και στην δισκογραφία, περισσότερο από μια δεκαετία τώρα, και αυτό σημαίνει πολλά για τους τρόπους επικοινωνίας, που έχουν αναπτύξει, και βεβαίως για το πώς αντιμετωπίζουν την συνθετική και αυτοσχεδιαστική διαδικασία. Βασικά, συζητάμε για δύο πολύ «διαβασμένες» μουσικούς, που βρίσκουν πάντα τον τρόπο να εκπλήξουν τον ακροατή, δημιουργώντας κάθε φορά και νέα περιβάλλοντα, νέες πλατφόρμες, πάνω στις οποίες αναπτύσσουν τους αισθητικούς προβληματισμούς τους.
Για παράδειγμα στο track με τον ίδιο τίτλο, το “Blood moon”, που διαρκεί περί τα έξι λεπτά, η Monk-ική παραλλαγή της μελωδίας στο πιάνο, από την Davis, συνδυάζεται με την μικροτονική (με τέταρτα τόνου) μελωδική επεξεργασία στο σαξόφωνο, από την Laubrock, δίνοντας στο κομμάτι μια παράξενη αύρα.
Σε άλλα tracks, όπως στο “Whistling” για παράδειγμα, εξερευνώνται, άλλες, παράδοξες ρυθμικές υποδιαιρέσεις από το σαξόφωνο, που είναι όμως «διακεκομμένες» και που δεν χαρακτηρίζουν συνολικά τη σύνθεση. Τούτο σημαίνει πως η πιανίστρια μπορεί να δράσει ανεξάρτητα, δημιουργώντας τα δικά της ρυθμικά υπόβαθρα.
Μέσα από τέτοιες διερευνητικές προσεγγίσεις είναι ολοφάνερο πως το ντούο των Laubrock και Davis είναι εδώ για να προτείνει μία μουσική και απρόσμενη, και αυθόρμητη, που να μην απευθύνεται μόνο στον «ψαγμένο» μουσικόφιλο, έχοντας εξ αρχής το προσόν να «μιλάει» ευρύτερα.
Επαφή: www.intaktrec.ch/

[πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Yellow Box, τεύχος #07, Απρίλιος-Μάιος 2021]

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ 10 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου ηθοποιού – «Ο Τρελός του Λούνα Παρκ»: η μεγαλύτερη θεατρική επιτυχία του

O Θανάσης Βέγγος (29 Μαΐου 1927 – 3 Μαΐου 2011) ήταν βασικά ένας κινηματογραφικός ηθοποιός. Με το θέατρο, εννοούμε, δεν είχε πάντοτε τις καλύτερες σχέσεις, ασχέτως αν το υπηρέτησε και αυτό με αυταπάρνηση.
Εξάλλου σε μια χώρα όπου η κινηματογραφική παραγωγή της έχει περάσει από σαράντα κύματα –ας θυμηθούμε εκείνη την ιστορική κάμψη των αρχών του ’70, όταν ο ερχομός της τηλεόρασης είχε απειλήσει πολύ σοβαρά ολόκληρο το σύστημα τού εγχώριου σινεμά–, κανένας ηθοποιός, από το 1970 και μετά, δεν θα μπορούσε να στηρίξει την επιβίωσή του στις ταινίες.
Η τηλεόραση ήταν, βεβαίως, μια λύση, αλλά πόσοι ηθοποιοί θα δούλευαν στην τηλεόραση; Ελάχιστοι. Το θέατρο θα αναδεικνυόταν εκ των πραγμάτων λοιπόν ως ο μόνος χώρος δουλειάς, που θα μπορούσε να βοηθήσει έναν κινηματογραφικό ηθοποιό, όπως ήταν ο Θανάσης Βέγγος, και να επιβιώσει οικονομικά, αλλά, γιατί όχι, και να διερευνήσει άλλες πτυχές τού ταλέντου του.
Αν και ο Βέγγος από πολύ νωρίς, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, εμφανιζόταν στο θέατρο θα έπρεπε να περάσουν ακόμη δέκα χρόνια, να φαλιρίσει η εταιρεία του «Θανάσης Βέγγος / ΘΒ / Ταινίες Γέλιου», αφήνοντας χρέος 4 εκατομμύρια δραχμές το 1969 (ένα τεράστιο ποσό για την εποχή), ώστε να στραφεί με περισσότερη όρεξη προς τη σκηνή. Όπως είχε πει και ο ίδιος:
«Ναι, έχω φιλοδοξίες (στο θέατρο) να παίξω σε κλασική κωμωδία, αλλά εγώ δεν έχω θητεία στο θέατρο. Δεν το ξέρω. Είμαι παιδί του κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος είναι το ωραιότερο κομμάτι της ζωής μου». Ενώ στην ερώτηση «τελικά τι προτιμάτε, την οθόνη ή τη σκηνή;» είχε απαντήσει: «Εκατό φορές τον κινηματογράφο. Πανηγύρι, καλέ μου φίλε. Ξέρεις τι γίνεται στο γύρισμα; Ωραία ιστορία!».
[Ψυχαγωγία, τεύχος #7, 20 Ιανουαρίου 1970 – συνέντευξη στον Γιώργο Κοντογιάννη]
Κι ένα χρόνο πιο μετά: «Παίζω στο θέατρο επειδή έχω ανάγκη από λεφτά. Τίποτα δε με συγκινεί εκεί και δεν έχω σκοπό να συνεχίσω».
[Σύγχρονος Κινηματογράφος, τεύχος #13, Μάρτιος-Απρίλιος-Μάιος, 1971 – συνέντευξη στον Τάκη Παπαγιαννίδη]
Επίσης υπάρχει ένα επεισόδιο, που μνημονεύει ο συγγραφέας, σκηνοθέτης κ.λπ. Γιώργος Λαζαρίδης (1927-2012), με τον Θανάση Βέγγο να δραπετεύει από τον μαντρότοιχο τού θεάτρου τού Βασίλη Μπουρνέλλη, κάποτε στην δεκαετία του ’60, κάνοντας όρκο να μην ξαναπατήσει σε θεατρικό παρασκήνιο.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/theatro/o-trelos-toy-loyna-park-i-megalyteri-theatriki-epityhia-toy-thanasi-beggoy