Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 375

31/5/2021
Έχει παραγίνει το κακό με τις συμμορίες...

31/5/2021
Υπάρχουν ανακατατάξεις στις δουλειές, στη μετά-λοκντάουν εποχή. Παρά ταύτα ο κόσμος δεν πρέπει να ανησυχεί. Το κράτος αφήνει την επιχειρηματικότητα να εξελιχθεί ελεύθερα, χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις...

31/5/2021
Πριν 5 μέρες πέθανε ένας μεγάλος αμερικανός τραγουδοποιός, ο Patrick Sky, ήταν 81 ετών. Αυτό είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, κι ένα από τα πιο συγκλονιστικά αντιπολεμικά κομμάτια των σίξτις. Πολύ ταιριαστό το μαύρο-πίσσα βίντεο...

And your face is growning moldy when they kissed your cheek
And said “Please die for us, Jimmy Clay”
And so you died a soldier and a hero’s death
Congratulations, Jimmy Clay

Now you're alone Jimmy Clay
You can smoke your cigar and earn your pay
And somewhere in the distance you can hear the fiddles play
But not one note will change, Jimmy Clay
30/5/2021
Αυτό το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου συμπληρώνονται 80 χρόνια από την Μάχη της Κρήτης, τη μεγαλύτερη αποβατική επίθεση από αέρος με ταυτόχρονη κατάληψη εδάφους, που είχε γνωρίσει έως τότε ο κόσμος.
Το 2016 είχαμε γράψει κάτι σχετικό και ειδικό με την Μάχη της Κρήτης, που αξίζει να διαβαστεί και τώρα...
https://www.lifo.gr/culture/arxaiologia/mia-sygklonistiki-istoria-hamon-ki-ena-poiima-me-aformi-ta-75-hronia-apo-ti

30/5/2021
Τελικά, πολλοί είχαν τραγουδήσει Θεοδωράκη επί χούντας... Φοβερή σκηνή, και πολύ ωραία η περιγραφή... Όπου «Μιχάλης», ο ΚΥΠατζής Μιχαήλ Ρουφογάλης.
[από το βιβλίο της Ντέλλας Ρουφογάλη-Ρούνικ «Να Γιατί...», Φερενίκη 2002]

29/5/2021
Γράφοντας κείμενα, πολλές φορές λοξοδρομείς, ψιλοχάνεσαι, ψάχνοντάς την και σε άλλα, διαφορετικά επίπεδα.
Κάνοντας λοιπόν αυτό το κείμενο για «Το “ροκ” των Λαμπράκηδων», που ανέβηκε στο LiFO.gr προχθές, άνοιξα, ξεφύλλισα, διάβασα και ξαναδιάβασα ποικίλα βιβλία και περιοδικά, κάποιες φορές άσχετα με το βασικό θέμα τού άρθρου.
Κι επειδή ο Bertrand Russell αποτελούσε μία βασική παράμετρο στο κείμενο, θυμήθηκα αυτό, που είναι γραμμένο το 1949, τόσο παλιά, και που έχει ισχύ και σήμερα περισσότερο από ποτέ, σαν ιδέα, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο της «ψηφιακής επανάστασης», που έχει αντικαταστήσει τον «ελεύθερο χρόνο» από τον διαθέσιμο χρόνο (που δεν είναι καθόλου ελεύθερος, καθώς είναι γεμάτος από αγωνίες, σκέψεις και άλλους λοιπούς καταναγκασμούς).
[Μπέρτραντ Ράσσελ «Η Εξουσία και το Άτομο» Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1975]

Κυριακή, 30 Μαΐου 2021

KEITH OXMAN / FRANK MORELLI εκπληκτικό τζαζ άλμπουμ με τενόρο σαξόφωνο και φαγκότο σε πρώτο πλάνο

Ο Keith Oxman είναι ένας τενορίστας, που μας απασχολεί τακτικά τα τελευταία χρόνια. Είτε μέσα από τα προσωπικά άλμπουμ του, π.χ. τα “Two Cigarettes in the Dark” (2020), “Glimpses” (2018) και “East of the Village” (2017), είτε μέσα από τις συμμετοχές του σε ευρύτερα γκρουπ, π.χ. στο “Squirmin’” (2021) των Jazz Worms, για το οποίον γράψαμε τον προηγούμενο Μάρτιο, είτε με τις παρουσίες του σε δίσκους τρίτων, π.χ. στο άλμπουμ The Journey” (2015) του Charles McPherson. Σημειωτέον, πως για όλα αυτά τα CD, που αποτελούν κυκλοφορίες της εταιρείας CAPRI, από την πόλη Bailey του Κολοράντο, έχουμε γράψει τα σχετικά στο δισκορυχείον.
Στο
παρόν “The Ox-Mo Incident” [CAPRI, 2021], ο Keith Oxman, o… Ox του τίτλου, συνεργάζεται με τον διακεκριμένο οργανοπαίχτη του bassoon (φαγκότο) Frank Morelli, o... Μο του τίτλου. Και κάπως έτσι προκύπτει το “The Ox-Mo Incident” επηρεασμένο αν θέλετε και από την νουβέλα του Walter Van Tilburg ClarkThe Ox-Bow Incident”, που αποτέλεσε τη βάση του φερώνυμου (1943) ιστορικού western του William A. Wellman, με τους Henry Fonda και Dana Andrews (η ταινία έγινε γνωστή στην Ελλάδα ως «Η Πόλη του Μίσους»).
Στο “The Ox-Mo Incident” λοιπόν καταγράφονται έντεκα θέματα, τα οποία διεκπεραιώνει ένα σχήμα αποτελούμενο εκ των Keith Oxman τενόρο σαξόφωνο, Frank Morelli bassoon, Jeff Jenkins πιάνο, Ken Walker μπάσο και Todd Reid ντραμς.
Το bassoon μπορεί να μην είναι ένα συνηθισμένο όργανο στις τζαζ ενορχηστρώσεις, αλλά στην πράξη θα το συναντήσεις σε δεκάδες ηχογραφήσεις από πολύ παλιά, από τη δεκαετία του 1920, ενώ θα το ακούσεις και σε εγγραφές των Charlie Parker, Gil Evans, Jimmy Giuffre, Yusef Lateef, Art Ensemble of Chicago, Nat Adderley, Charles Mingus, Chick Corea και δεκάδων άλλων.
Εδώ, στο “The Ox-Mo Incident”, ο ήχος τού bassoon δεν μπορεί παρά να κυριαρχεί, υπό την έννοια ότι τον ακούς σαν κάτι ξεχωριστό, που εντυπωσιάζει – πόσω μάλλον, όταν αυτός ο ήχος προέρχεται από έναν διακεκριμένο «κλασικό» παίκτη, όπως είναι ο Frank Morelli, με εγγραφές σε Deutsche Grammophon, Naxos κ.λπ.
Έτσι λοιπόν από την μια μεριά ο Morelli, με τον Oxman και τους υπόλοιπους συνοδοιπόρους, και από την άλλη μεριά το ρεπερτόριο, που είναι με τέτοιο τρόπο επιλεγμένο, ώστε να συνδυάζει «κλασικά» και τζαζ ηχοχρώματα, δεν μπορεί παρά, αυτά τα δύο, να οδηγούν σ’ ένα, απλώς, τέλειο αποτέλεσμα.
Υπέροχες εκτελέσεις σε θέματα των Ραχμάνινοφ, Μποροντίν, Brahms, Fauré (η περίφημη “Pavane”) ή επηρεασμένα από συνθέτες όπως ο Puccini, συνδυασμένα συχνά με versions σε στάνταρντ των Rodgers-Hammerstein II, Loewe-Lerner κ.ά., το “The Ox-Mo Incident διαθέτει μια σαφήνεια στο στόχο του, ικανή να σε κερδίσει από το πρώτο λεπτό του.
Σπουδαίο άλμπουμ, που δεν θέλει να αποδείξει τίποτα, πέραν της χαράς εκείνων που το φτιάχνουν και της ευχαρίστησης, στα όρια της ηδονής, εκείνων που το ακούν.
(Κατατοπιστικότατες οι liner notes της Susan Oxman, συζύγου του Keith Oxman, μαθήτριας του Frank Morelli, και αναγνωρισμένης visual artist, όπως πληροφορηθήκαμε).
Επαφή: www.caprirecords.com

Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 374

28/5/2021
Αυτό το είχα αγοράσει με το που βγήκε, το 1983. Δεν θυμάμαι, αυτή τη στιγμή, να είχα ακούσει άλλο ελληνικό ραπ νωρίτερα...
https://www.youtube.com/watch?v=JyZwT2pZY4g

28/5/2021
Βγαίνει ο άλλος και σου λέει... δεν γουστάρεις το ραπ.
Για κάτσε ρε μεγάλε, πόθεν το συμπέρασμα; Όταν εγώ άκουγα τα αριστουργήματα του ραπ, στα μέσα του ’80, εσύ ήσουν ακόμη αγέννητος... Για κάνε μας τη χάρη...
https://www.youtube.com/watch?v=vp3XE9gL5ck

28/5/2021
Για την ενσωμάτωσή μας στην Ευρώπη:
«Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να απαλλαγούμε, ούτε να ελευθερωθούμε, διότι θα είναι μία επιλογή μας, ενώ επί τουρκοκρατίας έγινε μία υποταγή μας, αυτή είναι η διαφορά».
Ακούστε τον να τα λέει κιόλας, ο ίδιος, στα σχόλια...

28/5/2021
Ακούγοντας το κομμάτι του Μιθριδάτη, επιβεβαιώνω, για μένα, κάποια προφανή πράγματα.
Στο χιπχόπ ενδιαφέρον έχουν μόνο τα λόγια, που είναι αυτό που αποκαλούμε street poetry. Η μουσική είναι ασήμαντη και ο μόνος ρόλος της είναι απλώς να συντροφεύει τα λόγια, δεν έχει καμία αξία από μόνη της. Αν της βγάλεις τα λόγια είναι μηδέν – στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν στέκεται. Δεν είναι όπως στο ροκ, όπου η μουσική ενός τραγουδιού από μόνη της έχει αξία (όταν έχει) και γι’ αυτό ένα τραγούδι θα μπορούσε να διασκευαστεί άπειρες φορές ως instrumental.
Προσωπικά θα προτιμούσα την street poetry να την διάβαζα και όχι να την άκουγα, αλλά, ok, αναγνωρίζω πως ο προφορικός λόγος έχει τη δύναμη να επιβάλλεται του γραπτού, ως πιο άμεσος. Με το beat και το flow δε, την προσωδία, αποκτά και την «επιθετικότητα», με την καλή έννοια που οφείλει να έχει ο λόγος – να μην είναι κοιμήσικος δηλαδή, τεχνικά ανερμάτιστος και υποτονικός. Η υποτυπώδης μουσική σπρώχνει το λόγο και υπό αυτή την έννοια είναι απαραίτητη, έστω και σ’ αυτή την τελείως πρωτόλεια μορφή της. Η μάλλον, μόνον ως πρωτόλεια και στοιχειώδης έχει νόημα.
Αυτά που είπε ο Μιθριδάτης στο «Για να μην τα χρωστάω» δεν είναι τίποτα σοφίες. Είπε πράγματα που τα ζούμε όλοι μας, καθημερινά, δύο χρόνια τώρα. Απλά τα είπε με το όνομά τους, ενώ προσδιόρισε και ποιος είναι ο «εχθρός».
Και το λέμε τούτο, γιατί από το πολύ το «λέγε-λέγε» τελικά κάπου χάνεται η μπάλα. Μπερδεύεσαι, και στο τέλος δεν ξέρεις αν τελικά εχθρός είναι ο... πατέρας σου κι η μάνα σου ή το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν ο πατέρας σου κι η μάνα σου. Ο Μιθριδάτης τα έχωσε στο περιβάλλον, στον χουντο-φιλελερισμό, σ’ ένα συνδυασμό δημοκρατίας με το σταγονόμετρο, που έχει το ψέμα στην κορυφή και την βία στη βάση, πασπαλισμένο με πουριτανική ηθική, γελοίο μεγαλοϊδεατισμό, χατζηαβατισμό έναντι των δυνατών και μίσος έναντι των αδυνάτων.
Κι αυτά τα δύο κομματάκια...
«Το κεφάλαιο έχει ενισχύσει την αντεπαναστατική οργάνωση της κοινωνίας προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης έχουν γίνει μια δύναμη πάνω από το νόμο. Ο κανονικός εξοπλισμός της αστυνομίας σε πολλές πόλεις μοιάζει με τον εξοπλισμό των SS – η κτηνωδία των πράξεών της είναι γνωστή».
Herbert Marcuse «Αντεπανάσταση και Εξέγερση» [Εκδόσεις Παπαζήση, 1974]
«Για κάθε σου απορία έχουν μια διμοιρία / ένας λαός σε μία δυστοπία κι ομηρία / ομάδες της καταστολής για να ’σαι ασφαλής / στα περιπολικά το κράτος είναι μερακλής / και μπλε στολές μεσ’ στις σχολές να βγάζουν θυμικό / πάνω στους φοιτητές ξυλοδαρμό και χημικό»
Μιθριδάτης «Για να μην τα χρωστάω»

28/5/2021
>>Με την εξαίρεση της αδέξια κεφάτης και ακόμη πιο αλλόκοτα ενδεδυμένης (ιδίως από τη μέση και κάτω) σε σχέση με την περίσταση ποπ τραγουδίστριας Μόνικας, στην οποίαν ανατέθηκε το μουσικό διάλειμμα της βραδιάς, η υπόλοιπη εκδήλωση χαρακτηρίστηκε από την αναμενόμενη, επετειακή και τυπική, σοβαρότητα.<<
Ορίστε. Δεν τους κάνει τώρα ούτε η Μόνικα. Την θεωρούν αδέξια κεφάτη, μη... ευπρεπώς ενδεδυμένη και ασόβαρη, καθώς υπήρξε... επιρρεπής στον λαϊκισμό, μην αναγνωρίζοντας το πρωτόκολλο και τη σοβαρότητα της στιγμής.
Σαν σε χουντο-ρεπορτάζ από τον Ελεύθερο Κόσμο, όταν σκανδαλίζονταν από το μίνι και το σορτς οι πουριτανοί, οι πεινασμένοι κι οι λιγούρηδες.

27/5/2021
Έστω και με λίγη καθυστέρηση ο Μιθριδάτης πήρε την απάντηση που του άξιζε...

26/5/2021
Bootlegs δεν μάζευα ποτέ, καλώς ή κακώς τα θεωρούσα πεταμένα λεφτά. Εκτός από Bob Dylan, που έχω μερικά...

26/5/2021
Από τις ωραιότερες διασκευές, αν όχι η ωραιότερη, σ' αυτό το κλασικό τραγούδι του Bob Dylan. Από τον Hamilton Camp, τον άνθρωπο που είχε γράψει εκείνο το φοβερό Pride of Man (που είχαν αποθεώσει οι Quicksilver Messenger Service).
1967 με τίποτα, μπορεί 1968, αλλά μάλλον 1969...
https://www.youtube.com/watch?v=LQ747f55YX0

26/5/2021
Κείμενα και κειμενάκια για τον Μπομπ Ντύλαν γράφονταν στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’60.
Αρκετά καλό για την εποχή του ήταν το άρθρο «μια νέα σελίδα στην Ιστορία της Αμερικής / Τη γράφουν φοιτητές και λαϊκοί τραγουδιστές / ΤΡΑΓΟΥΔΙ ένα καινούριο όπλο / μα ποιος είσθε MISTER BOB DYLAN?» του 19χρονου τότε και γνωστού σήμερα εκλογολόγου-καθηγητή Ηλία Νικολακόπουλου στο αριστερό φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική» (τεύχος 50, Φεβρουάριος 1966), αλλά καλύτερο ήταν ένα μεταφρασμένο κείμενο του Gene Bluestein (καθηγητής στο Fresno στην Καλιφόρνια), υπό τον τίτλο «Η λαϊκή παράδοση και η ποίηση της ροκ», που είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 6 τού περιοδικού (της αμερικάνικης πρεσβείας) Διάλογος, το Φθινόπωρο του 1971 και στο οποίο υπήρχε ξεχωριστή παράγραφος για τον Ντύλαν (με λογοτεχνικές αναφορές, αναφορά στο A Hard Rain's A-Gonna Fall κ.λπ.).
Κείμενα για τον Ντύλαν στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70 γράφονταν σε όλα τα περιοδικά της εποχής, από τα Επίκαιρα και το Φαντάζιο, μέχρι τα δευτεροκλασάτα μουσικά – αλλά σχεδόν πάντα ήταν από μέτρια και κάτω.
[όπου «λαϊκή ροκ» εννοείται το “folk rock” προφανώς]

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2021

DEZ DARE, MILES OLIVER loner τραγουδοποιοί από την Αγγλία και την Γαλλία

DEZ DARE: Hairline Ego Trip [CH!MP Records, 2021]
Πίσω από τους Dez Dare, που έχουν την έδρα τους στο Brighton της Αγγλίας, κρύβεται ο τραγουδοποιός, πολυ-οργανίστας και παραγωγός Darren John  Smallman
Ο Smallman, που έχει μεγαλώσει στην Αυστραλία, δραστηριοποιείται στο rock περισσότερο από 30 χρόνια τώρα, με το όνομά του να το ανακαλύπτεις πίσω από μπάντες / projects σαν τις / τα El Grumpos, The Sound Platform, The Vinyl Creatures, Toad, Warped κ.λπ. Το λήμμα του, δε, στο discogs περιλαμβάνει 30 σχεδόν κυκλοφορίες, από το 1992 μέχρι σήμερα.
Το πιο νέο πόνημα τού Smallman είναι οι Dez Dare, ένα προσωπικό project, που κινείται στο χώρο του νέο-garage και της νεοψυχεδέλειας και το οποίον αποκαλείται “Hairline Ego Trip”. Περιλαμβάνει, δε, εννέα tracks, τα περισσότερα μικρής διάρκειας, περίπου 2λεπτα, ενώ υπάρχουν ακόμη ένα 5λεπτο κι ένα 10λεπτο κομμάτι.
Ηχητικά το αποτέλεσμα έχει οπωσδήποτε ενδιαφέρον ακόμη και στα μεγάλης διάρκειας tracks, όπως στο έσχατο 10λεπτο “Tractor beam, shitstorm”, που ανακάλεσε στη μνήμη μου το “Kings lead hat” του Brian Eno από το “Before and After Science” του 1977 (με την απίστευτη κιθάρα του Robert Fripp), προσανατολισμένο βεβαίως προς την... ομιχλώδη γκαραζοψυχεδέλεια.
Όμως και τα μικρής διάρκειας κομμάτια των Dez Dare λειτουργούν πολύ καλά, σ’ ένα στυλ «χτυπάω και φεύγω», όπως τα “Dumb dumb dumb”, “Conspiracy oconspiracy” και άλλα διάφορα, τα οποία διακρίνονται και για το στιχουργικό concept τους, που παίρνει αφορμή από εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής (“Crowned by catastrophe”, “Goodbye autonomy” κ.ά.).
Γενικώς, ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, από έναν άνθρωπο, που το ψάχνει και που ξέρει, κάθε φορά, τι κάνει.
Επαφή: www.dezdare.bandcamp.com/album/hairline-ego-trip
MILES OLIVER: Between the Woods [Atypeek Music, 2021]
Πολύ παράξενος τραγουδοποιός αυτός ο Παριζιάνος, ο Miles Oliver. Πριν κάποιο καιρό είχαμε γράψει, μάλιστα, και για ένα παλαιότερο άλμπουμ του, εδώ στο blog, το “Color Me” [Atypeek Music / Microcultures, 2018], σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα:
«Loner singer-songwriter είναι ο Miles Oliver, αν και όχι πάντα όσο “ήσυχος” και ακουστικός θα απαιτούσε η περίσταση. Έχει και πιο δυναμικά-σκληρά parts ο Γάλλος θέλω να πω, που, επίσης, χειρίζεται όλα τα όργανα μόνος του (ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, λούπες, πλήκτρα, ταμπουρίνο, ενώ τραγουδά κιόλας). Ο Jackie Leven θα μπορούσε να ήταν μια τρανή αναφορά για την τραγουδοποιία τού Miles Oliver, όμως και νεότερα ονόματα, όπως ο BonniePrinceBilly για παράδειγμα, φαίνεται πως τον έχουν επηρεάσει».
Χοντρικά αυτά ισχύουν και για το πιο νέο άλμπουμ τού Miles Oliver, το “Between the Woods”, που περιέχει δώδεκα tracks (από μονόλεπτα έως πεντάλεπτα) και τα οποία, αναλόγως της περίπτωσης, είναι ενοργανωμένα για ηλεκτρικές ή ακουστικές κιθάρες, πλήκτρα κ.λπ.
Όπως διαβάζουμε, αυτό το άλμπουμ αντανακλά δουλειά, εμπειρίες και αισθήματα από μία περιοδεία τριών εβδομάδων του τραγουδοποιού στις ΗΠΑ – περιοδεία που τον έφερε σε επαφή με διάφορες όψεις τού αμερικανικού τοπίου (ανθρώπινου και φυσικού).
Το αποτέλεσμα καταγράφεται σ’ αυτά τα καλά, ή και πολύ καλά, και κάποιες φορές παράξενα τραγούδια τού “Between the Woods”, που άλλοτε έχουν να κάνουν μ’ ένα είδος σωτηριολογικού blues (“Save me”), ενώ άλλοτε ροκάρουν σε πιο lo-fi κατευθύνσεις και πάντα μέσα σε loner περιβάλλοντα.
Τα θέματα... πολλά και ποικίλα. Με αναφορές σε σύγχρονα και παντοτινά ανθρώπινα ζητήματα (καταπίεση, εκδίκηση, εσωτερικότητα, μελαγχολία, αποξένωση, απώλεια), τα οποία περιγράφονται πάντα πειστικά και με τόλμη – μέσω τούτων των πολύ καλών, το ξαναλέμε, τραγουδιών.
Επαφή: www.atypeekmusic.com

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2021

το «ροκ» των Λαμπράκηδων – τραγούδι και πολιτική στην Ελλάδα του ’60, με αφορμή την συμπλήρωση 58 χρόνων από το θάνατο του Γρηγόρη Λαμπράκη

Το 1963 ήταν μια κομβική χρονιά, για την Ελλάδα και διεθνώς, γι’ αυτό που ονομάζεται «νεανική κουλτούρα» – με το «διεθνώς» να συνδέεται άμεσα και με την ελληνική περίπτωση.
Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα, που βρισκόταν ήδη στην πρώτη γραμμή με τους «αγώνες του 1-1-4» και του «15% για την παιδεία», οι οποίοι είχαν αποκτήσει ισχυρή οντότητα μέσα στο 1962, την επόμενη χρονιά, το 1963, θα έκανε ακόμη πιο μεγάλα βήματα, δηλαδή άλματα, μέσα από τα οποία θα επικοινωνούσαν, ανάμεσα σε άλλα, και η πολιτική με την Τέχνη και το τραγούδι.
Πολλά ξεκινούν από τον βρετανό φιλόσοφο, μαθηματικό και ειρηνιστή Bertrand Russell (1872-1970), που από την δεκαετία του ’40 ήδη είχε συνδεθεί με την ελληνική περίπτωση (καταφερόμενος εναντίον της επέμβασης των Άγγλων στα Δεκεμβριανά) και ο οποίος θα συνδεόταν άμεσα, ως συνιδρυτής, με την CND (Campaign for Nuclear Disarmament δηλ. Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό), μιαν ειρηνιστική κίνηση, που είχε ιδρυθεί τον Νοέμβριο τού 1957 και που προπαγάνδιζε, μέσα από ποικίλες εκδηλώσεις και πορείες, τον πυρηνικό αφοπλισμό (και στο Ηνωμένο Βασίλειο, μα και διεθνώς). Το 1960 ο Russell παραιτείται από την CND (ήταν πρόεδρός της), προσχωρώντας στην Committee 100 (Επιτροπή 100), μιαν άλλη αντιπολεμική οργάνωση, πιο ριζοσπαστική, που υιοθετούσε, ως μέσο πίεσης και την πολιτική ανυπακοή.
Ένα όχι και τόσο περίεργο γεγονός είναι πως η CND είχε συνδεθεί από την αρχή με ισχυρά κομμάτια της κουλτούρας, στην Μεγάλη Βρετανία, και πολλοί επώνυμοι από κάθε χώρο του πνεύματος και του πολιτισμού είχαν ενστερνιστεί τις απόψεις της.
Ιδιαίτερη πέραση είχαν τα προτάγματα τής CND στο χώρο της βρετανικής jazz (trad jazz), όπως βλέπουμε και από την ταινία-ντοκιμαντέρ του Lindsay AndersonMarch to Aldermaston” (1959), που κατέγραφε την πορεία και τις εκδηλώσεις από την Trafalgar Square, στο Λονδίνο, προς το πυρηνικό κέντρο ερευνών στο Aldermaston, περίπου 84 χιλιόμετρα δυτικά της βρετανικής πρωτεύουσας.
Και αν η trad jazz αποτελούσε το σάουντρακ των αντιπυρηνικών διαδηλώσεων, ήταν το folk εκείνο, που εξέφραζε, και στιχουργικά, τα νέα προοδευτικά δεδομένα. Πολλές φορές, μάλιστα, οργανοπαίκτες τής trad jazz, όπως ο τρομπετίστας Humphrey Lyttelton συνεργάζονταν με αριστερούς folkist, όπως ο A.L. Lloyd, ενώ και καθαρόαιμοι folkists, όπως Ian Campbell, έγραφαν σύγχρονα τραγούδια, με αντιπολεμικά και αντιπυρηνικά μηνύματα, όπως το “The sun is burning” (1963).
Όλα εκείνα που συνέβαιναν στην Βρετανία δεν έμεναν άγνωστα στην Ελλάδα, απεναντίας υπήρχε άμεση και ισχυρή επικοινωνία.
Από 4-7 Ιανουαρίου 1963 διοργανώνεται στην Οξφόρδη της Αγγλίας συνδιάσκεψη, υπό την αιγίδα τής Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Κινήσεων Πυρηνικού Αφοπλισμού με θέμα την ειρήνη. Ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Επιτροπής Ειρήνης λαμβάνει μέρος στη συνδιάσκεψη και ο βουλευτής της αριστεράς Γρηγόρης Λαμπράκης. Όπως διαβάζουμε στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» (τεύχος #60, Ιανουάριος 1963):
«Με πρόταση του κ. Γρηγ. Λαμπράκη συζητήθηκαν πρώτα: η δημιουργία απυραύλου ζώνης στα Βαλκάνια, η ανησυχία του κρητικού λαού για τις βάσεις που εγκαθίστανται στην Κρήτη και οι σκληρές συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύσσεται το κίνημα Ειρήνης στην Ελλάδα. Ζήτησε δε να παρασχεθεί βοήθεια από τις αντιπροσωπείες των ευρωπαϊκών κινημάτων ειρήνης για ενδεχόμενη οργάνωση πορείας ειρήνης στην Ελλάδα το Πάσχα».
Παράλληλα, στην Ελλάδα, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ακόμη πιο συγκεκριμένη μορφή. Όπως μας πληροφορεί το φοιτητικό περιοδικό της αριστεράς «Πανσπουδαστική» (τεύχος 43-44, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1963) στην στήλη «ειδήσεις»…
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/san-simera/rok-ton-lamprakidon

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 373

25/4/2021 
Τον Φλεβάρη του 1979 το Βήμα είχε δημοσιεύσει μια συνέντευξη του Μπομπ Ντύλαν στον Γιάννη Φλέσσα. Αργότερα, η συνέντευξη εκείνη είχε ανθολογηθεί στο βιβλίο τού Φλέσσα «Ιδέες και Δημιουργοί» [Ιδιωτική Έκδοση, 1979]. Στη συνέντευξη δεν δίνονταν ακριβή στοιχεία (πού, πότε κ.λπ.), κάτι που σε συνδυασμό με τις... ελληνοπρεπείς απαντήσεις τού Ντύλαν είχε οδηγήσει κάποιους να αμφισβητήσουν έντονα την εγκυρότητά της (ο Τάσος Φαληρέας στο 6ο ΤΖΑΖ είχε γράψει κάτι ειρωνικά).
Εγώ πιστεύω ότι η συνέντευξη είχε γίνει (σύντομη ήταν εξάλλου), αλλά τι ακριβώς είχε ειπωθεί στ’ αλήθεια σ’ εκείνη, και τι είχε περάσει στο χαρτί είναι άλλο θέμα...

25/5/2021
Θα συνεχίσω με αναρτήσεις για τον Dylan ή περί τον Dylan και σήμερα. Μην το πάω και τριήμερο...
Τραγουδοποιοί, επηρεασμένοι από τον Dylan, που βγήκαν με μια κιθάρα και με στίχο κοινωνικοπολιτικό, σκάσανε στην δεκαετία του ’60 σε πάμπολλες χώρες.
Στην Ιαπωνία έγινε θραύση. Βγήκαν πολλοί! Ίσως ο πιο σημαντικός να είναι ο Nobuyasu Okabayashi.
Το “Sanya blues” (1968) είναι αφιερωμένο στη σκληρή ζωή των εργατών, στη λαϊκή συνοικία Sanya του Tokyo...
https://www.youtube.com/watch?v=AeFTRFOzHnc

25/5/2021
«Καλό παιδί» μπορεί να είναι, όλοι «καλά παιδιά» είμαστε, όμως είναι και απίστευτα υπερεκτιμημένος, σαν τραγουδοποιός, ο Βαγγέλης Γερμανός (καλά, σαν ηθοποιός, δεν το συζητώ, γιατί έχει παίξει και στο σινεμά και σε σειρές).
Αν εξαιρέσεις «Τα Μπαράκια» (1981), δίσκο σημαντικό για κάποιους ειδικούς λόγους, στον οποίο είχε μαζέψει τραγούδια του, που τα έλεγε στις αρχές των seventies, στο Κύτταρο και αλλού, όλα τα υπόλοιπα άλμπουμ του ήταν κάτω του μετρίου.
Εδώ πάντως δεν διασκευάζει Dylan (Rainy Day Women #12 & 35), λέει τον δικό του Απόκληρο...
https://www.youtube.com/watch?v=EeID6SW9-lw

25/5/2021
Ο πιο σεμνός, ο πιο πιστός και ο πιο διαχρονικός «ντυλανικός» έλληνας τραγουδοποιός υπήρξε ο αείμνηστος Βασίλης Ζαρούλιας.
Θυμάμαι πως μου είχε πει πως είχε πρωτακούσει Ντύλαν στην Ιταλία στα μέσα του ’60 ή λίγο πιο μετά και πως είχε πάθει σοκ.
Σε όλες τις φάσεις της τραγουδοποιίας του ο Ζαρούλιας είχε τον Ντύλαν σαν οδηγό, διασκεύαζε Ντύλαν, ενώ και τα δικά του τραγούδια (είτε με τους Διόσκουρους, είτε μόνος του) ήταν ολοφάνερα επηρεασμένα από κείνον. Μερικά από τα δικά του τραγούδια, κυρίως από το LP του «Ώρα Μηδέν», είναι φοβερά, ενώ άλλα είναι απλώς συμπαθητικά.
Απ’ αυτά τα συμπαθητικά και σφόδρα «ντυλανικά» είναι και τούτο ’δω, από το 1975...
https://www.youtube.com/watch?v=-EE5kZdwZDo

24/5/2021
Είχε γίνει και αφισοκόλληση λέει, στα μέσα του '70...

24/5/2021
Ρώσοι και Λευκορώσοι καγκεμπίτες ξεφτίλισαν μέτρα ασφαλείας, αντικατασκοπεία, μητσοτάκηδες, κυπατζήδες κ.λπ. (ξέρανε, φυσικά, πως η Ελλάδα είναι ξέφραγο αμπέλι και ο καταλληλότερος τόπος για να δράσουνε), κάνοντας τα σκιάχτρα των Βρυξελλών να τρέχουνε, τώρα, ξοπίσω τους. Τους άρπαξαν τον... ακτιβιστή-ναζιστάκο μέσα από τα χέρια, χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι, και χωρίς να καταλάβει κανένας το τι και πώς. Επαγγελματίες ρεμάλια.
Καιρό είχε να γράψει τέτοιο σενάριο η ζωή...

24/5/2021
Λεφτέρης Πούλιος «Ποίηση» [Αθήναι, Δεκ. 1969]

23/5/2021
Κι ενώ τρώγαμε και πίναμε χθες βράδυ και λέγαμε, αυτά που δεν λέμε εδώ –ευτυχώς στα σπίτια μας μιλάμε ακόμη για ό,τι θέλουμε, χωρίς να δίνουμε πατήματα σε κανέναν ασέβαστο, για να μας χαρακτηρίσει «έτσι» ή «αλλιώς– ακούω ξαφνικά, από ένα παλιολάπτοπ, με το οποίο δεν είχα οπτική επαφή και που έπαιζε «γιουροβίζιον» σε χαμηλή ένταση, μερικές νότες, κάποια φωνή, ένα τραγούδι... Κι εκεί ανάμεσα στους τόνους της ηλιθιότητας, που είχαν περάσει από τ’ αυτιά μου, νοιώθω ξαφνικά ν’ ακούω κάτι που να με αφορά. Και ρωτάω... όχι «ποιος είναι», το όνομα δεν θα μου έλεγε απολύτως τίποτα, αλλά «ποια χώρα είναι»... Και μου λένε... «Ελβετία».
Να λοιπόν ένας τόπος, μια χώρα, που κάποιοι δεν έχουν ξεχάσει να γράφουν «ελαφρά» τραγούδια, για ένα διαγωνισμό «ελαφρού» τραγουδιού, όπως ήταν κάποτε, και δεν είναι πλέον, η Γιουροβίζιον.

22/5/2021
Επιτέλους, κάτω τα χέρια από τους εφοπλιστές. Δεν είναι όλοι ίδιοι...

22/5/2021
Ένα από τα 2-3 καλύτερα τραγούδια που στείλαμε ποτέ στη Eurovision. Σαν να το είχαν γράψει ο Σπανός και ο Χατζηνάσιος μαζί. Έχει και «γέφυρα» από soft core στη μέση τύπου «Αγκίστρι». Το είχε δέσει από πολλές μεριές ο χατζιδακικός Δημητράς – κάτι που εκτιμήθηκε (8/20), όσο μπορούσε να εκτιμηθεί τέλος πάντων, από τους... τουρίστες Φράγκους.
https://www.youtube.com/watch?v=MGR2y-3AgYQ

22/5/2021
Δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό πολλών για το «Μουσικό Κουτί» του Πορτοκάλογλου. Είδα τόπους-τόπους, στο YouTube, και το επεισόδιο με τον Κραουνάκη τις πρoάλλες και συγχύστηκα.
Για μένα είναι ενοχλητικά τα τραγουδίσματα της Ρένας Μόρφη. Έχουν πολύ ηθοποιιλίκι μέσα τους και αυτό είναι καταστροφικό για το τραγούδι. Το τραγούδι δεν είναι... θέατρο. Μπορεί να υπάρχει και τραγούδι για θεατρική παράσταση, φυσικά, προσαρμοσμένο στα δρώμενα, που να απαιτεί κάποια «ειδική» έκφραση, αλλά το τραγούδι, από μόνο του, είναι κάτι άλλο. Κάτι πολύ ξεχωριστό, που δεν πρέπει να το συγχέουμε με άλλες Τέχνες.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η τάση όλο και περισσότεροι ηθοποιοί να τραγουδούν. Συνέβαινε και παλιά αυτό, αλλά όχι τόσο έντονα, τόσο τακτικά και τόσο απερίσκεπτα. Και όταν τραγουδούν συνεχώς οι ηθοποιοί το τραγούδι καταστρέφεται. Εξελίσσεται σε κάτι απροσδιόριστο, σε κάτι «γυμνό», χάνοντας τελείως τα κρυφά μηνύματά του, τους υπαινιγμούς του. Αν το τραγούδι δεν μπορεί να σε δονήσει από ένα δίσκο, από το ραδιόφωνο, χωρίς να βλέπεις κάτι δηλαδή, δεν είναι τραγούδι, είναι θέαμα. Και νομίζω πως η Μόρφη, χωρίς την εικόνα της, και φυσικά χωρίς το κλασικό ρεπερτόριο που λέει, θα περνούσε απαρατήρητη.
Η Μόρφη μπορεί να μην είναι ηθοποιός, αλλά υποκρίνεται τη λαϊκή ντίβα. Δεν είναι όμως πειστική. Δεν είναι ούτε λαϊκή, είναι ψευτολαϊκή, ούτε ντίβα φυσικά. Είναι κάτι «λίγο απ’ όλα», ιδανικό ίσως για την τηλεοπτική ψυχαγωγία, αλλά με πολύ μικρότερο εκτόπισμα σε σχέση με τα ινδάλματά της.
Το ίδιο αχαρακτήριστη είναι και η Μαρίζα Ρίζου, που νομίζει πως η τζαζ κολλάει με τα πάντα. Δεν υπάρχει μέτρο ούτε σε αυτή. «Τραβάει» το τραγούδισμά της, φορτώνοντάς το με «έκφραση». Λυπάται να αφήσει κάτι χωρίς επεξήγηση, χωρίς υποσημείωση. Τραγουδάει λες και απευθύνεται σε ηλίθιους, που δεν θα καταλάβουν.
Και τον Κραουνάκη τον βρίσκω κουραστικό και αμετροεπή πολλές φορές, σαν συνθέτη. Πολύ θα ήθελε να ήταν ο Γιώργος Μουζάκης, αλλά δεν τον φτάνει. Έτσι νομίζω εγώ τουλάχιστον. Μπορεί να έχει γράψει αρκετά καλά τραγούδια, μέσα στα χρόνια, δεν είναι τυχαίος εννοώ, αλλά η πληθωρικότητά του τον οδηγεί, συχνά, σε χλαπάτσες. Αυτά τα μπλουζ που λέει ας πούμε είναι εντελώς απλοϊκά, πόσο μάλλον όταν υπαινίσσεται πως ξέρει και τα αμερικάνικα (θα τρίζουνε τα κόκαλα του Screamin’ Jay Hawkins).
Τέλος πάντων... αυτά. Δεν υπάρχει λόγος και χρόνος, ώστε να γράψω περισσότερα, να γίνω πιο αναλυτικός. Στο φέισμπουκ είμαστε εξάλλου...

Τρίτη, 25 Μαΐου 2021

DE FACTO ημερολόγιο

Για τους De Facto γράφουμε από την εποχή του Jazz & Τζαζ (και εδώ στο blog βεβαίως υπάρχουν τα σχετικά reviews) και γενικώς γράφουμε καλά λόγια... γιατί το αξίζουν. Γιατί, οι De Facto, που πλησιάζουν τα 30 χρόνια δράσης, είναι ένα συγκρότημα πηγαίο, σταθερό, με άποψη για τον ήχο και τον στιχουργικό λόγο του. Χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας, οι De Facto απασχολούν από δισκογραφικής πλευράς το κοινό τους, όταν έχουν κάτι να πουν, όταν έχουν κάτι να προτείνουν – πράγμα που, τα τελευταία χρόνια, συμβαίνει τακτικά. Το 2017 έδωσαν το «Υπόγειο», το 2020 την «Καινούργια Μέρα», ενώ τώρα κυκλοφορεί το όγδοο κατά σειρά άλμπουμ τους, που τιτλοφορείται «Ημερολόγιο» [Friday Records, 2021].
Πάντα με την σταθερή παρουσία τού Πέτρου Παρασκευά, που γράφει στίχους, μουσικές, τραγουδά, παίζοντας κιθάρες, πλήκτρα και τρομπέτα και ακόμη με τον Δημήτρη Ράπτη στα ντραμς και με guest τον Σωτήρη Ζήση στο μπάσο (από τους Blues Wire κ.λπ.), συν κάποια παιδιά που κάνουν φωνητικά, οι De Facto μάς κερνάνε, και σ’ αυτό το CD, κάποια αξιόλογα τραγούδια – ικανά να κάνουν τη διαφορά σ’ αυτό το χώρο τού ελληνόφωνου pop-rock, που μάλλον διέρχεται παρατεταμένη κρίση, μετά τις μεγάλες «ανατροπές» τής δεκαετίας του ’90.
Εκεί στην δεκαετία του ’90 είναι οι βάσεις των De Facto, από ’κει παίρνουν αμπάριζα, προσαρμόζοντας τον ήχο τους στα νέα, και πάντα ποπ-ροκ δεδομένα, εντάσσοντας στα κομμάτια τους funk, surf και άλλες τινές αναφορές, απευθυνόμενοι σ’ ένα κοινό πιο... ενήλικο, που έχει μεγαλώσει μ’ αυτήν την συγκεκριμένη ποπ-ροκ αντίληψη για το ελληνικό τραγούδι. Δεν υπάρχει δηλαδή, εδώ, ο κυρίαρχος νεανικός ήχος τού σήμερα –και αναφερόμαστε στα πάσης φύσεως hip hop υποκατάστατα–, αλλά ένας ήχος με γερές βάσεις σε άλλες εποχές, που, στην περίπτωση των De Facto, δεν έχει χάσει την αρχική φρεσκάδα του.
Βεβαίως, εγώ θα προτιμούσα τα τραγούδια των De Facto να τέλειωναν στα τρία με τρεισήμισι λεπτά, καθώς εδώ τα κομμάτια είναι κυρίως πεντάλεπτα και εξάλεπτα, ενώ κάποια πλησιάζουν ακόμη και τα επτά λεπτά. Και το λέω, επειδή σίγουρα «κόβονται» τα τραγούδια, επειδή σίγουρα περιορίζονται στις τρίλεπτες διαστάσεις, χωρίς να χάνεται κάτι από την ουσία τους – απεναντίας εγώ νομίζω πως έτσι θα γίνουν πιο σφιχτά και ακόμη πιο περιεκτικά... αν και αυτό δεν είναι το σημαντικότερο όλων.
Το πιο σημαντικό είναι τα καλά κομμάτια που υπάρχουν εδώ (τελείως ενδεικτικά θα αναφερθώ «Στο φεγγάρι»), σ’ ένα ακόμη ουσιαστικό άλμπουμ των De Facto.
Επαφή: losdefactos@gmail.com, www.facebook.com/petrosparaskevasmusic

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2021

JORDSØ, HANS HJELM progressive από τον σκανδιναυικό βορρά

JORDSØ: Pastoralia [Karisma Records, 2021]
Η progressive rock σκηνή της Νορβηγίας είναι από τις σημαντικότερες, αυτή τη στιγμή, στην Ευρώπη. Δεκάδες σχήματα αναπτύσσονται εκεί (για κάποια έχουμε γράψει και στο blog, όπως για τα Meer, Needlepoint, Wobbler, Airbag, Arabs in Aspic κ.λπ.), τα οποία κυκλοφορούν από απλώς ενδιαφέροντες έως και καταπληκτικούς δίσκους. Ένα τέτοιο συγκρότημα θα μας απασχολήσει τώρα, λέγεται Jordsø, ηχογραφεί από το 2015 LP, CD και κασέτες, και μέλη του είναι οι Håkon Oftung και Kristian Frøland. Υπήρχαν και παλαιότερα progressive σχήματα των δύο, αλλά τώρα, στην εποχή μας, είναι ακόμη πιο σύνηθες, λόγω των ευκολιών που παρέχει το στούντιο, μα και η σκηνή.
Έτσι λοιπόν έχουμε τώρα και ακούμε ένα άλμπουμ των Jordsø, το τελευταίο τους, που αποκαλείται “Pastoralia” και από το οποίο... δεν απουσιάζει κάτι. Εννοούμε πως άνετα, πολύ άνετα, θα υπέθετες πως οι Jordsø είναι τετραμελείς ή και πενταμελείς ακόμη.
Τα πλήκτρα βεβαίως κυριαρχούν, αλλά υπάρχουν και κιθάρες φυσικά, φλάουτο επίσης, όπως και μπάσο-ντραμς εννοείται – και όλα σε εξαιρετικούς συνδυασμούς, που φέρνουν στη μνήμη μεγάλες στιγμές του prog rock και του prog folk από τα χρόνια του ’70. Τους Genesis και τους Fruupp π.χ., τους Ιταλούς Celeste ή και ακόμη και τους νεότερους Έλληνες Ciccada.
Οι μελωδικές περιπτύξεις είναι το μεγάλο ατού των Νορβηγών (που τραγουδούν στην γλώσσα τους, όποτε το πράττουν), κάτι το οποίον διαπιστώνεις στα μεγαλύτερα στο χρόνο κομμάτια τους, όπως είναι το 8λεπτο “Skumring I karesuando” και το 11λεπτο “Jord III”.
Όμως κάθε στιγμή σ’ αυτό το άλμπουμ έχει νόημα και αξία, ακόμη και τα τρία 2λεπτα κομμάτια που καταγράφονται στο “Pastoralia”, δείγματα και αυτά της άνεσης και της ικανότητας των Νορβηγών να συνδυάζουν rock και folk στοιχεία με τέχνη και με έμπνευση.
Επαφή: www.karismarecords.no
HANS HJELM: Factory Reset [Kungens Ljud & Bild, 2021]
Ο (Σουηδός) Hans Hjelm είναι ο κιθαρίστας των progster Automatism, για το εξαίρετο άλμπουμ των οποίων ονόματι “Immersion” είχαμε γράψει τον προηγούμενο Οκτώβριο. Ο Hjelm δεν παίζει μόνον με τους Automatism, μα και με τους Kungens Män, μια neo-psychedelic / space μπάντα από την Στοκχόλμη, με πολύ καλή παρουσία την τελευταία δεκαετία.
Τώρα (2021) ο Hjelm αποφασίζει να εκτεθεί και σαν μονάδα, ηχογραφώντας το “Factory Reset”, ένα πρώτο προσωπικό άλμπουμ του με synth-progressive και electro αναφορές. Είναι κάπως διαφορετικό, θέλουμε να πούμε, το “Factory Reset”, σε σχέση με τον ήχο των Automatism και Kungens Män, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο ενδιαφέρον. Πόσω μάλλον όταν το άλμπουμ, που είναι ορχηστρικό, έχει παροιμιώδη ενότητα, μέσα από την οποίαν οι συνθέσεις του Hjelm (πέντε δικές του και μία διασκευή στο “Nothing to fear” των Depeche Mode) φέγγουν ακόμη περισσότερο.
Πλήκτρα λοιπόν, πολλά πλήκτρα, μα και κιθάρες, συν μπάσο-ντραμς, είναι τα όργανα που δίνουν στο “Factory reset” μιαν άγρια ομορφιά (ντραμς παίζει ένας έξτρα μουσικός, ο Jesper Skarin, που εμφανιζόταν και στο “Immersion” των Automatism).
Είναι η ενότητα και η εξέλιξή του, εννοούμε, που κάνουν το άλμπουμ ξεχωριστό, και συνάμα πανεύκολο στο αυτί, άρα και ικανό να διεμβολίσει πολλά και ποικίλα γούστα – και με σέβεντις προσανατολισμό, και με έιτις, και σημερινά εννοείται.
Συνθέσεις λοιπόν μέσης διάρκειας πέντε έως έξι λεπτών, με έξοχες αναπτύξεις, πάντα με τα σύνθια-πλήκτρα μπροστά και με πολύ ταλέντο και καλή δουλειά, πίσω απ’ αυτές.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 28 Μαΐου, τόσο σε CD, όσο και σε βινύλιο (300 κόπιες).
Επαφή: www.hanshjelm.bandcamp.com/album/factory-reset

Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

η ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 78 χρόνια – μια σπάνια συνέντευξή της από την δεκαετία του ’70, στην οποία μιλά για τους Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Καζαντζίδη, Μαρινέλλα και για άλλα πολλά

Σαν σήμερα, πριν από 78 χρόνια (23 Μαΐου 1943) γεννήθηκε η Βίκυ Μοσχολιού – για πολλούς η σημαντικότερη ελληνίδα τραγουδίστρια από τo 1960 και μετά. (Υπάρχουν πηγές που αναφέρουν ως ημερομηνία γέννησης την 17η Μαΐου, αλλά εδώ, εμείς, προκρίνουμε την 23η).
Οπωσδήποτε υπήρξαν, και υπάρχουν ακόμη και σήμερα, σπουδαίες φωνές στο ελληνικό τραγούδι, όμως τι είναι εκείνο, τελικά, που καταξιώνει έναν τραγουδιστή, στο πέρασμα του χρόνου;
Μόνον η φωνή του; Η φωνή του, σε σχέση με το ρεπερτόριό του; Η γενικότερη στάση του στα πράγματα, η δημόσια παρουσία του μέσα στις δεκαετίες; Οι απόψεις του, έτσι όπως αυτές καταγράφονται στις κατά καιρούς συνεντεύξεις του; Στοιχεία της προσωπικής ζωής του, που ο ίδιος αφήνει να βγουν προς τα έξω και που φανερώνουν, και αυτά, όψεις της προσωπικότητάς του;
Είναι δύσκολη η απάντηση. Το εύκολο φαίνεται πως είναι να αποτιμήσεις μόνο φωνή και ρεπερτόριο, ξεχνώντας, διαγράφοντας ή αδιαφορώντας για όλα τ’ άλλα.
Όμως και αυτό ενέχει κινδύνους, υπό την έννοια ότι υπάρχουν σημαντικές φωνές τελείως διαφορετικές μεταξύ τους, και σπουδαία τραγούδια, ποικίλων ειδών, που εκφράζουν εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. Γιατί, φερ’ ειπείν, ένας ελαφρός-ερωτικός τραγουδιστής να είναι σώνει και καλά λιγότερο σημαντικός, από κάποιον που τραγουδάει κοινωνικό τραγούδι; Ή γιατί ένα τραγούδι που μπορεί να προβάλλει υγιείς προβληματισμούς, πάνω σε καθημερινά θέματα, να είναι πιο σημαντικό εξ αρχής, από ένα τραγούδι που δοκιμάζεται και πετυχαίνει στο πεδίο της διασκέδασης;
Καταξιωμένοι δημιουργοί (εδώ και στο εξωτερικό) έχουν μπει ακόμη και στη φυλακή, για ποινικά αδικήματα, έχουν συνεργαστεί στενά με τις εξουσίες (ακόμα και σε ανώμαλες περιόδους), έχουν εκφράσει ακραίες θέσεις σε ζητήματα κοινωνικά κ.ά. Άλλοι το κάνουν αδιαφορώντας για τις συνέπειες στην καριέρα τους, για το αν θα δυσαρεστήσουν ένα μέρος του κοινού τους, άλλοι «κρύβονται», δεν μιλάνε ή είναι προσεκτικοί, άλλοι λένε εκείνα που θέλει ν’ ακούσει ο κόσμος, σε κάθε εποχή. Κάποιοι, εν τω μεταξύ, είναι απλώς ο εαυτός τους – και με τούτο εννοούμε πως είναι ανυπόκριτοι, απλοί, δίχως να αποβλέπουν σε κάτι, ειλικρινείς και με τις προθέσεις τους και με τα αισθήματά τους. Πώς γίνεται όλα αυτά να μην τα λαμβάνει κάποιος υπ’ όψιν του, όταν αποφαίνεται για το ένα ή το άλλο;
Η Βίκυ Μοσχολιού ήταν, πάντα, ένας άνθρωπος συντηρητικός σε ιδέες και απόψεις, μα συγχρόνως και ελεύθερος.
Δεν ντρεπόταν να μιλήσει για όσα πίστευε, για όσα την είχαν σημαδέψει στη ζωή της, για την προσήλωσή της στο μότο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», για να το πούμε κάπως… προβοκατόρικα, δίχως τούτο να σημαίνει πως ήταν «χουντικιά», και πως δεν θα επαναστατούσε αν έβλεπε το άδικο.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/i-biky-mosholioy-gennithike-san-simera-prin-apo-78-hronia

Σάββατο, 22 Μαΐου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 372

21/5/2021
>>Στην Ελλάδα, στα προδικτατορικά χρόνια, παρ'όλη την φόρτιση τους λόγω του Εμφυλίου, αναδείχθηκαν δεκάδες συνθέτες, ποιητές, συγγραφείς, ηθοποιοί, που ανήκαν στους ηττημένους. Και σχεδόν όλοι, παρά τα πάθη και τις δυσκολίες της εποχής, έτυχαν καθολικής αναγνώρισης. Σε αυτό συνετέλεσαν η προσωπικότητα τους, το έργο τους και η γενναιοδωρία των νικητών.<<
Γελοιότητες. Σιχάματα. Ξερνάς...
[ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης σε... γενναιόδωρες διακοπές, σε ξενοδοχείο 5 αστέρων στον Άη Στράτη, το 1951, παρά... τα πάθη και τις δυσκολίες της εποχής]

21/5/2021
Η Λεϊλά Χαλέντ, ένας θρύλος της παλαιστινιακής αντίστασης, σε φωτογραφία από ελληνικό περιοδικό του 1970.
Η Χαλέντ είχε έρθει και στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια (2016) και είχε συναντηθεί και με τον Μανώλη Γλέζο.

21/5/2021
Εγώ πριν από λίγο το έμαθα, και δεν το είδα να γράφεται γενικώς.
Πριν από λίγες μέρες (12 Μαΐου) πέθανε στα 89 του ο Bob Koester, ο άνθρωπος πίσω από την Delmark Records, μια θρυλική, ανεξάρτητη, αμερικάνικη ετικέτα του blues και της jazz.
Είναι απίστευτος ο κατάλογος της Delmark –από Sun Ra, Malachi Thompson και Roscoe Mitchell, μέχρι Junior Wells, Magic Sam και Robert Nighthawk– και αξίζει κανείς να τον ψάξει από την αρχή του, μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται για «μνημείο» της αφροαμερικανικής κουλτούρας.
Για τον Bob Koester και την Delmark είχαμε γράψει μεγάλο κείμενο στο Jazz & Τζαζ, τεύχος 82, Ιανουάριος 2000 και όσοι έχουν αυτό το τεύχος μπορούν να το βρούνε και να το διαβάσουν...

21/5/2021
40.000 στρέμματα καμένα σε μιάμιση μέρα. Ας μας πούνε οι «ειδικοί» αν είναι συνηθισμένο κάτι τέτοιο. Σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να καεί τόσο πολύ δάσος. Και αν δεν είναι συνηθισμένο, τότε να μας πούνε πού οφείλεται αυτή η υπερταχεία καταστροφή.
Χρειάζονται απαντήσεις σε τέτοια εγκλήματα από τους ανύπαρκτους «χαρδαλιάδες» και απ’ όσους τους κρατάνε ακόμη στις θέσεις τους.

20/5/2021
Αφού βάλαμε ένα τραγούδι του Γρηγόρη Σουρμαΐδη το βράδυ, ας βάλουμε τώρα κι ένα δεύτερο. Εξάλλου, δεν ποστάρουν και πολλοί τραγούδια του...
Αφιερωμένο στους Πατρινιούς και τις Πατρινιές...

20/5/2021
Παλιό τραγούδι του Γρηγόρη Σουρμαΐδη, σε φολκ-νεοκυματική-έντεχνη κατεύθυνση, από το 1967.
Μου το είχε πρωτογράψει φίλος σε κασέτα, στα τέλη του ’80, μαζί με άλλα «περίεργα» της εποχής, κι επειδή μου άρεσε, όταν το βρήκα κάποια στιγμή μπροστά μου σε 45άρι, το αγόρασα. Έχει μπει και στη συλλογή που δείχνει το βίντεο...
[να προβάλλουμε και τα άγνωστα καλά τραγούδια από το χθες]
https://www.youtube.com/watch?v=1ZjLMwRBkEU

20/5/2021
Σε κατοικημένες περιοχές η άπειρη καύσιμη ύλη που έπεσε στο χώμα, από τα χιόνια του Φλεβάρη, μαζεύτηκε πριν από κάτι μέρες – και ακόμη έχει μείνει πράμα για μάζεμα. Σκεφτείτε στα δάση τι συμβαίνει... Χάος...
Οι αστείοι χαρτογιακάδες, τα καμένα μάστερ του Χάρβαρντ και του LSE, που νομίζουνε πως θα διοικήσουνε με αλγόριθμους, με apps και με sms, τις κρίσιμες στιγμές θα γράφουνε πάντοτε «μηδέν».

19/5/2021
Τραγουδάρα από Sanremo 70. Τοπ μελοδραματική ποπ. Το είχε πει και στα ελληνικά ο Τζορντανέλλι με τους Nuovo Cinquetti, όπως και άλλοι στην Ιταλία, αλλά οι Camaleonti δεν πιάνονται...
https://www.youtube.com/watch?v=9DDinS4thf8

19/5/2021 
Κάθε μέρα αλλάζουνε τα σύνορα / σφάζονται στους δρόμους οι ανθρώποι / δες στο Ισραήλ και τα περίχωρα / κι ύστερα σου λένε Άγιοι Τόποι... 
Χίλια σωματεία, χίλιοι σύλλογοι / τα συνθήματα έρχονται και πάνε / συνομιλητές, παλιοί δωσίλογοι / για δημοκρατία σού μιλάνε... 
Γιώργος Χατζηνάσιος – Γιώργος Κανελλόπουλος – Βίκυ Μοσχολιού 

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

ΜΕΚΑΝΙΜΑΛ το ελληνόφωνο άλμπουμ τους «Θόρυβος»

Παράξενος δίσκος. Απρόσμενος για μένα. Μετά από τέσσερα αγγλόφωνα άλμπουμ, οι Mechanimal, ή, εδώ τουλάχιστον, Μεκάνιμαλ, «ανακαλύπτουν» τον ελληνικό στίχο, δίνοντας μιαν άλλη προοπτική στον ήχο τους. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η γλώσσα στους Mechanimal, οι απαγγελίες του Freddie Faulkenberry (μα και της Etten παλαιότερα), λογαριάζονταν και σαν ήχος, σαν κομμάτι του ήχου τους, και όχι απλώς ως στίχοι με κάποιο νόημα, το όποιο νόημα.
Χοντρικά, θα λέγαμε πως το νόημα, στο νέο άλμπουμ των Μεκάνιμαλ «Θόρυβος»
[Inner Ear, 2021], δεν αλλάζει – δίχως να υποστηρίζουμε πως τα αγγλικά λόγια (των Γιάννη Παπαϊωάννου και Freddie F.), που ακούγαμε από τον Freddie F., ταυτίζονται με τα ελληνικά τής Αγγελικής Βρεττού. Εκείνο που αλλάζει είναι η προσωδία, η επανατοποθέτηση τού λόγου πάνω στα ανάλογα ηλεκτρονικά-βιομηχανικά patterns τού Γιάννη Παπαϊωάννου και κυρίως (εκείνο που αλλάζει) είναι η διαφορετική αντιμετώπιση τού λόγου.
Από τη στιγμή που επιλέγεις την ελληνική γλώσσα (Έλληνας ων) είναι σαν να λες –και δεν είναι λάθος αυτό– πως... να, τώρα, πρέπει να προσέξετε και τον λόγο. Ένας λόγος, ο οποίος, ως ελληνικός πια, δεν μπορεί παρά να αποκτά μια δική του αυτοδύναμη υπόσταση. Κι έτσι, αυτοδύναμος, να ακούγεται από το ημεδαπό κοινό, που θα προστρέξει στο άλμπουμ. Κι εδώ θα άξιζε, πραγματικά, να γνωρίζαμε τις αντιδράσεις και του ξένου κοινού –γιατί σίγουρα υπάρχουν ακροατές από την αλλοδαπή, που γνωρίζουν και ακούνε τους Mechanimal– γύρω από το πώς φαίνεται και σ’ εκείνους η συγκεκριμένη αλλαγή, πώς την αντιμετωπίζουν κ.λπ.
Η Θέκλα Τσελεπή, η γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός, είναι αυτή τη φορά μπροστά από το μικρόφωνο. Είναι αυτή που μεταφέρει στα αυλάκια τού δίσκου τους στίχους τής Α. Βρεττού, πατώντας (η φωνή της) πάνω στις ρυθμικές δομές, που επεξεργάζεται ο Γ. Παπαϊωάννου – με τη βοήθεια κάποιων λίγων, ακόμη, οργάνων-μουσικών (ακούγεται τσέλο σε τρία tracks, μπάσο σε δύο, ηλεκτρική κιθάρα σε ένα και ακουστική κιθάρα επίσης σε ένα).
Διαβάζοντας, αρχικώς, τα λόγια στο innersleeve, πριν ακούσω τον δίσκο, δεν μπορώ να πω πως ενθουσιάστηκα (απ’ αυτά). Τα βρήκα κατ’ αρχάς μακροσκελή, ανακυκλούμενα και περαιτέρω πολύ «κολασμένα» και κάπως «επιτηδευμένα» – αλλά μπορεί και να κάνω λάθος, για τους τελευταίους χαρακτηρισμούς (που είναι εντός εισαγωγικών). Δεν επιμένω, δηλαδή, επειδή αυτό δεν μπορώ να το αποδείξω... απλώς το νοιώθω. Ακούγοντάς τα, δε, στο άλμπουμ διαπίστωσα πως λειτουργούν διαφορετικά. Υπάρχει μια σαφής εικόνα, εννοώ, που προβάλλεται και δομείται, όμως, μέσα από ασαφείς λεπτομέρειες. Είναι κι αυτός ένας τρόπος...
Όλοι ζούμε στην ίδια πόλη... όσοι ζούμε τέλος πάντων σ’ αυτήν. Υπάρχουν οπωσδήποτε κοινές μεταξύ μας αναφορές, αλλά δεν υπάρχει αναγκαστικώς μια κοινή θέαση σε πράγματα και καταστάσεις – ακόμη και εντός του πλαισίου που οριοθετούν τα λόγια. Που είναι ποιο; Eκείνο ενός δύσβατου αστικού βίου, δύσθυμου, απαθούς, υποτονικού και με εκρήξεις βίας ανά περιπτώσεις, τοποθετημένου χοντρικά μέσα σ’ ένα αποκαλυπτικό σκηνικό. Ο «Θόρυβος» είναι σίγουρα ένα «σκοτεινό» άλμπουμ, σίγουρα το περισσότερο σκοτεινό απ’ όλα τα προηγούμενα των Mechanimal / Μεκάνιμαλ, κάτι που δεν είναι άμοιρο, εγώ θα πω, τού φύσει και θέσει ελληνικού, στα όρια της πλημμυρίδας, λόγου.
Η δική μου γνώμη, πάντως, είναι πως τα αγγλικά λόγια λειτουργούσαν καλύτερα στους electro μετασχηματισμούς των Mechanimal. Έδεναν καλύτερα. Δεν ξέρω... ίσως, αν ο Γ. Παπαϊωάννου το πήγαινε το άλμπουμ κάπου αλλού ηχητικά, σε πιο minimal, ήπιες, ambient κατευθύνσεις, με πιο χαλαρά beats, το άκουσμα να ήταν διαφορετικό... και προτιμότερο. Σίγουρα θα ήταν διαφορετικό... το προτιμότερο θα το κρίναμε τότε. Νομίζω, δε, πως σ’ ένα τέτοιο (υποτιθέμενο) πλαίσιο ακόμη και η βαθιά φωνή τής Θ. Τσελεπή θα απέδιδε περισσότερο, καθώς, εδώ, νοιώθω να σκεπάζεται, να πνίγεται...
Ξαναλέω πάντως –το σημείωσα και στην αρχή– πως ο «Θόρυβος» είναι ένας παράξενος δίσκος. Κι είναι ένας χαρακτηρισμός αυτός, το «παράξενο», που λειτουργεί έξω από τις γνωστές διαβαθμίσεις («μέτριο», «καλό», «πολύ καλό», «αριστούργημα» κ.λπ.).
Επαφή: www.inner-ear.gr