Σάββατο, 4 Αυγούστου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 113

4/8/2018
Το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, της 15 Φλεβάρη 1941
Γλείφτρια του «φίλου και προστάτη των γραμμάτων και τεχνών» Μεταξά και του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού» του η καλλιτεχνική εξουσία της εποχής. Να μην απορεί κανείς…
(Πέτρος Χάρης, Κωνσταντίνος Παρθένης, Κωστής Μπαστιάς, Παντελής Πρεβελάκης, Τάκης Μπαρλάς, Μιχαήλ Αργυρόπουλος, Θεόδωρος Συναδινός, Μανώλης Καλομοίρης, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Μ. Καραγάτσης, Πέλος Κατσέλης κ.ά.).
Στις 29 Γενάρη είχε πεθάνει ο δικτάτορας, με το τεύχος να ετοιμάζεται στο τσακ-μπαμ…

4/8/2018
Το Ο-κέυ Φίλε (1974) του Μάριου Ρετσίλα είναι μια μεγαλοπιασμένη περιπέτεια με τον Γιώργο Μαρίνο, που διαδραματίζεται στην Αμερική. Το σενάριο και η πλοκή μπορεί να μη λένε κάτι ιδιαίτερο (ο πρωταγωνιστής-τραγουδιστής αναζητεί στη Νέα Υόρκη μια καλύτερη τύχη, μα δεν τον αφήνουν ν’ αγιάσει – του την πέφτουν έμποροι ναρκωτικών, ατζέντηδες-απατεώνες, μαφία κ.λπ., καταφέρνοντας τελικά να επιβιώσει, χωρίς να προδώσει τις αρχές του, γυρνώντας πίσω στην πατρίδα), όμως η ταινία διαθέτει δυνατά πλάνα από την αμερικάνικη μεγαλούπολη και βασικά ωραία μουσική και τραγούδια (σ’ ένα ελαφρύ, φεστιβαλικό στυλ), γραμμένα από τους Νίκο Ιγνατιάδη-Νίκο Ελληναίο. Ο Μαρίνος, ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής (και πειστικός ηθοποιός), διαπρέπει για ακόμη μια φορά.
Κρίμα να μην κυκλοφορεί αυτό το σάουντρακ…

3/8/2018
Υπάρχουν περιπέτειες και περιπέτειες, αλλά υπάρχει και το… Figures in a Landscape (1970) του Joseph Losey (Τζόσεφ Λόζι). Πρόκειται για μια ταινία τελείως ξεχωριστή μέσα στο έργο τού μεγάλου αμερικανού δραματουργού (προβάλλεται τώρα σε επανέκδοση ο Mr. Klein του με τον Αλέν Ντελόν, που είναι κάπως βαρύς και ακαδημαϊκός, αλλά έχει την αξία του), μια ταινία που δεν θυμίζει σε τίποτα τον Τζόσεφ Λόζι του Υπηρέτη, της Μυστικής Ιεροτελεστίας ή της Δολοφονίας του Τρότσκυ.
Το Figures in a Landscape, που το είδα επίσης πρόσφατα μετά από πολλά χρόνια και μ’ εντυπωσίασε ακόμη πιο πολύ, είναι μια ταινία των δύο (κι ενός τρίτου).  
Είναι οι δύο πρωταγωνιστές κατ’ αρχάς, οι δύο καταδιωκόμενοι (για ποιο λόγο, τι και πώς είναι τελείως αδιάφορο για το σενάριο), ο γεροντότερος Robert Shaw (που υπήρξε μεγάλη καραβάνα του αμερικάνικου σινεμά) και ο νεότερος, και πολύ ανερχόμενος εκείνη την εποχή, Malcolm McDowell – και ακόμη ένας τρίτος πρωταγωνιστής, που δεν είναι άλλος από ένα… ελικόπτερο. ΤΟ ελικόπτερο, που τους καταδιώκει. Όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι είναι τελείως βοηθητικοί και φυσικά υπολείπονται σε σημασία των τριών προαναφερομένων.  
Δύο άνθρωποι και μια μηχανή, λοιπόν, σ’ ένα ανελέητο και χωρίς όρια κυνηγητό, που δίνει στον Λόζι την ευκαιρία να κάνει το δικό του σχόλιο το σχετικό με την αντρική φιλία, τον κοινό αγώνα για επιβίωση, αλλά και την ανάγκη να θυσιαστεί ο γεροντότερος, ώστε να γλιτώσει ο νεότερος, όταν θα ανακύψει τέτοιο ζήτημα… Πάνω απ’ αυτά όμως, τα πολύ σημαντικά για την εξέλιξη του φιλμ, που θίγονται μ’ έναν ωμό και σκληροτράχηλο αλλά εντελώς αποτελεσματικό τρόπο (έξοχος ο Ρόμπερτ Σω!), είναι αυτή καθ’ αυτή η καταδίωξη.  
Ο άνθρωπος διώκεται, όχι από ερινύες, προσωπικά λάθη, «δαίμονες» και άλλα τέτοια… ποιητικά, αλλά από κάτι πιο απτό και ρεαλιστικό, που τον υπερβαίνει και τον στοχεύει, ανά πάσα στιγμή και ώρα. Και αυτό δεν είναι άλλο από τους ποικίλους μηχανισμούς καταπίεσης (το ελικόπτερο μπορεί να παραπέμπει στο Στρατό βεβαίως, σε μιαν εποχή όπου ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν στο φόρτε του, αλλά ο συμβολισμός είναι ευρύτερος), που στόχο έχουν την ψυχική και σωματική εξουθένωσή σου. Αυτή η μάχη, για τον Λόζι, μπορεί να είναι άνιση, χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν υποχρεούσαι να ορθώσεις το ανάστημά σου και να πολεμήσεις… Όπως κάνουν οι δύο καταδιωκόμενοι δηλαδή, μέχρι και την τελευταία στιγμή. Μεγάλο φιλμ! 

2/8/2018
Μπορεί να μην τον ξέρουν πολλοί τον Ισπανό Juan Carlos Calderón, αλλά εδώ είναι οι πηγές τής euro-disco. 1974. Αιώνες πριν τους Enigma και κάτι άλλους… γρηγοριανούς προγενέστερους και δευτερότερους…

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

BLUES REVIVAL 58: ROBERT WILKINS (1895 ή 1896-1987)

Για τον Robert Wilkins μίλησε για πρώτη φορά στον Dick Spottswood (της Piedmont Records συν τοις άλλοις) ο Bill Givens (της Origin Jazz Libraries συν τοις άλλοις). Τελικώς, ο εξαφανισμένος μουσικός ανακαλύφθηκε από την σύζυγο τού Spottswood, κάπου στο Memphis, τον Φεβρουάριο του 1964. Ο Wilkins είχε πρωτομπεί σε στούντιο τον Σεπτέμβριο του 1928, όταν είχε γράψει κάποιες «πλευρές» για την Victor.
Τον Σεπτέμβριο του 1929 ο Robert Wilkins γράφει το “Thats no way to get along” για την Brunswick και κάνει επιτυχία, αλλά όλως περιέργως θα ζήσει λίγο μ’ αυτήν, καθότι, τo 1936, θα απαρνηθεί τα εγκόσμια για να γίνει παπάς στην Εκκλησία… of God in Christ. Άρα ως περίεργη θα πρέπει να λογαριάσουμε και την επανεμφάνισή του το 1964 κι ας συνέβη αυτή κυρίως με gospel και όχι τόσο με blues. Εκείνη τη χρονιά (1964) θα συνθέσει μάλιστα κι έναν εξαιρετικό folk ύμνο, το “The prodigal son” (βασισμένος στην παλαιά επιτυχία του), ο οποίος έκανε μεγάλη εντύπωση στην εποχή του (και όχι μόνο λόγω της διάρκειάς του). Διασκευάστηκε, μάλιστα, και από τους Rolling Stones στο “Beggars Banquet” [Decca, 1968], δίχως το όνομά του να αναφέρεται στα credits, στις original εκδόσεις. Μάλιστα, και εξ όσων το έψαξα, η αλήθεια δεν θα αποκατασταθεί νωρίτερα από το 1973. Μπόρεσε, έτσι, ο άξιος αυτός τραγουδοποιός, πέραν της δόξας, να πάρει και κάποια φράγκα…
Δισκογραφία 
1. Memphis Gospel Singer – Piedmont PLP 13162 – 1964 (ως Rev. Robert Wilkins) 
2. Various – This Old World’s In A Hell Of A Fix / the gospel according to… – Biograph BLP 12027 – 1968 (rec. 1964) 
3. Various – The 1968 Memphis Country Blues Festival – UK. Blue Horizon S 7-63210 – 1968  
4. (1964) – AUS. Private Record PR 4 – 19?? 
5. “…Remember me” – Genes GCD 9902 – 1993 (rec. 1969 / Memphis)  
6. When I Lay My Burden Down – Biograph BCD 130 – 1994 (ως Fred McDowell / Furry Lewis / Robert Wilkins)

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

βραζιλιάνικο dance από τη δεκαετία 1984-1994 σε μια δυνατή συλλογή της Soundway

Η βρετανική Soundway –ένα label που πήρε μπροστά το 2002– κάνει πολύ καλή δουλειά, βασικά στο χώρο του researching ως γνωστόν, και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω γράψει καλά λόγια για τις παραγωγές της (και παλαιότερα στο Jazz & Τζαζ, όπως και τα πιο πρόσφατα χρόνια στο δισκορυχείον). Μετά από καιρό έφτασε στα χέρια μου μια καινούρια κυκλοφορία τής Soundway, μια συλλογή με βραζιλιάνικα χορευτικά tracks (να τα πούμε έτσι… κι είναι σωστός ο χαρακτηρισμός), ηχογραφημένα για άσημα γενικώς τοπικά labels στη δεκαετία 1984-1994 (αν και υπάρχουν και μερικά στις πολυεθνικές WEA, CBS, EMI και Polygram). Ο τίτλος της συλλογής είναι Onda de Amor / Synthesized Brazilian Hits that Never were (1984-94)” με… εισαγωγή και διανομή στην Ελλάδα από την Heathen Natives.
Γιατί επελέγησαν, τώρα, από τον βραζιλιάνο compiler και DJ Millos Kaiser τα συγκεκριμένα χρονικά όρια δεν ξέρω, και δεν το εξηγεί και ο ίδιος στις γενικώς κατατοπιστικές σημειώσεις τού ενθέτου. Εννοώ πως θα ήταν προτιμότερη και σίγουρα πιο επικεντρωμένη μια synth-pop, electro και italo eighties βραζιλιάνικη ανθολόγηση, αφού, έτσι κι αλλιώς, από τα 16 κομμάτια που ακούγονται εδώ μόνο τρία ξεφεύγουν πέραν του 1990 και μάλιστα δίχως να είναι από τα ωραιότερα του άλμπουμ. Λέμε για το “Tabu (The Sweetest taboo)” με την Vânia Bastos από το 1994 (διασκευή στο γνωστό τραγούδι τής Sade), το “Toque tambor” με την Anacy Arcanjo από το 1993 και το “Livre pra voar” της Nanda Rossi από το 1991 (σε μια edit του compiler Millos Kaiser).
Ο Kaiser γράφει στο ένθετο πως τα άλμπουμ και τα singles από τα οποία προέρχονται οι «επιλογές» του δεν είναι καθόλου σπάνια και πως, περαιτέρω, δεν θα τα δούμε στα wants κανενός (επαγγελματία ή συλλέκτη), με την πλειονότητά τους να κοστίζει κάτω από δέκα δολάρια (δεν μας διευκρινίζει αν μιλάει για το discogs ή για τις χύμα αγορές της χώρας του). Ας ελπίσουμε, πάντως, πως μετά και από την ανθολόγησή τους στη Soundway θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται στα… αζήτητα, για το καλό τής τσέπης των απανταχού μουσικόφιλων.
Λοιπόν, για να μπούμε στο προκείμενο. Πολλά από τα tracks του “Onda de Amor” μετράνε. Εννοώ είναι πολύ καλά, για την εποχή στην οποία αναφερόμαστε και για το είδος της μουσικής που θέλουν να προβάλλουν. Το είπαμε. Βασικά χορευτική μουσική έχουμε εδώ, disco-boogie, synth-pop, electro, italo & balearic, φθάνοντας μέχρι και τις παρυφές του σύγχρονου r&b – και όλα τούτα δίχως πολλές… βραζιλοπρέπειες. Υπάρχει βεβαίως axé (αυτό το αφροβραζιλιάνικο ιδίωμα, που ανακατεύει tropical και reggae), αλλά και τούτα δεν είναι περισσότερα από δυο-τρία tracks (στα 16).
Ανάμεσα στα ωραιότερα, που άκουσα εγώ εδώ, θα τοποθετούσα το “A festa é nossa” (1988) των Grupo Controle Digital, που είναι ένα αξιοπρεπέστατο dance, στις παρυφές του italo, το ωραίο electroBreak de rua (Versão longa)” (1984) από τους Villa Box, το κάπως disco-boogieCheira” (1985) του Batista Junior (ίσως το καλύτερο της συλλογής), το deep-funky με στοιχεία italo-boogieAfricamerica” (1990) από Dodô Da Bahia & As Virgens De Porto Seguro (δυναμίτης με νόημα!), το electroContos de escola (Millos Kaiser edit)” (1989) από Os Abelhudos και το έσχατο… τεμπέλικο instroFeminina Mulher” από τους Região Abissal.
Οπωσδήποτε μιαν απρόσμενη καταγραφή, από την οποία και γουστάρεις και μαθαίνεις… όπως αξίζει να συμβαίνει.
 

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 112

31/7/2018
Υπάρχουν μερικές ταινίες, που μ’ έχουν σημαδέψει. Μάλλον είναι πολλές, δεν είναι μερικές, κάτι που εξηγείται από το γεγονός πως τις είδα μικρός – ή εν πάση περιπτώσει κάτω από τα 30 μου. Θα ήθελα να γράψω κάποια κείμενα (μικρά ή μεγαλύτερα) για καθεμία απ’ αυτές, γιατί τις θυμάμαι πρώτον, και δεύτερον, γιατί δεν είναι από εκείνες που τις ξέρουν οι νεότεροι (αλλά και οι πιο παλιοί μπορεί να μην τις έχουν δει). Δεν θέλω να γράψω δηλαδή για πολύ γνωστά φιλμ, που και αυτά μπορεί να είναι (και είναι) εξαιρετικά. Είπα κάτι για το Victim προηγουμένως και τώρα θέλω να πω για μια εξωφρενική ταινία φαντασίας, την πολωνική Sanatorium Pod Klepsydrą (1973) ή απλώς Κλεψύδρα του Wojciech Has (Βόιτσεκ Χας).
Την ταινία αυτή την έχω δει 2-3 φορές στην τηλεόραση πριν πολλά χρόνια, ποτέ στο σινεμά, σε βίντεο ή DVD και μετά βίας μπορώ να ανακαλέσω κάτι από το εντελώς… απροσάρμοστο στόρι της.
Κάποιος νέος πηγαίνει να επισκεφτεί τον πατέρα του σ’ ένα σανατόριο κι εκεί πέφτει σ’ ένα περιβάλλον διάλυσης των πάντων. Το παρόν, βασικά, διαλύεται μέσα στο παρελθόν, η φαντασία ανακατεύεται με τη μνήμη και όλα «χάνονται» (λέμε για ένα psych trip, που δεν συντελείται όμως με τη χορήγηση φαρμάκων) μέσα σ’ ένα ποιητικό σκηνικό γεμάτο από ψυχαναλυτικές αναφορές και καφκικές απεικονίσεις.
Είναι δυσνόητη και δύστροπη ταινία η Κλεψύδρα, αλλά ακόμη κι αυτά τα χαρακτηριστικά της την κάνουν ακόμη πιο μαγική. 

31/7/2018
Πριν λίγο καιρό διάβασα στο lifo.gr ένα άρθρο για τις «50 καλύτερες queer ταινίες όλων των εποχών». Ήταν αναπαραγωγή από το timeout.com/London (αναφερόταν φυσικά) με τη λίστα να προκύπτει από... LGBT cultural pioneers (όπως γράφει το βρετανικό σάιτ) και συντάκτες του Time out. Κάθε λίστα έχει τα υπέρ της και τα κατά της και στη συγκεκριμένη λίστα εγώ βρήκα μερικά διαμάντια του σινεμά –και αναφέρομαι στα παλιότερα φιλμ, που τα έχω δει, γιατί τα πιο καινούρια δεν μ’ ενδιαφέρουν και τόσο– όπως το Θεώρημα του Παζολίνι, το Σατυρικόν του Φελίνι, το Pink Flamingos του John Waters, Τα Πικρά Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ του Φασμπίντερ, το Θάνατος στη Βενετία του Βισκόντι, το Scorpio Rising του Kenneth Anger, το The Boys in the Band του Ουίλιαμ Φρίντκιν κ.λπ. Καταλαβαίνω γιατί από μια τέτοια λίστα απουσιάζει το Ψωνιστήρι και πάλι του Φρίντκιν (αν κι εγώ δεν το δικαιολογώ απολύτως), αλλά μου είναι δύσκολο να καταλάβω (το θεωρώ περίπου ανεπίτρεπτο θέλω να πω) το γιατί απουσιάζει το Victim του βρετανού Basil Dearden από το 1961.
Η ταινία αυτή είναι ένα καθαρό αριστούργημα, με τον Ντερκ Μπόγκαρντ να δίνει ακόμη μία ερμηνεία ζωής στο ρόλο ενός υψηλά ιστάμενου δικηγόρου, που ενώ αρχικά φαίνεται να έχει κάποιου είδους σχέση μ’ ένα νεαρό ομοφυλόφιλο αρνείται να τον βοηθήσει, όταν εκείνος του το ζητάει, επειδή νομίζει πως ο νεαρός θέλει να τον εκβιάσει. Όταν όμως ο νεαρός αυτοκτονεί, τότε το πράγμα αλλάζει. Ο δικηγόρος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη μηχανή που έχει στηθεί από μια συμμορία που εκβιάζει ομοφυλοφίλους (σε μιαν εποχή, στην Αγγλία, όπου μια τέτοιου τύπου τυφλή «κατηγορία» θα μπορούσε να σε οδηγήσει κατ’ ευθείαν στη φυλακή, καθώς η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη) και αδιαφορώντας για την καριέρα του και την υψηλή του θέση αποφασίζει να διαλευκάνει την υπόθεση.
Αν το Victim αγνοήθηκε, επειδή στο βρετανικό Time out, και δεν ξέρω σε ποιους άλλους ακόμη, μπορεί να επαναφέρει στη μνήμη σκοτεινές εποχές, που κανείς πλέον δεν θέλει να θυμάται, τότε ας πούμε πως… καταλαβαίνω την αγνόησή του, αλλά προς χάριν της Τέχνης (και όχι μόνον αυτής), για ένα τέτοιο φιλμ, με τέτοια προοδευτική παρέμβαση σε μια τόσο βεβαρημένη εποχή, μόνο δάφνες και διαρκείς εύφημες μνείες επιβάλλονται. 

31/7/2018 
44
Η τραγωδία στην Ανατολική Αττική δείχνει ένα και μόνο ένα… πως το κράτος έχει συνέχεια, φευ! – αυτή τη συνέχεια τής κοινωνικής και περιβαλλοντικής πανωλεθρίας. Πως δεν άλλαξε τίποτα τα τελευταία τριάμισι χρόνια των κυβερνήσεων Τσίπρα, πως δεν υπάρχει επί της ουσίας ουδεμία διαφορά με τις προηγούμενες εξ ίσου καταστροφικές κυβερνητικές περιόδους και πως, τέλος πάντων, η «αριστερά» βαδίζει πάνω στα καμένα χνάρια, που της παρέδωσαν όλοι οι άχρηστοι και εντεταλμένοι προηγούμενοι, υπερασπιζόμενη ταπεινά συμφέροντα και νομιμοποιώντας αυθαιρεσίες με τον ίδιο ή και ακόμη μεγαλύτερο ζήλο. Με την ίδια αχρηστία και αδιαφορία, και με τον ίδιο και απαράλλαχτο κυνισμό. Αυτός είναι ο μηχανισμός. Και αυτός είναι ο μόνος που, τελικά, προστατεύεται.
Όλα τα υπόλοιπα είναι το… λαδάκι, ώστε να μη σκουριάζει και να δουλεύει ρολόι το μηχάνημα.

29/7/2018
Πέθανε σήμερα στα 76 του ένας από τους μεγαλύτερους τρομπετίστες της τζαζ, ο Πολωνός Tomasz Stańko. Το τι έχει κάνει ο Stańko, από την εποχή που ήταν δίπλα στον Komeda στα μέσα του ’60 (και πριν ακόμη), μέχρι και τα πιο πρόσφατα χρόνια με τα άλμπουμ του στην ECM και αλλού είναι αντικείμενο… πολυσέλιδου άρθρου και όχι ποστ στο facebook. Να πω μόνο πως ο Stańko είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κάμποσες φορές (η πρώτη μάλλον ήταν στο Λυκαβηττό το 1986), πως είχε βγάλει δίσκο σε ελληνική εταιρεία (στην Utopia του Βαγγέλη Κατσούλη) και πως υπήρξε φίλος και συνεργάτης του κορυφαίου κιθαρίστα του πολωνικού ροκ στα σέβεντις Αποστόλη Άνθιμου. RIP.

26/7/2018
Το λέει καλύτερα από το Μητροπάνο, και χωρίς τις ψευτο-προγκρεσιβιές του Μούτση, με μόνα μπροστά τα καίρια λαϊκά vibes του Θόδωρου Δερβενιώτη (και με την Αλεξίου στο σεγόντο).
Ίσως η πιο αδικημένη φωνή στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού τα τελευταία 50 χρόνια, αλλά υπάρχει εξήγηση και γι’ αυτό…
 

οι MAHOBIN (με Lotte Anker, Natsuki Tamura, Satoko Fujii και Ikue Mori) ζωντανοί στο Big Apple του Kobe

Οι Mahobin είναι ένα free-improv κουαρτέτο, που δεν ξέρω αν είναι περιστασιακό αλλά σίγουρα είναι… εξωφρενικό. Ποιοι το αποτελούν; Σημειώστε: η δανή σαξοφωνίστρια Lotte Anker, το ντούο Natsuki Tamura τρομπέτα, Satoko Fujii πιάνο και ακόμη η Ikue Mori ηλεκτρονικά. Αυτοί οι τέσσερις κατήλθαν στον ιαπωνικό «ναό» Big Apple στο Kobe τον προηγούμενο Φλεβάρη (εκεί όπου έχει ηχογραφηθεί, ζωντανά, κόσμος και κοσμάκης), δίνοντας ένα εντυπωσιακό live, που περνά πλέον και στη δισκογραφία μέσω του παρόντος… Live at Big Apple in Kobe. Και φυσικά η συγκεκριμένη κυκλοφορία, που είναι τυπωμένη με τον κλασικό ιαπωνικό τρόπο για την Libra Records (άψογα επιμελημένο all paper cover, ένθετο & obi), εντάσσεται στη δωδεκάδα των άλμπουμ που θα κυκλοφορήσουν μέσα στο ’18 (έχουν ήδη κυκλοφορήσει οκτώ) με αφορμή τα εξηκοστά γενέθλια τής πιανίστριας Fujii. Το έχουμε πει τούτο το τελευταίο και θα το ξαναπούμε…
Κατ’ αρχάς να υπενθυμίσουμε πως οι τρεις Ιάπωνες έχουν συναντηθεί ξανά στη δισκογραφία και μάλιστα σε μορφή κουαρτέτου, με τον αμερικανό τρομπετίστα Wadada Leo Smith ως τέταρτο μέλος. Μάλιστα για ’κείνο το άλμπουμ τους, το “Aspiration” [Libra Music, 2017] είχαμε γράψει εδώ τα σχετικά… https://diskoryxeion.blogspot.com/2017/09/satoko-fujii-wadada-leo-smith-natsuki.html. Με... μείον μια τρομπέτα λοιπόν (εκείνη του Smith) και με την προσθήκη μιας σαξοφωνίστριας (της Anker), οι Mahobin δεν μπορεί παρά να είναι ένα καινούριο γκρουπ, που ανοίγει, και αυτό, νέους ορίζοντες στο improv. Μάλλον κάτι αυτονόητο, θα προσέθετα, όταν έχουμε να κάνουμε με ιάπωνες improvisers
Mahobin” στα ιαπωνικά είναι τα δοχεία ή οι φιάλες «θερμός» και υπ’ αυτή την έννοια το γκρουπ είναι επιφορτισμένο, ας το πούμε κι έτσι, με το καθήκον να παράγει μουσική που να… ζέει και που να διατηρείται σε φάση κοχλασμού για πολύ καιρό ακόμη (μέσω, προφανώς, και της ψηφιακής αναπαραγωγής της). Και όντως δηλαδή, γιατί αυτό που ακούμε στο Live at Big Apple in Kobe” μόνο με μια… ηφαιστειακού τύπου κατολίσθηση θα μπορούσε να περιγραφεί.
Και οι τέσσερις αυτοσχεδιαστές προσέρχονται στο «ναό», όσο πιο «γυμνοί» μπορούν. Ξεχνούν ποιοι είναι, αγνοούν τι θέλουν να κάνουν, ενώ στην πορεία αδυνατούν, καταφανώς, να ελέγξουν και εκείνο το οποίο παράγουν. Τούτο συνάγεται αυθωρεί καθώς ακούς τα δύο tracks τού άλμπουμ τους, το 42λεπτο “Rainbow elephant” και το 7λεπτο “Yellow sky”, tracks τα οποία είναι αδύνατον να περιγραφούν συνολικώς, παρά μόνον κατά τόπους… έτσι όπως διαρρηγνύουν, συνεχώς, κάθε θεμιτή ή αθέμιτη εξέλιξη. Χωρίς προσυνεννοήσεις, χωρίς πλάνο, χωρίς αισθητικούς ή άλλους στόχους, οι τέσσερις μουσικοί υπάρχουν αυστηρώς για τη στιγμή και για τον τρόπο μέσω του οποίου αυτή η συγκεκριμένη στιγμή θα μετατραπεί σε κάτι… αθάνατο. Ξέρουν, θέλω να πω, πως ηχογραφούνται… και τούτος ίσως να είναι και ο μοναδικός σκόπελος, που θα μπορούσε να τους μεταβάλει ψυχολογικώς – να θέσει κάποια εμπόδια, εννοώ, στην επικοινωνία τους με το εκρηκτικό και το αυθόρμητο.
Έχω συζητήσει με αυτοσχεδιαστές και έχω αντιληφθεί, μέσω των λεγομένων τους, τα ψυχικά κότσια που χρειάζονται προκειμένου μια μακριά στο χρόνο συνύπαρξη επί σκηνής (μην ξεχνάμε ότι εδώ καταγράφεται ένα 42λεπτο track) να μπορεί να ολοκληρωθεί με δημιουργικό τρόπο. Όσο και να φαίνεται περίεργο η… πειθαρχία είναι το πρώτο. Και η οργάνωση επίσης. Όχι του ηχητικού αναμενόμενου, αλλά της πνευματικής κατάστασης του αυτοσχεδιαστή, που θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμος, ώστε να «μιλήσει» με τους συνοδοιπόρους του με όρους ελευθερίας, αλλά και ισότητας.
Δεν υπάρχει πιο δύσκολο απ’ αυτό που παρουσιάζουν εδώ οι τρεις Ιάπωνες (δύο γυναίκες, ένας άντρας) και η δανή συνεργάτιδά τους. Κάτι που γίνεται, προφανώς, αντιληπτό από την απόλυτη δημιουργική προσέγγιση όλων των επιμέρους στοιχείων τής μουσικής των Mahobin και βασικά των παιξιμάτων, που είναι μονίμως σε φάση αναταραχής, με ηλεκτρονικά σε διαφόρους ρόλους (υπαινικτικά ή κυρίαρχα), που μπορεί ν’ ακούγονται κάπως old-school στ’ αυτιά μου (κι ας προέρχονται από laptop) και με σαξόφωνα, τρομπέτα και πιάνο σε ρόλους παράλληλους και τεμνόμενους, μα πάντα συντονισμένους στην παραγωγή μιας μουσικής με αδιανόητη (ναι, αδιανόητη) συνάφεια.
Μόνον αυτοσχεδιαστές της κλάσης των Anker, Tamura, Fujii και Mori θα μπορούσε να επιτύχουν κάτι τέτοιο.
Επαφή: www.satokofujii.com