Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

LARRY FULLER ένας αμερικανός πιανίστας σ’ ένα άλμπουμ-γιορτή

Όπως είχαμε γράψει τον Σεπτέμβριο του 2014: «Δεν έχει πολλά άλμπουμ στην κατοχή του ως leader ο πιανίστας Larry Fuller – μάλλον έχει μόλις δύο, το “Easy Walker” ηχογραφημένο το 1998, με τον θρύλο Ray Brown και τον Jeff Hamilton στο team, και το παρόν φερώνυμο [Capri, 2014], με τους Hassan Shakur και Greg Hutchinson σε μπάσο, ντραμς αντιστοίχως».
Το Overjoyed [Capri Records, 2019] είναι το πιο καινούριο CD τού τρίο τού Larry Fuller, ένα άλμπουμ που γίνεται με τη συνεργασία τού Hassan Shakur πάντα στο μπάσο και του Lewis Nash, τώρα, στα ντραμς. Ηχογράφηση κάπου από το New Jersey, πέρυσι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. 
Το άλμπουμ περιλαμβάνει σχεδόν μόνο διασκευές και στάνταρντ, αφού από τα δώδεκα κομμάτια τού “Overjoyed” μόνο δύο είναι του Fuller. Άρα, και κατά μίαν έννοια, στην περίπτωσή μας έχουμε μιαν εγγραφή που έχει γίνει για την απόλαυση της στιγμής (για τους μουσικούς του τρίο αρχικώς), η οποία λογικό είναι να περνά, στην πορεία, και στους ακροατές, αφού το αίσθημά της δεν φαίνεται να αλλοιώνεται από το μέσο μεταφοράς. Είναι μια γιορτή, με άλλα λόγια, το “Overjoyed” και αυτό δεν κρύβεται.
Το άλμπουμ ανοίγει με το φουριόζο “Fried pies” του Wes Montgomery, για να συνεχίσει με την μπαλάντα τού Stevie WonderOverjoyed” και με το “Lined with a groove” του Ray Brown, για να ακολουθήσουν τα δύο θέματα τού Larry Fuller, το “Janes theme” και το “The mooch”. Το πρώτο «μποσα-νοβίζει» χωρίς να είναι ακριβώς bossa, ενώ το δεύτερο έχει σαν βάση του το blues (βασικά πρόκειται για ένα hard bop στην κλασική παράδοση του στυλ – Bobby Timmons ας πούμε).
Από ’κει και κάτω θα ακολουθήσουν επτά ακόμη διασκευές, που θα δημιουργήσουν, απαρέγκλιτα πια, αυτή την αίσθηση της γιορτής. Λέμε λοιπόν για το “How long has this been going on” των Gershwins, το “Cubano chant” του Ray Bryant, το “Mona Lisa” (η κλασική επιτυχία του Nat King Cole), το “Bossa beguine”του Oscar Peterson, το “Bossa nova do Marilla” του Richard Evans, το “Never let me go” (Evans-Livingston) και το “Got my mojo workin’” του Preston Foster.
Από τους τίτλους και μόνον αντιλαμβάνεστε τι ακριβώς, εδώ, παίζει. Και... παίζει πολύ καλά.
Επαφή: www.caprirecords.com

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2019

DINE DONEFF in/out

Όσοι ξέρουν/θυμούνται τον Dine Doneff (Κώστας Θεοδώρου) από το εξαιρετικό “Rousilvo” (πρώτη έκδοση το 2010, επανέκδοση στην neRED το 2017) καλό θα είναι, εδώ, να προετοιμαστούν για κάτι άλλο – για κάτι όχι εντελώς διαφορετικό, αλλά εν πάση περιπτώσει αρκετά διαφορετικό. Το λέμε τούτο, γιατί το πιο καινούριο άλμπουμ τού Dine Doneff, το In/Out, που κυκλοφορεί και αυτό από την neRED και με παγκόσμια διανομή από την ECM Records (στην Ελλάδα εισάγεται από την AN Music), κινείται στο χώρο του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού (με επιπρόσθετα στοιχεία), όντας περισσότερο εικονοκλαστικό, δίχως, όμως, να εμφανίζεται ως διαβρωμένο από ανερμάτιστες «ακρότητες».
Υπάρχει εννοώ μια ηχητική συνέπεια σ’ αυτό που παρουσιάζει εδώ, στο σύντομης διάρκειας (21 λεπτά) “In/Out”, ο Doneff, συνέπεια, που σχετίζεται προφανώς με κάποιο βασικό ηχητικό σενάριο, το οποίο, μέσω της διαδικασίας του αυθόρμητου, αποκτά, πλέον, πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Χρησιμοποιείται λοιπόν ένα βασικό, οργανικό, προ-ηχογραφημένο υλικό (πιάνο, μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, ντραμς, διάφορα κρουστά, φλάουτο, σπινέτο, πλήκτρα κ.λπ.) διαμορφωμένο από τον Doneff, που μπορεί να σχετίζεται με ποικίλες φόρμες (αβαντ-γκαρντίστικες έως και παραδοσιακές), ενώ υπάρχουν φωνές (το φωνητικό κουαρτέτο Disquiet), όπως και field recordings (κι άλλες φωνές δηλαδή, και ακόμη θόρυβοι, όργανα, ποικίλοι ήχοι), ηχογραφημένες πάντα από τον Doneff σε διάφορα μέρη της Ευρώπης (Λισσαβώνα, Κωνσταντινούπολη, Τιμισοάρα, Κρακοβία, Ζυρίχη).
Όλη αυτή η «μάζα», που είναι προσεκτικά επεξεργασμένη και τοποθετημένη εντός της συνολικής εγγραφής, αποτελεί, τελικώς, τη μουσική-ηχητική ουσία τού “In/Out”, ενός άλμπουμ που έχει τον τρόπο να σε καθηλώνει μέσω ενός διαρκούς απρόσμενου.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 159

23/4/2019
Εν τω μεταξύ «κομμουνισμός» για κάτι φιλελέρες, σαν αυτόν τον ηλίθιο τον Βέμπερ, μπορεί να είναι και οι ειδικές διατάξεις μέσω των οποίων μοριοδοτούνται οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες.

23/4/2019
Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ underground [μάλλον δηλαδή (γέλια)] και αυτό που εννοούν κάποιοι ως underground τις πιο πολλές φορές ήταν (είναι) μια μπούρδα και μισή. Να, πάρτε για παράδειγμα τον Λεωνίδα Χρηστάκη, που θεωρείται από τους «πάντες» ως μια αρχέτυπη φιγούρα του… ντόπιου underground. Παραμύθια!
Το απόκομμα που βλέπετε προέρχεται από το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος, κάποιο τεύχος τού 1976 και έπεσε τώρα στην αντίληψή μου, ψάχνοντας για κάτι άλλο.
Πείτε μου λοιπόν πώς δικαιολογείται να παραπονιέται ο Χρηστάκης, επειδή δεν τον «παίζει» Ο Ταχυδρόμοςένα κάτι παραπάνω και από mainstream περιοδικό τού Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη– και την ίδιαν ώρα να θεωρείται (ο Χρηστάκης)… underground;
Κανονικά, άμα ήσουν underground, δεν θα έπρεπε να έχεις ουδεμία σχέση με τέτοιου τύπου έντυπα. Το underground των αμερικανικών μεγαλουπόλεων π.χ. είχε δικούς του διαύλους επικοινωνίας, έξω από την στενή (και στυγνή συχνά) καταναλωτική δημοσιογραφία, την οποία και «έφτυνε» με την πρώτη ευκαιρία.  
Υ.Γ. Και για να μην υπάρξει παρεξήγηση. Τη φράση “greek underground” την χρησιμοποιώ-αποδίδω, σχεδόν πάντα, για λειτουργικούς λόγους, πιο πολύ σαν «ετικέτα» στο blog δηλαδή (για να βρίσκω εύκολα τις σχετικές αναρτήσεις)

22/4/2019
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ
Για να κάνεις σήμερα καριέρα στο τραγούδι (ας μείνουμε σ’ αυτό) δεν απαιτείται μόνο υπέροχη φωνή, στυλ, σκηνική γοητεία, άποψη, μα και ένα κάποιο ελαστικό ήθος. Γνωστά πράγματα λέω.
Πρέπει να ξέρεις να λες «ναι» όταν δεν χρειάζεται, να μπορείς να πλασάρεις τον εαυτό σου ως κάτι άλλο πέραν εκείνου που είσαι, να έχεις μάθει να επιπλέεις και να ελίσσεσαι σε διαφορετικές καταστάσεις (πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές…) και να έχεις από κοντά κι έναν μάνατζερ-σουπιά για να σε σπρώχνει στα κυκλώματα (της δισκογραφίας παλιότερα, των μαγαζιών, των ΜΜΕ κ.λπ.), όταν ξεκινάς – γιατί μετά δεν θα τον χρειάζεσαι. Θα χρειάζονται οι μανατζαραίοι εσένα.
Τέλος πάντων, αυτό το παιδί χάθηκε. Και δεν είναι το μόνο…

22/4/2019
Εντάξει, για το Μέγαρο Μουσικής έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά, αλλά για μένα τώρα λειτουργεί «μια χαρά», μακριά από τους… Λαμπράκηδες και τις Λαμπράκισσες που το φέσωσαν, για να κάνουν το κέφι τους, καταδείχνοντας τη δική τους τάχα… πολιτισμική ανωτερότητα. 
Έχω επισκεφθεί το πλέον «λαϊκό» (έτσι θα το αποκαλούσα) Μέγαρο ήδη τρεις φορές σ’ αυτή τη σεζόν –κάτι που δεν το είχα ξανακάνει ποτέ στο παρελθόν– και αν πάω ακόμη μία, μέσα στο Μάιο, μπορεί και να κοντράρει στη συνείδησή μου (το Μέγαρο) άλλους ναούς, του ροκ-να-πούμε, από τους οποίους δυσκολεύομαι πια να περάσω έστω και απ’ έξω.

21/4/2019
Αυτό το τραγούδι με άλλη ενορχήστρωση θα γοήτευε. Εδώ, μ' αυτά τα μαλακισμένα σβιούν-σβιούν, πέφτει πολύ. Κρίμα, για τον Ιπποκράτη...

20/4/2019
Συμπαθητική είναι η Billie Eilish, συμπαθητικότερη από κάτι άλλα ποπ-χιπχόπ εκτρώματα των charts (κι ας βουτάει και από Doors - εξάλλου από Doors βουτάει, δεν βουτάει κι από Nirvana) και καλά κάνουν τα παιδιά και την ακούνε. Κάθε ηλικία έχει τους δικούς της μουσικούς ήρωες. Πρέπει να έχει τους δικούς της ήρωες.
Όμως το ότι παρουσιάζεται από κάποιους... γεροντότερους, η Eilish, ως η 17χρονη, που... και τα λοιπά... εμμένοντας, αυτοί οι κάποιοι, στο νεαρό της ηλικίας της, ως κάτι εντυπωσιακό και πρωτόφαντο, με ξεπερνά.
Θα συμβούλευα λοιπόν όλους αυτούς να δουν τι ηλικία είχαν κάποιοι άνθρωποι, όταν έγραψαν την αληθινή ιστορία της ποπ στα σίξτις. Κι ας σκεφθούν, όλοι αυτοί, τι βαθύτερο νόημα είχε το να ήσουν 16άρης, το 1966, και να γράφεις αριστουργήματα (με ό,τι παραστάσεις, ακουστικές ή άλλες θα μπορούσε να έχει ένα παιδί των σίξτις) και τι νόημα έχει σήμερα (όταν όλα υπάρχουν στο πιάτο, με το πάτημα ενός κουμπιού).
Τέλος πάντων εγώ δεν θα βάλω εδώ πέρα τραγούδι της 17χρονης Billie Eilish, γιατί δεν με διαβάζουν παιδιά –και δεν θέλω να με διαβάζουν παιδιά, θέλω να με διαβάζουν άνθρωποι της ηλικίας μου, αυτούς εκφράζω–, εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να θυμίσω ένα ελληνικό τραγούδι από τα σίξτις, που το είχε γράψει 16χρονος...

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΖΗΚΑΣ για ένα ορχηστρικό άλμπουμ του

Ένας άγνωστος προς εμένα συνθέτης είναι ο Vasileios Tzikas (Βασίλειος Τζήκας ή Τζίκας;) και γι’ αυτό αποτάθηκα στο site του (που είναι γραμμένο στην αγγλική), για κάποιες πρώτες πληροφορίες. Από ’κει λοιπόν διαβάζουμε:
«Ο Βασίλειος Τζίκας γεννήθηκε στη Λάρισα. Από την παιδική ηλικία του άρχισε να πειραματίζεται με τους ήχους. Αυτό το πάθος του τον οδήγησε στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, απ’ όπου αποφοίτησε ως μηχανικός ήχου. Σήμερα εργάζεται ως συνθέτης και παραγωγός. Συμμετέχει σε διάφορα μουσικά πρότζεκτ και συγκροτήματα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ανακάλυψε το δεύτερο μεγάλο πάθος του – που ήταν οι ταινίες. Σκηνοθέτησε μικρού μήκους ταινίες, ντοκιμαντέρ και διαφημιστικά. Παράγει μουσικά βίντεο και εργάζεται ως καμεραμάν. Τη μουσική του την βρίσκεις σε διάφορα φιλμ. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο».
Περαιτέρω, έψαξα, για τον Βασίλειο Τζίκα, στις βάσεις IMDb και discogs, αλλά δεν βρήκα κάτι εκεί, που να μου δείχνει το ένα ή το άλλο. Μένω λοιπόν στην περίπτωση τού άλμπουμ του “Aposmos” ή και Aποsmos[Private Pressing, 2017] και γι’ αυτό θα πω… όσα παρακάτω.
Το “Aposmos” είναι ένα ορχηστρικό έργο (ας το πω έτσι, επειδή έχει μιαν ενότητα σαν άκουσμα), που κουβαλά στα μέτρα του πολλές ηχητικές μνήμες (του συνθέτη του προφανώς). 
Ο Τζίκας έχει συνθέσει πολύ ωραίες μουσικές, με έμφαση στην καλή μελωδία και στο νοσταλγικό αίσθημα (το οποίον αίσθημα αυτές οι δικές του μελωδίες το εξαναγκάζουν να βγει στην επιφάνεια). Και αυτό επιτυγχάνεται, επειδή ο Τζίκας είναι και ταλαντούχος μελωδός, αλλά και πολύ καλός ενορχηστρωτής.
Στο “Aposmos” παίρνουν μέρος δεκατέσσερις μουσικοί, που χειρίζονται ακόμη περισσότερα όργανα (ντραμς, κοντραμπάσο, κιθάρες, κανονάκι, άρπα, βιολί, βιόλα, τσέλο, πιάνο, φλάουτο, τρομπόνι, νέι, πλήκτρα…), ανάμεσα στους οποίους διακρίνουμε και μερικά πολύ γνωστά ονόματα, όπως εκείνα του Πάνου Δημητρακόπουλου ή του Φώτη Σιώτα, ενώ και ο ίδιος ο Τζίκας χειρίζεται εδώ κιθάρες, μαντολίνο, μελόντικα και πλήκτρα.
Το άλμπουμ κυλάει με καταφανή άνεση, καθώς τα κομμάτια εναλλάσσονται σε μια θαυμαστή σειρά, με τις πολλές και ποικίλες επιμέρους αναφορές (από την παράδοση δανεισμένες, μέχρι και τα πιο σύγχρονα μελωδικά κινηματογραφικά scoresAlexandre Desplat π.χ.) να παρέχουν, στην πορεία, όλες τις απαραίτητες κορυφώσεις.
Επαφή: www.vasili.eu