Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 203

29/11/2019
Πλάκα-πλάκα θα τρίζουν τα κόκαλα του Καντάφι, με τον λίβυο φύλαρχο, που το παίζει «κράτος» και υπογράφει με τον σουλτάνο «συμφωνίες» για θαλάσσιες ζώνες. Κι από κοντά και ο ανεκδιήγητος Δένδιας με τις επιστολές του... (Πρόσεξε μην ξεχάσεις τα γραμματόσημα)
(Επί Καντάφι είναι το κομμάτι, να εξηγούμαστε - το έχω και σε ελληνικό βινύλιο)

28/11/2019
ΘΟΔΩΡΟΣ Γλύπτης (1931-2018)
Λίγοι έχουν αυτά τα δύο βινύλια (LP), το πρώτο από το 1974, το δεύτερο από το 1977 (αμφότερα παραγωγές της γκαλερί Δεσμός) 
[Εγώ δεν τα έχω... το λέω. Το ότι τα ψιλοψάχνω χρόνια τώρα –ξέροντας πως αν τα βρω θα τα βρω μόνο κατά τύχη, κάπου παρατημένα– είναι αλήθεια]

27/11/2019
Τι θα ήθελα, να πούμε, σε επαγγελματικό επίπεδο; (γέλιο)
Να μου δώσει κάποιος ένα χιλιάρικο (τόσα θέλω, ούτε λιγότερα, ούτε περισσότερα) και μια σωστή διορία, ώστε να κάτσω να διαβάσω (χωρίς να κάνω τίποτ' άλλο, όλο αυτό το διάστημα) το βιβλίο-νταμάρι του Απόστολου Δοξιάδη Ερασιτέχνης Επαναστάτης, που είναι 1064 σελίδες, κι έπειτα να κάτσω να γράψω μια κριτική.
Να δημοσιευτεί σε μεγάλο σάιτ και να γίνει χαμός...

27/11/2019
Διάβαζα χθες στις ηλεφημερίδες πως ο Ολυμπιακός έχει ελπίδες ακόμη και για τη δεύτερη θέση στο Τσάμπιονς Λιγκ, πως χτυπάει ακόμη την πρόκριση και κάτι τέτοιες παπαρίες, κουβέντες που απευθύνονται μόνο σε κάφρους-φιλάθλους, που νομίζουν πως το φαιδρό ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να είναι ή είναι ανταγωνίσιμο με το ξένο.
Εγώ, προσωπικά, απορώ πώς υπάρχουν άνθρωποι, φίλαθλοι, πώς να τους πω, που ασχολούνται ακόμη με το ελληνικό ποδόσφαιρο, πώς υπάρχουν αθλητικές εφημερίδες (κάνω πως δεν καταλαβαίνω), πώς υπάρχουν εκπομπές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές που επιβιώνουν οικονομικά μέσα από την ποδοσφαιρική μπουρδολογία και το κουτσομπολιό και πώς υπάρχουν άνθρωποι που πληρώνουν για να δούνε αθλητικά συνδρομητικά κανάλια.
Έχω γράψει πολλές φορές πως θεωρώ τελείως αντιαισθητικό όλο το σύγχρονο ποδόσφαιρο (από τα ρούχα που φοράνε οι ποδοσφαιριστές, μέχρι τα παπούτσια τους), πως ενοχλούμαι σφόδρα για το γεγονός πως δεν βλέπω πλέον ποδοσφαιριστές, αλλά πρωταθλητές των 100 μέτρων να τρέχουν πάνω-κάτω και πως σιχαίνομαι, ειδικότερα, το σύγχρονο ελληνικό ποδόσφαιρο, που είναι βουτηγμένο, περαιτέρω, μέσα στο βούρκο (να μην επεκταθώ), πανηγυρίζοντας (ακόμη και με την περίπτωση της Εθνικής) μόνο με τις αποτυχίες του.
[Διάλογο δεν πρόκειται να κάνω με κανέναν που νομίζει τα αντίθετα]

26/11/2019
Φίλος μού πέρασε πριν λίγη ώρα ένα βίντεο από το One TV/One Channel εκεί όπου, χθες βράδυ, οι Γιώργος Μαργαρίτης και Κώστας Μπαλαχούτης (περί του λαϊκού δημοσιογράφος) συζητούσαν με τον παρουσιαστή Δημήτρη Μανιάτη, περί ενός βιβλίου (αυτοβιογραφία), που ετοίμασε ο Μπαλαχούτης για τον Μαργαρίτη.
Δεν ξέρω τι γράφει μέσα το βιβλίο (μάλλον δεν έχει βγει ακόμη), αλλά μου έκανε εντύπωση το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της εκπομπής ο Μαργαρίτης αναφέρθηκε σ’ ένα σωρό ονόματα, που έπαιξαν έμμεσα ή άμεσα ρόλο στην πορεία του, δίχως να πει κουβέντα για τον τεράστιο και αδικοχαμένο Κώστα Κόλλια.
Για μένα ο Κόλλιας υπήρξε ο μοναδικός τραγουδιστής, το τονίζω, ο μοναδικός, που θα μπορούσε να πάρει στις πλάτες του το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι από εκεί όπου το άφησε ο Καζαντζίδης. Γιατί ούτε ο Διονυσίου, ούτε κανείς άλλος αποδείχθηκε ικανός για κάτι τέτοιο στην πορεία, στα έιτις βασικά, καθώς το αυθεντικό λαϊκό μετατρεπόταν πάραυτα στο ψευτολαϊκό, κωλομεγλυφέ τραγούδι της μεγάλης πίστας, των «πολιτιστικών κέντρων» του βλαχοπασόκ.
Ο Μαργαρίτης υπήρξε ο μοναδικός, που προσπάθησε να αναστήσει εκείνο το τραγούδι, που αναγνωρίζουμε όλοι μας ως «αυθεντικό λαϊκό», αλλά ήταν λίγος μπροστά στον Κόλλια. Πήρε, βέβαια, τα πατήματά του, αλλά δεν έφθανε αυτό. Υπολειπόταν σε μέταλλο, και είμαι σχεδόν σίγουρος γι’ αυτό, και σε επιλογές και σε originality (μιας πολύ συγκεκριμένης αισθητικής).
Ο απρόσμενος θάνατος του Κόλλια, ο οποίος σκοτώθηκε στα 35 του, το 1980, σε αυτοκινητικό (κάποιοι πλάθουν στο δίκτυο και θεωρίες συνομωσίας, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, πως τον έφαγαν κυκλώματα της νύχτας κ.λπ.) υπήρξε το μεγαλύτερο χτύπημα στο λαϊκό τραγούδι, από τότε που σταμάτησε να εμφανίζεται στα μαγαζιά ο Καζαντζίδης (1965) και δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο στην πορεία.
Κανείς δεν μίλησε για τον Κώστα Κόλλια στην εκπομπή, ούτε ο Μαργαρίτης, που του χρωστά κατά έναν τρόπο την καριέρα του, ούτε ο Μπαλαχούτης, ούτε ο Μανιάτης...
Η ιστορία όμως τιμωρεί τους αγνώμονες - ας το έχουν αυτό υπ' όψη τους ορισμένοι.

26/11/2019
Πριν μερικές μέρες βρέθηκα σ’ ένα τέτοιο μαγαζί. Υπάρχουν ακόμη. Και στην Αθήνα και στην επαρχία. Άιντε τώρα να σου κόψουν πρόστιμο, επειδή άναψες τσιγάρο σ’ έναν τέτοιο μέρος! Οι άνθρωποι είναι τελείως απολίτιστοι, ζούνε μέσα στη φορμόλη, δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται. Νομίζουν ότι η Ελλάδα είναι... Λιχτενστάιν ή Λουξεμβούργο. 
Ας εξαιρεθούν τουλάχιστον όσες ταβέρνες βρίσκονται κοντά σε ιχθυόσκαλες, σε λαχαναγορές, σε στρατόπεδα και σε κάτι άλλα τέτοια περίεργα σημεία... έτσι σαν σπονδή, να πούμε, στο ντέρτι των μαχαιροβγαλτών και των καπανταήδων.

25/11/2019
Διασώζονται τα καψιμί από το νόμο ή παίρνεις κι εκεί το 1142 (γέλια);
>>Μπορείς να καπνίζεις μόνο στο ΚΨΜ. Στη σκοπιά, στην έφοδο, στο θάλαμο και σε όλα τα άλλα μέρη το κάπνισμα απαγορεύεται.
Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα: Αν καταφέρεις να κάνεις σκοπιά χωρίς τσιγάρο παίρνεις αυτομάτως 17 μέρες τιμητική. Αν εξαιρέσεις το θάλαμο, που ok πρέπει να είσαι τεράστιος κάγκουρας για να καπνίσεις μέσα, σε όλα τα άλλα μέρη καπνίζεις σαν να μην υπάρχει αύριο.<<
[Ο Χρήστος Ζορμπάς στην "Ευδοκία", με χουντικό σπιρτόκουτο]

25/11/2019
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι υπέρ του αντικαπνιστικού και γράφουν cool και νηφάλια, συμμετέχοντας με πραότητα στον on line δημόσιο διάλογο και υπάρχουν και οι προκύψαντες ταλιμπάν τσιγαροφοβικοί, που είναι εντελώς εκνευριστικοί. Για να μην πω τίποτα χειρότερο.
Η δική μου άποψη είναι, και την έχω εκφράσει σε προηγούμενα ποστ, πως συμφωνώ με το μη-κάπνισμα, με την απαγόρευση σε δημόσιες υπηρεσίες, νοσοκομεία κ.λπ., είμαι προβληματισμένος με το θέμα της απαγόρευσης του τσιγάρου στο αυτοκίνητο (με τιμωρίες και πρόστιμα), γιατί το αυτοκίνητο είναι ιδιωτικός χώρος, «σπίτι», και είναι σαν να σε τιμωρούν, επειδή καπνίζεις στο σπίτι σου, θεωρώ απαράδεκτο τον περιορισμό του καπνίσματος σε κάθε δημόσιο ανοιχτό χώρο (παιδικές χαρές κ.λπ.) –πλην, ίσως, των χώρων στους οποίους υπάρχουν καρέκλες, θέσεις και δεν μπορείς να μετακινηθείς, να πας πιο πέρα, όπως συμβαίνει με τα ανοιχτά θέατρα και τους θερινούς κινηματογράφους (μου έχει τύχει σε γεμάτο θερινό σινεμά να «τρώω» επί δύο ώρες στα μούτρα τον καπνό του τσιγάρου του μπροστινού μου και να μην μπορώ να μετακινηθώ), έχοντας τη γνώμη πως η απαγόρευση του καπνίσματος, γενικά και έτσι όπως επιβάλλεται, στα κέντρα διασκέδασης είναι υστερική νεοδεξιά, για να μην πω φασιστική.
Η μόνη δημοκρατική και λογική λύση είναι ο κάθε καταστηματάρχης να επιλέγει το είδος του μαγαζιού που θέλει – κάνοντας εμφανή την επιθυμία του με «μεγάλα κεφαλαία γράμματα» στην πόρτα και στις τζαμαρίες της επιχείρησής του. Μαγαζιά λοιπόν «καπνιζόντων», ας πούμε πως τέτοια θα είναι τα μισά, και μαγαζιά «μη καπνιζόντων» (τα άλλα μισά).
Το μόνο αντεπιχείρημα που ακούγεται γι’ αυτή την ορθή λύση είναι πως τα μαγαζιά «μη καπνιζόντων» θα αλωθούν και αυτά σταδιακά από τους καπνιστές, με αποτέλεσμα και πάλι να μην εφαρμόζεται ο νόμος. Αστειότητες, λόγια του αέρα.
Αν το κράτος μπορεί δυνητικά να επιβάλλει το μη-κάπνισμα στο 100% των μαγαζιών διασκέδασης, γιατί να μην μπορεί να το επιβάλλει στο 50% των μαγαζιών, που είναι και πιο εύκολο (καθότι λιγότερα);
Σε αυτή την απλή ερώτηση κανείς δεν απαντά.
Σκληρή λοιπόν επιβολή του αντικαπνιστικού νόμου στα μαγαζιά «μη καπνιστών» με συνεχείς ελέγχους και πρόστιμα (για την τυχόν ύπαρξη θεριακλήδων) και απόλυτη ελευθερία στα υπόλοιπα. Όσο το τσιγάρο δεν είναι, ακόμη, γενικώς και καθολικώς απαγορευμένο δηλαδή.

25/11/2019
Ο Βελόπουλος έχει την πιο σωστή, την πιο λογική θέση, για τον αντικαπνιστικό νόμο - ξεκάθαρα πράγματα. Και να του το πιστώσω - εγώ τουλάχιστον.
>>Προσπαθείτε να κάνετε τον πολίτη ρουφιάνο του συμπολίτη του. Με ένα κινητό, με ένα sms που θα στέλνει ο καθένας, θα τρέχει ο αστυνομικός να συλλάβει τον καπνιστή. Όχι τον κλέφτη, αλλά τον καπνιστή. Αυτές οι λογικές είναι περίεργες. Το ζητούμενο σε μια Δημοκρατία είναι όταν λαμβάνεται ένα μέτρο να ερωτώνται και εκείνοι που τους αφορά. Εμείς τι λέμε; Θέλει ένας πολίτης να έχει μαγαζί καπνιστών; Να έχει. Θέλει να έχει μαγαζί μη καπνιστών. Να έχει. Δώστε το δικαίωμα της επιλογής. Γιατί πρέπει να επιβάλλεται κάτι δια του ροπάλου;<<

24/11/2019
Billy Bo και Μαίρη Δρακοπούλου. [Remember φάση, τέλη σέβεντις λογικά...]

EDITION RECORDS νέες, δυνατές κυκλοφορίες της βρετανικής εκλεκτικής εταιρείας

KNEEBODY: Chapters [Edition Records, 2019]
Οι Kneebody είναι ένα αμερικανικό συγκρότημα jazz, funk και jazz-funk (και με φωνητικά), που υπάρχει εδώ και είκοσι χρόνια (περίπου). Έχουν κυκλοφορήσει διάφορα άλμπουμ, κι ένα τελευταίο τους είναι το “Chapters”, που τυπώνεται τώρα από την βρετανική Edition
Βασικά μέλη των Kneebody είναι οι Ben Wendel σαξόφωνα, εφφέ, Shane Endsley τρομπέτα, εφφέ, Adam Benjamin πλήκτρα και Nate Wood ντραμς (και μπάσο σε ορισμένα tracks), με την τετράδα να πλαισιώνεται από έξι ακόμη ονόματα και βασικά φωνές (ανάμεσα και η Gretchen Parlato) – και κάπως έτσι, όλοι αυτοί μαζί παρέχουν το συγκεκριμένο κλίμα σ’ αυτό το LP/CD, που έχει τον τρόπο να σε ταρακουνήσει.
Αν και η προτίμησή μου προς τα ορχηστρικά κομμάτια είναι δεδομένη, δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω από το “Chapters” το “Hearts wont break”, με τα φωνητικά, το synth-μπάσο και τα ντραμς του Josh Dion, που τόσο σαν άσμα, όσο και με τα «σκέτα» οργανικά του passages αποτελεί ένα έξοχο δείγμα σύγχρονου jazz-funk.
Υπάρχουν πολλά καλά κομμάτια εδώ, και είναι αλήθεια πως οι Kneebody παίζουν πραγματικά με όρεξη, έχοντας ενσωματώσει στις συνθέσεις τους πολλές κλασικές τεχνοτροπίες (από Herbie Hancock και Larry Coryell, μέχρι Miles Davis και Freddie Hubbard), επιδεικνύοντας γόνιμη και πληθωρική φαντασία (“The trip”, το εισαγωγικό “Spectra” κ.λπ.), που οδηγεί σε απτά αποτελέσματα.
Πολύ ευχάριστο άλμπουμ, που θα αρέσει και σε παλιομοδίτες funksters και σε πιο... σημερινούς ακροατές.
DAVE HOLLAND, ZAKIR HOUSSAIN, CHRIS POTTER: Good Hope [Edition Records, 2019]
Το “Good Hope” είναι ένα άλμπουμ του Crosscurrents Trio, ενός σούπερ-γκρουπ, για να πούμε τα πράγματα ως έχουν, το οποίον αποτελούν οι Dave Holland κοντραμπάσο, Zakir Hussain tabla, kanjira, chanda & madal (κρουστά, φυσικά, είναι όλα τούτα) και Chris Potter σοπράνο και τενόρο σαξόφωνα.
Δεν χρειάζεται να πούμε ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι μουσικοί και τι ακριβώς έχουν πράξει στην μακριά και πλούσια καριέρα τους – εκείνο που πρέπει, σε κάθε περίπτωση να πούμε, είναι πως επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ειδική εγγραφή, που συνέβη τον Σεπτέμβριο του 2018 στην Νέα Υόρκη. Το «ειδικόν» της υπόθεσης αφορά και στο γεγονός πως οι τρεις παικταράδες δεν έχουν ηχογραφήσει ξανά μαζί (έτσι νομίζω, μετά από ένα πρωταρχικό ψάξιμο, που επιχείρησα), αλλά και στο ότι η μουσική που εδώ παρουσιάζεται διατηρεί όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά τής indo-jazz, ένα ιδίωμα που εξακολουθεί να υφίσταται και γιατί όχι να πρωταγωνιστεί κιόλας, σε σκηνές και δισκογραφία, για σχεδόν 60 χρόνια.
Ο Houssain σε πρώτη φάση και δίπλα του, σταθερά σε συμπαράταξη, ο Holland είναι εκείνοι που δημιουργούν τα ιδιότροπα ρυθμικά μοτίβα στο “Good Hope”, πάνω στα οποία έρχεται να «πατήσουν» τα σαξόφωνα του Potter, δημιουργώντας ένα μελωδικό πλαίσιο, που κρατά οπωσδήποτε από την τρανή Coltrane-ική παράδοση, ενσωματώνοντας spiritual και contemporary στοιχεία.
Το άκουσμα είναι βαρύ, σύνθετο, απαιτητικό, πλούσιο τεχνικά και συναισθηματικά, απευθυνόμενο, κατά πρώτον, σε ορκισμένους jazz-fans.
ODDARRANG: Hypermetros [Edition Records, 2019]
Πρόκειται για μια φινλανδική μπάντα, που υφίσταται εδώ και μια 15ετία. Πενταμελείς είναι οι Oddarrang (Olavi Louhivuori ντραμς, σύνθια, Osmo Ikonen τσέλο, σύνθια, Ilmari Pohjola τρομπόνι, σύνθια, Lasse Sakara κιθάρες, Lasse Lindgren μπάσο, σύνθια) και “Hypermetros” αποκαλείται το πέμπτο κατά σειρά CD τους, που τους βρίσκει, και αυτή τη φορά, σε πολύ καλή φόρμα και πάντα κοντά σ’ αυτό το... future jazz στυλ, που οικοδομούν από παλαιά και που κατακρατεί στοιχεία από παμπάλαια («κλασική»), μέχρι και πιο σύγχρονα (ambient) ηχοχρώματα.
Ήδη με τα πρώτα κομμάτια τους, το “Ohlop” για παράδειγμα, οι Oddarrang (ξανα)δείχνουν στοιχεία πρωτότυπης και ψαγμένης μπάντας, ικανής να συνδυάζει «δύσκολα» (μινιμαλιστικά) και «εύκολα» (rock-cinematic) passages, ακόμη και στην ίδια σύνθεση, προχωρώντας σταδιακώς σε ακόμη πιο απαιτητικά θέματα (όπως είναι το τριμερές “Trichordon”), φανερώνοντας και το ταλέντο τους (ως άτομα), και τις σοβαρές σπουδές τους, και την άνεσή τους να φιλοτεχνούν κάτι με ελαφρά στοιχεία pop, μα και με την βαρύτητα του «έργου».
Υπέροχο progressive rock το “15 years”, βαρύ, πένθιμο το “Blackstarr”… και γενικώς ένα εξαιρετικό CD.
AKI RISSANEN: Art in Motion [Edition Records, 2019]
Έχουμε ξαναγράψει για τον φινλανδό πιανίστα Aki Rissanen και πιο συγκεκριμένα για το άλμπουμ του (με το τρίο του) “Another North” [Edition, 2017], που είχε αναφορές από Ligeti μέχρι Bill Evans… και ακόμη παραπέρα. Μάλλον μ’ αυτό το «παραπέρα» έχει να κάνει το πιο πρόσφατο “Art in Motion”, ένα επίσης ενδιαφέρον CD, που ολοκληρώνεται από τους Antti Lötjönen μπάσο, Teppo Mäkynen ντραμς και φυσικά τον Aki Rissanen πιάνο.
Ως τρίο το σχήμα διακρίνεται για τις ποικίλες επιρροές του. Η «κλασική μουσική» πάντα έχει μια θέση, τα επίσης κλασικά βορειοευρωπαϊκά ρομαντικά τζαζ ηχοχρώματα ανιχνεύονται επίσης, ενώ διαπιστώνουμε και άλλες «προχωρημένες» αναφορές (Satie ας πούμε), μαζί με e.s.t. και Brad Mehldau Trio. Όλα αυτά δεν είναι φυσικά ξεκάρφωτα, ούτε εμφανίζονται ατάκτως ερριμμένα από ’δω κι από ’κει. Υπάρχει σχέδιο, συνοχή, αισθητική συνάφεια και τελικώς ένα κράμα, ένα μείγμα, που αποκρυσταλλώνεται σε μια μορφή σημερινής, σύγχρονης jazz, με ήπιο, μαγικό άγγιγμα και θωπευτική χάρη.
Οι ωραίες μελωδίες είναι πάντα σε πρώτο πλάνο, οι υπογραμμισμένοι αυτοσχεδιασμοί, που διαχέονται και αυτοί όταν και όπου απαιτείται (βασικά στα κάπως μεγαλύτερης διάρκειας tracks) επίσης υπάρχουν, με το “Art in Motion” να αναδεικνύεται τελικώς σ’ ένα ωραιότατο άλμπουμ, με σαφή και ελκυστική αφήγηση.
KEVIN HAYS & LIONEL LOUEKE: Hope [Edition Records]
Το “Hope” του γνωστού πιανίστα Kevin Hays και του, ίσως, ακόμη πιο γνωστού κιθαρίστα Lionel Loueke είχε κυκλοφορήσει κατά πρώτον σε βινύλιο το 2017 (οκτώ tracks) από την γαλλική Newvelle Records. Τώρα, αυτό το άλμπουμ κυκλοφορεί και σε CD, από τη βρετανική Edition, με τρία παραπάνω tracks και με νέο mastering – γεγονός που, οπωσδήποτε, κάτι σημαίνει. Να προσθέσω μόνο, σε τούτα τα προκαταρκτικά, πως Hays και Loueke είχαν συνεργαστεί και στο πρόσφατο “Fairgrounds” [Edition, 2019] του Jeff Ballard, δισκοκριτική για το οποίον υπάρχει και στο δισκορυχείον.
Το “Hope” είναι σίγουρα ένα ιδιαίτερο άλμπουμ. Και η ιδιαιτερότητά του δεν έχει να κάνει μόνο με τον ακουστικό ήχο του (πιάνο και κιθάρα), μα και με τις φωνές (των Hays και Loueke), που συνοδεύουν, ψιθυριστά σχεδόν, τα κομμάτια, όπως και με τις συνθέσεις αυτές καθ’ αυτές, που δημιουργούν ένα επίσης ιδιαίτερο κλίμα.
Οι δέκα από τις έντεκα συνθέσεις είναι πρωτότυπες, ενώ υπάρχει και μια διασκευή σ’ ένα παραδοσιακό θέμα, το “Feuilles-O”, που το έχουν πει διάφοροι και βασικά οι Simon & Garfunkel.
Οι Hays και Loueke έχουν τον τρόπο να δημιουργούν ένα λιτό, αλλά όχι προφανές ηχητικό σκηνικό, καθώς οι πολλές και ποικίλες αναφορές τους ξεστρατίζουν το “Hope” από την πεπατημένη. Άλλοτε αυτοσχεδιαστικό, άλλοτε έντονα ρυθμικό, άλλοτε τροπικό (tropical), άλλοτε χαρούμενο και άλλοτε μελαγχολικό, το “Hope” είναι ένα ήσυχο φαινομενικώς CD, που βράζει όμως από εσωτερική αναταραχή. Το επιβεβαιώνεις, δε, σε tracks σαν το εκπληκτικό “Veune malienne”, με την ολοφάνερη δυτικο-αφρικανική επιρροή. 

Η Edition Records εισάγεται από την AN Music

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

JIM McAULEY and SCOT RAY αυτοσχεδιασμοί για κιθάρες

Ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ jazz-plus αυτοσχεδιασμού είναι το Second Earth (2019), που κυκλοφορεί, τώρα, από την ιταλική εταιρεία Long Song Records (έδρα το Μιλάνο). Πού έγκειται η ιδιαιτερότητά του; Στο γεγονός πως, για την ολοκλήρωσή του, συμμετέχουν, μόνον, δύο κιθαρίστες. Ο ένας είναι ο Jim McAuley (κλασική, 6χορδη, 12χορδη, dobro, προετοιμασμένη κιθάρα) και ο άλλος είναι ο Scot Ray (lap steel slide κιθάρα, εφφέ). Τα ονόματα δεν είναι άγνωστα, ούτε πρωτοεμφανιζόμενα φυσικά.
Ο Jim McAuley ξεκίνησε ως κλασικός κιθαρίστας, αλλά γρήγορα έστριψε προς την blues, την folk και την country μεριά, για να συνεργαστεί στην πορεία με πολύ μεγάλα ονόματα (από τον Frank Sinatra, μέχρι τον Steve Lacy). Το ίδιο και ο Scot Ray, που διακρίθηκε και ως τρομπονίστας και τουμπίστας, μα και ως slide κιθαρίστας φυσικά, παίζοντας με Vinny Golia, Jason Mraz κ.ά.
Στο “Second Earth” οι δύο αυτοσχεδιαστές είναι παντελώς ελεύθεροι. Συναντήθηκαν πρώτη φορά με σκοπό να ηχογραφήσουν, χωρίς τίποτα να σχεδιαστεί, χωρίς ουδεμία μεταξύ τους σχετική συζήτηση ή προσυνεννόηση. Περαιτέρω δε, και μετά την διαδικασία της ηχογράφησης, τίποτα δεν άλλαξε. Κανένα edit δεν υπήρξε, τίποτα δεν προστέθηκε, ούτε διαγράφτηκε.
Το αποτέλεσμα, όλων αυτών είναι να προκύψει ένα πλήρως αυθόρμητο σετ, που να υπαγορεύεται από τις διαθέσεις και την ψυχολογία της στιγμής, και που έρχεται ως επιστέγασμα του ταλέντου και της δημιουργικής φαντασίας των δύο μουσικών, η οποία αγγίζει, κατά τόπους, εκπληκτικές διαστάσεις. 
Για παράδειγμα στο κομμάτι “Henry Charles Marx”, ένα εντυπωσιακό track, που δεν τιτλοφορήθηκε έτσι τυχαίως (πήρε το όνομα ενός αμερικανού εφευρέτη μουσικών οργάνων), η επινοητικότητα των McAuley και Ray είναι το κάτι άλλο – επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε μ’ ένα εκπληκτικό, ψυχεδελικής κατεύθυνσης track, που έφερε στη μνήμη μου ένα διαμάντι από το παρελθόν, το “Intensifications” των Gene Estribou και Jean-Paul Pickens από το 1965. Τελείως ελεύθερη φόρμα, με συνεχείς ανατροπές, παράξενα ηχοχρώματα και timbre, νωχελική ανάπτυξη, που υποσκάπτεται διαρκώς από την ίδια την ακαθόριστη εξέλιξη. Εντυπωσιακό! Και δεν είναι το μόνο... σ’ ένα άλμπουμ, που σπάει κανόνες, αποτελώντας μια, μικρή έστω, γροθιά στο στομάχι.