Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

LIA HIDE νέο άλμπουμ από την ελληνίδα τραγουδοποιό

Για την ελληνίδα, αλλά αγγλόφωνη τραγουδοποιό Lia Hide έχουμε ξαναγράψει. Πιο συγκεκριμένα, για το mini-CD της “Everyone Seems To Know Who I am” (2017), σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα πως το δισκάκι της... «περιέχει πέντε δικά της κομμάτια, τα οποία δεν είναι ηλεκτρονικά, είναι κανονικά τραγούδια – και όταν λέω κανονικά, εννοώ κανονικότατα με αρχή, μέση και τέλος, με το ένα να ακούγεται καλύτερο από τ’ άλλο!». Εκείνη η πρώτη (προηγούμενη) θετική εντύπωση ισχύει σ’ ένα βαθμό και στο παρόν ολοκληρωμένο πλέον άλμπουμ τής Lia Hide, που έχει τίτλο “Tells No Fairytales” [Don’t Hide Me, 2019]. Θέλω να πω πως το παρόν, αν και πιο ολοκληρωμένο σε σχέση με το mini, δεν κομίζει την ίδια δύναμη, την ίδιαν έκπληξη.
Βεβαίως, από τα οκτώ τραγούδια που μας παρουσιάζει εδώ η Lia Hide υπάρχουν ένα- δύο που είναι πολύ καλά, όπως το “St. Bastard the Coward” (το ωραιότερο τού άλμπουμ) ή και το “The art of falling is hard to master”, αλλά υπάρχουν και tracks, κάπως πιο τυπικά σαν δομές (όχι σαν στίχοι), κάποια εκ των οποίων μάλιστα φέρνουν στη μνήμη μου την Kate Bush (το “Dig apple!” για παράδειγμα). Δεν είχα αυτή την εντύπωση από την προηγούμενη δουλειά τής Lia Hide... θα πρέπει να το σημειώσω αυτό.
Η Lia Hide γράφει ωραία αγγλικά λόγια, με κοινωνικές αναφορές (και ερωτικές βεβαίως, σχέσεων κ.λπ.), ενώ και οι ενοργανώσεις της είναι προσεγμένες – ιδίως στα καλύτερα τραγούδια του CD, τα οποία και βοηθούν (οι ενοργανώσεις) ώστε να ακούγονται ακόμη ωραιότερα (τα τραγούδια). Φυσικά, προσφέρουν τα μάλα και οι μουσικοί εδώ (AkiBase μπάσο, Γιώργος Ράδος ντραμς, η ίδια η Lia Hide χειρίζεται πιάνο, πλήκτρα και τραγουδά, Πάνος Παπάζογλου κιθάρες, Ειρήνη Κετικίδη κιθάρα σ’ ένα track) και βεβαίως το team της ηχογράφησης-παραγωγής (Ευριπίδης Ζεμενίδης, Γιάννης Λαμπρόπουλος), που κάνει εξαιρετική δουλειά.
Ένα παραπάνω-από-καλό είναι το “Tells No Fairytales” της Lia Hide – άλμπουμ, που δεν θα πρέπει να το λογίζουμε ως μια τυπική girlish-pop (αν κάπου αφέθηκε αυτό να εννοηθεί).

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 183

30/7/2019
Είναι ένα από τα καλύτερα άλμπουμ ελληνικού ροκ όλων των εποχών – αν και δεν νομίζω πως το έχει γράψει κάποιος αυτό ακόμη. Το “Saint or Fool” του Αυστραλού, αλλά με ελληνική καταγωγή, Tom Kazas από το 1997.
Ο Kazas τότε ζούσε στην Ελλάδα ή και-στην-Ελλάδα, έδινε συναυλίες στο AN και αλλού, ενώ το “Saint or Fool” αν και είχε ηχογραφηθεί στο Σίδνεϊ βγήκε σε CD και σε LP μόνο εδώ, από την Hitch-Hyke. Ο Kazas παίζει όλα τα όργανα πλην των ντραμς (τον βοηθάει ο Andrew Byrnes από τους Moffs), ενώ τραγουδούσε κιόλας. Το άλμπουμ δεν έχει μέσα μέτριο κομμάτι. Όλα είναι από πολύ καλά και πάνω, ενώ ορισμένα είναι απλώς εκπληκτικά.
Ο Kazas έχει συνεργαστεί και με έλληνες μουσικούς, όπως με τον Νώντα Αντωνόπουλο κ.ά. και σε δίσκους και σε συναυλίες (βάζοντας μπροστά κι εκείνους τους πολύ ενδιαφέροντες Xitzaz, εκεί προς τα τέλη του ’90).
Θέλω να πω μ’ αυτό το ποστ πως το ελληνικό ροκ είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουν ορισμένοι.
 

29/7/2019
Από τις ωραιότερες εκτελέσεις αυτού του κλασικού τραγουδιού, αυτού του ύμνου του Bob Dylan. Μάλλον η ωραιότερη. Είναι ο Hamilton Camp (που είχε γράψει το φοβερό “Pride of man”). 1967 με τίποτα, μάλλον 1968, αλλά μπορεί και '69...

28/7/2019
Την «Παραμυθένια ζωγραφιά» του Γεράσιμου Λαβράνου (σε λόγια του Γιάννη Αργύρη – όχι του ηθοποιού προφανώς, αλλά του μπουατικού) ο πολύς κόσμος την έμαθε από τον Νταλάρα στα «Λάτιν», αλλά εγώ δεν μπορώ να την ακούσω από τον Νταλάρα με τίποτα (το τραγούδι δεν πάει στη φωνή του – κοινώς «το σκοτώνει»). Προτιμώ ασυζητητί την πρώτη εκτέλεση από το 1960 με το Trio Belcanto (Μιχάλης Ματθαίου, Βαγγέλης Μεταξάς, Ιωάννης Παπαμακαρίου), που έχει τις ίδιες ή και καλύτερες πενιές και ατμόσφαιρα που δεν αναπαράγεται.
Κορυφαίο αργό μπολέρο, από μιαν εποχή που πρόσφερε τα καλύτερα λάτιν τραγούδια στη χώρα...

27/7/2019
Ένας από τους χειρότερους Δράκουλες όλων των εποχών, χειρότερος και από του Κόπολα... μάλλον. Ξεψυχισμένη Hammer Film Productions. Λέμε για την ταινία του Alan Gibson “Dracula A.D. 1972”, που είχε όμως μέσα τους χίπις Stoneground με Sal Valentino μπροστά (ο ωραίος τραγουδιστής των σίξτις Beau Brummels).

27/7/2019
Το ροκ μας λένε κάποιοι νέοπες πέθανε, έχει πεθάνει.
Ρε σε ποιους τα λέτε αυτά; Σε τίποτα χθεσινούς;
Εμείς δεν λέμε τόσα χρόνια πως το ροκ έχει πεθάνει πριν από το ’75;
Αλλά είναι και το μόνο που έζησε αληθινά, ε.
Ενώ όλα τα άλλα είναι πεθαμένα από τη γέννα τους.
[Το τραγούδι (σύνθεση του Graham Gouldman) κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του ’65 στην Αγγλία και ήταν ηχογραφημένο από τους Jeff Beck κιθάρα, Keith Relf φωνή, Jim McCarty ντραμς, Chris Dreza ρυθμική κιθάρα και Paul Samwell-Smith μπάσο. Αυτοί ακούγονται στο βίντεο. Φυσικά στο βίντεο βλέπουμε τους Yardbirds του ’68, δηλαδή τους Relf φωνή, McCarty ντραμς, Dreza μπάσο συν τον Jimmy Page κιθάρα, με τον ήχο να είναι playback]

ECM νέες κυκλοφορίες ΙΙ

ANNA GOURARI: Elusive Affinity [ECM New Series, 2019]
Ρωσίδα πιανίστρια είναι η Anna Gourari, με το “Elusive Affinity” να αποτελεί το τρίτο άλμπουμ της για την ΕCM, μετά από τα “Canto Oscuro” (2012) και “Visions Fugitives” (2014).
Η Gourari είναι κλασική πιανίστρια – και όταν λέμε «κλασική» εννοούμε πως το ρεπερτόριό της ξεκινά από το μπαρόκ, καταλήγοντας στη «σύγχρονη κλασική». Τούτο φαίνεται και στο “Elusive Affinity”, ένα άλμπουμ στο οποίο συνωθούνται έργα Μπαχ (διασκευές του Μπαχ πάνω σε συνθέσεις των Antonio Vivaldi και Alessandro Marcello) και ακόμη Schnittke, Kanceli, Shchedrin, Pärt και Rihm. Αν οι «απόψεις» του Μπαχ, πάνω στους Vivaldi και Marcello, ανοίγουν και κλείνουν το άλμπουμ μ’ έναν γλαφυρό, μελωδικό τρόπο, στο ενδιάμεσο υπάρχουν στάδια και διαστρωματώσεις, που χαρακτηρίζουν περισσότερο (μάλλον) την Gourari σαν πιανίστρια, μιας συγκεκριμένης αισθητικής (καθώς μόνο για την αισθητική θα πούμε, εδώ, λίγα λόγια), χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ίδια μετατρέπεται σε κάτι «πρωτοποριακό» και «δύστροπο».
Για παράδειγμα το έργο του SchnittkeFive Aphorisms” δεν είναι τυχαίως επιλεγμένο. Μπορεί να μην έχει προφανή σχέση με τον Μπαχ ή με το μπαρόκ γενικότερα, αλλά η Gourari ξέρει να το αντιμετωπίζει, μέσα στην ελλειπτικότητά του, με τέτοιο τρόπο, ώστε να ακούγεται δίχως κάποιο σοβαρό χάσμα (ιδίως στο πρώτο moderato μέρος του). Από ’κει και πέρα υπάρχει το σύντομο “Piano piece no.15” του Giya Kancheli (με τις folk αντηχήσεις), που δίνει τη θέση του στο “Diary-seven pieces” του Rodion Shchedrin, ένα έργο «βαρύ» στο σύνολό του, με επαναληπτικά patterns, γραμμένο μάλλον για την πιανίστρια και τις συγκεκριμένες ερμηνευτικές δυνατότητές της, που καλύπτουν ευρύτατο φάσμα (ό,τι περικλείεται στα αντιθετικά σχήματα «ηρεμία-καταιγίδα», «αργό-γρήγορο», «αναμενόμενο-αναπάντεχο» κ.λπ.). Εξαιρετικό το “Variationen zur gesundung von Arinuschka” του Arvo Pärt, διακρίνεται για τις ωραίες μετατοπίσεις του από το κάπως-θλιμμένο προς το κάπως-χαρούμενο, με το “Zwiesprache” του Wolfgang Rihm να περιγράφει καταστάσεις, που κινούνται μεταξύ ολιγολογίας και σιωπής.
Η Gourari αποδεικνύεται ιδανική στην (πιανιστική) ερμηνεία-απόδοση όλων των παραπάνω απαιτήσεων.
MICHELE RABBIA / GIANLUCA PETRELLA / EIVIND AARSET: Lost River [ECM Records, 2019]
Τρεις σημαντικοί σύγχρονοι μουσικοί, ο ιταλός ντράμερ Michele Rabbia, ο επίσης ιταλός τρομπονίστας Gianluca Petrella και ο νορβηγός κιθαρίστας Eivind Aarset (όλοι με παρουσίες στην ECM, στο παρελθόν) βρέθηκαν μαζί σ’ ένα στούντιο της Udine, τον Ιανουάριο του 2018, προκειμένου να ηχογραφήσουν το δικό τους άλμπουμ, υπό τον τίτλο “Lost River” – το οποίον άλμπουμ, πέραν των βασικών οργάνων που ακούγονται σ’ αυτό (ντραμς, τρομπόνι, κιθάρα), είναι πλημμυρισμένο και στα ηλεκτρονικά. Η προσπάθειά τους κρίνεται ως ολοκληρωμένη και σημαντική, να το πούμε από την αρχή, και ως τέτοια εξετάζεται.
Το “Lost River” περιέχει δέκα συνθέσεις, όλες πρωτότυπες, γραμμένες και αναπτυγμένες από τα μέλη του τρίο. Βασική «γραμμή» στο “Lost River” είναι οι χαμηλοί τόνοι. Οι Rabbia, Petrella και Aarset παίζουν με κατεβασμένες ταχύτητες, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να δημιουργήσουν έναν ήχο πληθωρικό, που να τον διακρίνει μιαν υπόγεια ένταση. Υπάρχει οπωσδήποτε κάποια συσχέτιση με ορισμένες εγγραφές του Terje Rypdal, αλλά κατά βάση, εδώ, είναι τα ηλεκτρονικά εκείνα που πρωταγωνιστούν (και όχι τα τρία όργανα ή κάποιο, ένα, εξ αυτών). Εννοούμε πως τα ηλεκτρονικά, που είναι μόνιμα, διαρκή και σταθερά, αποβαίνουν καθοριστικά όσον αφορά στην ηχητική συγκρότηση του “Lost River” – μια συγκρότηση που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «περιβαλλοντική». Είναι lo-fi δηλαδή οι κυρίαρχες παρεμβάσεις, όπως χαμηλών τόνων είναι (το ξαναλέμε) και τα παιξίματα.
Επιρροές και αναφορές υπάρχουν φυσικά, αλλά αυτές δεν έχουν να κάνουν τόσο ή μόνο με την jazz, όσο κυρίως με το space (των Pink Floyd ή του krautrock). Μελετημένα σε κάθε τους λεπτομέρεια soundscapes είναι επί της ουσίας το “Lost River”, ήχοι και συνθέσεις, που ακούγονται σαν ένα άψογο ambient soundtrack.
RETO BIERI and META4: Johannes Brahms / Gérard Pesson / Salvatore Sciarrino, Quasi Morendo [ECM New Series, 2019]
Τα απαραίτητα. Ο Reto Bieri είναι ένας ελβετός κλαρινίστας, γνωστός στους φίλους της ECM από δύο προηγούμενες παρουσίες του στο label (αλλά βασικά από το “Contrechant” του 2011). Περαιτέρω, οι Meta4 είναι ένα φινλανδικό κουαρτέτο εγχόρδων αποτελούμενο εκ των Antti Tikkanen βιολί, Minna Pensola βιολί, Atte Kilpeläinen βιόλα και Tomas Djupsjöbacka βιολοντσέλο. Reto Bieri και Meta4 συνεργάζονται σ’ αυτό το άλμπουμ, το “Quasi Morendo”, αποδίδοντας έργα Salvatore Sciarrino, Johannes Brahms και Gérard Pesson.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Let me die before I wake” του Salvatore Sciarrino. Ο τίτλος προέρχεται από το φερώνυμο βιβλίο (1982) του Derek Humphry (αναφέρεται στο θέμα της ευθανασίας, συνηγορώντας υπέρ αυτής) και σαν άκουσμα είναι τελείως προχωρημένο. Είναι απορίας άξιον θέλω να πω πώς αποδίδει με το κλαρίνο του ο Bieri αυτό το ιδιάζον έργο (σίγουρα χρησιμοποιεί ειδικές τεχνικές φυσημάτων και αναπνοής, multiphonics κ.λπ.), που ως (έργο) «μεταιχμίου» διαθέτει κάτι μοναδικό, κάτι σαν «εμπειρία».
Στο “Quintet in b minor op.115” του Johannes Brahms το σκηνικό αλλάζει – και όχι μόνον επειδή προστίθεται το κουαρτέτο εγχόρδων φυσικά. Μουσική δωματίου, με προφανή ρομαντικά χαρακτηριστικά, εδώ, σε μια τέλεια (στο αυτί) εκτέλεση.
Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το “Nebenstück” του Gérard Pesson, που σαν ακρόαμα στέκεται κάπου ενδιαμέσως (από Brahms και Sciarrino). Κατ’ ουσίαν εδώ ο ιταλός συνθέτης αναπλάθει το έργο του Brahms (για πιάνο) “Ballades Op.10” (το μέρος 4) προσθέτοντάς του μια κάπως μυστικιστική χροιά. 

Η ΕCM / ECM New Series εισάγεται από την AN Music

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

METΡΟΝΟΜΟΣ νέο τεύχος με αφιέρωμα στον Bob Dylan

Το περιοδικό Μετρονόμος εις πείσμα των καιρών εξακολουθεί και να κυκλοφορεί και να εκπλήσσει με τη θεματολογία του. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και να καλυτερεύει αισθητικώς (νέα σχεδίαση, δέσιμο με ράχη, τέλεια εκτύπωση). Βεβαίως υπάρχει μια διαφορά στην τιμή (από 5 σε 6 ευρώ), αλλά ο Μετρονόμος είναι ένα περιοδικό δίχως διαφημίσεις, και πλέον χωρίς διανομή στα περίπτερα, διαθέσιμο μόνο σε βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία. Είναι ένα περιοδικό που πρέπει να ψάξεις λίγο για να το βρεις (φυσικά, μπορείς να γίνεις συνδρομητής του, αν θέλεις να έρχεται στην πόρτα σου), όμως είναι κι ένα περιοδικό που θα σε ανταμείψει, αφού και οι 80 σελίδες του περιέχουν γενναία ύλη.
Στο πιο καινούριο τεύχος του, το #71 (Απρίλιος-Ιούνιος 2019) ο Μετρονόμος ασχολείται με τον Bob Dylan, αλλά όχι μόνο. Και θα πρέπει να είναι η πρώτη φορά όπου ένα διεθνές πρόσωπο, μια παγκόσμια μουσική προσωπικότητα, όπως ο Dylan, κοσμεί το εξώφυλλό του – γιατί ο Μετρονόμος είναι ένα περιοδικό, ως γνωστόν, με θεματογραφία ελληνική. Βεβαίως οι αναφορές στον Dylan σχετίζονται με το ελληνικό «κέντρο» του περιοδικού, και αυτό, για μένα, έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. «Ο Bob Dylan στο Ελληνικό Τραγούδι» λοιπόν και εντός κείμενα που επικεντρώνονται πάνω στη συγκεκριμένη διάσταση. Αυτά τα κείμενα καταλαμβάνουν τις πρώτες 28 σελίδες...
Έχω γράψει κι εγώ ένα άρθρο εδώ, το «Bob Dylan: Η Ελληνική Διάσταση», ένα άρθρο το οποίο οι φίλοι-αναγνώστες μπορεί να το γνωρίζουν, σαν τίτλο, από προηγούμενες δημοσιεύσεις (στο LiFO, στο blog, στο βιβλίο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη «Το φαινόμενο Bob Dylan»), με τη διαφορά πως εδώ είναι ακόμη πιο εμπεριστατωμένο, με ακόμη πιο πολλά στοιχεία.
Γράφουν κι άλλοι φυσικά για την επίδραση του Bob Dylan στο ελληνικό τραγούδι δημοσιογράφοι και τραγουδοποιοί (Βύρων Κριτζάς, Πάνος Κατσιμίχας, Φοίβος Δεληβοριάς, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Σπύρος Αραβανής), ενώ παρατίθενται και δηλώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, που έχουν γίνει μέσα στα χρόνια, σχετικές πάντα με τον Bob Dylan (σε επιμέλεια Ηρακλή Οικονόμου).
Και το αφιέρωμα δεν τελειώνει εδώ, καθώς επεκτείνεται και στο CD που συνοδεύει την έκδοση – ένα κανονικό CD σε jewel case, κανονικής διάρκειας, με εννέα τραγούδια του Bob Dylan διασκευασμένα από τους Back Pages, δηλαδή τα αδέλφια Τσέρου από την Αυστραλία, τον Γιάννη και την Σοφία, που συνοδεύονται από πλήρη μπάντα. (Για το CD δεν θέλω να πω κάτι αυτή τη στιγμή, γιατί σκοπεύω να γράψω ξεχωριστό κείμενο στο άμεσο μέλλον).
Πέραν του αφιερώματος στον Bob Dylan, τώρα, ο Μετρονόμος έχει να μας προτείνει και άλλα θέματα. Συνεντεύξεις με τους συνθέτες Δημήτρη Παπαδημητρίου και Χρήστο Νικολόπουλο, τον τραγουδοποιό Βαγγέλη Γιαννάκη, τον πρωτοψάλτη Γρηγόρη Νταραβάνογλου, τον σολίστα του μπουζουκιού Βαγγέλη Τρίγκα, κείμενο του προσφάτως εκλιπόντος Στέλιου Βαμβακάρη, μια δισκογραφική αναφορά στον παλαιό συνθέτη Σπήλιο Μεντή και άλλα διάφορα.
Όρεξη να ’χεις να διαβάζεις...