Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ οι «Ιριδισμοί» είναι ένα world άλμπουμ

Οι ανεξάρτητες παραγωγές συντηρούν, εδώ και χρόνια εξάλλου, το ενδιαφέρον μας για τη δισκογραφία – για την καταγραμμένη μουσική σε φυσική μορφή. Και φυσική μορφή δεν είναι μόνο το βινύλιο, είναι και το CD. Μπορεί το CD να έχει απαξιωθεί εντελώς στην Ελλάδα για τους γνωστούς λόγους, που τους έχουμε πει και ξαναπεί (να μην τους επαναλάβουμε), όμως διεθνώς η παρουσία του είναι υπαρκτή. Κορυφαίες ανεξάρτητες εταιρείες σε όλο τον κόσμο εξακολουθούν να κόβουν… δίσκους ακτίνας και άνθρωποι (εκατομμύρια άνθρωποι), που έμαθαν ν’ ακούν «κλασική», jazz και world music στα nineties βασικά, μέσα από την καινούρια, για τότε φόρμα, εξακολουθούν να το κάνουν, δίχως να θέλουν να εγκαταλείψουν αυτή την παλαιά συνήθεια (μην ξεχνάμε πως το CD έχει μιαν ιστορία που ξεπερνά, πια, την 35ετία). Έτσι, όταν εγώ ακούω ένα CD σαν το «Iridescences / Ιριδισμοί» [SOUNDLab Productions, 2018] του Νίκου Παπαχρήστου (ένας μουσικός που χειρίζεται μπαγλαμά, νέι, λαούτο, σάζι και μπεντίρ) η σκέψη μου γυρίζει πίσω στη δεκαετία του ’90, τη «χρυσή εποχή» του world και του ethnic (που ταυτίστηκε με τη «χρυσή εποχή» του CD).
Οι «Ιριδισμοί» είναι ένα άλμπουμ, που κινείται σ’ αυτό το στυλ – του world να το πούμε. Ο Παπαχρήστου συνθέτει έχοντας ως βασική αισθητική αναφορά του τις τροπικές μουσικές της Μεσογείου, από τα σεφαραδίτικα της Ιβηρικής, μέχρι τους ήχους των ανατολικών παραλιών και την κλασική οθωμανική μουσική και πάνω εκεί, πάνω σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο, εντάσσει τους δικούς του (αισθητικούς πάντα) προβληματισμούς σε σχέση με το πώς θα μπορούσε αυτές ακριβώς οι μουσικές να ακούγονται και να παρουσιάζονται σήμερα.
Σ’ αυτό το ταξίδι ο Παπαχρήστου δεν είναι μόνος του. Τον συνδράμουν αρκετοί μουσικοί, για τους οποίους αξίζει να αναφερθούν τα ονόματά τους: Alex Guitart μπεντίρ, Μιχάλης Γκαϊτατζής ούτι, Γιώργος Ψάλτης βιολί, Θανάσης Τσίτσαρης τσέλο, Paul J. Goodman λύρα, Αλέκος Παπαδόπουλος μπεντίρ, στάμνα, Κώστας Πουλιανάκης μπεντίρ, Νίκος Τζάνης-Ginnerup κεμεντσές, Θανάσης Ξενούδης κανών και Νίκος Βαρελάς μπεντίρ, νταφ. Όλοι αυτοί, που δεν παίζουν φυσικά πάντα μαζί και ταυτοχρόνως, ακολουθούν τα γενικότερα προστάγματα των συγκεκριμένων ήχων, έτσι όπως όλα τούτα εμφανίζονται (και) στις συνθέσεις του Παπαχρήστου. Υπάρχουν ωραία ταξίμια, πλήθος μελωδιών που αναπτύσσονται με την αργή, ελικοειδή αφήγηση των μουσικών της Ανατολής, συγκροτημένοι αυτοσχεδιασμοί πάνω στους τρόπους (που μεταμορφώνονται σε συνθέσεις), σεμνές σολιστικές προσεγγίσεις… όλα εκείνα τα στοιχεία τέλος πάντων, που μπορούν να αναπαραστήσουν με τον ορθότερο τρόπο την ουσία των μελών της ευρύτερης γειτονιάς μας. Κάτι που συμβαίνει με μια μέθοδο, που μαρτυρά και γνώση (του ηχητικού ανάγλυφου της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής) και ταλέντο (στην αποτύπωση μιας σύγχρονης «έντεχνης» μορφής του).

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 103

29/6/2018
Πλανάται η αίσθηση από ορισμένους ανίδεους πως όσοι ακούνε χιπχόπ σήμερα ακούνε κάτι σύγχρονο και μοντέρνο και πως όσοι ακούνε ροκ για παράδειγμα ή τζαζ ή άλλες μουσικές είναι ξεπερασμένοι και παλιομοδίτες.
Ορισμένοι φαίνεται πως δεν ξέρουν πως το ραπ και το χιπχόπ έχουν εμπορική ιστορία που φτάνει τα 40 χρόνια (το μιούζικαλ Runaways π.χ.), προγόνους από το 1968 (Pigmeat Markham) και ογκολιθικές field εγγραφές από γκέτο, σε ύφος gangsta rap, από το 1959 (Street And Gangland Rhythms - Beats And Improvisations By Six Boys In Trouble), σχεδόν 60 χρόνια πριν δηλαδή.
Ε όχι και να μας το παίζουνε «προχωρημένοι» αυτοί που ακούνε μουσικές, που ακούγανε οι μπαμπάδες και οι παππούδες τους! Ίσα ρε μπεκούνια…

28/6/2018
Κάτι έγραψα χθες για τους Shadows και τον Hank Marvin και είπα πως θα συνεχίσω σήμερα με τον Cliff Richard.
Cliff Richard and The Shadows λοιπόν και το πρώτο 45άρι τους, φρονώ, μ’ αυτό το όνομα (καθώς είχαν προηγηθεί κάποια ως Cliff Richard and The Drifters) από το 1959 με τα κομμάτια “Dynamite” και “Travellin’ light”.
Ο Cliff Richard, η πρώτη πολύ μεγάλη φωνή του ροκ στη Βρετανία, σπέρνει ασύλληπτα ροκεντρολάδικα vibes στο “Dynamite” – αν και τη μεγάλη επιτυχία την έκανε το άλλο κομμάτι, που ήταν slow, κι είχε φθάσει στο Νο 1 (στο βρετανικό Top 50).
Στη φωτογραφία βλέπουμε το ελληνικό 45άρι εκείνης της εποχής. Παρότι με... ξεφλουδισμένη ετικέτα, «σκοτώνει» στο πλατώ…

28/6/2018
Πέθανε πριν δυο μέρες ένας από τους πιο διακεκριμένους μπασίστες του ροκ (και τραγουδιστής ακόμη και άλλα διάφορα) στην παλιά Τσεχοσλοβακία, ο Fedor Frešo. Ήταν 71 ετών.
Εντάξει, αυτοί οι θάνατοι μπορεί να περνάνε απαρατήρητοι από τους πολλούς, αλλά για όσους από μας μεγαλώσαμε (και) με τα τσεχοσλοβάκικα συγκροτήματα –δίσκους των οποίων μαζεύαμε και από τα φεστιβάλ της ΚΝΕ στα έιτις, καθότι οι Κνίτες, τότε, ακούγανε βασικά ρεμπέτικα και ευτυχώς δεν ασχολούνταν μ’ αυτά– πάντα θα λένε κάτι.
Πέντε μόνο γκρουπ από τα οποία πέρασε o Frešo. The Soulmen, Prúdy, Collegium Musicum, M Efekt και Fermáta. Ειδικά οι εγγραφές του με τους Collegium Musicum συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων του… κομμουνιστικού progressive.
Τον θυμόμαστε λοιπόν μ’ ένα βίντεο, που ανέβασαν χθες οι (Τσεχο)Σλοβάκοι και που έχει τα πάντα μέσα…
 

28/6/2018
Τo έγραψα και σε τοίχο φίλου σχετικά με τα ελληνικά πανηγύρια για την ήττα των Γερμανών στο Μουντιάλ.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο κόσμος έχει σωστό αισθητήριο (μην το απαξιώνουμε αυτό). Δεν είναι ηλίθιος.
Ξέρει, δηλαδή, ότι οι Γερμανοί καταστρέφουν ξανά την πατρίδα, μετά την Κατοχή, μέσω ενός οικονομικού 4ου Ράιχ (σε συνεργασία, πάντα, με τους εγχώριους μαυραγορίτες της ΛΜΑΤ κ.λπ.) και εκφράζεται μ’ αυτόν τρόπο.
Το θέμα είναι πως μέσω του συγκεκριμένου τρόπου έκφρασης (να επιχαίρεις για μια ποδοσφαιρική ήττα του εχθρού) δεν πρόκειται ν’ αλλάξει απολύτως τίποτα. Πρόκειται για μιαν εκτόνωση που ναι μεν έχει σωστό κίνητρο, αλλά έχει χάσει το στόχο.
Κάπως σαν το blues δηλαδή. Τραγουδάς για την κακή σου μοίρα, αλλά στο τέλος ξεχνάς ότι πρέπει να την αλλάξεις.

27/6/2018
Πριν τους Beatles, στην αυγή των σίξτις, μόνο αυτοί υπήρχαν και επηρέαζαν κόσμο. Οι Shadows με τον Hank Marvin (για τον Cliff Richard θα πω αύριο).
Αυτό το κομμάτι, το “Man of mystery”, είναι από το 1960 κι έχει ένα από τα ωραιότερα κιθαριστικά σόλο που έχω ποτέ ακούσει. Κι ένα από τα πιο αγαπημένα μου.
Φοβερό overdrive για ’κείνη την εποχή… Αθάνατο μέχρι σήμερα…

26/6/2018
Κι ένα λαϊκό 45άρι, μετά το εντεχνολαϊκό που ρίξαμε χθες.
Είναι ένα από τα πρώτα σχετικά και σίγουρα όχι από τα πολύ γνωστά τραγούδια, που έχει πει η Βίκυ Μοσχολιού (ή και… Βίκη, όπως διαβάζουμε στο δισκάκι).
Σκληρή ζεμπεκιά του Γιάννη Καραμπεσίνη το «Όλοι για το συμεφέρον» προέρχεται από το σάουντρακ της ταινίας του Κώστα Γεωργούτσου Η Πικραγαπημένη (1965), με την Γκέλυ Μαυροπούλου, το Στέφανο Στρατηγό, το Θανάση Μυλωνά κ.ά.
Στην άλλη πλευρά υπάρχει ένα τσιφτετέλι, από την ίδια ταινία, με τον Μιχάλη Μενιδιάτη και τη Φούλη Δημητρίου.
Το δισκάκι μάλλον είναι από τα σπανιότερα της Μοσχολιού, όμως το τραγούδι υπάρχει στο ΥouTube και το προτείνω για ακρόαση…

26/6/2018
Υπήρξα φαν του σκηνοθέτη David Lynch στα έιτις –τώρα πια δεν μ’ ενδιαφέρει και τόσο… μεγάλωσα– κι έχω δει τις πρώτες 5 ταινίες του (από τις δέκα συνολικά) από το Eraserhead, που το είδα σε βίντεο πολύ νωρίς στα έιτις και είχα εφιάλτες, μέχρι και το Wild at Heart. Α, είχα δει παλιά και κάποια επεισόδια του Twin Peaks, αλλά η γενικότερη αποστροφή μου προς τις τηλεοπτικές σειρές δεν με άφησε να… ολοκληρώσω.
Χθες-προχθές ο David Lynch, που εξ όσων φαίνεται βλέπει μπροστά και μακριά, είπε κάτι που θα εξοργίσει το… προοδευτικό Hollywood. Μπράβο στο φίλο μας… και λέω να ξεκινήσω να βλέπω, τώρα στα γεράματα, και την υπόλοιπη πεντάδα του αρχίζοντας από το The Lost Highway...

25/6/2018
Υπάρχουν δισκάκια, 45άρια εννοώ, που έχουν… δύο τρύπες και υπάρχουν διάφορες εκδοχές γι’ αυτό. Έχω μερικά τέτοια, τα οποία έχω αγοράσει έτσι για το γαμώτο.
Τούτο εδώ παίζει να είναι το κορυφαίο δισκάκι του Γιάννη Μαρκόπουλου, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην παλιά Polydor (πορτοκαλί με αστέρια) το 1965 και προς το 1968 στην κλασική κόκκινη. Ποιος ξέρει γιατί τρυπήθηκε και αχρηστεύτηκε…
Και τα δύο τραγούδια είναι σε μουσικές Γιάννη Μαρκόπουλου, στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου και με ερμηνείες του Πάνου Τζανετή.
Πικρά, αλλά μεγάλα τραγούδια (το «Ποιος δρόμος» είναι γνωστό από την κινηματογραφική εκδοχή των Στέλιου-Μαρινέλλας-Κούρκουλου στους «Αδίστακτους» του Κατσουρίδη το 1965), που ακούγονταν επί Ένωσης Κέντρου, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως μεταδίδονταν, από τα μέσα, και επί χούντας. Καθώς η χούντα κυνηγούσε τα τραγούδια που είχαν ηχογραφηθεί επί Κέντρου και έβγαζαν μια λύπη, μια στέρηση, έναν καημό, έναν πόνο («Να βρω τη μαύρη μοίρα μου / βαριά να της μιλήσω… Ποιος είναι αυτός που έφτιαξε / Το μαύρο ριζικό μας») θυμίζοντας συγχρόνως και Θεοδωράκη… Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα «σημαδεμένων» στίχων, που κατά τους υπεύθυνους των τότε μέσων υπέκρυπταν κάτι από τις βασανισμένες ζωές των αριστερών και συνεπώς ήταν απορριπτέα. 

24/6/2018
Πάει ο άλλος και φωτογραφίζει κάτι πατάτες λες και είναι ο… Καποδίστριας.
(Ο μόνος που θα εδικαιούτο, δηλαδή, να κάνει κάτι τέτοιο).
Από τότε που πέθανε το φιλμ το 90% των φωτογραφιών είναι για τα σκουπίδια.

24/6/2018
Μάγκες μη μου στέλνετε χιπχόπ για κριτικές… αν θέλετε το καλό μου. Καλύτερα βγάλτε σε βιβλιαράκι τις πρόζες σας και στείλτε μου αυτές.
Τώρα που μουσική και μουσικοκριτική πάνε κατά διαόλου γράφω και για… ποίηση άμα λάχει.

24/6/2018
Βγήκε ο Sting να παίξει reggae στους καναπεδάτους με τις προσκλήσεις στο Ηρώδειο και μαραθήκανε όλα τα τρίφυλλα από τον Καρβασαρά μέχρι την Αγουλινίτσα...

FUJII, FONDA, MIMMO τριπλέτα κορυφαίων αυτοσχεδιαστών

Έχουμε γράψει σε παλαιότερες αναρτήσεις πως η ιαπωνίδα πιανίστρια, συνθέτρια και αυτοσχεδιάστρια Satoko Fujii συμπληρώνει εφέτος τα 60 χρόνια της – κάτι που θα το γιορτάσει, όπως η ίδια έχει ανακοινώσει, με την κυκλοφορία δώδεκα άλμπουμ της. (Θαυμαστικό δεν βάζουμε, καθότι η «άπειρη», μέχρι σήμερα, δισκογραφία τής Fujii δεν μας το επιτρέπει). Έτσι, και έως ώρας, στο δισκορυχείον υπάρχουν κριτικές για τα άλμπουμ της “Solo”, “Atody Man” με τους Kaze, “Ninety-Nine Years” με την Satoko Fujii Orchestra Berlin και “Bright Force” με τους Kira Kira (όλα στη Libra Records). Συνεχίζοντας, λοιπόν, προς αυτή την κατεύθυνση, παρουσιάζουμε τώρα το Triad, τη συνεργασία της με τον κοντραμπασίστα και φλαουτίστα Joe Fonda και τον σοπρανίστα Gianni Mimmo. Το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στο Μιλάνο τον Οκτώβριο του 2017 και κυκλοφορεί, αυτές τις μέρες, από την ιταλική Long Song Records.
Τόσο ο Joe Fonda, όσο βεβαίως και ο Gianni Mimmo είναι παλαιοί μας γνώριμοι. Ο Fonda έχει υπάρξει μέλος των σχημάτων Barry Altschul & 3Dom Factor, Katie Bull Group Project, Conference Call κ.ά., ενώ έχει κάνει κι ένα άλμπουμ (ως ντούο) με την Fujii το 2016 (επίσης στην Long Song), ο δε Mimmo συχνά-πυκνά φιλοξενείται στα ποστ του δισκορυχείου είτε μέσα από τις προσωπικές δουλειές του, είτε από τη συμμετοχή του σε projects τής (δικής του) Amirani Records. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως πρόκειται για δύο αυτοσχεδιαστές με τρανή ιστορία και φυσικά με την προσήκουσα ευελιξία… στο να βρίσκονται πάντα κοντά σε νέους σχηματισμούς, προβάλλοντας το improv.
Στο “Triad” οι βασικοί γνωστοί ήταν οι Fujii και Fonda (λόγω και του δικού τους “Duet” στην Long Song), ενώ συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δύο και τον Mimmo υπήρξε ο ιταλός ιδιοκτήτης της εταιρείας, ο Fabrizio Perissinotto (έχει φιλοξενήσει τον Mimmo στο ρόστερ του), ο οποίος και έκανε τις συστάσεις. Το αποτέλεσμα υπήρξε άμεσο… και τώρα το ακούμε.
Το “Triad” περιλαμβάνει πέντε tracks – και ανάμεσά τους το 42 λεπτών(!) “Birthday girl” (τα είπαμε για τα 60χρονα της Ιαπωνίδας). Μάλιστα, στο εισαγωγικό “Available gravity” φανερώνονται από την αρχή τα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής τού τρίο. Υπάρχει το φλάουτο του Fonda που μελωδεί μπροστά, ενώ πίσω παρατάσσεται μια σειρά από χαλαρά patterns – βασικά «εσωτερικοί» πιανιστικοί θόρυβοι τής Fujii συν κάποιες «κακοφωνίες», που ενίοτε μοιάζουν με αναδράσεις. Στο 42λεπτο “Birthday girl”, που ακολουθεί, θα λέγαμε πως… από εδώ ξεκινάνε και τελειώνουν όλα. Δεν είναι μόνον η επιβολή, στ’ αυτιά μας, του συγκεκριμένου track δια του όγκου του, είναι κυρίως το γεγονός της… καθαρογραφής μιας επικοινωνίας, που είναι αμείλικτη και βεβαίως εν τω γεννάσθαι. Δεν είναι εύκολο να είσαι 42 λεπτά… on line, υλοποιώντας ένα σχέδιο – όσο χαλαρό και ακαθόριστο στη διαδρομή του και να είναι αυτό. Απαιτούνται κοινές βάσεις, κοινή αισθητική άποψη και ανάλυση και βασικά η ευχέρεια, κατακτημένη στις σκηνές και τα πάλκα, να δημιουργείς νέους αυθόρμητους ήχους, που να δίνουν το έναυσμα στους συνοδοιπόρους σου να σε αντιλαμβάνονται και να σε ακολουθούν. Και αυτό να γίνεται άλλοτε κυκλικά, και άλλοτε ακαθόριστα, αλλά πάντα με το ίδιο αναπάντεχο αποτέλεσμα στην τελική καταγραφή του.
Μαθήματα παραδίδουν οι άνθρωποι…

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

RAFAŁ SARNECKI ένας πολωνός κιθαρίστας της jazz στο πιο πρόσφατο CD του

Στο κέντρο της παγκόσμιας jazz, στη Νέα Υόρκη, και πιο συγκεκριμένα στο Brooklyn, βρέθηκε (και) ο πολωνός κιθαρίστας Rafał Sarnecki και από ’κει μας στέλνει το πιο πρόσφατο CD του, που έχει τίτλο Climbing Trees [Outside in Music, 2018] (ένας τίτλος που σχετίζεται μ’ έναν παιδικό φόβο του, να σκαρφαλώνει στα δέντρα, και που η μουσική ίσως τον βοήθησε να τον ελέγχει). Σ’ αυτό το άλμπουμ, λοιπόν, που είναι το τέταρτο προσωπικό του, ο Sarnecki συνεργάζεται με γνωστούς και λιγότερο γνωστούς μουσικούς, που ζουν και παίζουν στη Νέα Υόρκη (Lucas Pino τενόρο, μπάσο κλαρίνο, Bogna Kicińska φωνή, Glenn Zaleski πιάνο, Rick Rosato μπάσο, Colin Stranahan ντραμς), προτείνοντας μια δεκάδα αποκλειστικώς δικών του συνθέσεων.
Υπάρχουν διάφορα tips, διάφορα σημεία που κάνουν τις συνθέσεις του Sarnecki να ξεχωρίζουν. 
Ένα πρώτο αφορά στη γυναικεία φωνή. Οι βοκαλισμοί της Bogna Kicińska προσφέρουν-προσθέτουν στο “Climbing Trees” μιαν… άγρια ομορφιά. Έπειτα είναι τα παιξίματα – με τον Sarnecki, βασικά, να πρωταγωνιστεί στην επεξεργασία και διευθέτηση των μελωδιών, όπως και στο «άπλωμα» των soli. Ταχύτατοι δακτυλισμοί από τον Πολωνό και αλλαγές ακόρντων πάνω σε ποικίλων υφών κλίμακες, έχοντας δίπλα του το πιάνο του Zaleski και τα πνευστά του Pino, που παίζουν συχνά σε ρυθμική συμφωνία (συμπαρατάσσονται δηλαδή με το κατ’ εξοχήν ρυθμικό τμήμα). 
Έπειτα είναι τα επιμέρους στοιχεία των συνθέσεων, που φανερώνουν τη σοβαρή δουλειά που έχει γίνει και σ’ ένα επίπεδο επιρροών. Για παράδειγμα στο “Little dolphin” (που αποτελείται από τρία μέρη) ο Sarnecki παίζει κινέζικες κλίμακες (αναφορά σ’ ένα ταξίδι του στην Κίνα), με την Kicińska να αυτοσχεδιάζει, με τη φωνή της, μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο. Στο “Homo sapiens” έχουμε μία περισσότερο «πνευματική» προσέγγιση, μια μίξη «στοχαστικής» jazz και jazz «δωματίου», με το “Hydrodynamics” να αναπτύσσεται μέσα από περισσότερο δυναμικές φόρμες.
Συνοπτικώς θα γράφαμε για ένα CD με πλουσίως σπαρμένες «εκπλήξεις», που τo μετατρέπουν σε κάτι με αληθινό ενδιαφέρον.
Επαφή: www.rafalsarnecki.com