Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek bossa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek bossa. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 287

31/8/2020
Πολύ ευχαρίστως θα έγραφα, αν είχα χρόνο, ένα κείμενο για τους Βρετανούς Alan Bown – γιατί έχω όλους τους δίσκους τους από πολύ καιρό πριν και τους έχω ακούσει δεκάδες φορές.
Παλιό συγκρότημα, αλλά όχι... παλιοσυγκρότημα.

30/8/2020
Από τα ωραιότερα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου. Ο Διονύσης Θεοδόσης το λέει καλύτερα από τον Βλάσση Μπονάτσο, που το είχε πρωτοπεί στο «Βίκτωρ Βικτώρια». Όλοι αείμνηστοι πλέον...

30/8/2020
Διάβασα πρόσφατα στο oneman ένα κείμενο αυτού του Κώστα Μανιάτη, που είχε κάνει εκείνες τις χαζές ερωτήσεις στον Σαββόπουλο, για τις οποίες τα λέγαμε τις προάλλες, σχετικό με το τραγούδι «Το άγαλμα» (Πλέσσας-Παπαδόπουλος), που είχε πει ο Πουλόπουλος στον «Δρόμο». Το κείμενο είχε ανεβεί στις 24 Αυγούστου (όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του τραγουδιστή) και ούτε λίγο ούτε πολύ άφηνε να εννοηθεί πως θα μπορούσε η λέξη «άγαλμα» να σημαίνει «πόρνη»!
Δεν ξέρω ποιος την ξεκίνησε αυτή την ανοησία, αλλά θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια να την επαναφέρει στο προσκήνιο ο Χρήστος Χωμενίδης – ο οποίος σε μια κόντρα του με τον Νίκο Σαραντάκο (που δεν συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη εκδοχή, και σωστά), είχε επικαλεστεί τον ίδιο τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο οποίος του είχε πει (του Χωμενίδη) πως η... εκδοχή τού αγάλματος-πόρνη τον γοήτευε περισσότερο απ’ όλες!
Τρίχες κατσαρές. Κάτω από την «πίεση» και την υποβολή τού Χωμενίδη, ο Παπαδόπουλος βρέθηκε κάπως προ τετελεσμένων γεγονότων. Αναγκάστηκε να υιοθετήσει μιαν εκδοχή, για την οποία ποτέ πριν ο ίδιος δεν είχε μιλήσει (σε συνεντεύξεις του). Απεναντίας είχε πει τα προφανή.
Δεν υπάρχει περίπτωση ο Παπαδόπουλος να είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του, όταν έγραφε το τραγούδι. Δεν ευσταθεί, δηλαδή, ο ισχυρισμός (του Χωμενίδη και άλλων) πως τις πόρνες τις λέγανε «αγάλματα» –πού, μήπως μόνο στην... πλατεία Κυριακού, εκεί όπου είχε μεγαλώσει ο στιχουργός;–, δεν υπάρχει πουθενά καμία τέτοια αναφορά.
Απλώς, κάποια στιγμή, κάποιος άσχετος-ευφάνταστος μπορεί να πέταξε αυτή την αρλούμπα, την οποία –κατά τον Χωμενίδη –την είχε βρει γοητευτική ο Παπαδόπουλος! Πότε; Κάτι «αιώνες» αργότερα (από τότε που γράφτηκε το τραγούδι)!
Για όσους δεν γνωρίζουν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει γράψει κι άλλα τέτοια τραγούδια (μέσα στο στιχουργικό σύμπαν του να πούμε), όπου οι πρωταγωνιστές των στίχων του μπορεί να κάνουν παρέα και να συνομιλούν με... έντομα («Ο τζίτζικας»), να μιλάνε με φεγγάρια («Άμα δείτε το φεγγάρι») και με ήλιους («Ήλιε μου σε παρακαλώ») ή ακόμη να αποκτούν οντότητα... καράβια («Ένα καράβι»), άγγελοι να συμπεριφέρονται όπως οι άνθρωποι («Οι άγγελοι») κ.ο.κ. Κοινά είναι αυτά στην στιχουργική, είναι επιρροές από το δημοτικό τραγούδι κ.λπ.
Έλεος πια με τους αδαείς, που ξύπνησαν ξαφνικά, αγνοούν ή αρνούνται το προφανές, και ψάχνουν να βρουν... κρυφούς συμβολισμούς σε οτιδήποτε!

30/8/2020
«Κι εσύ γλυκιά πατρίδα μητέρα των θεών / σε λήθαργο πεσμένη στα χέρια των γιατρών / κοιτάς να επιβιώνεις με κόλπα ηλεκτρικά / μα οι τάσεις μεγαλώνουν κι η αντίσταση χαλάει / το κύκλωμα πεθαίνει το ρεύμα σταματάει / τα σύννεφα βαραίνουν και για βροχούλα πάει»...

29/8/2020
Το κρατικό ραδιόφωνο, Πρώτο και Δεύτερο Πρόγραμμα, νοσεί βαριά. Ας αφήσουμε το πολιτικό κομμάτι, που, ανεξαρτήτως των πεποιθήσεων καθενός από εμάς, είναι τελείως βαρετό (η προχειρότητα και αυτοσχεδιασμός στο λόγο είναι σε φουλ φάση), και ας μείνουμε στο διασκεδαστικό, στο μουσικό.
Αν ακούσεις μια βδομάδα κρατικό ραδιόφωνο το πιο πιθανόν είναι να απογοητευτείς. Μπορεί να υπάρχει πάντα ο Γιάννης Πετρίδης (στο Πρώτο) και ο Γιώργος Τσάμπρας (στο Δεύτερο), για την ξένη και την ελληνική μουσική αντίστοιχα, μπορεί να υπάρχει ο Σιδερής Πρίντεζης με τις ωραίες επιλογές του, αλλά από κει και κάτω ελάχιστα πράγματα.
Τις εκπομπές έχουν καταλάβει εν τω μεταξύ διάφοροι «επώνυμοι» (εμένα αυτό δεν μου αρέσει), άλλοι πιο καινούριοι, άλλοι παλαιότεροι, που είναι είτε συμπαθείς, αλλά βαρετοί (όπως ο Κώστας Θωμαΐδης), είτε μέτριοι και αδιάφοροι, όπως ο Γιάννης Τζουανόπουλος (τον τράκαρα σε μια δίωρη αν θυμάμαι καλά εκπομπή-συναυλία για τον Μίκη Θεοδωράκη και νόμισα πως κάτι κακό βρήκε τον μεγάλο μας συνθέτη), ο Γιώργος Ανδρέου (που θέλει να παίξει και ροκ και τα κάνει θάλασσα) και ο Οδυσσέας Τσάκαλος, που δεν κατέχει το θέμα και τρώει γκολ από τους καλεσμένους του.
Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επιλέγονται οι παραγωγοί, ή τέλος πάντων κάνω πως δεν ξέρω, αλλά αν επιλέγονται και για τη φωνή τους, τότε ο Θάνος Μαντζάνας είναι παντελώς ακατάλληλος. Βγαίνει μετά τα μεσάνυχτα και είναι ικανός να σε κοιμίσει στο πρώτο πεντάλεπτο. Δεν σε σώζουν ούτε τα hip-hop που βάζει από καιρού εις καιρόν (τον μόνον που άκουσα να παίζει και τέτοια μουσική).
Αυτά τα ολίγα.

29/8/2020
Πολλές από τις ερωτήσεις που έκανε αυτός ο Κώστας Μανιάτης στον Σαββόπουλο, στο oneman, ήταν εντελώς χαζές. Να μερικές:
Ο στίχος “σε αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί” τι σημαίνει;
(Κι ένα παιδάκι του δημοτικού μπορεί να πει τι σημαίνει)
Ο ‘Μπάτης’ του τραγουδιού ποιος είναι;
(Εντάξει, υπάρχει κι ένας ρεμπέτης Μπάτης –δεν τον ήξερε ο δημοσιογράφος;– που μπορεί να μην είχε έρθει από τη Σμύρνη το ’22, αλλά τι σημασία έχει;)
Το ‘Δεν έχω ήχο, δεν έχω υλικό’ επίσης θα ήθελα να μου το αποκωδικοποιήσετε.
(Δεν ξέρω τι να κάνω και τι να πω, ρε φίλε, αυτό σημαίνει. Τι κάθεσαι και ρωτάς τον άνθρωπο;)
Το ‘Ελσα σε φοβάμαι’ είναι όντως γραμμένο για την Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΛ.Σ.Α.) της Χούντας;
(Χα, χα. Μου αρέσει το «όντως»! Ρε ούτε την ΕΣΑ δεν ξέρει αυτός και την λέει ΕΛΣΑ!)
Το σόλο απ’ το ‘Κιλελέρ’ το έχει κλέψει ως ένα σημείο ο Mark Knopfler στο ‘Sultans of Swing’;
(Ναι, και το σόλο μπάσο του Ντάλλα, ο Jaco Pastorius...).
Ορισμένοι προσπαθούν να το παίξουν έξυπνοι, διαφορετικοί, και πνίγονται σε μια κουταλιά νερό. Αλλά και το να βάζεις έναν δημιουργό να σου εξηγεί τι σημαίνει το ένα και τι σημαίνει το άλλο είναι μέγιστο ατόπημα, για μένα. Και βασικά οι δημιουργοί δεν απαντάνε σε τέτοιες ερωτήσεις. Σ’ αυτά ο καθένας καταλαβαίνει ό,τι καταλαβαίνει. Ok, ορισμένοι μπορεί να μην καταλαβαίνουν τίποτα... υπάρχουν κι αυτές οι περιπτώσεις.

29/8/2020
Το ωραιότερο τραγούδι που έχω ακούσει σε στίχους Ντίνου Χριστιανόπουλου. Το σιγοτραγουδώ από τότε που βγήκε, το ’82 (το βίντεο είναι του ’92). Κλασικός Κουγιουμτζής. Και ο Μπογδάνος ωραίος. Σαν τον Σμοκοβίτη τραγουδάει...
Και το πλήρες ποίημα, χωρίς αλλαγές, από το βιβλίο του Χριστιανόπουλου Το Αιώνιο Παράπονο...

28/8/2020
Υπάρχουν κάτι τραγουδιστάκια, από δω κι από κει, που κακαρίζουν και υπάρχουν και οι αληθινοί καλλιτέχνες του λαού, με τα κρυφά και φανερά προσόντα, με τους οποίους μεγαλώσαμε, διδάσκοντάς μας τις σωστές μονάδες μέτρησης, ώστε να εκτιμούμε, χωρίς να πέφτουμε έξω, μέσα στα χρόνια, τις ανάλογες ποιότητες.
Όχι δάκρυα για τον Γιάννη Κατέβα, μόνον επευφημίες. Ζει ο άνθρωπος...

28/8/2020
Με μέσο όρο 3 μπαίνεις Μαθηματικός στο νησί του Πυθαγόρα, με μέσο όρο 17 γίνεσαι αστυφύλακας.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ η συνέντευξη της ζωής του (ας την θυμηθούμε και πάλι)

Ο Γεράσιμος Λαβράνος, ως γνωστόν, δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Έφυγε από τη ζωή πέρυσι τον Μάρτιο στα 80 χρόνια του.
Είχα προλάβει κι είχα γνωρίσει τον Γεράσιμο Λαβράνο μιαν εποχή όπου το έργο του ήταν πραγματικά λησμονημένο. Κι αυτό είχε γίνει τον Μάρτιο του 2007, όταν μέσω του περιοδικού Jazz & Τζαζ επανακυκλοφόρησαν οι ωραίες όσο και ξεχασμένες μουσικές του από τα sixties.
Την εποχή που γνωριστήκαμε δεν τον είχε προσεγγίσει, δημοσιογραφικά, κανείς πιο πριν (εννοώ τα πιο πρόσφατα χρόνια, δεν μιλάω για τα sixties). Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει για το τόσο λαμπερό παρελθόν του, για τη διεθνή καριέρα του, για τις καινοτομίες που έφερε στον ήχο και τη διασκέδαση της Ελλάδας των sixties – και τούτο ήταν κάτι, που με είχε εξιτάρει ακόμη πιο πολύ.
Είχαμε πει πολλά εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα με τον μαέστρο στο σπίτι του, κάπου στο Γαλάτσι, αφού τον είχα «αναγκάσει» να θυμηθεί παλιές ξεχασμένες ιστορίες, όπως π.χ. τα εγκαίνια του Mont Parnes το καλοκαίρι του ’61, τη γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, την άλλη γνωριμία του με τον Tom Jobim, στο Ρίο ντε Τζανέιρο πια, το 1968 και άλλα διάφορα…
Μου είχε πει, εννοώ, πολλά, πάρα πολλά (ακόμη και κάποιες πικρίες του εν σχέσει με τραγουδιστές και τραγουδίστριες που είχε βοηθήσει και που, στην πορεία, φάνηκαν αγνώμονες) και μερικά απ’ αυτά τα είχα μεταφέρει σε μιαν ενδιαφέρουσα, θέλω να νομίζω, συνέντευξη, που διαβάστηκε σ’ εκείνο το αφιερωμένο τεύχος τού Jazz & Τζαζ, τον Απρίλιο του 2007.
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο βρεθήκαμε κι άλλες φορές το επόμενο διάστημα – παρότι αργότερα χαθήκαμε κάπως, όπως συχνά συμβαίνει με τους ανθρώπους. Θεωρούσε δε πολύ σημαντικό –και πάντα μου το τόνιζε– κάτι που είχα γράψει για ’κείνον σε ανύποπτο χρόνο.
Ενώ, λοιπόν, είχε περάσει καιρός από την έκδοση του περιοδικού με το CD του, εκείνος προτιμούσε να μην αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός, ενθυμούμενος πάντα κάτι μικρό, που είχε προηγηθεί και που για τον ίδιον είχε ξεχωριστή σημασία. Τον καταλάβαινα, γιατί ήταν το πρώτο. Κι ήταν εκείνο που τον είχε «ξεκλειδώσει», μαζί με ό,τι άλλο, ώστε ν’ αποφασίσει να μιλήσει.
Τον Ιανουάριο του 2007 (τέσσερις μήνες πριν την τιμητική έκδοση) είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ κάποια κείμενα για τους συνθέτες τής exotica Martin Denny και Les Baxter. Εκείνα τα δύο κείμενα είχα φροντίσει να τα «κλείσω» μ’ ένα τρίτο που είχε τίτλο “Greek Exotica” και στο οποίο έκανα λόγο για το θρυλικό LP «Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» [Polydor, 1965].
Είχα δημοσιεύσει, μάλιστα, και τη φωτογραφία της ορχήστρας από το back cover, σημειώνοντας χαρακτηριστικά (για κομμάτια του LP και ορισμένων ακόμη τραγουδιών του), πως είχαν να κάνουν με… «μιαν exotica ελληνική, που δεν έχει ανάγκη να τη συγκρίνουμε με κανέναν Baxter ή Denny».
Και λίγα είχα γράψει, εδώ που τα λέμε, για έναν αληθινά πρωτοπόρο μουσικό. Όχι με την έννοια της αβαντγκάρντιας, αλλά με την έννοια των συνεχών πρωτότυπων ιδεών και θεαμάτων (επιτυχίες στη Γαλλία, jazz, exotica, rebeta nova, soundtracks, γιάνκες, soul music, go go girls, Ρίο ντε Τζανέιρο, Poll κ.λπ.), που εφάρμοζε και ανέβαζε στα κέντρα της Αθήνας (και του εξωτερικού) στα χρόνια του ’60 και του ’70. 
Εδώ η συζήτησή μας…

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

για την BOSSA NOVA και την ΕΛΛΗΝΙΚΗ BOSSA NOVA

«Στα τέλη του ’50 η bossa nova γεννήθηκε στη Βραζιλία, πίσω από τις πανέμορφες ακτές του Rio de Janeiro, στις συνοικίες Copacabana, Ipanema και Leblon. Το σλόγκαν του νέου πρόεδρου Juscelino Kubitschek (σ.σ. ανέλαβε την 31/1/1956 και για μια πενταετία) “50 χρόνια ανάπτυξης μέσα σε πέντε” έφερε την ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας, καθιστώντας τη μέσο για την προώθησή της στον “πρώτο κόσμο” και μακριά πια από τον ‘τρίτο’».
Αυτό γράφει ο Stuart Baker στο booklet του άλμπουμ “Bossa Nova/ Bossa nova and the rise of brazilian music in the 1960s” [Soul Jazz, 2011], αν και θα πρέπει να σημειώσουμε πως τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα, αφού εκείνη την εποχή οι υποτιμήσεις του cruzeiro ήταν συνεχείς, η χώρα έβαινε χρεωμένη κάτω από τις αλόγιστες δαπάνες και τα μεγαλεπήβολα σχέδια, η διαφθορά ήταν στην ημερησία διάταξη, ενώ και η φτώχεια, όπως και το χάσμα ανάμεσα στις τάξεις αυξανόταν με όλο και μεγαλύτερο ρυθμό.
Η bossa nova ξεπηδώντας μέσα απ’ αυτό το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον εξέφρασε επί της ουσίας την ελπίδα για μια καλυτέρευση της ζωής, και ουσιαστικά έδωσε ό,τι είχε να δώσει μέχρι το 1964 (συμβολικά μέχρι την πρωταπριλιά του ’64, όταν την εξουσία, στη Βραζιλία καταλαμβάνει χούντα). Φυσικά, τούτο δε σημαίνει πως μετά το ’64 δεν γράφτηκαν ωραία τραγούδια και ορχηστρικά, αλλά το αισθητικό πλέγμα της bossa nova είχε ήδη ολοκληρωθεί, αφήνοντας το πάτημά του στην ανερχόμενη MPB (Musica Popular Brasileira) και τον ίσκιο του στην ετοιμαζόμενη tropicalia (με τη σαφή αντι-bossa στάση). (…)
Τι συνέβη στην Ελλάδα;
Από πολύ νωρίς, από τις αρχές του ’60 η bossa nova (ή και μποσανόβα) απασχολεί τους έλληνες συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού, αλλά σιγά-σιγά και κάποια συγκροτήματα. Μποσανόβες θα γράψουν ο Μίμης Πλέσσας, ο Κώστας Κλάββας, ο Γεράσιμος Λαβράνος, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης μα ακόμη και ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μποσανόβα θα περάσει αμέσως στον κινηματογράφο, στο λαϊκό και ελαφρολαϊκό τραγούδι, ενώ bossa άσματα θα ηχογραφούνται όλες τις δεκαετίες στην Ελλάδα (εννοώ και τα πιο πρόσφατα χρόνια), με μερικά απ’ αυτά να γίνονται επιτυχίες, όπως ας πούμε «Η μπόσα νόβα του Ησαΐα» (1995) του Φοίβου Δεληβοριά ή ακόμη και «Η μπόσσα νόβα του ζαχαροπλαστείου» (1980) του Δημήτρη Μαραγκόπουλου από τη «Λιλιπούπολη». (…)

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ (1935-2015)

Πάντα είχα τη γνώμη πως η ελληνική τζαζ ήταν κάτι πιο τρανό, κάτι πιο πλατύ από εκείνο που μας μάθανε οι… καθηγητές μας στο Γυμνάσιο. Πως οι Sphinx, τάχα, ήταν το πρώτο γκρουπ που ηχογράφησε jazz στην Ελλάδα και τα λοιπά, και τα λοιπά… Κάποια στιγμή είναι αλήθεια πως αποκαταστάθηκε η... αλήθεια, και αυτό οφείλεται, σ’ ένα βαθμό, και στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, που, όχι σπανίως, φρόντιζε να μας υπενθυμίζει το παρελθόν της εγχώριας τζαζ – ένα παρελθόν που εκτείνεται σχεδόν έναν αιώνα πίσω.
Στα 18 χρόνια της συνεργασίας μου με το περιοδικό ζήσαμε πολλές ωραίες στιγμές, την ώρα που ανάμεσα σε άλλα, σε πολλά άλλα, μπόρεσα να ικανοποιήσω και μια πρωταρχική φιλοδοξία μου. Να βοηθήσω στην επανέκδοση μερικών CD με παλιές… jazz & τζαζ ηχογραφήσεις, δίνοντας την ευκαιρία στον κόσμο, στους αναγνώστες μας, ν’ ακούσουν και να εκτιμήσουν. Συνέβαλα δηλαδή με τις όποιες δυνάμεις μου στην επανέκδοση δύο άλμπουμ (δεν βοήθησαν οι εταιρείες για κάτι περισσότερο), που θα έπαιζαν στην πορεία το δικό τους ξεχωριστό ρόλο στα εγχώρια… DJ, club, groove, bossa, exotica και jazz πράγματα, πληροφορώντας και «μεγαλώνοντας» μια γενιά (νέων) ακροατών. Έτσι, λοιπόν, το 2005 με το άλμπουμ «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda/ Rare Jazz Grooves» καθώς και το 2007 με το «Dance with Gerassimos Lavranos and his Orchestra/ Greek Lounge» μπόρεσα και κάλυψα, μπορέσαμε και καλύψαμε ως περιοδικό, το παρελθόν της ελληνικής τζαζ (ένα κομμάτι του δηλαδή), προσφέροντας στο κοινό δύο θαυμάσια CD, τα οποία ο κόσμος, κάποιος κόσμος, μου τα ζητάει ακόμη… Δυστυχώς, και για να προλάβω την όποια νέα όχληση, εγώ δεν έχω πλέον στοκ…
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο, που έφυγε χθες από τη ζωή στα 80 χρόνια του, μας ένωνε κάτι, που αποδείχτηκε κρίσιμο μέγεθος στην πορεία (εννοώ στη γνωριμία μας). Είχαμε και οι δύο κερκυραϊκή καταγωγή. Εκείνος από τον Πέλεκα (ή κάπου εκεί κοντά), εγώ πιο βόρεια… Έτσι, λοιπόν, ως… τρελοκερκυραίοι να-το-πούμε μπορέσαμε να συνεννοηθούμε. Βρήκαμε κοινούς τόπους. Θέλω να πω πως ο Λαβράνος ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε τον τρόπο του, ώστε ν’ αποφασίσει να μιλήσει. Είχε πληγωθεί από την καλλιτεχνία κι αυτό ύψωνε μπροστά μας ένα τείχος. Έπρεπε να το ρίξω…
Την εποχή που γνωριστήκαμε (ήταν Μάρτιος 2007) δεν τον είχε προσεγγίσει, δημοσιογραφικά, κανείς πιο πριν (εννοώ τα πιο πρόσφατα χρόνια – δεν μιλάω για τα sixties). Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει, όπως μίλησε φιλικά σ’ εμένα, για το τόσο λαμπερό παρελθόν του, για τη διεθνή καριέρα του, για τις καινοτομίες που έφερε στον ήχο και τη διασκέδαση της Ελλάδας των sixties. Είχαμε πει πολλά εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα στο σπίτι του, κάπου στο Γαλάτσι – τον είχα «αναγκάσει» να θυμηθεί παλιές ξεχασμένες ιστορίες, όπως π.χ. τα εγκαίνια του Mont Parnes το καλοκαίρι του ’61, τη γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, ή την άλλη γνωριμία του με τον Tom Jobim, στο Ρίο ντε Τζανέιρο πια, το 1968. Μου είχε πει πάρα πολλά, μερικά εκ των οποίων μετέφερα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, που διαβάστηκε σ’ εκείνο το αφιερωμένο τεύχος του Jazz & Τζαζ (#169, Απρίλιος 2007), και που μεταφέρθηκε λίγα χρόνια αργότερα αυτούσια και στο δισκορυχείον. Να εδώ... http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/10/blog-post_23.html ...
Για ένα θα κάνω, τώρα, λόγο, από τα διάφορα που μου είχε πει, και το οποίο δεν το είχα συμπεριλάβει σ’ εκείνη τη συζήτηση. Είναι πληροφορία για ρέκτες, όχι για όποιον κι όποιον… Ο Λαβράνος είχε κάνει μια σειρά ηχογραφήσεων, κάπου στην Ελβετία μετά τα μέσα των sixties (ήταν κοσμογυρισμένος ως γνωστόν), μ’ έναν πολύ δυνατό αιγυπτιώτη τραγουδιστή (Έλληνα εξ Αιγύπτου δηλαδή) τον Kouky Marakis (τραγουδούσε κάπως σαν τον Tom Jones). Θυμάμαι πως είχε πέσει από τα σύννεφα (κι αυτός μετά από ’μένα…), όταν του είπα πως είχα υπ’ όψιν μου τον Marakis (είχα ένα 45άρι του στη CBS με δύο τραγούδια γραμμένα από τον William Sheller!) και πως με κάποιο τρόπο θα έπρεπε να ψάξουμε να βρούμε εκείνες τις εγγραφές. Κάτι είχαμε επιχειρήσει, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο…
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο βρεθήκαμε κι άλλες φορές το επόμενο διάστημα – παρότι τον τελευταίο καιρό είχαμε κάπως χαθεί, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους. Θεωρούσε πολύ σημαντικό –και πάντα μου το τόνιζε– κάτι που είχα γράψει για ’κείνον σε ανύποπτη στιγμή. Ενώ, λοιπόν, είχαν περάσει χρόνια από την έκδοση του περιοδικού με το CD του, εκείνος προτιμούσε να μην αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός (παρότι ήταν απολύτως ικανοποιημένος από το όλον πακέτο), ενθυμούμενος πάντα κάτι μικρό, που είχε προηγηθεί και που για ’κείνον είχε ιδιαίτερη σημασία. Τον καταλάβαινα. Γιατί, εκείνο, ήταν το πρώτο. Ήταν αυτό που τον είχε «ξεκλειδώσει» (μαζί με το «κερκυραϊκό»), ώστε ν’ αποφασίσει να μου μιλήσει.
Τον Ιανουάριο του 2007 (τέσσερις μήνες δηλαδή πριν την τιμητική έκδοση) είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ κείμενα για τον Martin Denny και τον Les Baxter. Για την exotica δηλαδή. Εκείνα τα δύο κείμενα είχα φροντίσει να τα «κλείσω» μ’ ένα τρίτο που είχε τίτλο “Greek Exotica” (επειδή πάντα μ’ ενδιαφέρει να γράφω σαν Έλληνας...) και στο οποίο έκανα λόγο για το θρυλικό LP του «Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» [Polydor 45 285 LPHMH, 1965]. Είχα δημοσιεύσει, μάλιστα, και τη φωτογραφία της ορχήστρας του από το back cover, σημειώνοντας χαρακτηριστικά, για κομμάτια του LP και ορισμένων ακόμη τραγουδιών του, πως είχαν να κάνουν με… «μία exotica ελληνική, που δεν έχει ανάγκη να τη συγκρίνουμε με κανέναν Baxter ή Denny». Αυτό το κείμενο το είχε υπ’ όψη του ο Λαβράνος, πριν βρω το τηλέφωνό του και μιλήσουμε… Κι ήταν εκείνη η exotica-συσχέτιση με την οποία έκλεινε, έκτοτε, όλα τα βιογραφικά του.
Και λίγα είχα γράψει, εδώ που τα λέμε, για έναν αληθινά πρωτοπόρο μουσικό. Όχι με την έννοια της αβαντγκάρντιας, αλλά με την έννοια των συνεχών πρωτότυπων ιδεών και θεαμάτων (επιτυχίες στη Γαλλία, jazz, exotica, rebeta nova, soundtracks, γιάνκες, soul music, go go girls, Ρίο ντε Τζανέιρο, Poll κ.λπ.), που εφάρμοζε και ανέβαζε στα κέντρα της Αθήνας (και του εξωτερικού) στα χρόνια του ’60 και του ’70. 
Ας κλείσουμε λοιπόν (πριν επανέλθουμε) μ’ ένα τραγούδι του Γεράσιμου Λαβράνου από το soundtrack της ταινίας «Το Κορίτσι και το Άλογο» (1973). Το βίντεο δεν έχει σχέση με το νόημα των στίχων, αλλά ας είναι... Εις μνήμην... 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΠΡΙΑΜΟΣ ΜΩΡΑΚΗΣ The Athenian Project

Ο Πρίαμος Μωράκης, γιός του Τάκη Μωράκη και της Νάντιας Κωνσταντοπούλου, είναι ένας αναγνωρισμένος (έλληνας) τζαζ κιθαρίστας. Με μουσική ιστορία που μας πηγαίνει πίσω στα χρόνια (πρωτοδισκογράφησε, ως μαθητής, στους δίσκους «Άμιλλα ’81» και «Άμιλλα ’82» των Εκπαιδευτηρίων Γ. Ζηρίδη) και με σημαντικές σπουδές στην Αμερική σε Τζαζ Κιθάρα, Σύνθεση και Ενορχήστρωση (Chicago Musical College of Roosevelt University, Chicago, Illinois), ο Μωράκης αποτελεί εδώ και μια δεκαετία, τουλάχιστον, βασικό στέλεχος της αθηναϊκής τζαζ σκηνής είτε (παλαιότερα) με τα Old Fashion Trio και Big Deal Trio, είτε σήμερα με το Priamos Morakis Quintet. Πριν κάποιους μήνες δε ηχογράφησε και κυκλοφόρησε (σε δική του ανεξάρτητη παραγωγή) το άλμπουμ The Athenian Project, που αποτελεί και την παρθενική συνεισφορά του στην εγχώρια τζαζ δισκογραφία.
Η βασική, όσο και ελληνική ιδέα του άλμπουμ είναι… κλασική. Παλαιά ελαφρά τραγούδια (ως επί το πλείστον συνθέσεις τού πατέρα του Τάκη Μωράκη) μετασχηματίζονται σε jazz κομμάτια, αποκτώντας έτσι έναν αέρα στάνταρντ. Κλασική η ιδέα μεν, καθόλου απλή στην υλοποίησή της δε – καθότι μερικά ελαφρά μπορεί να εμπεριέχουν ένα τζαζ-τραγουδιστικό πνεύμα, άλλα όμως χρειάζονται μιαν ενδελεχή αρμονική σχεδίαση προκειμένου να εισέλθουν σ’ ένα τέτοιου τύπου ρεπερτόριο. Ο Πρίαμος Μωράκης δεν έχει απλώς δεθεί, όπως είναι φυσικό, με τα τραγούδια του πατέρα του (ενός κορυφαίου ελαφρού δημιουργού, που διέπρεψε στη σκηνή και τη δισκογραφία από τα forties έως τα seventies), έχει εντρυφήσει και στον τζαζ σχεδιασμό, επιτυγχάνοντας να συγκεράσει διαφορετικού τύπου στοιχεία προς ένα ενιαίο και πολλάκις αξιοθαύμαστο σύνολο. Χαρακτηριστική και πλέον διακριτή στιγμή αυτής της συνάντησης θα μπορούσε να αποτελεί το «Ποτέ μην κλαίς» π.χ. (ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά με το Τρίο Κιτάρα, το 1955, όπως διαβάζω στο ένθετο), μία άξια jazz-ballad που τυγχάνει, εδώ, μιας συναρπαστικής ενορχήστρωσης. Χαρίζει βεβαίως η παρουσία των εγχόρδων (πρώτο και δεύτερο βιολί, βιόλα, τσέλο), είναι όμως το τζαζ φινίρισμα από την κιθάρα του Μωράκη, το πιάνο του Δημήτρη Καλατζή, το μπάσο του Μάνου Λούτα, τα ντραμς του Λέανδρου Φράτνικ, τα κρουστά του Σωκράτη Γανιάρη και τη φωνή της Πηνελόπης Τζανετάκη (επιφορτίζεται με τον δύσκολο ρόλο της επανερμηνείας ενός πασίγνωστου και καταξιωμένου ρεπερτορίου), που τοποθετεί σε άλλες διαστάσεις το κομμάτι. Από το “Boy on a dolphin” (Sophia Loren, Τώνης Μαρούδας) και το «Θα σ’ αγαπώ» (γνωστό με τη φωνή τού Σώτου Παναγόπουλου), μέχρι το «Έλα» (σε μουσική Πριάμου Μωράκη και στίχους Νάντιας Κωνσταντοπούλου) και το ορχηστρικό «Χαρά μου» –ένα από τα ωραιότερα τραγούδια τού Τάκη Μωράκη, που σφράγισε ο Παναγόπουλος και το οποίον μετατρέπεται, στο “The Athenian Project”, σ’ ένα απολαυστικό bossa/brazilian jazz στάνταρντ– ένα είναι σίγουρο. Η ελληνική jazz έχει πολλά πρόσωπα. Ένα, είναι η σύνδεσή της με το ελαφρό τραγούδι. Παλαιόθεν γνωστό, αλλά και πάντα χρήσιμο να το θυμόμαστε.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

GREEK BOSSA PARTY 10+1

Μία (φανταστική) play list, επειδή αύριο ανοίγει και το Τριώδιο… Πούλα-πούλα, στο τέλος, δεν μπορεί, κάτι θα μείνει… 1. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ – Μπόσα νόβα της Τζένης (Γ. Λαβράνου)
(LP, “Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» Polydor 45 285 LPHMH, 1964/65)
2. ORCHESTRA S. PIPERAKIS – Arabella (S. Piperaki)
(single, Greca GR-5, 196?)
3. ΚΩΣΤΑΣ ΚΛΑΒΒΑΣ – Μορφονιά-Bossa nova (Κ. Κλάββα)
(single, Philips 6013, 1964)
4. THE RHODIANS - Do re mi fa sol bossa nova (Anastasios Yakoumakis)
(CD, «Μοντέρνοι Ρυθμοί του ’60, Jeronimo Yanka» Music Box 2711702008, 2008)
5. TRIO LATINO – Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο (Σταύρου Ζώρα)
(EP, Polydor ΕPHH 50 896, 1966)
6. ARIS SAN – Oso Aksizis Esi (Α. Καλδάρα)
(3CD, “Memorial Collection 10th Anniversary” ISR. NMC Music Ltd. 20527-2, 2002)
7. ΑΛΕΚΑ ΚΑΝΕΛΛΙΔΟΥ – Μικρός βασιλιάς (Γ. Σπάρτακου)
(single, Philips 6023, 1964/65)
8. ΕΡΙΚΑ & ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ (ΜΠΡΟΓΙΕΡ) – To γελεκάκι (Σπ. Ολλανδέζου – Ιω. Θεοδωρίδη)
(EP, «Πάρτυ με την Έρικα και Μαργαρίτα» Columbia SEGG 2616, 196?)
9. ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ – Τα χέρια (Κ. Κλάββα)
(LP «Ο Μίμης Πλέσσας Παίζει Philicorda», Philips 630 112 PL, 1965)
10. ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ – Οδός Μπόσσα Νόβα (Γ. Θεοδoσιάδη)
(LP «Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές», Potfleur POT 003 GLP, 1966/2002)
11. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ – Μακάρι (Φ. Νικολάου)
(LP, «Με την Πρώτη Στάλα…», Philips 6331 039, 1972)

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

TRIO LATINO τρίο Ελλήνων

Την 30η Δεκεμβρίου ένας αναγνώστης, ο Bwana, έστειλε τα «χρόνια πολλά» του στο cbox και μαζί ένα κλιπάκι από ένα πασίγνωστο ελληνικό κομμάτι. Επρόκειτο για το «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο» του Σταύρου Ζώρα, σε μία, όμως, παντελώς άγνωστη εκτέλεση. Θυμήθηκα, έτσι, το αγαπημένο μου Trio Latino και γράφω τώρα λίγα λόγια.Trio, ως γνωστόν, υπήρξαν πολλά στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920, trio όμως όπως το Trio Latino, προσωπικώς, δεν έχω ξανακούσει. Το συγκρότημα, που ήταν σίγουρα φωνητικό –δεν είμαι βέβαιος, αν ήταν μόνο φωνητικό ή παραλλήλως με τα φωνητικά έπαιζαν και διάφορα όργανα– δεν εντάσσεται σε καμμία εμφανή ομάδα, από ’κείνες που παρεπιδημούσαν στην Ελλάδα, μετά τα μέσα των sixties. Οι άνθρωποι έμοιαζαν με… Βραζιλιάνους. Και οπωσδήποτε ακούγοντας κάποιος ένα δισκάκι τους από το 1966 –ένα 7ιντσο στην Polydor [ΕPHH 50 896], με τέσσερα τραγούδια– δεν γίνεται να μην ανακαλέσει στη μνήμη του (εφόσον υπάρχουν κάπου στη μνήμη του…) τους Terra Trio, τους Tamba Trio, τους 3 Morais, τους Cariocas και άλλα διάφορα βραζιλιάνικα σχήματα, που διέπρεπαν στην pop-οίηση της bossa, την ίδιαν εποχή. Με τη διαφορά, μόνον, ότι οι Trio Latino ήταν Έλληνες (ή μάλλον Ελληνοκύπριοι)· τα επώνυμά τους ήταν Δούκας, Ευθυμίου και Χαραλάμπους.
Το τεσσαράκι άνοιγε με το “Cantos de Selva” (τη μοναδική δική τους σύνθεση), ένα ευρηματικό track, με εντελώς exotica φωνητικά (αναπαρίστανται κραυγές ζώων και κρωξίματα πουλιών), διαρκές hammond, και ποικίλα κρουστά. Η συνέχεια, περισσότερο poppy, αφορούσε σε μιαν ωραία εκδοχή της “Aline” του Christophe (ο ένας τραγουδά lead, οι άλλοι δύο κάνουν φωνητικά), με το όργανο να συνοδεύει «πίσω», σε όλο το κομμάτι.Η δεύτερη πλευρά άνοιγε με το «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο» του Ελληνορώσου Σταύρου Ζώρα, ένα από τα πρώτα τραγούδια στην Ελλάδα, που συνδύασαν τους μοντέρνους ρυθμούς με την ελληνική γλώσσα (πριν ακόμη και από τους Olympians). Η εκδοχή του Trio Latino με τα... σου-μπι-ντου-μπι-ντου-ντου-μπι-ντου, την εν γένει bossa-νοποίηση και το hammond break είναι χάρμα ώτων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τελευταίο κομμάτι του EP, που δεν είναι άλλο από το “Bang bang” του Sonny Bono (και της Cher). Κι εδώ το hammond είναι άψογο, όπως και τα φωνητικά, που είναι πρώτης τάξεως. Μάλιστα, οι Trio Latino, ο lead τραγουδιστής τους δηλαδή, αντικαθιστά και το “she” με “he” (“I was five and she was six” κ.λπ., αντί για “I was five and he was six”), φέρνοντας τα στιχάκια στα ανδρικά μέτρα.Υ.Γ. Ψάχνοντας, στο δίκτυο, βρήκα μία συνέντευξη του Πασχάλη στον Γιάννη Πετρίδη, στο περιοδικό Επίκαιρα, την 2/7/1971 (http://is.gd/kuAs0). Ένα απόσπασμα: 
«Εκείνη την εποχή (σ.σ. Olympians, 1966) είχαμε υπογράψει και για τα πνευματικά δικαιώματα του ‘Τρόπου’ και της ‘Συγγνώμης’, τα οποία χειριζόταν ο Ζακ Μεναχέμ. Μάλιστα, μας είχε πει ότι θα προωθούσε τα τραγούδια στο εξωτερικό και ότι υπήρχε η πιθανότητα να τραγουδήσει τη ‘Συγγνώμη’ ο Frank Sinatra. Μας ζήτησε το 50% των συνθετικών δικαιωμάτων. Του το δώσαμε, και περιμέναμε τον Frank Sinatra να τραγουδήσει τη ‘Συγγνώμη’. Φυσικά αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά ο Ζακ Μεναχέμ έδωσε και τον ‘Τρόπο’ και τη ‘Συγγνώμη’ σ’ ένα κυπριακό συγκρότημα· νομίζω τους λέγανε Trio Latino». 
Μάλιστα…

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ για την Philicorda και άλλα τινά

Για το άλμπουμ «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda» [Philips, 1965] έγραψα για πρώτη φορά στο Jazz & Τζαζ τον Δεκέμβριο του 1996, στο Δισκορυχείον του τεύχους 45. Εκείνο το κείμενο είχε ως εξής:

«Η σχέση του Μίμη Πλέσσα με την jazz είναι παλαιά και πιθανώς γνωστή σε αρκετούς από σας. Πολυπράγμων ο ίδιος και βεβαίως πολυγραφότατος, μ’ έναν τεράστιο όγκο υλικού αταξινόμητο και ακυκλοφόρητο από χρόνια, ασχολήθηκε με κάθε μουσικό είδος στη διάρκεια της 50χρονης καριέρας του. Τελείως τηλεγραφικά θα έλεγα, εδώ, πως αν κάποια δικά του soundtracks πέρναγαν στην από ’κει όχθη του Ατλαντικού πιθανώς, σήμερα, να μιλούσε όλος ο κόσμος γι’ αυτόν. Εν πάση περιπτώσει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ βρίσκει τον Μίμη Πλέσσα να πειραματίζεται με την Philicorda, ένα ηλεκτρικό μουσικό όργανο της Philips που επιχειρούσε να πλασαριστεί δίπλα στο hammond. Οι δυνατότητες του οργάνου αυτού, για την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, ήταν επαναστατικές· κάτι που ο Πλέσσας φαίνεται να το αντιλήφθηκε από την αρχή, μεταγράφοντας ουσιαστικά επτά δικές του συνθέσεις – και από μία των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Κλάββα, Γιαννίδη και Καπνίση – προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της Philicorda. Το όλον αποτέλεσμα είχε μιαν αίσθηση πρωτοτυπίας. Πρόκειται για ένα jazz άλμπουμ, έξω βεβαίως από τις επαναστατικές καινοτομίες της εποχής, αλλά μέσα σ’ αυτό που κατανοούμε όλοι μας ως jazz feeling. Θα έλεγα δε πως ορισμένα κομμάτια («Εδώ τελειώνει ο ουρανός», «Αν σ’ αρνηθώ») ακούγονται χωρίς ίχνος σκόνης ακόμη και σήμερα. Ο δίσκος, στην εποχή του, ξεχάστηκε πολύ γρήγορα και ποτέ δεν κυκλοφόρησε ξανά. Παραμένει δυστυχώς καλά κρυμμένος ακόμη, αφού και η καταιγίδα της CD-κυκλοφορίας των τελευταίων χρόνων τον έχει για τα καλά λησμονήσει. Να αναφέρω μόνο τα ονόματα των μουσικών που συμπράττουν. Γιάννης Κανελλίδης και Γιάννης Ιωάννου μαντολίνο, Βασίλης Παναγιωτόπουλος τρομπέτα, Γιάννης Σχίζας τρομπόνι, Andrea Ortega σαξόφωνο, Ρήγας Σαριτζιώτης βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο, Νίκος Γκίνος άλτο σαξόφωνο, Τίτος Καλλίρης κιθάρα, Βασίλης Τεκνετζόγλου τύμπανα, Μίμης Πλέσσας philicorda».

Το κείμενο –εννοώ η γνωστοποίηση του δίσκου– είχε κάνει εντύπωση, τότε, σε γνωστούς και φίλους (υποθέτω και στους αναγνώστες), κάτι που με είχε «αναγκάσει» να αντιγράφω κασέτες νυχθημερόν. Εκείνο πάντως που δεν περίμενα ήταν όχι να φθάσει στ’ αυτιά του Μίμη Πλέσσα το δημοσίευμα –κάτι όσο να 'ναι πιθανόν–, αλλά την πρωτοβουλία του ιδίου να μου στείλει ένα ευχαριστήριο fax, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό στο τεύχος 48, τον Μάρτιο του 1997. Είχε έτσι ακριβώς...

Περιοδικό Jazz & Τζαζ
κον Φώντα Τρούσα
Αγαπητέ φίλε
Από σύμπτωση, καθυστερημένα, διάβασα στο τεύχος Δεκεμβρίου το «Δισκορυχείο» σας. Με ευχάριστη έκπληξη συνειδητοποίησα από τα γραφόμενά σας πως και αυτή η παραπεταμένη παραγωγή έπιασε τόπο. Θα πρέπει να σας πω πως επρόκειτο για μία δική μου πρωτοβουλία. Ηχογραφικά φιλοξενήθηκε στο στούντιο της Finos – Χίου 53 – με ηχολήπτη τον αξέχαστο φίλο Μικέ Δαμαλά. Η φωτογραφία του εξωφύλλου τραβήχτηκε στην αυλή της Finos από την Άννα-Μαρία Αντίππα, σύζυγο του αξέχαστου Νίκου Αντίππα, που τότε ήταν διευθυντής της Philips. Ευτυχώς οι μήτρες σώζονται στο αρχείο μου.
Είναι μία από τις σπάνιες φορές που η ευαισθησία του γράφοντος ξεπερνάει την κριτική διάθεση και με γέμισε συγκίνηση. Πόσο θά’θελα η μουσική σας σκαπάνη να ανασύρει κάποια στιγμή δύο LP της EMI με τίτλο «40 Χρόνια Jazz», που είναι η ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας που, με έλληνες σολίστες, έδωσα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στα πλαίσια των εκδηλώσεων της «Έκφρασης 81», έναν δίσκο της Minos «Το Κουαρτέτο του Μίμη Πλέσσα και 6 Σολίστες» και τέλος της CBS το «Από Ανατολή σε Δύση».
Να είστε σίγουρος πως από δω και μπρος θα σας διαβάζω από τους πρώτους.
Φιλικά
Μίμης Πλέσσας


Έπρεπε να περάσουν οκτώ χρόνια από τότε μέχρι να φθάσουμε στο τεύχος 148-149 (Ιούλιος-Αύγουστος 2005), για να γίνει ένα δικό μου όνειρο πραγματικότητα. Να κυκλοφορήσουν, δηλαδή, δέκα tracks από το «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda», ως “Rare Jazz Grooves” από το Jazz & Tζαζ. Δυο-τρεις μήνες νωρίτερα (πρέπει να ήταν Απρίλιος του ’05) τέσσερις άνθρωποι από το περιοδικό, η Γιούλη, ο Στέφανος, ο Γιώργος Χαρωνίτης κι εγώ είχαμε επισκεφθεί τον Μίμη Πλέσσα στο σπίτι του, στην Καλλιτεχνούπολη, με σκοπό τη διευθέτηση όλων των λεπτομερειών, ώστε να έμπαινε σ’ ένα δρόμο εκείνη η αναπαραγωγή. Ήταν ένα ωραίο ανοιξιάτικο απόγευμα, που είχε περάσει με καφέδες και συζήτηση.


Είχα πολλά να ρωτήσω τον κύριο Πλέσσα σε σχέση με το παλαιότερο υλικό του, που προσωπικώς μ’ ενδιέφερε. Κυρίως, για τις jazz κινηματογραφικές του ηχογραφήσεις, όπως και για τα τραγούδια του, που είχαν γίνει γνωστά στο εξωτερικό (Βέλγιο, Φινλανδία, π.Σοβιετική Ένωση, Πολωνία…) στα χρόνια του ’60, μαθαίνοντας (τότε) πως μεγάλο μέρος της cine-jazz δουλειάς του ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει από κάποιο label του Γιαννίκου (μια και ο Μίμης Πλέσσας, τακτικότατος, διέθετε όλα, ή σχεδόν όλα, τα original masters). Και όντως ένα διπλό CD στη Legend (μέρος μιας ευρύτερης σειράς), υπό τον τίτλο “Film Noir” με τις μουσικές από τα φιλμ «Πυρετός στην Άσφαλτο», «Ορατότης Μηδέν», «Έγκλημα στα Παρασκήνια», «Κατάχρηση Εξουσίας», «Εφιάλτης» και κάτι ακόμη, κυκλοφόρησε στα καταστήματα τέσσερα χρόνια αργότερα (2009). Είχα ρωτήσει, επίσης, τον κύριο Πλέσσα, για το holy grail της ελληνικής jazz, το “Greece Goes Modern”, το πρώτο νούμερο της Pan-Vox, από το 1967 – ίσως, το πιο σπάνιο LP της ελληνικής δισκογραφίας – αλλά, δυστυχώς, και απ’ ό,τι μου είχε πει, τα master tapes του ήταν (και είναι) παντελώς χαμένα. Ακόμη, είχαμε κάνει κουβέντα για το ηλεκτρονικό του υλικό, το οποίον (εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω) υπάρχει, εν σπέρματι, σε κάτι μικρο-εκδόσεις· κάποιο, ας πούμε, είχε βγει ως promo μ' ένα τεχνικο-επιστημονικό περιοδικό, την Τεχνική Εκλογή, το 1968. Εν πάση περιπτώσει. Εκείνο το οποίον έλεγα πάντα για την περίπτωση του Μίμη Πλέσσα, κι εξακολουθώ να το ισχυρίζομαι, είναι τούτο. 
Πάντα νέος καλλιτέχνης, ανακαλύψτε τον.


Για τα «Χέρια» θέλω να ετοιμάσω ξεχωριστό post. Και θα το κάνω. Ακούμε λοιπόν τη σύνθεση του Κώστα Καπνίση, σε έξοχη bossa nova, βραβευμένη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου (της Θεσσαλονίκης), το 1962. Κομμάτι βγαλμένο μέσα από την "Philicorda".

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

ελληνο-τζαζικά & ακη-πανικά

Μια βόλτα στο Μοναστηράκι (και τους πέριξ χώρους), την Κυριακή το πρωί, σου προσφέρει μιαν αίσθηση… πνευματικής ισορροπίας. Υπό ποίαν έννοια… Διαμορφώνεις μόνος σου την επικαιρότητά σου. Διαβάζεις, βλέπεις και ακούς ό,τι εσύ θέλεις, επιλέγοντας (δηλαδή αγοράζοντας) ελεύθερος (ή περίπου ελέυθερος…) από τα χιλιάδες πράγματα που κείτονται μπροστά σου. Οι τιμές – ακόμη και για όσους δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να παζαρεύουν – είναι, συνήθως, λογικές· και με 2-3 ευρώ το κομμάτι (περιοδικό, δίσκος, βιβλίο, κανα DVD) μπορείς να εντοπίσεις εξαίρετα πράγματα ή, εν πάση περιπτώσει, άλλα, που μπορεί να μην είναι και τόσο εξαίρετα, βρίσκεις όμως ένα νόημα για να τα έχεις.
Είχα ήδη δύο 45άρια του Σπύρου Πιπεράκη – ενός πρωτοπόρου ηλεκτρικού κιθαριστή, που βρίσκεται πίσω από τις jazz μπάντες του Χατζιδάκι στα fifties και τα early sixties – αλλά δεν περίμενα να βρω, σε διαφορετικές μεριές, αλλά τέσσερα 45άρια του (σε μέτρια κατάσταση), με απίθανα κομμάτια.Στο πρώτο αναγράφεται ένα “made in germany”, παρότι οι γραμματοσειρές του είναι ελληνικές και περιέχει τα κομμάτια “Madubala (cha-cha)/ Christina (mambo)” [Greca G 1501]. Είχα ακούσει τη «Μαντουμπάλα» με τις πενιές του Aris San, όπως και την... psych version από τον Γιώργο Μπαγιώκη, αλλά σε cha-cha δεν την είχα ακούσει. Ωραία εκδοχή.Ακόμη ωραιότερη ήταν η “Arabella”, μια αεράτη bossa nova, από το 45άρι “Arabella/ Remenisence” [Greca GR-5]. Λογικώς, μιλάμε για τις αρχές των 60s, όταν το cha-cha (ήδη), όπως κι η bossa (σιγά-σιγά) άρχιζε να παίρνουν κεφάλι στο χώρο της διασκέδασης, λίγο πριν εκτοπιστούν από τα… σέικ και τα… μπλουζ. (Όχι πως θα σταματούσε ν' απασχολούν τους συνθέτες της jazz, αλλά και κάποια συγκροτήματα βεβαίως, και μετά τα μέσα των sixties). Για τ’ άλλα δύο δισκάκια θα γράψω μιαν επόμενη φορά, όταν θα έχω συγκεντρώσει κάποια παραπάνω στοιχεία για το jazz κεφάλαιο «Σπύρος Πιπεράκης».Ένα άλλο δισκάκι, το οποίο το είχα δει και παλιότερα χωρίς να το αγοράσω, ήταν ένα «διαφημιστικό» του Μίμη Πλέσσα από το 1969, που είχε γίνει με χορηγία της σοκολατο-βιομηχανίας ΙΟΝ και το οποίο καταπιανόταν με την ιστορία του αμερικανού λαϊκού ήρωα Davy Crockett (1786-1836). Το «Ντέιβι Κρόκετ (Μέρος πρώτο)/ Ντέιβι Κρόκετ (Μέρος δεύτερο)» [PR7T] ανήκει στην κατηγορία των «παιδικών δίσκων», αλλά έχει και μουσικό ενδιαφέρον, αφού την αφήγηση της ιστορίας (νομίζω πως η φωνή ανήκει στον ηθοποιό Βασίλη Μαυρομάτη) συνοδεύει η… ελαφρά ορχήστρα του Μίμη Πλέσσα.Κι ένα τελευταίο. Είμαι fan της τραγουδοποιίας του Άκη Πάνου. Δεν υπάρχει λόγος να εξηγώ γιατί. Καταλαβαινόμαστε, νομίζω. Υπάρχουν δεκάδες «δεύτεροι» τραγουδιστές (δεν είναι απαξιωτικός, σώνει και καλά, ο χαρακτηρισμός), που έχουν πει είτε πρωτότυπα τραγούδια του, είτε έχουν διασκευάσει τις επιτυχίες του. Για να είμαι ειλικρινής τον Ι. Τάχτα (μάλλον Γιάννης Τάχτας) δεν τον ήξερα. Αγόρασα λοιπόν, κουτουρού, το 45άρι «Ρολόι κομπολόι/ Η κουτσομπόλα» στην εταιρία Boem [GA 125, 1967;] τού Α. Γκαργκάσουλα (από το... τότε 2 της Αγ. Κωνσταντίνου), εξαιτίας της πρώτης πλευράς. «Σκληρή» εκτέλεση, από μιαν «άγαρμπη» φωνή, που βγάζει παλληκαρίσια το τραγούδι.
Κι επειδή αυτά τα κείμενα δεν μπορεί παρά να λειτουργούν συνειρμικά, να και το καλύτερο «ακη-πανικό» τραγούδι, που δεν το έχει γράψει ο Άκης Πάνου. Φώτης Στασουλάκης… «Το τζάκι». (Το ψάχνω).

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

η ελληνική… ROYAL JAZZ στα sixties

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι τότε βασιλιάδες, ή μάλλον… βασιλείς, ο Κωνσταντίνος και η Άννα-Μαρία, ήταν τα πιο ισχυρά νεολαιίστικα σύμβολα κάποιων γόνων της «καλής κοινωνίας» (ή όποιων άλλων… φουκαράδων), που δεν ανήκαν σώνει και καλά στη γενιά του 1-1-4 και των «Λαμπράκηδων», ούτε φώναζαν υπέρ του 15% για την Παιδεία. Των νεαρών δηλαδή που δεν ακούγανε τη «Φτωχολογειά» και την «Άπονη ζωή», των βουτυρομπεμπέδων, των τζιτζιφιόγκων και των «κωλόπαιδων» που διασκέδαζαν στα πιο κυριλέ πάρτυ, χορεύοντας στους ρυθμούς της εποχής, το shake και την bossa nova. (Τούτο, βεβαίως, δε σημαίνει πως και τα "παιδιά του λαού" δεν χόρευαν στα ίδια μέτρα, απλώς τα πρότυπα, ίσως, ήταν διαφορετικά). Έτσι λοιπόν η ελαφρά jazz εκείνης της περιόδου, με τους «ευγενικούς» ρυθμούς, τον «αέρα» και βεβαίως την γκλαμουριά της ήταν ό,τι έπρεπε, στην προσπάθεια να επενδυθούν ηχητικώς τα… γαλαζοαίματα όνειρα. Δεν είναι μόνον οι τίτλοι των κομματιών που λένε την αλήθεια («Μικρός βασιλιάς», “Regina twist”, ακόμη και «Άννα-Μαρία»(!) – ο πρώτος του Γιάννη Σπάρτακου, οι άλλοι δύο του Γεράσιμου Λαβράνου), αλλά και το γενικότερο κλίμα των εντόπιων… swinging sixties, το μονίμως βυθισμένο στα φρου-φρου και τα αρώματα. Να λοιπόν ένα αποδιοπομπαίο concept. Η ελληνική… royal jazz στα χρόνια του ’60. Ή κάπως έτσι. Η Γκιουλινάρ μπορεί να μην ήταν βασίλισσα, ήταν όμως η πριγκήπισσα του... Κεϋμπούτ Καμπίρ, που ερχόταν στο Mont Parnes μετά της κουστωδίας της, για να ερωτευθεί τελικώς έναν ψευτο-πλωτάρχη του τότε βασιλικού ναυτικού, κομπάρσο σε μια ταινία (μέσα στην ταινία). Το "τράβηγμα" δεν πάει άλλο. Φυσικά, αναφέρομαι στο φιλμ του Ορέστη Λάσκου «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης» (έξυπνο) με την Ελένη Προκοπίου και τον Γιώργο Πάντζα, τη μουσική στο οποίο είχε γράψει ο Κώστας Κλάββας. Το τραγούδι με τον Γιάννη Βογιατζή είναι πολύ καλό (πήγε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το ’64), όμως εκείνο που σκίζει είναι το οργανικό, με vocal section, «Μορφονιά – bossa nova» στο flip-side, μία έξοχη oriental bossa που σκορπίζει στα τέσσερα τον Sergio Mendes και τους Brasilia Modern Six. Ξεκλειδωθείτε άφοβα…(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε - περίπου έτσι - στο 159 τεύχος του J&T, τον Ιούνιο του 2006)

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

LAVRANOS links

Χαίρομαι. Τέσσερα τουλάχιστον links προσφέρουν για downloading ένα άλμπουμ, για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος που τό'φερα ξανά στο φως μετά από 43 χρόνια... Υπάρχουν κάποια ακόμη που θέλω να κάνω - πέραν της "Philicorda" με τον Μίμη Πλέσσα και του "Greek Lounge" με τον Γεράσιμο Λαβράνο. Χρειάζομαι όμως τη βοήθεια και άλλων...
http://mhulotsnothingdays.blogspot.com/2009/10/lounge.html
http://oedipus-jazz.blogspot.com/search?q=greek+lounge
http://radio-dada.blogspot.com/2008/09/greek-lounge-h-jazz-169.html
http://vlassis-13.blogspot.com/2008/04/greek-lounge-dance-with-gerasimos.html

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ Το απόγευμα της Τρίτης...

Δεν είμαι φαν των συνεντεύξεων. Αντιστέκομαι όσο μπορώ στις πιέσεις και, περαιτέρω, ως αναγνώστης, διαβάζω εκείνες που αξίζουν (λίγες). Έχω τη γνώμη πως οι συνεντεύξεις είναι η "εύκολη λύση", αν και δεν είναι μόνον αυτός ο λόγος που αντιδρώ. Κατά βάση παράγουν «ύλη». Ανοίγεις ένα κασετόφωνο και όποιον πάρει ο χάρος... Άνθρωποι, εννοώ... δημοσιογράφοι, που δεν είναι σε θέση να γράψουν ούτε 500 λέξεις από μόνοι τους, που είναι ανίκανοι να κάνουν την παραμικρή κρίση, που δεν έχουν προσωπική άποψη, γεμίζουν τα περιοδικά (να μιλήσω μόνο για τα μουσικά περιοδικά; - ok) με ανούσιες, σχινοτενείς κουβέντες καλλιτεχνών που, τις περισσότερες φορές, έχουν ελάχιστα να πουν – αν έχουν κάτι – προεξοφλώντας την «είδηση». Συνήθως, μια χούφτα σκύβαλα. Είμαι πεπεισμένος πως οι συνεντεύξεις δεν «δίδονται», τις «παίρνουν» οι δημοσιογράφοι. Γι’ αυτό, ποτέ, στις μετρημένες συνεντεύξεις που έχω κάνει – σχεδόν πάντα face to face και υπό συνθήκες – δεν χρησιμοποιώ κασετόφωνο. Γράφω «στενά» σε χαρτί, όσα νομίζω ότι μού χρειάζονται (κάποια ντοκουμέντα), κι από ’κει και πέρα, μόλις επιστρέψω σπίτι, αφήνω τη μνήμη και τη φαντασία μου να δουλέψουν. Εξάλλου, επειδή όταν θ’ ασχοληθώ με κάποια συνέντευξη, ήδη γνωρίζω το έργο του «επωνύμου» – περισσότερο απ’ όσο νομίζει εκείνος –, τα κενά είναι ελάχιστα. Κάτω απ’ αυτό το σκεπτικό, εννοείται, πως ό,τι παρουσιάσω θα είναι δικό μου, με τον καλλιτέχνη να μην έχει, εκ των προτέρων, καμμία πρόσβαση σ’ αυτό. ("Στείλε τη να τη διαβάσω", "να τη δω" και τέτοια...). Μετά τη δημοσίευση, κατόπιν εορτής δηλαδή, κι έχοντας αποκλειστικά όλη την ευθύνη του κειμένου, είμαι έτοιμος να δεχθώ κάθε σχόλιο ή κριτική. Όσο σκληρή κι αν είναι. Γιατί μ' αυτόν τον τρόπο; Για τον εξής απλό λόγο. Επειδή μ’ ενδιαφέρει να δώσω στο αναγνωστικό κοινό την εικόνα που αυστηρώς επιθυμώ, για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αφορμή για τα παραπάνω είναι ένα τηλεφώνημα που είχα πριν από λίγες μέρες με τον Γεράσιμο Λαβράνο, λόγω της ονομαστικής του εορτής. Ναι, κρατάω μιαν επαφή. Θυμήθηκα, έτσι, τη συνέντευξη που του είχα «πάρει» για το Jazz & Τζαζ (τεύχος 169, Απρίλιος 2007), όπως ανακάλεσα και την έκπληξή του, όταν με είδε στο σπίτι του με δυο φύλλα χαρτί κι ένα στυλό, δίχως laptop ή κασετόφωνο... Αναδημοσιεύω «βελτιωμένη» την κουβέντα μας, επειδή οι μουσικές του κυρίου Λαβράνου είναι πάντα παρούσες και διαρκώς in fashion... Γεννηθήκατε στην Κέρκυρα και ο καθένας μας αντιλαμβάνεται πώς και γιατί ασχοληθήκατε με τη μουσική. Το θέμα είναι όμως πώς και γιατί ασχοληθήκατε με την jazz ή, εν πάση περιπτώσει, με τη «μοντέρνα έκφραση»; 
Στην οικογένειά μας ήμασταν πέντε αδέλφια – και τα πέντε έμαθαν μουσική. Ήταν η παράδοση του νησιού αυτή. Ξεκίνησα στα 9 μου χρόνια και στα 11 έπαιζα κόρνο στην μπάντα. Στη συνέχεια μελέτησα θεωρητικά και πιάνο. Η αρχή, γι’ αυτό που λέτε, ήταν ένα τυχαίο περιστατικό. Στο σπίτι ενός από τους δασκάλους μου, του Σπύρου Μεταλληνού, είχα βρει κάποιες παρτιτούρες από κομμάτια του Γκέρσουιν και του Κόουλ Πόρτερ, αρχίζοντας να παίζω στο πιάνο τις πρώτες μου τζαζ αρμονίες. Με συνεπήραν. Από τότε σχεδόν είχα αποφασίσει μέσα μου ότι δεν μ’ ενδιέφερε η κλασική, αλλά αυτή η μοντέρνα, η τζαζ κατεύθυνση. Επίσης ωθήθηκα προς τα κει και από τις μουσικές που άκουγα στο κερκυραϊκό ραδιόφωνο. Και κυρίως αναφέρομαι στις γιουγκοσλαβικές μπιγκ μπαντ, που «πιάναμε» στην Κέρκυρα και που ήταν τότε για τ’ αυτιά μου το κάτι άλλο. 
Πότε έρχεστε στην Αθήνα για να εμπλακείτε με τα καλλιτεχνικά; 
Κατατάσσομαι εθελοντής στην Αεροπορία κι έρχομαι στην Αθήνα το ’54. Υπηρετούσα σε μια Βάση που υπήρχε τότε στο Φάληρο. Επειδή όσοι ασχολούμασταν με τη μουσική είχαμε κάποια «ειδική μεταχείριση» βγαίναμε έξω πιο συχνά και κάποια βράδυα βρέθηκα να παίζω πιάνο στον Φλοίσβο. Απέναντι από τη βάση ήταν ο Ιππόδρομος κι εκεί υπήρχε ένα μαγαζί στο οποίο έπαιζε ο Λεβ, ένας πολύ καλός λευκορώσος πιανίστας. Όταν ο αέρας φύσαγε κατά τη μεριά της Βάσης οι ήχοι του Λεβ «πέρναγαν τα σύρματα». Στην πιάτσα ήταν τότε μερικοί πιανίστες που είχαν ένα τζαζ αίσθημα, ο Γιάννης Σακελλαρίδης, γιος του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, ο Μίμης Πλέσσας, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας (όχι ο ηθοποιός), ο Γιώργος Κατσαρός (όχι ο συνθέτης). Το ’55 απολύομαι και σχεδόν αμέσως βγαίνω στο επάγγελμα. Είχα τρεις προτάσεις. Ή να συνοδεύσω τη Σοφία Βέμπο σε κάποιες παραστάσεις που θα έδινε στο εξωτερικό, ή να πάω να παίξω στο κλαμπ Μπλε Αλεπού, ή να μπω, πιανίστας, στην Ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη. Επέλεξα την τρίτη. Μου άρεσε ο Μουζάκης, η ορχήστρα του είχε μία μοντέρνα τζαζ τάση που μ’ ενδιέφερε. Παίξαμε στα καλύτερα μαγαζιά της εποχής και πρώτ’ απ’ όλα στον Καρυστινό, στη Λιοσίων. Είχαν εμφανιστεί εκεί η Κατερίνα Βαλέντε, ο Ρενάτο Καροζόνε και άλλοι. Την άνοιξη του ’55 σαλπάρουμε με το ‘Βασίλισσα Φρειδερίκη’ για Νέα Υόρκη – θα παίζαμε στην επιστροφή, από Νέα Υόρκη προς Πειραιά. Το καλοκαίρι του ’55 ήμασταν στη Ρόδο με τον Μουζάκη, το χειμώνα του ’55-’56 πάλι στον ‘Καρυστινό’ και την άνοιξη του ’56 πάλι στην Αμερική, για δεύτερη φορά. Τότε μου έγινε μία σοβαρή πρόταση να μείνω εκεί και να δουλέψω, δεν μπορούσα όμως να στήσω την ορχήστρα, να τους παρατήσω. Γυρίσαμε πίσω. Παίζω στο Γκρην Παρκ, συνοδεύω, με διάφορες ορχήστρες, τραγουδιστές της εποχής όπως τον Τώνη Μαρούδα, μαζεύω εμπειρίες και, κάπου εκεί, λέω να ξεκόψω από τη νύχτα και να προωθήσω άλλα πράγματα που είχα στο νου μου. 
Όπως; 
Αρχίζω να παίζω σε ξενοδοχεία, σε ντεφιλέ μόδας, κι εκεί κάπου με ανακαλύπτουν διάφοροι ότι μπορώ να κάνω πράγματα. Διευθύντρια τότε στο Μουσικό Τμήμα της Ραδιοφωνίας ήταν η Κατερίνα Σολομού, σύζυγος του σκηνοθέτη Αλέξη Σολομού και η οποία μου δίνει ώρες να παίζω ζωντανά με το κουαρτέτο... Τσεσμελής, Καλλίρης, Νίκος Λαβράνος. Γράφω, μάλιστα, μουσικές για το «Βαριετέ Του Σταθμού Μας», μία από τις πιο δημοφιλείς, τότε, εκπομπές του ραδιοφώνου. Ήταν 1958. Ήταν η εποχή που συνθέτω το πρώτο μου τραγούδι, το «Χέρι-χέρι», σε στίχους του Κώστα Πρετεντέρη. Το τραγούδι αυτό το έχω ακούσει και με γάλλους εκτελεστές, τον Luis Mariano, την Jacqueline Boyer... Με ποιον τρόπο «βγήκε» έξω; 
Όπως σας είπα το τραγούδι το γράφω το ’58 και σχεδόν αμέσως το παίρνει ο Τάκης Μωράκης και το κάνει σε δύο εκτελέσεις, μία για γυναικεία φωνή, τη Λόλα Τσακίρη και μία για ανδρική, το Σώτο Παναγόπουλο. Γυρίζεται και σε δίσκο το 1959, στην νεοσυσταθείσα τότε Fidelity του Πατσιφά και του Καρύδη. Έγινε έκρηξη. Τεράστια επιτυχία. Η συνοδεία ήταν τζαζ, παρότι ο Παναγόπουλος το είχε πει εντελώς φλατ. Γνώρισε αμέσως, στα κλαμπ, δεκάδες διασκευές. Το είχαν κάνει μπολέρο, λάτιν... ό,τι θέλετε. Ένα από τα γκρουπ που το έλεγαν ήταν το Τρίο Μπραζίλ, οι οποίοι έγιναν πολύ γνωστοί αργότερα στην Ευρώπη ως Τρίο Ατενέ (Trio Athenee). Όταν αυτοί πήγαν στη Γαλλία το είχαν στο πρόγραμμά τους. Κάποια στιγμή το άκουσε ο Λουί Μαριανό και το ερμήνευσε. Ο Μαριανό ήταν κορυφαίο όνομα τότε στη Γαλλία, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης της οπερέτας. Την ίδια εποχή το λέει και η Ζακλίν Μπουαγιέ, αλλά και άλλοι, που ίσως δεν ξέρετε ότι το έχουν διασκευάσει σαν τζαζ-στάνταρντ, όπως ο σαξοφωνίστας Γκι Λαφίτ (Guy Lafitte) και ο τρομπετίστας Μπαρελί (Aime Barelli), που είχε συνοδεύσει και τον Τζάνγκο Ράιχαρντ κάποτε. Τον Μπαρελί μάλιστα τον είχε φέρει στα ‘Αστέρια’ ο Ωνάσης να παίξει για ένα βράδυ.Πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η επιτυχία τότε στην Ελλάδα και πώς προχωρήσατε εσείς; 
Δεν ξέρω αν θα φανεί παράξενο, αλλά όταν έγραφαν ύμνους οι Γάλλοι, εδώ μου έκλειναν τις πόρτες. Ο Πατσιφάς, κατ’ αρχήν, επηρεάζεται θετικά από την επιτυχία και θέλει να με αναδείξει, κάποιοι καλοθελητές όμως μέσα από την εταιρία ή συνεργαζόμενοι εν πάση περιπτώσει με αυτήν, τον μεταπείθουν και ουσιαστικά με κάνει πέρα. Εγώ όμως αδιαφορώ και προχωράω. Τότε ήταν που παίρνω την απόφαση να φτιάξω την Ορχήστρα. Αλλά μην νομίζετε, και με την Ορχήστρα είχα πολεμική. Φανταστείτε πως ενώ ήμασταν όλοι μας μουσικοί με εξακριβωμένες δυνατότητες μάς ζητούσαν ‘ακρόαση’ – ποιοι, εκείνοι που δεν ήξεραν τι τους γινόταν. Το 1961-62 ήταν να πάρουμε μια δουλειά στο Κορονέτ, που ήταν κάτω από το Κινγκς Πάλας (εκεί όπου είναι σήμερα η Αγροτική Τράπεζα) και με καλούν για δοκιμή. «Δεν πάνε να πνιγούνε» λέω και πάω σπίτι μου. Παίρνω τότε ένα τηλέφωνο από κάποια κυρία, που με καλούσε να συνοδεύσω μιαν επίδειξη μόδας, η οποία, συμπτωματικά, θα παρουσιαζόταν στο Κινγκς Πάλας. Αν και ζητούσαν δύο μόνον άτομα, εγώ παίρνω ολόκληρη την Ορχήστρα και πάω. Κίμων Βασιλάς, Μπαξεβανάκης, Καλλίρης, Νίκος Λαβράνος... Καλώ λοιπόν τους υπεύθυνους του Κορονέτ να έρθουν να μας ακούσουν. Τότε στην Αθήνα βρισκόταν η Τζέιν Μάνσφιλντ, και φυσικά ήταν προσκεκλημένη στην επίδειξη. Θυμάμαι πως την είχε τόσο καταβρεί με την ορχήστρα, ώστε ανέβαινε πάνω στα τραπέζια και χόρευε. Περιττό να σας πω ότι, μετά απ’ αυτό, πήραμε αμέσως τη δουλειά στο Κορονέτ. Έχω δει το όνομά σας και σ’ ένα δισκάκι του Bob Azzam, του μαέστρου που έκανε παγκόσμια επιτυχία τον «Μουσταφά». Συνυπογράφετε το “Le grand depart”. Είχατε γνωριστεί με τον Azzam; 
Ναι, ήμασταν φίλοι. Είχαμε γνωριστεί στα εγκαίνια του Μον Παρνές το 1961. Εμείς παίζαμε κανονικά εκεί και ο Μπομπ Αζάμ είχε έρθει να παίξει για καμιά βδομάδα. Κρατήσαμε κάποιαν επαφή και τελευταία φορά που είχα νέα του ήταν στις αρχές του ’90, όταν βρισκόταν στην Αμερική. Δεν ξέρω, σήμερα, αν ζει και τι κάνει (σ.σ. πέθανε στο Monte Carlo το 2004). Ο Αζάμ είχε κάνει κάποιες επιτυχίες – τον «Μουσταφά» όπως είπατε – και θυμάμαι πως, τότε, διασκέδαζε κυρίως το ευρωπαϊκό jet-set. Το “Le grand depart” ήταν το «Καράβια φεύγουνε», ένα δικό μου τραγούδι που είχε ερμηνεύσει ο Τζίμης Μακούλης και είχε δισκογραφηθεί για την εταιρία Monte Carlo. O Αζάμ το ‘είδε’ από την ορχηστρική του πλευρά. Είχε κυκλοφορήσει μάλιστα και στην Ελλάδα σε ετικέτα Barclay, αν θυμάμαι καλά. Το ίδιο κομμάτι το είχε πει στην Ιταλία και μια σπουδαία φωνή της εποχής, η Μπέτι Κούρτις (Betty Curtis). Έκανε κι αυτό διεθνή καριέρα. Υπήρχε άλλο τραγούδι σας που ακούστηκε τότε στο εξωτερικό; 
Ναι βέβαια. Ήταν το «Απόγευμα της Κυριακής» σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη, που είχε πρωτοπεί ο Μακούλης. Όταν ήρθαν οι (Los) Espanoles στην Ελλάδα το είχαν ακούσει, το μετέφεραν στη γλώσσα τους ως “Atardecer de un Domingo” και το έκαναν επιτυχία στην Ισπανία. Το ίδιο κομμάτι το διασκεύασε και ο σαξοφωνίστας Πέδρο Ιτουράλδε (Pedro Iturralde) ένας από τους σημαντικότερους ισπανούς τζάζμεν, ενώ το είχε τραγουδήσει και η Νάνα Μούσχουρη σε έξοχη ενορχήστρωση του Ζακ Ντανζάν (Jacques Denjean). Οι Espanoles, και αξίζει να το σημειώσω αυτό, ήταν η αφορμή ώστε να γνωρίσω τον Νίκο Αντίππα, τότε διευθυντή της Philips, Polydor, Ελλαδίσκ κ.λπ. με τον οποίο έκανα τις σημαντικότερες δουλειές μου. Το LP, τα “Rebeta Nova”, τις γιάνκες, σε άλλες εκτελέσεις από εκείνες των Forminx και βέβαια διάφορα τραγούδια με την Μαίρη Μοντ, τον Τζίμη Μακούλη, τον Γιάννη Βογιατζή, που τον πίστευα πολύ, και άλλους. Πότε ηχογραφείται το άλμπουμ και τα “Rebeta Nova”; Πόσο οικείοι σας φαίνονταν όλοι αυτοί οι «εξωτικοί» ρυθμοί; Και κάτι ακόμη, που προσωπικά μ’ ενδιαφέρει. Που τραβήχτηκε εκείνη η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άλμπουμ; 
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 1963 προς ’64 και τα “Rebeta Nova”, οι διασκευές δηλαδή που έκανα σε λαϊκά τραγούδια της εποχής μέσα στο ’64. Η Ορχήστρα βρισκόταν σε υψηλό επίπεδο. Μέσα απ’ αυτήν πέρασαν πολλοί σολίστες και όχι μόνον αυτοί που συμμετέχουν στο δίσκο. Αρκεί να σας πω για τον σαξοφωνίστα Ούγκο Ερέδια (Hugo Heredia), έναν εξαιρετικό μουσικό με μεγάλη διεθνή καριέρα. Φυσικά, υπήρχαν ακούσματα, πάντα ακούγαμε μουσική και είχαμε με τον Γιώργο (Λαβράνο) μια καλή συλλογή. Και τότε και αργότερα ακούγαμε Miles Davis, John Coltrane, Art Blakey, Gil Evans, Chet Baker, βεβαίως τον Tom Jobim, που τον γνώρισα κιόλας, ακόμη και τα συγκροτήματα πιο μετά, τους Blood, Sweat & Tears και τους Chicago. Πολλά πράγματα. Όσον αφορά για τη φωτογραφία που μου λέτε, τραβήχτηκε στ’ ‘Αστέρια’, στη Γλυφάδα, από την Αν-Μαρί Αντίππα, τη σύζυγο του Νίκου Αντίππα. Τον Jobim που ακριβώς τον γνωρίσατε; 
Στη Βραζιλία, το 1968. Είχα συμμετάσχει στο τρίτο διεθνές φεστιβάλ τραγουδιού που οργανωνόταν στο Ρίο ντε Τζανέιρο (III Festival Internacional Da Cancao Popular Rio), ένα από τα κορυφαία στον κόσμο. Το τραγούδι μου λεγόταν «Αν θες να ρθης» και θα το ερμήνευε η Μαρινέλλα. Για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξηγήσουμε η συμμετοχή μας «χτυπήθηκε», ενώ ήταν από τα φαβορί. Σκεφθείτε πως στη διάρκεια της πρόβας, όταν τελείωσε το κομμάτι σηκώθηκαν και τα 60 μέλη της ορχήστρας και χειροκροτούσαν όρθια. Αυτό είχε προκαλέσει μεγάλη αίσθηση και την άλλη μέρα οι εφημερίδες σχολίαζαν το γεγονός σαν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Όμως κάποιος κακοήθης συντάκτης, που δεν έβλεπε με καλό μάτι μία ενδεχόμενη βράβευση του τραγουδιού, έγραψε πως, εγώ, είχα κατηγορήσει την ορχήστρα ότι, τάχα, δεν απέδωσε σωστά το κομμάτι και τέτοια – όλα ψέμματα – και παρότι η παρεξήγηση αποκαταστάθηκε η «δουλειά» είχε γίνει. Τελικά δεν μείναμε ούτε στην βραδυά απονομής των βραβείων, αφού η Μαρινέλλα έφυγε απρόσμενα από το Ρίο, με αποτέλεσμα, όπως έμαθα αργότερα, να μην παραλάβουμε το βραβείο «καλύτερης καλλιτεχνικής παρουσίας» που μας απονεμήθηκε και το οποίο πήρε, αντί για εμάς, ο Έντου Λόμπο (Edu Lobo). Τέλος πάντων, κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται αδικημένος, όταν η κορυφαία διάκριση του φεστιβάλ πήγε στον Τομ Τζομπίμ και στο “Sabia”. Γενικά, να σας πω ότι η διεθνής πορεία, η δική μου, και της Ορχήστρας, δεν ήταν μόνον οι δίσκοι, αλλά και οι εμφανίσεις μας ανά τον κόσμο. Και, προσέξτε, όχι στο κοινό των μεταναστών – δεν το λέω για να υποτιμήσω τους Έλληνες του εξωτερικού – αλλά σ’ ένα άλλου τύπου κοινό, διαφορετικών απαιτήσεων. Εμφανιστήκαμε στο Picadilly στο Λονδίνο, στο Florida Park της Μαδρίτης, στο Blue Note του Άμστερνταμ, στο Bayerisher Hof του Μονάχου, στο Park Hotel του Βισμπάντεν, στο Tabaris της Ζυρίχης, στο παρισινό Hilton, στο Club 58 της Γενεύης, στο Strand Hotel της Στοκχόλμης και αλλού. Ήταν μια διαδρομή, που έχει τη δική της σημασία στην καριέρα μου. 
Ποια ακριβώς ήταν η σχέση σας με τον Γιάννη Χρήστου; 
Θα σας πω μια μικρή ιστορία. Πρέπει να ήταν εκεί γύρω στο ’57-’58, όταν πρόσεξα στο ραδιόφωνο, καθώς οδηγούσα, μια μουσική που μ’ έκανε να τα χάσω. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, απ’ όσα τότε συνηθίζαμε ν’ ακούμε. Σταμάτησα και περίμενα να τελειώσει το κομμάτι, για να μάθω τι ακριβώς ήταν. Έτσι λοιπόν, κάποια στιγμή, «βγαίνει» ο εκφωνητής και λέει πως... «ακούσατε μια συμφωνία του Γιάννη Χρήστου» – κάτι τέτοιο ήταν, αν θυμάμαι καλά. Ήταν η πρώτη επαφή. Αργότερα τ’ αδέλφια μου, ο Νίκος και ο Γιώργος, έπαιξαν κρουστά στα περισσότερα έργα του, αλλά και ο ίδιος ο Χρήστου ερχόταν στα διάφορα κλαμπ που εμφανιζόταν η Ορχήστρα για να μας ακούσει. Συνεργαστήκαμε πιο στενά το 1968 στον «Επίκυκλο», μια παράστασή του που είχε γίνει στο Χίλτον. Στο έργο υπήρχε «ρόλος» για τζαζ αυτοσχεδιασμό και ήμουν κι εγώ εκεί, μαζί με 6-7 μουσικούς. Ο Χρήστου ήταν συμβολιστής και πάντα τον σεβόμουνα. Ο κόσμος μπορεί να μην καταλάβαινε, συνήθως, τι ήθελε να πει, όμως ο ίδιος είχε πολύ ξεκάθαρες απόψεις και ήξερε τι έκανε. Στον «Επίκυκλο» υπήρχαν παραμορφωτικοί ήχοι, εφέ, θίασος επί σκηνής, τζαζ ορχήστρα, ενώ συμμετείχε ελεύθερα και το κοινό. Ήταν μια ομάδα που διάβαζε εφημερίδες και τις οποίες, στο τέλος, τις έτρωγε... Φαίνεται πως ο Χρήστου είχε πιάσει νωρίτερα από τον καθένα τη λειτουργία και την επίδραση της υπερ-πληροφόρησης στην καθημερινή ζωή... (σ.σ. το έργο υπάρχει στην έκδοση του Σείριου). 
Ο κινηματογράφος ήταν ένα άλλο κεφάλαιο... 
Και τον κινηματογράφο τον αντιμετώπιζα μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης δουλειάς. Έχω γράψει μουσική για κάμποσες ταινίες μερικές από τις οποίες είναι η «Σωφερίνα», ο «Ατσίδας» (σ.σ. το στρίβειν δια του αρραβώνος...), το «Ζητείται Ψεύτης», η «Νύχτα Γάμου» στην οποία παρουσίασα και τα go-go girls (σ.σ. τα έφερε πρώτος στην Αθήνα), που χόρευαν soul music, ο «Φίλος μου ο Λευτεράκης», το «Κορίτσι Και Το Άλογο», μία πολύ καλή ερωτική ταινία, που δεν είχε καμία σχέση με πορνό και τέτοια, όπως έλεγαν κάποιοι. 
Και κάπου εκεί, μετά το 1973, χάνεστε σχεδόν... 
Η αλλαγή στάσης ξεκινά νωρίτερα, όταν έγινε η δικτατορία. Εκείνη την εποχή βρισκόμασταν στην Ισπανία. Εγώ είχα αντιληφθεί ήδη ότι τα καλλιτεχνικά πράγματα, αυτά τουλάχιστον που ενδιέφεραν εμένα, δεν πήγαιναν καλά. Βασικά δεν ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα. Είχαμε ήδη μια καλή συνεργασία με τους (Los) Hermanos Castro, ένα εξαιρετικό μεξικάνικο σχήμα, με μεγάλες επιτυχίες στις λατινικές χώρες και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε για Αμερική – Ακαπούλκο, Λας Βέγκας και τέτοια. Έγινε η χούντα και το πράγμα χάλασε. Αρκετοί από τους μουσικούς ήθελαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, για να δουν τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους και όλο εκείνο το σκηνικό που ετοιμάζαμε διαλύθηκε. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα διαπίστωσα με τον καιρό, όλα αυτά για τα οποία φοβόμουνα. Οι ορχήστρες είχαν εξαφανιστεί από τη διασκέδαση και προβάλλονταν περισσότερο τα γκρουπάκια και τα τότε σκυλάδικα. Σταμάτησα. Έκανα βέβαια κάποιες επιλεγμένες εμφανίσεις, όπως στο φεστιβάλ στο Ρίο, αλλά γενικά ήμουν εκτός. Ήταν μια συνειδητή επιλογή. Κάποια φορά θα πούμε περισσότερα... Ήμουν οργισμένος. Διαφωνούσα με την πορεία που έπαιρνε η μουσική και το σώου, και κρατήθηκα μακρυά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σταμάτησα να ασχολούμαι, να γράφω τραγούδια, να παρακολουθώ τις εξελίξεις. Και σήμερα υπάρχουν ωραίες, νέες φωνές. Εκείνοι που περνάνε κρίση είναι οι δημιουργοί. Εύχομαι λοιπόν, κάποια στιγμή, το πράγμα να ισορροπήσει και πάλι. Όσον αφορά εμένα, ένα θα σας πω. Ευτυχώς που δεν βιοπορίζομαι από την καλλιτεχνία... 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ στις 45 στροφές (επιλογή) 
1. Amen twist/ Le grand depart [Barclay, 1961] (Bob Azzam et son Orchestre, το “Le grand depart” είναι σύνθεση του Λαβράνου) 
2. Ένα βότσαλο χαμένο/ Το απόγευμα της Κυριακής [Polydor, 1963] (Τζίμης Μακούλης) 3. Espanola/ Atardecer de un domingo [Polydor 1963] (Los Espanoles) 
4. Η Σωφερίνα, O.S.T. [δύο 45άρια, 1964]5. Rebeta Nova no 1 [Polydor, 1964] 
6. Rebeta Nova no 2 [Polydor, 1965] 
7. Μια νύχτα έκλαψα/ Χαράματα [Parlophone, 1964] (Καίτη Μπελίντα) 
8. Doint(sic) the jenka/ Kangaroo yanka [Philips, 1965] 
9. Ειν’ η ζωή πολύ μικρή/ Δεν αγαπώ [Philips, 1965] (Γιάννης Βογιατζής/ Λίτσα Σακελλαρίου) 
10. Στον κήπο το φεγγάρι/ Ο δρόμος μας [Lyra 1105, 1965] (Σούλα Μπιρμπίλη) 
Περίπου 40 singles στις εταιρίες Fidelity, Decca, Monte Carlo, Odeon/ Parlophone, Philips, Lyra/Zodiac, Columbia. Τραγουδούν οι Σώτος Παναγόπουλος, Γιοβάννα, Τρίο Καντσόνε, Γιάνννης Βογιατζής, Τζίμης Μακούλης, Καίτη Μπελίντα, Ρένα Βλαχοπούλου, Μαίρη Μοντ, Αλέκα Κανελλίδου, Βίκυ Μοσχολιού, Σούλα Μπιρμπίλη, Γιώργος Μούτσιος, Γιώργος Γερολυμάτος (την επιτυχία «Πού το πας»), Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Τρίο Μπελκάντο, Σταμάτης Κόκκοτας, Άννα Φόνσου, Δήμητρα Γαλάνη, Αλίκη Βουγιουκλάκη κ.ά. 

στις 33 στροφές (επιλογή) 
1. Χορέψτε Με Το Γεράσιμο Λαβράνο Και Την Ορχήστρα Του [Polydor, 1964 ή και '65] 
2. Various Artists – Soul of Greece [USA. Alshire, 196;] (περιέχει συνθέσεις των Λαβράνου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη κ.ά. ερμηνευμένες από την 101 Strings Orchestra) 
3. Ένα Βράδυ Στην Αθήνα [USA. Alshire, 196;] (παίζει η Ορχήστρα συνθέσεις των Λαβράνου, Ξαρχάκου, Χατζιδάκι κ.ά.) 
4. Σ’ Αγαπώ [Pa-ni-var P.A 5066, 1972] (LP της Τζένης Βάνου, περιέχει 5 τραγούδια του Γερ. Λαβράνου, ανάμεσά τους το jazz-blues «Τι με κυττάς» και το «Ο άνθρωπός μου», με τα manic κρεσέντα της Τζένης και το οργιαστικό break της ορχήστρας) 
5. Αν Μ’Αγαπούσες [Pa-ni-var P.A 5108, 1976] (LP της Τζένης Βάνου, περιέχει 7 τραγούδια του Γερ. Λαβράνου, ανάμεσα και το slow jazzy-blues "Η βροχή ήρθε πάλι") 
6. H Σωφερίνα, O.S.T. [10ιντσο LP, His Master’s Voice, 2005] (και CD) 

στο εξωτερικό (επιλογή) 
1. Luis Mariano: Chante Pour les Mamans (Maman la plus belle du monde, Mamma/ Je t’aime redis moi je t’aime, Quand on aime) [EP, FR. La Voix de Son Maitre, 1960]
2. Jacqueline Boyer – Cou couche panier, Quand on aime/ Pour un grand amour, Frederic [EP, FR. Columbia, 1961] 
3. Bob Azzam – Un petit grain de sable, Le grand depart/ Amen twist, Vieni vieni [EP, FR. Barclay, 1961] 4. Betty Curtis – Chariot (Sul mio carro)/ La tua gioventu (Le grand depart) [IT. CGD, 1962;] 
5. Los Espanoles – Entertainment a la Espanoles [LP, GER. Polydor, 1962;] 
6. Nana Mouskouri – Quatre Soleil... [LP, CAN. Fontana, 1965] (περιέχει το “La pluie ce soir joue sur la mer”) 

Soundtracks (επιλογή) 
1. Ζητείται Ψεύτης (σκ. Γιάννης Δαλιανίδης, 1961) 
2. Η Αθήνα Τη Νύχτα (παρ. Κλέαρχος Κονιτσιώτης, 1962) 
3. Ο Ατσίδας (σκ. Γιάννης Δαλιανίδης, 1962) 
4. Το Τυχερό Παντελόνι (σκ. Πάνος Γλυκοφρύδης, 1963) 
5. Ο Φίλος Μου Ο Λευτεράκης (σκ. Αλέκος Σακελλάριος, 1963) 
6. Η Σωφερίνα (σκ. Αλέκος Σακελλάριος, 1964) 
7. Νύχτα Γάμου (σκ. Γιάννης Δαλιανίδης, 1967) 
με το φοβερό soul clip από την "Αθηναία" (τέλη του '67), τα go go girls, την Τζόαν και την Μπάρμπαρα, τον Γεράσιμο Λαβράνο στην τρομπέτα, την Τσικίτα Γκόρντον και τον Φράνκυ Σκιν 
8. Το Κορίτσι Και Το Άλογο (σκ. Βαγγέλης Σερντάρης, 1973)