Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

FELLINI SATYRICON 50 χρόνια από τη θρυλική ταινία του Μάγου του παγκόσμιου σινεμά, με αφορμή την επέτειο των γέννησής του

Ο μέγας ιταλός σκηνοθέτης Federico Fellini (Φεντερίκο Φελίνι) γεννήθηκε στο Ρίμινι, την 20η Ιανουαρίου 1920 και πέθανε στη Ρώμη 73 χρόνια αργότερα, την 31η Οκτωβρίου 1993. Το προσωνύμιό του ήταν «Μάγος», όχι μόνο γιατί ο Φελίνι μάγευε το κοινό με τις ταινίες του, αλλά και γιατί ήταν «μαγικός», ο ίδιος, σαν σκηνοθέτης. Ό,τι έβλεπες απ’ αυτόν ήταν ανεπανάληπτο. Ήταν Φελίνι και μόνο Φελίνι. Η μαγεία ήταν συστατικό στοιχείο των ταινιών του, οι περισσότερες από τις οποίες διέθεταν πλείστα όσα αυτοβιογραφικά στοιχεία, με το κομμάτι της φαντασίας να εισρέει μέσα σ’ αυτές, μεταβάλλοντάς τες σε κάτι εξώκοσμο, ονειρικό ή και παραισθητικό.
Κάθε φίλος του κινηματογράφου θα υποκλίνεται στο ταλέντο αυτού του ανθρώπου και κάθε σινεφίλ θα μπορεί να διαλέξει τουλάχιστον δυο-τρεις ταινίες του, έτσι ως «αλησμόνητες», ως φάρους παντοτινούς της κινηματογραφικής Τέχνης. Προσωπικά μου κόβονται τα ήπατα όταν βλέπω το Toby Dammit, το επεισόδιο που σκηνοθέτησε στην σπονδυλωτή ταινία Histoires Εxtraordinaires (1968), που αφορούσε μεταφορές στο σινεμά ιστοριών του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (τα άλλα δύο επεισόδια είχαν σκηνοθετήσει οι Ροζέ Βαντίμ και Λουί Μαλ), ενώ μένω άναυδος από το 8 ½ (1963), το Σατυρικόν (1969) και το Άμαρκορντ (1973), δίχως να παραγνωρίζω ή να υποτιμώ, εννοείται, ακόμη και τα τελευταία έργα του.
Στη φιλμογραφία του Φεντερίκο Φελίνι το Σατυρικόν είναι η ταινία εκείνη, που δίχασε κοινό και κριτικούς, που δημιούργησε πάμπολλες συζητήσεις στην εποχή της (φυσικά σε κάθε εποχή είναι ικανή να διεγείρει τις αισθήσεις, προκαλώντας σχόλια επί σχολίων), χτίζοντας όμως, παράλληλα, κι έναν μύθο. Ένα μύθο, που περιστράφηκε γύρω από το παρασκήνιο, τα γυρίσματα, τους πρωταγωνιστές της, τους στόχους της σαν αισθητικό και κοινωνικό γεγονός και φυσικά γύρω από τον ίδιον τον Φελίνι.
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας ήταν Fellini Satyricon (και με αυτόν τον τίτλο συνέβη η πρώτη προβολή στη Ρώμη την 3η Σεπτεμβρίου 1969 και σε όλη την Ιταλία την 18η Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς). Και τούτο, γιατί είχε προηγηθεί μια άλλη ιταλική ταινία με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, το Satyricon του Gian Luigi Polidoro, που είχε κάνει πρεμιέρα την 27η Μαρτίου 1969. Μάλιστα, είχαν πέσει και μηνύσεις ανάμεσα στους παραγωγούς των δύο ταινιών – μηνύσεις, πάντως, που δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τον τίτλο… Fellini Satyricon, ασχέτως αν εμείς, εδώ στην Ελλάδα, την ταινία τη μάθαμε και την είδαμε ως απλά Σατυρικόν. Θέλει προσοχή, λοιπόν, όταν γίνονται κείμενα στο δίκτυο (για τον Φελίνι) και αναζητείται φωτογραφικό υλικό (και από το Σατυρικόν). Το λέω, γιατί έχω δει σε σοβαρά, υποτίθεται, σάιτ, να εικονίζονται φωτογραφίες από το Satyricon του Polidoro, ενώ το κείμενο έχει να κάνει με τον Μάγο!

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

οι LATTE E MIELE, οι DALTON, οι PHOLAS DACTYLUS και οι LA FAMIGLIA DEGLI ORTEGA ζωντανοί στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1973!!

Υπάρχουν ακόμη αδαείς, που νομίζουν πως μετά την επεισοδιακή συναυλία των Rolling Stones στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού, την 17η Απριλίου 1967, το rock κηρύχθηκε «παράνομο» στην Ελλάδα και πως η επόμενη συναυλία δεν συνέβη παρά δεκατρία χρόνια αργότερα, στο τέλος Μαρτίου 1980, όταν οι Police έδωσαν δύο live στο Σπόρτιγκ (30 και 31 εκείνου του μήνα).
Έχουμε γράψει πολλές φορές στο δισκορυχείον για ποπ-ροκ και ροκ συναυλίες που έγιναν στην Ελλάδα και επί δικτατορίας και επί μεταπολίτευσης, αφού κάμποσα συγκροτήματα και καλλιτέχνες είχαν εμφανισθεί στη χώρα μας όλα εκείνα τα χρόνια. Να μερικά: Wallace Collection, Marmalade, Shocking Blue, Rocky Roberts, Mal, Agitation Free, Mungo Jerry, Middle of the Road, Black Jacks (I Motowns), Osibisa, Cat Stevens, Embryo κ.ά. Μπορεί, βεβαίως, κάποιοι άσχετοι να βγουν και να σου πουν… έλα μωρέ τώρα… Mungo Jerry… αλλά είναι σίγουρο πως αυτοί οι ψευτόμαγκες αγνοούν πως οι Mungo Jerry είχαν εμφανισθεί στο θρυλικό (αναρχικό) Phun City rock festival (24-26/7/1970) που είχε οργανώσει ο Mick Farren, στο Worthing της νότιας Αγγλίας, μαζί με τους MC5, Pretty Things, Kevin Ayers, Steve Took’s Shagrat, Edgar Broughton Band, Mighty Baby, Pink Fairies, αλλά και τον William S. Burroughs! Anyway… Η λίστα αυτή, των ξένων συγκροτημάτων που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, μεταξύ των ετών 1967-1980, τώρα θα μεγαλώσει. Και θα μεγαλώσει με έναν εντελώς εντυπωσιακό τρόπο!
Ήταν πριν το 2000, όταν ένας φίλος μού είχε μιλήσει για κάποια ιταλικά συγκροτήματα, που είχαν έρθει να παίξουν στην Ελλάδα επί χούντας, στο Σπόρτιγκ, χωρίς όμως να μου πει λεπτομέρειες. Δεν θυμόταν τα ονόματα των γκρουπ, ήταν περίεργα, αλλά θυμόταν πως η μουσική τους ήταν… αλλιώτικη. Σαν Yes, σαν Emerson, Lake & Palmer, σαν Jethro Tull… κάτι τέτοιο. Είχα παραξενευτεί, θυμάμαι, αλλά την ιστορία του την ξέχασα στην πορεία. Πέρασε στη σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου, όχι γιατί δεν είχα δώσει σημασία, τότε ή γιατί δεν τον πίστεψα, αλλά γιατί δεν είχα κατορθώσει να μάθω κάτι συγκεκριμένο. Να όμως τώρα… καθώς έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, για να μπει και αυτό το γεγονός στη θέση του και στην πραγματική του διάσταση. 
Έτσι, λοιπόν, σ’ ένα τεύχος του περιοδικού Ο Ταχυδρόμος (#991, 6 Απριλίου 1973), που έπεσε πριν από λίγο καιρό στα χέρια μου, η είδηση ήταν σαφής και δεν χωρούσε αμφιβολίες… παρά μόνον επιφωνήματα! Μερικά από τα καλύτερα ιταλικά progressive rock συγκροτήματα εκείνου του καιρού είχαν ήδη εμφανισθεί στο Σπόρτιγκ (2, 3 και 4 Απριλίου), ενώ θα εμφανίζονταν και στη Θεσσαλονίκη, στο Παλαί ντε Σπορ, το τριήμερο 9, 10 και 11 Απριλίου. Μάλιστα με το γεγονός στη Θεσσαλονίκη είχε ασχοληθεί και η εφημερίδα Μακεδονία σε δύο τουλάχιστον φύλλα της (1/4/1973 και 7/4/1973) δίνοντας, περαιτέρω, μια διαφορετική και ακόμη πιο εντυπωσιακή line-up.
Βάσει λοιπόν της καταχώρησης του Ταχυδρόμου στην Αθήνα είχαν εμφανισθεί οι Pholas Dactylus, οι La Famiglia Degli Ortega, οι Dalton, κάποια Στεφανία (δεν ξέρω αν πρόκειται για μια Stefania που ηχογραφούσε στις αρχές των 70s στην ετικέτα Signal – το λέω, επειδή υπάρχουν κι άλλες με το ίδιο όνομα), ένας ιταλο-αμερικάνος τραγουδιστής ονόματι Φέννυ (που δεν μπόρεσα να τον εντοπίσω μ’ ένα πρώτο ψάξιμο) και άλλοι… Ποιοι άλλοι τώρα… τρέχα γύρευε.
Για όσους γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα του ιταλικού progressive rock τα συγκροτήματα αυτά είναι πολύ πρώτα και οι δίσκοι τους… δισκάρες! Λέμε για το μοναδικό concept άλμπουμ των Pholas DactylusConcerto Delle Menti” [Magma, 1973], επίσης για το μοναδικό φερώνυμο LP των La Famiglia Degli Ortega [Carosello, 1973], όπως και για το πρώτο άλμπουμ των Dalton “Riflessioni: Idea D'Infinito” [Music, 1973].
Ενώ ο Ταχυδρόμος γράφει με σωστά ελληνικά στοιχεία τα ιταλικά γκρουπ (Φόλας Ντάκτυλους, Λα Φαμίλια Ντέλι Ορτέγκα, Ντάλτον), η Μακεδονία τα «σκοτώνει», αφού γράφει τους πρώτους ως… Πόλα ντα Στύλους ή Φόλας Ντάγκλας, και τους δεύτερους ως Λα Φαμίλια Τέγκλι Ορτέγκα (για τους οποίους σημειώνει, μάλιστα, πως ήταν Γερμανοί!). Η είδηση όμως της Μακεδονίας είναι άλλη και είναι εξ ίσου εντυπωσιακή, αφού στο Παλαί ντε Σπορ θα έπαιζαν και οι Λάττε ε Μιέλλε(!), δηλαδή οι έξοχοι Latte e Miele, που εκείνη την εποχή είχαν κυκλοφορήσει τα δυνατά άλμπουμ “Passio Secundum Mattheum” [Polydor, 1972] και “Papillon” [Polydor, 1973]. Προφανώς οι Latte e Miele θα είχαν παίξει και στην Αθήνα, ενώ, το ξαναλέω, είναι άγνωστη η πλήρης line-up εκείνων των live, καθώς η Μακεδονία γράφει και για… πολλούς άλλους καλλιτέχνες της ποπ μουσικής, διεθνώς γνωστούς! Εντάξει, αυτά τα συγκροτήματα δεν ήταν τότε ιδιαιτέρως γνωστά ούτε στην Ιταλία (αν εξαιρέσεις τους Latte e Miele, που ηχογραφούσαν σε πολυεθνική), αλλά αυτό δεν έχει ουδεμία σημασία. Θέλω να πω πως αν στο Σπόρτιγκ είχαν εμφανισθεί και οι Alphataurus (ένα άλλο συγκρότημα της Magma) θα μας χάλαγε;
Ξέρω ότι ορισμένοι θα πάθουν ταραχή διαβάζοντας αυτή την ανάρτηση, όπως ταραχή είχα πάθει κι εγώ πριν 20+ χρόνια όταν είχα βρει σε αθηναϊκό δισκάδικο (δεν θέλω να πω σε ποιο) το αυθεντικό LP των Pholas Dactylus με πέντε χιλιάρικα (δραχμές). Τιμή τζάμπα και για τότε. Θυμάμαι δε κι έναν φίλο-σχολιαστή εδώ στο blog, τον mak58, να σχολιάζει στην ανάρτηση 100 PROGRESSIVE ΑΛΜΠΟΥΜ (5 Μαΐου 2014)… «θέλω να δω αν στα ιταλικά υπολογίζεις τους Dalton, Le Orme και PFM», συμπληρώνοντας ο ίδιος πιο κάτω… «τους Dalton τους είχα βρει ούτε και γω ξέρω πότε, τους έχω καταχωνιασμένους και θα με κάνεις να τους ψάξω, μου θύμιζαν πολύ Jethro Tull και δεν ξέρω αν έχουν βγάλει και δεύτερο άλμπουμ».
Προφανώς LPs των Pholas Dactylus και των Dalton, ίσως και των La Famiglia Degli Ortega (γιατί όχι;) να είχαν έρθει στην Ελλάδα τότε, το 1973, κοσμώντας θέλω να πιστεύω, σήμερα, κάποιες δισκοθήκες.
 

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

DISTORTION TAMERS ένα ελληνικό γκρουπ, που… ροκάρει κλασικά και αμερικανικά

Για τους Distortion Tamers και για τον τραγουδοποιό Kosta A.-Monk (Κωστής Αναγνωστόπουλος) έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο παρελθόν. Τώρα θα το ξανακάνουμε με αφορμή το LP Jasmines & Blades(2018), που τυπώνεται από την Ikaros Records σε τριακόσια αντίτυπα. Distortion Tamers σ’ αυτό το άλμπουμ είναι ο Kosta A.-Monk κιθάρες, τραγούδι, ο Nick Ketz μπάσο (από RockinBones κ.ά.) και ο Silver ντραμς (που δεν είναι άλλος από τον Χριστόφορο Τριανταφυλλόπουλο, πριν στους Purple Overdose, No Mans Land κ.ά.). Στο άλμπουμ βοηθάει επίσης ο Alex K. (The Last Drive κ.ά.) σε ακουστική κιθάρα (σ’ ένα τραγούδι) και σε φωνητικά (σε πέντε). Το “Jasmines & Blades” περιλαμβάνει οκτώ tracks, έξι πρωτότυπα και δύο versions (μία στο “People who died” της Jim Carroll Band και μία στο “40 miles of bad road” των Dead Moon).
Τα βασικά στοιχεία τού rock των Distortion Tamers στρέφονται γύρω από την αμερικανική… μυθολογική εκδοχή του (του rock εννοώ). Και τούτο συμβαίνει και ως προς τον ήχο και σε σχέση με τους στίχους, που είναι εκείνοι του… αλήτικου (με τη σωστή έννοια) rock – ενός rock στηριγμένου στις σκληρές κιθάρες και στα… καταραμένα λόγια. Και ναι, είναι (και) οι στίχοι εκείνοι που κάνουν στο “Jasmines & Blades” τη διαφορά, στίχοι που σχετίζονται με τους ποικίλους καθημερινούς απόβλητους, όπως και με τη δύναμη που εμπεριέχει η έννοια του δρόμου, όταν βρίσκεσαι πάνω σε ρόδες, άλλοτε δε και με τη χαρά και τη διασκέδαση κ.λπ.… ποικίλα θέματα, τέλος πάντων, εντός των οποίων χωρά και ο έρωτας φυσικά, αλλά και μια ποιητική μεταφυσική, πάντα συμβατή με τη σχετική ροκ μυθολογία. Όλα αυτά γίνονται ένα με τις μουσικές και κάπως έτσι προκύπτουν τραγούδια-δυναμίτες, σαν... την “Rock & roll city” (που είναι η Θεσσαλονίκη) στη δεύτερη πλευρά ή σαν το “The calling of the jackal” στην πρώτη.
Οι μουσικές των Distortion Tamers (του Αναγνωστόπουλου) έχουν και αυτές, φυσικά, τα «σωστά» χαρακτηριστικά, που είναι γενικώς σκληρά, με την απλότητα και την αμεσότητα στα παιξίματα να σε κερδίζουν (ως ακροατή) εύκολα. Φυσικά, οι δύο διασκευές (από Jim Carroll και Dead Moon ξαναλέω) δείχνουν προς τα πού κυλάει το πράγμα, αν κι εγώ, με την τραγουδοποιία του Kosta A.-Monk, έφερα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, έναν… σκοτεινό καλλιτέχνη από το παρελθόν, τον Simon Stokes (είτε με τους Nighthawks είτε με τους Black Whip Thrill).
Ωραίο άλμπουμ, για… παλιούς, καλούς rockers!

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

FLORIAN WEBER, ANJA LECHNER / PABLO MÁRQUEZ, TILL FELLNER νέα άλμπουμ στην ECM

FLORIAN WEBER: Lucent Waters [ECM / AN Music, 2018]
Ο γερμανός πιανίστας Florian Weber μπορεί να είναι ακόμη 41 ετών, αλλά παρ’ όλα αυτά έχει καταφέρει πολλά στη μέχρι τώρα καριέρα του. Φυσικά, το να ηχογραφεί για την ECM δεν είναι μικρό πράγμα –το “Lucent Waters” είναι το δεύτερο άλμπουμ του εκεί, αφού είχε προηγηθεί, το 2016, το “Alba” μαζί με τον Markus Stockhausen–, όμως το γεγονός πως αποτελεί μέλος, μεταξύ άλλων, και του Lee Konitz New Quartet σημαίνει πολλά. Ίσως και περισσότερα… Κάπως έτσι έρχονται και τα «καλά λόγια» του γερο-θρύλου Konitz (που είναι 91 ετών πια) στο πίσω μέρος του bookletFlorian is one of the most creative piano players I have ever played with. His music is totally free. He has got the texture, the feeling, just beautiful. I am very touched by this music. It feels divine to me”. Καλύτερα δεν γινόταν…
Βεβαίως, για να μην υπάρξει κάποια παρεξήγηση μ’ εκείνο που λέει ο Lee Konitz, οι συνθέσεις τού Weber, στο “Lucent Waters” (όλες δικές του) δεν έχουν κάποια στενή και απόλυτη σχέση με τη free (jazz), όπως τη γνωρίζουμε από τα sixties (αμερικάνικα ή ευρωπαϊκά). Δεν ξέρω δηλαδή τι ακριβώς εννοεί ο θρύλος-μουσικός, αλλά, μάλλον, θα πρέπει να αναφέρεται σε μια ρέουσα αντίληψη που διακρίνει τον τρόπο τού Γερμανού, και που, πολύ συχνά, σχεδόν πάντα, συνδυάζεται με την ομορφιά (ακόμη και στην αυτοσχεδιαστική φάση του). Ναι, υπάρχει λυρισμός στο παίξιμο και στις συνθέσεις του Weber, ακόμη και όταν αποκτούν εκείνες πιο δυναμικά χαρακτηριστικά. Σε μια τέτοια σύνθεση, την “Time horizon”, μπορεί να διακρίνει κάποιος έναν περίτεχνο συνδυασμό ανάμεσα στην πιανιστική ωραιότητα και την ορμητικότητα του ρυθμικού τμήματος (Linda May Han Oh κοντραμπάσο, Nasheet Waits ντραμς), με τον τρομπετίστα Ralph Alessi (το τέταρτο μέλος του κουαρτέτου) να συμπληρώνει ιδανικώς στο επόμενο “Fragile cocoon”.
Το “Lucent Waters” δεν είναι ένα απλό άλμπουμ. Έχει ψάξιμο, δύστροπες «γωνίες», αλλά και μιαν αμεσότητα που σε μαγκώνει αμέσως – ακόμη και από το πρώτο άκουσμα. Με λίγα λόγια δηλαδή… ένα ακέραιο και δυνατό CD.
ANJA LECHNER / PABLO MÁRQUEZ: Franz Schubert: Die Nacht [ECM New Series / AN Music, 2018]
Η Anja Lechner είναι μια από τις πιο γνωστές ευρωπαίες (Γερμανίδα) τσελίστριες, που κάνει, χρόνια τώρα, ηχογραφική καριέρα στην ECM. Στην Ελλάδα την μάθαμε περισσότερο, το 2004, όταν είχε συνεργαστεί (πάντα για την ECM) με τον πιανίστα Βασίλη Τσαμπρόπουλο. Τώρα, η Lechner, υπογράφει ένα άλμπουμ μαζί με τον αργεντινό κλασικό κιθαρίστα Pablo Márquez, στο οποίο αποδίδονται συνθέσεις των Franz Schubert (1797-1828) και Friedrich Burgmüller (1806-1874). Βασικά τραγούδια του Schubert (“Die Nacht”, “Der Leiermann” κ.ά.), η σονάτα “Arpeggione” και μια romance. Το άλμπουμ, όμως, περιλαμβάνει (σε κάποιες θέσεις) και nocturnes του Burgmüller, οι οποίες είναι το ίδιο εντυπωσιακές. Άπλετος λυρισμός, μελωδίες ανεπανάληπτες και δύο όργανα (κιθάρα και τσέλο), που μεταφέρουν το πνεύμα των δύο συνθετών στο σήμερα μ’ έναν τρόπο… ικανό να συγκινήσει κάθε μουσικόφιλο. Και όχι μόνον τους ακροατές της κλασικής, στους οποίους κατά βάση απευθύνεται η «Νύχτα».
TILL FELLNER: In Concert, Beethoven / Liszt [ECM New Series / AN Music, 2018]
Αυστριακός κλασικός πιανίστας γεννημένος το 1972, ο Till Fellner έχει την ιστορία του στην ECM New Series (την πιο κλασική και αβαντγκαρντίστικη ετικέτα της ECM), αφού έχει ηχογραφήσει εκεί J.S. Bach, Ludwig van Beethoven κ.ά. σε τέσσερις τουλάχιστον προηγούμενες εκδόσεις. Στο πιο πρόσφατο “In Concert” καταγράφονται δύο παλαιότερες ηχογραφικές sessions του Fellner, για σόλο πιάνο, σε έργα Liszt και Beethoven εκ νέου, που έλαβαν χώρα στη Βιέννη (2002) και στο Middlebury των ΗΠΑ (2010) αντιστοίχως.
Το έργο του Liszt Années de pèlerinage / Première annéeSuisse, ήτοι τα πρώτα εννέα tracks, σχετίζεται με την ελβετική περίοδο τού συνθέτη, και παρότι ξεκίνησε (το έργο) να γράφεται το 1835 έγινε γνωστό μόνο μετά τη δημοσίευσή του, το 1855. Φυσικά πρόκειται για μια ρομαντική πιανιστική περιπλάνηση (ως έμπνευση ο Λιστ είχε το ελβετικό φυσικό τοπίο των ορέων, των κοιλάδων και των λιμνών, αλλά και τις παραδοσιακές αλπικές μελωδίες), την οποίαν φέρει σε τέλειο «πέρας» ο Till Fellner.
Το έργο τού Beethoven Sonata No.32 in c minor op.111 αποτελεί την τελευταία πιανιστική σονάτα του και προέρχεται από το 1822. Αποτελείται δε από δύο μέρη, τα Maestoso-Allegro con brio ed appassionato και Arietta.Adagio molto semplice e cantabile, με την Arietta να εμφανίζει στην τρίτη variation μιαν αντιστικτική επεξεργασία, που φέρνει στο νου ακόμη και… τζαζ σύνθεση! Κριτική στο αίσθημα τού παιξίματος τού Αυστριακού δεν υπάρχει (εγώ τουλάχιστον δεν πρόκειται να κάνω).