Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 164

19/5/2019
Βγαίνουν κάποιοι τώρα και βρίζουν τη Μαντόνα, παριστάνοντας τους πονηρούς.
Ρε εμείς τη βρίζαμε στα έιτις και θεωρούσαμε «μαλάκες» όσους την εύρισκαν με τέτοια πράγματα, όταν υπήρχαν συγκροτήματα όπως οι Pere Ubu και οι Mecano.
Ρε, εδώ, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγοράσεις ούτε Simple Minds, άμα άκουγες Tuxedomoon. Ή για να το πω αλλιώς. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγοράσεις «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», άμα άκουγες Λευκή Συμφωνία.
Έτσι μεγαλώσαμε, μέσα από τέτοιες «ακρότητες» (δίνοντας αξία στα λεφτά μας), και γι’ αυτό περιφρουρήσαμε τα γούστα μας και τα διαφυλάξαμε από την κατρακύλα, που ήθελαν οι διάφοροι νταραβεριτζήδες των μίντια να μας επιβάλλουν.
Τώρα; Τώρα ο κλοιός είναι πιο ασφυκτικός για τους νεότερους και πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να ξεφύγουν. Νταραβεριτζήδες δεν υπάρχουν πια, και αν υπάρχουν δεν επηρεάζουν, αλλά υπάρχει ένα εξατομικευμένο σύστημα πληροφόρησης, που είναι πολύ χειρότερο, επειδή είναι κατευθυνόμενο και χτυπάει σαν το λέιζερ.
Το να υπάρχει απλώς κάτι, κάπου, κρυμμένο δεν συνιστά δημοκρατία. Δημοκρατία συνιστά το «κρυμμένο» να παίζει με σοβαρές πιθανότητες να το ανακαλύψεις και να το διαδώσεις. Και αυτό έχει παύσει προ πολλού να ισχύει.

18/5/2019
Υπάρχει μια κλασική διαφημιστική αντίληψη, ένα παιγνίδι του μάρκετιν, που λέει πως... αν χρησιμοποιήσεις όλα εκείνα τα αρνητικά που σου προσάπτουν, κάνοντας παιγνίδι με αυτά, δίχως τάχα να μασήσεις, επιχειρώντας να τα μετατρέψεις σε θετικά, μηδενίζεις ουσιαστικά τα επιχειρήματα του αντιπάλου σου. Στις προεκλογικές καμπάνιες το βλέπουμε αυτό όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια.
Ο αφελής Λαφαζάνης πίστευε, στις δεύτερες εκλογές του 2015, πως τις βλακείες που έλεγε για το νομισματοκοπείο θα μπορούσε να τις στρέψει προς άλλη ρότα (δια του χιούμορ), προσπορίζοντας οφέλη στο κόμμα του. Φυσικά, απέτυχε παταγωδώς (και εξαιτίας εκείνης της κάκιστης διαφήμισης).
Το ίδιο κάνει τώρα η Δούρου. Μόνο που στην περίπτωσή της, και σε σχέση με το σποτ που έβγαλε για την τραγωδία στο Μάτι, δεν μπορείς να κάνεις πλάκα – μπορείς να είσαι μόνο σοβαρός, αδιόρατα θλιμμένος, αλλά κατά βάθος… μουλωχτά απελπισμένος. 
Αντί να εστιάσει η Δούρου στα όποια θετικά μπορεί να έκανε στη θητεία της (αν έκανε κάτι, γιατί εγώ δεν έχω πάρει χαμπάρι τίποτα, αλλά μπορεί και να έκανε…) η ίδια επέλεξε να διαφημιστεί σε σχέση με το Μάτι. Αν είναι δυνατόν! Θα χάσει και τ’ αυγά και τα καλάθια και μάλιστα θα ηττηθεί από ένα αστείο άτομο, που τουλάχιστον ξέρει γιατί δεν πρέπει να της κάνει το χατίρι, κατεβαίνοντας, μαζί της, σε δημόσιο διάλογο.
Δεν ξέρω αν είναι έξυπνη η Ρένα, δεν είμαι σίγουρος, οπωσδήποτε όμως είναι… οφσάιντ. 

18/5/2019
Υπάρχει δυνατή, σύγχρονη, χορευτική μαύρη μουσική, που δεν είναι ευτελής και που υπάρχει πιθανότητα να την ξανακούσεις και μετά από δέκα χρόνια και να πεις… ρε πόσο γαμάτα ήταν τελικά τα τέλη των 10s και τι μαλακίες ακούμε τώρα.
Bruno Mars “Finesse” από το 2016. Το γύρισε και με την Cardi B το ’18 (πλησιάζει τα 600 εκατομμύρια προβολές στο YouTube), αλλά η πρώτη εκτέλεση είναι η καλύτερη.  

18/5/2019
Στις 29 Απριλίου συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από το θάνατο του Λεωνίδα Χρηστάκη. Γράφτηκαν διάφορα. Εγώ είχα γράψει κάτι παλιά. Και θα ξαναγράψω...
Οπωσδήποτε ο ρόλος του Χρηστάκη υπήρξε θετικός στα εκδοτικά πράγματα (και στα εικαστικά, αλλά αυτά με ενδιαφέρουν λιγότερο, όχι πως μου είναι αδιάφορα). Πρόσφερε έντυπα και βιβλία, τα οποία οφείλει κανείς να τα προσεγγίσει με μεγάλη προσοχή για πολλούς και διαφόρους λόγους, γιατί όπως έλεγε και ο ίδιος για τα βιβλία του... «τα βιβλία μου δεν έχουν ποιότητα, είναι όπως ο τσελεμεντές, μια ανασύνθεση στοιχείων». Επίσης να πω πως δεν αντιμετωπίζω τον Χρηστάκη ως... underground. Ούτε και ο ίδιος αντιμετώπιζε ως underground τον εαυτό του. Η λέξη είναι πολυφορεμένη κι έχει χάσει τελείως το νόημά της. Το "περιθωριακός" τού ταίριαζε καλύτερα σαν χαρακτηρισμός, και δεν το(ν) είχε αρνηθεί και ο ίδιος (για τον εαυτό του). Αργότερα τού κόλλησαν το underground, για να τον "πουλήσουν" καλύτερα στο "χώρο". Ο οποίος "χώρος", να υπενθυμίσω, θεωρούσε το Ιδεοδρόμιο "Ριζοσπάστη του περιθωρίου" και το έκαιγε. Αυτά όμως δεν τα γράφουν σήμερα. Άλλοτε θα πούμε περισσότερα...

17/5/2019
Πριν κάτι μέρες είχα δει τον Sin Boy στον Αρναούτογλου. Μου είχε στείλει φίλος το κλιπ της εκπομπής στο inbox, ήθελα κάτι να γράψω, ξεχάστηκα, αλλά σήμερα μου το ξαναθύμισαν δύο φίλες και λέω τώρα να πω δυο λόγια.
Εντάξει, δεν θα πω για το Mama?, που είναι γελοίο για μένα (αλλά αναγνωρίζω ότι είναι πιασάρικο και δικαιολογημένα έχει ξεπεράσει τα 20 εκατομμύρια views, αφού αυτή τη μουσική ακούνε σήμερα οι 15χρονοι), θα πω όμως κάτι σε σχέση μ’ αυτά που έλεγε στην τιβί ο Sin Boy.
Τα λόγια αυτού του τύπου, βασικά, περιστρέφονταν γύρω από το χρήμα, τα φράγκα. Για τα λεφτά, δε, φαίνεται πως θα μπορούσε να πουλήσει ακόμη και τη μάνα του (όπως λέμε), να συνεργαστεί με οποιονδήποτε μαλάκα ή λιγότερο μαλάκα, να γράψει ό,τι να ’ναι, να προκαλέσει με όποιο τρόπο, να φτύσει όποιον δεν γουστάρει (χωρίς σοβαρό λόγο ή αιτία), να πει δήθεν «αλήθειες» (διάβαζε και «παπαριές»), που να ικανοποιούν τη φάρα του κ.ο.κ.
Ο Sin Boy, που είναι αλβανικής καταγωγής, έχει φάει ρατσισμό, όταν ήταν πιτσιρικάς, και τώρα παίρνει την εκδίκησή του. Γι’ αυτό οι ρατσιστές είναι μαλάκες, πέρα από φασίστες ή ό,τι άλλο – και για έναν επιπλέον λόγο δηλαδή. Γιατί δημιουργούν το έδαφος, ώστε να βλαστήσουν ενστικτώδεις, δηλαδή ζωώδεις συμπεριφορές, που καλλιεργούν την εκδίκηση (υπό οποιονδήποτε μανδύα).
Έτσι κάπως σκάνε και οι χθεσινοί φτωχομπινέδες, οι ρέστοι, που φάγανε (άδικα) την απόρριψη της ζωής τους και που ξαφνικά βρέθηκαν με λεφτά και θέλουν όλους να μας γ@μήσουν. 

16/5/2019
Τρία χρόνια πριν ήταν ο Χοντρός, πριν λίγες ημέρες ο Γρηγόρης Φαληρέας, τώρα ο Δημήτρης Χατζής. Οι κλασικοί άνθρωποι του δίσκου (όχι του βινυλίου - αρχίζω να σιχαίνομαι τη χιψτερωτή λέξη βινύλιο) ένας-ένας μας χαιρετάνε...
Δεν ήμουν πελάτης του Χατζή, αλλά ψώνιζα από το παλιό μαγαζί του (στη Σόλωνος, αριστερά όπως την κατεβαίνεις, μετά την Ασκληπιού). Όταν λέω ότι δεν ήμουν πελάτης εννοώ πως ψώνιζα απ' όλους τους δισκάδες και όχι από έναν μόνο (όπως έκαναν κάποιοι φίλοι μου - ίσως γιατί έτσι πετύχαιναν καλύτερες τιμές).
Θυμάμαι πως από τον Χατζή θέριζα, ανάμεσα σε άλλα, τα άλμπουμ της Xotic Mind στα nineties, τα οποία πούλαγε ακριβά, 8800 δραχμές, αλλά τελικά έκοβε το 800άρι και σ' εμένα.
Στη μνήμη του αυτό το φοβερό track...

KARAKORUM / MANU LOUIS / BJORN RIIS progressive rock και synth-wave από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη

KARAKORUM: Fables and Fairytales [Tonzonen Records]
Βαυαροί προγκρεσιβάδες (από την πόλη Mühldorf am Inn), οι Karakorum έχουν έτοιμο το δεύτερο άλμπουμ τους, το “Fables and Fairytales”, που κυκλοφορεί δύο χρόνια μετά το “Beteigeuze”.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει τρία μόλις tracks, ένα περίπου 10λεπτο, ένα περίπου 14λεπτο (στην πρώτη πλευρά του βινυλίου αμφότερα) κι ένα ακόμη 23λεπτο (που καταλαμβάνει όλη τη δεύτερη πλευρά). Μέλη των Karakorum είναι οι Axel Hackner όργανο, σύνθια, φωνή, Max Schörghuber κιθάρα (από το δεξί κανάλι), φωνή, Bernhard Huber κιθάρα (από το αριστερό κανάλι), φυσαρμόνικα, φωνή, Jonas Kollenda μπάσο, φωνή και Bastian Schuhbeck ντραμς, βιμπράφωνο και λοιπά κρουστά. Τούτη είναι η βασική πεντάδα, καθότι στο μεσαίο track υπάρχουν και δύο guests (σε τούμπα ο ένας, ενώ ο άλλος… κραυγάζει).
Οι Karakorum είναι στενά συνδεδεμένοι με το κάπως πιο hard progressive rock (και) του γερμανικού παρελθόντος, και συγκροτήματα όπως τα Jane, Epitaph και Birth Control φαντάζομαι πως πολύ θα τα εκτιμούν. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν ακούγονται σαν αντιγραφείς εκείνων, καθότι προβάλλουν ανάμεσα στα ποικίλα passages και «ζαππισμούς», βασικά στα φωνητικά, όπως και σε κάποιες «άκομψες» και απότομες εναλλαγές στο (μεσαίο) “Smegmahood”, ενώ στις liner notes κάνουν λόγο, εν είδει επιρροής, και για τους Dave Brubeck, Klaus Doldinger, Tigran Hamasyan, καθώς και για τον… electric sufi Dhafer Youssef (αν ακούσεις το “Fables and Fairytales”, με προσοχή, θα μπορέσεις σίγουρα να ταυτοποιήσεις πότε το ένα και πότε το άλλο).
Μια γερή, στιβαρή, old school progressive μπάντα είναι οι Karakorum, χωρίς αναίτιες αισθητικές παραχωρήσεις. 
MANU LOUIS: Cream Parade [Igloo Records]
Ο Manu Louis είναι Βέλγος, που ζει εναλλάξ σε Γερμανία (Βερολίνο) και Ισπανία. Έχει ηχογραφήσει έως ώρας ένα άλμπουμ, το “Kermesse Machine” [BEL. Igloo, 2016], το οποίο, το discogs, το περιγράφει ως “synthwave, vocal, leftfield”, με το “Cream Parade” να αποτελεί τη δεύτερη δουλειά του.
Δεν ξέρω για το πρώτο του, αλλά αυτό το δεύτερό του είναι ένα πολύ περίεργο άλμπουμ. Οπωσδήποτε το eighties-electro (πείτε το και “synthwave”) αποτελεί, και εδώ, μία πολύ βασική επιρροή για τον Manu Louis, όπως και το “vocal” εξάλλου, υπό την έννοια πως δεν έχουμε να κάνουμε με τυπικά τραγούδια, αλλά με «πλατφόρμες» πάνω στις οποίες αραδιάζονται (γαλλικά και αγγλικά) λόγια – λόγια, που τραγουδιούνται από ελαφρώς έως καθόλου, καθώς απαγγέλλονται, συνήθως, έστω και με έναν επιτηδευμένο τρόπο. Τώρα, εκείνο το “leftfield” δεν μπορώ να το επεξηγήσω και τόσο (και δεν μ’ ενδιαφέρει να το κάνω… εδώ που τα λέμε).
Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η διάθεση για ψάξιμο σχετικώς με το “Cream Parade”, την οποία θα μπορούσες να την αποκαλέσεις ακόμη και experimental, μέσα από τις ακόμη-και-jazz ακόμη αποκλίσεις της (και δεν αναφερόμαστε, εδώ, μόνο στο εισαγωγικό “Saxophone”), μια διάθεση που κατορθώνει να δημιουργήσει και κάποια ωραία τετελεσμένα.
Ο λόγος, σε πρώτη φάση, για το 5λεπτο “Data farm”, ένα track κάπως moody και bluesy, που διαθέτει, πέραν των φωνών, των synths και των προγραμματισμών, άλτο σαξόφωνο, όργανο και κρουστά, και το οποίον οπωσδήποτε ξεχωρίζει και, σε δεύτερη (φάση), για το πιο poppy και πιο lo-fiInternet”.
Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλά tracks στο “Cream Parade” αυτής της ευφράδειας και τούτο, οπωσδήποτε, είναι ένα ζήτημα. 
BJØRN RIIS: A Storm is Coming [Karisma Records, 2019]
Για το προηγούμενο άλμπουμ τού νορβηγού συνθέτη, κιθαρίστα και τραγουδιστή Bjørn Riis, το “Forever Comes to an End”, είχαμε γράψει τον Αύγουστο του 2017, τονίζοντας μαζί με ό,τι άλλο (και) τις πολύ βασικές Floyd-ικές αναφορές του.
Μέλος των επίσης Floyd-ιστών Airbag (με καλή progressive δισκογραφία), ο Riis επανέρχεται στο προσκήνιο με το πιο πρόσφατο “A Storm is Coming”, ένα γεμάτο άλμπουμ – γεμάτο με όλα εκείνα τα τυπικά prog χαρακτηριστικά, μιας μπάντας (γιατί ο Riis δεν είναι μόνος του εδώ), που θέλει να σέβεται αυτό το τόσο επιδραστικό genre. Ναι, γιατί οι Pink Floyd υπήρξαν/είναι «είδος» από μόνοι τους, με χιλιάδες κατοπινούς ζηλωτές, που πίνουν νερό στ’ όνομά τους σε κάθε γωνιά του κόσμου. (Και στην Ελλάδα έχουν υπάρξει βεβαίως ποικίλοι Floyd-ιστές, αλλά αυτό δεν είναι της ώρας).
Στο “A Storm is Coming” ο Riis δέχεται βασικές βοήθειες σε ντραμς, πλήκτρα, κιθάρες και φωνητικά, κι ας είναι ο ίδιος επαρκέστατος ως κιθαρίστας και τραγουδιστής. Όλες οι συνθέσεις του, δε, είναι πολύ καλές, με έφεση στις μελωδίες και στα μεγαλόπνοα σόλι, που πάνε παραλλήλως με τα αργά και μέσα τέμπι και με τα εντελώς Floyd-ικά, ώρες-ώρες, φωνητικά.
Όλα τα κομμάτια μετράνε, όπως προείπαμε, με το 14λεπτο “Stormwatch” να ξεχωρίζει για τις πολλές και ποικίλες μεταλλαγές του (φωνητικές, ακουστικές, περιβαλλοντικές, προγκρεσιβάδικες), όπως και το 7λεπτο “Icarus”, για τη χρήση των κιθαρών (ακουστικών τε και ηλεκτρικών).

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

LOSEN RECORDS νέα άλμπουμ από Anders Jormin και Meditations & Prayers

ANDERS JORMIN: Poems for Orchestra [Losen Records, 2019]
Πολύ σοβαρό και βαρύ άλμπουμ, το “Poems for Orchestra”, του διακεκριμένου σουηδού κοντραμπασίστα Anders Jormin, απευθύνεται, οπωσδήποτε, σε μυημένους τζαζ ακροατές. Αν, τώρα, αυτοί οι ακροατές διαθέτουν, περαιτέρω, και μια γνώση της σκανδιναυικής ποιητικής παράδοσης, κατανοούν δηλαδή τη δανική και τη σουηδική γλώσσα, τότε ακόμη καλύτερα. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε κι εμείς να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο CD και να γράψουμε, όσα πρέπει να γράψουμε (έχοντας σαν μπούσουλα και όσα σημειώνει ο ίδιος ο Jormin στις liner notes του triple-folded digipak).
Να πούμε τώρα τι για τον Jormin; – έναν από τους κορυφαίους ευρωπαίους κοντραμπασίστες, με άπειρη δισκογραφία (προσωπική και συμμετοχές) και με παρουσία σε σχήματα, όπως το Bobo Stenson Trio, που έχει γράψει σπουδαία ιστορία (με τις εγγραφές του στην ECM). Εκείνο που έχει νόημα να σημειώσουμε είναι πως ο Jormin δεν πρωτοεμφανίζεται στη Losen Records, κάτι που δείχνει το προφανές – πως ένα μέρος των ποικίλων δραστηριοτήτων τού σουηδού συνθέτη θα βλέπει το φως (και) μέσα από την νορβηγική εταιρεία.
Στο “Poems for Orchestra” ο Jormin χειρίζεται κοντραμπάσο γράφοντας μουσικές, πάνω σε στίχους σκανδιναυών ποιητών – του Σουηδού Pär Lagerkvist (1891-1974), του επίσης Σουηδού Tomas Tranströmer (1931-2015), του Δανού Søren Ulrik Thomsen (γενν. 1956) και της συνοδοιπόρισσάς του, εδώ, της βιολίστριας-τραγουδίστριας Lena Willemark. Πέραν της Willemark, δίπλα στον Σουηδό είναι σταθερά η Karin Nakagawa σε κότο, ενώ στο set υπάρχουν επιπρόσθετα πιάνο, μπάσο, ντραμς και ακόμη μια ορχήστρα, η Bohuslän Big Band, που έχει σημαντικό ρόλο όσον αφορά στα πνευστά ηχοχρώματα.
Η προσέγγιση τού Jormin είναι εκείνη μιας «έντεχνης» ευρωπαϊκής jazz, διανθισμένης με ποικίλα φολκλορικά στοιχεία, τα οποία συμβολίζει, μέσα στο πλήθος των οργάνων που ακούγονται στο “Poems for Orchestra”, το ιαπωνικό κότο. Φυσικά, τα φολκλορικά στοιχεία προωθούνται και μέσω του βιολιού της Willemark (σε tracks όπως το “Not” για παράδειγμα), είναι όμως το 10λεπτο “Hirajoshi” που κάνει εδώ τη μεγάλη διαφορά, δίνοντας την ευκαιρία στον Jormin να συνθέσει ένα μαγικό track, που στηρίζεται μελωδικά στη φερώνυμη ιαπωνική κλίμακα και στιχουργικά στα τύπου χαϊκού στιχουργήματα της Willemark.
Αυτή είναι η πολύ μεγάλη στιγμή του άλμπουμ, ακριβώς στη μέση της διάρκειάς του, που έχει τη δύναμη να έλκει όλα τα προηγούμενα και όσα θα ακολουθήσουν. 
MEDITATIONS & PRAYERS: Stabat Mater [Giraffa Records, MusikkLosen, 2019]
Οι Meditations & Prayers είναι σχήμα που αποτελείται εκ των Mathilde Grooss Viddal σοπράνο σαξόφωνο, κλαρίνο, μπάσο-κλαρίνο, κοντραμπάσο-κλαρίνο, Harpreet Bansal βιολί, Per Willy Aaserud τρομπέτα, ηλεκτρονικά, Børge-Are Halvorsen τενόρο σαξόφωνο και Øyvind Brække τρομπόνι, με το πρόσφατο CD του να αφορά σε δύο tracks, το 8μερές “Stabat Mater” (ομαδική σύνθεση – γράφουμε στη συνέχεια) και το 4λεπτο “Peace” (σύνθεση της Viddal).
Το “Stabat Mater”, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ είναι μια λειτουργία φυσικά, με σαφείς αναφορές, σε ορισμένα μέρη της, σε Sibelius (IV. Hymn Of Tähti), Charlie Haden (VI. For Turiya) και Thelonious Monk (VII. Abide with me), ενώ υπάρχουν και γενικότερες επιρροές από ψαλμούς, χορωδιακά άσματα και προσευχές σκανδιναυικής, πάντα, προέλευσης.
Η θρησκευτική φύση του έργου είναι λοιπόν προφανής και οικοδομείται τούτη μέσα από τα, με τελετουργικό τρόπο, αναπτυσσόμενα μέρη της λειτουργίας, που είναι αργά στην εξέλιξή τους, αρκούντως υποβλητικά, και με παιξίματα διαβρωτικά κυρίως από τα μπάσα όργανα, που έχουν ένα ρόλο πολύ ειδικό και πολύ αποδοτικό συγχρόνως, όσον αφορά στη διευθέτηση ενός κάποιου μυστηριακού κλίματος.
Εντυπωσιακή παίκτρια η Mathilde Grooss Viddal, παίρνει πάνω της το πιο μεγάλο βάρος του “Stabat Mater”, προσφέροντας μιαν εγγραφή που περνάει, βεβαίως, από την jazz, αφήνοντάς την, όμως, γρήγορα πίσω της, προκειμένου να περιπλανηθεί σε ποικίλα, δύσβατα και απαιτητικά «μονοπάτια».
Ειδικού ενδιαφέροντος CD, αλλά και εντυπωσιακό συνάμα.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

VIJAY IYER / CRAIG TABORN, STEPHAN MICUS, RALPH ALESSI, BILL FRISELL / THOMAS MORGAN νέα άλμπουμ στην ECM I

VIJAY IYER / CRAIG TABORN: The Transitory Poems [ECM Records, 2019]
Δύο από τους πιο νέους και πιο αξιοσημείωτους πιανίστες της jazz (και πέραν αυτής), οι σχεδόν συνομήλικοι Vijay Iyer (γενν. 1971) και ο Craig Taborn (γενν. 1970), συναντιούνται στο “The Transitory Poems”, ένα άλμπουμ που είναι ζωντανά ηχογραφημένο στο concert hall της Franz Liszt Academy of Music, στη Βουδαπέστη, την 12η Μαρτίου 2018. Οι επτά από τις οκτώ συνθέσεις, που αποτυπώνονται εδώ, είναι δικές τους, ενώ μόλις το ένα μέρος από το έσχατο τριμερές “Meshwork / Libation / When Κabuya dances” αποτελεί version, καθώς ανήκει στην Geri Allen.
Δεν είναι πρωτόφαντη η συνεργασία των Iyer και Taborn (στο “The Transitory Poems”), καθώς φαίνεται πως συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο άλμπουμ “Far Side” [ECM, 2010] των Roscoe Mitchell The Note Factory. Μάλιστα, εκείνη η κοινή παρουσία τους τούς έδωσε τη δυνατότητα να μοιραστούν, στην πορεία, κάμποσες φορές την ίδια σκηνή, πριν καταλήξουν (και) στη δισκογραφία.
Στο υλικό που αποτυπώνεται στο “The Transitory Poems” χωράει πολύς αυτοσχεδιασμός (έστω και πάνω σε μια προσυνεννοημένη βάση), ενώ οι αναφορές-αφιερώσεις σε πιανίστες όπως οι Cecil Taylor, Muhal Richard Abrams και Geri Allen δείχνουν τον τρόπο της πιανιστικής σκέψης των Iyer και Taborn, που διαπνέεται (η σκέψη) από ποικίλες παραδόσεις, που μπορεί να ξεκινούν από τη λυρικό ιμπρεσιονισμό και να καταλήγουν στην πρωτοπορία.
Βαρύ, αλλά απολύτως ενδιαφέρον άκουσμα, που, ίσως, θα ταίριαζε περισσότερο στην ετικέτα ECM New Series.
STEPHAN MICUS: White Night [ECM Records, 2019]
Όσο και να ψάξεις στη δισκογραφία πολύ δύσκολα θα συναντήσεις κάποιο μουσικό, που να έχει ξεκινήσει τη διαδρομή του πριν από 47 χρόνια, εξακολουθώντας, μέχρι και σήμερα, να δίνει σπουδαίους δίσκους. Και τούτο να το πράττει όχι αραιά και πού, ανά διαστήματα δηλαδή, βγάζοντας ένα δίσκο κάθε πέντε ή δέκα χρόνια, αλλά συνεχώς και χωρίς σταματημό.
Ο Micus έχει ηχογραφήσει 27 άλμπουμ (η πληροφορία είναι από το discogs – και ελπίζω να μην έχει ξεχαστεί κάποιο), πράγμα που σημαίνει πως ανά δύο χρόνια, χοντρικώς, είναι στο στούντιο για να γράψει… για να γράψει το επόμενο αριστούργημά του δηλαδή, καθότι πολύ δύσκολα θα βρεις κάτι στη δισκογραφία του, που να ηχεί κατώτερα.  
Στην πιο πρόσφατη δουλειά του, που αποκαλείται  White Night”, ο γερμανός μουσικός πράττει εκείνο που ξέρει καλύτερα απ’ όλους. Να στήνει ένα υπερβατικό, πνευματικό σκηνικό, χωρίς άλλους δίπλα του, παίζοντας όλα τα όργανα μόνος του και χτίζοντας βήμα-βήμα εκείνη την ηχητική ατμόσφαιρα που θέλει και επιδιώκει. Και τούτο να συμβαίνει, χωρίς εμφανείς παραπομπές σε συγκεκριμένες παραδόσεις, αλέθοντας με το δικό του τρόπο τις ποικίλες μουσικές των λαών, προτείνοντας, πάντα, κάτι δικό του και κάτι ξεχωριστό.
Έτσι λοιπόν, αν υπάρχει, στην περίπτωση του Micus, κάτι που να προδίδει τις εκάστοτε αναφορές του, εκείνο σχετίζεται μόνο με τα συγκεκριμένα όργανα, που κάθε φορά χρησιμοποιεί – γιατί, από ’κει και κάτω, οι συνθέσεις του είναι τόσο ερμητικές, τόσο συμπαγείς και τόσο ιδιότυπες, ώστε πολύ δύσκολα αναλύονται σε… επιμέρους. Σε ό,τι επιμέρους.
Τι ακούμε λοιπόν εδώ; Καλίμπες από Τανζανία, Μποτσουάνα, Ναμίμπια και Αιθιοπία, ιδιοκατασκευασμένη 14χορδη κιθάρα, αρμένικο duduk, δυτικο-αφρικανική άρπα sinding, γκανέζικο talking drum dondon και αιγυπτιακό nay.
Στα χέρια κάποιου τυπικού, έντεχνου, μουσικού του κόσμου, αυτά τα όργανα θα μπορούσε να δώσουν μιαν ηχητική «σαλάτα», στα χέρια του Stephan Micus δίνουν (το ξαναλέμε) ένα αριστούργημα.
(Η λέξη «αριστούργημα» μπορεί να φαίνεται κοινή και πολύ-χρησιμοποιημένη, άρα να χάνει κάπου το νόημά της, αλλά για τα άλμπουμ του Stephan Micus δεν υπάρχει άλλη).
RALPH ALESSI: Imaginary Friends [ECM Records, 2019]
Τρομπετίστας με μεγάλη καριέρα-διαδρομή, ο Ralph Alessi έχει βρεθεί δίπλα σε τρανά ονόματα σαν τον Sam Rivers ή τον Fred Hersch, έχοντας συνεργαστεί επίσης με τους Uri Caine, Steve Coleman, Ravi Coltrane κ.ά. Κοντά σ’ αυτά και η προσωπική δισκογραφία του, που περιλαμβάνει κάμποσα άλμπουμ (και στην ECM και πέραν αυτής), μια δισκογραφία που τώρα βρίσκεται σε νέο σκαλί, που τιτλοφορείται  Imaginary Friends”.
Σ’ αυτό το CD, που περιλαμβάνει εννέα συνθέσεις τού Alessi, δίπλα στον αμερικανό τρομπετίστα παρατάσσονται οι Ravi Coltrane τενόρο σαξόφωνο, σοπρανίνο, Andy Milne πιάνο, Drew Gress κοντραμπάσο και Mark Ferber ντραμς. Μουσικοί με πείρα, σε κάθε περίπτωση, που αποδεικνύονται ιδανικοί στη διευθέτηση των συγκεκριμένων συνθέσεων, οι οποίες κινούνται στην αιχμή εκείνου που θα αποκαλούσαμε contemporary jazz. Λεπτεπίλεπτος και ραφιναρισμένος αυτοσχεδιασμός οπωσδήποτε υπάρχει εδώ, αλλά είναι τόσο σοφά ενταγμένος μέσα σ’ αυτό το άρτιο μελωδικό πλάνο, που ορίζει ο Alessi, ώστε το τελικό πλαίσιο να καθορίζεται περισσότερο από τις δεσμεύσεις του, παρά από τις ελευθερίες του.
Με συνθέσεις, κυρίως, μέσης και μεγάλης διάρκειας, ο Ralph Alessi, οδηγεί μια μπάντα, που θα βρίσκεται πάντα «εκεί», έτοιμη να ανταποκριθεί πλήρως και ανά πάσα στιγμή σ’ αυτό το ελαφρώς σοφιστικέ είδος jazz, που διαθέτει παντού φίλους.
BILL FRISELL / THOMAS MORGAN: Epistrophy [ECM Records, 2019]
Ο Thomas Morgan είναι αμερικανός μπασίστας, σχετικώς νέος ακόμη (είναι 38 ετών), αλλά με μεγάλη πορεία πίσω του – και στην ECM, καθώς έχει εμφανισθεί σε άλμπουμ των Tomasz Stanko, John Abercrombie, Craig Taborn, Giovanni Guidi, Jakob Bro κ.ά. Ο δε Bill Frisell δεν χρειάζεται, νομίζουμε, συστάσεις, καθώς ο κιθαρίστας αυτός από τη Βαλτιμόρη, που πλησιάζει τα 70, είναι ένα κεφάλαιο από μόνος του στο βιβλίο της… σύγχρονης μουσικής.
Στο “EpistrophyFrisell και Morgan δεν συνεργάζονται για πρώτη φορά, καθώς έχει προηγηθεί το προπέρσινο “Small Town” [ECM, 2017], που ήταν ζωντανά ηχογραφημένο στο Village Vanguard (της Νέας Υόρκης) τον Δεκέμβριο του 2016. Ζωντανά ηχογραφημένο, και μάλιστα στον ίδιο χώρο (Μάρτιος 2016), είναι όμως και το “Epistrophy”, οπότε, αν και προηγείται ημερολογιακώς του “Small Town”, δισκογραφικώς δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια συνέχειά του.
Στο άλμπουμ καταγράφονται εννέα tracks, που αποτελούν όλα versions. Tracks των Jerome Kern, Doc Pomus, John Barry, Billy Strayhorn, Thelonious Monk κ.ά., ενώ ανάμεσα διασκευάζεται κι ένα παραδοσιακό, το “Red river valley”.
Η προσέγγιση είναι λιτή, καθώς την… λιτότητα την επιβάλλει κατά μίαν έννοια το σχήμα κιθάρα-κοντραμπάσο και οπωσδήποτε με πολλά παρεμβατικά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, που δείχνουν την εξοικείωση του ντούο με το εν λόγω ρεπερτόριο, και βεβαίως την άνεσή του να ξεπερνά τις βασικές-αρχικές μελωδίες, ανατρέποντας τη φυσική ροή τους, προς χάριν μιας πιο ελεύθερης και περιπετειώδους διαδρομής.
Όχι εύκολο άκουσμα, που έχει όμως τις στιγμές του (για όλους). 

Η ECM Records εισάγεται από την ΑΝ Music