Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΥΖΑΣ ένα «έντεχνο» άλμπουμ

Το «Όταν γελάσει το νερό…» [Ιδιωτική Έκδοση, 2016] είναι ένα συμπαθητικό «έντεχνο» άλμπουμ, που διακρίνεται για την… ανεξαρτησία του. Δημιουργοί του είναι η ποιήτρια Αγγέλα Μάντζιου, που απαγγέλει τα ποιήματά της και ο συνθέτης, τραγουδιστής Γιάννης Βρύζας, που γράφει τις μουσικές και τραγουδά σε τέσσερα κομμάτια (το σημειώνω, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι απαγγελίες, με τη συνοδεία μουσικής).
Τέτοια άλμπουμ, σαν το συγκεκριμένο, τυπώνονταν σε κάθε εποχή και κυρίως από κάτι μικρά και επισκιασμένα labels (άκου εγγραφές των Rod Strofes και IRA π.χ. από τα seventies), ικανοποιώντας, κυρίως, τις προσωπικές ανάγκες εκείνων που τα εμπνέονταν και τα έφτιαχναν – καθώς δύσκολα τέτοιου τύπου αντιεμπορικές καταγραφές θα μπορούσε να δρασκελίσουν τα κατώφλια των πολυεθνικών.
Το άκουσμα τού «Όταν γελάσει το νερό…» είναι συμπαθητικό. Ο Βρύζας γράφει καλές «έντεχνες» μελωδίες (απουσιάζει το μπουζούκι από τις ενοργανώσεις), τις οποίες υποστηρίζει σωστά μια ομάδα το ίδιο καλών και γνωστών μουσικών (ανάμεσά τους ο περκασιονίστας Κώστας Χανής,, ο κιθαρίστας Γρηγόρης Τσάτσος, ο επίσης κιθαρίστας Μανόλης Ανδρουλιδάκης…).
Το συμπαθητικό, το ξαναλέω, αποτέλεσμα υποσκάπτεται, όσο υποσκάπτεται, από τις φωνές – καθώς αυτές έχουν ορισμένα ζητηματάκια. Νομίζω πως κάποιοι επαγγελματίες απαγγελτές-τραγουδιστές θα έδιναν άλλη, διαφορετική, αρτιότερη πνοή στην ηχογράφηση.
Ας το δει αυτό ο συνθέτης σε κάποια επόμενη δουλειά του…
Επαφή: 4vryzas@otenet.gr

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

ο κιθαρίστας KΩΣΤΑΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΑΚΗΣ κουρδίζει και σε DADGAD (α λα Davey Graham)

Κιθαρίστας (κλασικός) με μακρόχρονη πορεία σε σκηνές και στη δισκογραφία, ο Κώστας Μακρυγιαννάκης (με συμμετοχές «Στο Πάρκο των Σκύλων» του Μανώλη Φάμελλου το 1996, όπως και στο «Από ’Δω και Πάνω» του Γιάννη Αγγελάκα το 2005) έχει τώρα ένα δικό του άλμπουμ, στην κυπριακή εταιρεία Louvana Records, που αποκαλείται Fragments. Πρόκειται για ένα σόλο-κιθάρα CD, το οποίον αποτελείται από τρία μέρη – τα Sketches, την Pop Sonata και το Lapses of Light. Το κάθε μέρος συνιστά (και) μια ξεχωριστή ενότητα, που αναπτύσσεται μέσα από επιμέρους θέματα, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αξίζει να δούμε αυτές ακριβώς τις ενότητες ξεχωριστά.
Τα “Sketches” είναι πέντε, τα “Recitativo no 1” “2” και “3”, καθώς και δύο συνθέσεις του γάλλου συνθέτη του μπαρόκ François Couperin (1668-1733). Τα τρία ρετσιτατίβα έχουν μικρές διάρκειες (2:49, 1:56, 1:36), αποτελώντας απλές, αλλά δεξιοτεχνικές ασκήσεις (ή σκετς). Η μελωδικότητα, όπως και η αφηγηματικότητά τους είναι προφανείς και το μόνο που λείπει (ας το πούμε έτσι) είναι ο λόγος για να υπαχθούν και τα τρία στα… τραγούδια. Αν τα ρετσιτατίβα έχουν τις θέσεις «ένα», «τρία» και «πέντε», οι συνθέσεις του Couperin είναι οι «δύο» και «τέσσερα». Έξοχα κομμάτια, μεταγραμμένα για λαούτο ήδη από τα χρόνια του συνθέτη τους, ακούγονται τώρα από την κιθάρα του Μακρυγιαννάκη και μαγεύουν. Ειδικώς το “La voluptueuse” μου θύμισε το πιο γνωστό (και μεταγενέστερο) “Plaisir d'amour” του Jean-Paulgide Martini από το 1784 (και δεν πρέπει να είναι καθόλου απίθανο ο Martini να ήταν επηρεασμένος από τον Couperin).
Η Pop Sonata αποτελείται από τρία θέματα, τα “Intro / Impro (con sortina)”, “Quasi recitativo” και “Toccata percussiva (con sortina)” και όπως γράφει ο ίδιος ο συνθέτης είναι επηρεασμένη από το “Shine on you crazy diamond” των Pink Floyd, τις πιανιστικές μπαλάντες του Billy Joel, όπως και από ρυθμικά patterns της βραζιλιάνικης μουσικής, μαζί με το naïve στυλ των Wham. Αν και δεν ξέρω πόσο φανερά είναι όλα τούτα στα θέματα της Pop Sonata (το brazilian στοιχείo σίγουρα πάντως είναι φανερό), εκείνο που ξέρω είναι πως και τα τρία tracks διαθέτουν μιαν «άνεση» και μιαν ευφράδεια, που υπό συνθήκας θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο «καθημερινές» ποπ καταστάσεις.
Στο τελευταίο μέρος, το Lapses of Light, ο Μακρυγιαννάκης κουρδίζει την κιθάρα του σε DADGAD (ρε μπάσο, λα, ρε, σολ, λα, ρε). Είναι το κούρδισμα κιθάρας που είχε κάνει ο Jimmy Page στο “White summer” με τους Yardbirds και αργότερα στο “Black mountain side” των Led Zeppelin κ.ά. – ένα κούρδισμα, που το είχε ξεσηκώσει, φυσικά, από τον Davey Graham, που πρώτος (κατά πάσα πιθανότητα) το παρουσίασε στη δισκογραφία. Τα έξι tracks, που αποτελούν το Lapses of Light είναι γραμμένα για κάποια παράσταση χορού και εδώ ο Μακρυγιαννάκης χρησιμοποιεί και πεντάλια (looper και delay), προκειμένου να επιτύχει τα ηχοχρώματα που θέλει. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για θελκτικές συνθέσεις, με μπαρόκ, «κλασικά», ρομαντικά και φολκλορικά στοιχεία, που ολοκληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό το… διαφορετικό εν πολλοίς ακρόαμα.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 132

13/12/2018
Πέθανε πριν τρεις μέρες ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης των Ιταλών Banda Bassotti, Angelo Conti. Ήταν 62 ετών.
Τους Banda Bassoti τους είχαμε δει και στην Αθήνα, σε φεστιβάλ της ΚΝΕ και αλλού. Το “Luna Rossa” αναφέρεται στα θύματα της φασιστικής βίας στην Piazza Fontana του Μιλάνου, την 12η Δεκεμβρίου 1969 (είχαν σκοτωθεί 17 άνθρωποι) και είναι γραμμένο από τον Conti.  

12/12/2018 
Παλιά για να βγάλεις διπλό βινύλιο περνούσες από χίλια μύρια κύματα (δεν συζητώ για τριπλό), τώρα οι εταιρείες τυπώνουν διπλά βινύλια για πλάκα. Ούτε το 10% απ' όσα διπλά βινύλια "κόβονται" τώρα δεν θα έβγαιναν παλιότερα. Και αυτό κάτι δείχνει. Ή μάλλον δείχνει πολλά. Πως το βινύλιο έχει φθηνό κόστος παραγωγής (πάρε να 'χεις) και μεγάλο κέρδος, πως ο κόσμος συνήθισε στις μεγάλες διάρκειες (τις οποίες επέβαλε το CD) και δε λέει να κάνει πίσω και πως όσο περισσότερη μουσική ηχογραφείται τόσο πιο πολύ θα δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις το αληθινά σημαντικό, από το αδιάφορο ή το ασήμαντο.

12/12/2018
Υπάρχει «φτωχό σινεμά» (και διεθνώς), το οποίο στην Ελλάδα υποστήριξε με πάθος, φθάνοντάς το σε καλλιτεχνικά ύψη μόνον ο Σταύρος Τορνές (και σ’ ένα άλλο ύψος ο Δήμος Αβδελιώδης). Το λέω, γιατί το σινεμά είναι ακριβή Τέχνη και απαιτεί λεφτά (κάποιο σοβαρό budget τέλος πάντων), για να γίνει όπως πρέπει. Το υποστηρίζω αυτό με αφορμή διάφορα που διαβάζω εσχάτως για το συμπαθητικό «φτωχό σινεμά» του Σταύρου Τσιώλη, με αφορμή την τελευταία ταινία του «Γυναίκες που Περάσατε από Δω».
Εγώ δεν είμαι φαν του σινεμά του Τσιώλη από τα έιτις και μετά, και τις ταινίες του (έχω δει τις πιο πολλές) τις θεωρώ μέτριες. Καλών προθέσεων, αλλά μέτριες. Απεναντίας, θεωρώ εργάρες κάποια από τα φιλμ που έκανε για το Φίνο στις αρχές του ’70, παρά τις όποιες υπερβολές (οι οποίες για μένα δεν είναι ενοχλητικές – σινεμά βλέπουμε, όχι ντοκιμαντέρ). Το λέω, γιατί εσχάτως κουβεντιάζαμε μ’ ένα φίλο για την περίφημη σκηνή από το «Ορατότης Μηδέν» (του Φώσκολου), όταν ο Κούρκουλος καίει στο δρόμο τα υπάρχοντά του καθώς ακούγεται το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου». Ο φίλος υποστήριζε πως η σκηνή δεν έχει αληθοφάνεια, επειδή ο Κούρκουλος βάζει ένα δίσκο σε γραμμόφωνο (και ακούγεται το τραγούδι), ενώ ο ήχος του τραγουδιού τού Πλέσσα προέρχεται από tape! Αν είναι δυνατόν! 
Από τις ταινίες που έκανε ο Τσιώλης στον Φίνο θεωρώ πρώτη του την «Κατάχρηση Εξουσίας» (1971) και φοβερό το σενάριό του για το «Θέμα Συνειδήσεως» (1973) του Πέτρου Λύκα (που για μένα είναι μία από τις κορυφαίες ταινίες της Finos Film, σχεδόν αριστούργημα). Με λυπεί το γεγονός πως ο Τσιώλης θάβει τις ταινίες του στον Φίνο (έτσι νομίζω), ξοδεύοντας για δεκαετίες το ταλέντο του σε κάτι ναΐφ παραγωγές, χωρίς βαθύ και κυρίως χωρίς ουσιαστικό καλλιτεχνικό έρμα. Αυτή είναι η γνώμη μου. 

10/12/2018
Μεγάλο κομμάτι. Ακουγόταν και στα Άγρια Νειάτα του Φώσκολου, με Διονύση Ξανθό, Πίκουλα, Ζαβραδινό και άλλους... Τραγουδάει ο Ιούδας (από το Jesus Christ Superstar) Κίμων Βασιλόπουλος...
 

9/12/2018
Ποστ και τεστ για παλιοσειρές (και ποδοσφαιρόφιλους). Λέμε ονόματα... Έχω βρει αρκετούς, αλλά όχι όλους... Ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή. Σκίτσο τρομερό από τον αείμνηστο ηθοποιό και ζωγράφο Μιχάλη Νικολινάκο...
4/12/2018
Αυτό το κλιπ δεν μπορείς να το δεις μόνο μια φορά. Τις τελευταίες μέρες-νύχτες το βλέπω συνέχεια, από 5-6 φορές την κάθε φορά. Δεν μου έχει συμβεί με πολλά κλιπ από το YouTube αυτό.
Φοβερή περσόνα, απίστευτη φάτσα-χτένισμα-ντύσιμο-κινήσεις, φωνή ανατριχιαστική (εμένα, στο ρεφρέν, αλήθεια τώρα, μου σηκώνεται η τρίχα) και φυσικά ένα μέγιστο τραγούδι – που το χορεύαμε κάποτε στις ντίσκο, δίχως να ξέρουμε ακριβώς το γιατί…

3/12/2018
Ελάχιστοι άνθρωποι έχουν δει το label, το πώς είναι γραμμένα ο τίτλος και τα ονόματα και φυσικά ακόμη λιγότεροι έχουν πιάσει το δίσκο στα χέρια τους. Εθνικός ύμνος, αλλά και τέρας σπανιότητας…
(από βιβλίο είναι, όμως θα σας πω άλλη φορά από ποιο)

29/11/2018
Το άλμπουμ των Βρετανών Nucleus “Snakehips Etcetera” από το 1975, το είχα αγοράσει από το υπόγειο του Κοντογούρη στη δεκαετία του ’80 και ακόμη πιστεύω πως είναι ένα από τα τοπ βρετανικά fusion – θα το έβαζα στα 3-4 καλύτερα.
Έχουν κι άλλα φοβερά άλμπουμ οι Nucleus (εξάλλου αυτό ήταν το έβδομο δικό τους), αλλά είναι πιο σοφιστικέ (σε πιο Miles φάση κ.λπ.). Τούτο εδώ, όμως, είναι απέθαντο jazz-rock, με άπιαστο drive και με κιθάρα που σκοτώνει (από τον άγνωστο Ken Shaw). Και ο Ian Carr βέβαια σε μεγάλη φόρμα ακόμη… (Ακούστε το μέχρι τέλος) 

το FRED HERSCH TRIO ’97 στο Village Vanguard

Έχουμε γράψει πολλές φορές για τον πιανίστα Fred Hersch στο δισκορυχείον – μία από τις πιο μεγάλες, σύγχρονες μορφές τού τζαζ-πιάνου. Επίσης, έχουμε γράψει ειδικώς για την παρουσία τού Hersch στο ναό της jazz, στο κλαμπ Village Vanguard (στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης), καθώς έχουμε αναφερθεί στα άλμπουμ του “Sunday Night at the Vanguard” [Palmetto, 2016], “Alive at The Vanguard” [Palmetto, 2012] και “Alone At The Vanguard” [Palmetto, 2011]. Φυσικά, ο Hersch έχει παίξει άπειρες φορές στο «ναό», ενώ σίγουρα υπάρχουν κι άλλες εγγραφές του από ’κει. Σε όλες αυτές τις εγγραφές έρχεται, τώρα, να προστεθεί ακόμη μία, που έχει, μάλιστα, και πολύ ειδική σημασία. Ποια είναι αυτή (η σημασία); Πως το “@ The Village Vanguard[Private Pressing, 2018] προέρχεται από τις πρώτες εμφανίσεις, που έκανε στο κλαμπ, ως leader πια, ο Fred Hersch, τον Ιούλιο του 1997. Μπορεί ο σημαίνων αυτός πιανίστας να εμφανιζόταν στο Village Vanguard από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όμως έπρεπε να περάσουν σχεδόν 20 χρόνια, για να βρεθεί εκεί μ’ ένα δικό του σχήμα (οι Drew Gress μπάσο και Tom Rainey ντραμς συμπλήρωναν το τρίο).
Το 1997 είναι τόσο μακριά και τόσο κοντά συνάμα. Πολύς καιρός για κάτι που συνέβη, χωρίς ν’ αφήσει ίχνη, αλλά μόλις «χθες» για κάτι, που για κάποιο λόγο ή για κάποια πρόνοια καταγράφηκε στην ώρα του και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έτσι, η σκέψη γυρίζει πίσω και με τη βοήθεια του ντοκουμέντο πια ο καθείς μπορεί ν’ ανακαλέσει ακόμη και λεπτομέρειες. Όπως εκείνες που ανακαλεί φερ’ ειπείν ο ίδιος ο Fred Hersch, σ’ ένα κείμενό του στο μέσα μέρος του digipak. Διαβάζουμε: «Δεν μ’ άρεσε πολύ το πιάνο που υπήρχε στο κλαμπ κι έτσι, θυμάμαι, πως είχα ζητήσει να μας φέρουν ένα από την Steinway, γιατί ήθελα όλα να κυλήσουν τέλεια εκείνη τη βραδιά, αφού, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Ήταν, λοιπόν, ένα μικρό (baby) πιάνο Steinway – μικρό, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να “κατεβεί” από τις περιβόητες σκάλες του κλαμπ».
Δεν ξέρω αν πρέπει να πω το… ευκόλως εννοούμενο. Πως το άλμπουμ αυτό είναι ένα εκπληκτικό live, μια μεγάλη στιγμή και για τον Fred Hersch (που άκουσε μετά από χρόνια τις εγγραφές αναφοράς, σε κάποια CD-recordable προφανώς, και ενθουσιάστηκε), αλλά και για την ίδια την ιστορία της jazz στο Village Vanguard, που τόσο έχει αποθεωθεί σαν venue και από τη δισκογραφία.
Το σχήμα βρίσκεται σε μεγάλη μέρα (δηλαδή… νύχτα). Το ρεπερτόριο είναι άριστα επιλεγμένο, καθώς αποτελείται από δύο συνθέσεις του Hersch και έξι στάνταρντ, τα οποία και διασκευάζονται-ανασκευάζονται με απολύτως εντυπωσιακό τρόπο. Αρκεί κάποιος ν’ ακούσει το φοβερό (δεκάλεπτο) “My funny Valentine” (Richard Rodgers), για να αντιληφθεί τι παίχτηκε εκείνο το βράδυ στο Village Vanguard, πόσο εντυπωσιακά ουσιαστικές ήταν οι παρουσίες και των τριών στη σκηνή του κλαμπ, πόσο… επιστημονικώς μετέβαιναν, και οι τρεις, σε κάθε φάση σολιστική ή ομαδική, πώς «χαμήλωναν» σε volume τα δύο όργανα, ώστε να βγει «πάνω» το τρίτο και πώς αυτό επαναλαμβανόταν κυκλικώς, εξωθώντας τους θεατές να «συμμετέχουν» στην εγγραφή με τις επευφημίες τους.
Απίστευτης πληρότητας ηχογράφηση, που έμενε τόσα χρόνια στο σκοτάδι και που τώρα μπορεί ν’ αποτελέσει κτήμα όλων.
Επαφή: www.fredhersch.com

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ είναι ένα παράξενο αθηναϊκό rock trio, με πολλές και ποικίλες επιρροές

Ακόμη ένα καινούριο (αθηναϊκό) rock trio, που ακούει στο όνομα s̶i̶s̶t̶e̶r̶  και που αποτελείται από τους m_c thick strings (μάλλον εννοούν μπάσο), n_t round things (μάλλον εννοούν ντραμς) και a_v κιθάρες – ενώ ως έξτρα μέλος (συνεργαζόμενος) εμφανίζεται και ο Lefteris Loukissas brass. Αφορμή για να πούμε όσα θα ακολουθήσουν θα μας δώσει η κυκλοφορία τού πρώτου άλμπουμ τους untrue, που τυπώνεται, τώρα, από το label Underflow (500 αντίτυπα) και που είναι δουλεμένο από τον Coti K. (παραγωγή, μίξη, mastering). Το άλμπουμ περιλαμβάνει εφτά tracks (τέσσερα στην πρώτη πλευρά και τρία στη δεύτερη). Πάμε να τ’ ακούσουμε…
Ξεπερνώντας τη μικρή εισαγωγή των 29 δευτερολέπτων, μένουμε στο δεύτερο κομμάτι, το “Furious apes”, που διαρκεί 4:06. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό μου ακούγοντάς το είναι… τα αμερικανικά γκρουπ Flipper, Hüsker Dü, Butthole Surfers και τα συναφή (χωρίς, βεβαίως, τους στίχους – το λέω γιατί οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶  παίζουν instrumentals). Υπάρχει, δηλαδή, αυτό που λέμε… post-punk, όπως υπάρχει και ο θόρυβος. Το “Furious apes” ρέει πολύ καλά (βομβαρδίζει!) και παρά τη minimal δομή του κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Τρίτο κομμάτι στην πλευρά το σχεδόν τριάμισι λεπτών “Fidel”, στηριγμένο και αυτό στο πολύ γερό ρυθμικό τμήμα (το μπάσο βγάζει κάτι από… Material), με την κιθάρα να απλώνεται πάνω σ’ αυτή την πακτωμένη ρυθμική πλατφόρμα παίζοντας διάφορα μέτρα (ποικίλων ροκ αποχρώσεων). Η πλευρά θα κλείσει με το 4λεπτο “Delta”, που σαν κομμάτι ακολουθεί μια επίσης minimal γραμμή (στο ύφος των Meat Puppets ας πούμε), που σπάει από διάφορα, ξαφνικά, κιθαριστικά breaks. Το κλείσιμο με τον χαμηλό θόρυβο εντάσσεται (και αυτό) στην προαναφερομένη «ομάδα» των ροκ αναφορών.
Στη δεύτερη πλευρά κυριαρχεί το 9λεπτο “Blackout”, που είναι το πιο… αλλοπρόσαλλο κομμάτι του LP. Ή, αν δεν σας αρέσει η λέξη «αλλοπρόσαλλο», να πούμε το πιο… πειραματικό. Οι βασικές αναφορές, για τις οποίες δώσαμε στίγμα παραπάνω, δεν αλλάζουν, όμως το track αυτό, λόγω και της διάρκειάς του, είναι το πιο περιπετειώδες τού “untrue”, αφού «πιάνει» ακόμη και tijuana ηχοχρώματα (rock ή jazz), πριν ξεφύγει προς ένα πολύ ιδιαίτερο fusion προς το τέλος του. Γενικώς το “Blackout”, μετά το τέταρτο λεπτό, αναπτύσσεται κάπως έξω από τα συνηθισμένα (και γι’ αυτή την τροπή δεν είναι αμέτοχη η τρομπέτα του Λευτέρη Λουκίσσα). Προτελευταίο track το 4λεπτο “Deepest heat”, που και αυτό εμφανίζει την ίδια περιπέτεια στην αφήγησή του με το προηγούμενο – αν και γενικώς είναι πιο… συμμαζεμένο. Τα desert rock στοιχεία (όχι των… Kyuss, αλλά εκείνα τα κλασικά των Thin White Rope και των Savage Republic) κάνουν εδώ τη διαφορά.
Το “untrue” θα ολοκληρωθεί με το “Outflanked and outnumbered”, που ξεκινά και τελειώνει (μετά από κάποιο κενό) με abstract στοιχεία, αλλά στο (πολύ) ενδιάμεσο είναι όσο απαιτείται δυναμικό και σκληροτράχηλο.
Αναμένουμε τη συνέχεια…
Επαφή: www.underflow.gr

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

THOUGHT GANG είναι ο Angelo Badalamenti και ο David Lynch (και κάποιοι σημαντικοί ακόμη)

Θα μπορούσε να ήταν μια από ΤΙΣ κυκλοφορίες της χρονιάς (και είναι), όχι μόνο γιατί έχουμε να κάνουμε μ’ ένα άλμπουμ που υπογράφουν οι Angelo Badalamenti και David Lynch, κάτω από το όνομα Thought Gang, ηχογραφημένο στις αρχές των 90s, αλλά και γιατί το περιεχόμενο είναι τέτοιο, που θα αιτιολογούσε ακόμη και τους διθυράμβους.
Ακούγοντας τις πρώτες νότες, τα πρώτα δυο-τρία tracks από το Thought Gang [Sacred Bones Records / Heathen Natives, 2018] και διαβάζοντας τους στίχους τού David Lynch στο ένθετο η σκέψη μου γύρισε, αμέσως, πίσω στο παλιό Twin Peaks, που παιζόταν και στην ελληνική τηλεόραση (στην ET1) στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τη σειρά δεν την παρακολουθούσα μετά μανίας, είχα δει όμως κάποια επεισόδια, ενώ είχα εντρυφήσει και στο σάουντρακ, που, τότε, επίσης ακουγόταν πολύ. Και όντως, δεν λάθεψα – αν και δεν είναι αυτό το σημαντικό. Το άλμπουμ των Thought Gang (όπως αποκαλείται η μπάντα των Angelo Badalamenti και David Lynch) είναι ηχογραφημένο, κυρίως, στο διάστημα Μάιος 1992-Μάιος 1993, εκτός από δύο tracks, το «ζαππικό» “A real indication” και το υποχθόνιο με το… πυροβολημένο μπάσο “The black dog runs at night”, που είναι γραμμένα το 1991. Μάλιστα, αυτά τα δύο tracks είναι και τα μόνα γνωστά, αφού περιλαμβάνονται στο άλμπουμ “Twin Peaks / Fire Walk with Me” [Warner Bros., 1992], που αφορούσε στο prequel του Twin Peaks. Τώρα, με τις υπόλοιπες δέκα εγγραφές, ολοκληρώνεται αυτή η ιστορία, έστω και με 25 χρόνια καθυστέρηση. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ένα. Άξιζε τον κόπο; Άξιζε κανείς να περιμένει γι’ αυτή τη δισκογραφική ολοκλήρωση των Thought Gang; Η απάντηση είναι προφανής. Φυσικά! Το άλμπουμ είναι καταπληκτικό, σε στιγμές εντελώς διαφορετικό από τα γνωστά OSTs του Badalamenti (για τις ταινίες του Lynch), αλλά και με κάποιες κοινές συνιστώσες (αναμενόμενο κι αυτό), αν συζητάμε για το αυστηρώς κινηματογραφικό έργο τού αμερικανού συνθέτη. Έτσι κι εδώ, στο “Thought Gang”, μπορεί να μην έχουμε την εξέλιξη κάποιου συγκεκριμένου σάουντρακ, όμως το όλον κλίμα είναι συχνά… σαν-κινηματογραφικό.
Πριν πούμε κάποια λόγια γι’ αυτό που ακούμε, ας δώσουμε τα ονόματα των μελών των Thought Gang. Angelo Badalamenti φωνή, σύνθια, πιάνο, David Lynch λόγια, κρουστά, κιθάρα σ’ ένα track, φωνή-σύνθια σ’ ένα track, Reggie Hamilton κοντραμπάσο, bass guitar, κιθάρα, Gerry Brown ντραμς, κρουστά, Tom Rainer πλήκτρα, κλαρινέτο, σαξόφωνο, Vinnie Bell κιθάρα σ’ ένα track, Grady Tate ντραμς σε δύο tracks και Buster Williams κοντραμπάσο σ’ ένα track. Μάλλον δεν χρειάζεται να σημειώσουμε κάτι, αυτή τη στιγμή, για το τι σημαίνουν για την jazz επώνυμα όπως εκείνα των Williams, Tate, Bell και των υπολοίπων – οπότε, ίσως να έχει περιγραφεί κιόλας μια από τις ηχητικές συνιστώσες τού “Thought Gang”.
Και όντως η jazz, στο πιο ελεύθερο κομμάτι της (αυτό που λέμε free), έχει ισχυρή παρουσία εδώ, καθώς αποτελεί την κυρίαρχη μορφή σε tracks όπως τα “Logic and common sense” και “Woodcutters from fiery ships” και απλώς μιαν εμφανή επιρροή σε πλήθος άλλων. Όμως δεν είναι μόνον η jazz, που εμφανίζεται στις συνθέσεις του Badalamenti, είναι και το rock, είναι και το blues (σε τελείως… διεστραμμένες ή απλώς διεστραμμένες εκδοχές) και βεβαίως η σκληρή, συνθετητική (ηλεκτρονική) ambience (ανακατεμένη με rock improv στοιχεία), που κυριαρχεί στα φοβερά tracks Frank 2000” (διαρκεί περί τα 17 λεπτά) και “Summer night noise” (διαρκεί περί τα 9 λεπτά).
Τι άλλο να πεις για το “Thought Gang”; Εντυπωσιακές μουσικές ακούγονται εδώ από τον Angelo Badalamenti, αλλά και ανάλογα λόγια από τον David Lynch, τα οποία απαγγέλλει ο ίδιος… λόγια σκοτεινά ή μυστηριακά, λόγια που συνδέουν πάθη, σχέσεις, χωρισμούς μ’ αυτή την ασυνείδητη μαγεία των κινηματογραφικών εικόνων του.