Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

BLACK STRAT BAND progressive rock από την Κέρκυρα

Από τη βόρεια Κέρκυρα μας έρχονται οι Black Strat Band, που υπάρχουν εδώ και δυο δεκαετίες, όπως διαβάζω, και που τώρα κυκλοφορούν το δεύτερο CD τους (ένα πρώτο είχε τυπωθεί το 2016). Το συγκρότημα που είναι τετραμελές (Νίκος Σελλάς κιθάρες φωνή, Αλέξης Σωτηριανός πλήκτρα, φωνή, φωνητικά, Βασίλης Κοσκινάς μπάσο, Κωνσταντίνος Σουέρεφ ντραμς, φωνή) συστήνεται στην progressive-rock ομήγυρη με το Absence [Private, 2018], ένα άλμπουμ οκτώ συνθέσεων-τραγουδιών, με τις σωστές και αναμενόμενες διάρκειες (6λεπτα έως και σχεδόν 10λεπτα ως επί το πλείστον tracks, προκειμένου να αναπτυχθούν παικτικά, σολιστικά κ.λπ.) και με ποικίλη θεματολογία. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα ένα-ένα…
Συνθετικά οι Black Strat Band στέκονται πολύ καλά. Ξέρουν να αναπτύσσουν σωστά τα θέματά τους και παρότι οι διάρκειες είναι μέσες και μεγάλες δεν κουράζουν (κάτι όχι ασύνηθες στα σύγχρονα prog groups). Αναφέρω ως παράδειγμα το καλύτερό τους “Absence”, που διαρκεί σχεδόν 10 λεπτά και που κυλάει σαν νεράκι. Οι βασικές επιρροές των Black Strat Band πρέπει να αναζητηθούν στα βρετανικά συγκροτήματα των αρχών του ’70. Στους Pink Floyd εκείνης της εποχής και είναι τούτο μια πάγια αρχή (άκου το “Dead end”, στις κιθάρες που είναι… David Gilmour), στους Barclay James Harvest (ενίοτε πολύ κοντά σ’ αυτούς), στους Camel (έχουν κάτι από τα vibes τους, χωρίς να έχουν τη ροή τους, ούτε είναι τόσο ντελικάτοι) κ.λπ. Φυσικά, την ίδιαν εποχή αυτό ακριβώς το ροκ παιζόταν με την ίδιαν έπαρση και σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη, και συγκροτήματα όπως οι Eloy και οι Omega θα μπορούσε να αποτελούν «πρότυπα» για τους Black Strat Band, χωρίς κατ’ ανάγκην και να είναι (στην πράξη).
Παικτικά η μπάντα επίσης βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Κοντολογίς λέμε για άψογους μουσικούς που όχι απλώς χειρίζονται, όπως πρέπει, τα όργανά τους, αλλά είναι δεμένοι και μ’ έναν τρόπο που εντυπωσιάζει. Προφανώς, γιατί βαραίνουν τα χρόνια που βρίσκονται μαζί και τα συνεχή live που δίνουν στην ευρύτερη περιοχή (όπως διαβάζω και μαθαίνω).
Στιχουργικά, επίσης έχουν ενδιαφέρον οι Κερκυραίοι, καθώς νοιάζονται και για τα λεγόμενα κοινωνικά θέματα του καιρού μας (άκου το “Lost in the sea”, που αναφέρεται στην περίπτωση του μικρού Σύριου Aylan Kurdi, που ξεβράστηκε νεκρός στα τουρκικά παράλια), ενώ, τέλος, όσον αφορά στο τραγούδι (φωνή) εκεί μάλλον χρειάζεται η πιο πολύ δουλειά. Συγκριτικώς, η καλύτερη φωνή, που εγώ ακούω στο “Absence”, είναι εκείνη του ντράμερ Σουέρεφ στο “The unexpected guest” και έχω τη γνώμη πως το συγκρότημα θα πρέπει να την/τον εκμεταλλευτεί περισσότερο.
Θα πω και κάτι, για το τέλος, που θ’ αρέσει στους προγκρεσιβάδες. Η συνύπαρξη κιθάρας και πλήκτρων, αλλά και η ταυτόχρονη παρουσία δύο πλήκτρων, ένα σε ρόλο lead και ένα «πίσω», είναι από τις πιο ωραίες που έχω ακούσει σε ελληνικό progressive γκρουπ – και μάλιστα, δίχως να ξεπατικώνονται γνωστές συνταγές.
Μπράβο στα παιδιά γι’ αυτό το άλμπουμ και καλή συνέχεια!

ACT MUSIC + VISION οι νεότερες κυκλοφορίες

LARS DANIELSSON & PAOLO FRESU: Summerwind [9871-2 ACT, 2018]
Δύο από τους πιο σημαντικούς ευρωπαίους jazzmen του καιρού μας, ο σουηδός μπασίστας / τσελίστας Lars Danielsson και ο ιταλός τρομπετίστας / φλουγκελχορνίστας Paolo Fresu βρίσκονται για πρώτη φορά στο στούντιο, σ’ ένα από κοινού face to face project που αποκαλείται “Summerwind” και που συνδυάζει διαφορετικές, θα λέγαμε, παραδόσεις – μεσογειακές και βορειοευρωπαϊκές. Με ρεπερτόριο πρωτότυπο και με λίγες σχετικώς versions –ανάμεσα στα 15 tracks του άλμπουμ τo Autumn leaves”, ένας… βόρειος ψαλμός, μια σύνθεση του Αργεντινού Fito Páez, ένας Μπαχ και κάτι από το “Rosemarys baby” του Komeda–, οι Danielsson και Fresu κατορθώνουν να δημιουργήσουν, εκμεταλλευόμενοι και τις στούντιο δυνατότητες, ένα έργο (πιθανώς να είναι «σωστός» ένας τέτοιος χαρακτηρισμός) που σε κρατάει σε εγρήγορση άλλοτε με τη λυρική ευφράδειά του (“Saluto dardamente”) και άλλοτε με την υποβολή του (“Stanna tid”). Δεν είναι εύκολο αυτό. Δεν είναι εύκολο να είσαι ταυτοχρόνως λυρικός-φωτεινός, και αγωνιώδης-σκοτεινός – κάτι που, σε κάθε περίπτωση, αντανακλά τις δύο διαφορετικές «μουσικές σχολές» και φυσικά τη μαεστρία των Danielsson και Fresu να τις συνδυάζουν δίχως αισθητικά χάσματα ή με αλλοιώσεις, τέλος πάντων, στην ενότητα του “Summerwind”.
VARIOUS: Magic Moments 11 / In the Spirit of Jazz [9870-2 ACT, 2018]
Η σειρά Magic Moments τής ACT Music + Vision έχει φθάσει στο ενδέκατο νούμερό της, λειτουργώντας πάντα… in the spirit of jazz. Στο παρόν (νούμερο) έχουμε επιλογές από David Helbock’s Random Control, Andreas Schaerer / Luciano Biondini / Kalle Kalima / Lucas Niggli, Jin Jim, Benjamin Schmid / Andreas Hofmeir, Laila Biali, Lars Danielsson / Paolo Fresu, Vincent Peirani, NES, Tonbruket, Emile Parisien Quintet / Vincent Peirani / Michel Portal, Joachim Kühn, KUU!, Michael Wollny Trio, Ida Sand, Julian Wasserfuhr & Roman Wasserfuhr / Jörg Brinkmann και Iiro Rantala / Deutsche Kammerphilharmonie Bremenεπιλογές που φανερώνουν, εννοείται, το προφίλ της γερμανικής εταιρείας. Ένα προφίλ, που δεν είναι φυσικά… αποκλειστικώς jazz, καθώς στο ρόστερ της ACT χωράνε «τα πάντα». Η jazz φυσικά, και βεβαίως η pop, το rock, το fusion, το funk, η folk, τα classical ηχοχρώματα και, εννοείται, ο συνδυασμός όλων τούτων (στα επιμέρους projects).
Εδώ πάντως ακούγονται και ορισμένα καταπληκτικά tracks (όλα είναι πολύ καλά, αλλά κάποια είναι και κάτι παραπάνω), όπως είναι η version των Jin Jim στο “House of the king” των Focus, το “Queen of hearts” της Laila Biali, το “Amigos” του Lars Danielsson (από το προηγούμενο άλμπουμ του με τον Paolo Fresu), το “Enzo” του Vincent Peirani, το “Dig it to the end” του Dan Berglund κ.λπ. Γενικώς, ένα πρώτης τάξεως υλικό που δείχνει την ποιότητα και την αντοχή στο χρόνο αυτής της σπουδαίας εταιρείας.
Μαζί με το παρόν CD μοιράζεται και ο 90σέλιδος, έγχρωμος κατάλογος της ACT, της περιόδου 2018-19.
DAVID HELBOCK’S RANDOM CONTROL: Tour d´Horizon [9869-2 ACT, 2018]
Ο αυστριακός πιανίστας David Helbock δεν είναι απλώς ή μόνο διασκεδαστής (βασικά είναι και συνθέτης), είναι κυρίως ένας σπουδαίος μουσικός. Ανήκει, εν πάση περιπτώσει, σ’ εκείνη την κατηγορία των piano-players, που μπορούν να σε καθηλώσουν σ’ ένα live με την αμεσότητα του ρεπερτορίου τους και φυσικά με το σπάνιο ταλέντο τους. Είχε δείξει ποιος είναι ο Helbock από το προηγούμενο ήδη CD του στην ACT, το “Into the Mystic” του 2016, αλλά αυτό που πράττει τώρα, εδώ, στο “Tour d´Horizon”, είναι άλλο πράγμα.
Ο Helbock, πιανίστας ων και επηρεασμένος από πιανιστικά κομμάτια (που τα αγάπησε, τα χώνεψε και τα διασκεύασε σαν τέτοια, ανεξαρτήτως αν ήταν συντεθιμένα από πιανίστες), προσφέρει επί του προκειμένου μια ντουζίνα εκπληκτικών versions – διασκευών δηλαδή, που θ’ αφήσουν τους πάντες μ’ ανοιχτό το στόμα. Το λέμε, γιατί ο Helbock σε πιάνο, ηλεκτρονικά, κρουστά και οι συνεργάτες του (Andreas Broger σαξόφωνα, κλαρινέτα, λοιπά πνευστά, Johannes Bär τούμπα, τρομπέτα, λοιπά χάλκινα) έχουν κατά νου το τι σημαίνει αληθινή διασκευή και με ποιον τρόπο, αυτή ακριβώς η διασκευή, θα κυλήσει στο χρόνο, ώστε ούτε την πρωτότυπη σύνθεση να διαλύει, αλλά ταυτοχρόνως να την κάνει ν’ ακούγεται και παντελώς… νέα. Δεν είναι εύκολο. Ή μάλλον, για να το διατυπώσουμε αλλιώς, είναι το πλέον δύσκολο. Χρειάζονται πολύ γερά κότσια, ώρες μελέτης και αφοσίωσης και φυσικά αδιαμφισβήτητο ταλέντο. Στο Tour d´Horizon” υπάρχουν όλα σε πληθώρα.
Πασίγνωστες, λοιπόν, συνθέσεις των Abdullah Ibrahim (“African marketplace”), e.s.t. (“Seven days of falling”), Joaquín Rodrigo (“Concierto de Aranjuez”), Chick Corea (“Spain”), Herbie Hancock (“Watermelon man”), Paul Desmond (“Take five”), Keith Jarrett (“My song”), Joe Zawinul (“Mercy, mercy, mercy”) κ.ά., που αναπροσαρμόζονται κατά το δοκούν, από μια μπάντα, ένα τρίο, που αντιμετωπίζει την (ανα)δημιουργία σαν παιγνίδι. 
Και όταν είσαι… μεγάλος, τότε το να ξέρεις να παίζεις δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.
VARIOUS: Fahrt ins Blaue II / Groovin’ in the spirit of jazz [9866-2 ACΤ, 2018]
Έχει πολύ και καλό υλικό η ACT, οπότε όταν βάζει μπροστά τα σχέδια για τα δικά της compilations το πράγμα αρχίζει… ωραία να δυσκολεύει. Ποιο θα είναι το concept και πώς αυτό θα στηριχθεί; Στις συλλογές “Magic Moments”, όπως είδαμε και πιο πάνω, ανθολογούνται κομμάτια από το γενικό-μεγάλο κατάλογο της εταιρείας – οπότε εκεί τα πάντα χωράνε… Στις συλλογές “Fahrt ins Blaue”, που τώρα έχουν το δεύτερο νούμερό τους, όμως, τι παίζει; Το λέει ο υπότιτλος… groovin’ in the spirit of jazz. Έχει groovy υλικό η ACT; Άλλο τίποτα! Και το αποδεικνύει, εδώ, μ’ αυτή τη συλλογή, στην οποίαν ανθολογούνται κομματάρες – από πρώτης τάξεως σχηματισμούς. “Moanin’” (το κλασικό) από WDR Band / Gil Goldstein, “When comes love to town” (U2 / B.B. King) από Torsten Goods / Ida Sand / Wolfgang Haffner, το παραδοσιακό “Joshua” από μια τρομερή ομάδα (Bernard Purdie / Hank Crawford / Cornell Dupree / Benny Green), το “She moves on” του Paul Simon από Youn Sun Nah, Marc Ribot και τα ρέστα, το “Rikki dont lose that number” των Steely Dan από Muriel Zoe, Matthias Pogoda και λοιπούς, το “The sidewinder” του Lee Morgan από WDR Big Band (με Randy Brecker ανάμεσα και πάλι Bernard Purdie) και άλλα πολλά.
Με τα λίγα με τα λιγότερα… πανικός!
NES: Ahlam [9865-2 ACT, 2018]
Το NES είναι ένα τρίο, το οποίο αποτελούν η γαλλοαλγερινή τραγουδίστρια-τσελίστρια Nesrine Belmokh, ο γάλλος τσελίστας Mathieu Saglio και ο ισπανός κρουστός David Gadea, με το “Ahalm” (στα αραβικά σημαίνει «όνειρο») να αποτελεί πιθανώς το πρώτο τους CD.
Πού να κατατάξεις τους NES, αν είναι αυτό το ζητούμενο; Σίγουρα ανήκουν στην ethnic ομήγυρη, με τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες που, οπωσδήποτε, τους χαρακτηρίζουν. Πως έχουν ήχο ακουστικό ας πούμε, πως οι ενοργανώσεις τους δεν περιλαμβάνουν παραδοσιακά όργανα (και δεν αναφέρομαι στη φωνή, που τραγουδάει, φυσικά, με γνώση της παράδοσης) και επίσης πως το υλικό τους, στο “Ahlam”, είναι απολύτως πρωτότυπο (συντεθιμένο από την Belmokh και τον Saglio). Υπάρχουν, όμως, κι άλλες ιδιαιτερότητες εδώ. Το γεγονός ότι η Belmokh τραγουδάει σε τρεις γλώσσες (αραβική, αγγλική, γαλλική) και πως οι στίχοι στα αραβικά τραγούδια είναι γραμμένοι από τη μητέρα της (ενώ σε όλα τα υπόλοιπα είναι δικοί της).
Τώρα, ως άκουσμα, το “Ahlam” είναι σίγουρα ενδιαφέρον έως και πολύ ενδιαφέρον, ανά περιπτώσεις, με τα αραβικά τραγούδια να είναι προτιμότερα από τα υπόλοιπα αγγλογαλλικά – και σ’ αυτά ακριβώς τα τραγούδια είναι το τσέλο του Saglio, που κάνει την περισσότερη και την καλύτερη δουλειά (υποκαθιστώντας ακόμη και το ούτι).
Ό,τι ακούμε εδώ είναι σχηματισμένο από τα πρέποντα, απλά υλικά και γι’ αυτό είναι τόσο γοητευτικό (κατά τόπους). 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music