Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικού ενδιαφέροντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικού ενδιαφέροντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Ντανιέλ Λόντερ: έφυγε από τη ζωή ένα θρυλικό μοντέλο και ηθοποιός σε ελληνικές ταινίες των 60s-70s – η φωτογράφισή της με φορέματα της Πέπης Σβορώνου, για το περιοδικό «Εικόνες», τον Ιούλιο του 1962

Πριν από μερικές μέρες, στις 12 Αυγούστου, έφυγε από τη ζωή στα 88 της η Ντανιέλ Λόντερ (Danielle Loder). H Λόντερ ήταν μοντέλο και ηθοποιός στα σίξτις-σέβεντις και σίγουρα πολλοί και πολλές θα την θυμούνται από την απολαυστική κομεντί του Βασίλη Γεωργιάδη «Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο...» (1962) δίπλα στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ ή και από την αστυνομική περιπέτεια «Αναζήτησις...» (1972) του Ερρίκου Ανδρέου, ως φίλη της Έλενας Ναθαναήλ.
Για την Λόντερ έχω γράψει αναλυτικό κείμενο εδώ στο LiFO.gr, τον Σεπτέμβριο του 2024 και σας προτείνω να το (ξανα)δείτε. (https://www.lifo.gr/culture/cinema/ntaniel-lonter-mia-goiteytiki-paroysia-sto-elliniko-sinema-kai-ti-diafimisi-stis). Όμως, και με αφορμή το θλιβερό γεγονός, επανέρχομαι στην περίπτωσή της με κάτι επιπλέον, που έχει την αξία του.
Όταν έγραφα, λοιπόν, εκείνο το πρώτο κείμενο για την Λόντερ είχα αναφερθεί σ’ ένα εξώφυλλό της για το περιοδικό «Εικόνες», στο τεύχος #362, από τις 28 Σεπτεμβρίου 1962, στο οποίο, όμως, δεν υπήρχε κάποια άλλη πληροφορία για την περίπτωσή της – κι έτσι ό,τι είχα γράψει, τότε, προερχόταν από άλλες πηγές. Η Λόντερ, όμως, είχε κάνει κι άλλο εξώφυλλο για τις «Εικόνες» λίγο καιρό νωρίτερα, στις 27 Ιουλίου του ’62 [τεύχος #353], το οποίο βρήκα τυχαία μπροστά μου στο μεσοδιάστημα των δύο άρθρων (του παρόντος κι εκείνου από το ’24).  
Έτσι, σ’ εκείνο το καλοκαιρινό τεύχος των «Εικόνων» η Λόντερ δεν κοσμούσε μόνο το εξώφυλλο του περιοδικού, καθώς στο κεντρικό μέρος του, υπήρχε ένα 4σέλιδο με ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της – με το μοντέλο να παρουσιάζει τα ζωγραφιστά φορέματα της (και ζωγράφου) Πέπης Σβορώνου.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/ntaniel-lonter-efyge-apo-ti-zoi-ena-thryliko-montelo-kai-ithopoios-se-ellinikes

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ-ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ τρεις απώλειες από το χώρο του ελληνικού τραγουδιού και της μουσικής με τεράστια σημασία

Υπάρχει μια αντίληψη πως εκείνο που αποκαλούμε «απώλειες» είναι κάτι μετα-νεωτερικό, που σχετίζεται απαρέγκλιτα με την ψηφιακή εποχή. Και κάπως έτσι οι απώλειες, στις μέρες μας, έχουν ενδυθεί σημασίες που τις υπερβαίνουν. Δηλαδή πάνω από τις απώλειες τοποθετούνται όλα εκείνα που συμπαρασύρονται εξ αιτίας αυτών, ξεκινώντας από την αθεράπευτη νοσταλγία για τα χρόνια που έφυγαν και καταλήγοντας στο ότι ζούμε, πλέον, σε αντι-ηρωικές εποχές. Το θέμα είναι σύνθετο και τα συμπεράσματα δεν είναι πάντα εύκολο, για να εξαχθούν. Ένα θα πω από την αρχή. Πως πάντα οι απώλειες σηματοδοτούσαν ευρύτερα, κινητοποιώντας την κοινωνία.
Ήμουν παιδί και θυμάμαι, καθαρά, τον πάνδημο θρήνο, όταν πέθανε ο Νίκος Ξυλούρης τον Φλεβάρη του 1980, ενώ το ίδιο θα συνέβαινε λίγο πιο μετά, τον Σεπτέμβρη του ’82, με τον θάνατο του Μάνου Λοΐζου, μα και τον Γενάρη του ’84 με τον χαμό του Βασίλη Τσιτσάνη. Για να μην γράψω για την απώλεια του Μάνου Χατζιδάκι τον Ιούνη του ’94. Όλες αυτές οι απώλειες και δεκάδες-εκατοντάδες άλλες συνέβησαν στην προ-ίντερνετ εποχή και αντιμετωπίστηκαν σαν μεγάλα, σαν τεράστια γεγονότα. Και αναφέρομαι μόνο στις μουσικές απώλειες και όχι στις ευρύτερες. Γιατί το ίδιο θα συνέβαινε και με τις απώλειες της Έλλης Λαμπέτη, του Μάνου Κατράκη, του Γιάννη Τσαρούχη, της Τζένης Καρέζη ή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, όλες ιστορικά τοποθετημένες στον αναλογικό κόσμο.
Άρα λοιπόν η «απώλεια» ενός μεγέθους είναι κάτι που, πάντα, θα σημαδεύει ή και θα συνταράσσει το πλατύ κοινό. Απλώς, στις μέρες μας, ο λόγος που γίνεται για τις απώλειες, αυτό το φαινόμενο των obituaries, διογκώνεται εξαιτίας της ίδιας της διόγκωσης των μέσων επικοινωνίας (περισσότερα τηλεοπτικά κανάλια, περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί), των εφημερίδων και των περιοδικών, των απειράριθμων σάιτ, των σόσιαλ μίντια και της συνακόλουθης ενημερωτικής αδηφαγίας. Συνεπώς, το γεγονός μιας απώλειας μετατοπίζεται, ευθέως, στο ζήτημα της διαχείρισής της. Αυτό, ναι, είναι ένα θέμα, που έχει ένα νόημα να μας απασχολεί.
Την 20ετία που κυκλοφορεί η
LiFO συνέβησαν εκατοντάδες απώλειες σημαντικών και πολύ σημαντικών καλλιτεχνών από κάθε χώρο. Κάτι, σε γενικές γραμμές, φυσιολογικό. Υπάρχουν, όμως, τρεις απώλειες, που συμπτωματικά αφορούν και οι τρεις τον χώρο της μουσικής, που «μίλησαν» διαφορετικά στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και αυτό έχει να κάνει με την ίδια τη φύση και τη δύναμη της μουσικής, με την ικανότητά της, δηλαδή, να κινητοποιεί τα πλήθη –τις μάζες όπως λέγαμε παλαιότερα–, μέσω ενός μηχανισμού που έχει να κάνει με τον εσωτερικό κόσμο του ακροατή, ναι μεν αδιευκρίνιστου και ανεξήγητου στη βάση του, αλλά σε κάθε περίπτωση συντριπτικού όσον αφορά τα αποτελέσματά του. Τρία ονόματα θα με απασχολήσουν σ’ αυτό το κείμενο των «απωλειών» της 20ετίας της LiFO –ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Διονύσης Σαββόπουλος– και ήρθαν, και τα τρία, κατ’ ευθείαν στο μυαλό μου, όταν θέλησα να σκεφτώ τρεις μεγάλες καλλιτεχνικές απώλειες του συγκεκριμένου διαστήματος, διευκρινίζοντας, συγχρόνως, πως τα ονόματα δεν τα τοποθετώ σε αξιολογική σειρά παρά μόνο σε αλφαβητική, προκειμένου να αποφύγω οποιαδήποτε άλλη ανοίκεια κατάταξη.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/treis-simantikoi-ellines-moysikoi-treis-megales-apoleies

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

JACKIE LEVEN o σκωτσέζος τραγουδοποιός, που έζησε στην Αστυπάλαια και τους Παξούς – ηχογράφησε φολκ και ροκ ήδη από τα 70s, ενώ υπήρξε συνεργάτης του διάσημου συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας Ian Rankin

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον διαδρομές, για να γνωρίσεις τον σκωτσέζο singer-songwriter Jackie Leven (1950-2011). Η μία έχει να κάνει με τη μουσική (η κλασική διαδρομή, μέσα από τους δίσκους βασικά) και η άλλη η λογοτεχνία (η εξίσου κλασική διαδρομή μέσα από τα βιβλία). Ο Leven είχε γεννηθεί στην περιοχή Fife της Σκωτίας, εκεί όπου είναι γεννημένος (το 1960) ο διάσημος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας Ian Rankin κι εκεί όπου είναι επίσης γεννημένος ο... επιθεωρητής Rebus, ο ήρωας των βιβλίων του.
Είχαν γνωριστεί οι
Rankin και Leven (από κοντά); Φυσικά, αν και τα δέκα χρόνια που διέφεραν οι ηλικίες τους δεν βοήθησαν για να γίνει αυτό από νωρίς. Όπως είχε πει ο ίδιος ο Rankin στον Guardian (20 Ιουλ. 2021) δεν είχε υπ’ όψη του όχι μόνο το δίσκο του Leven (ως John St. Field) από το 1975 (κάτι λογικό, για έναν όχι ταγμένο μουσικόφιλο), αλλά ούτε και το ροκ συγκρότημά του, που αναπτυσσόταν μέσα στην εποχή του new wave (1977-1983), τους Doll by Doll. Ο Rankin θα διάβαζε κάποια στιγμή, στον μουσικό Τύπο, μια δισκοκριτική για τον Leven, πως ήταν από το Fife κ.λπ., και τότε θα αποφάσιζε να ασχοληθεί μαζί του, αγοράζοντας κάποια CD του.
Αυτό πρέπει να συνέβη στην αρχή των 2000s κι ένα από αυτά τα CD, που θα εντυπωσίαζαν τον Rankin, ήταν σίγουρα το “Shining Brother Shining Sister” [Cooking Vinyl, 2003] – ένας από τους καλύτερους δίσκους του Leven, στον οποίο ο σκωτζέζος τραγουδοποιός μελοποιεί ποιητές (Rainer Maria Rilke, Edith Sitwell, Ciaran Carson), τραγουδώντας για τη δική του «φιλοσοφία», πλάθοντας δυνατές ιστορίες για τους ανθρώπους του μόχθου κ.λπ. Τέλος πάντων παρουσιάζεται ένα υλικό εκεί, που κάνει κλικ στον Rankin, ο οποίος όχι μόνο θα σπεύσει να γνωρίσει τον Leven, αλλά στην πορεία θα εμπνευστεί ακόμη και τίτλους βιβλίων του από τραγούδια του συντοπίτη του.
Για παράδειγμα ο τίτλος “Standing in Another Man’s Grave” (βιβλίο του 2012), είναι εμπνευσμένος από το τραγούδι του Leven “Another man’s rain” του 2006, ο τίτλος “Saints of the Shadow Bible” (βιβλίο του 2013) είναι εμπνευσμένος από στίχο του τραγουδιού “One man one guitar” επίσης του 2006 (“The saints of the shadow bible followin’ me / from bar to bar into eternity”), ο τίτλος “A Heart Full of Headstones” (βιβλίο του 2022) είναι εμπνευσμένος από στίχους του τραγουδιού “Single father” του 2000 (“Got a heart full of headstones as I step down / As I step down / From the train”) κ.λπ. Βεβαίως τραγούδια του Jackie Leven ακούει και ο... επιθεωρητής Rebus σε διάφορα βιβλία.
Ακόμη οι Ian Rankin και Jackie Leven είχαν συνεργαστεί σε διάφορα events, που θα μετατρέπονταν, στην πορεία, είτε σε DVD είτε σε CD. Για παράδειγμα, μία πρώτη συνάντηση γίνεται στο Crossing Boarding Festival, στη Χάγη της Ολλανδίας, τον Νοέμβριο του 2003 (εκεί θα εμφανίζονταν ο Leven, με τον Rankin, τον ποιητή, μουσικό Ciaran Carson και τον αείμνηστο David Thomas των Pere Ubu). Μία επόμενη συνεργασία αφορά το διπλό CD τους “Jackie Leven Said” [Cooking Vinyl, 2005], που αποτυπώνει ένα κοινό live τους στο Εδιμβούργο (Αύγουστος 2004) με διαβάσματα από τον Rankin, αλλά και με ενδιάμεσα τραγούδια του Leven ζωντανά ή από στούντιο.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/jackie-leven-o-tragoydopoios-poy-ezise-se-astypalaia-kai-paxoys

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

CAMILA NEBBIA / GONÇALO ALMEIDA / SYLVAIN DARRIFOURCQ ζωντανοί στην Θεσσαλονίκη

Για το “Hypomaniac” [defkaz RECORDS, 2025] της Camila Nebbia τενόρο σαξόφωνο, του Gonçalo Almeida κοντραμπάσο και του Sylvain Darrifourcq ντραμς δεν έχεις να πεις πάρα πολλά. Λέμε για τρεις μουσικούς κατ’ αρχάς, μια Αργεντινή, έναν Πορτογάλο κι έναν Γάλλο, οι οποίοι θα βρίσκονταν στην Θεσσαλονίκη, στις 15 Μαρτίου 2025, για να εμφανισθούν «ζωντανά» στη Μικρή Σκηνή, στο Defkaz ‘Take 2’ Festival, και να ηχογραφηθούν εκεί από τον Χρήστο Μέγα. Το άλμπουμ που προέκυψε είναι αυτό που ακούμε τώρα, ένα LP τεσσάρων κομματιών, δύο ανά πλευρά, που έχουν ως τίτλους τις διάρκειές τους, ήτοι: “19min 45sec”, “8min 17sec”, “8min 59sec” και “11min 30sec”.
Το πρώτο track σε μπάζει σ’ ένα free jazz κλίμα οπωσδήποτε, με την Nebbia (σφόδρα επηρεασμένη από τον Ornette Coleman) να αυτοσχεδιάζει με δύναμη και φαντασία τουλάχιστον για έντεκα λεπτά, γιατί μετά το πράγμα ξεφεύγει σε πιο abstract και πειραματικά μονοπάτια. Για να συνεχίσει έτσι, «ατμοσφαιρικά», αργά και ικετευτικά τόσο στο φοβερά υποβλητικό Α2 track, συνεχίζοντας με την ίδια τόλμη και στο Β1 (μεγάλος μπασίστας ο Almeida και άψογος ο κρουστός Darrifourcq), με την Nebbia να ακούγεται, κατά τόπους, κάπως σαν φλαουτίστρια ή και κιθαρίστρια ακόμη(!), δημιουργώντας μοναδική ροή. Noise-jazz καταπληκτική εν ολίγοις. Το τελευταίο track του “Hypomaniac” επαναφέρει τον ήχο, στα αρχικά free πλαίσια, αλλά η παρουσία του Almeida υποσκάπτει διαρκώς ό,τι ακούς, μεταφέροντάς το σε άλλες σφαίρες.
Πολύ ωραίος δίσκος, όχι μόνο για τη μουσική που μας προσφέρει, αλλά και για τον τρόπο που αρθρώνεται αυτή. Ωραίο και το εξώφυλλο (ajax19), όπως και η κοπή με το 180άρι βινύλιο.
Επαφή: https://defkaz.bandcamp.com/album/hypomaniac

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ο Έριχ φον Ντένικεν, που έκανε μόδα τους «εξωγήινους», πέθανε στα 90 του – ο Ελβετός συγγραφέας είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, το 1978

Την έκφραση «ποπ κουλτούρα» εδώ και καιρό αποφεύγω να τη χρησιμοποιώ, επειδή έχει φθαρεί, καθώς πολλές φορές χρησιμοποιείται άνευ λόγου και αιτίας, και για λόγους εντυπώσεων. Όμως στην περίπτωση του ελβετού συγγραφέα Erich von Däniken, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, στις 10 Ιανουαρίου, στα 90 χρόνια του, νομίζω πως ταιριάζει γάντι.
Υπήρξε ένα ποπ πρόσωπο ο Däniken, που επηρέασε βαθιά τον κόσμο. Το ισχυρίζομαι, γιατί στα σέβεντις βασικά, ο Ελβετός κατέστη παγκόσμιο είδωλο, με τα βιβλία του να πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα παντού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, αφήνοντας ο ίδιος το αποτύπωμά του σε κάθε χώρο του επιστητού. Βεβαίως στη μουσική και τον κινηματογράφο, σίγουρα στη λογοτεχνία, υποθέτω στα εικαστικά, και οπωσδήποτε στα λαϊκά περιοδικά, τα κόμικς και τις εφημερίδες, που έσπευδαν να αναπαράγουν κάθε δήλωσή του, δημιουργώντας, όλα τούτα, μία γενικότερη φρενίτιδα σε σχέση με τους «εξωγήινους», τα UFO και την άκρατη (ψευδο)επιστημονική φαντασία.
Ο Däniken ξεκινάει από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 να διατυπώνει τη βασική δοξασία του, πως η Γη είχε δεχθεί στο παρελθόν επισκέψεις από ανώτερους εξωγήινους πολιτισμούς κ.λπ. (δεν θα ήταν ο πρώτος, αφού σ’ ένα επίπεδο μυθοπλασίας είχε προηγηθεί
o Charles Fort, ο H.P. Lovecraft και άλλοι διάφοροι), γράφοντας άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, που θα κατέληγαν τον Φεβρουάριο του 1968 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του, που είχε τίτλο «Αναμνήσεις από το Μέλλον» (ένα βιβλίο, που θα διαβαζόταν πολύ και στην Ελλάδα, όταν θα κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Ηριδανός).
Ήδη από το τέλος των σίξτις τα περιοδικά στη χώρα μας ασχολούνται μαζί του. Έτσι, σ’ ένα μεταφρασμένο δικό του άρθρο, που θα δημοσιευόταν στο «Πρώτο» [τεύχος #469, 13 Ιουνίου 1969] ο Däniken θα ισχυριζόταν πως «οι αρχαίοι θεοί ήταν αστροναύτες», οδηγώντας το περιοδικό να γράψει στο lead «για την επαναστατική θεωρία του Ελβετού αρχαιολόγου», σημειώνοντας παράλληλα πως ό,τι θα διαβαζόταν στη συνέχεια «δεν αντιπροσωπεύει με κανέναν τρόπο τις απόψεις του εντύπου». Φύλαγε τα ρούχα σου...
Βασικά, ο Däniken δεν ήταν αρχαιολόγος, ούτε... επαναστατικές θεωρίες διατύπωνε, απλώς σε μια εποχή όπου το διάστημα και οι αστροναύτες πρωταγωνιστούσαν στην πραγματικότητα (σχεδόν ένα μήνα αργότερα, από εκείνο το τεύχος του «Πρώτου», ο Neil Armstrong θα πατούσε στη Σελήνη), υπήρχε μια βουλιμία κατανάλωσης τέτοιων ειδήσεων, με τον κόσμο να διαβάζει, με το στόμα ανοιχτό, οτιδήποτε αφορούσε το υπερπέραν – πόσο μάλλον προβοκατόρικα διαπλανητικά κείμενα, όπως εκείνα του Ελβετού.
Το ’69 θα ακολουθήσει νέο βιβλίο, το «Επιστροφή στ’ Άστρα» [Ηριδανός, 1970], που πορευόταν στα χνάρια του προηγούμενου. Ο Däniken ταξιδεύει ανά τον κόσμο (Νότια Αμερική, Ινδία, Σοβιετική Ένωση), προκειμένου να στηρίξει την προαποφασισμένη πεποίθησή του πως εξωγήινοι αστροναύτες είχαν επισκεφθεί τη Γη, στην αρχή της ιστορίας της.
Βαθαίνοντας τις... μελέτες του, αρνούμενος την εξελικτική θεωρία, και γυρίζοντας για τρίτη φορά τον κόσμο, ο Däniken κυκλοφορεί το 1972 το επόμενο βιβλίο του, που είχε τίτλο «Σπορά στο Διάστημα» [Ηριδανός], σπάζοντας και πάλι τα ταμεία – με τις πωλήσεις των βιβλίων του να ξεπερνούν, εκείνη την εποχή, τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα.
Ακολουθεί την επόμενη χρονιά το βιβλίο «Ο Κόσμος μου σε Εικόνες» [Ηριδανός, 1973], στο οποίο αποτυπώνονται μερικές εκατοντάδες ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες από τα ταξίδια του Ελβετού σε διάφορες χώρες, οι οποίες (εικόνες) δρουν, υποτίθεται, ως «αποδεικτικά στοιχεία» των εικασιών του, τέλος πάντων όλων εκείνων που είχαν περιγραφεί στα προηγούμενα βιβλία του.
Αυτή η εποχή, το καθοριστικό πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, θα έκλεινε με το πέμπτο βιβλίο του Däniken «Τα Θαύματα / Φαινόμενα που ερεθίζουν τον κόσμο» [Ηριδανός, 1974], στο οποίο συνοψίζονταν και βάθαιναν όλα τα γνωστά συμπεράσματά του. Ποια ήταν αυτά; α. Η Γη είχε δεχτεί επανειλημμένες επισκέψεις από εξωγήινους αστροναύτες στην προϊστορία της, β. Εκείνα τα όντα είχαν δράσει αποφασιστικά, ώστε να μετατραπεί το ανθρώπινο είδος σε σκεπτόμενο, γ. οι εξωγήινοι αστροναύτες μάς «έπλασαν» κατ’ εικόνα και ομοίωσίν τους και δ. οι προϊστορικοί άνθρωποι αποτύπωσαν εκείνη την «εμπειρία» τους είτε μέσω της Τέχνης είτε την επεξέτειναν μέσω των δικών τους μυθολογιών.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/o-erih-fon-nteniken-poy-ekane-moda-toys-exogiinoys-pethane-sta-90-toy

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

τα καλύτερα ελληνικά άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν το 1975 (πενήντα χρόνια πριν) – γιατί το 1975 υπήρξε ένα έτος «σταθμός» για την εγχώρια δισκογραφία;

Μια περιγραφή του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου
Το 1975 ήταν το πρώτο έτος της μεταπολίτευσης. Ήδη από τον Αύγουστο του ’74 η δισκογραφία βρίσκεται σε μια νέα φάση, βασικά λόγω της επανόδου του Μίκη Θεοδωράκη στη χώρα, μετά από την πτώση της δικτατορίας – ένα γεγονός που, από την αρχή, καθίσταται κομβικό. Εννοώ πως ο Θεοδωράκης με τις δράσεις του, πολιτικές και πολιτιστικές, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το κλίμα της δισκογραφίας, συμπαρασύροντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μεγάλο μέρος του εντεχνολαϊκού τραγουδιού.
Το πολιτικό τραγούδι ή το τραγούδι με πολιτικά μηνύματα, αν θέλετε, μοιάζει κυρίαρχο και το 1975. Και ήταν πολύ λογικό αυτό. Και φυσικά ήταν αναμενόμενη και η ποιότητα των αναλόγων εκδόσεων, αφού οι «έντεχνοι» συνθέτες μας περνούσαν τότε την καλύτερη φάση τους. Όταν είσαι στην τέταρτη δεκαετία της ζωής σου (από τα 30 έως τα 40) είναι λογικό η δημιουργικότητά σου να πιάνει κορυφή.
Το 1975 ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν 36 ετών, το ίδιο και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Δήμος Μούτσης ήταν 37, ο Χρήστος Λεοντής 35, ο Μάνος Λοΐζος 38, ο Χριστόδουλος Χάλαρης μόλις 29, ο Διονύσης Σαββόπουλος λίγο μεγαλύτερος στα 31, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στα 32, στους 40άρηδες ανήκαν ο Σταύρος Κουγιουμτζής (43) και ο Γιάννης Σπανός (41), ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις που ήταν πλέον 50άρηδες θεωρούνταν μάλλον «μεγάλοι», για τα μέτρα της εποχής. Υπήρχε λοιπόν αυτό το φοβερό ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της σύνθεσης, που προδιέγραφε και την υψηλή ποιότητα των ηχογραφημάτων.
Υπάρχει μία αναθεωρητική αντίληψη, που κυκλοφορεί εσχάτως και που εν ολίγοις λέει πως μετά από τη δικτατορία έπεσε η δημιουργικότητα στο τραγούδι (ας μην πω τώρα κάτι για τις άλλες Τέχνες), γιατί η έντονη πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης πήγε πίσω την έμπνευση των συνθετών, περιορίζοντάς την σε συγκεκριμένα μοτίβα κ.λπ.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως όσοι τα λένε αυτά θεωρούν πως η πολιτικοποίηση στα τραγουδιστικά ήθη, η οποία επιβλήθηκε κατ’ αυτούς από την παραδοσιακή αριστερά («ορθόδοξη» ή «αναθεωρητική») και τους αριστεριστές (ασχέτως αν στην πραγματικότητα ήταν ανάγκη και απαίτηση του κόσμου όλο αυτό), εμπόδισε το τραγούδι να ανεβεί πιο ψηλά, και πως η πιο σκληρή προληπτική λογοκρισία, επί δικτατορίας, «υποβοηθούσε» κατά μίαν έννοια το ταλέντο και την έμπνευση των συνθετών, εξαναγκάζοντάς τους να εφευρίσκουν πιο ποιητικούς τρόπους, για να πουν όσα ήθελαν να πουν, και όχι να καταφεύγουν στις... λαϊκίστικες ευκολίες (που τους παρείχε η ελευθερία της μεταπολίτευσης). Αυτή η αφ’ υψηλού κριτική, που υποκρύπτει κι ένα κάποιο, μικρό ή μεγαλύτερο, «ξέπλυμα» της δικτατορίας (έστω και από σπόντα), κεφαλαιώνεται στη νόθα πεποίθηση, των ιδίων κέντρων, πως η αποκαλούμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» κατέστρεψε, δήθεν, τη χώρα.
Το 1975 υπήρξε μια χρονιά «σταθμός» για το ελληνικό τραγούδι, όταν μάλιστα στη Δύση είχαν διαψευστεί όλα τα οράματα των late sixties, για μια άλλου τύπου, εναλλακτική κοινωνία – με τους χίπις είτε να κουρεύονται, να φοράνε γραβάτες, και να ενσωματώνονται στο σύστημα, συμβάλλοντας τα μάλα στη συντηρητική αναδίπλωση, είτε να αυτο-απομονώνονται σε διάφορες θρησκευτικές και παραθρησκευτικές σέχτες, στην άκρη του πουθενά, και πάντως μακριά από την κοινωνία, προκειμένου να σώσουν την ψυχή τους.
Έτσι, όταν ο Φώτης Τερζάκης έγραφε στο βιβλίο του «Οι Αντίποδες του ’60» [Πρίσμα, 1992] πως «από το 1974 και μετά, χρονολογία όπου συμβατικά προσδιορίζουμε την έναρξη της κρίσης και αυτού του μοντέλου (σ.σ. του μεταπολεμικού καπιταλισμού), το κοινωνικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 αποδυναμώθηκε σοβαρά» ήξερα πως αυτό που έγραφε δεν συμπεριλάμβανε αναγκαστικά και την ελληνική περίπτωση.
Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση, το 1973-74, σήμανε το τέλος της «ουτοπίας» στη Δύση (μπορεί να υπήρχαν κι άλλοι επιμέρους ή κατά τόπους λόγοι, αλλά το σήμα τότε έπεσε). Ο άνθρωπος προσανατολίστηκε στο πώς να επιβιώσει στη δύσκολη πια καθημερινότητα των ανατιμήσεων και της νέας φτώχειας, συσπειρώθηκε γύρω από την οικογένειά του, έγινε περισσότερο φιλοτομαριστής και βασικά οπισθοχώρησε σε όνειρα και κατακτήσεις. Ενταφίασε την «ουτοπία» και μαζί το μοναδικό της σάουντρακ, που ήταν, φυσικά, το ροκ. Αυτά έξω. Εδώ, όμως, τι;
Το ροκ, στην Ελλάδα, το είχε ήδη τοποθετήσει στο περιθώριο η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1973, όπως το έχουμε πει πολλές φορές, ενώ το πρώτο εξάμηνο του ’74, επί χούντας Ιωαννίδη, το ροκ θα βρισκόταν, πραγματικά, στα αζήτητα. Όπως στα αζήτητα θα βρισκόταν, για άλλους λόγους, στη Δύση. Χοντρικά, το 1975 στην Ελλάδα, δεν υπήρχε κανένας λόγος για ν’ ακούει κάποιος ροκ (ελληνικό ή ξένο).
Έτσι, αν στη μουσική Δύση δεν θα συνέβαινε απολύτως τίποτα, το 1975, γιατί η κοινωνία είχε επιστρέψει ξανά φοβισμένη στο καβούκι της –αν μου ζητούσαν να ονοματίσω τη χειρότερη χρονιά στη μουσική ιστορία της Δύσης, από την εμφάνιση των Beatles και μετά, θα έδειχνα, ασυζητητί, το ’75–, στην Ελλάδα η ευρεία Αριστερά, μαζί με το εντεχνολαϊκό, το πολιτικό, το σατιρικό και το αντάρτικο τραγούδι της, εξακολουθούσε να κρατάει ψηλά τη σημαία, να αντιστέκεται στα γήπεδα, στους δρόμους και στα... λημέρια της Πλάκας, δίχως να θεωρεί τίποτα δεδομένο, συνεχίζοντας να οραματίζεται και να ελπίζει.
Το λέω, γιατί σχεδόν αμέσως μετά από τους πανηγυρισμούς της πολιτικής αλλαγής, τον Ιούλη του ’74, όλα θα επανατοποθετούνταν, ξανά από την αρχή, στο καθημερινό πεδίο, αφού οτιδήποτε θα ξέφευγε της νέας κοινοβουλευτικής νομιμότητας αντιμετωπιζόταν από το «καραμανλικό» κράτος με βία. Μαρτυρούν γι’ αυτό τα γεγονότα της εποχής, τα οποία άλλοτε επιχειρούσε να περιγράψει το τραγούδι (πάντα με τη δαμόκλειο σπάθη της προληπτικής λογοκρισίας επάνω του), αλλά και ο κινηματογράφος, που μπορούσε (στο μη ελεγχόμενο, αυστηρά, από το κράτος κομμάτι του) να ξεφύγει. Δες τις ταινίες «Αγώνας» (1975) της Ομάδας των Έξι (Θόδωρος Μαραγκός, Φοίβος Οικονομίδης κ.ά.), «Μαντούδι ’76» (1977) του Γιώργου Αντωνόπουλου, «Παιδεία» (1977) του Γιάννη Τυπάλδου, «Ο Αγώνας των Τυφλών» (1977) της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού, «Αντίσταση» (1977) της Μαρίας Καραβέλα κ.λπ., οι οποίες περιέγραφαν αδρά το αγωνιστικό πνεύμα της πρώιμης μεταπολίτευσης (των μεγάλων απεργιών, των δομικών προβλημάτων του κράτους, που παρέμεναν ανέπαφα παρά την πολιτική αλλαγή, της προβολής της ιστορίας ως δύναμη αφετηρίας νέων αγώνων κ.λπ.), γνωρίζοντας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, σοβαρά εμπόδια στη διανομή τους και βεβαίως απαγορεύσεις. Το τι συνέβη στην πορεία θα είχε ένα ενδιαφέρον να περιγραφεί, έστω και με κάποιες επικεφαλίδες, αλλά εδώ το θέμα μας είναι το μουσικό 1975 και το βάρος, στη συνέχεια του άρθρου, δεν μπορεί παρά να πέσει στους δίσκους και τα τραγούδια εκείνου του έτους.

Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/ta-kalytera-ellinika-almpoym-poy-kykloforisan-1975

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

ROSITA SERRANO / ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ: ένα αυτοκινητικό ατύχημα, που τάραξε την Αθήνα το καλοκαίρι του 1951 – οι καλλιτέχνιδες, με την παρέα τους, επέστρεφαν από δεξίωση στην έπαυλη του Γεωργίου Παπανδρέου στο Καστρί

Η Χιλιανή Rosita Serrano (1912-1997) υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες φωνές του ελαφρού τραγουδιού του 20ου αιώνα. Βασικά η κορύφωση της καριέρας της σημειώθηκε επί ναζιστικής Γερμανίας στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’30 και στα πρώτα του ’40, όταν έκανε τις τρανές επιτυχίες της με πρώτη όλων την “La paloma” (το τραγούδι που σφράγισε τη διαδρομή της). Πώς είχε βρεθεί, τότε, στη Γερμανία η Serrano; O πατέρας της ήταν διπλωμάτης και η μητέρα της τραγουδίστρια της όπερας, μεταβαίνοντας εκεί μετά από την Πορτογαλία και την Γαλλία.
Η Serrano ήταν σοπράνο κολορατούρα, κι ενώ θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο λυρικό τραγούδι και στην όπερα, εκείνη προτίμησε το ελαφρό θέατρο, τον κινηματογράφο, τη νύχτα, τα καμπαρέ και τα υπόλοιπα κέντρα διασκέδασης, ρίχνοντας βάρος στο λαϊκό ρεπερτόριο της εποχής (μπορούσε να τραγουδήσει φολκ τραγούδια, φλαμένκο, λάτιν, τάνγκο, ρούμπες, ποπ αμερικάνικα, τζαζ και λάτιν τζαζ κ.λπ.). Είχε ευρεία γκάμα ρεπερτορίου, πέρα από τεράστια φωνή, κομψή και ελκυστική παρουσία, δίνοντας επίσης μεγάλη βαρύτητα στην γκαρνταρόμπα της. Λογικό. Το επέβαλλαν οι απαιτήσεις των σώου της.
Το 1943 κι ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στη Σουηδία η Serrano θα τραγουδήσει σε μια παράσταση υπέρ κάποιων εβραίων προσφύγων (έτσι λέει η wiki), για να κατηγορηθεί, στην πορεία, από το ναζιστικό καθεστώς, ως κατάσκοπος, με αποτέλεσμα να μην επιστρέψει στη Γερμανία – γυρνώντας, πίσω, στην πατρίδα της τη Χιλή. Όταν ηττήθηκαν οι Ναζί και τελείωσε ο πόλεμος, η Serrano θα επέστρεφε ξανά στην Ευρώπη, για να συνεχίσει προφανώς την καριέρα της, από ’κει που την είχε αφήσει, αλλά το κλίμα είχε αλλάξει για ’κείνη. Στην κεντρική Ευρώπη είχαν συνδέσει τη φωνή της με τη ναζιστική εποχή, οπότε τα πρότερα μεγαλεία δεν υπήρχε περίπτωση να αναστηθούν. Θα έπρεπε να κοιτάξει να βρει αλλού δουλειά, σε άλλες χώρες, με κάπως πιο... θολή μνήμη. Μία τέτοια ήταν η Τουρκία, ας πούμε. Μία άλλη ήταν η Ελλάδα.
Η
Rosita Serrano το 1946 έρχεται στην Ελλάδα, για πρώτη φορά, για να εμφανισθεί στο καμπαρέ Argentina στην οδό Φιλελλήνων, στο Σύνταγμα (πρεμιέρα: ημέρα Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου του ’46). Αυτού του τύπου τα κέντρα, τότε, στην Αθήνα δεν τα είχαν όποιοι κι όποιοι. Είμαστε λίγο μετά από τη λήξη του πολέμου, ουσιαστικά στη χώρα υπάρχει Εμφύλιος, αλλά η νύχτα είναι πάντα νύχτα και έτοιμη να σβήσει το ύποπτο παρελθόν πολλών. Μέσα σ’ αυτό το καθημαγμένο μετα-κατοχικό σκηνικό η Serrano ξαναβαπτίζεται, γίνεται talk of the town, όπως θα το λέγαμε σήμερα –τουλάχιστον εκείνης της Αθήνας που γλεντούσε και κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μετά απ’ αυτήν–, με τις εμφανίσεις της στην Argentina, υπό την τζαζ ορχήστρα του Μπάμπη Μπερκέτη, να χαλάνε κόσμο.
Και κάπως έτσι η χιλιανή σταρ δεν θα αργήσει να γίνει κομμάτι (και) της εθνικοφρόνου δράσεως και προπαγάνδας της περιόδου, τραγουδώντας, φερ’ ειπείν, πότε για τους «Ακρίτες μας» και πότε για την Ελληνική Μέριμνα – ένα σωματείο, που, ανάμεσα σε άλλα, μάζευε λεφτά για να τα δώσει στους χωροφύλακες, που... αγωνίζονταν στην ύπαιθρο κατά των κομμουνιστών (συναυλία τής Serrano στο Παλλάς, την Κυριακή 24 Νοεμβρίου του ’46 στις 11 το πρωί). 
Και ήταν στο ίδιο εθνικόφρον πλαίσιο, όταν η
Serrano θα συνυπάρξει με την Σοφία Βέμπο – που είχε επιστρέψει, και αυτή, στην Ελλάδα από την Αίγυπτο με το αντιτορπιλικό Κρήτη, το Φλεβάρη του ’46, για να χριστεί αμέσως ως η επίσημη τραγουδίστρια της εθνικής αφήγησης (έτσι όπως εκείνη έχει διαμορφωθεί μετά από τα Δεκεμβριανά).
Οι καιροί ήταν δύσκολοι και η «τραγουδίστρια της νίκης» (έτσι την είχε αποκαλέσει ο δημοσιογράφος Αχιλλέας Μαμάκης, μετά από την απελευθέρωση) έπρεπε να πιάσει αμέσως δουλειά. Μία από εκείνες τις δράσεις της, λοιπόν, ήταν και η «μεγάλη καλλιτεχνική γιορτή» της 19ης Ιανουαρίου 1947, στο Ρεξ, την οποία είχε υπό την... υψηλήν προστασία της η διάδοχος πριγκίπισσα (ποια ακριβώς ήταν αυτή θα σας γελάσω) και που στόχευε στη βοήθεια των ορφανών παιδιών, των πεσόντων υπέρ πατρίδος (προφανώς στους εθνικούς αγώνες). Τη γιορτή είχαν οργανώσει ο Δήμος Αθηναίων και επιτροπή που τελούσε υπό την αιγίδα της Ελληνοαμερικανικής Δράσεως. Εκεί είχε εμφανισθεί και η Rosita Serrano.
Εκείνη τη σεζόν, του 1946-47, θα την βγάλει η Serrano κυρίως στην Ελλάδα, μετά θα φύγει για... άλλες πολιτείες (θα φθάσει μέχρι και στις ΗΠΑ, το 1950, για εμφανίσεις στο περιώνυμο, τηλεοπτικό, The Ed Sullivan Show), χωρίς πάντως να μπορέσει να στεριώσει κάπου. Οπότε; Οπότε η Ελλάδα, που ήταν πάντα μια πολύ καλή επιλογή για ’κείνη, θα μπει και πάλι στα σχέδιά της. Πότε έρχεται ξανά η Serrano στη χώρα μας; Τον Ιούλιο του 1951, για εμφανίσεις στη Fantasia της Φωκίωνος Νέγρη. Και είναι τότε όταν θα συμβεί το περιστατικό, το οποίο περιγράφει και ο τίτλος του άρθρου.
Πριν από λίγο καιρό ψάχνοντας κάποιο θέμα για τον «βασιλιά της τζαζ» συνθέτη και πιανίστα Γιάννη Σπάρτακο (1914-2001) έπεσα σε μία συνέντευξή του, από το 1996, την οποία είχε δώσει στον αείμνηστο Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, για το περιοδικό «Δίφωνο». Σ’ εκείνη τη συνέντευξη ο Σπάρτακος μιλούσε για πολλά, για τη γνωριμία του με την Ρένα Βλαχοπούλου, για τις κοινές περιοδείες τους στο εξωτερικό και βασικά στην Αμερική, και ανάμεσα σε άλλα διάφορα και για την Rosita Serrano. Διαβάστε τι είχε πει:
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/rozita-serano-sofia-bempo-ena-aytokinitiko-atyhima-poy-taraxe-tin-athina-kalokairi

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

μια ιστορία του κλασικού anadolu rock – του ροκ της Τουρκίας – οι σπουδαιότεροι καλλιτέχνες, τα καλύτερα τραγούδια και οι σημαντικότεροι δίσκοι

Πρόσφατα άκουσα την Νεφέλη Φασούλη να τραγουδά anadolu rock στο στυλ της Gaye Su Akyol. Ήταν τέσσερα τραγούδια –λέω για το ψηφιακό EP της “Wyrd”, που βγήκε τον Απρίλιο– μεταξύ των οποίων και το κλασικό λαϊκό «Θα τα κάψω τα (ρημάδια τα) λεφτά μου» των Βασίλη Βασιλειάδη-Πυθαγόρα, που είχε πει ο Μάνος Παπαδάκης το 1967. Είναι ωραίο να έρχονται παλιά ελληνικά τραγούδια ξανά στο προσκήνιο, αλλά εγώ πλέον προτιμώ οι διασκευές να κινούνται κοντά στα αυθεντικά πρότυπα, δίχως να εκμεταλλεύονται νέες μόδες, ντεμέκ ανανεώσεις ή περιστασιακές εμμονές. Φαίνεται, όμως, πως αυτό είναι πιο δύσκολο τελικά, αφού το «πείραγμα», στα παλιά τραγούδια, τείνει να γίνει καθεστώς.
Πάντως δεν είναι μόνο η Φασούλη που έσκυψε εσχάτως σ’ αυτό το ροκ στυλ, που αφορά την Τουρκία των mid-sixties / mid-seventies, καθώς anadolu rock ακούμε στο πρώτο άλμπουμ των Dury Dava από το 2019, ενώ πολύ ενδιαφέρουσες αποτυπώσεις υπάρχουν και στα άλμπουμ των κυπριακών συγκροτημάτων Buzz’ Ayaz (στο περσινό LP τους στη γερμανική Glitterbeat) και Monsieur Doumani (στο “Pissourin” του 2021), ενδεχομένως και αλλού. Μας πάει, σαν χώρα, ο ήχος του anadolu rock –δεν υπάρχει αμφιβολία– και το γεγονός ότι δεν έχουμε κατρακυλήσει, ακόμη, σε μία ανέξοδη υιοθέτησή του, μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί... ευτύχημα.
Υπάρχουν στο ίντερνετ διάφορα εγκυκλοπαιδικά στοιχεία σε σχέση με το τι ήταν και πώς ακριβώς προέκυψε το anadolu rock, αλλά εδώ θέλω να γράψω και για το πώς το ανακάλυψα, εγώ, κάποτε στα 90s. Έχει και αυτό ενδιαφέρον...
Εκείνο που πρέπει να πω από την αρχή (και το έχω ξαναγράψει εδώ στο LiFO.gr) είναι πως ήδη από την εποχή του λαϊκού καλλιτέχνη Αντώνη Λορέντζου (ετεροθαλής αδελφός του Γιάννη Φλωρινιώτη) και του άλμπουμ του «Πω! Πω! Φωτιές» [Panivar / Victory, 1980] είχαμε ακούσει τραγούδια, μεταφερμένα στα ελληνικά, από το ρεπερτόριο του Barış Mançο (1943-1999), μιας από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του anadolu rock.
Ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, το 1972, είχε έρθει για να διαγωνιστεί στην 5η Ολυμπιάδα Τραγουδιού, στο Παναθηναϊκό Στάδιο (7-9 Ιουλίου), ο Özdemir Erdoğan (γενν. 1940) με το τραγούδι του “Gurbet” (Ξενιτιά), που θα απέδιδε η σύζυγός του Ayşen Erdoğan. Το τραγούδι υπήρξε μεγάλη επιτυχία στην Τουρκία και οπωσδήποτε σχετίζεται με το anadolu rock ιδίωμα. Να μην ξεχνάμε πως ο Erdoğan είχε κάνει επίσης τρανή επιτυχία, στην Τουρκία, το 1969, το «Έφυγε, έφυγε» των Βασίλη Βασιλειάδη-Πυθαγόρα (που είχε πρωτοπεί ο Στέλιος Καζαντζίδης το 1966), ως “Duyduk duymadιk demeyin”. Υπάρχουν λοιπόν κάποιες συνδέσεις από το χθες, μεταξύ μουσικής Ελλάδας και Ανατολίας, αλλά βασικά, εδώ (στην από ’δω μεριά του Αιγαίου εννοώ) δεν είχαμε πάρει τίποτα χαμπάρι έως και το 1998.
Σε τελείως προσωπικό επίπεδο θυμάμαι πως στα 90
s εύρισκα στο Μοναστηράκι τούρκικα LP και singles, τα οποία και αγόραζα, αλλά τα άκουγα κάπως σαν... εξωτικά και βεβαίως αποσπασματικά. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι ρόλο παίζανε στη γείτονα, αν ήταν επιτυχίες, αν ανήκαν στο «underground» κύκλωμα κ.λπ. Δεν έγραφε κανείς, θέλω να πω γι’ αυτά τα πράγματα, τότε, στα μουσικά περιοδικά ή οπουδήποτε αλλού.
Αν λοιπόν στο γιουσουρούμ θα εντόπιζα και Barış Mançο (τουλάχιστον τρία LP του από τα late 70s-early 80s, για τα οποία τώρα «σκίζονται» οι συλλέκτες), και Alpay από τα σίξτις, και Ferdi Özbeğen, και μάλιστα 45άρι του από το Altın Mikrofon του 1965 (θα πω στη συνέχεια τι ήταν αυτό), και Selda, ένα ελληνικό(!) δισκάκι της σε ετικέτα Marionetta από το 1972 και άλλα διάφορα, στην πράξη όλα αυτά ήταν... σταγόνες στον ωκεανό – τυχαίες, για μένα, ηχογραφήσεις, που δεν μπορούσες να τις εντάξεις κάπου, σε κάτι ευρύτερο. Τούρκικοι δίσκοι, ok, κι εκεί κάπου τελείωνε το πανηγύρι. Σημειώνω λοιπόν το αληθινό... δισκορυχείο, που ήταν κάποτε το Μοναστηράκι –όταν μπορούσες να βρεις όλα αυτά, κι ακόμη περισσότερα, σε τιμές αστείες και σχεδόν τζάμπα– για να πάω παρακάτω.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/mia-istoria-toy-klasikoy-anadolu-rock-toy-rok-tis-toyrkias

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 651

12/7/2025
Και όμως υπήρχε κατάστημα στην Αθήνα, την άνοιξη του 1972, σε μια πολύ δύσκολη εποχή, που πουλούσε πόστερ ροκ καλλιτεχνών και συγκροτημάτων (Santana, Jimi Hendrix), μαζί με Che και τη θρυλική (και κυνηγημένη) αντιχουντική αφίσα «ΒUS ONLY» του Δημήτρη Σαπρανίδη! Μπορεί κάτι τέτοια να μοιάζουν με λεπτομέρειες, αλλά δεν είναι...
Μόνο στο «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60 (Μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025] θα διαβάσεις γι’ αυτά τα θέματα...

12/7/2025
Σήμερα συμπληρώνει μια βδομάδα στα βιβλιοπωλεία το νέο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60 (Μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025]. Ένας τόμος 500 σχεδόν σελίδων, που επιχειρεί να δει πίσω από τις κουρτίνες, τι συνέβαινε στη «δυτικού τύπου» μουσική και την ταυτόχρονη κοινωνικοπολιτική καθημερινότητα ανάμεσα στα χρόνια 1956-1974.
Μέσα σ’ αυτή τη βδομάδα λοιπόν το βιβλίο κατορθώνει να ανεβεί στη ΔΕΥΤΕΡΗ θέση, στη λίστα με τα ευπώλητα μουσικά βιβλία του τελευταίου διμήνου της Πολιτείας (έχω τη γνώμη πως και σε άλλα βιβλιοπωλεία πάει το ίδιο καλά), ενώ βρίσκεται και στην ΤΕΤΑΡΤΗ θέση μεταξύ όλων των βιβλίων Τέχνης. Πρόκειται (για τόσο γρήγορα) για μία πρώτη απόδειξη επιτυχίας.
Όσοι και όσες ετοιμάζεστε για διακοπές και ταυτόχρονα γουστάρετε την ελληνική μουσική σε όποια έκφανσή της μην αμελήσετε αυτό το βιβλίο από τις επιλογές σας. Θα επιστρέψετε, με το καλό, και ακόμη θα το διαβάζετε...

11/7/2025
Όταν από τον Σεπτέμβριο του ’66 η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ) –παιδιά που πρόσκεινταν χοντρικά στη λεγόμενη «παραδοσιακή αριστερά»– μέσω του περιοδικού της «Η Γενιά μας», παρουσίαζε θέμα για τους Beatles, στο οποίο τα έχωνε στους πουριτανούς Αμερικάνους που εξεγείρονταν, επειδή ο Λένον είχε πει, τότε, πως ήταν πιο δημοφιλείς και από τον Χριστό, παρουσιάζοντας τους «εξεγερμένους» σαν τους ρατσιστές της Νοτίου Αφρικής (ορθότατον!), προβάλλοντας ταυτόχρονα την αντιπολεμική ρητορική των Fab Four, κάποιοι άλλοι ροκάδες, στην Ελλάδα, μερικά χρόνια αργότερα, θα μας έλεγαν πως οι Beatles αρέσουν «σε πολλές νοικοκυρές» (φτύνοντάς τους). Είμαστε με τις νοικοκυρές ασυζητητί!
Γι’ αυτά τα ωραία θα διαβάσεις στο μαχητικό βιβλίο «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025] και όχι ξανά-μανά τα ίδια και τα ίδια... δισκογραφίες, πήγαινε-έλα μουσικών και... είμαστε όλοι μια ωραία ατμόσφαιρα...

11/7/2025
Όλοι πρέπει να ξέρετε την τραγουδάρα του Donovan “Hey Gyp”, αν όχι από τον ίδιο τουλάχιστον από τους Eric Burdon & The Animals. Ποιος ήταν ο Gyp Mills, που εδώ φωτογραφίζεται, το 1966, στην Πάρο με τον Donovan (ο οποίος Donovan κρατάει το “Revolver” των Beatles);
Η ιστορία του μεγάλου Σκωτσέζου τραγουδοποιού στην Ελλάδα, δεν έχει γραφτεί ποτέ με τις λεπτομέρειες τις οποίες θα διαβάσετε στο «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

10/7/2025
Ανέτρεξα σε πάνω από 400 πηγές (οι απολύτως περισσότερες έντυπες και πολλές από αυτές δυσεύρετες) προκειμένου να εξακριβώσω πλείστα όσα γεγονότα και καταστάσεις, σχετικές με όλα εκείνα που περιγράφονται στο νέο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025]. 
Ανάμεσα σ’ αυτές οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί», με τις όποιες ονομασίες τους μέσα στα χρόνια, έχουν τη δική τους θέση.