Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα exotica. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα exotica. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

«Στη Γοητεία των Τροπικών»: ένα πρωτοποριακό ελληνικό βιβλίο από το 1945, που αποτελεί διαχρονικό «ανοιχτό παράθυρο» για την κουλτούρα της exotica – Η περιπλάνηση του Άγγελου Δόξα σε Κούβα, Μεξικό, Καλιφόρνια και Χαβάη, οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις του και οι εξωτικές μουσικές της εποχής

Και στη διάρκεια του μεσοπολέμου, όπου υπήρχαν προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο, για μια ζωή πιο ξέγνοιαστη, με λιγότερες σκοτούρες και προβλήματα, αλλά κυρίως κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπως και αμέσως μετά απ’ αυτόν, όταν η ζωή είχε βαρύνει ανεπανόρθωτα, αναπτύσσεται σιγά-σιγά και στην Ελλάδα μια διάθεση φυγής από τη σκληρή καθημερινότητα.
Αυτή η τάση εντοπίζεται και στη λογοτεχνία, και στο θέατρο, και στο τραγούδι. Και όχι μόνο στο ελαφρό τραγούδι, που είχε, όπως και να το κάνουμε, την πρωτοκαθεδρία στο να σε κάνει να λησμονείς τα ζόρια της ζωής, μα και στο λαϊκό.
Ήδη από το 1939 (στη δισκογραφία) ακόμη και ο Τσιτσάνης καταπιανόταν με τις ακρογιαλιές της... Παραγουάης, που μπορεί να ήταν μια χώρα περίκλειστη, ηπειρωτική, χωρίς διέξοδο σε θάλασσα, αλλά εξέπεμπε, λόγω ονόματος, μιαν αίσθηση απόμακρης μακαριότητας (άκου «Σε φίνο ακρογιάλι» με Στράτο Παγιουμτζή και Στελλάκη Περπινιάδη), ενώ νωρίτερα απ’ αυτόν (1935) ο Κώστας Μπέζος με τα Άσπρα Πουλιά του εμφάνιζε την πρωτεύουσα της Χαβάης σαν ένα τόπο, που θα μπορούσε να στεγάσει οποιονδήποτε έρωτα, ακόμη και τον πιο πονεμένο (άκου «Πάμε στη Χονολουλού»).
Φυσικά, μετά τον πόλεμο, οι εξωτικοί προορισμοί, οι προελεύσεις των εξωτικών καλλονών ή τα γενικότερα (υποτιθέμενα) θέλγητρα της εξωτικής ζωής ακούγονταν όλο και πιο συχνά στα ελληνικά τραγούδια, που γέμιζαν, έτσι, από Μεξικάνες και Βραζιλιάνες, μέχρι Ινδιάνες και πάσης φύσεως Αφρικάνες ή και Αραπίνες όπως τις έλεγαν τότε (Σουδανέζες, Βεδουίνες, Μαροκινές κ.ά.). Εννοείται πως και η εξωτική Χαβάη μνημονευόταν ουκ ολίγες φορές και στα δύο στυλ (και στο ελαφρό τραγούδι και στο λαϊκό).
Ένα βιβλίο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό του εξωτικού κλίματος στην Ελλάδα εκείνη την εποχή (δεκαετία του ’40) ήταν το Στη Γοητεία των Τροπικών (τι εκπληκτικός τίτλος για τότε!) του συγγραφέα και ακόμη ιατρού-ψυχαναλυτή Άγγελου Δόξα (1900;-1985), πραγματικό όνομα Νικόλαος Δρακουλίδης, που τυπώθηκε τον Μάρτιο του 1945 από τις εκδόσεις Κορυδαλού. Λέω πως «έπαιξε καθοριστικό ρόλο», επειδή ο Δόξας ήταν ένας από τους πιο εμπορικούς συγγραφείς της εποχής, με τα βιβλία του να πουλάνε (τότε) δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα.
Ο Δόξας έγραφε και ποίηση, αλλά κυρίως έγραφε λογοτεχνία – διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Οι τρεις νουβέλες του Πάρτυ, Τζιν και Βάνα είχαν πουλήσει πάνω από 30 χιλιάδες αντίτυπα, ενώ το ίδιο πολυδιαβασμένα ήταν και τα διηγήματά του Γκαρσόν... ένα Ουίσκυ, 3 Σταγόνες Μπενζίνα..., Η Γυναίκα Γυμνή, Μετά τα Μεσάνυχτα κ.ά. Όλα τυπωμένα από το 1945 και νωρίτερα. Σαν συγγραφέας υπήρξε διασκεδαστικός και ευχάριστος, ενώ καταπιανόταν συχνά με μοντέρνα θέματα, στα οποία μπορούσες να ανιχνεύσεις από ρεαλιστικές έως και ψυχαναλυτικές αναφορές.
Βασικές μέριμνες στα αφηγήματά του ήταν εκείνες που σημείωνε ο φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας Πέτρος Σπανδωνίδης στο περιοδικό Νέα Πορεία (τόμος 1, τεύχος 2, Απρίλιος 1955). Διαβάζουμε σχετικά:
«Ίσως δε θα κάνουμε λάθος αν στοχαστούμε, ότι εκείνο που επιζήτησε περ’ από το φασματικό πέρασμα της εποχής, ο κ. Δόξας είναι: να μεταβάλλει το αίσθημα του βάρους που δίνει η ζωή σε αίσθημα ελεύθερης κίνησης, που εσωτερικά συνάπτεται με την ευθυμογραφική διάθεση και εξωτερικά με την κοσμοπολίτικη διαρκώς μετακινούμενη άμμο της ζωής. Θέλει να προβάλει τη ζωή απαλλαγμένη από το βάρος της, μέσα σ’ ένα όραμα φευγαλέο, σαν μελωδικό κάποτε μιας ατελείωτης φούγκας τόνων, που διαρκώς ολισθαίνουν».
Το βιβλίο λοιπόν του Άγγελου Δόξα έρχεται ως επιστέγασμα αυτής ακριβώς της διάθεσής του να εξομαλύνει, μέσω των αφηγήσεών του, τις δυσκολίες της ζωής, κάνοντάς σε να πιστέψεις, ως αναγνώστης, πως θα μπορούσες κι εσύ να βιώσεις την «άλλη πλευρά», τη χαρά του ταξιδιού, τη μαγεία τής περιπέτειας, της επαφής με άλλους πολιτισμούς, μακρινούς, εξωτικούς, στους οποίους θα κυριαρχούσε η καλή διάθεση, η χαρά του ζην, η απαλλαγή από κάθε δυσάρεστο και αγχωτικό στοιχείο, συνδυασμένα όλα τούτα με γερές δόσεις ερωτικών σκιρτημάτων και γενικότερης ευζωίας και ευωχίας (καλό φαγητό, καλό ποτό, παρέες, χοροί, διασκεδάσεις κ.λπ.). Αυτό ακριβώς επιτύγχανε το Στη Γοητεία των Τροπικών του, με τον επεξηγηματικό υπότιτλο «(ταξίδια και περιπέτειες) Κούβα - Μεξικό - Καλιοφόρνια - Λος Άντζελες - Χόλυγουντ - Σάντα Καταλίνα - Σαν Φραντζίσκο - Χονολούλου - Χαβάη».

Το όλον εδώ...

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

KARUNA TRIO (ADAM RUDOLPH / RALPH M. JONES / HAMID DRAKE) φανταστικό αρχιπέλαγος

Πρόκειται για το εκπληκτικό άλμπουμ, το λέω από την αρχή, Imaginary Archipelago [META Records, 2020], το οποίο φέρει εις πέρας το Karuna Trio, δηλαδή οι Adam Rudolph μεμβρανόφωνα, ιδιόφωνα και χορδόφωνα κρουστά, overtone singing και ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα, Ralph M. Jones αερόφωνα όργανα, φωνή και Hamid Drake μεμβρανόφωνα και ιδιόφωνα κρουστά, φωνή. Και το αποκαλούμε «εκπληκτικό», γιατί όλο και πιο σπάνια συναντάς πλέον τέτοιου τύπου ηχογραφήσεις, που να κινούνται εξ αρχής έξω από την πεπατημένη –πέραν ακόμη και από αυτό το σοβαρό, που έχεις μάθει να ακούς και να απολαμβάνει–, προτείνοντας κάτι νέο. Κάτι, όμως, που ενώ είναι νέο και ρηξικέλευθο, δεν χάνει ποτέ την επαφή του με το γήινο, το αληθινά ελκυστικό και το λαϊκό. Η αιτία εν προκειμένω; Η σύνδεσή του με τις παραδόσεις τού κόσμου – του υπαρκτού ή και του... ανύπαρκτου.
Το «Φανταστικό Αρχιπέλαγος» δεν υπάρχει – γι’ αυτό είναι και φανταστικό εξάλλου. Υπάρχει όμως στην φαντασία των τριών οργανοπαικτών, κι αυτό αρκεί. Αποτελείται δε από έντεκα νησιά, τα οποία είναι οι τίτλοι των κομματιών τού άλμπουμ. Ορίστε και τα ονόματά τους: Okomibo, Alima, Ibak, Dimahala, Apekweh, Madazuba, Pitek, Chandirasa, Suwakaba, Vajna και Sorokaba. Κανένα νησί δεν είναι ίδιο με ένα άλλο. Κάθε ένα έχει τις τοπικές μουσικές του, το δικό του ανάγλυφο, την δική του ανθρωπογεωγραφία. Μέσα απ’ αυτές τις παραδοχές ξεκινά να αναπτύσσεται και η μουσική τού άλμπουμ, η οποία δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάποια (πολλά) αρχέγονα στοιχεία, καθώς το αρχιπέλαγος, έτσι όπως είναι απομονωμένο, έχει καταφέρει να διαφυλάξει τα προαιώνια ηχητικά μυστικά του. Καλό θα ήταν να υποθέταμε πως το φανταστικό αυτό νησιωτικό σύμπλεγμα είναι χαμένο κάπου στον νότιο Ειρηνικό, πολύ μακριά απ’ οτιδήποτε άλλο γνωστό, και πως εξαιτίας αυτής της γεωγραφικής απομόνωσης έχει καταφέρει να διατηρήσει αλώβητη, ανάμεσα σε άλλα, και την μουσική παράδοσή του.
Ό,τι ακούμε στο “Imaginary Archipelago” αποτελεί μιαν αυθόρμητη προσέγγιση, σε μια φανταστική, σε μιαν ανύπαρκτη μουσική, η οποία, όμως, αποκτά σάρκα και οστά μέσα από τα παιξίματα των τριών χαρισματικών μουσικών. Καθένας με την ιστορία του, φυσικά. Μεγάλη, πολύ μεγάλη (η ιστορία) του Hamid Drake, σημαντική εκείνη του Adam Rudolph (συνεργάτης και του Wadada Leo Smith μεταξύ άλλων) και λιγότερο γνωστή εκείνη του Ralph M. Jones. Μουσικές εμπειρίες δεκαετιών (σε πάλκα και δισκογραφία) συνδυάζονται σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να αποδοθεί το concept, που έχουν οι τρεις μουσικοί κατά νου, και το οποίον υλοποιείται με θρησκευτική πίστη και ευλάβεια.
Ναι, είναι μια ευλαβική μουσική αυτή που παρουσιάζουν οι Rudolph, Jones και Drake, το Karuna Trio, στο “Imaginary Archipelago”. Μια μουσική αγνή, ελεύθερη από δεσμεύσεις, πνευματική, αυτοσχεδιαστική φυσικά, που εμπεριέχει άπλετα jazz, exotica, world και πειραματικά / avant στοιχεία, με τέτοιο τρόπο τοποθετημένα, ώστε να αθροίζεται το τέλειο, το απόλυτο αποτέλεσμα. Πολύ μεγάλο άλμπουμ!
Επαφή: www.metarecords.com

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

OONA RECORDINGS ηχογραφήσεις μιας νεο-εμφανιζόμενης σουηδικής εταιρείας

Μια καινούρια εταιρεία, που έχει για έδρα της την Στοκχόλμη, έρχεται να πλουτίσει τις γνώσεις μας γύρω από την σύγχρονη σουηδική σκηνή. Η ονομασία της είναι Oona Recordings και εισάγεται στην χώρα μας από την Recordisc. Ας δούμε, λοιπόν, αυτές τις πρώτες και πρόσφατες κυκλοφορίες της, που αφορούν σε πολύ περιποιημένες εκδόσεις βινυλίων.
LISA MONTAN: Fossiler [Oona Recordings, 2020]
Το πρώτο που κοιτάζω στο άλμπουμ τής Lisa Montan, πριν καν το ρίξω στο πλατώ, είναι τα ονόματα των μουσικών που συμμετέχουν στην ηχογράφηση. Είναι κάπως περίεργα γραμμένα (όπως και όλα τα σχετικά στοιχεία στο back cover), και γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, προκειμένου να τα μεταφέρεις σωστά.
Στο “Fossiler” λοιπόν ακούγονται οι: Michelle Barth-Croon βιολί, Nils Berg κλαρινέτο, φλάουτο, Saw Maja Fryden φωνητικά, Lisa Montan βιόλα, φωνητικά, διάφορα άλλα όργανα (δεν διευκρινίζεται), Felicia Ivarsson βιολί, Lulu Msoty φωνητικά, Jonas Pettersson κιθάρα, Maria Ponten γαλλικό κόρνο, Leo Svensson Sander τσέλο και Ahmettek Bileh mey (τούρκικο πνευστό, όχι το ney).
Επίσης να πω πως αρκετά εκ των δεκατεσσάρων tracks του LP (η πλειονότητα) προέρχονται από σάουντρακ αγνώστων προς εμένα σουηδικών ταινιών (και όχι αναγκαστικώς μεγάλου μήκους), όπως των: The Cabinet (2011) της Åsa Cederqvist, Euphoria (2017) της Lisa Langseth, Fallet Kevin (2017;) του Dan Josefs, Flocken (2015) της Beata Gårdeler και Guld (2018) του Abbe Hassan. (Κόπιασα, για να τα εξακριβώσω όλα αυτά, και για να τα μεταφέρω δίχως λάθη από το εξώφυλλο). Τέλος πάντων, αυτά τα λέω όχι για να μου πείτε «μπράβο», αλλά για να δείξω πως τα credits δεν είναι αναγραμμένα με απλότητα και με σαφήνεια στο back cover.
Εισερχόμενοι στα πιο μέσα, στα επί της ουσίας, θα λέγαμε πως το υλικό τής Lisa Montan που ακούγεται στο “Fossiler” διαθέτει πολλά neo-classical στοιχεία. Και folk οπωσδήποτε, και «μυστηριακά» τύπου Dead Can Dance, και άλλα πιο «κινηματογραφικά», πιο new-age, ambient κ.λπ.
Το σύνολο «δένει». Είναι μελετημένο, δίχως σκαμπανεβάσματα στην ένταση, και σαν άκουσμα θα το χαρακτήριζα αρκούντως διαβρωτικό. Σε «πιάνει» δηλαδή σταδιακώς, μεταφέροντάς σε σ’ ένα παγερό, σ’ ένα βορειοευρωπαϊκό περιβάλλον, από το οποίο δεν απουσιάζουν, βεβαίως, τα αισθήματα. Οι μελωδίες, όταν το επιτρέπουν οι διάρκειες (γιατί εδώ καταγράφονται και πολλά σύντομα στο χρόνο tracks, ενός λεπτού και δύο λεπτών), αναπτύσσονται αργά, με μιαν αίσθηση θρησκευτικής λειτουργίας (“Höstanemon”), ενώ άλλοτε χρησιμοποιούν πιο dark χαρακτηριστικά (“Creation”), προκειμένου να επιβληθούν.
Σε κάθε περίπτωση η Lisa Montan αντλεί ιδέες από πολλά και διαφορετικά αισθητικά μετερίζια, έχοντας όμως τον τρόπο να τα ενοποιεί κάτω από ένα «γενικό πνεύμα». Πόσω μάλλον, όταν τα tracks που καταγράφονται εδώ δεν αποτελούν το αποτέλεσμα ενός, συγκεκριμένου, session.
SUBCHAMBER ENSEMBLE: Subchamber Ensemble [Oona Recordings, 2019]
Μια πολύ ιδιαίτερη μπάντα, από την Σουηδία φυσικά, είναι και οι Subchamber Ensemble – ένα σχήμα το οποίο αποτελούν οι Tove Wadenius βιολί, Samuel Lundström βιολί, βιόλα, Viktor Auregård κοντραμπάσο, Jonas Losciale κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, Olivia Rydqvist μπασούν, Lydia Holmlund άρπα, Susette Johansson κιθάρα, Gerda Holmquist τσέλο και Nathan Larson tank drums, glockenspiel. Άρα λέμε για ένα 9μελές γκρουπ, ένα ανσάμπλ, που μπορεί να παρουσιάζει, και λόγω setting, ποικίλες αισθητικές διαστάσεις. Ποιες είναι αυτές; Ας επιχειρήσουμε να τις προσδιορίσουμε.
Κατ’ αρχάς «δωματίου», «σύγχρονης κλασικής» και avant, λόγω των διαφόρων εγχόρδων βασικά. Ύστερα κάποιες «έντεχνες», λόγω των πνευστών, πιθανώς δε και κάποιες progressive / art rock λόγω κιθαρών και μπάσου-ντραμς. Ισχύουν αυτά; Πάνω-κάτω, ναι. Ισχύουν. Αλλά ακούγοντας το “Subchamber Ensemble” έρχονται να προστεθούν και άλλες διαστάσεις –κυρίως πειραματικές και αυτοσχεδιαστικές– τις οποίες δεν είναι εύκολο να διαβλέψεις, αν πρώτα δεν τις ακούσεις.
Πρέπει λοιπόν να πούμε πως στο LP αυτό υπάρχει και μιαν ισχυρή επιρροή από τον «τέλειο τόνο» του La Monte Young (άκου το 11λεπτο “Abeyance”). Προβάλλεται μια drone music δηλαδή, που δεν μπορεί να εξηγηθεί με την πρώτη, έχοντας, όμως, πολύ στέρεες βάσεις.
Οπωσδήποτε η ambience κυριαρχεί στο “Subchamber Ensemble”, όπως κυριαρχεί και η «κινηματογραφικότητα» – η ικανότητα εν πάση περιπτώσει του γκρουπ να δημιουργεί ηχητικά τοπία μιας κάποιας «παγερής ομορφιάς».
Παρότι, τώρα, αυτοί οι τελευταίοι χαρακτηρισμοί μπορεί να φαίνονται κάπως ασαφείς στους μη-εξοικειωμένους με την «γλώσσα της μουσικοκριτικής» (αν υπάρχουν τέτοιοι αναγνώστες εδώ στο blog), στην πράξη είναι και δόκιμοι και κυρίως περιγραφικοί όλων αυτών που ακούγονται στο εν λόγω LP.
MAMBO NOIR TRIO: Mambo Noir Trio [Oona Recordings, 2019]
Μέλη τού Mambo Noir Trio είναι οι Matti Bye πιάνο, όργανο, ηλεκτρονικά, Vilhelm Bromander μπάσο, όργανο και Dennis Egberth ντραμς, vibraphonette, κρουστά. Για τον πιανίστα Matti Bye έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον, τονίζοντας το συνθετικό ταλέντο του, έτσι όπως εκείνο καταγραφόταν στις διάφορες προσωπικές δουλειές του, ενώ οι Bromander-Egberth έχουν συμμετάσχει, ανάμεσα σε άλλα, και στην ηχογράφηση του άλμπουμ των Kumisolo & Joe DavolazKabuki Femme Fatale” [Alter K / Tona Serenad, 2017], για το οποίον επίσης υπάρχει review στο blog.
Το πρώτο αυτό φερώνυμο LP τού Mambo Noir Trio είναι ένα άλμπουμ jazz-exotica. Ένα θαυμάσιο άλμπουμ jazz-exotica. Κάτι μαρτυρά, εδώ που τα λέμε, και η ονομασία τού σχήματος, καθώς το mambo και το noir παραπέμπουν και στα fifties, την κατ’ εξοχήν δεκαετία του είδους, αλλά κατά βάση είναι οι ευφάνταστες συνθέσεις που εδώ προτείνονται – και οι οποίες έρχονται να ανανεώσουν ένα τόσο αγαπημένο (γενικότερα) στυλ.
Τρεις σπουδαίοι συνθέτες-μουσικοί, λοιπόν, συνασπίζονται επί του παρόντος, προτείνοντάς μας εννέα εξαιρετικά tracks (τέσσερα στην πρώτη πλευρά και πέντε στη δεύτερη), όλα με μονολεκτικούς τίτλους (“Noir”, “Matador”, “Clouds”, “Savu”, “City”, “Love”, “Sangre”, “Luna”, “Fin”), ικανά να σε παρασύρουν σ’ ένα απολύτως γοητευτικό (ηχητικό) ταξίδι.
Φαντασία, τολμηρή φαντασία σε συνθέσεις και ενοργανώσεις, πηγαίο και αυθόρμητο αίσθημα, πλήρης οριοθέτηση της «ατμόσφαιρας», που πρέπει να εκλύει κάθε σοβαρή exotica music, σκοτεινιά, όχι όμως με την απάνθρωπη όψη της των eighties, αλλά μ’ εκείνη την μυστηριακή, ποιητική της δεκαετίας του ’30 και του ’40 (δες π.χ. την ταινία του Jacques Tourneur I Walked with a Zombie) και πάνω απ’ όλα η βεβαιότητα πως ό,τι φθάνει στ’ αυτιά σου δεν αποτελεί μια ψυχρή αναπαραγωγή του fifties κλίματος, αλλά το ξεπέρασμά του (με την ταυτόχρονη ένταξή του στο τώρα).
Ναι, οι φίλοι των μουσικών του Les Baxter, του Martin Denny και του Arthur Lyman θα βρουν, εδώ, εκείνο που δεν φαντάζονται. Εξαιρετικό άλμπουμ!
Επαφή: Music Corner, Πανεπιστημίου 56, Αθήνα, τηλ. 210-3304000, www.musiccornerstore.gr, Νικόλαος Σταθόπουλος (Αμερικάνος), Άστιγγος 11, Μοναστηράκι, Αθήνα, τηλ. 210-3210652
 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

EXOTICA MUSIC

Αδιαφιλονίκητη σταθερά στη μουσική κάλυψη και ψυχαγωγία, τουλάχιστον από την δεκαετία του ’50 και μετά, αποτελεί η «εύκολη μουσική» – το λεγόμενο easy listening. Έτσι, και παρόλο τον βομβαρδισμό καινούριων και παλαιότερων όρων που έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο (exotica, elevator music, muzak, lounge, chill-out, μουσική για σουπερμάρκετ, downtempo, smooth κ.λπ.), η ουσία, γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί η συγκεκριμένη ηχητική επένδυση, δεν αλλάζει. Μία παράλληλη και… ανεπαίσθητη συντροφιά, πίσω από την οποία κρύβονταν, ορισμένες φορές, και πολιτικά παιγνίδια... Κυρίαρχη συνιστώσα του easy listening αποτελεί, από τα fifties ήδη, η αμερικανική exotica…
Η exotica ήταν ένα «εύκολο άκουσμα», με κάποιες κοινωνικοπολιτικές άκρες, αφού πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα ήταν εκείνα που, κυρίως, την επέβαλαν. Έτσι, οι αμερικανικές πυρηνικές δοκιμές στην ατόλη Bikini του βορείου Ειρηνικού ανάμεσα στα χρόνια 1946-1958, ο πόλεμος στην Κορέα (1950-1953) και, πίσω απ’ αυτά, τα προγράμματα της Muzak Holdings Corporation, που σχετίζονταν με την αναπτυσσόμενη πολεμική και στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ ήταν ένα πρώτο βάθρο πάνω στο οποίο πάτησε η μουσική exotica – με το όλον «κλίμα» να φουσκώνει και μέσα από την λαϊκή τέχνη της εποχής (θέατρο, κινηματογράφος, λογοτεχνία), καθώς η επίδρασή της στις μάζες υπήρξε, και εδώ, καταλυτική. Ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο «Tales of the South Pacific» (1947) του James A. Michener που έγινε αρχικά μιούζικαλ στο Broadway το 1949 από τους Richard Rodgers και Oscar Hammerstein II («South Pacific») και στη συνέχεια ταινία από τον Joshua Logan, στην μεγάλη ακμή, πια, της exotica το 1958. Ακόμη και ο Elvis Presley έπαιξε το ρόλο του στην ανάδειξη της «εξωτικής» κουλτούρας των fifties με τις επισκέψεις, τις συναυλίες και τις ταινίες του στη Χαβάη (από τον Νοέμβριο του ’57 και μετά), που έρχονταν σε συγχρονισμό με την ανάδειξη της νησιωτικής Πολιτείας ως πεντηκοστής των ΗΠΑ, τον Αύγουστο του 1959. Επίσης, ένας εκ των υστέρων αδιάψευστος μάρτυρας τού τι ακριβώς παιζόταν μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές των ΗΠΑ είναι τα εξώφυλλα των σχετικών άλμπουμ, στα οποία είναι ολοφάνερο το «άγχος» των Αμερικανών να δώσουν μιαν ειδυλλιακή εικόνα του κόσμου (εκείνου του… Pacific κόσμου), πίσω από τον οποίον διεξάγονταν, συχνά, βρώμικα παιγνίδια. Η exotica, δηλαδή, ερχόταν να καλύψει πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που σχετίζονταν με την εδαφική και θαλάσσια κυριαρχία στον Ειρηνικό Ωκεανό, στην ακμή του «ψυχρού πολέμου». Τρεις ήταν οι (βασικοί) μαέστροι πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η αμερικανική exotica στη δεκαετία του ’50. Τα ονόματά τους: Les Baxter, Martin Denny και Arthur Lyman…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/52196