Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

HALMA, SUZAN KÖCHER’S SUPRAFON, LOVE MACHINE, DEAD HIPPIES, OKIDOKI, ACTION & TENSION & SPACE όταν η Ευρώπη εξακολουθεί να ροκάρει με όρεξη

HALMA: The Ground [Kapitän Platte, 2019]
Οι Halma είναι Γερμανοί (από το Αμβούργο) υπάρχουν ως σχήμα πάνω από 20 χρόνια, έχοντας ηχογραφήσει κάμποσα άλμπουμ, με το “The Ground” να είναι το πιο πρόσφατο απ’ αυτά. Σήμερα μέλη των Halma είναι οι: Gundi Voigt μπάσο, Thorsten Carstens κιθάρα, tambura, Fiona McKenzie ντραμς, κρουστά και Andreas Voss βαρύτονη κιθάρα.
Το “The Ground” είναι ένα ισορροπημένο LP, με τρία μέσης διάρκειας tracks (6λεπτα-7λεπτα) ανά πλευρά, τα οποία κινούνται στο χώρο τού σύγχρονου heavy-progressive / stoner. Είναι δε όλα ορχηστρικά και όλα χαρακτηρίζονται από ’κείνα τα ξεχωριστά vibes, στα οποία μάς έχει συνηθίσει το γερμανικό progressive rock από τα χρόνια των Jane, των Blackwater Park, των Night Sun και των πρώιμων Birth Control.
Φυσικά, ο ήχος είναι σύγχρονος, τωρινός, σημερινός. Δεν υπάρχει, εννοούμε, περίπτωση να μπερδέψεις τους Halma μ’ ένα συγκρότημα των early seventies και αυτό οφείλεται, βασικά, στις stoner αναφορές τους, στις κιθάρες, που... σχίζουν το παραπέτασμα, στα Floyd-ικά ή Czukay-ικά μπάσα, μα ακόμη και στα ντραμς μερικές φορές, που επίσης παραπέμπουν σε CAN (στον Jaki Liebezeit δηλαδή – άκου το “It could all be different”).
Σε κάθε περίπτωση οι Halma την έχουν την γερμανική προγκρεσιβάδικη-space πετριά τους, και τούτο μόνον ως θετικό μπορεί να λογισθεί. (Αξίζει, θέλω να πω, τα γερμανικά συγκροτήματα να ακούγονται κατά το μάλλον ή ήττον σαν γερμανικά και όχι σαν... απ’ όπου να ’ναι και ό,τι να ’ναι).
SUZAN KÖCHER’S SUPRAFON: Suprafon [Unique Records, 2019]
Γερμανοί, από το Solingen, είναι και οι Suzan Köchers Suprafon, που αποτελούνται από την τραγουδίστρια βασικά Suzan Köcher (χειρίζεται ακουστικές κιθάρες και κρουστά επίσης), τον κιθαρίστα Julian Müller, τον μπασίστα Alfie Joy και τον ντράμερ Jens Vetter (που χειρίζεται, ακόμη, mellotron και σύνθια). Υπάρχουν και έξτρα βοήθειες σε κάποια tracks (σε τρομπέτα, τρομπόνι και τσέλο), αλλά αυτά είναι τα βασικά.
Suprafon; Και είναι οπωσδήποτε μια λέξη, τούτη, που παραξενεύει, αν και όλοι μπορούμε να πούμε και να γράψουμε για την προέλευσή της και για τον «φόρο τιμής», περαιτέρω, που αποδίδει εδώ το γερμανικό συγκρότημα. Ναι, είναι η τσεχοσλοβάκικη κρατική εταιρεία δίσκων Supraphon και είναι το art cover (μπροστά, πίσω), οι γραμματοσειρές, τα χρώματα κ.λπ., που «παίζουν» σ’ αυτό το δεύτερο LP/CD τού γερμανικού γκρουπ και που παραπέμπουν στο εικαστικό της... κομμουνιστικής εταιρείας.
Το “Suprafon” είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ, σημερινό μεν, που ηχεί... παλιομοδίτικα δε. Προτείνει ποπ, ψυχεδελοπόπ και folk ηχοχρώματα, αλλά, πάνω απ’ όλα, προτείνει σοβαρά τραγούδια, που έχουν μια τέτοια ροή κι ένα τέτοιο εκτόπισμα, ώστε, τελικώς, να μην μπορείς να τα αμελήσεις – ούτε να τα αγνοήσεις. Καλοπαιγμένα και καλοπαρουσιασμένα, ξεχωρίζουν κατ’ αρχάς για τις ερμηνείες τις Köcher, που είναι τελείως cool φέρνοντας στη μνήμη μας τον τρόπο που τραγουδούσε η Françoise Hardy, ενώ και οργανοπαικτικά έχουν κάτι ειδικό να προσθέσουν, μέσω των θαυμάσιων κιθαριστικών και πληκτρονικών συνοδειών, που μπορεί να παραπέμπουν σε πολλά (Pink Floyd πρώτα-πρώτα), διατηρώντας ταυτοχρόνως ένα δικό τους βάρος.
Γραμμένο στο Ώστιν του Τέξας, το “Suprafon” διαθέτει και αμερικανικές και ευρωπαϊκές sixties αποχρώσεις, κατορθώνοντας και με τον απλό, αλλά συμβατό με την ροκ μυθολογία λόγο του (τον στιχουργικό λόγο του εννοούμε), να κάνει την έκπληξη.
Τραγούδια σαν τα “Poisonous ivy”, “Texas sun” και “Suprafon” δεν τ’ ακούς «κάθε-μέρα» από τα αναβιωτικά συγκροτήματα. Άσε τα άλλα... 
LOVE MACHINE: Mirrors & Money [Unique Records, 2019]
Τρίτη γερμανική μπάντα στη σειρά. Οι Love Machine είναι μια πεντάδα από το Ντίσελντορφ (Marcel Rösche φωνή, Richard Eisenach μπάσο, φωνητικά, Noel Lardon ντραμς, κρουστά, φωνητικά, Felix Wursthorn κιθάρες, Hendrik Patoka Siems κιθάρες), που κυκλοφορεί τώρα ένα 10ιντσο βινύλιο (και CD) με έξι κομμάτια. 
Αν και δέχεται βοήθειες σε πιάνο, τρομπέτα, τρομπόνι και σε φωνητικά, η βεβαιότητα τού συγκροτήματος είναι προφανής, όπως και η διάθεσή του να προβάλλει αυτό το καλοφτιαγμένο pop-rock, που μπορεί ναι μεν να κρατάει από τον David Bowie (κυρίως λόγω των ερμηνειών τού Rösche το λέμε αυτό), αλλά πηγαίνει (και) πιο πέρα. Να, ας πούμε στο “Birdy buddy”, που διαθέτει και πνευστά breaks και pop-rock μετρονομία και εφφέ με κελαηδήματα και oriental περάσματα και μια κάπως light μεν, αλλά punk αισθητική γραμμή. Εντάξει, δεν είναι όλα τα κομμάτια περιπετειώδη, ούτε το “Dead cats dream” είναι το hit, που δεν πρόλαβαν να γράψουν οι Simple Minds, είναι όμως ευχάριστα – και αυτό δεν είναι ασήμαντο.
DEAD HIPPIES: Resister [Atypeek Music / Bruillance, 2019]
Οι Dead Hippies είναι ένα project του κιθαρίστα Arnaud Fournier (από Hint και La Phaze). Σίγουρα δεν είναι μόνος του εδώ, αλλά από την άλλη δεν έχουμε και πολλά στοιχεία διαθέσιμα για την τωρινή του φάση.
Το “Resister” είναι ένα άλμπουμ δέκα θεμάτων, τα οποία, πολύ χοντρικά, θα τα αποκαλούσαμε χορευτικά – αν και τούτος ο χαρακτηρισμός κρύβει πολλά.
Ο Fournier ανακατεύει στο “Resister” και beats, αλλά και άλλα στοιχεία… rock, ηλεκτρονικά, hip-hop, ακόμη και ambient, ethnic, dubstep κ.λπ., φέρνοντας ορισμένες στιγμές στη μνήμη μας τους Beastie Boys. Αλλά αυτό είναι το ένα. Γιατί σ’ ένα άλλο επίπεδο οι Dead Hippies γίνονται πολύ πιο «κοσμικοί», χωρίς να αδιαφορούν για το beat, το οποίον το περιζώνουν με ηλεκτρονικά, noises και cinematic («μορικονικούς» αν θέλετε) υπαινιγμούς (“Tearing us apart with a poisoned dart”).
Υπάρχουν θέματα, εδώ, που ακούγονται με μεγάλο ενδιαφέρον όπως τα “Laugh in sadness” και “The little ones”, ενώ άλλα μοιάζουν κάπως πιο προβλέψιμα. Όμως και αυτά δεν είναι τυχαία, γιατί το σύνολο μετράει, στην περίπτωση του “Resister”, και αυτό (το σύνολο) δεν είναι εύκολο να κρύψει τη δουλειά, που έχε γίνει σ’ ένα βάθος από τους Dead Hippies, και συνεπώς τη γενικότερη αξία του(ς).
OKIDOKI: When Oki Meets Doki [Atypeek Diffusion / Linoleum]
Ένα ιδιόμορφο τζαζ κουαρτέτο είναι οι Okidoki, οι οποίοι αποτελούνται από τρεις γάλλους μουσικούς (Laurent Rochelle σοπράνο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, Frédéric Schadoroff πιάνο, Eric Boccalini ντραμς) και την γερμανίδα τραγουδίστρια και στιχουργό Anja Kowalski. Δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενοι, καθώς έχουν γράψει ένα ακόμη άλμπουμ, το “Si Tu Regardes” το 2016, είναι όμως πάντα ζωντανοί και πρωτότυποι, έτοιμοι να προσφέρουν αυτό το κάτι διαφορετικό με τις ηχογραφήσεις τους.
Το “When Oki Meets Doki”, με το ιαπωνικής έμπνευσης εξώφυλλο, ανοίγει με το σχεδόν 8λεπτο “Le voyage improbable de l'insondable Haruki” (μια ευθεία αναφορά στον ιάπωνα συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι), ένα παράξενο track, που συνδυάζει scat-singing, βασισμένο σ’ ένα χαρακτηριστικό τζαζ-μοτίβο, που διαπερνά όλη τη σύνθεση. Ευφάνταστο κομμάτι, όχι ακριβώς... japan-jazz, αλλά τέλος πάντων με σαφείς αναφορές σε όψεις της κουλτούρας της χώρας.
Η λιτότητα στην έκφραση και αυτό το κάπως μινιμαλιστικό στοιχείο διακρίνεται και στις υπόλοιπες συνθέσεις τού CD, που κατορθώνουν να συνδυάσουν modal μελωδίες, με μια σύγχρονη φωνητική αφήγηση, δημιουργώντας την έκπληξη (ακουστή σε κάθε track).
Δίχως να εκβιάζονται χρόνοι, στούντιο-κόλπα και ενοργανικές καταστάσεις και με γνώμονα, πάντα, την ανάγκη για περιεκτικό δόσιμο, οι Okidoki δεν είναι το τυπικό τζαζ-κουαρτέτο, που θα το ακούσεις για απλή ενημέρωση ή από υποχρέωση, αλλά μια μπάντα (χωρίς μπάσο, να το σημειώσουμε αυτό), που έχει τον τρόπο να σε «μετακινεί», μ’ αυτές τις τόσο ιδιότυπες ηχητικές της μείξεις.
ACTION & TENSION & SPACE: Explosive Meditations [Kapitän Platte, 2019]
Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τους Νορβηγούς Action & Tension & Space, για τους οποίους είχαμε γράψει «ύμνους», όπως λέμε, πέρυσι, με αφορμή τότε το δεύτερο LP τους “Skåredalen Funhouse”; Πάντως, τώρα, έχουμε στα χέρια μας την τρίτη δουλειά των Νορβηγών (Julius Lind μπάσο, Per Steinar Lie κιθάρες, Ørjan Haaland ντραμς, Øystein Braut κιθάρες, όργανο), το “Explosive Meditations”, ένα ακόμη εξαιρετικό άλμπουμ, απ’ αυτά που δύσκολα ακούς από τα σημερινά ροκ γκρουπ – τα οποία, προσανατολισμένα προς το stoner, έχουν για τα καλά λησμονήσει το κοσμικό ροκ, των μακριών, στο χρόνο, εξελίξεων. Γιατί οι Action & Tension & Space λογαριάζονται μόνον σαν απόγονοι των Ash Ra Tempel για παράδειγμα, και όχι των Black Sabbath ή των Led Zeppelin.
Και τα τρία tracks που καταγράφονται εδώ (το 14λεπτο “Peruvian dream”, το 6λεπτο “Mørke skyer over Sildabyen” και το 20λεπτο “Destroyer of all worlds”) είναι εξαιρετικά, εμπνευσμένα, υπέρ το δέον «χαμένα», γεμάτα με ατελείωτες, αλλά ποτέ βαρετές, αναπτύξεις – παρουσιάζοντας, κοντολογίς, μια μίξη κοσμικών Pink Floyd ή Gila αν προτιμάτε (για να μείνουμε σε γερμανικές αναφορές) και Ash Ra Tempel, περασμένη μέσα από ατελείωτους κιθαρισμούς και τείχη πλήκτρων στο background.
Και μέσα σ’ αυτό το κραταιό κοσμικό περιβάλλον, που με τόσο πίστη και αφοσίωση οικοδομούν οι Νορβηγοί, δεν μπορεί παρά να ξεπροβάλλει η ανάγκη για έναν γενικότερο αισθητικό αναπροσανατολισμό του σημερινού progressive – μιας και ό,τι ήταν να δώσει (το σύγχρονο progressive), μέσω του stoner, το έχει δώσει ήδη και με το παραπάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου