Ανεξάρτητες
δισκογραφικές εταιρείες υπήρχαν στην Ελλάδα από πολύ παλιά – και η Lyra είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας
(μεγάλης) ελληνικής ανεξάρτητης εταιρείας. Όμως, το να τυπώσεις ένα δίσκο,
ακόμη και στα έιτις, δεν ήταν εύκολο πράγμα, αν δεν ήσουν ένας από τους
βασικούς «παίκτες». Και τούτο, γιατί όλα τα κόστη ήταν ακριβά. Και τα στούντιο,
και τα υπόλοιπα τεχνικά, και οι κοπές, και τα τυπογραφικά, ενώ ακόμη και αν
έφθανες στο σημείο να τα ξεπεράσεις όλα αυτά, θα υψωνόταν μπροστά σου το
τεράστιο εμπόδιο της διανομής. Πώς θα εύρισκες πελατολόγιο και πώς θα μετέφερες
τους δίσκους στα δισκάδικα; Πώς θα έπειθες έναν δισκοπώλη να αγοράσει κάτι, που
δεν ακολουθούσε τους δρόμους της κλασικής παραγωγής; Όλα δύσκολα.
Παρά ταύτα, στα έιτις, πολλοί ήταν εκείνοι που θα επιχειρούσαν να δημιουργήσουν και να διακινήσουν μικρές παραγωγές – είτε μόνοι τους, σε φάση εντελώς do it yourself και private pressing, είτε ιδρύοντας δισκογραφικές εταιρείες, που θεωρητικά είχαν κάποια πιθανότητα να επιβιώσουν, αντέχοντας τον ανταγωνισμό για ένα, μικρό έστω, διάστημα. Τα παραδείγματα πολλά. Στο χώρο του σκληρού λαϊκού τα πράγματα θα αποδεικνύονταν πιο εύκολα για κάποιες εταιρείες, ήδη από τα τέλος του ’60 και τα σέβεντις, επειδή υπήρχε έτοιμο και πολυπληθές λαϊκό κοινό (χοντρικά το κοινό αυτό έμοιαζε μ’ εκείνο που κατανάλωνε τα μελό της KΛΑΚ Films στα σίξτις) ικανό να στηρίξει τους «δεύτερους» τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες, όμως στα πιο περιορισμένα και κυρίως στα πολυ-διασπασμένα κοινά της ποπ και του ροκ τι θα γινόταν; Εκεί τα πράγματα δεν τράβαγαν με τίποτα, γιατί εκτός απ’ όλα τα προηγούμενα θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψιν η καχυποψία και η προκατάληψη.
Υπήρχε
έλλειμμα εμπιστοσύνης, θέλω να πω, για την ελληνική ανεξάρτητη ποπ και ροκ παραγωγή,
με αποτέλεσμα πάμπολλοι τέτοιοι δίσκοι της δεκαετίας του ’80 να χαθούν σε πρώτο
χρόνο, καθώς θα τους έπαιρναν ελάχιστοι χαμπάρι και ακόμη λιγότεροι θα τους
αγόραζαν. Για δύο τέτοιους δίσκους, που ξανατυπώθηκαν προσφάτως, μετά από 40
χρόνια, προσδοκώντας μια ύστερη δικαίωση, θα γράψω στη συνέχεια...
LUCAS THANOS: Jazzburger [Veego Records, 2025]
Το “Jazzburger”, ένας δίσκος του Λουκά Θάνου, σάουντρακ για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, που όμως δεν γυρίστηκε ποτέ, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984, από μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία, τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Ο δίσκος, αν και είχε ενδιαφέρον, δεν θα προξενούσε καμία εντύπωση στον καιρό του, για να επανεκδοθεί και πάλι σε βινύλιο, στο τέλος της περασμένης χρονιάς, από την Veego Records. Ήταν κάτι απρόσμενο...
Ο Θάνος δεν ήταν τυχαίος συνθέτης, καθώς είχε ήδη κάνει ένα σημαντικό έντεχνο άλμπουμ, το «Σάλπισμα» [ΕΜΙ / Columbia, 1978], με τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, μέσα από το οποίο θα έβγαινε ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό τραγούδι, όπως ήταν «Η μπαλάντα του κυρ’ Μέντιου», σε ποίηση Κώστα Βάρναλη («Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο / Χάιντε Σύμβολον αιώνιο! / Αν ξυπνήσεις, μονομιάς / θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς»), για να επανεμφανιστεί στη δισκογραφία (ο Θάνος) στο διάστημα 1983-1984 με κάποια LP τελείως διαφορετικών αισθητικών κατευθύνσεων.
Κατ’ αρχάς τον συναντάμε στο team του αξιοπρόσεκτου τζαζ LP «Αυταπάτη» [Philips] της Ηδύλης Τσαλίκη, το 1983, ενώ την ίδια χρονιά θα έδινε και τον δεύτερο μεγάλο δίσκο του, την «Αναστροφή» – ένα παράξενο άλμπουμ, με electro, τζαζ-ροκ και προχωρημένα έντεχνα στοιχεία (χωρίς μπουζούκι), που θα τυπωνόταν, τότε, από τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Θυμάμαι διαφημίσεις του Συνεταιρισμού στην κρατική τηλεόραση της εποχής, μέσω των οποίων θα γνωρίζαμε όλοι εμείς, που ενδιαφερόμασταν για τις ιδιαιτερότητες της δισκογραφίας μας, τις συγκεκριμένες εκδόσεις, αναζητώντας τες, στη συνέχεια, στα δισκάδικα. Έτσι είχα αγοράσει και την «Αναστροφή» του Λουκά Θάνου, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ελληνικούς δίσκους του 1983. Ο Συνεταιρισμός, όμως, δεν θα άντεχε πολλά χρόνια – προλαβαίνοντας, πάντως, να εκδώσει καμιά 30αριά LP μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80. Το “Jazzburger”, το τρίτο άλμπουμ του Λουκά Θάνου από το 1984, ήταν σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα εκείνης της ανεξάρτητης εταιρείας.
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-electro-kai-rok-diskoi-toy-loyka-thanoy-kai-ton-carma-apo-meso-ton-80s-kykloforoyn
Παρά ταύτα, στα έιτις, πολλοί ήταν εκείνοι που θα επιχειρούσαν να δημιουργήσουν και να διακινήσουν μικρές παραγωγές – είτε μόνοι τους, σε φάση εντελώς do it yourself και private pressing, είτε ιδρύοντας δισκογραφικές εταιρείες, που θεωρητικά είχαν κάποια πιθανότητα να επιβιώσουν, αντέχοντας τον ανταγωνισμό για ένα, μικρό έστω, διάστημα. Τα παραδείγματα πολλά. Στο χώρο του σκληρού λαϊκού τα πράγματα θα αποδεικνύονταν πιο εύκολα για κάποιες εταιρείες, ήδη από τα τέλος του ’60 και τα σέβεντις, επειδή υπήρχε έτοιμο και πολυπληθές λαϊκό κοινό (χοντρικά το κοινό αυτό έμοιαζε μ’ εκείνο που κατανάλωνε τα μελό της KΛΑΚ Films στα σίξτις) ικανό να στηρίξει τους «δεύτερους» τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες, όμως στα πιο περιορισμένα και κυρίως στα πολυ-διασπασμένα κοινά της ποπ και του ροκ τι θα γινόταν; Εκεί τα πράγματα δεν τράβαγαν με τίποτα, γιατί εκτός απ’ όλα τα προηγούμενα θα έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψιν η καχυποψία και η προκατάληψη.
LUCAS THANOS: Jazzburger [Veego Records, 2025]
Το “Jazzburger”, ένας δίσκος του Λουκά Θάνου, σάουντρακ για μια ταινία με τον ίδιο τίτλο, που όμως δεν γυρίστηκε ποτέ, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984, από μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία, τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Ο δίσκος, αν και είχε ενδιαφέρον, δεν θα προξενούσε καμία εντύπωση στον καιρό του, για να επανεκδοθεί και πάλι σε βινύλιο, στο τέλος της περασμένης χρονιάς, από την Veego Records. Ήταν κάτι απρόσμενο...
Ο Θάνος δεν ήταν τυχαίος συνθέτης, καθώς είχε ήδη κάνει ένα σημαντικό έντεχνο άλμπουμ, το «Σάλπισμα» [ΕΜΙ / Columbia, 1978], με τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, μέσα από το οποίο θα έβγαινε ένα πολύ μεγάλο και ιστορικό τραγούδι, όπως ήταν «Η μπαλάντα του κυρ’ Μέντιου», σε ποίηση Κώστα Βάρναλη («Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο / Χάιντε Σύμβολον αιώνιο! / Αν ξυπνήσεις, μονομιάς / θα ’ρτει ανάποδα ο ντουνιάς»), για να επανεμφανιστεί στη δισκογραφία (ο Θάνος) στο διάστημα 1983-1984 με κάποια LP τελείως διαφορετικών αισθητικών κατευθύνσεων.
Κατ’ αρχάς τον συναντάμε στο team του αξιοπρόσεκτου τζαζ LP «Αυταπάτη» [Philips] της Ηδύλης Τσαλίκη, το 1983, ενώ την ίδια χρονιά θα έδινε και τον δεύτερο μεγάλο δίσκο του, την «Αναστροφή» – ένα παράξενο άλμπουμ, με electro, τζαζ-ροκ και προχωρημένα έντεχνα στοιχεία (χωρίς μπουζούκι), που θα τυπωνόταν, τότε, από τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Θυμάμαι διαφημίσεις του Συνεταιρισμού στην κρατική τηλεόραση της εποχής, μέσω των οποίων θα γνωρίζαμε όλοι εμείς, που ενδιαφερόμασταν για τις ιδιαιτερότητες της δισκογραφίας μας, τις συγκεκριμένες εκδόσεις, αναζητώντας τες, στη συνέχεια, στα δισκάδικα. Έτσι είχα αγοράσει και την «Αναστροφή» του Λουκά Θάνου, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ελληνικούς δίσκους του 1983. Ο Συνεταιρισμός, όμως, δεν θα άντεχε πολλά χρόνια – προλαβαίνοντας, πάντως, να εκδώσει καμιά 30αριά LP μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80. Το “Jazzburger”, το τρίτο άλμπουμ του Λουκά Θάνου από το 1984, ήταν σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα εκείνης της ανεξάρτητης εταιρείας.
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-electro-kai-rok-diskoi-toy-loyka-thanoy-kai-ton-carma-apo-meso-ton-80s-kykloforoyn

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου