Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

KRUPKA TRIO, IVAN MAZUZE, SCHEEN JAZZORKESTER / EYOLF DALE, LINE & THE LIONS, JAN GUNNAR HOFF GROUP, JACOB YOUNG & URBAN GARDENING από τον νορβηγικό βορρά

KRUPKA TRIO: Hymns in a Jazz Mood Vol 2 [LOS 210-2, 2018]
Καθώς πλησιάζουμε στα Χριστούγεννα τα προτεινόμενα jazz CDs με θρησκευτικό περιεχόμενο είναι κάτι… σαν παράδοση. Όχι μόνο στην Αμερική, εκεί όπου οι τζαζ μελωδίες (θρησκευτικού τύπου ή λιγότερο) είναι συνυφασμένες με τις μέρες των γιορτών, αλλά και στην Ευρώπη – η οποία έχει, επίσης, να επιδείξει… τζαζ αναλόγου περιεχομένου.
Στην περίπτωση του “Hymns in a Jazz Mood Vol 2” ένα νορβηγικό τρίο, το οποίο αποτελούν οι Ulf Krupka πιάνο, Line Falkenberg σαξόφωνα και Tine Asmundsen μπάσο, πράττει, πάντως, κάτι ξεχωριστό. Κάτι σχετικώς διαφορετικό θέλω να πω, όντας μέσα στο συγκεκριμένο mood, αλλά ταυτοχρόνως έξω και από τα γνωστά κλισέ (τύπου “Santa Claus is coming to town”).
Και τα εννέα tracks, που διασκευάζονται εδώ από το trio, είναι θρησκευτικοί ύμνοι γραμμένοι, τόσο από πλευράς στίχων, όσο και από μουσικής πλευράς, από επώνυμους ποιητές και συνθέτες προηγούμενων αιώνων (ο πιο παλαιός ύμνος έχει μουσική που γράφτηκε το 1495 και στίχους που γράφτηκαν το 1647). Φυσικά, στο CD μας, δεν ακούγονται τα λόγια, αλλά μόνον οι μουσικές, που είναι ωραία εναρμονισμένες για ένα τζαζ σχήμα – έτοιμο να ανταπεξέλθει στη μελωδική πρόκληση και στη γενικότερη… πνευματική ατμόσφαιρα, που οι συνθέσεις αναδίδουν.
Και το καταφέρνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αν κρίνουμε (αναφέρω τους αγγλικούς τίτλους των σκοπών) από τα “I will never forget Jesus”, “I will go with Jesus” κ.λπ.
Ενδιαφέρον έχουν τα ονόματα των ποιητών και βεβαίως των… original συνθετών των ύμνων (Charles H. Purday, C.C. Scholefield, Ludvig M. Lindeman, Georg Neumark, Heinrich Isaac, Henrik Rung…), τα οποία, όντας άγνωστα γενικώς προς εμένα, μπαίνουν σ’ ένα πρωταρχικό ψάξιμο.
IVAN MAZUZE: Moya [Losen 209-2, 2018]
Σαξοφωνίστας, φλαουτίστας και percussion player από την Μοζαμβίκη, ο Ivan Mazuze τα τελευταία χρόνια κάνει καριέρα στη Νορβηγία και από ’κει μας τροφοδοτεί με τις ηχογραφήσεις του. Το δεύτερο άλμπουμ του έχει τίτλο “Moya”, κυκλοφορεί φυσικά από την Losen, και ακούγονται σ’ αυτό πολλοί και διάφοροι μουσικοί σε πιάνο, rhodes, κιθάρες, μπάσο, ντραμς, kora, διάφορα tribal κρουστά και ανάμεσά τους tablas. Τονίζουμε τις ινδικές tablas, επειδή τα indian ηχοχρώματα είναι ολοφάνερα στο άλμπουμ (ας μην ξεχνάμε πως η Μοζαμβίκη βρίσκεται στην Ανατολική Αφρική, βρέχεται από τον Ινδικό Ωκεανό και αποικείται από Ινδούς τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα). Βεβαίως, οι ινδικές αναφορές δεν είναι οι μόνες στο “Moya”, αφού ο Mazuze κάνει, ουσιαστικώς, ένα fusion άλμπουμ, με στοιχεία βγαλμένα από πολλές και ποικίλες παραδόσεις. Οπωσδήποτε από την jazz, μα ακόμη και από τις μουσικές της Δυτικής Αφρικής, την κονγκολέζικη ποπ (“Wemba Wa”, μια σύνθεση αφιερωμένη στον Papa Wemba) ή και την νορβηγική folk (“Lunde”).
Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι μια world jazz, με σοβαρό λόγο ύπαρξης.
SCHEEN JAZZORKESTER / EYOLF DALE: Commuter Report [LOS 204-2, 2018]
Ο πιανίστας Eyolf Dale είναι από τις σημαντικές, σύγχρονες προσωπικότητες τής νορβηγικής jazz. Μάλιστα, στο δισκορυχείον, έχουμε γράψεις κάμποσες φορές για τα ηχογραφικά κατορθώματά του. Πριν λίγο καιρό, τον προηγούμενο Απρίλιο, αναφερθήκαμε στο άλμπουμ του “Return to Mind” στη βρετανική Edition, ενώ παλαιότερα (2012), είχαμε πει τα σχετικά για ένα άλμπουμ του με τους Albatrosh στη Rune Grammofon, όπως και για ένα σόλο πιάνο του, το “Hotel Interludes”, στην Curling Legs. Αυτά τα σημειώνουμε, για να υποστηρίζουμε το προφανές. Πως ο Νορβηγός είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, που αξίζει της προσοχής μας.
Στο “Commuter Reporto Eyolf Dale, που χειρίζεται επίσης harpsichord και τσελέστα, παρουσιάζει μια σειρά δικών του συνθέσεων μέσω μιας μεσαίας ορχήστρας, της Scheen Jazzorkester. Το αποτέλεσμα είναι… το αναμενόμενο.
Ο Dale ενορχηστρώνει βασικά για πνευστά (στην ορχήστρα συμμετέχουν εννέα πνευστοί, το μπάσο-ντραμς, ένα ακορντεόν, και το δικό του πιάνο). Έχουμε, λοιπόν, τριών ειδών σαξόφωνα (άλτο, τενόρο, σοπράνο), κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, φλάουτο, τρομπέτα, φλούγκελχορν και, τέλος, τρομπόνι και μπάσο τρομπόνι.
Το βασικό χαρακτηριστικό των συνθέσεων τού Dale είναι η περιγραφική απλότητα, όπως και η ομορφιά που περαιτέρω κομίζεται μέσα από τις μάλλον σύντομες διάρκειες. Παρά ταύτα, οι συνθέσεις του δεν είναι απλές. Δεν είναι… στοιχειώδεις. Ο Dale χρησιμοποιεί «περίεργα» μέτρα, για να αναπτύξει τις ιδέες του, οι οποίες περιστρέφονται, νομίζω, γύρω από μια βασική αρχή. Να… τραγουδιούνται. Φωνή, βεβαίως, μπορεί να μην υπάρχει στο “Commuter Report”, αλλά τόσο η αφηγηματικότητα, όσο και η αίσθηση του τραγουδιού που αυτό (το άλμπουμ) αποπνέει συγκαταλέγονται, μάλλον, στις προφανείς αρετές της εγγραφής.
LINE & THE LIONS: Mountain Solitude [LOS 203-2, 2018]
Η σαξοφωνίστρια (άλτο, σοπράνο) Line Falkenberg δεν είναι καμμία… χθεσινή. Βρίσκεται αρκετά χρόνια στη νορβηγική σκηνή, γύρω στα δεκαπέντε με είκοσι, έχοντας ηχογραφήσει με διάφορους σχηματισμούς – ένας είναι και το Krupka Trio, για το οποίον τα είπαμε στην αρχή αυτής της ανάρτησης.
Στο “Mountain Solitude” η Falkenberg, κάτω από το όνομα Line & The Lions, συνεργάζεται με τους Hayden Powell τρομπέτα, Andreas Haddeland κιθάρες, rubab, Finn Guttormsen μπάσο και Jarle Vespestad ντραμς σε μια σειρά δικών της συνθέσεων, που διακρίνονται για την πολυστυλιστικότητά τους. Η jazz βεβαίως κατέχει τη μερίδα του λέοντος στις αναφορές της Νορβηγίδας, όμως υπάρχει και το rock σε γερές δόσεις στο άλμπουμ της (“Afterski / After Ski”, “Alene på fjellet / Mountain solitude”), όπως και το funk (“Shannon”) ή οι ανατολίτικες αναφορές (“Under terskelen / Below the threshold”) και διάφορα άλλα τινά (όπως το progressive στο “Chicky”).
Έχει ωραία γραφή η Falkenberg και ιδέες που τις υλοποιεί με τον πιο σωστό τρόπο – αυτό είναι σίγουρο. Το σημειώνω, επειδή το άλμπουμ της είναι τεράστιο σε διάρκεια, καθώς διαθέτει δεκατρία tracks, ξεπερνώντας τα 70 λεπτά, κάτι που μπορεί να βάλει σε σκέψεις ορισμένους όσον αφορά στη λειτουργικότητά του κ.λπ.
Μη φοβού, το “Mountain Solitude” λειτουργεί πολύ καλά.
JAN GUNNAR HOFF GROUP: featuring Mike Stern / Par Mathisen, Auden Kleive [LOS 196-2, 2018]
Τον προηγούμενο Ιούλιο γράψαμε για το πολύ καλό CDBarxeta II” των Per Mathisen και Jan Gunnar Hoff με τον κουβανό ντράμερ Horacio Hernandez. Τώρα, ένα καινούριο άλμπουμ τού πιανίστα και κιμπορντίστα Gunnar Hoff έχουμε στο player – μια συνεργασία του ξανά με τον μπασίστα Mathisen, συν τον πολύ Mike Stern κιθάρες, φωνή, συν τον ντράμερ Audun Kleive. Από τα οκτώ θέματα του άλμπουμ πέντε ανήκουν στον Gunnar Hoff και τρία στον Stern, πράγμα που σημαίνει πως ο Stern δεν μπήκε στο γκρουπ απλώς και μόνον ως βιρτουόζος, αλλά και ως συνθέτης, γράφοντας στο γνωστό δικό του contemporary κλίμα. 
Εντάξει, μπορεί να μην είναι πολύ του γούστου μου η jazz του Mike Stern, αλλά από την άλλη δεν γίνεται να μην παραδεχθείς τον μοναδικό τρόπο τού παίκτη να πλασάρει απλές, φαινομενικά, μελωδίες, μ’ έναν πλήρη περφεξιονιστικό τρόπο. Σ’ αυτό το κλίμα μπαίνει και ο Gunnar Hoff φυσικά, δημιουργώντας, κι εκείνος από τη μεριά του, τα ανάλογα «τοπία».
JACOB YOUNG & URBAN GARDENING: Oslo Session Recording Vol.4 [Oslo Session Recordings, 2018]
Εδώ δεν έχουμε μια παραγωγή της Losen, αλλά μια διανομή της. Μια συνεργασία της, δηλαδή, με το label τού κιθαρίστα Jacob Young (έχει αμερικανό πατέρα και νορβηγίδα μητέρα), τις Oslo Session Recordings
Ο Young, που είναι παγκοσμίως γνωστός από τις εγγραφές του στην ECM (υπάρχουν τρία άλμπουμ του εκεί, όπως βλέπω στο discogs), έχει κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια τρία LP/CD στο δικό του label, με το τέταρτο απ’ αυτά να μας απασχολεί αυτή τη στιγμή.
Στο συγκεκριμένο άλμπουμ ο Young έχει δίπλα του μια πλήρη μπάντα. Κατ’ αρχάς τρεις γυναικείες φωνές (Rohey Taalah, Siril Malmedal Hauge, Stella Young) και ακόμη τενόρο σαξόφωνο και φλάουτο (Knut Riisnæs), τρομπόνι (Øyvind Brække), fender rhodes (Anders Aarum), bass guitar (Bo Berg), κρουστά (Sidiki Camara) και ντραμς (Raciel Torres). Έτσι, του δίνεται η ευκαιρία να περιπλανηθεί σε διάφορα «χωράφια» (jazz, fusion, funk ακόμη και spoken και old-school rap), πάντα με την ίδιαν επιτυχία. Να πούμε, επίσης, πως ο Young, εκτός από τις μουσικές –τα εννέα από τα έντεκα tracks είναι δικά του, καθώς υπάρχει μία version στο “Everything I play gonna be funky (From now on)” του Allen Toussaint, όπως κι ένα track του rapper Andre 3000–, γράφει και τα λόγια στο Vol.4, χρησιμοποιώντας και στίχους του Charles Bukowski σ’ ένα κομμάτι (“16 bars of funk / Roll the dice”).
Ένα πολύ ευχάριστο άλμπουμ είναι το “Oslo Session Recording Vol.4”, που διακρίνεται επίσης για την εκλεπτυσμένη γκρούβα του.
Επαφή: www.losenrecords.no

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου