Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

SPEAKER BITE ME, PAVALLION, OAK, LJUNGBLUT post-rock και progressive

SPEAKER BITE ME: Future Plans [PonyRec., 2018]
Μετά από έντεκα χρόνια έχουν καινούριο LP/CD οι Δανοί Speaker Bite Me (Martin Ilja Ryum κιθάρα, φωνή, Kasper Deurell μπάσο, Emil Landgreen ντραμς, Signe Høirup Wille-Jørgensen κιθάρα, φωνή), αφού το τελευταίο άλμπουμ τους, πριν από το παρόν “Future Plans”, προερχόταν από το 2007 (“Action Painting”).
Οι Speaker Bite Me διαθέτουν, όπως συνήθως το λέμε για τέτοιου τύπου γκρουπ, ορισμένα πειραματικά στοιχεία στις συνθέσεις τους (κάποιες noisy ή και avant παρεμβολές κυρίως στο background), αλλά κατά βάση πρόκειται για ένα σημερινό rock γκρουπ – που παίζει rock, εννοώ, με σημερινό τρόπο. Τι σημαίνει «με σημερινό τρόπο»; Πως οι αναφορές των Δανών είναι… μετα-ροκ (nineties π.χ.), δίχως να πατάνε σε συγκεκριμένα ροκ-υποείδη. Τα τραγούδια τους έχουν όχι μόνο σκληρά, αλλά και λυρικά χαρακτηριστικά (αν και πίσω από τον λυρισμό δεν κρύβεται το «χάσιμο», αλλά, περισσότερο, μια περιγραφή της σκληρής σημερινής πραγματικότητας). Οι πολιτικοκοινωνικές αναφορές των Speaker Bite Me θέλω να πω είναι εκείνες που τους κάνουν περαιτέρω ξεχωριστούς – πέραν των οπωσδήποτε σύνθετων τραγουδιών τους που «τραβάνε» στο χρόνο, συνδυάζοντας «τοίχους» από ρέουσες κιθάρες, σε φάση εκστατική, μαζί με τσιτωμένα γυναικεία φωνητικά (Signe Høirup Wille-Jørgensen). Κορυφαίο τραγούδι τους, που διαθέτει σε περίσσεια όλα τα παραπάνω, είναι το έσχατο “Future”, δίχως, πάντως, να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα (τέσσερα).
Μια πολύ καλή περίπτωση για σύγχρονο ροκ άκουσμα είναι οι Speaker Bite Me!
PAVALLION: Stratospheria [Tonzonen, 2018]
Οι Pavallion (Sebastian Dückers τραγούδι, κιθάρες, Steve Hein lead κιθάρες, φωνητικά, Andreas Zanders μπάσο, Piet Fischer ντραμς, σύνθια) είναι Γερμανοί και καταφανώς επηρεασμένοι από τους Pink Floyd σε πρώτη φάση – όπως, εξάλλου, και πολλά από τα συγκροτήματα του krautrock (ή μάλλον… όλα). Βεβαίως, οι Pavallion διαθέτουν περισσότερο progressive και κάπως psych ηχοχρώματα στις συνθέσεις τους, παρά τα τυπικά kraut, αλλά αυτό δε σημαίνει κάτι αναγκαστικώς. Δεν σημαίνει κάτι σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα στο “Stratospheria”, που είναι αρκετά καλό, δηλαδή πάρα πολύ καλό, και που δείχνει πως οι Pavallion δεν είναι μια… στενή seventies καρικατούρα, αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο.
Το βασικό χαρακτηριστικό της μουσικής των Γερμανών είναι το έπος. Λογικό… Σαν βαρύ συγκρότημα που είναι (στη γραμμή με τους δικούς τους Jane ας πούμε – ειδικώς στο τελευταίο μέρος τού 25λεπτου “Stratospheria” είναι σχεδόν «ίδιοι»), οι Pavallion ξέρουν να διαχειρίζονται και να «γεμίζουν» τους χώρους που ορίζουν με τις απλωμένες συνθέσεις τους, δημιουργώντας απολύτως πειστικά πρότυπα. Αποφεύγοντας όπως ο διάβολος το λιβάνι τις στονεράδικες αποκλίσεις (άρα οι τύποι ασκούνται στη riff-ολογία με μέτρο) κατορθώνουν να είναι όσο γουστάρουν… μακροσκελείς, δίχως να κουράζουν. Γιατί, αν διαχειρίζεσαι τα 25 λεπτά ενός τραγουδιού κάνοντας τον ακροατή να αναρωτιέται «μα… πότε τελείωσε;» έχεις καταφέρει το ακατόρθωτο. Να είσαι, δηλαδή, ένα αληθινό κομμάτι μιας ιστορικής ροκ εποχής, που κατά λάθος… ξέπεσε στο τώρα. Μπράβο στους Pavallion γι’ αυτό το “Stratospheria”. Εκπληκτικό κομμάτι!
OAK: False Memory Archive [Karisma Records, 2018]
Progressive μπάντα με έντονα μελωδικά στοιχεία από τη Νορβηγία. Λέμε για τους Oak (Stephan Hvinden κιθάρες, Simen Valldal Johannessen φωνή, πιάνο, πλήκτρα, Steinar Refsdal σαξόφωνα, Øystein Sootholtet μπάσο, κιθάρες, μπάντζο, πλήκτρα, Sigbjørn Reiakvam ντραμς, κρουστά, προγραμματισμός) και για το δεύτερο άλμπουμ τους “False Memory Archive”, που κυκλοφορεί τώρα από τη (νορβηγική) Karisma Records.
Οι Oak δεν είναι ένα γκρουπ, που μπορεί να το μπερδέψεις με κάποιο του μακρινού παρελθόντος – παρότι στο πρόσφατο άλμπουμ τους θα συναντήσεις ποικίλα art-rock στοιχεία, που μπορεί να σε οδηγήσουν στα κλασικά ονόματα (Pink Floyd, Yes, Genesis κ.λπ.). Παρά ταύτα, οι Νορβηγοί δεν ακούγονται κοντά σ’ αυτά τα πρότυπα. Οι επιρροές / αναφορές υπάρχουν εννοώ, αλλά το… άλεσμα είναι πιο πολύ δικό τους και στο μέτρο του δυνατού πρωτότυπο – ώστε να ξεχωρίζει και από τον ήχο των early seventies, μα και από την nineties αναζωογόνησή του μέσω και των σχετικών νορβηγικών γκρουπ (Thule, Utopian Fields κ.ά.). Προς αυτή την πρωτοτυπία συντείνουν, περαιτέρω, δύο τινά. Πρώτον, τα φωνητικά, που είναι ήπια, χαμηλών τόνων, σχεδόν folk και δεύτερον ορισμένα (και επιτυχώς ενταγμένα) vibes προγραμματισμών και synths, που προσφέρουν στο άκουσμα ένα πιο… σημερινό αίσθημα.
Το “False Memory Archive” κυλάει λοιπόν ήσυχα, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, σκαμπανεβάσματα και λοιπά, και χωρίς ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον του. Απεναντίας, όσο πιο πολλές φορές το ακούς, τόσο πιο πολύ σε παρασύρει στην εκλεπτυσμένη γοητεία του.
LJUNGBLUT: Villa Carlotta 5959 [Karisma Records, 2018]
Πίσω από τους Ljungblut κρύβεται ο Νορβηγός Kim Ljung – γνωστός ίσως σε κάποιους από την παρουσία του στα συγκροτήματα Seigmen και Zeromancer (αμφότερα με καλή δισκογραφία). Το “Villa Carlotta 5959” είναι το έκτο άλμπουμ τού Ljung / Ljungblut, όπως διαβάζω, αλλά μπορεί και το έβδομο, ένα, σε κάθε περίπτωση, άξιο LP/CD με τραγούδια στη νορβηγική γλώσσα. Τι τραγούδια; Indie θα τα χαρακτήριζα, alternative και τέτοια.
Εκείνο που εντυπωσιάζει, εδώ, είναι η μελωδική άνεση του Νορβηγού, ο οποίος με απλά μέσα κατορθώνει να στήσει ολοκληρωμένα τραγούδια. Θα έλεγα μάλιστα πως κομμάτια σαν το “235” παραπέμπουν, στην πολύ βάση τους, στον Brian Eno του “Here Come the Warm Jets” κλπ. – κάτι που μόνον ως θετικό μπορεί να λογισθεί. Και λογίζεται, σε κάθε περίπτωση, αφού οι εκπλήξεις στο “Villa Carlotta 5959” δεν περιορίζονται σ’ ένα-δυο τραγούδια, αλλά διασκορπίζονται σε ολάκερο το άλμπουμ.
Βεβαίως ο Ljung τραγουδά στη νορβηγική, πράγμα που δυσκολεύει την πλήρη ή έστω και τη μερική κατανόηση των όσων ακούμε να λέει – αν και εξ, όσων είδαμε από ’δω κι από ’κει, και σ’ αυτόν τον τομέα, τον στιχουργικό, ο φίλος μας δεν είναι αδιάφορος. Το εισαγωγικό “Hasselblad” αναφέρεται στις κάμερες Hasselblad, που αφέθηκαν από το πλήρωμα του Apollo-11 στη Σελήνη τον Ιούλιο του ’69. Το χαμηλών τόνων “Superga” σχετίζεται με το αεροπορικό δυστύχημα, στο λόφο Superga, λίγο έξω από το Τορίνο, το 1949, όταν αποδεκατίστηκε η τοπική ποδοσφαιρική ομάδα κ.λπ. Εξ όσων φαίνεται λοιπόν το “Villa Carlotta 5959” είναι ένα άλμπουμ που, συνολικώς,  μετράει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου