Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

FRATELLI - ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΙ ντοκουμέντο

Στο άκουσμα των ονομάτων τους οι φίλοι του παλαιού ελληνικού rock και δη εκείνου της Θεσσαλονίκης ανατριχιάζουν (μπορεί και ν’ ανατριχιάζουν δηλαδή). Από τα συγκροτήματα που έδρεψαν δάφνες στη Βόρεια Ελλάδα στα τέλη των sixties και τις αρχές των seventies, οι Fratelli και εν συνεχεία οι Μακεδονομάχοι ταυτίστηκαν με τη γέννηση της θεσσαλονικιώτικης rock σκηνής και την ίδια στιγμή με την προβολή ενός rock είναι και φέρεσθαι. Να τι έγραφε σε μία επιστολή του στο περιοδικό Μουσική το 1984, ο δημοσιογράφος, και κάτι σαν μάνατζερ των γκρουπ, Τάσος Ψαλτάκης: «Οι Fratelli ονομάστηκαν έτσι εντελώς συμπτωματικά γιατί κάποιος επιχειρηματίας ενός νέου ‘κοσμικού κλαμπ’ της Θεσσαλονίκης ήρθε στα γραφεία της εφημερίδας που δούλευα, ζητώντας μου να τον βοηθήσω να βρει μιαν ιταλική ορχήστρα ή κάποια ελληνική που να έχει ιταλικό όνομα και να παίζει ιταλικά τραγούδια.(...) Εκείνο το διάστημα είχε εμφανιστεί ο μπασίστας Στέλιος Φωτιάδης λέγοντάς μου ότι είχε δημιουργηθεί ένα καινούριο συγκρότημα, που χρειαζόταν δουλειά. Δεν ήξερα ούτε τι έπαιζαν, ούτε τι ήχο είχαν... Βαφτίστηκαν στην ανάγκη Fratelli... Από το πρώτο βράδυ όμως ο επιχειρηματίας τούς σταμάτησε, γιατί έπαιζαν Χέντριξ, Στόουνς, Μάγιαλ, Βέλβετ Αντεργκράουντ... Οι Fratelli και οι M.G.C. με τον Πουλικάκο, την ίδια ακριβώς εποχή στην Αθήνα, άλλαξαν το μουσικό στυλ των γκρουπ στην Ελλάδα... Στους Fratelli έπαιζαν τότε ο Θόδωρος Παπαντίνας κιθάρα, ο Γιάννης Καντζός κιθάρα, ο Στέλιος Φωτιάδης μπάσο, ο Γιώργος Πεντζίκης όργανο, ο Λεωνίδας Σταματιάδης τύμπανα, ενώ ο Μίμης Αντωνόπουλος τραγουδούσε. Ένα φεγγάρι τραγούδησε και ο Νίκος Παπάζογλου...».
Κι ενώ οι Fratelli γάζωναν, απ’ ό,τι φαίνεται, στο πάλκο, λίγα χρόνια αργότερα ένα άλλο συγκρότημα της πόλης, οι Μακεδονομάχοι, προχωρούσαν στο δικό τους... απελευθερωτικόν αγώνα. Λέει, πάντα, ο μακαρίτης ο Ψαλτάκης: «Από τους Fratelli, που διέλυσαν το καλοκαίρι του 1969, έγιναν τον Οκτώβριο του 1971 οι Μακεδονομάχοι, στους οποίους έπαιζαν ο Θόδωρος Παπαντίνας, ο Γιάννης Καντζός, ο Λεωνίδας Σταματιάδης, ο Μάκης Γιαπράκας μπάσο, ενώ τραγουδούσε μαζί τους για περίοδο τεσσάρων μηνών ο Νίκος Παπάζογλου. Οι Μακεδονομάχοι έπαιξαν στο χορό των εγκαινίων της Λέσχης Αξιωματικών Κιλκίς, σαν κλου της βραδιάς, με πολύ καλή αμοιβή για την εποχή (20 χιλιάδες δραχμές) και με ‘ονόματα’ πριν απ’ αυτούς, όπως ο Μητροπάνος κ.ά. Έκαναν μάλιστα προκλητική εμφάνιση (φιλιά στόμα με στόμα στο πάλκο, γεννητικά όργανα απ’ έξω...), που τους στοίχισε, τρεις μέρες μετά, την οριστική διάλυσή τους από την Εθνική Ασφάλεια... Θυμάμαι, είχε έρθει στο υπόγειο κλαμπ Χαβάη ο Μπουζιάνης (σ.σ. κάποιος αστυνόμος προφανώς) με άλλους τρεις της Ασφαλείας λέγοντας: ‘Μακεδονομάχοι, μαζέψτε τα κλαπατσίμπανα και δρόμο... Όπου παίζετε γίνεται γιάφκα αναρχοκομμουνιστών και χαπάκηδων. Γι’ αυτό τέρμα... Ένας ένας μπορείτε να παίξετε σε άλλα γκρουπ, αλλά όλοι μαζί ποτέ...’. Ο Παπαντίνας που είχε αντιρρήσεις πήρε τη ‘δόση’ του όλο το απόγευμα στην Ασφάλεια...».
Τον Δεκέμβριο του ’92 στο δεύτερο τεύχος της εφημερίδας Rock fan, που μοιραζόταν με το περιοδικό Ποπ & Ροκ, ο Μίμης Αντωνόπουλος έλεγε μεταξύ άλλων στον Ντίνο Δηματάτη: «Στα τέλη περίπου του ’69 εγώ φεύγω στο Λονδίνο για σπουδές ενώ παράλληλα οι Fratelli διαλύονται προσωρινά, για να επιστρέψουν μετά από λίγο σαν Μακεδονομάχοι, χωρίς εμένα πια αλλά με τραγουδιστή τον Νίκο Παπάζογλου(…). Όταν γυρίζω από την Αγγλία, βρίσκω πάλι τον Γιάννη Καντζό, που προσπαθούσε τότε να γράψει μια δουλειά με βάση τους Μακεδονομάχους, τους καθαρόαιμους από την ιστορική πλευρά, και μ’ έβαλε και άκουσα τη δουλειά του, που μ’ άρεσε πολύ. Έτσι αποφασίσαμε να γράψουμε και μαζί κάποια τραγούδια, για ν’ αποδείξουμε πρώτα στους εαυτούς μας ότι, τελικά, μπορούσαμε να γράψουμε ελληνικό στίχο. Καθίσαμε λοιπόν και σε μια νύχτα ηχογραφήσαμε δύο κομμάτια και κατά τις 5 το πρωί, ξημερώματα, βγήκαμε βόλτα στην παραλία και αισθανθήκαμε αληθινά μια ευφορία».
Είναι το σημείο από το οποίο πιάνει το κομμένο νήμα η B-Other Side Records, εκδίδοντας σήμερα, μετά από 40 σχεδόν χρόνια δηλαδή, εκείνα τα δύο τραγούδια σ’ ένα δισκάκι 45 στροφών υπό τον τίτλο «Πρόβα». Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο «Το όνειρο» και είναι σε μουσική και στίχους του Μίμη Αντωνόπουλου. Πρόκειται για μία ωραία ερωτική μπαλάντα, με ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες, ενοργανωμένη κάπως… loner, σ’ ένα folk-rock στυλ. Το flip-side έχει τίτλο «Οι αρχές» και είναι σε μουσική και στίχους του Γιάννη Καντζού (ο οποίος δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή – πέθανε το 1994). Πρόκειται για ένα επίσης ενδιαφέρον up-tempo κομμάτι, ενοργανωμένο με τον ίδιο τρόπο, με κοινωνικό στίχο («Και υποκρίνεσαι για τις αρχές που σου ’χουνε διδάξει/ μα κατά βάθος δεν τολμάς να τις αλλάξεις») και με ωραίο παίξιμο στις κιθάρες, που θα μπορούσε να συναγωνιστεί ενδεχομένως το «Πατέρας και γυιός» του Πασχάλη, αν κυκλοφορούσε (ολοκληρωμένο) εκείνη την εποχή (1973).
Όπως έχω ξαναγράψει οι εκδόσεις αρχείου είναι… εκδόσεις αρχείου. Χρειάζεται δηλαδή να υπάρχουν στη διάθεση όλων (ή όσων ενδιαφέρονται εν πάση περιπτώσει), προκειμένου να είναι ακόμη περισσότερο ακριβής η καταγραφή της ιστορίας· και επί του προκειμένου τα δύο αυτά τραγούδια των Αντωνόπουλου/ Καντζού είναι τα μοναδικά ηχογραφημένα δείγματα μιας παρέας, που έπαιξε το δικό της ξεχωριστό ρόλο, πριν 40 και βάλε χρόνια, στη rock σκηνή της Θεσσαλονίκης. Τα δέοντα στην πρωτοβουλία των Lost Archives της B-Other Side, για τούτη την ωραία έκδοση των 250 αντιτύπων.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ UNDERGROUND

Όλοι θα έχετε πάρει χαμπάρι τις εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο χώρο CAMP!, στην πλατεία Κοτζιά (θα διαρκέσουν έως το τέλος Αυγούστου), και που αφορούν στο λεγόμενο Αθηναϊκό Underground. Στο χώρο λειτουργεί έκθεση εντύπων, πινάκων, κολάζ, σχεδίων, ενώ γίνονται συγχρόνως προβολές ταινιών, οργανώνονται live και συζητήσεις σχετικές με το αντικείμενο και άλλα διάφορα – παράγεται δηλαδή ένα έργο, το οποίο καθοδηγούν και εποπτεύουν ο Θανάσης Μουτσόπουλος και ο Νεκτάριος Παπαδημητρίου.
Έχω παρακολουθήσει μερικές από τις εκδηλώσεις –όλες είχαν ενδιαφέρον–, ενώ αγόρασα και την έκδοση Το Αθηναϊκό Underground [ATHENS voice books, Αθήνα 2012], ένα βιβλίο 210 σελίδων με κείμενα των Θανάση Μουτσόπουλου, Ελισάβετ Αρσενίου, Μιχαήλ Μήτρα, Τέου Ρόμβου, Κωστή Τριανταφύλλου, Γιάννη Χαριτίδη, Κωστή Ζουλιάτη, Παντελή Αραπίνη, Νίκου Μάλλιαρη, Στέργιου Δελιαλή, Αιμίλιου Κυπάρισσου, Νεκτάριου Παπαδημητρίου και φωτογραφίες έργων των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνου Αργυράκη, Στηβ Γιαννάκου, Στέργιου Δελιαλή, Λάζαρου Ζήκου, Πάνου Κουτρουμπούση, Νίκου Λυμπερόπουλου, Ηλία Πολίτη, Αλέξη Ταμπουρά, Κωστή Τριανταφύλλου κ.ά.
Όπως έχω τονίσει κι άλλες φορές, εδώ, δεν γράφω για να επαινώ και να λέω μόνο καλά λόγια (τα οποία, εν προκειμένω, τα αξίζουν και με το παραπάνω οι διοργανωτές), αλλά και για να γκρινιάζω (αν δεν αρέσει σε κάποιους η φράση «να ασκώ κριτική»). Και επί τη ευκαιρία θα γκρινιάξω για ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, που έχει τίτλο Μουσ(ε)ι(α)κό Underground (αναφέρεται στη μουσική) και το οποίον υπογράφει ο Κωστής Ζουλιάτης ή Costinho – γνωστός σ’ εμένα μουσικός, μέλος των Night On Earth, σκηνοθέτης μιας ταινίας για τον Γιάννη Χρήστου, αλλά και σχολιαστής παλαιότερα στο δισκορυχείον. Λίγα λόγια όμως, έτσι ως εισαγωγή και κάπως τηλεγραφικά.
Κατ’ αρχάς το underground είναι ένα μητροπολιτικό φαινόμενο του Δυτικού Κόσμου και πατρίδα του είναι η Αμερική. Γράφει ο Joseph Berke στο βιβλίο Αντικουλτούρα [β’ έκδοση Ερμείας, Αθήνα 1975, α’ έκδοση σε δύο τόμους, το 1972]:
«Η διάλυση/η αποσύνθεση της Αμερικής έχει αρχίσει. Σήμερα ο συμπαγής αυτός όγκος παρουσιάζει πολλές ρωγμές (σ.σ. το κείμενο είναι γραμμένο, λογικώς, στα τέλη των sixties). Την ύπαρξή τους φανέρωσε η αυθόρμητη ανάπτυξη μικρο-επαναστατικών ομάδων σε όλη τη Δύση –Αντι-Ιδρυμάτων– που ανατρέπουν τις κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικές λειτουργίες που καθιέρωσε η ανώτερη αστική κοινωνία. Αυτά θα οδηγήσουν στην δημιουργία μιας εναλλακτικής κι αντίθετης κουλτούρας. Αυτό που έχει σημασία είναι να αναγνωρίσει κανείς τη σπουδαιότητα αυτών των ομάδων, σ’ ό,τι αφορά την αποκάλυψη μιας καινούργιας βάσης για επαναστατική κοινωνική αλλαγή. Πρέπει να επακολουθήσει η διάλυση/η αποσύνθεση ολόκληρου του πολιτισμού μας και η κίνηση προς μια ριζικά διαφορετική, και αναγκαστικά ουτοπιστική, βάση για την ομαδική μας εμπειρία(…). Αυτό το έργο άρχισε κιόλας, γεννήθηκε από τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις της Δυτικής κοινωνίας. Είναι ριζωμένο σ’ αναρίθμητα σχέδια κοινωνικής διάβρωσης και πρακτικής αυτο-επιβίωσης, τα οποία είναι αποκεντρωμένα, ετερογενή, αυτό-υποστηριζόμενα και αμέτοχα στο αρχικό σύστημα. Αυτό φαίνεται από τις δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που ‘παραιτήθηκαν’ και καταπιάστηκαν με το αυθόρμητο κοινωνικό πείραμα: την κοινότητα, την ομαδική ζωή και εργασία· το αντιπανεπιστήμιο, το ελεύθερο πανεπιστήμιο, το κριτικό πανεπιστήμιο· το αντι-νοσοκομείο· την underground επικοινωνία και τα underground εκδοτικά δίχτυα – όλα σπέρματα μιας αντι-κουλτούρας».
Σήμερα, 45 χρόνια μετά, μπορεί ν’ αναγνωρίζουμε την ουτοπία σ’ αυτήν την πολιτικο-κοινωνική σύλληψη, όμως το underground ήταν ακριβώς αυτό: η προσπάθεια για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, με μοχλό την κουλτούρα. Δες σχετικώς και στο βιβλίο Underground του Mario Maffi [εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1983] στις σελίδες 54-55.
Πριν κάποιο καιρό σ’ ένα σχόλιο του blog, που δεν μπορώ τώρα να το εντοπίσω, ένας αναγνώστης είχε γράψει πως η «μουσική είναι βία». Θυμάμαι πως του είχα απαντήσει ότι δεν ήμουν σίγουρος τι ακριβώς εννοούσε (έχοντας κάτι στο νου μου).
Είχα ανακαλέσει στη μνήμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον (ελληνικό) βιβλίο, το countdown (μέτρα αντίστροφα) [εκδ. Κατσάνος, Θεσσαλονίκη, περί τα μέσα του ’80, δεν αναφέρεται χρονιά], στο εξώφυλλο του οποίου εικονιζόταν ένας μακρυμάλλης βιολιστής· οι νότες, που παράγονταν από το βιολί του, μετατρέπονταν σε γροθιές(!), πέφτοντας πάνω στα όργανα της τάξεως. Αυτό το εξώφυλλο, αυτό το σκίτσο, είναι ο ορισμός του μουσικού underground.
Συχνά το underground συγχέεται με τη λεγόμενη πρωτοπορία. Οι Stephen Dwoskin και Simon Hartog, πάντα από την συλλογή κειμένων της Αντικουλτούρας, θέτουν σωστά το θέμα: 
«Και οι δύο όροι, οπωσδήποτε, φαίνεται πως ξεπηδούν από το κύριο ρεύμα μιας ομάδας. Η διαφορά μεταξύ των δύο όρων είναι πως ο παλιότερος, η πρωτοπορία, καθιέρωσε ένα ιδιαίτερο δόγμα μέσα στην παλιά δομή κι ως εκ τούτου εξελίχτηκε σε κίνηση μειονότητας. Δεν άφηνε χώρο για εξάπλωση. Η νέα ‘πρωτοποριακή’ κίνηση ή αντεργκράουντ, αντί να δημιουργήσει νέο δόγμα, δημιουργεί νέες δομές, έξω από τις παλιές, και τούτες είναι διαθέσιμες στον καθένα. Είτε είναι πολιτικό (με τον επαναστάτη), είτε πολιτιστικό (με τον καλλιτέχνη), το έργο της ‘πρωτοποριακής’ ή της ‘αντεργκράουντ’ κίνησης είναι να ξεσηκώνει», ή όπως συμπληρώνει ο Mario Maffi στο δικό του Underground: «ο ριζοσπάστης καλλιτέχνης πρέπει να ’ναι λοιπόν –πριν από οτιδήποτε άλλο– συνεπής αγωνιστής».
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του κινήματος underground –λογικό να το υποθέσει κάποιος– είναι πως μια πληθώρα δράσεών του σχοινοβατούσε πάντα στο όριο της λεγόμενης αστικής νομιμότητας, για να μην πω πως σε άλλες περιπτώσεις ήταν κομμάτι της παρανομίας, με τις διώξεις, τις φυλακίσεις κ.λπ. να βρίσκονται στην ημερησία διάταξη. Γράφει σχετικώς ο Βλάσης Ρασσιάς στο Underground Press [β’ έκδοση, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1988] μιλώντας για τον Τύπο:
«Η ζωή στον underground τύπο ήτανε κάθε άλλο παρά ρόδινη. Τα Dallas Notes, Great Speckled Bird, Kaleidoscope, Nola Express υπέστησαν άγριες δικαστικές διώξεις για δημοσίευση… ασέμνων. Οι εκδότες του Kudzu κλείστηκαν στη φυλακή, το Rag τινάχτηκε στον αέρα από παρακρατικούς τεξανούς βλάχους και μια τριανταριά άλλα έντυπα συνήθιζαν να… φιλοξενούνε ταχτικά στους τοίχους και στις εξώπορτες των γραφείων τους τρύπες από πυροβολισμούς. Οι ζορισμένοι από τις αρχές ιδιοκτήτες συχνά ζητάγανε ‘εκκένωση του μισθίου’, ενώ πιτσιρικάδες πωλητές των underground εφημερίδων συχνά δέχονταν τις επιθέσεις ‘πατριωτικής οργής’ των αμέτρητων ‘αγανακτισμένων πολιτών’ και λοιπών κρετίνων».
Για να μην αναφέρω τους Weather Underground ή απλώς Τhe Weathermen (που είχαν πάρει το όνομά τους από ένα στίχο του “Subterranean homesick blues” του Bob Dylan), ίσως την πιο ριζοσπαστική από τις οργανώσεις της Αριστεράς στις ΗΠΑ στα τέλη των sixties, για τους οποίους σημειώνει ο John Gerassi στο The Movement, το αμερικάνικο ’68 [εκδ. Κομμούνα, Αθήνα 1988]:
«Οι Weathermen προσανατόλισαν τον άξονα της οργανωτικής τους δουλειάς αμέσως προς την νεολαία και ιδιαίτερα την εργατική· έδιναν μεγάλη σημασία στην βίαιη σύγκρουση, νοούμενη σαν ένα μέσο επίθεσης στο σύστημα και σαν συντελεστή στρατολόγησης με βάση το παράδειγμα.(…) Οργανώθηκαν σε κοινότητες, έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες, τηρώντας αυστηρή πειθαρχία με μια κεντρική επιτροπή κι ένα καινούριο στυλ ζωής».
Έχοντας αυτά κατά νου –πράγματα λίγο έως πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται κάπως παραπάνω μ’ αυτά τα θέματα– προσπαθώ ν’ αντιληφθώ, που θα μπορούσε να κολλάει μία ελληνική (αθηναϊκή) μουσική εκδοχή του underground. Με μία πρώτη σκέψη καταλήγω στο… ελάχιστο, για να μην πω στο πουθενά.
Έτσι, λοιπόν, διαβάζοντας το κείμενο του Ζουλιάτη και πέφτοντας πάνω σε ονόματα όπως εκείνα των Μανόλη Καλομοίρη, Νίκου Σκαλκώτα, Γιάννη Κωνσταντινίδη, Δημήτρη Δραγατάκη και ακόμη σ’ εκείνα των Béla Bartók, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Arnold Schoenberg, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Olivier Messiaen παραξενεύομαι – δηλαδή μού πέφτουν τα μαλλιά, καθότι υπό καμμία λογική και υπό κανένα σκεπτικό αυτά τα ονόματα δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να χωρούν σ’ ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground των ετών 1964-1983.
Περαιτέρω ο Ζουλιάτης, όντας εκτός τόπου και χρόνου, αφήνει –πάντα σ’ ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground, μην το ξεχνάμε αυτό– σοβαρούς υπαινιγμούς για τον Μίκη Θεοδωράκη, λέγοντας πως «λογιοτροπεί χωρίς μέτρο» (και σε σημείωση πως «ως παράδειγμα αναφέρεται ο μεγαλοϊδεατισμός στους τίτλους και τις περιγραφές: το ‘Άξιον Εστί’ του Θεοδωράκη βαφτίζεται ορατόριο») και ότι «μορφώνεται από τον Messiaen, αλλά δεν αφομοιώνει πουθενά τον Messiaen».
Δεν ξέρω τι γράφεται αλλαχού και από ποιον βαφτίστηκε «ορατόριο» το «Άξιον Εστί» (δεν ξέρω αν ο Ζουλιάτης υπονοεί ως… νονό τον ίδιον τον Θεοδωράκη – είναι λογικό να το υποθέσεις), εγώ ξέρω εκείνα που γράφει ο ίδιος ο συνθέτης στο κείμενο του δίσκου του ’64 και σ’ αυτά δίνω σημασία· εκεί όπου το «Άξιον Εστί» αποκαλείται απλώς «έργο».
Αλλά και το άλλο, που επίσης δεν αντιλαμβάνομαι.
Αν ο Θεοδωράκης, δηλαδή, «αφομοίωνε» τον Messiaen θα είχε καμμία σχέση, τότε, το έργο του με το… underground; Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Αφήνω δε το γεγονός πως, εγώ, αντιμετωπίζω ως ριζοσπαστικό εκείνο που γράφει στο σημείωμα τού «Άξιον Εστί» ο έλληνας συνθέτης:
«Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούργιους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάυλον»!
Έχοντας λοιπόν κατά νου, όσα ανέφερα παραπάνω περί των χαρακτηριστικών του underground, δηλ. την «επαναστατική κοινωνική αλλαγή» μέσω της κουλτούρας (και άρα και της μουσικής), πως «το έργο της ‘αντεργκράουντ’ κίνησης είναι να ξεσηκώνει» και πως πολλές φορές το underground εκινείτο στα όρια του νόμου (ή την παρανομία) και σκεπτόμενος, συγχρόνως, πως επί χούντας ο Μίκης Θεοδωράκης, ήταν φυλακισμένος, εκτοπισμένος και εξορισμένος, με το έργο του να μην εκδίδεται στην Ελλάδα, κυκλοφορώντας παρανόμως και από στόμα σε στόμα, εγώ θα έκανα την τρελή σκέψη και θα χαρακτήριζα το έργο του Θεοδωράκη στην περίοδο της επταετίας ως ένα ζωντανό κομμάτι του εγχώριου underground
Και όπως είπε και ο φίλος Κώστας μεταξύ αστείου και σοβαρού (αλλά μάλλον σοβαρού) ακόμη και το (παράνομο) ΚΚΕ επί δικτατορίας ήταν underground, για να μη μιλήσω για όλον τον παράνομο αντιδικτατορικό Τύπο και τις διάφορες οργανώσεις, που χρησιμοποιούσαν ακόμη και βόμβες εναντίον υπερατλαντικών στόχων (γνωστά πράγματα λέω) –στην έκθεση, στο CAMP!, υπάρχει προκήρυξη της ΛΕΑ– «αντιγράφοντας» κατά μίαν έννοια τις πρακτικές τού Weather Underground.
Κλαρίνα. Η φωτό είναι από το LP "Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος"
Παρακάτω ο Ζουλιάτης καταπιάνεται με τα δημοτικά τραγούδια, γράφοντας για την «πραξικοπηματική εργολαβία των τσάμικων και των κλαρίνων από τους εχθρούς της δημοκρατίας», αλλά και για τα «ξενoφερμένα shake» και τις «εκπομπές που πλασάρουν ανώδυνη ποπ προς κοίμηση της νεολαίας», συμπεραίνοντας πως ο κόσμος σταμάτησε να χορεύει (γράφει πως «η σωματικότητα στις εκδηλώσεις συστέλλεται» – παραπάνω ο Ζουλιάτης κατηγόρησε εμμέσως πλην σαφώς τον Θεοδωράκη για «λογιοτροπία», αδιαφορώντας για το πώς διατυπώνει ο ίδιος τις απλούστερες των εκφράσεων). Αυτά είναι ακατανόητα πράγματα (κοινώς άρες-μάρες κουκουνάρες).
Έχω γράψει τη γνώμη μου για τα δημοτικά, τα κλαρίνα και τη χούντα σε αναλυτικό άρθρο εδώ http://is.gd/M9jHH5 και δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα. Να επαναλάβω μόνο τούτο:
Η χούντα ήταν χούντα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε κανέναν ν’ ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι και να το «διαστρέψει» όπως εκείνος νόμιζε. Άρα, το ζήτημα δεν είναι τι έκαναν οι χουντικοί. Το ζήτημα είναι τι έκαναν όλοι οι υπόλοιποι. Για δε εκείνα τα «ξενοφερμένα shake» και τις εκπομπές με «ανώδυνη ποπ προς κοίμηση της νεολαίας» να πω τι; Πως όποιος δεν χόρευε με το «Κορίτσι του φίλου μου» (Cinquetti), με «Το μάθημα» (The Sounds) και με χίλια-δυο άλλα, ελληνικά και μη, pop κομμάτια, που ακούγονταν στο ραδιόφωνο και τα πάρτυ της εποχής, δεν επρόκειτο ποτέ να φώναζε στο Πολυτεχνείο, λίγα χρόνια αργότερα, «θάνατος στο φασισμό»; Προσωπικώς, ούτε έχω ακούσει ούτε ξέρω κανέναν που να έβαλε το σώμα του μπροστά από την εξουσία (ακόμη και στη Γαλλία) ακούγοντας… Messiaen. Απεναντίας, ξέρω κάποιους που άκουγαν Hermans Hermits και “No milk today” και βρέθηκαν στα κάγκελα. Αυτή είναι η αλήθεια.
Αφήνοντας ασχολίαστα όσα ονόματα παρουσιάζει ο Ζουλιάτης ως δείγματα του εγχώριου underground που βγαίνουν εκτός των ορίων της μελέτης (1964-1983), δηλ. τα συγκροτήματα Τρύπες, Συνθετικοί, Στέρεο Νόβα, The Last Drive, Film Noir και Ημισκούμπρια –όλοι αυτοί έχουν τόσο σχέση με το underground, όσο ο Γκουσγκούνης με τις ταινίες τέχνης– μένω για λίγο στα ονόματα που βρίσκονται εντός των ορίων.
Πραγματικά, μου προξενεί γέλιο η αναφορά στον Κώστα Κουκουτάρα (εικονίζεται δε στο βιβλίο με μια φωτογραφία μισής σελίδας, συν το εξώφυλλο του άλμπουμ του!) σ’ ένα κείμενο που υποτίθεται ότι αφορά στο underground. Δεν δείχνει μόνο την ασχετοσύνη του συγγραφέα με το θέμα, αλλά και την βλακεία που δέρνει ένα κομμάτι του εγχώριου κοινού. Η περίπτωση Κουκουτάρα είναι η μοναδική για την οποίαν έχω συμπονέσει τους λογοκριτές του Υπουργείου Προεδρίας, όντας επιφορτισμένοι με την επαγγελματική υποχρέωση να διαβάσουν τα στιχάκια του Λαρισαίου, προκειμένου να δώσουν αριθμό έγκρισης. Τι τράβηξαν οι καημένοι!
Άλλη περίπτωση είναι εκείνη του Θόδωρου Παπαντίνα. Κατ’ αρχάς να πω πως η όποια… underground δράση του Παπαντίνα δε σχετίζεται με την Αθήνα (δεν αναφέρομαι στην Εταιρεία Καλλιτεχνών), αλλά με τη Θεσσαλονίκη (άρα είναι εκτός θέματος). Ως μέλος των Μακεδονομάχων, της γνωστής θορυβώδους μπάντας της πόλης, το 1971 και ως μέλος μιας ευρύτερης παρέας (που περιελάμβανε και τον Πάνο Σαββόπουλο – ο Παπαντίνας εμφανίζεται ως γνωστόν στο LP «Επεισόδιο»), θα μπορούσα να θεωρήσω την περίπτωσή του ως ένα ενδιαφέρον κομμάτι προς συζήτηση, αλλά για τη σκηνή της Θεσσαλονίκης. Εννοείται δε πως ούτε ο Σωτήρης Κοματσιούλης είχε την παραμικρή σχέση με το underground (ο Ζουλιάτης γράφει πως «σε αυτήν την κατηγορία, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και αμφιλεγόμενες περιπτώσεις όπως του Σωτήρη Κοματσιούλη»). Με όλο το σεβασμό προς τον καλλιτέχνη, κομμάτια όπως το «Επιδρομή από τον Άρη» εμένα μου μοιάζουν περισσότερο με τραγούδια του… κατηχητικού («μεσ’ στις εκκλησίες τρέχουν γρήγορα να μπουν, όλοι την ανάγκη νοιώθουν να προσευχηθούν»). Μπορεί, βεβαίως, ν’ αρέσει και σ’ εμένα το συγκεκριμένο άσμα (για να μην πω πως το γουστάρω πολύ), όχι όμως επειδή είναι… underground (για άλλους, δικούς μου λόγους).
O Ζουλιάτης αποδεικνύεται, εν προκειμένω, ως η κλασική περίπτωση του προχειρογράφου. Πήρε το μάτι του την ταινία του Δημήτρη Αθυρίδη “T4Trouble and the Self Admiration Society, The life and music of Terry Papadinas” το 2009 , άκουσε και τον Κοματσιούλη εν έτει 2010 με αφορμή την έκδοση «Σαν τον Άνεμο» της B-Other Side και νόμισε πως βρήκε στοιχεία για να στηρίξει ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground. Τον γελάσανε σφόδρα.
Για τις Μουσικές Ταξιαρχίες θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητήσουμε για την πορεία τους· τουλάχιστον μέχρι την είσοδό τους στη δισκογραφία (στην πολυεθνική EMI/Columbia να υπενθυμίσω το 1982). Κυρίως για τα γεγονότα της Καρδίτσας (Απρίλης ’80), την κασέτα “Disco Tsoutsouni” (1980) –o Ζουλιάτης γράφει για «κασέτες»[sic] και για τη «μοναδική[sic] επίσημη ομώνυμη κυκλοφορία τους»–, αλλά και για την παρουσία τους στην ταινία «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» (1983) του Νίκου Ζερβού. Και γι’ αυτούς όμως εγώ διαβλέπω μικρή, έως και ανύπαρκτη σχέση με το underground.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Δημήτρης Πουλικάκος (ο δεύτερος συμμετέχει και στον «Μπάλλο» να υπενθυμίσω) είναι δύο ακόμη περιπτώσεις. Τώρα, πόσο underground μπορεί να είναι κάποιοι όταν τους δείχνει και τους ξαναδείχνει η τηλεόραση της χούντας ή γράφουν γι’ αυτούς τα ποικίλης ύλης και οικογενειακά περιοδικά της εποχής (Επίκαιρα, Φαντάζιο, Γυναίκα κ.λπ.), αυτό είναι άλλο θέμα… (Μη νομιστεί ότι έχω πρόβλημα με τον Σαββόπουλο επειδή έδινε συνέντευξη στα Επίκαιρα κ.ο.κ. – απλώς τροφοδοτώ τη σκέψη εν σχέσει πάντα με το τι μπορεί να είναι underground και τι όχι). Η παρέα πάντως του Εξαδάχτυλου στην εποχή του Κυττάρου το 1971-72 –κυρίως έτσι όπως παρουσιάζεται στο… πολυεθνικό LP τού 1976 «Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος»– έχει πράγματα να προτείνει. Όχι μόνο για τις φωτογραφίες του Πάνου Κουτρουμπούση και το τρέξιμο του Τάσου Φαληρέα (ο ίδιος είχε πει στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, τον Ιούνιο του ’93 πως εκείνος «ο δίσκος κάτι σήμαινε για την εποχή του»), αλλά και για την παρουσία τραγουδιών όπως τα «Σκόνη, πέτρες, λάσπη», «Τι μας λες» και «Άνευ ουσίας, άνευ σημασίας» (η αφρόκρεμα του ελληνικού ροκ), που ακούγονταν στην περίοδο της δικτατορίας (στο Κύτταρο εννοώ, καθότι ήταν ακόμη αδισκογράφητα) και συμβάδιζαν με το βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό αιτούμενο.
Για τον Παύλο Σιδηρόπουλο δεν έχω να σημειώσω πολλά. Τα τραγούδια που έγραφε και που ακουμπούσαν ή ταυτίζονταν με το περιθώριο (δεν έγραφε μόνο περιθωριακά, έγραφε και ερωτικά ok) για μένα δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το underground. Ο Ζουλιάτης γράφει: «Ο Σιδηρόπουλος ξεκινάει από τα πλέον mainstream μονοπάτια, μέσω της συνεργασίας του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο ως θεατράλε τραγουδιστής(…) Εκείνος επιλέγει συνειδητά να αποκοπεί εντελώς από τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με τη μουσική (και την ποιητική της) που έχει βρει απάγκιο στους κόλπους της Αριστεράς, αλλά ενίοτε και των πιο κυριαρχικών αφηγήσεων, και να ακολουθήσει μία ξεκάθαρη επώδυνη διαδρομή στα σκοτάδια του underground». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Κατ’ αρχάς ο Σιδηρόπουλος δεν ξεκίνησε από τα πλέον mainstream μονοπάτια, αλλά από το folk ντουέτο Δάμων και Φιντίας, όπως ξέρει όλος ο κόσμος. Στην πράξη ποτέ δεν αποκόπηκε ο Σιδηρόπουλος από την mainstream αφήγηση, αφού το 1979 στον «Ασυμβίβαστο» τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη και Λευτέρη Παπαδόπουλο («Κάποτε θάρθουν»), το 1986 τραγουδάει Γιώργο Χατζηνάσιο (στο soundtrack «Νοκ Άουτ»), το 1987-88 ξανατραγουδάει Μαρκόπουλο («Τολμηρή Επικοινωνία», «Ηλεκτρικός Θησέας»), ενώ είχε συμμετάσχει στις συναυλίες της πασοκικής Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, επί Στεφάνου Μανίκα (1985-86), όντας μέλος της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α (Μουσική Συνεργατική Κίνηση Αθήνας – ήταν χωμένο σ’ αυτήν και πάλι το Πα.Σο.Κ), παίρνοντας μέρος και στις σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές τής τότε ΕΡΤ-2. Επιχορηγούμενο underground πρώτη φορά ακούω…
Η περίπτωση-πορεία του Νικόλα Άσιμου είναι η πλέον ξεχωριστή, και ίσως από τις ελάχιστες που θα μπορούσε να θεωρηθεί underground σε αρκετές από τις εκφάνσεις της, αλλά ο Ζουλιάτης την περνάει στο ντούκου αναφέροντας μόνον λίγα λόγια (και βασικά κοινοτοπίες). Ο Άσιμος ξεκινάει ως ηθοποιός στη Θεσσαλονίκη επί χούντας, παίζοντας και σε κάποιες προχωρημένες παραστάσεις της περιόδου, που θα μπορούσε να θεωρηθούν «αντί», όπως το “Spectacle” του Jacques Prévert (μουσική ο Πάνος Σαββόπουλος), αρχίζοντας από τότε να ανακατεύεται με τα happenings, τα οποία, αργότερα, θα αποτελέσουν συστατικό στοιχείο της καλλιτεχνίας του. Όταν κατέβηκε στην Αθήνα έπαιξε στην 5η Εποχή και την 11η Εντολή, απασχολώντας από νωρίς τον Λεωνίδα Χρηστάκη στα περιοδικά Διάλειμμα (στο τεύχος 1, 4/1974 υπάρχει συνέντευξη τού… Νίκου Άσιμου στον σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο) και Panderma (στο τεύχος 9, 9/1974, δημοσιεύεται το πεζογράφημά του «Των ρωμιών το αίμα γίνεται καδένα»). Ακολουθεί η ηχογράφηση του single στην Zodiac (1975), η πρώτη κασέτα (1978), η Exarchia Square Band με τον Χρήστο Ζυγομαλά (1979), το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους (1980)… Μέσα κι έξω από το «σύστημα», ο Άσιμος θα περάσει από τον Μάτσα (1982), ενώ θα συμμετάσχει (και αυτός) στις «πασοκικές» εκδηλώσεις της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α το 1986… Η πορεία του Άσιμου καταγράφεται αναλυτικώς στο βιβλίο του Γιώργου Ι. Αλλαμανή Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου/ Δίχως Καβάτζα Καμιά [εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2000] και δεν χρειάζεται, εδώ, να πω κάτι άλλο.
Θα κλείσω με τις περιπτώσεις δύο προσώπων που δεν αναφέρονται στο κείμενο του Ζουλιάτη και που, εν πάση περιπτώσει, έχουν πολύ μεγαλύτερη σχέση με το αθηναϊκό underground απ’ όσο έχει… ο Κουκουτάρας, οι Στέρεο Νόβα και οι Συνθετικοί. Αναφέρομαι στους Ανδρέα Θωμόπουλο (τον γνωστό σκηνοθέτη – τον ανέφερα και πιο πάνω) και Λάκη Καραλή. Μπορεί αμφότεροι να ηχογράφησαν τους δίσκους τους στο Λονδίνο, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει, από τη στιγμή που οι δίσκοι είχαν ελληνικούς στίχους, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και αναφέρονταν σε ελληνικά ζητήματα της εποχής.
Και οι δύο αυτοί μουσικοί, ο Θωμόπουλος και ο Καραλής, κάποια στιγμή στην καριέρα τους συνεργάστηκαν με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Θωμόπουλος στο soundtrack της ταινίας του «Ο Ασυμβίβαστος» (1979) –στο πρώτο LP του «Τραγούδια του Δρόμου» αφιερώνει στον Θεοδωράκη το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ, το «Ξυλίκι στον Κεραμεικό με τον Μ.Θ.»–, ενώ ο Καραλής, που είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται με τον Θεοδωράκη πριν τη χούντα, ακούγεται στο άλμπουμ “Chansons de Lutte/ Τραγούδια του Αγώνα” [FR. Polydor 2445 004, 1971], που βγήκε στην Ελλάδα επί Μεταπολίτευσης ως «Τα Τραγούδια του Αγώνα» [MINOS, 1974]. Με αφορμή την επανατύπωση σε CD του “Supermarket” (2008) από τον Τροχό των Αλέξη και Δημήτρη Βάκη είχε γράψει ο Περικλής Κοροβέσης:
«Αυτός ο δίσκος που ξανακυκλοφορεί, κάποτε ήταν ένα παράνομο μπεστ σέλερ. Αν ξαναγίνει και δεύτερη φορά σημαίνει πως τίποτα δεν πήγε χαμένο».
Αν και ο δίσκος δεν ξανάγινε best seller –μάλιστα την επόμενη χρονιά (2009) πέθανε και ο Λάκης Καραλής– εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε είναι το «παράνομο» στο οποίο αναφέρθηκε ο Κοροβέσης (υπενθυμίζω πως το «παράνομο» είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του underground). Το “Supermarket” είχε ηχογραφηθεί στα Kaleidophone Studios του David Vorhaus(!) από τον ίδιο τον Vorhaus (White Noise και τα ρέστα) και τυπώθηκε σε ανεξάρτητης παραγωγής LP μέσα στο 1971. Εκεί, στο οπισθόφυλλο έγραφε ο Καραλής:
«Είναι σίγουρο πως θα ενοχληθούν πολλοί – κι από το ύφος κι από την αθυροστομία μου. Αλλά τα τραγούδια μου δεν απευθύνονται στα-ανεπανόρθωτα-βουλωμένα αυτιά της καθωσπρεπικής υποκρισίας. Αν σε κάτι ωφέλησε η δικτατορία –όσο κι αν αυτό φαίνεται οξύμωρο– είναι γιατί έβαλε σε μας καυτά ερωτηματικά , ανύπαρκτα προηγουμένως.(…) Τα υπόλοιπα τραγούδια γεννήθηκαν από τις τωρινές εμπειρίες μου, από τους νέους προβληματισμούς, την επιτακτική αναζήτηση του νέου δρόμου, την προσωπική στάση απέναντι στα προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζουμε, στις ευθύνες που πρέπει επιτέλους ν’ αναλάβουμε. Ειδκώτερα ‘Η περίοδος της Ροζέτας’ (σ.σ. το πρώτο τραγούδι της δεύτερης πλευράς) είναι γραμμένη από τίτλους της ‘Νέας Πολιτείας’ (σ.σ. χουντική εφημερίδα) και αποσπάσματα λόγων του Παπαδόπουλου και κειμένων του ‘Ρομάντσου’».
Φυσικά, το “Supermarket” δεν ήταν παράνομο στο εξωτερικό. Προφανώς, ο Κοροβέσης αναφέρεται στις κόπιες που έφθαναν λάθρα στην Ελλάδα το ’71 και ακούγονταν ιδιωτικώς, μια και η χούντα δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει ποτέ ούτε το τύπωμα του εξωφύλλου, ούτε τη δημόσια αναπαραγωγή των συγκεκριμένων κομματιών.
Ένας λιγότερο… προκλητικός δίσκος, αλλά ηχητικώς σε παρεμφερές κλίμα (ακουστικές μπαλάντες) ήταν και το πρώτο LP του Ανδρέα Θωμόπουλου «Τραγούδια του Δρόμου», ηχογραφημένο το 1970 στα Chalk Farm Studios, για λογαριασμό μιας «χίπικης» εταιρείας του Λονδίνου, της Mushroom του Vic Keary. Οι προγκρεσιβάδες γνωρίζουν την εταιρία λόγω Second Hand, Chillum, Magic Carpet, Simon Finn κ.ά. Μία ωραία περιγραφή της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο Chalk Farm υπάρχει στο βιβλίο του David Toop Ωκεανός του Ήχου [εκδ. οξ υ, Αθήνα 1998] στις σελίδες 136-37. Το «Τραγούδια του Δρόμου/Songs of the Street” [Mushroom 100MR-1] ήταν τόσο το πρώτο LP της Mushroom, όσο και το πρώτο του Ανδρέα Θωμόπουλου (θα ξαναέκανε άλλο ένα στην ίδια εταιρεία, το σχεδόν αγγλόφωνο “Born Out of the Tears of the Sun” την επόμενη χρονιά – αυτό το δεύτερο LP κυκλοφόρησε ξανά από την Anazitisi Records το 2008, αλλά το πρώτο, και πιο ενδιαφέρον, παραμένει 42 χρόνια μετά χωρίς επανέκδοση). Οι μπαλάντες του Θωμόπουλου δεν έχουν τη ριζοσπαστική φόρτιση εκείνων του Καραλή, είναι πιο συναισθηματικές, δίχως να αποφεύγουν (πώς θα μπορούσε;) τα πολιτικά μηνύματα (“Dictators end”, «Η καινούρια άνοιξη», «Στη θλιμμένη κυρά»…). Λίγα χρόνια αργότερα ο Θωμόπουλος θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα γυρίσει το «Αλδεβαράν» (1975) με τον Δημήτρη Πουλικάκο. Γι’ αυτή την ταινία, που θεωρείται από πολλούς ως ένα εξέχον φιλμ του ελληνικού underground (και από τον Γιάννη Χαριτίδη, που γράφει για το «Ελληνικό underground φιλμ» στην έκδοση της ATHENS voice books) αναφέρει ο ίδιος ο Θωμόπουλος στο περιοδικό Φιλμ (τεύχος 8, χειμώνας 75/76):
«Είναι ένα φιλμ γυρισμένο στα 16, μαυρόασπρο και κρατάει μια ώρα και είκοσι περίπου λεπτά. Μου στοίχισε γύρω στις διακόσιες χιλιάδες δραχμές, όσα δηλαδή ελπίζω να πάρω απ’ το υπουργείο βιομηχανίας σαν ‘ενισχυόμενος’»

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

τρία ελληνικά συγκροτήματα

Η μουσική, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα συνεχίσει να καταγράφεται, να παράγει ντοκουμέντα. Επίσης, αυτή ακριβώς η αποτύπωση θα έχει πάντα (ως φαίνεται) μία απτή μορφή· καθότι, σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα μιλάμε για ντοκουμέντα, αλλά για… λόγια του αέρα. Τα συγκροτήματα κι οι καλλιτέχνες της εγχώριας σκηνής είναι γεγονός πως πρωτοστατούν στη δισκογραφία…
Το 2009 σχηματίστηκαν οι Moa Bones από τον τραγουδιστή, κιθαρίστα, πληκτρονίστα κ.λπ. Δημήτρη Αρώνη. Άλλα μέλη του γκρουπ είναι ο Κυριάκος Μουστάκας πλήκτρα, η Ευαγγελία Ξυνοπούλου φωνή, πιάνο, καλίμπα, ο Βύρων Τσουράπης φωνή, κρουστά, ο Άρης Ζέρβας τσέλο, η Έλλη Δαδήρα κοντραμπάσο, ο Γιώργος Γαϊτάνος βιόλα και ο Κώστας Καριτζής βιολί. Με αυτήν ακριβώς τη σύνθεση, στο διάστημα Οκτώβριος 2009-Φεβρουάριος 2010, το συγκρότημα ηχογραφεί το πρώτο του άλμπουμ, που έχει τίτλο “Aquarelles” [Restless Wind, 2011] και το οποίον περιλαμβάνει δέκα συνθέσεις (οκτώ τραγούδια, δύο ορχηστρικά). Κινούμενοι σε ηπίους τόνους, στηριγμένοι στην κλασική κιθάρα βασικά και σε λίγα πλήκτρα –από ’κει και πέρα υπάρχουν «γεμίσματα» και από τα υπόλοιπα όργανα, όμως η γενική εντύπωση είναι εκείνη μίας… minimal άποψης– οι Moa Bones δημιουργούν ένα όμορφο, κανονικής διάρκειας CD (34:20), που άλλοτε παραπέμπει στις folk days των sixties και άλλοτε σε πιο σύγχρονα (πάντα folk) ιδιώματα, γειτνιάζοντας ακόμη και με την ακουστική americana. Ενδιαφέρουσα η περίπτωσή τους.
Να, τώρα, ένα συγκρότημα που έχει ήδη διαγράψει τη δική του διαδρομή, έχοντας ήδη ένα άλμπουμ ανάμεσα στα ωραιότερα του τελευταίου καιρού. Για τους Empty Frame και για το “They Think We Are Eskimos” [Legend, 2011] ο λόγος· μία μπάντα κι ένα CD που δεν πρέπει και δεν αξίζει να περάσουν απαρατήρητα. Δεκατρία κομμάτια, 49 λεπτά η διάρκεια και μια ομάδα πέντε, βασικά, μουσικών (συν ένας guest), που μεταφέρουν (για ακόμη μία φορά, ok) έναν πούρο αμερικανικόν αέρα στην εγχώρια σκηνή. Παναγιώτης Φέτσης μπάσο, φωνή, Χρήστος Καλλιμάνης κιθάρες, Ίσις Μουζά τσέλο, Μπάμπης Βασιλειάδης τύμπανα, Αντώνης Βαβαγιάννης πιάνο, κιθάρες, φωνή, μαντολίνο, αλλά κι ένας βιολιστής ως φιλοξενούμενος (Ματθαίος Δακουτρός) είναι τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν να μας ξεναγήσουν στα «ερημικά» ηχοτοπία τους. Support στους Woven Hand και με ποικίλες επιρροές όπως διαβάζω στο site τους (Tom Waits, The Beatles, Nick Cave and The Bad Seeds, Queens Of The Stone Age, Mark Lanegan, Radiohead, Pink Floyd, Andrew Bird, Τhe Tindersticks, Love… – δεν είναι όλοι Αμερικανοί, αλλά δεν έχει σημασία), οι Empty Frame ισορροπούν ανάμεσα στην ακουστική μπαλάντα, στο desert rock με τις twangy κιθάρες, στα μελοδραματικά αινίγματα (τύπου Tindersticks), πασπαλίζοντας ενδιαμέσως με ποικίλα indie, mariachi (κι ας απουσιάζουν οι τρομπέτες), ακόμη και gypsy-rock στοιχεία (“The caravan”). Το αποτέλεσμα σχεδόν πάντα, ή μάλλον πάντα, ή μάλλον σκέτο «πάντα» τους δικαιώνει. Το “They Think We Are Eskimos” περιλαμβάνει εξαιρετικά τραγούδια.
Επαφή: www.emptyframe.net
Από την αθηναϊκή Restless Wind έρχεται και το επόμενο άλμπουμ, που δεν είναι άλλο από το επίσης παρθενικό των The Liarbirds. Το “Allegedly” (2011), που είναι η φυσική συνέχεια δύο παλαιότερων EP του γκρουπ, κινείται (και αυτό) προς εμφανείς sixties κατευθύνσεις, δίχως όμως ανούσια αισθητικά κολλήματα. Οι Liarbirds γουστάρουν την αρμονικώς σχεδιασμένη pop εκείνης της εποχής και πάνω σ’ αυτόν τον καμβά αρχίζει να τοποθετούν τα δικά τους ψιμύθια. Το αποτέλεσμα έχει όλον εκείνο τον… παλιομοδίτικο pop αέρα (με τα πλήκτρα και τα έγχορδα να προσθέτουν σε ενορχηστρωτικό πλούτο) που αναγνωρίζουμε στα γκρουπ της αναβίωσης, συνδυάζοντας προσεγμένα φωνητικά, «ανοιχτές» μελωδίες και ωραίες ρυθμικές ακολουθίες. Ήτοι, έχουμε να κάνουμε με μία παρτίδα εννέα τραγουδιών που συναγωνίζονται σε sunshine επιτεύγματα, με το “Fortune tellers may tell you”, το “Soul keeper” και το “Estuary in me” να σέρνουν το χορό. Liarbirds είναι οι Γιώργος Δημόπουλος φωνή, κιθάρες, Jim Byres φωνή, κιθάρες, Κώστας Συνοδινός πλήκτρα, Άγγελος Κικήρας μπάσο και Κάλλι Νίτσος ντραμς. Δίπλα τους άλλοι οκτώ μουσικοί (κιθάρες, μπάσο, σαξόφωνα, τρομπέτα, τρομπόνι, βιολιά, τσέλο) δεν πράττουν τίποτ’ άλλο από το να ενδυναμώνουν την pop συνειδητότητα.
Επαφή: www.restlesswind.com

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

ALLIGATOR RECORDS 40+1 χρόνια

Επέτειοι-γεγονότα. Σαράντα χρόνια πέρασαν (το 2011) από την ίδρυση της Alligator Records και η καλή εταιρεία από το Σικάγο το εόρτασε-εορτάζει μ’ ένα διπλό CD, που έχει τίτλο Alligator Records/ 40th Anniversary Collection. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα στο τεύχος 86 του Jazz & Tζαζ (1/2000): «Η βαθύτατη ανάγκη να ηχογραφηθεί το μοντέρνο blues, έτσι όπως εκείνο ακουγόταν στα μικρά clubs και τα μπαράκια του Σικάγο, οδήγησε τον Bruce Iglauer, έναν αδιόρθωτο blues fan και τέως υπάλληλο της Delmark, να δημιουργήσει την Alligator στις αρχές των seventies. Βασικά, η εταιρεία έβαλε μπροστά τις μηχανές της, όταν ο Iglauer δεν κατόρθωσε να πείσει για τις απόψεις του τον Bob Koester (της Delmark), όσον αφορούσε στον κορυφαίο slide κιθαρίστα Hound Dog Taylor. Λογικό. Η Delmark εκινείτο σ’ ένα περισσότερο επαγγελματικό επίπεδο. Ο Taylor ήταν πολύ ‘γρέτζος’, πολύ ακατέργαστος (σχεδόν ερασιτέχνης) για τον κατάλογό της. Δεν είχε σχέση, για παράδειγμα, με το ύφος και το στυλ ενός Junior Wells, ενός Magic Sam ή ενός Otis Rush. Ήταν ένας περιθωριακός καλλιτέχνης, με ελάχιστη δισκογραφία πίσω του, που βολόδερνε στα μικρομάγαζα της δυτικής και της νότιας πλευράς, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ο Iglauer τον πήρε έτσι ακριβώς και τον έμπασε σε στούντιο μέσα στο 1971, λανσάροντας ένα καινούριο label, ένα καινούριο blues στυλ (το houserockin’) και κυρίως έναν πολύ μεγάλο δίσκο, τον ‘Hound Dog Taylor and The Houserockers’».
Τα χρόνια πέρασαν, και πέρασαν έκτοτε… πολλές φορές, καθώς εορτάστηκε η 10ετία, η 20ετία, η 30ετία και πέρυσι η 40ετία, η οποία βρίσκει τον Iglauer και την Alligator πάντα στις επάλξεις, προτείνοντας και προβάροντας καινούριο ρεπερτόριο. Έχω επισημάνει και πάλι την ουσιαστική μεταλλαγή της εταιρείας μέσα στο διάβα του καιρού, μια μεταλλαγή που έφερε την Alligator απέναντι ή μάλλον μέσα στη soul και το funk, στην americana, στους ήχους της Νέας Ορλεάνης (cajun, zydeco κ.λπ.), στο ηλεκτρισμένο gospel, ακόμη και στο rock ή την jazz, διατηρώντας βεβαίως στον πυρήνα της πάντα το blues (του Σικάγο, ή απ’ όπου αλλού). Τα 38 κομμάτια (παρά δύο τεσσαράκοντα) που χώρεσαν στα δύο φισκαρισμένα «επετειακά» CD αυτό εξάλλου αποδεικνύουν.
Θα ήταν ματαιοπονία να επιχειρήσω να πείσω τους άπιστους (αν υπάρχουν) για τη σημασία της Alligator στο παγκόσμιο ξεπέταγμα του blues (εμπορικό ή ό,τι άλλο) την τελευταία 40ετία· ας πω πάντως πως, εδώ, δεν ακούγονται μόνον οι άπαντες, αλλά ακούγονται και κομματάρες. Ο Iglauer έφτιαξε μία εξαιρετική συλλογή, με χρώματα (πολλά χρώματα), με βάρος, με πάθος και κυρίως με ανεπανάληπτα τραγούδια από τους Albert Collins, Son Seals, Buddy Guy & Junior Wells, Koko Taylor, Johnny Winter, Corey Harris, Lonnie Brooks, EddyThe ChiefClearwater, James Cotton, Shemekia Copeland, Charlie Musselwhite, Roy Buchanan, Katie Webster, William Clarke, Guitar Shorty, Marcia Ball, JJ Grey & Mofro και φυσικά Hound Dog Taylor… Απόλαυση, δίχως τέλος...

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑΣ ο έρωτάς μας Λόλα

Έχω πληροφορηθεί κι εγώ για το σώσε που γίνεται στα live του Κωστή Μαραβέγια –δεν έχω παρευρεθεί σε κάποιο–, έχω διαβάσει τα καλά λόγια που έχουν πει για ’κείνον μεγαλύτεροι συνάδελφοί του (ας πούμε ο Νίκος Πορτοκάλογλου), έχω υπ’ όψιν μου και κάποια κομμάτια του, που τα ’χει πάρει το αυτί μου από ’δω κι από ’κει, ακόμη και από την εποχή των X-Darawish (1998), όμως, έως τώρα, δεν είχα ακούσει με προσοχή κάτι δικό του ολοκληρωμένο, που να μου επιτρέπει να καταλήξω σε κάποιο γενικότερο συμπέρασμα· σε τι συνίσταται δηλαδή η τραγουδοποιία του Μαραβέγια και πώς εξηγείται ο σχετικός «χαμός». Έχω μπροστά μου λοιπόν τη «Λόλα» [EMI/Μεταίχμιο, 2012]…
Μία πρώτη παρατήρηση. Τελευταίως όλο και πληθύνονται οι περιπτώσεις τραγουδοποιών που αντί για σκέτο CD, εκδίδουν βιβλίο με CD· και μάλιστα με το CD ως ένθετο στο βιβλίο, στο στυλ «περιέχει και το ομώνυμο άλμπουμ» (με τη μουσική δηλαδή κάπως σαν της… προσκολλήσεως). Είναι και το άλλο όμως. Ενώ λέγαμε να πέσουν οι τιμές των δίσκων, βρέθηκε ξάφνου ένας τρόπος ώστε να μείνουν εκεί όπου ήταν (ή περίπου εκεί). Αφήνω δε και το εξής. Δεν μπορεί κάποιος να σε υποχρεώσει (με την καλή έννοια το λέω) να διαβάσεις τα διηγήματά του, τα πεζά του εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που τον προσεγγίζεις ως τραγουδοποιό. Και ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε βγάλει βιβλίο με ποιήματα (το 1971), αλλά δεν σκέφτηκε ποτέ να το πουλήσει μαζί με το LP «Εμιλιάνο Ζαπάτα». Θέλω να πω πως άλλο πράγμα είναι το βιβλίο, άλλο το CD κι ο δίσκος. Μην τα μπερδεύουμε. Δεν υπάρχει λόγος. Εγώ λοιπόν διάβασα τις 77 σελίδες της «Λόλας», αλλά ενδιαφέρομαι να γράψω τη γνώμη μου μόνο για τον Μαραβέγια-τραγουδοποιό, και όχι για τον Μαραβέγια-λογοτέχνη.
Υπάρχει λοιπόν (και στη «Λόλα») αυτό το κάτι, που καθιστά την τραγουδοποιία του Μαραβέγια διακριτή· δεν ξέρω αν είναι τόσο «διακριτή», που να αιτιολογεί τον ντόρο, αλλά ο ντόρος, γενικώς, έχει κι άλλες αιτίες. Ο άνθρωπος γράφει τραγούδια απλά (εννοώ όχι περισπούδαστα), με γερές μελωδικές και ρυθμικές γραμμές, ενορχηστρωμένα μ’ έναν κάπως χύμα αλλά λειτουργικό τρόπο, που φέρνει στο νου αναλόγους κανταδόρους και συγκροτήματα από τη Νότια Ιταλία και την Ισπανία κυρίως· ο ίδιος, ως γνωστόν, έχει σπουδάσει/ζήσει για χρόνια στο Bari, ενώ και το πρώτο του συγκρότημα, οι X-Darawish (τρεις Ιταλοί, δύο Έλληνες), είχε ως έδρα του την ιταλική πόλη. Φυσικά, αυτή η απλότητα δεν υπονοεί αυτομάτως και… ενδιαφέροντα τραγούδια. Απεναντίας, μερικές φορές, η απλότητα μετατρέπεται σε απλοϊκότητα («Στο καλό»), ενώ άλλοτε σε αγγλο-σαξονική καρικατούρα (“Little sister”).
Ξεκίνησα στραβά. Δεν θέλω να νομιστεί ότι αδικώ τον Μαραβέγια και πως τρώγομαι με τα ρούχα μου επειδή έχει επιτυχία. Δεν μ’ ενοχλεί η επιτυχία. Και εξ όσων μπορώ να γνωρίζω –για να μιλήσω και για το σινάφι– σπανίως θα βρεις μουσικοκριτικό όπου μεταξύ των καλυτέρων ακουσμάτων του δεν θα βρεις και μερικά από τα πλέον εμπορικά (και δικαίως) ονόματα όλων των εποχών. Ok, υπάρχουν και τα «βαριά πεπόνια», αλλά εγώ προτιμώ απλώς τα πεπόνια… Και για να επανέλθουμε στον Μαραβέγια… Το εισαγωγικό “Diktator des marktes” είναι καλό τραγούδι και όχι μόνο γιατί τα χώνει στις λεγόμενες «αγορές», αλλά και γιατί έχει κάτι… διεστραμμένο (και εμπνευσμένο) από το θεοδωρακικόν έπος. Αλλά το ίδιο και για την «Λόλα», που παρουσιάζει μιαν ερμηνευτική αυθάδεια, με την ενοργάνωση να κάνει στράκες (farfisa α λα Βας-Βας, μεταλλόφωνα, το… κάρο με κρουστά τού Ottomo). Το «Καλοκαίρι έφυγε» είναι, υποθέτω, από ’κείνα τα τραγούδια τού Μαραβέγια, για τα οποία θα γίνεται χαμός στα live. Το να γράφεις έξυπνα κομμάτια δεν είναι «κατεύθυνση», είναι προσόν και έμπνευση. Με τέτοιες πνευστές γραμμές (Ιλάν Μανουάχ σαξόφωνα, Τζιμ Σταρίδας τρομπόνι) το λίκνισμα μπορεί να ξεκινάει από τους… Βράχους και να φθάνει έως τη θάλασσα. Πολύ ωραίο και το «ανοιχτό» ρεφρέν στο «Τσαλαπατώ», αλλά τα κουπλέ δεν είναι ανάλογα (είναι κατώτερα). Ωραίες στιγμές υπάρχουν και στην «Καταιγίδα» (η κιμπορντική συνοδεία), αλλά, γενικώς, το τραγούδι δεν με φτιάχνει. Για δε το “El tango del Rio-Antirrio” να πω τι, αφού πρόκειται για ένα instro πρώτης τάξεως. Δεν ξέρω ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτό, αλλά δεν γίνεται, προσωπικώς, να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου τις γύφτικες κομπανίες (από το Αντίρριο και όχι από το Ρίο) που έκαναν τον διάπλου, διασκεδάζοντας στο 20λεπτο της διαδρομής τούς επιβάτες της παντόφλας. Τώρα με την κωλογέφυρα τα χάσαμ’ όλα…

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

η κρουαζιέρα του τρόμου

Τα στοιχεία γι’ αυτή την ταινία –την «Κρουαζιέρα του Τρόμου»– προέρχονται από διαφορετικές πηγές και δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ωιμέ! Πρόκειται για ελληνική, ιταλική, ιταλογερμανική ή ελληνοϊταλική παραγωγή; Την σκηνοθέτησε ο Ιταλός Guido Leoni, κάποιος ονόματι Robert Bradley ή μήπως ο Έλληνας Χρήστος Κεφάλας; Η ταινία προέρχεται από το 1966, το 1971 ή μήπως το 1978; Κάθε πηγή δίνει τα δικά της στοιχεία. Ο imdb.com την καταχωρίζει ως ιταλογερμανική παραγωγή του 1971, υπό τον τίτλο “Ore di Terrore”, σκηνοθετημένη από τον Guido Leoni (1920-1998) κάτω από το ψευδώνυμο Robert Bradley. Πάλι ο imdb.com, στη φιλμογραφία του Ανδρέα Μπάρκουλη, την αναφέρει ως ελληνική παραγωγή του James Paris από το 1978, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Κεφάλα, ενώ η Βικιπαίδεια την παρουσιάζει (στη φιλμογραφία του Μπάρκουλη) ως ταινία του 1966! Παράξενα πράγματα μα την αλήθεια, γι’ αυτήν την εντελώς ανήθικη ταινία. Αλλά για να δούμε μερικά ακόμη στοιχεία…
Η «Κρουαζιέρα του Τρόμου» κυκλοφόρησε σε ελληνικό VHS περί τα μέσα του ’80 από την εταιρεία Video Signal O.E. Αυτήν την κόπια έχω δει και γι’ αυτήν θα γράψω. Από τους τίτλους φαίνεται καθαρά πως πρόκειται για ιταλική παραγωγή, υπό τον τίτλο “Ore di Terrore”, σκηνοθετημένη από τον Robert Bradley (αν πρόκειται για ψευδώνυμο του Guido Leoni εγώ αυτό δεν μπορώ να το βεβαιώσω). Περαιτέρω στην ταινία παίζουν έλληνες ηθοποιοί –ο Ανδρέας Μπάρκουλης ως John Barclay(!), ο Δήμος Σταρένιος (ο οποίος δεν πρέπει να αναφέρεται στους τίτλους, ούτε με αλλαγμένο όνομα) και ακόμη ένας, στο ρόλο ενός καμαρότου, το όνομα του οποίου αγνοώ (πιθανώς να πρόκειται για τον Πέτρο Μπερέτα)–, είναι ντουμπλαρισμένη στη γλώσσα μας (από τις φωνές του ντουμπλάζ αναγνωρίζω μόνον εκείνη του Χρήστου Ζορμπά), ενώ προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες την περίοδο 1977-78 κόβοντας μόλις 1380 εισιτήρια. Η δική μου αίσθηση, βλέποντας την ταινία και κρίνοντας από τα ντυσίματα και τα χτενίσματα των πρωταγωνιστριών, είναι πως πρόκειται για καθαρή seventies παραγωγή, όχι του 1978, πιθανότερο του 1971 (ή και λίγο πιο μετά), και πως θα μπορούσε να είχε γυριστεί από τον Χρήστο Κεφάλα, ο οποίος την ίδιαν εποχή (1970) είχε σκηνοθετήσει άλλη μια παραγωγή του James Paris, τον «Λιποτάκτη» με τον Χρήστο Πολίτη. Να πώς εξελίσσεται το στόρι…
Karin Schubert
Η ταινία ξεκινά με τα παράλληλα προφίλ των οκτώ ανθρώπων της κρουαζιέρας. Ο Χάρης (Ανδρέας Μπάρκουλης) –με το αμόρε του την Βέρα (η μετέπειτα πορνοστάρ Karin Schubert)– είναι ο έλληνας μαφιόζος που θέλει να πουλήσει λαθραία και ακατάλληλα εμβόλια σ’ έναν γερμανό μεσάζοντα (Rainer Basedow), o Μπομπ (Δήμος Σταρένιος) είναι ο αμερικανός φαρμακοβιομήχανος, που αποδεικνύεται παρενδυτικός(!) –φοράει κομπινεζόν σε μια ερωτική σκηνή, φωτογραφιζόμενος μάλιστα με το κορίτσι που του έχει ρίξει δίπλα του ο Χάρης–, ενώ ο Τζόζεφ (Mario Novelli) είναι ο γραμματέας του Χάρη και η Μαρία (Ann Smyrner) η γυναίκα του. Τα τέσσερα ζευγάρια –καθότι και ο Γερμανός έχει φιλενάδα– και μαζί το τριμελές πλήρωμα (καπετάνιος, μάγειρας και καμαρότος) θα επιβιβαστούν σ’ ένα σκάφος (που είναι… δύο ή και τρία διαφορετικά στις διάφορες σκηνές! – κάνω χάζι τη μνημειώδη ελληνική προχειρότητα αυτών των ταινιών) με προορισμό τα Κανάρια Νησιά προκειμένου να τακτοποιηθεί η δουλειά, μέσα σ’ ένα σκηνικό… seventies πολυτέλειας και άκρατου αμοραλισμού (τα λαθραία εμβόλια προορίζονται για παιδιά της Αφρικής!).
Ann Smyrner
Τα πράγματα όμως στραβώνουν. Ένα ναυάγιο εξελίσσεται (το μαθαίνουν/μαθαίνουμε από το ραδιόφωνο) κι ένα μπαούλο εντοπίζεται στη θάλασσα με… απρόσμενο φορτίο. Οι τρεις ναυαγοί, που ήταν κλεισμένοι στο μπαούλο(!), είναι σχιζοφρενείς δολοφόνοι(!), που μεταφέρονταν από φυλακή σε φυλακή(!) και που τώρα φαίνεται πως θ’ αρπάξουν την ευκαιρία της ζωής τους. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Οζμάν, ο πιο απρόβλεπτος, έχει καθαρίσει τη γυναίκα του, τον άλλον τον αποκαλούν «καθηγητή» Μάρτιν (μπορεί και να είναι, παίζει ο καλός αυστριακός ηθοποιός Herbert Fux) ο οποίος, και αυτός, έβγαλε από τη μέση μια καλόγρια επειδή δηλητηρίασε τα παιδιά μιας κατασκήνωσης (ανάμεσά τους και τον γιο του!), ενώ και ο τρίτος, ο Τζάκομπ, είναι μια παλιόφατσα «άλλο πράγμα». Ο πρώτος από τους… κρουαζεράτους που πουλάει μαγκιά είναι ο καπετάνιος, ο οποίος και φονεύεται επί τόπου με ειδεχθή τρόπο από τον Οζμάν, ίνα δοθεί σήμα και στους υπολοίπους. Το σκάφος αλλάζει πορεία – υποτίθεται πως ξεκίνησε από κάποιο ελληνικό λιμάνι για τα Κανάρια, αλλά τώρα κατευθύνεται προς Βηρυτό. Στην πορεία συμβαίνουν διάφορα, με τον αμοραλισμό να χτυπάει κόκκινο (οι κοπέλες γίνονται άνευ πιέσεως υποχείρια των εγκληματιών, αλλάζοντας συνεχώς ρόλους… και συντρόφους), ενώ αποκαλύπτεται πως ο Χάρης έχει ομοφυλοφιλική σχέση με τον γραμματέα του Τζόζεφ, ο οποίος Τζόζεφ διεκδικεί ταυτοχρόνως και τη γυναίκα του Μαρία, που ενέδωσε στον «καθηγητή». Μέσα σ’ αυτό το απερίγραπτο σκηνικό η λύση φαίνεται να είναι μία…
το γερμανικό VHS
Ο προφέσορ Μάρτιν ζητά απ’ όλους να γίνουν δολοφόνοι, ώστε να καταστήσει όσους επιβιώσουν πρακτικώς ακίνδυνους. Τα λεφτά τής κομπίνας μπορεί να είναι πολλά, αλλά σίγουρα δεν περισσεύουν για όλους. Ως συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις άπαντες υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο… τον καμαρότο ήθελα να πω (Πέτρος Μπερέτας;). Ο Τζάκομπ σχίζει ένα-δυο φύλλα ενός βιβλίου του καμαρότου με ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα(!), οδεύοντας προς την τουαλέτα (για να σκουπίσει... τα χέρια του; – αν είναι δυνατόν!). Ο καμαρότος όμως, που θεώρησε το σκίσιμο του βιβλίου του σφοδρή προσβολή και πρόκληση, πυρπολεί, σε μια κρυφή φάση, με βενζίνη το WC και τον Τζάκομπ βεβαίως(!), ενώ ερχόμενος –υποτίθεται– να σβήσει τη φωτιά, που ο ίδιος άναψε, σκοτώνει με τον πυροσβεστήρα τον Οζμάν, ο οποίος προλαβαίνει όμως να τον τραυματίσει. Ο προφέσορας, μετά απ’ όλα τούτα, είναι έτοιμος να σκοτώσει τον Χάρη, αλλά καταλαβαίνει πως από κάτι τέτοιο δεν έχει να κερδίσει τίποτα αφήνοντάς τον τελικώς να ζήσει – καθώς πλησιάζει και η λιμενική αστυνομία. Ο Χάρης εκτιμά τη στάση τού προφέσορα και δεν τον καταδίδει, λέγοντας στους λιμενικούς πως υπήρξε και αυτός (ο προφέσορας) θύμα των ληστών και πως δεν υπάρχει λόγος να τον ταλαιπωρήσουν. Και για να σιγουρευτεί για τη στάση των αστυνομικών, τους δωροδοκεί φόρα παρτίδα με δυο πάκα δολάρια(!), καθότι η… ζωή έχει ακριβύνει και τα λοιπά και τα λοιπά. Εκείνοι, εντελώς φυσικά, τα παίρνουν! Στο ασθενοφόρο που έρχεται να παραλάβει τον τραυματία καμαρότο –κι ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν την κρουαζιέρα τους, σαν να μην συνέβη τίποτα!–, ακούγεται ο προφέσορας στην πιο απίθανη ατάκα της ταινίας: «Για μια κομμένη σελίδα με ποιήματα σκότωσες δύο ανθρώπους. Ο Μπάιρον πολύ θα χαιρόταν γι’ αυτό. Μεγάλη τιμή για έναν ποιητή»!
Η «Κρουαζιέρα του Τρόμου» μπορεί να βρίθει στις απιθανότητες, αλλά τούτο δεν είναι ενοχλητικό σε τέτοιου είδους ταινίες. Αξίζει να τη δει κανείς, όπου την πετύχει, κυρίως λόγω του Herbert Fux (μεγάλη «δεύτερη» μορφή του ευρωπαϊκού σινεμά – ψάξτε τον), αλλά και για ’κείνες τις… ατελείωτες seventies γυναίκες –τις κούκλες Karin Schubert και Ann Smyrner–, με τα απερίσκεπτα παιξίματα.
Όσον αφορά στη μουσική της «κρουαζιέρας»; Κι εδώ τα πράγματα δεν είναι λιγότερο μπερδεμένα. Κατ’ αρχάς να πω πως πρόκειται για ένα εξαιρετικό early seventies, extra groovy soundtrack γεμάτο από μποσανόβες, psych-rock, mod, jazz και soul οργανικά και τραγούδια (ένα μου θύμισε το «Να διώξω τα σύννεφα» της Ηλέκτρας Παπακώστα, που είχε τραγουδήσει η Καίτη Χωματά, σε… ασιντική εκτέλεση). Στο λήμμα “Krouaziera tou Tromou” του imdb.com αναφέρεται κάποιος Massimo di LeoJohn Damas) ως συνθέτης, ενώ στα credits τής “Ore di Terrore” αναφέρεται ως υπεύθυνος της μουσικής ένας Gianluca Montani (ο οποίος, όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα να έχει κάνει κάτι άλλο στη ζωή του). Κατά βάση ο επιμελητής –όποιος κι αν είναι– πρέπει να διάλεξε κομμάτια από διάφορα(;) library άλμπουμ της CAM, αν κρίνω από το σήμα τής εταιρείας που εμφανίζεται στο τέλος των τίτλων τέλους.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

SEPTIC FLESH λειτουργία

Οι Septic Flesh είναι, θεωρούνται –πείτε ό,τι θέλετε, δεν θα τα χαλάσουμε σ’ αυτό– μία από τις καλύτερες death metal μπάντες· εντός, οπωσδήποτε, αλλά και εκτός συνόρων. Με 20ετή σχεδόν ιστορία έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν δίκαιο θόρυβο γύρω από τ’ όνομά τους, τις παραστάσεις, τους δίσκους τους.
Το “The Great Mass” [Season of Mist, 2011] είναι το έβδομο full-length άλμπουμ τής αθηναϊκής μπάντας και αυτό που επεκτείνει την classic αισθητική του προηγούμενου “Communion” (2008), προσθέτοντας κάτι περισσότερο στην symphonic metal συνιστώσα. Με εκτεταμένη συμμετοχή της Prague Philharmonic Orchestra και της σχετικής Χορωδίας (οι τσέχοι κλασικοί παίζουν με τους πάντες αρκεί να πληρωθούν, είναι γνωστό αυτό – ουδεμία μομφή), με τα πομπώδη-νεκρατζίδικα φωνητικά του Seth Siro Anton (Σπύρος Αντωνίου), τα clean vocals του Sotiris Anunnaki V (Σωτήρης Βαγενάς), καθώς και με τα απαραίτητα οπερατικά τής Ανδρονίκης Σκουλά (από τους Chaostar) και της Ηλιάνας Τσακιράκη (από τους Meden Agan) –να υπενθυμίσω πως για μερικά… ματωμένα φεγγάρια, τραγουδούσε μαζί τους και η Ναταλί Ρασούλη– οι Septic Flesh είναι η μπάντα με το μεγαλoπρεπές rhythm section (Seth Siro Anton μπάσο, Fotis Benardo ντραμς, κρουστά), τις ξέχειλες κιθαριστικές καταιγίδες (Christos Antoniou, Sotiris Anunnaki V) και φυσικά τα σχετικά «λατρευτικά» στιχάκια, που κάνουν τους φίλους του είδους να ριγούν από νεκραναστημένη ηδονή.
Δεν υπάρχει κάτι που να με χαλάει οπωσδήποτε στους Septic Flesh, απεναντίας βρίσκω στο πλουσιοπάροχο “The Great Mass” όλα εκείνα τα στοιχεία μιας διεθνούς παραγωγής (επιτετραμμένος ο Peter Tägtgren – να μην πω τι σημαίνει τ’ όνομά του, αφού οι «ντεθάδες» γνωρίζουν καλύτερα από ’μένα), που θα ζήλευε κάθε σχήμα, οποιουδήποτε είδους. Πολύ καλό το “Rising”.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

για τα «Τραγούδια της Οθόνης»

Χθες βράδυ, δηλαδή τις πρώτες πρωινές ώρες της σημερινής ημέρας, ερχόμενος στο σπίτι πήγα στην τηλεόραση. Αν και είχα βάλει το βίντεο να γράφει το “The Boy with Green Hair” του Joseph Losey (οι παλιές συνήθειες δεν ξεχνιούνται… μέχρι να μας ξεχάσουν), που θα προβαλλόταν μετά τις 11 στην ET3 (ε ρε αυτό το “Nature boy”), εντούτοις δεν κάθισα να δω την ταινία, αφού κόλλησα σε μιαν άλλη εκπομπή του ιδίου καναλιού, που προβαλλόταν εκείνη την ώρα σε επανάληψη. Αναφέρομαι στα «Τραγούδια της Οθόνης», ένα πρόγραμμα με επιλογές από τον ελληνικό κινηματογράφο ερμηνευμένες με σημερινό τρόπο, από νέους τραγουδιστές.
Το πρόγραμμα είχε μια δροσιά κι ένα στυλ που με κράτησε. Τα κομμάτια μπορεί να ήταν πασίγνωστα και, γενικώς, να τα έχεις σκυλοβαρεθεί από τις χιλιάδες φορές που τα έχεις ακούσει, όμως εδώ επρόκειτο για κάτι άλλο. Ένας μουσικός-πιανίστας που, εκ πρώτης (εκ πρώτης λέω), δεν μου έλεγε κάτι, ονόματι Γιάννης Χριστοδουλόπουλος είχε κάνει πολύ καλή ενορχηστρωτική δουλειά –την καλύτερη που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια σε τηλεοπτική εκπομπή– εκμεταλλευόμενος στο έπακρο βασικά όργανα (κιθάρα, μπάσο, ντραμς, σύνθι-προγραμματισμός, μπουζούκι), δίνοντάς τους έναν αέρα, που δεν τον συναντάς στις κατά τεκμήριο ισοπεδωμένες TV-ενορχηστρώσεις. Με τονισμένο, έως πολύ τονισμένο, το rhythm section, με το μπουζούκι ν’ ακούγεται όσο πιο πιστά (και γεμάτα) γινόταν και με τα σύνθια να προσθέτουν σε ατμόσφαιρες όπου χρειαζόταν, ο Χριστοδουλόπουλος απέδειξε πως αν έχεις ένα όραμα, αν γουστάρεις βαθειά αυτό που κάνεις, ακόμη και το πιο τετριμμένο σενάριο (τραγούδια από τον ελληνικό κινηματογράφο φερ’ ειπείν) μπορεί ν’ αποκτήσει μιαν αξία.
Ο Χριστοδουλόπουλος δεν μου ήταν εντελώς άγνωστος πάντως. Κι επειδή έχω καλή μνήμη θυμήθηκα πως τον είχα αναφέρει κανα-δυο φορές στο δισκορυχείον. Να τι έγραφα για το δίσκο της Τάνιας Τσανακλίδου «Προσωπογραφία» [Lyra, 2009]: «Αν και φωνητικώς η Τσανακλίδου (δεν λέω ερμηνευτικώς) δεν φθάνει στα ύψη των eighties, εντούτοις τη βρίσκω σε φόρμα και με ρεπερτόριο, που, υπό συνθήκας, θα μπορούσε να αναστήσει κάτι από το δίδυμο Κραουνάκης-Νικολακοπούλου. Το νέο δίδυμο, εδώ, έχει όνομα, δηλαδή ονόματα (Χριστοδουλόπουλος-Βραχάλη, Καραμουρατίδης-Ευαγγελάτος) και η αλήθεια είναι, πως, αμφότερα (τα δίδυμα), βάζουν τα δυνατά τους, ώστε τα καινούρια κομμάτια να μην υποσκάψουν το παλαιό songbook». Αλλά και για τον δίσκο του Γιώργου Νταλάρα «Γι’ Αυτό Υπάρχουνε οι Φίλοι» [Legend, 2009] σημείωνα: «το άλμπουμ δεν ευτυχεί να έχει ένα α λα Κουγιουμτζή τραγούδι (το πασχίζει ο Μάριος Στρόφαλης στο ‘Σε τρώει η σκουριά’), παρέχει όμως την (πενιχρή) δυνατότητα στον Νταλάρα να εμπλουτίσει το απόθεμά του με 2-3 κομμάτια, που, πιθανώς, να τα ξανατραγουδήσει στις ζωντανές του εμφανίσεις (π.χ. το ‘Η ζωή μου μια ιδέα’ των Γιάννη Χριστοδουλόπουλου-Γιάννη Γούνα)». Σε ανύποπτο (για μένα) χρόνο δηλαδή είχα διακρίνει στα κομμάτια τού Χριστοδουλόπουλου (γιατί είναι και συνθέτης, όπως και τραγουδιστής) κάτι διαφορετικό.
Και για να ξαναγυρίσω στην (σε επανάληψη) εκπομπή της ET3. Μπορεί να μοιάζει σαν από ταινία του μεταφυσικού ν’ ακούς τον Δημήτρη Μπάση, την 1η Ιουλίου 2012, να λέει πως, τώρα, τραγουδάει σε κάποιο κέντρο μαζί με τον… Μητροπάνο, αλλά αυτό είναι ένα από τα συνηθισμένα φάουλ της κακομοίρικης ελληνικής TV… 
Καλό... εκείνο το καλοκαίρι...