Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

Τρία χρόνια από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Τρία χρόνια από τη μεγαλειώδη απάντηση του λαού κατά των ξένων τοκογλύφων και των υπηρετών τους στη χώρα (και μάλιστα κάτω από καθεστώς σφοδρής και εμετικής μνημονιακής προπαγάνδας, με κλειστές τράπεζες κ.λπ.), αλλά και τρία χρόνια από μιαν αποφράδα μέρα για την Ιστορία της ελληνικής Αριστεράς (την πιο αποφράδα τις τελευταίες, πολλές, δεκαετίες).
Το έγκλημα και η προδοσία τού Τσίπρα θ’ αφήσουν ανοιχτές πληγές, που θα παραμείνουν για δεκαετίες χωρίς επούλωση.  
Αφού ο τύπος, αρχικά, κατάφερε να σπάσει ψυχολογικά τον κόσμο της Αριστεράς, γράφοντας στα παλιά του τα παπούτσια τη βούλησή του, στην πορεία, τους αμέσως επόμενους μήνες, κατόρθωσε να επιβάλλει παντού μια βεβαιότητα «ήττας», την οποία δεν είχαν μπορέσει να επιβάλλουν ούτε οι Ναζί στην Κατοχή, ούτε οι Άγγλοι στα Δεκεμβριανά, ούτε η ΕΡΕ στα χρόνια της βίας και της νοθείας, ούτε ο Παπαδόπουλος στο Πολυτεχνείο…  
Το συμπέρασμα; Για την Αριστερά ο Τσίπρας δεν μπορεί παρά να ισοδυναμεί, στην Ιστορία της, με Εφιάλτη.

Ο δραγουμάνος του βεζύρη... Τον γράφουμε στ’ @@ μας.

Ο καθένας και η καθεμία μπορεί να έχει όποια γνώμη θέλει για το Βαρουφάκη –κι εγώ δεν πιστεύω πως τα έκανε όλα σωστά στο πρώτο εξάμηνο του 2015– όμως αυτά που λέει στο τουίτ του είναι απολύτως έτσι.

οι DEAD MAN’S EYES είναι νεοψυχεδελικοί και οι JUNE BUG folk-ηλεκτρονικοί

DEAD MAN’S EYES: Words of Prey [Tonzonen Records, 2018]
Γερμανοί(;) από την Κολωνία είναι οι Dead Mans Eyes και αν κρίνω απ’ όσα γράφουν οι ίδιοι στο bandcamp τους το “Words of Prey” είναι το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους (είχε προηγηθεί ένα ψηφιακό LP το 2013). Γενικώς, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία γι’ αυτό το… νεοψυχεδελικό γκρουπ (ούτε στο χειροπιαστό CD τους, ούτε στο bandcamp τους), καθώς το μόνο που ξέρουμε για ’κείνους είναι πως οι στίχοι τους είναι γραμμένοι από κάποιον Simon Mead. Τέλος πάντων… ας πάμε στο άκουσμα.
Το “Words of Prey” περιέχει εννέα κομμάτια μικρής και μέσης διάρκειας. Είναι ένα άλμπουμ με κάποια (ηχητικά) ψυχεδελικά στοιχεία (αρκετά κατά τόπους), αλλά έτσι όπως είναι τούτα ανακατεμένα με κάτι… indie αναφορές, το τελικό αποτέλεσμα μένει κάπως ξεκρέμαστο. Δεν είναι όμως κακό – σε καμμία περίπτωση.
Το πρώτο, λοιπόν, αυτό άλμπουμ των Dead Mans Eyes ξεκινάει κάπως χαλαρά και σχετικώς αλλοπρόσαλλα, αλλά στο τέταρτο κομμάτι, το “What are you waiting for” δίνει ένα πρώτο peak – μ’ ένα track, που θυμίζει… εντόνως End ή τους κλώνους των nineties και βασικά τους Charlatans. Μέσο τέμπο, πειραγμένα φωνητικά και μια pop αφήγηση για… σεμινάριο. Πολύ ωραίο τραγούδι. Και το επόμενο “This old place” στο ίδιο πάνω-κάτω ύφος κινείται, αν και περισσότερο bluesy – κι αυτό πολύ καλό, και με ωραία οργανικά ντεμαράζ μετά τη μέση. Άλλο ωραίο τραγούδι είναι το “Two dozen eyes”, που έχει τα ίδια περιπετειώδη φωνητικά, αλλά η βάση του είναι folky ή εν πάση περιπτώσει electric-folky, για να ολοκληρωθεί το “Words of Prey” με ακόμη δύο ωραία τραγούδια. Το 2λεπτο κομψοτέχνημα “Robot Sophia” και κυρίως το 5λεπτο “Fire of my own”, που σαν ήχος ανακαλεί στη μνήμη μου κάτι από το δεύτερο άλμπουμ των Βρετανών Kaleidoscope, το “Faintly Blowing” [Fontana, 1969]. Γενικώς, όλο το άλμπουμ ηχεί προς τα εκεί (είπαμε End, Kaleidoscope…) κι αυτό δεν είναι σώνει και καλά κακό…
Πλάκα κάνω
JUNE BUG: A Thousand Days [Atypeek Music / Pied de Biche / Araki Records, 2018]
Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά γι’ αυτό το (καινούριο) σχήμα, που φαίνεται ν’ αποτελείται από την τραγουδίστρια Sarah June και τον Béryl Benyoucef, που παίζει κιθάρες – και ό,τι άλλο ακούγεται στο “A Thousand Days”. Έχοντας πρωτότυπο υλικό να διαχειριστούν, οι June Bug είναι ένα συγκρότημα που θέλει να κινηθεί σ’ ένα χώρο κάπως ιδιαίτερο… κάτι σαν folktronica ας πούμε. Να παρουσιάσουν δηλαδή, πρωτότυπες το ξαναλέω, folk μελωδίες, μ’ έναν τρόπο σύγχρονο. Με πολλές κιθάρες και τα ανάλογα εφφέ, με σύνθια και με ρυθμικό τμήμα κάπως «έτοιμο», αλλά εν πάση περιπτώσει επαρκές. Αν αφήσουμε τα… δευτερεύοντα στην άκρη, το πώς θα ντύσεις την πρώτη ύλη σου δηλαδή, εκείνο που μένει για να αξιολογηθεί είναι η… πρώτη ύλη. Και αυτή είναι εξαιρετική, από ένα σημείο και μετά.
Θέλω να πω πως το συγκρότημα από τη τέταρτο κομμάτι και κάτω αρχίζει να «ανεβαίνει» δίνοντας πραγματικά ωραία τραγούδια –πολύτιμα σχεδόν– όπως το κάπως Barrett-ικό “Mama”, το deep-folk και κάπως paganBy the fire”, το περισσότερο ambient στην αρχή και περισσότερο electro στη συνέχεια “Psychose” (που έχει πάντως θεσπέσια μελωδική γραμμή), το έξοχο pop-folkLet it rest” , το εύθραυστο και κάπως σπαρακτικό “Does it matter”, το… το-ίδιο-καλό για κλείσιμο “Silenced”.
Αν όλα τα κομμάτια ήταν όπως αυτά του… δεύτερου μέρους θα είχα το “A Thousand Days” ως ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που άκουσα έως τώρα  (μέσα στο 2018). Κι έτσι όμως δεν δηλώνω παραπονούμενος…

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

σαν χθες, 3 Ιουλίου 1969, πέθανε ο Brian Jones…

… γι’ αυτό γέμισε το facebook, με αφιερώματα, τραγούδια και φωτογραφίες.
Λοιπόν, για να τα λέμε τα πράγματα ως έχουν.
Γερός μουσικός, με ιδέες, με ψαξίματα, που έφυγε νέος, αλλά ήταν και ψιλομαλάκας…
Ούτε γι’ αστείο τέτοια φωτογραφία.
Ο Brian Jones, με ναζιστο-στολή, και η Anita Pallenberg φωτογραφημένοι για το δανικό περιοδικό Børge τον Δεκέμβριο του 1966