Η
ταινία «Χάππυ Νταίη» σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και με σάουντρακ
συντεθειμένο από τον Διονύση Σαββόπουλο, είναι μία από τις πιο γνωστές του
επονομαζόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. (Όταν αναφερόμαστε στην ταινία θα
την γράφουμε «Χάππυ Νταίη», γιατί έτσι είναι γραμμένη στους τίτλους αρχής, ενώ
όταν αναφερόμαστε στο σάουντρακ θα το γράφουμε “Happy
Day”, γιατί έτσι είναι γραμμένο στο εξώφυλλο του
δίσκου). Λογικά, ταινία και σάουντρακ, ετοιμάστηκαν την άνοιξη και το καλοκαίρι
του 1976, με την πρώτη προβολή να συμβαίνει στις 29 Σεπτεμβρίου εκείνης της
χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του 17ου Ελληνικού Φεστιβάλ Κινηματογράφου
(24 Σεπτεμβρίου-3 Οκτωβρίου).
Η ταινία, κατά γενική ομολογία, ήταν η καλύτερη της διοργάνωσης, γεγονός που θα αποτυπωνόταν στα τρία βασικά βραβεία τα οποία θα ελάμβανε – πρώτο βραβείο ταινίας μεγάλου μήκους, σκηνοθεσίας (για τον Βούλγαρη) και μουσικής (για τον Σαββόπουλο), μαζί με 1η τιμητική διάκριση για τους ηθοποιούς Στάθη Γιαλλελή, Σταύρο Καλάρογλου, Γιώργο Μοσχίδη, Ζωρζ Σαρρή, Κωνσταντίνο Τζούμα, 3η τιμητική διάκριση για τον ηχολήπτη Θανάση Αρβανίτη, συν το βραβείο των κριτικών. Λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1976, το «Χάππυ Νταίη» θα έβγαινε και στις αίθουσες α προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων πρωτεύοντας, με 61.503 εισιτήρια, σε μία από τις χειρότερες, από εισπρακτικής πλευράς, σεζόν στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Το «Χάππυ Νταίη» είχε σενάριο του Βούλγαρη, με τη βασική ιδέα να είναι δανεισμένη από το βιβλίο (μυθιστόρημα) του Αντρέα Φραγκιά «Λοιμός», που είχε κυκλοφορήσει, αρχικά, το 1972 (υπήρχε και μια προδικτατορική απόπειρα έκδοσης από το Θεμέλιο, αλλά δεν ευοδώθηκε λόγω του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου). Ο «Λοιμός» είναι ένα βαρύ και βαθύ βιβλίο, συγκλονιστικό θα το έλεγες, που αναφέρεται στον τρόπο μη-ζωής μιας ομάδας ανθρώπων, σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάτω από ένα καθεστώς βασανιστών. Αν και η χωροχρονική ασάφεια θα βοηθούσε το βιβλίο να ξεπεράσει τη βιαιότητα της κατασταλτικής λογοκρισίας (αφού η προληπτική είχε καταργηθεί, για τα έντυπα, από το τέλος του ’69), παρά ταύτα αυτό θα τυπωνόταν ιδιωτικά και όχι από κάποιον εκδοτικό οίκο. Ίσως γιατί όλοι οι υποψιασμένοι θα αντιλαμβάνονταν πως ο Φραγκιάς αναφερόταν στον Νέον Παρθενώνα, το κολαστήριο της Μακρονήσου –στο οποίο θα υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του στην αρχή της δεκαετίας του ’50–, κάτι που ενδεχομένως να δημιουργούσε θέματα στις εκδοτικές επιχειρήσεις. Όπως διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αντί» [Μάιος 1972], στο οποίο θα δημοσιευόταν απόσπασμα του βιβλίου:
«Το σύρμα. Η σκοπολαμίνη. Οι άσπρες μπλούζες και ο ληξίαρχος με τους νεκρούς του. Ανάμεσά τους οι πολύτιμες μύγες, οι δηλωσιογράφοι, οι ανανήψαντες και οι υπεράνθρωποι πεισματάρηδες. Αυτό το εργαστήριο μαζικής παραγωγής ζωντανών πτωμάτων, στο οποίο αναφέρεται ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά είναι κάτι περισσότερο από εφιάλτης. Κάθε σελίδα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Κάθε στιγμή του πυρωμένο καρφί, που διαπερνά τα μηνίγγια. Όλο μαζί το έργο μια ανελέητη επέμβαση στο νευρικό μας σύστημα, χωρίς την παραμικρή δόση αναισθητικού. Το χειρότερο στην υπόθεση είναι ότι το εργαστήριο αυτό υπήρξε. Μάταιος κόπος. Ο άνθρωπος θα αποδειχτή ακόμη μια φορά πιο δυνατός από το οποιοδήποτε είδος κτήνους. “Η αλήθεια είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν” βεβαιώνει ο συγγραφέας, με τη μία και μοναδική ανάσα που μας επιτρέπει στο τέλος του συγκλονιστικού βιβλίου του. Διαβάζοντας το Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά νιώθεις τα νύχια μιας αδυσώπητης μνήμης να χώνονται βαθειά σε μια πληγή, που μένει πάντα ανοιχτή, που θα μένη πάντα ανοιχτή, τουλάχιστον τόσο, όσο θα στέκη όρθιος ο Παρθενώνας...».
Παρατηρούμε
πως και στο «Αντί» τού ’72 δεν ονοματίζονται οι καταστάσεις (προφανές, και αντιλαμβανόμαστε
το γιατί) –κάτι που δεν θα εμπόδιζε, πάντως, το βίαιο κλείσιμο του περιοδικού, για
την υπόλοιπη ύλη του, αμέσως μετά–, με την τελευταία λέξη (Παρθενώνας) να
μαρκάρει με τον πιο σαφή υπαινιγμό το Μακρονήσι. Αυτό το βιβλίο διάβασε ο
Βούλγαρης κι έχοντας αυτό κατά νου προχώρησε την ταινία του, η οποία, ως καλλιτεχνικό
προϊόν, ανήκει στην πρώιμη μεταπολίτευση.
Το πρώτο που βλέπουμε-διαβάζουμε στο «Χάππυ Νταίη» είναι πως... «ο χώρος της ταινίας ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά», όταν όλοι ξέρουν πως ο χώρος είναι η Μακρόνησος, που σημαίνει πως και ο χρόνος είναι επικαθορισμένος. Γιατί τέτοια σπουδή, για μια ταινία του 1976; – θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Προφανώς, γιατί, ακόμη και το 1976, το κινηματογραφικό έργο πληττόταν βάναυσα από την προληπτική λογοκρισία. Κι επειδή την ταινία του Βούλγαρη την χρηματοδοτούσε επιπλέον το κράτος, μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, ήταν εκείνο που είχε τον τρόπο να επιβάλλει τη δική του κινηματογραφική ασάφεια. Τούτο το λέει καθαρά ο Βούλγαρης, σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του, για την εκπομπή της ΕΡΤ «Έρωτας των Πρώτων Πλάνων» (έρευνα-δημοσιογραφική επιμέλεια: Έλενα Νεοφωτίστου, σκηνοθεσία: Πάνος Κέκας) από το 1997. Όπως εκεί βλέπουμε και ακούμε:
Η συνέχεια
εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/happy-day-h-tainia-toy-boylgari-kai-i-moysiki-toy-sabbopoyloy-50-hronia-meta
Η ταινία, κατά γενική ομολογία, ήταν η καλύτερη της διοργάνωσης, γεγονός που θα αποτυπωνόταν στα τρία βασικά βραβεία τα οποία θα ελάμβανε – πρώτο βραβείο ταινίας μεγάλου μήκους, σκηνοθεσίας (για τον Βούλγαρη) και μουσικής (για τον Σαββόπουλο), μαζί με 1η τιμητική διάκριση για τους ηθοποιούς Στάθη Γιαλλελή, Σταύρο Καλάρογλου, Γιώργο Μοσχίδη, Ζωρζ Σαρρή, Κωνσταντίνο Τζούμα, 3η τιμητική διάκριση για τον ηχολήπτη Θανάση Αρβανίτη, συν το βραβείο των κριτικών. Λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1976, το «Χάππυ Νταίη» θα έβγαινε και στις αίθουσες α προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων πρωτεύοντας, με 61.503 εισιτήρια, σε μία από τις χειρότερες, από εισπρακτικής πλευράς, σεζόν στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Το «Χάππυ Νταίη» είχε σενάριο του Βούλγαρη, με τη βασική ιδέα να είναι δανεισμένη από το βιβλίο (μυθιστόρημα) του Αντρέα Φραγκιά «Λοιμός», που είχε κυκλοφορήσει, αρχικά, το 1972 (υπήρχε και μια προδικτατορική απόπειρα έκδοσης από το Θεμέλιο, αλλά δεν ευοδώθηκε λόγω του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου). Ο «Λοιμός» είναι ένα βαρύ και βαθύ βιβλίο, συγκλονιστικό θα το έλεγες, που αναφέρεται στον τρόπο μη-ζωής μιας ομάδας ανθρώπων, σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάτω από ένα καθεστώς βασανιστών. Αν και η χωροχρονική ασάφεια θα βοηθούσε το βιβλίο να ξεπεράσει τη βιαιότητα της κατασταλτικής λογοκρισίας (αφού η προληπτική είχε καταργηθεί, για τα έντυπα, από το τέλος του ’69), παρά ταύτα αυτό θα τυπωνόταν ιδιωτικά και όχι από κάποιον εκδοτικό οίκο. Ίσως γιατί όλοι οι υποψιασμένοι θα αντιλαμβάνονταν πως ο Φραγκιάς αναφερόταν στον Νέον Παρθενώνα, το κολαστήριο της Μακρονήσου –στο οποίο θα υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του στην αρχή της δεκαετίας του ’50–, κάτι που ενδεχομένως να δημιουργούσε θέματα στις εκδοτικές επιχειρήσεις. Όπως διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αντί» [Μάιος 1972], στο οποίο θα δημοσιευόταν απόσπασμα του βιβλίου:
«Το σύρμα. Η σκοπολαμίνη. Οι άσπρες μπλούζες και ο ληξίαρχος με τους νεκρούς του. Ανάμεσά τους οι πολύτιμες μύγες, οι δηλωσιογράφοι, οι ανανήψαντες και οι υπεράνθρωποι πεισματάρηδες. Αυτό το εργαστήριο μαζικής παραγωγής ζωντανών πτωμάτων, στο οποίο αναφέρεται ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά είναι κάτι περισσότερο από εφιάλτης. Κάθε σελίδα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Κάθε στιγμή του πυρωμένο καρφί, που διαπερνά τα μηνίγγια. Όλο μαζί το έργο μια ανελέητη επέμβαση στο νευρικό μας σύστημα, χωρίς την παραμικρή δόση αναισθητικού. Το χειρότερο στην υπόθεση είναι ότι το εργαστήριο αυτό υπήρξε. Μάταιος κόπος. Ο άνθρωπος θα αποδειχτή ακόμη μια φορά πιο δυνατός από το οποιοδήποτε είδος κτήνους. “Η αλήθεια είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν” βεβαιώνει ο συγγραφέας, με τη μία και μοναδική ανάσα που μας επιτρέπει στο τέλος του συγκλονιστικού βιβλίου του. Διαβάζοντας το Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά νιώθεις τα νύχια μιας αδυσώπητης μνήμης να χώνονται βαθειά σε μια πληγή, που μένει πάντα ανοιχτή, που θα μένη πάντα ανοιχτή, τουλάχιστον τόσο, όσο θα στέκη όρθιος ο Παρθενώνας...».
Το πρώτο που βλέπουμε-διαβάζουμε στο «Χάππυ Νταίη» είναι πως... «ο χώρος της ταινίας ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά», όταν όλοι ξέρουν πως ο χώρος είναι η Μακρόνησος, που σημαίνει πως και ο χρόνος είναι επικαθορισμένος. Γιατί τέτοια σπουδή, για μια ταινία του 1976; – θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Προφανώς, γιατί, ακόμη και το 1976, το κινηματογραφικό έργο πληττόταν βάναυσα από την προληπτική λογοκρισία. Κι επειδή την ταινία του Βούλγαρη την χρηματοδοτούσε επιπλέον το κράτος, μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, ήταν εκείνο που είχε τον τρόπο να επιβάλλει τη δική του κινηματογραφική ασάφεια. Τούτο το λέει καθαρά ο Βούλγαρης, σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του, για την εκπομπή της ΕΡΤ «Έρωτας των Πρώτων Πλάνων» (έρευνα-δημοσιογραφική επιμέλεια: Έλενα Νεοφωτίστου, σκηνοθεσία: Πάνος Κέκας) από το 1997. Όπως εκεί βλέπουμε και ακούμε:
https://www.lifo.gr/culture/cinema/happy-day-h-tainia-toy-boylgari-kai-i-moysiki-toy-sabbopoyloy-50-hronia-meta

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου