Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

HERMES RECORDS σύγχρονη μουσική από το Ιράν

Τον τελευταίο καιρό έφθασε στα χέρια μου μια σειρά ιρανικών CD (αυθεντικών ιρανικών εννοώ) με σύγχρονες «προχωρημένες» μουσικές, παραγωγές της εξαιρετικής εταιρεία Hermes Records. Τα CD εισάγονται στην Ελλάδα από την Recordisc και είναι εξαιρετικής… εξωτερικής ποιότητας. Ο Ramin Sadighi, ιδρυτής της εταιρείας, έχει ως πρότυπο την ECM, έτσι οι παραγωγές του μοιάζουν πολύ (και σε όλα) με τις αντίστοιχες του γερμανικού label. Από μουσικής πλευράς; Το ίδιο ή και… περισσότερο ενδιαφέρουσες!
Η παραπληροφόρηση (ή και η ανυπαρξία πληροφορίας) για τα μουσικά τεκταινόμενα στο Ιράν είναι φοβερή, αφού γράφονται και ακούγονται απίστευτες βλακείες (και όχι μόνο στην Ελλάδα). Παλαιότερα είχα διαβάσει σε αγγλικό έντυπο ή site πως… απαγορεύεται δια ροπάλου οι Ιρανές να ασχολούνται με τη μουσική, ακόμη και αν αυτή είναι παραδοσιακή φυσικά, αν ανοίξεις τα booklets των ιρανικών CD της Hermes θα δεις γυναίκες να παίζουν (και) δυτικά όργανα, απλώς φορώντας τις μαντήλες τους. Τι επιζητούν ορισμένοι, δεν μπορώ να καταλάβω. «Νοσταλγούν» την εποχή του εγκληματία Σάχη, όταν η χώρα εκδυτικοποιείτο δια της βίας, φθάνοντας σε εκτρωματικές καταστάσεις; Αντί να δούμε τα δικά μας χάλια, όπου μας έχουν βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι οι δανειστές, αδιαφορώντας για την απίστευτη, για καιρό ειρήνης, ανθρωπιστική κρίση της ελληνικής κοινωνίας, καθόμαστε και συζητάμε –συζητούν ορισμένοι δηλαδή– για το πώς θα απελευθερωθεί το… ιρανικό underground! Βλέπεις έχουμε πολλή δημοκρατία στον τόπο μας και θέλουμε να κάνουμε κι εξαγωγή… Ρε άιντε από ’κει πέρα... με τα χαϊβάνια...
Κάνω copy-paste δυο βασικά λόγια από το site τής Hermes για τον τρόπο της, πριν προχωρήσω σε μια παρουσίαση των άλμπουμ…
There is no reason for Music. It simply exists. Hermes Records was founded in Winter 1999 aiming to produce and promote modern persian music, discover creative musicians and help artists approach new horizons. While the music industry in Iran is devoting most of its attention to popular and traditional genres, artists from diverse backgrounds have been brought together to explore common understandings and new musical colorings under the slogan Music for Music. The trust of talented persian musicians as well as artists from abroad has helped us walk through this path and continue searching for new ideas”.
HOOSHYAR KHAYAM – Strings – IRAN. Hermes HER-066 – 2012
Γεννημένος στο Λονδίνο το 1978, ο Hooshyar Khayam ανήκει στη νέα γενιά των πιανιστών-συνθετών του Ιράν. Στο άλμπουμ “Strings” παρουσιάζονται έξι έργα του. Ας τα δούμε ένα-ένα. α. “Stained glass” έργο για πιάνο (Julietta Vardanyan) και String Orchestra με κινηματογραφική αφήγηση, που συνδυάζει δυτικά και oriental στοιχεία, με έμφαση στον μελωδικό διάκοσμο, β. “Autumn Sonata”, έργο για βιολί (Lusine Aghababyan) και πιάνο με έντονα λυρικά και ρομαντικά στοιχεία, γ. “Chang”, έργο για τσέλο (Aram Talalyan) και πιάνο, κατά βάση μια συνομιλία πιάνου-τσέλου, όπου εκτός από τον λυρισμό ανιχνεύεται και πειραματική διάθεση με στοιχεία jazz-improv στο “Movement II”, δ. “Concerto for Cello and String Orchestra”, ένα μεγαλειώδες έργο, με βαθιά παιξίματα στο τσέλο (στο “Movement II” ακούμε αραβική κλασική μουσική), ε. “Winter Sonata”, μελωδικό για τσέλο και πιάνο, ωραίο αν και κάπως παλιομοδίτικο και στ. “A Proper Opening” (για String Quintet) ένα αλέγκρο και οπωσδήποτε ευχάριστης διάθεσης έργο. Το άλμπουμ είναι ζωντανά ηχογραφημένο στο Komitas Chamber Music Hall, τον Μάρτιο του 2010, στο Yerevan της Αρμενίας.
SAHBA AMINIKIA – Miniatures – IRAN. Hermes HER-067 – 2012
Γεννημένος το 1981 στην Τεχαράνη ο Aminikia σπούδασε μουσική στη Ρωσία, στην Πόλη του Αγίου Πέτρου και αργότερα στην Αμερική (εκεί που σήμερα ζει). Το “Miniatures” είναι ένα άλμπουμ έξι συνθέσεων. Το “Pro Patria” (ακούγεται το New Music Ensemble of the San Francisco Conservatory of Music) διακρίνεται για την αγχωτική εξέλιξή του. Στο “One day: Tehran-String Quartet No. 2” για δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο, έχουμε κατά βάση ένα κουαρτέτο εγχόρδων, που δημιουργεί μία μουσική δωματίου με αναφορές στον Béla Bartók. Στο “Elegy”, το λέει και η λέξη, έχουμε να κάνουμε με μια ελεγεία αφιερωμένη στα 60 Αφγανόπουλα που σκοτώθηκαν από τους Αμερικανούς τον Αύγουστο του 2008 σ’ ένα χωριό, κατά τη διάρκεια μιας αεροπορικής επιδρομής. Βιόλα και τσέλο, σε βαριά, πένθιμα μοτίβο. Η “Suite for just steel guitar” με τον Elliot Simpson στο γλυκόλαλο όργανο, είναι ό,τι πρέπει για τους λάτρεις του οργάνου, αλλά και για όσους γουστάρουν να ανιχνεύουν σε τέτοιου είδους μουσικές blues ή και… ρεμπέτικες κλίμακες. Οι “Miniatures” είναι συντεθιμένες και παρουσιασμένες για βιολί και πιάνο. Πρόκειται για ένα εύθυμο έργο, από το οποίο λείπουν μόνο τα λόγια για να ήταν τραγούδι. Στο “Reng” τέλος ακούμε τον Sahba Aminikia να αυτοσχεδιάζει στο πιάνο.
FAROKHZAD LAYEGH – Sus-Septed Tempus – IRAN. Hermes HER-068 – 2012
Στο CD ακούμε τον Arsalan Kamkar σε βιολί, βιόλα και τον Farokhzad Layegh σε τσέλο. Οι τίτλοι των κομματιών είναι τα επτά Tempus (I-VII), με bonus track το 9λεπτο “Enunciation in the age of distress” (ένα κομμάτι για String Quartet). Όπως λέει και ο ίδιος ο Farokhzad Layegh… το “Sus-Septed Tempus” αποτελεί μια προσπάθεια εισαγωγής πολλών διαφορετικών στοιχείων στο κυρίως σώμα της ιρανικής κλασικής μουσικής. Αν τα παραδοσιακά ιρανικά όργανα συμβόλιζαν κάποτε την στρατηγική της πνευματικής απελευθέρωσης, εδώ τον ρόλο αυτό επωμίζεται ένα δυτικό κουαρτέτο εγχόρδων. Πρόκειται για ένα έργο εντυπωσιακό, μελοδραματικό, με φοβερά παιξίματα στο τσέλο και θεσπέσιες αραβικές μελωδίες, έντονο και δυναμικό.
PEYMAN YAZDANIAN – Echoes from Distand Lands – IRAN. Hermes HER-069 – 2012
Πρόκειται για συλλογή κινηματογραφικών μουσικών του σπουδαίου συνθέτη Peyman Yazdanian. Τα tracks 1-8 αφορούν στην ταινία Buddha Mountain (σκηνοθεσία του Κινέζου Li Yu, από το 2010). Η μουσική είναι γραμμένη για τσέλο, κιθάρα, πιάνο, σύνθια και string section (με τον ίδιο τον Peyman στο πιάνο και τα πλήκτρα). Εντυπωσιακές μουσικές, ατμοσφαιρικές, με πλέρια ρυθμικά στοιχεία, πλούσιες στις ενορχηστρώσεις τους και με την «ικανότητα» να δημιουργούν εικόνες. Τα tracks 9-14 αφορούν στην ταινία Summer Palace (μια κινεζογαλλική παραγωγή του 2006 σε σκηνοθεσία Lou Ye). Κι εδώ δύο βιολιά, βιόλα τσέλο, ντραμς, φωνητικά, κιθάρα και πιάνο δημιουργούν το σύνολο των ηχοχρωμάτων. Πένθιμη μουσική (θυμίζει κάπως τα soundtracks της Ελένης Καραΐνδρου για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου), απλωμένες μελωδίες, μεσογειακές αναφορές κι ένα mid-tempo track στη μέση (“Summer palace 4”) που λέει πολλά. Τα tracks 15-21 σχετίζονται με την ταινία Spring Fever (επίσης κινεζογαλλική παραγωγή του 2009 σε σκηνοθεσία Lou Ye) που κέρδισε το Golden Horse για το Best Original Soundtrack στο Taiwan International Film Festival το 2010. Τσέλο, όμποε, κλαρινέτο, μελόντικα, ντραμς, κρουστά, πιάνο, σύνθια σε έξοχους συνδυασμούς. Εδώ το όμποε κάνει τη διαφορά, ενώ και κάτι κρουστά που ακούγονται σαν zither (με παραδοσιακές κινέζικες αναφορές) δίνουν άλλο τόνο στην ηχογράφηση. Οι μελωδίες επίσης είναι εμπνευσμένες, τα drums ενίοτε ακούγονται σαν σε dub recording(!), την ώρα που οι λίγες νότες πιάνου και το γενικότερο αίσθημα αφήνουν κάτι από Vangelis. Τα tracks 22-27 επενδύουν το φιλμ Forbidden Chapter (ιταλογαλλική παραγωγή του 2006 σε σκηνοθεσία Fariborz Kamkari). Πρόκειται για εγγραφή από το Dohol Studio της Τεχεράνης για δύο βιολιά, βιόλα, τσέλο, daf και πιάνο. Η μουσική θυμίζει κάπως εκείνη του Buddha Mountain, χωρίς όμως τα ρυθμικά στοιχεία
NIMA A. ROWSHAN, ARDAVAN VOSSOUGHI – Silence-Rest – IRAN. Hermes HER-070 – 2012
Το άλμπουμ περιλαμβάνει συνθέσεις των Nima A. Rowshan και Ardavan Vossoughi. Το “Dark Clouds” (για piano quintet) του Rowshan είναι ένα ευχάριστο κομμάτι, με το πιάνο σε ρόλο περιγραφικό και με τα έγχορδα να μελωδούν, ενώ το “String Quartet No.1” έχει περισσότερη περιπέτεια εντός του. Minimal αλλού, αλλού με κάποιες πειραματικές νύξεις, μου έφερε στο νου την «Κάθοδο των Εννέα» του Μιχάλη Χριστοδουλίδη (λόγω βιόλας; – ίσως). Φοβερό το τελευταίο ρυθμικό μέρος (κάπως σαν… Χριστόδουλος Χάλαρης της παλιάς εποχής). Το “Development of Silence” (για String Quartet) του Ardavan Vossoughi είναι αφιερωμένο στον Giya Kancheli (ένα ατμοσφαιρικό, πομπώδες, σαν προσευχή θέμα, με… θεόπνευστη αφήγηση), ενώ το “Pairika” (για guitar quintet) είναι ένα παράξενο track με κιθαριστικά… clusters, υπέροχα κλασικά ηχοτοπία α λα De Falla, strings κρεσέντα, αραβο-ισπανικές αναφορές, και όλα τούτα χωρίς να χάνεται το, μόνιμο, λυρικό υπόβαθρο.
NIK BARTSCH’S RONIN – Rea – IRAN. Hermes HER-071 – 2012
Πρόκειται για την επανέκδοση ενός παλαιότερου ελβετικού CD των σπουδαίων Nik Bärtschs Ronin από το 2004 (για το “Rea” ο λόγος), λίγο πριν το γκρουπ υπογράψει με την ECM. Συμμετέχουν οι: Nik Bärtsch πιάνο, fender rhodes, Björn Meyer μπάσο, Andi Pupato κρουστά, Kaspar Rast ντραμς και Sha μπάσο κλαρίνο (ακούγονται όμως κι άλλα όργανα). Λίγα λόγια για τα πέντε tracks. Το “Modul 27” (10:05) είναι ένα μονότονο, minimal κομμάτι, με ανεπαίσθητα γεμίσματα από το μπάσο κλαρίνο (σχεδόν όλα τα όργανα είναι ρυθμικά) και με guests τους Thomy Geiger τενόρο σαξόφωνο και Michael Gassmann τρομπέτα. Στο “Modul 22” (16:38) προσέχουμε την κρουστή εισαγωγή, τα αργά γεμίσματα με… κάτι σαν έγχορδα, αλλά και μετά τα τρεισήμισι λεπτά την κιθάρα, που συμπλέει με μια βραζιλιάνκη ρυθμολογία. Το “Modul 18” (6:45) είναι ένα ατμοσφαιρικό, minimal track, στο οποίο πρωταγωνιστούν τα πλήκτρα. Στο “Modul 26” (18:14) η εισαγωγή και το ρυθμικό τμήμα παραπέμπει σε bossa. Έχουμε επίσης κρουστά γεμίσματα, αργή αλλά μαγική ανάπτυξη με minimal piano playing – και βεβαίως, εδώ, είναι μεγάλη η συμβολή των κρουστών και του μπάσου (με τις επαναλαμβανόμενες φράσεις τους). Το “Modul 23” (12:35) είναι ίσως το πιο… light κομμάτι του CD, αν και στηρίζεται κι αυτό στη ρυθμική επαναληπτικότητα, παρουσιάζοντας ένα σχεδόν fusion κλείσιμο με το fender Rhodes μπροστά.
Αυτά…  για μιαν εταιρεία με συνεχείς παραγωγές και αναμφισβήτητο ενδιαφέρον.
Τα CD της Hermes μπορείτε να τα βρείτε στο δισκοπωλείο Art Nouveau στα Εξάρχεια, e-mail: psynkont@otenet.gr

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ ο αφανισμός των νοικοκυραίων

Ο απροσδόκητος, βίαιος χαμός του Μένη Κουμανταρέα με «ανάγκασε» να κατεβάσω ξανά από τη βιβλιοθήκη ένα από τα πιο αγαπημένα μου ελληνικά πεζογραφήματα, τη συλλογή διηγημάτων Τα Καημένα, που εκδόθηκε για πρώτη φορά στον Κέδρο το 1972. Από ’κει άρχισα να ξεφυλλίζω διαβάζοντας με μια δόση άγχους το εκπληκτικό, πυρετικό Άγια Κυριακή στο Βράχο, ένα από τα πιο… αιματοβαμμένα αφηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Κουμανταρέας ήταν θαυμαστής του Edgar Allan Poe (είχε μεταφράσει εξάλλου το A Descent into the Maelström, ως Στη Δίνη του Μάελστρομ) και σ’ αυτό το διήγημά του (στην Άγια Κυριακή…) φαίνεται βαθύτατα επηρεασμένος από το The Narrative of Arthur Gordon Pym of Nantucket, δηλ. την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ. Να πω επίσης πως ένα απόσπασμα από την Άγια Κυριακή στο Βράχο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο καθοριστικό, γιατί όχι και θρυλικό βιβλίο Δεκαοχτώ Κείμενα [Κέδρος 1970] – ένα βιβλίο που συνδέθηκε με το γενικότερο πνεύμα αντίστασης προς τη δικτατορία. Η ναυτική να-την-πούμε ιστορία του Κουμανταρέα, που μπορεί σε κάποιους να θυμίσει την ταινία The Fog (1980) του John Carpenter ή τη νουβέλα The Mist (1980) του Stephen King, για να μη μιλήσω για τα ζόμπι του George Romero –εμένα με παραπέμπει και στην ανατριχιαστική ιστορία The Upper Berth (1894) του Francis Marion Crawford, που την διάβασα κάποτε ως Η Πάνω Κουκέτα σ’ ένα βίπερ της Ωρόρα σε μετάφραση Γιώργου Μπαλάνου– είναι ένα απροσδόκητο, όσο και ελληνικότατο, διήγημα τρόμου, που πάντα θα λειτουργεί και σ’ ένα συμβολικό επίπεδο.
«Ένα τσούρμο παλιοί ναυτικοί, κουτσοπίνοντας ένα βράδυ σ’ ένα καπηλειό, διηγούνται μια παράξενη ιστορία: το πώς, κάποτε, ένα τσούρμο θεατρίνοι πήγαν σ' έναν τόπο, που μπορεί να ’ταν η Λήμνος, η Χαλκιδική ή η άγρια Μάνη, να δώσουν μια παράσταση για τους νοικοκυραίους· το πώς αντίς για την παράσταση, έδωσαν μια άγρια κι αιματόβρεχτη γιορτή· το πώς, μέσα απ’ όλους τους νοικοκυραίους, γλίτωσε ένα κορίτσι μόνο, η Αγερινή, που στο κατόπι μπάρκαρε κι αυτή κρυφά, παίρνοντας μέρος σ’ άλλες παραστάσεις, το ίδιο άγριες κι αιματόβρεχτες...».
(...)Την καρδιά της νύχτας να σχίζει ένα καράβι· απ’ όπου κι αν το κοίταγες έμοιαζε κάστρο ετοιμοπόλεμο, το κάθε ξάρτι σπαθί υψωμένο, κι οι μάσκες της πλώρης, βοηθώντας το σκοτάδι, άδηλες μες στα που μέλλονταν. Κι όπως το καράβι άραζε σβηστό σε νέκρα, άξαφνα απ’ την κουβέρτα, τη γέφυρα, υψώθηκαν παντού φλόγες πυρσοί κι αντάμα σάλπισμα βουερό που έσχιζε την ακοή και βύθιζε την ψυχή σε αγωνία. Κι όπως ανοίγει μια αυλαία, έτσι και οι αιώρες ξεκρεμάστηκαν ψηλά απ’ τα ξάρτια και μεμιάς σ’ ανεμόσκαλες μεταμορφώθηκαν με γάτζους σκαλώνοντας στην προκυμαία. Και πλήθος ντυμένοι πανοπλίες, δόρατα και περικεφαλαίες βάλθηκαν να κατεβαίνουν.
Κατηφόριζαν μυρμηγκιές από δαύτους, άλλοι κρεμάμενοι από τα παλαμάρια κι άλλοι ένα με τα σκαλιά τρέχοντας και με φωνές τραχιές που άλλα στη γλώσσα τους σήμαιναν κι άλλα στη δικιά μας. Στο μεταξύ στην παραλία ο κόσμος να στέκει βουβαμένος, μιας κι έργο πολεμικό κανείς τους δεν περίμενε και μάλιστα με περισσό ρεαλισμό παιγμένο, που έκανε μες στις βελάδες και τα βαριά βελούδα τις καρδιές να σφίγγουν. Και σαν για να διαλύσει και τη στερνή ελπίδα, από το μεσιανό φλόκο ανέβηκε λαχανιαστή και στάθηκε ψηλά νεκρολογώντας, η σημαία του καραβιού.
Κι ευθύς όσοι από τους θεατές, εκείνοι που πρώτοι στέκονταν στη σειρά, ένιωσαν τα σπαθιά να τους αγγίζουν, ύστερα να τους περνάν, έσυραν τη φωνή. Ακολούθησε θρήνος γενικός που τον έπνιγαν η κλαγγή των όπλων κι ο χτύπος τής μιας ασπίδας πάνω στην άλλη, καθώς όλες προχωρούσαν σε μέτωπο, ολοένα συγκλίνοντας απ’ τα πλάγια σε σχέδιο σατανικό. Κι όσοι πάσχιζαν να ξεφύγουν απ’ τη μια φάλαγγα, παρευθύς έπεφταν πάνω στην άλλη, καταντώντας μεταξύ τους να συγκρούονται, ο ένας στον άλλον πάνω ρίχνοντας μούτρα παραμορφωμένα απ’ την τρομάρα. Κι όσοι πάλι ξεγλιστρώντας κατόρθωναν να το σκάνε, με τα τέσσερα έτρεχαν να σωθούν κατά τα πρώτα σπίτια. Όμως απ’ τα παράθυρα ειδοποιημένοι οι προνομιούχοι των θεωρείων, είχαν φροντίσει κιόλας με τις αμπάρες τις πόρτες ν’ ασφαλίσουν. Κι όσο κι αν άκουγαν χτύπους και φωνές δεν έλεαν ν’ ανοίξουν σε κανέναν, ας ήταν γι’ αδέρφι, για παιδί, μάνα είτε πατέρα. Κι εδώ ταιριάζει η παροιμία· στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα.
Κι όσοι πάλι απ’ τους Βραχιανούς στις βάρκες πρόσφευγαν, ώσπου να λύσουν κάβο και να ξανοιχτούν, τους πρόφταναν αναμμένοι δαυλοί που στριφογυριστοί απ’ το καράβι εκτόξευαν οι θεατρίνοι, κι έβλεπες τις βάρκες στον αέρα να τινάζονται, σκορπώντας αδιάκριτα κομμάτια ξύλο και σάρκα. Και σαν για να τονίσει σε θρίαμβο τη σφαγή, το αίμα κοχλακιστό πηδούσε συντριβάνι, κι ήταν οι φωνές στριγγές κι άλλες βραχνές, ανάλογα το λεπτό, την ώρα.
Κι ολοένα δρόμο το δρόμο, σκαλί την ανηφόρα οι κουρσάροι, μιας κι είναι καιρός πια να τους πούμε με τ’ όνομά τους, ξεχύνονταν κι αφάνιζαν τους νοικοκυραίους. Τους άντρες σκότωναν επί τόπου, τις γυναίκες έπιαναν σκλάβες, και σαν καμιά έμορφη πολύ της έκοβαν τις ρόγες και καρφωμένες στα δόρατα πάνω προχωρούσαν τροπαιούχοι.(…)
Καίγονταν σπιτικά, σώνονταν ζωές, κι οι γριές κατάκοιτες κι οι γέροι ραχητικοί αφανίζονταν και με τα ροκανίδια πλάγιαζαν σε φριχτή συντέλεια της σάρκας. Κι ήταν το θέαμα της πολιτείας μελανό και κόκκινο σαν πρησμένο κορμί από κακιά αρρώστεια κι ο ουρανός μπλάβος και στυγνός κι έβρεχε ασταμάτητα φωτιά και αίμα κι η σκηνή όλη θόλωνε σαν λάμπα απ’ την αθάλη.
Κι έμοιαζαν ανοιγμένες οι ρομφαίες τ’ ουρανού, κι έτρεχαν λογιώ-λογιώ τέρατα άλλα με φτερά, άλλα με ρόδες πάνω ή δεκανίκια, και μέδουσες, και σφίγγες και πληγές λεπρών κι αφροδίσια, και κροτούσε μουσική από τα έγκατα της γης κι αλάλαζαν κύμβαλα, σκύμβαλα κι άλλα τούμπανα της φρίκης.
Κι όλοι περίμεναν πως απ’ ώρα σ’ ώρα θα σχίζονταν ο έβδομος από τους ουρανούς και τρομερό θα φανερωνόταν το Πλάσμα που κυβερνούσε τυφλά πάνω στους τυφλούς. Όμως τέτοιο σχίσμα δεν έλεε άλλο ν’ ανοίξει, παρά ήταν από τ’ αρχαία χρόνια στομωμένο πίκρες και ρόζους και χαλάσματα και μόνη η πνοή της καταστροφής αντηχούσε στείρα, σπέρνοντας την ορφάνεια, τη λαγνεία, λογιώ-λογιώ καταδίκες σε δίκαιους πάνω κι άδικους, άδικα μοιρασμένες, γι’ αυτό και χρεία καμιά να πάρει τέλος ένας τέτοιος ξολοθρεμός για ν’ απαλύνει.(…)
Κι όταν πια η καταστροφή καταλάγιασε κι η όψη των αιματόβρεχτων κουρσάρων πήρε να μερεύει, ένας-ένας, ύστερα όλοι μαζί σα ταχτικός στρατός πήραν το δρόμο της επιστροφής κι έμεινε η πολιτεία γυμνή σε φρίκη. Τι ήταν σκοτάδι πίσσα, καθώς πολλοί απ’ τους πυρσούς σβηστοί, αλλιώς θάχαν να δουν τα μάτια σας τόσα κορμιά και τόσο φριχτά βουτηγμένα στο αίμα τους καθώς και στο αίμα των διπλανών, που θα τρελαίνονταν τα μάτια σας, θα σάλευε το λογικό σας. Γιατί μόνο σε βιβλία κρατιούνται τέτοιοι λογαριασμοί κι αυτοί αναιμικοί, μιας και σπάνια βρίσκει κανείς το κουράγιο σωστούς να τους κρατάει.(…)
Τέτοια περίπου στάθηκε, όπως μας κληροδοτήθηκε, κι όπως μέσα από το κυανοκυάλι πέρασε του ξένου καραβιού, η παράσταση που δόθηκε από τους θεατρίνους στη ναυτική πολίχνη που ονομάσαμε Βράχο, μια Κυριακή στις οχτώμιση το βράδι.

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

KARLHEINZ STOCKHAUSEN κόσμος

Το αφιέρωμα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών την Κυριακή 7/12 στον Karlheinz Stockhausen (1928-2007), τον συνθέτη που σφράγισε με τη μουσική του το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο (16:00-20:30) θα αναπτυχθούν ποικίλες δράσεις σε όλους τους χώρους του κτηρίου με ελεύθερη είσοδο –οι δράσεις αφορούν στη μετάδοση ηλεκτρονικών έργων του Stockhausen σε τετράφωνη εκδοχή, έκθεση παρτιτούρων, βιβλίων και τεκμηρίων, προβολές ταινιών κ.λπ.–, ενώ στο δεύτερο (21:00) θα παρουσιαστούν χαρακτηριστικά έργα του στη Μικρή Σκηνή, από σολίστες και σύνολα (6daEXIt Improvisation Ensemble, Open Score Project, Σύνολο Πειραματικής Μουσικής του Μουσικού Λυκείου Παλλήνης).
Δεν είναι εύκολο να προσεγγιστεί, με απλές γραμμές, η «περίπτωση Stockhausen», επειδή το έργο τού φυσικού ηγέτη της Σχολής του Darmstadt είναι και τεράστιο, απλωμένο σε περισσότερο από 50 χρόνια προτάσεων και δράσεων, και πολλάκις επιδραστικό, όχι μόνο στο χώρο της «σύγχρονης μουσικής» και της πρωτοπορίας (ηλεκτρονικής ή άλλης), μα ακόμη και σ’ εκείνο της ποπ. Και τούτο, το τελευταίο, είναι επίσης σημαντικό.
Για παράδειγμα δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός πως ο Stockhausen υπήρξε μία από τις «εικόνες» των Beatles, όταν οι Βρετανοί άρχισαν να αλλάζουν την κατεύθυνση της δικής τους μουσικής και κατ’ επέκταση ολάκερης της ποπ, μετά τα μέσα του ’60, τιμώντας τον όχι μόνο με την παρουσία του στο εξώφυλλο του «Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band» (1967), αλλά και με τις ολοφάνερες αναφορές στη μουσική του στο «A day in the life» και στο «Revolution 9» (από το «White Album»). Επίσης ο Frank Zappa και οι Mothers of Invention μνημονεύουν το όνομά του στο μέσα μέρος του cover του «Freak Out!» (1966), ως έναν από τους ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής τους, ενώ στο μίνι βιογραφικό του Pete Townshend των Who στο οπισθόφυλλο της αμερικάνικης έκδοσης του «Happy Jack» (1967) διαβάζουμε: «He is very talented musician and an outspoken person with an interest in Stockhausen, brandy and painting». Περαιτέρω οι αναφορές στη μουσική του από τους «ήρωες» του ’60 (Jefferson Airplane, Grateful Dead…), μέχρι τον Aphex Twin και την Björk και βεβαίως η καθοριστική συμβολή του στη γέννηση και την εξέλιξη του krautrock συνηγορούν και αυτές στην πλατιά επίδραση και σημασία του έργου του.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/53644

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ πού να γυρίζεις

Κείμενα-σχέδια: Κώστας Σπανάκης, από το περιοδικό Πολιτιστική (Έκδοση του Συλλόγου Υπαλλήλων Εθνικής Τράπεζας), αριθ.16, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 1987

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

DELFEAYO MARSALIS ο τζέντλεμαν του Νότου

Η οικογένεια Marsalis (ο πατέρας Ellis, τα αδέλφια Delfeayo, Branford, Wynton και Jason) έχει πάρει επ’ ώμου την jazz στην Αμερική, υπογράφοντας από καιρού εις καιρόν projects, τα οποία ξεφεύγουν από τον τύπο τού «ενός ακόμη» τζαζ άλμπουμ. Αυτά τα τρανά κάπως σχέδια (άκου ας πούμε το προπέρσινο “The Music of America” του Wynton Marsalis) επιχειρούν να μεγαλύνουν το πνεύμα της jazz, μ’ έναν τρόπο… ευρωπαϊκό (αναφέρομαι στην λογική αναλόγων θεματικών άλμπουμ σχετικά με την λεγόμενη «κλασική μουσική»). Τούτο ενέχει έναν μικρό «κίνδυνο» (το λέω όντας εξ αποστάσεως και με πάσα προσοχή). Να μετατοπιστεί η jazz, από ένα πρώτο και… τελευταίο λαϊκό επίπεδο, σ’ ένα αστικό – εκείνο της μεγάλης αίθουσας και της κοσμικής σάλας. Φυσικά, αυτός ο «κίνδυνος» δεν είναι τωρινός, αφού φαίνεται πως «τρώει» τα σωθικά τής Μεγάλης Μαύρης Μουσικής σχεδόν από το ξεκίνημά της, με την… ευγενή κόντρα το χαμαιτυπείο, το juke joint και το club από την μια μεριά και η πολυτελής σκηνή, η σάλα και το χωλ από την άλλη να παίρνει διαστάσεις «θρύλου» μέσα στα χρόνια, τροφοδοτώντας απειράριθμες κουβέντες. Κάπου, όμως, οι κουβέντες έχουν κι ένα όριο, καθότι όταν μιλούν οι… Μαρσάληδες, πολλοί από ’μας αξίζει να σωπαίνουν. Τι να πεις δηλαδή γι’ αυτούς τους ανθρώπους που παίζουν έναν αιώνα σχεδόν τη μουσική του τόπου τους, της Νέας Ορλεάνης; Είναι κάτι σαν τους Χαλκιάδες με τα ηπειρώτικα, ή σαν τους Ξυλούρηδες με τα κρητικά. Ό,τι πράττουν, το πράττουν με γνώμονα την αξία τής δικής τους μουσικής, αλλά και με την διαρκή αγωνία τους οι ήχοι που μεγάλωσαν μαζί τους να παραμείνουν πάντα ανθισμένοι καθώς θα πορεύονται στο χρόνο. Ok, για ’μας τους απέξω οι «κίνδυνοι» μπορεί να υπάρχουν, το να μετατραπεί η jazz δηλαδή σ’ ένα θέαμα «για όλη την οικογένεια» (αντιλαμβάνεστε πώς το λέω) – παρότι ούτε αυτό ευσταθεί από την στιγμή που θα ξεκινήσει η μουσική και θα σταματήσεις (για λίγο) να σκέφτεσαι. Γιατί, τότε, η μαγεία που θα ξεχειλίζει από τ’ αυλάκια των δίσκων ή τα CD των «Μαρσάληδων» θα έρχεται να καλύψει κάθε μικρή ή μεγαλύτερη αμφιβολία.
Ξεφυλλίζω λοιπόν (εννοώ διαβάζω το ένθετο και τα κείμενα στο multi-folded εξώφυλλο) και ακούω ταυτοχρόνως το τελευταίο άλμπουμ του άσσου τρομπονίστα Delfeayo Marsalis, που έχει τίτλο The Last Southern Gentlemen [Troubadour Jass Records, 2014] και το οποίον περιλαμβάνει στάνταρντ και πρωτότυπα ερμηνευμένα από ένα γκρουπ με τον ίδιον τον Delfeayo επικεφαλής και ακόμη τον 80χρονο πατέρα του Ellis Marsalis στο πιάνο, συν τους John Clayton και MarvinSmittySmith σε μπάσο-ντραμς αντιστοίχως.
Η μουσική του “The Last Southern Gentlemen” είναι αυτό που λέμε «τέλεια». Είτε μιλάμε για τις διασκευές (“Autumn leaves”, “But beautiful”, “Speak low”, “I cover the waterfront”…), είτε για τα πρωτότυπα εκείνο που εντυπωσιάζει είναι το… ανακαινισμένο παλαιικό πνεύμα που ξεχειλίζει από την εγγραφή. Δεν λέω πως ο γέροντας Ellis είναι εκείνος που κανονίζει την… ταχύτητα του session, είναι όμως σίγουρο πως οι υπόλοιποι τρεις πράττουν ό,τι περνάει από τα χέρια και από… το στόμα τους, προκειμένου να δημιουργήσουν μιαν ατμόσφαιρα θαυμάτων. Το άλμπουμ επιβάλλεται δια των αργών ρυθμών του, με τα υπέροχα soli στο τρομπόνι του Delfeayo (είναι σκέτη απόλαυση να τον ακούς, σ’ αυτό το απίθανο όργανο), το μεστό/διακριτικό παίξιμο τού πατέρα, και βεβαίως το λεπταίσθητο rhythm section (που όταν θέλει, σε μια-δυο φάσεις, μπορεί και ν’ αγριέψει – “Sesame street”). Ενδιαφέρουσα, όμως , δεν είναι μόνον η μουσική που ακούγεται στο “The Last Southern Gentlemen” (η μελωδία του “Autumn leaves”, ενός τόσο κλασικού κομματιού, λίγες φορές ξεχύνεται με τόσο αίσθημα) είναι και το όλον πακέτο με τις κοινωνιολογικές/ αισθητικές και άλλες τινές σημειώσεις του Delefayo (μια επίτομη προσέγγιση του κοινωνικού melting pot του αμερικανικού νότου… και μέσα από προσωπικές αναμνήσεις/εμπειρίες, αλλά ταυτοχρόνως και μια οριζόντια ενοποιητική αντίληψη της ίδιας της ιστορίας της jazz), που αναβιβάζουν τη συγκεκριμένη έκδοση στο επίπεδο του «έργου».
Το είπα και στην αρχή. Η οικογένεια Marsalis το έχει πάρει «προσωπικά» το θέμα με την ρίζα και την ιστορία της jazz, είναι αλήθεια αυτό… αν και –κι αυτό το ξαναλέω τι μπορεί να προσάψεις σε κάποιον που μεγάλωσε με τη μουσική του τόπου του (Νέα Ορλεάνη) και που επιθυμεί (αυτή την ίδια μουσική) διακαώς να την προβάλλει;
Επαφή: www.dmarsalis.com

i'd m thfft able – KOSTADIS

Όπως με πληροφόρησε, μέσω ενός δελτίου Τύπου, πριν από λίγες ημέρες ο Νικόλας, σχετικώς με δύο ενδιαφέροντα live…
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 
i'd m thfft able Live + KOSTADIS Live @ Space Under (Εξάρχεια). Ώρα έναρξης 20:00, Eίσοδος: 4Eυρώ 
Σάββατο 6 Δεκεμβρίου
i'd m thfft able Live + Mamaluma Live @ 1ος όροφος (Θεσσαλονίκη). Ώρα έναρξης 21:00, Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά 
O i'd m thfft able, κατά κόσμον Scot Spear, είναι ένας φουτουριστικός ρακοσυλλέκτης-ράπερ από το Portland του Maine. Εργαζόμενος στο εκκεντρικό δισκοπωλείο Strange Maine τα τελευταία χρόνια, ο i'd m thfft able αποτελεί μία ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού, ανακατεύοντας στα κομμάτια του musique concrete, sound art και improv. Οι ζωντανές εμφανίσεις του είναι απρόβλεπτες καθώς ο ίδιος αναδεικνύει ασυνήθιστες μορφές έκφρασης, όπως τραυλίσματα, κεκεδίσματα και λοιπές εκφράσεις γλωσσολαλιάς σε ατόφια εργαλεία σύνθεσης. Με μεγάλη δισκογραφία (CDr, κασέτες, LP, DVD) στις ετικέτες RRR, White Tapes, Chocolate Monk, Don’t Trust The Ruin, ORL αλλά και στη δική του Mang-Disc, ο i'd m thfft able κατασκευάζει ένα διαχρονικό σύμπαν ολότελα δικό του, στη δική του χώρα, το Kraagistan. 
Στο τέλος της συναυλίας θα γίνει κλήρωση για τη μία και μοναδική έκδοση 10ιντσου βινυλίου “i'd m thfft able (ft. Snoop Cat) - Don't Cha”. Πριν την συναυλία θα γίνει προβολή επιλεγμένου βίντεο υλικού του i'd m thfft able στο υπόγειο του Space Under (20.00 - 20.45).
O Κωσταντής Μιχαήλ (KOSTADIS) έζησε την παιδική του ηλικία στα Άσπρα Σπίτια και τώρα ζει στην Αθήνα. Είναι αυτοδίδακτος πολυοργανίστας με βασικό όργανο την κιθάρα. Ενεργό μέλος των Lost Bodies, Wham Jah, Ta Kavouria Tis Frikis, έχει συνεργαστεί με πολλούς μουσικούς και σχήματα όπως τα In Trance 95, Masine LIke Koma, Duke Abduction. Τον τελευταίο χρόνο ασχολείται με το κινηματογραφικό project “Two Thousand Places”, ετοιμάζοντας τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο ως KOSTADIS.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ο μέγας τραγουδοποιός ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ

Είναι αλήθεια πως όλα αυτά τα χρόνια δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να πω λίγα λόγια παραπάνω για τον Νικόλα Άσιμο, έναν καλλιτέχνη το έργο του οποίου εκτιμώ σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Τον Νικόλα Άσιμο τον «γνώρισα» στις αρχές της δεκαετίας του ’80, διαβάζοντας, πρώτα, στίχους του σε βιβλίο. Στην πορεία αγόρασα τον «Ξαναπέ» σε κασέτα αρχικώς και εν συνεχεία σε βινύλιο όταν πρωτοβγήκε (1982), ενώ στα μέσα της δεκαετίας του ’80 είχα αγοράσει «παράνομες» κασέτες του από τον ίδιον, ενώ τον είχα δει κιόλας «ζωντανό» στο Rodeo, τον χειμώνα του ’86… Στην πορεία, εννοείται, αγόρασα τις περισσότερες από τις μεταθανάτιες κυκλοφορίες των τραγουδιών του, διάβασα κείμενα και βιβλία που είχαν γραφτεί για ’κείνον ή από ’κείνον… έχοντας εν τέλει, σήμερα, την πεποίθηση (ας το πω έτσι) πως γνωρίζω μέσες-άκρες, τι περίπου ήταν ο Νικόλας Άσιμος. Λέω «μέσες-άκρες» και «περίπου», γιατί είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις, ούτως ή άλλως, την πορεία ενός ανθρώπου με λίγες λέξεις (πόσω μάλλον του Άσιμου) σ’ ένα καλλιτεχνικό διάστημα δεκαπέντε και πλέον ετών (από τα πρώτα χρόνια του ’70 δηλαδή, έως και τον πρόωρο θάνατό του, στα 39 του, το 1988). Αφορμή πάντως για όσα, τώρα, θα γραφτούν μάς προσφέρει η νέα κυκλοφορία της B-otherSide/ Lost Archives, υπό τον τίτλο «Αρνήθηκα Πολλά» με (έξι) ανέκδοτα και (εννέα) ήδη εκδοθέντα τραγούδια του, τα οποία εντοπίστηκαν σε τρεις κασέτες της τελευταίας εποχής του (υποθέτω). Τα τραγούδια (κι ενώ έγιναν σ’ αυτά όλες οι απαραίτητες τεχνικές επεξεργασίες) γέμισαν τις πλευρές ενός gatefold βινυλίου που «κόπηκε» σε 500 αντίτυπα περιλαμβάνοντας 4σέλιδο ένθετο με στίχους/φωτογραφίες, καθώς κι ένα κείμενο του Σωτήρη Παστάκα (ψυχίατρος, ποιητής, εκδότης κ.λπ.), που αναφέρεται στις μέρες εγκλεισμού του τραγουδοποιού στο ΨΝΑ στο Δαφνί, όπως και σε μιαν ανάλογη κλινική των βορείων προαστίων.
Πρώτη φορά που διάβασα κάτι για τον Νικόλα Άσιμο ήταν στο βιβλίο Ανθολογία/ Ελληνικά Ποπ-Ροκ Τραγούδια των εκδόσεων Γ. Σπηλιώτη. Πρέπει να ήταν 1981-82 (δεν θυμάμαι καλώς), και λέω «πρέπει» γιατί στο βιβλίο δεν αναγράφεται έτος έκδοσης. Εκεί ανθολογούνταν τέσσερα τραγούδια του Άσιμου, ο «Μηχανισμός» (δανεισμένος από την κασέτα… «με το βαρέλι που για να βγει το σπάει», αν και στο 45άρι της Zodiac από το 1975 είχε ακριβώς τους ίδιους στίχους – πράγμα που σημαίνει πως το συγκεκριμένο τραγούδι δεν είχε λογοκριθεί), το «Χαμογέλα» (ένα blues α λα… Son House παρμένο από την κασέτα «Γιατί Φοράς Κλουβί» του 1979), το «Πανηγύρι» (από την κασέτα «Klaste Eleftheros» του ’79) και ακόμη το «Της επανάστασης» (πάλι από την «Γιατί Φοράς Κλουβί»). Οι στίχοι των εν λόγω τραγουδιών (και ιδίως του «Μηχανισμού») μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση τότε, βοηθώντας με να φτιάξω εντός μου μιαν εικόνα του Νικόλα Άσιμου καιρό πριν ακούσω τον ίδιον να τραγουδά. Με το που βγήκε ο «Ξαναπές» άρχισα να αντιλαμβάνομαι περαιτέρω το τραγουδοποιητικό ποιόν του καλλιτέχνη, κάτι που ολοκληρώθηκε μετά τα μέσα του ’80 όταν άκουσα για πρώτη φορά τον «Μηχανισμό» από το 45άρι της Zodiac, όπως και τα καινούρια τραγούδια του από τις κασέτες του ’86 και τα live.
Διαβάζω πράγματα στο internet τα οποία δεν τιμούν τον Νικόλα Άσιμο – βασικά δεν τιμούν εκείνους που τα γράφουν (έτσι λέω). Για παράδειγμα κάποιοι σκανδαλοθήρες τον εμφανίζουν ως… ψυχοπαθή (κάνοντας μάλιστα και μεταθανάτιες διαγνώσεις, παριστάνοντας τους ψυχιάτρους!), αγνοώντας, οι αδαείς, πως το καλύτερο έργο τού Άσιμου (ό,τι μας ενδιαφέρει δηλαδή) δεν θα μπορούσε να ήταν γραμμένο από κάποιον που τα είχε… 399, αλλά μόνον… 401, άλλοι τον εμφανίζουν κάπως σαν αντικομμουνιστή, άλλοι ως αναρχικό, άλλοι ως γραφικό, άλλοι ως ερωτικό και τα λοιπά και τα λοιπά… Σπανίως, εδώ κι εκεί, θα διαβάσεις δυο-τρεις κουβέντες σοβαρές, που να στηρίζονται σε τεκμήρια και ορθές σκέψεις δηλαδή και όχι σε εικασίες. Πάντως ένα είναι σίγουρο. Το γεγονός ότι ο Άσιμος μπορεί να αντιμετώπιζε κατά καιρούς ορισμένα προβλήματα με την ψυχική υγεία του (και ειδικώς προς το τέλος της ζωής του) δεν μας δίνει το δικαίωμα να τον μεταχειριζόμαστε σαν «τρελό» ή «ψυχασθενή». Σαν κάποιον ο οποίος στις… αναλαμπές του έγραφε και κανα τραγούδι. Η παρουσία του αυτή την τελευταία και πιο γόνιμη δεκαπενταετία της ζωής του υπήρξε πολυσχιδής και πολυποίκιλη – κάτι που εν πάση περιπτώσει έχει καταγραφεί και αναλυθεί όπως πρέπει στο γνωστό βιβλίο του Γιώργου Ι. Αλλαμανή Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου/ Δίχως Καβάτζα Καμιά [Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2000]. Παρά ταύτα, εγώ θα επιμείνω σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του (πιθανώς η τελευταία του), η οποία δεν έγινε γνωστή, καθώς δεν προβλήθηκε όπως θα έπρεπε ούτε και στο βιβλίο του Αλλαμανή. Αναφέρομαι στη συνέντευξή του στον Οδυσσέα Ιωάννου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 114, Μάιος ’87). Εκεί ο Άσιμος ξεκαθαρίζει διάφορα πράγματα σε σχέση με το rock, το περιθώριο, την αναρχία, την ΚΝΕ και πολλά άλλα (Χατζιδάκις, Παπακωνσταντίνου, Σούσουρο, Σαββόπουλος κ.λπ.). Διαλέγω να μεταφέρω όσα κρίνω πως έχουν, τώρα, ένα σημαντικότερο νόημα…
Δυο λόγια για ροκ, αναρχία, περιθώριο, αριστερά, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προαιρείσαι… 
Μετά από τόσες κεντρικές τοποθετήσεις, άντε ν’ απαντήσουμε με τη γλώσσα των ανθρώπων. Ούτε ροκ υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε αναρχία, ούτε τρίχες μπλε. Σαβούρα είναι! Δεν υπάρχει περιθώριο, το περιθώριο είναι μια ντρίπλα στου συστήματος. Και όσοι νομίζουν ότι είναι περιθωριακοί να πάνε να πνιγούνε! Άμα φύγανε απ’ τα σπίτια τους, απ’ τους μπαμπάδες τις μαμάδες τους, άμα αρνήθηκαν οικογένειες, να βάλουν τον κώλο τους κάτω και να τα βγάλουν πέρα μοναχοί τους. Όπως εγώ χρόνια τα βγάζω πέρα μοναχός μου και δε ζήτησα δεκάρα τσακιστή από κανένα και στον έσχατό μου θάνατο και στην έσχατή μου αρρώστια. Με είχανε πολιτογραφήσει σαν Αναρχικό κάποτε, χωρίς να το ’χω δηλώσει, αλλά είχα πει ότι αν Αναρχία σημαίνει η αρχή του τέλους ή το τέλος της αρχής, δέχομαι αυτό το ρόλο.
Όσον αφορά τα μουσικά πράγματα, πέρα από ροκ, κροκ και ρεμπέτικο, η μουσική είναι μία. Δεν διαχωρίζω, κάνω δουλειά ανάλογα με τα μέσα που έχω κάθε φορά. Θα πάρω και θα δώσω ό,τι στοιχεία χρειάζομαι για να περιγράψω μια κατάσταση. Το θέμα είναι όμως να φύγεις και απ’ όλα αυτά, έχοντας βέβαια ένα άλεσμα μέσα σ’ αυτά και να κάνεις την προσωπική σου δουλειά.(…) Ναρκωτικό μπορεί να είναι το κόμμα, ναρκωτικό μπορεί να είναι η θρησκεία, το σχολείο, η γραφειοκρατία, τα πυρηνικά όπλα. Παρ’ όλα αυτά άνθρωποι που αντέδρασαν ή δήθεν αντέδρασαν, που έφτιαξαν διάφορα βιβλία ή διάφορα κινήματα –χίππυς κ.λπ.– ήταν πολύ εύκολο το σύστημα να τους ρίξει τα δικά του ναρκωτικά –το χειρότερο είναι η πρέζα– και να τους εξαρτήσει απ’ αυτό. 
Τι λες σήμερα για την Αριστερά και ειδικότερα για την εμμονή σου ενάντια σε ΚΚΕ-ΚΝΕ σε σημείο που νομίζει κανείς ότι αυτοί είναι οι μόνοι κακοί μέσα στον παράδεισο των «αγνών επαναστατών»; 
Κοίταξε να δεις, όταν αναφέρομαι σε ορισμένους υποτίθεται ότι αυτοί ήταν πιο κοντά, ή θα μπορούσαν να ’ναι πιο κοντά. Όταν είχα γράψει ένα τραγούδι που έλεγε… «σαν θα με καλέσει η πατρίδα να πάω τον οχτρό να πολεμήσω/ θα τους πω δεν έχω εγώ πατρίδα/ ούτε θυσιάζομαι ποτέ για των μπουρζουάδων τα σαγόνια/ για των μπουρζουάδων τα μεράκια»… είχα φάει ξύλο τότε από την ΚΝΕ! Και αυτό γιατί είχαν ξεχάσει την Πρώτη νομίζω Διεθνή που έλεγε… «εμείς δεν έχουμε πατρίδα/ ούτε αγίους με σπαθιά/ μόνο έχουμε τα δυο μας χέρια/ που μας ζούνε απ’ τη δουλειά». Αυτά τα ’χαν ξεχάσει. Βρέθηκε η σοσιαλιστική πατρίδα, βρέθηκε το έθνος ξανά, βρέθηκε το ’να, βρέθηκε τ’ άλλο. Κι εκεί βρίσκεται ο διαχωρισμός και η χοντρή διαφωνία. Αλλά να δέχονται κριτική και χιούμορ, και να διακωμωδήσουνε τους εαυτούς τους.
Όταν πήγαινα σε επαρχιακές πόλεις εκείνοι που με στηρίξανε κατά καιρούς ήτανε οι Κνίτες και ας φαίνεται παράλογο για ορισμένους εδώ ξέμπαρκους αναρχικούς.

Ο Άσιμος δεν ήταν κανένας «χαμένος στον κόσμο του» αριστεριστής. Ήταν διαβασμένος και γνώριζε πως το όραμα της αταξικής κοινωνίας, που είναι ο (θεωρητικός) θρίαμβος του κομμουνισμού, δεν θα μπορούσε να μην ήταν «εικόνισμα» και των (ενήμερων) αναρχικών. Στα στάδια κατάκτησης της «ιδέας» αναπτυσσόταν η αντιπαλότητα και όχι στην «ιδέα» αυτή καθ’ αυτή. Ο άνθρωπος που είχε γράψει-τραγουδήσει νωρίς στίχους σαν και τούτους… «Εργάτες σκλάβοι και παιδιά, νάτην, ξυπνά κι η αγροτιά/ Της γης οι προλετάριοι μαζί μας ξεσηκώνονται/ Μονάχοι μας ραγιάδες, ωσάν κι εμάς χιλιάδες./(…) Για την πλέρια ευτυχία της ανθρώπινης ανάγκης./ Όπου είναι τ’ όνειρο η ζωή./ Θέλεις το λες κομμουνισμό, δεν θέλεις, αναρχία./ Όλοι μαζί, όλοι μαζί μας στον αγώνα./ Το δικό μας, το δικό σας, τον κοινό μας τον αγώνα./ Όλοι μαζί για να γευτούμε κάθε στιγμή της έκρηξης» (από το «Μην καρτεράτε» του 1978)… ο άνθρωπος αυτός λοιπόν δεν θα μπορούσε να καταφερόταν ποτέ εναντίον της ουσίας του κομμουνισμού, ούτε να έφτυνε τους Κνίτες και το ΚΚΕ συλλήβδην (το ότι βρέθηκαν κάποιοι βλαμμένοι Κνίτες που τον πλάκωσαν στο ξύλο δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα ευρύτερο, από τη στιγμή κατά την οποίαν κάποιοι άλλοι Κνίτες τον στήριζαν στις συναυλίες του και αλλού).
Και βεβαίως όταν σημείωνε ο Άσιμος πως… «Ούτε ροκ υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε αναρχία, ούτε τρίχες μπλε. Σαβούρα είναι! Δεν υπάρχει περιθώριο, το περιθώριο είναι μια ντρίπλα στου συστήματος»… γνώριζε πολύ καλά τι έλεγε, υπονοώντας τον Σιδηρόπουλο (έτσι φρονώ) και δεν ξέρω ’γω ποιους άλλους ακόμη. Ορισμένοι, βεβαίως, με πρώτο τον μακαρίτη Λεωνίδα Χρηστάκη, φρόντισαν από τα τέλη των 90s (από τον Αύγουστο του ’98 τουλάχιστον) να εντάξουν τον Άσιμο στους… Άγιους των Εξαρχείων. Όσο και αν ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν μπορεί παρά να είναι φιλολογικός (άρα και ασήμαντης αξίας – ο Σταύρος Θεοδωράκης τούτο, μάλλον, δεν το κατάλαβε ποτέ) στην πράξη έκανε κακό, καθότι τσουβάλιασε τον Άσιμο (έναν βαθειά συνειδητοποιημένο, ταλαντούχο, πανέξυπνο, εμπνευσμένο, πάντα υπερευαίσθητο και συχνά παράτολμο δημιουργό) με τους «περιθωριακούς» των φράγκων του μπαμπά και τις ψεύτικες συνειδήσεις της πλατείας. Ο Άσιμος δεν ήταν η… μασκώτ των Εξαρχείων. Ήταν το μυαλό, η θεωρία, η επεξεργασία και η πράξη της συνοικίας.
από το gatefold άνοιγμα του LP της B-Other Side
Ακούω τα ανέκδοτα τραγούδια του άλμπουμ της B-otherSide και σκέφτομαι πως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν από ’κείνους που μάσησαν κουτόχορτο (τα πάσης φύσεως κουτόχορτα – από τις κωλοποιότητες μέχρι τα… εναλλακτικά). Και τούτο το υποστηρίζω για ακόμη μια φορά καθώς φθάνουν στ’ αυτιά μου οι στίχοι από τον «Ονειροκρίτη»… «Μες στον ονειροκρίτη μου έχωσες τη μύτη/ Κι έχεις μανία με την τράπουλα ταρό/ Μας έχουν αγκυλώσει, μαζί και αποβλακώσει/ Στο άι τσινγκ που ψάχνεις για το ριζικό»… παρότι τα «νέα» αυτά τραγούδια («Δεν έχω μάθει να σωπαίνω», «Κάθε λάθος», «Ονειροκρίτης», «Αρνήθηκα πολλά», «Ήτανε σούρουπο», «Χαμαιλέων») είναι, βασικά, ερωτικά. Αλλά ερωτικά άλλου τύπου. Ο έρως, για τον Άσιμο, δεν είναι το… υπνοστόρι που παρεμβαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους εκτρέψει από το διαρκές επαναστατικό ζητούμενο, αλλά το εφαλτήριο για να το κατακτήσουν. Οι στίχοι του είναι συγκινητικοί. Ορισμένες φορές δεν αντέχονται. Δάκρυα κυλούν στα μάτια… καθώς περνούν από μπροστά σου τα καρεδάκια της ζωής του. Δείχνουν τη μάχη που είχε στηθεί στο μυαλό και τη συνείδηση εκείνου του ανθρώπου, μια μάχη που την έχασε, νωρίς, στα γκούλαγκ της... δήθεν ελευθερίας και της δημοκρατίας.
«Αφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους/ Έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους/ πώς να ξεφύγω από τη μοίρα/ κι έχω θέληση και πείρα ουρανέ,/ για δεν υπήρξα κατεργάρης/ κι άλλο πια μη με σνομπάρεις γαλανέ»
Επαφή: www.b-otherside.gr

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

φωτογραφίζοντας την… ψυχεδελική νεολαία

Βεντέτα, Εβδομαδιαίον Περιοδικόν Ποικίλης Ύλης, Αριθμός τεύχους 320, 24 Ιουνίου 1971

ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ – ΠΟΤΑΜΙ ψάχνοντας το σημείο…

Δύο τρικάκια από την Πάτρα…
Ανήμερα του Αγιαντρέα (χθες δηλαδή) ο Σταύρος Θεοδωράκης έθεσε το… μεγάλο ερώτημα στους Πατρινούς. «Τι βουλευτές έχει ανάγκη η χώρα;». Το μόνο σωστό ερώτημα αυτή τη στιγμή είναι… «Τι λαό έχει ανάγκη η χώρα;». Θα στηρίξει ο κόσμος, όχι μόνο με την ψήφο αλλά και με την αγωνιστική και μάχιμη παρουσία του, εκείνες τις πολιτικές που θα επιχειρήσουν να αποτρέψουν την τελεσίδικη διάλυση της πατρίδας, ή θα συνεχίσει να ομφαλοσκοπεί; Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι το... ποιοι θα είναι οι επίδοξοι πολιτικοί τουρίστες.
«Λευτεριά στην Παναχαϊκή» από τα… προεδρικά δεσμά διακηρύσσουν οι antifa σύνδεσμοι Nortenos Patras, Navajo και Αχαιοί 3. Κάποτε πλείστα όσα φασισταριά γεμίζανε τις θύρες των γηπέδων, τώρα οι antifa παίρνουν σιγά-σιγά τις θέσεις τους στις ένδοξες κερκίδες.
Επειδή όμως το ποδόσφαιρο εξελίσσεται κατά βάση στο γήπεδο και μετά όπου αλλού θα πρέπει να πούμε πως στο ντέρμπυ κορυφής, η Παναχαϊκή ηττήθηκε, χθες, στην Πάτρα από την ΑΕΚ με 3-1 για το πρωτάθλημα της Β Εθνικής (ή Football League, όπως ηλιθιωδώς το λένε τώρα). Ο αγώνας μού είπαν πως ήταν χάλια και οι ομάδες για κλάματα. Αλλά για κλάματα είναι όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο πια (αυτό πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει και όχι το βρετανικό ή το ισπανικό). Απορώ τι του βρίσκουν όσοι το βλέπουν. Θέλω να πω… πώς είναι δυνατόν να ταυτίζεσαι πλέον με ομάδες που αλλάζουν 20 παίκτες κάθε χρονιά (για τις ελληνικές μιλάω), έχοντας στις εντεκάδες τους εννιά και δέκα «ξένους»;
Κάποιοι δεν έχουν πρόβλημα… Εγώ είμαι από εκείνους που έχουν. Τέλος πάντων...
Στους antifa των πατρινών κερκίδων, έτσι για να τους αναπτερώσω το ηθικό μετά την ήττα, αφιερώνω δυο «χαρτάκια» με ποδοσφαιρικούς ήρωες (Κώστας Δαβουρλής, Πέτρος Λεβεντάκος) της μεγάλης Παναχαϊκής, του πρώτου μισού του ’70.
ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ