Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ 5 χρόνια

Πέρασαν 5 χρόνια από την 22/9/2009, όταν αποφάσισα να ξεκινήσω το διαδικτυακό Δισκορυχείον – το σημειώνω τούτο, επειδή το Δισκορυχείον εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1996, ως στήλη, στο περιοδικό Jazz & Τζαζ.

Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια υπήρξαν 1901 αναρτήσεις (αυτή είναι η υπ’ αριθμόν 1902), οι οποίες διαβάστηκαν και δέχτηκαν πολλαπλάσιες χιλιάδες σχόλια. Τα «χτυπήματα» έχουν ξεπεράσει προ πολλού το ένα εκατομμύριο, με το Δισκορυχείον να αποτελεί πλέον μία σοβαρή «οντότητα» στο δίκτυο (μικρή, μεγάλη ή μεγαλύτερη δεν έχει ουδεμία σημασία), με τις απόψεις που καταγράφονται εδώ να «μοιράζονται» και να σχολιάζονται τόσο στις ιντερνετικές αγορές (facebook κ.λπ.), όσο και στις κανονικές παρέες (εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω και συνεχώς να διαπιστώνω). Δεν λέω ότι είμαστε οι πρώτοι (προς θεού… πρώτοι σε τι;… αν είναι δυνατόν), λέω όμως πως ο «χώρος» μάς υπολογίζει (και αυτό είναι το σημαντικότερο) μετρώντας όσα γράφονται, παρουσιάζονται και αναλύονται στις αναρτήσεις μας.

Ευχαριστώ, λοιπόν, όλες τις φίλες αναγνώστριες και όλους τους φίλους αναγνώστες που βρίσκονται καθημερινά, συχνά, ή περιστασιακώς εδώ για να διαβάσουν κάτι, σχολιάζοντας όποτε κρίνουν τα γραφόμενα. Μετά από πέντε χρόνια καθημερινής και ενίοτε επίπονης δουλειάς λέω πως δεν υπάρχει ίχνος καταπόνησης από μέρους μου, και πως όσο θα έχω κάτι να πω θα είμαι εδώ για να το μοιράζομαι μαζί σας.
ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ ΠΟΛΛΑ!

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

δύο πιάνο τρίο

Δεν έχει πολλά άλμπουμ στην κατοχή του ως leader ο πιανίστας Larry Fullerμάλλον έχει μόλις δύο, το “Easy Walker” ηχογραφημένο το 1998, με τον θρύλο Ray Brown και τον Jeff Hamilton στο team, και το παρόν φερώνυμο [Capri, 2014], με τους Hassan Shakur και Greg Hutchinson σε μπάσο, ντραμς αντιστοίχως. Το αποτέλεσμα, στην περίπτωση του δεύτερου «άτιτλου» CD, είναι ένα set δώδεκα κομματιών, τα οποία (και τα δώδεκα) αποτελούν διασκευές σε τζαζ, λιγότερο τζαζ ή μη τζαζ στάνταρντ. Συνθέσεις δηλαδή των Cole Porter, Ray Brown, Clifford Brown, Joni Mitchell, John Lewis, Oscar Peterson, Duke Ellington (2), Willard Robison, Burton Lane, Johnny Mandel και Bud Powell, οι οποίες αναδεικνύουν τις ποιότητες του πιανίστα και της… συνοδείας αυτού. 
Όπως, ίσως, αντιλαμβάνεστε ένας από τους μουσικούς που επηρέασαν στην διαδρομή τον αμερικανό jazzman (ο Fuller είναι γεννημένος στο Τολέδο του Ohio το 1965, αλλά τώρα ζει και εργάζεται στην Νέα Υόρκη) ήταν ο Ray Brown (1926-2002). Fuller και Brown υπήρξαν συνεργάτες τα τελευταία χρόνια της ζωής τού διάσημου μπασίστα, γεγονός που οδηγεί σήμερα τον Fuller να δηλώνει πως… αν και παίζει χρόνια jazz, την αξία της παρουσίασής της την διδάχθηκε μόνον από τον Ray Brown. Τι να εννοεί άραγε μ’ αυτό ο πιανίστας; Μάλλον το γεγονός πως ο Brown, όντας δασκαλεμένος και αυτός για χρόνια (1951-1966) στο τρίο του Oscar Peterson, είχε διαμορφώσει την δική του «εικόνα» για το πώς πρέπει να ηχεί ένα τζαζ-τρίο, εκμεταλλευόμενο το πάσης φύσεως (pop) ρεπερτόριο και επιμένοντας σε λυρικές-συναισθηματικές αποδόσεις. Τούτο «βγάζει μάτι», σήμερα, όχι μόνο στην συγκρότηση του ρεπερτορίου του Larry Fuller, αλλά κυρίως στον τρόπο που οδηγεί τον εαυτό του, και το rhythm section, προς την αναζωογόνηση του «ήχου Peterson». Θαυμάσιες, λυρικές versions, με το swing, το bop, το blues ακόμη και το boogie να καθορίζουν το ακρόαμα, και με τους στυλοβάτες του ρυθμού να αποδεικνύονται ισάξιοι συμπαραστάτες.
Επαφή: www.caprirecords.com
Από τα νέα ταλέντα του τζαζ πιάνου, ο 27χρονος Jason Yeager με καλές σπουδές στο Tufts και το NEC (δάσκαλοί του υπήρξαν οι Danilo Perez, Fred Hersch, Ran Blake και Frank Carlberg) μάς προτείνει το ολοκαίνουριο CD του που έχει τίτλοAffirmation κι είναι τυπωμένο για την Inner Circle Music του Greg Osby. Αν και φαινομενικώς έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πιάνο-τρίο (με τον μπασίστα Danny Weller και τον ντράμερ Matt Rousseau να συμπληρώνουν το σχήμα), στην πράξη, και σε διάφορα tracks, συμμετέχουν επιπλέον μουσικοί, με αποτέλεσμα η έννοια του τρίο να βρίσκεται κάπως στον αέρα. Anyway… δεν μας χαλάει αυτό. Έτσι, λοιπόν, δίπλα στους τρεις βασικούς μουσικούς προστίθενται κατά περίπτωση ο τρομπετίστας και φλουγκελχορνίστας Jean Caze, η τραγουδίστρια Aubrey Johnson, καθώς και ο γνωστός μας τενορίστας Noah Preminger. Μετά απ’ αυτό είναι φανερό πως ο κύκλος των συνθέσεων του Yeager (όπως και των διασκευών στο “Julia” των Beatles και σε κάτι από το “Quartet for the end of time” του Messiaen) αποκτά και άλλα «εξωτερικά» χαρακτηριστικά, χωρίς η συγκεκριμένη εξέλιξη να σημαίνει πως δεν μπορεί να εκτιμηθεί και η περισσότερο αυστηρή πιάνο-τρίο γραμμή. Πόσω μάλλον όταν σε κομμάτια όπως το “Achi” ή το “Blues for Billy P” το Jason Yeager Trio αποδίδει με ολοφάνερη ευαισθησία, κοντά σε μιαν αυστηρή, όσο και υψηλή, αισθητική γραμμή. Το παίξιμο του Yeager που είναι περιγραφικό, με δυνατό αριστερό, περικλείει κάτι (αρκετό) από την «ηρεμία» των δασκάλων του, βγάζοντας όμως και πιο «σκληρά» vibes σε κομμάτια όπως το “Keep the fire”, όταν η τρομπέτα του Caze και το τενόρο του Preminger έρχονται να τονώσουν το σολιστικό μέτωπο. Εκείνο, πάντως, που είναι φανερό ακούγοντας το “Affirmation” σχετίζεται, περισσότερο, με τον ντελικάτο και αβίαστο ήχο του Yeager, που διατηρεί αμέριστα επικοινωνιακά στοιχεία. Ακόμη και στην σύνθεση τού Messiaen ο νεαρός αμερικανός καταφέρνει να είναι απλός και προσεγγίσιμος, δίχως να χάνει σε μεστότητα και πάθος. Παίζει με τις ταχύτητες (από την ένταση μέχρι την ηρεμία), κρατάει ρυθμικό ρόλο με την άνεση του βιρτουόζου, μελωδεί δημιουργώντας «ατμόσφαιρες» και «περιβάλλοντα», αυτοσχεδιάζει δίχως να απεμπολεί την ουσία της αφήγησης. Εν τέλει; Ένα άλμπουμ, που γράφτηκε όχι μόνο για ν’ ακουστεί… αλλά και για να ξανακουστεί.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΛΕΝΑΚΗΣ οι μουσικές/οι ταινίες του

Πριν λίγες ημέρες (14/9) πέθανε στα 88 χρόνια του ο σκηνοθέτης Γιώργος Σκαλενάκης. Ο Σκαλενάκης είχε γεννηθεί στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου το 1926, ενώ είχε σπουδάσει κινηματογράφο στην Πράγα (ήταν συμμαθητής του Miloš Forman) όπου και μεγάλωσε καλλιτεχνικώς πριν επιστρέψει στην Ελλάδα στα μέσα του ’60, ξεκινώντας, εδώ, μια δεύτερη καριέρα.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γύρισε ο Σκαλενάκης (ως Georgis Skalenakis) στην Τσεχοσλοβακία ήταν το Pražské Βlues (1963), ένα φιλμ που πιάνει το μοντέρνο κλίμα που άρχιζε να αναπτύσσεται στα νεανικά-φοιτητικά κυκλώματα της Πράγας στις αρχές του 60 (πρωταγωνιστούσαν ερασιτέχνες ηθοποιοί, Τσχεχοσλοβάκοι και αλλοδαποί) και το οποίον, από μουσικής πλευράς, συνδεόταν άμεσα με τους ήχους της jazz (της μεγάλης τσεχοσλαβακικής jazz της περιόδου). Στην ταινία συμμετείχαν μουσικοί που έκαναν τρανό όνομα αργότερα όπως ο φλαουτίστας Jiří Stivín, η τραγουδίστρια Jarmila Veselá, ο ντράμερ Alan Vitouš (αδελφός του μπασίστα Miroslav Vitouš), αλλά κι ένα από τα πολύ σημαντικά γκρουπ της εποχής, οι SHQ του τενορίστα και βιμπραφωνίστα Karel Velebný μέλη των οποίων ήταν (ανάμεσα σε άλλους) οι Jan Konopásek βαρύτονο, Rudolf Dašek ηλεκτρικές κιθάρες και Ladislav “Laco” Déczi τρομπέτα (όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της czech jazz αντιλαμβάνονται το «βάρος» των ονομάτων). Απόσπασμα από το soundtrack του Pražské Βlues ακούγεται στο LP-συλλογή “Československý Džez 1963”, με την ταινία να θεωρείται (τσεχοσλοβακικό) μνημείο του κλίματος της εποχής.
Ερχόμενος στην Ελλάδα ο Σκαλενάκης μπορεί να ξέχασε την αγάπη του για την jazz, δεν… ξέχασε όμως την σημασία της μουσικής στον κινηματογράφο και πώς εκείνη (η μουσική) μπορεί να βοηθήσει μια ταινία ώστε να κάνει το μεγάλο (εμπορικό) άλμα. Το 1966-67 ο Γιώργος Σκαλενάκης γυρίζει τις ταινίες Διπλοπεννιές (μουσική Σταύρος Ξαρχάκος), Ντάμα Σπαθί (μουσική Γιάννης Μαρκόπουλος) και Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου (μουσική Μίμης Πλέσσας, με το γνωστό… τζαζοσέικ της Βουγιουκλάκη που σπάει καρδιές), στις οποίες η ηχητική μπάντα παίζει οπωσδήποτε μεγάλο ρόλο, ενώ ακόμη μεγαλύτερο φαίνεται πως έπαιζε στις ταινίες που σκηνοθέτησε το 1968, δηλαδή την Επιχείρησις Απόλλων (μουσική Γιάννης Μαρκόπουλος), αλλά και την Βυζαντινή Ραψωδία (Imperiale) (μουσική Θόδωρος Ρουμπάνης), ίσως την πιο φιλόδοξη, καλλιτεχνικώς, προσπάθειά του για να περάσει τα σύνορα μέσω μιας υποψηφιότητας για Oscar Καλύτερης Ξένης Ταινίας (το Imperiale προτάθηκε, αλλά δεν υπήρξε τελικώς «υποψήφιο»). Μνεία επίσης και στην ταινία Το Νησί της Αφροδίτης (1969) με την Κατίνα Παξινού, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και με τον Μιχάλη Βιολάρη να τραγουδά «Αν βουληθώ»…
Τα εξώφυλλα των soundtracks… εις μνήμην Γιώργου Σκαλενάκη…
“Československý Džez 1963” [CZ. Supraphon/ Gramofonový Klub DV 10150, 1964]
Σταύρος Ξαρχάκος – Dancing the Sirtaki/ Διπλοπενιές – Lyra International XLP 13001 – 1966
Γιάννης Μαρκόπουλος – Ντάμα Σπαθί – 7" EP, Lyra LE 2051 – 1966
“Reine de Trefles” [7", JAP. Globe JET-1783, 1966;]
(To ιαπωνικό εξώφυλλο προέρχεται από την ταινία Ντάμα Σπαθί, αλλά τα τραγούδια που ακούγονται στο single είναι των Μίκη Θεοδωράκη – Ιάκωβου Καμπανέλλη από την Γειτονιά των Αγγέλων, με τη φωνή της Σούλας Μπιρμπίλη!)
Γιάννης Μαρκόπουλος – Επιχείρησις Απόλλων – Polydor 45.291 – 1968
Theo Roubanis – Imperiale – Seagull SL7 – 1978
(Ενορχήστρωση, μουσική  διεύθυνση: Πάνος Τριανταφυλλίδης/ Συμφωνική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης υπό τον Lehman Engel)

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

FRANK KIMBROUGH κουαρτέτο

Πιανίστας με περγαμηνές, ο Frank Kimbrough έχει νέο CD στην Palmetto (στην εταιρεία που έχει ηχογραφήσει τα επτά από τα δώδεκα άλμπουμ της καριέρας του). Εμφανιζόμενος με κουαρτέτο (Steve Wilson άλτο, σοπράνο, Jay Anderson κοντραμπάσο, Lewis Nash ντραμς), ο Kimbrough επιτυγχάνει να καταγράψει και προσωπικό στίγμα, δίνοντας συγχρόνως στους μουσικούς του (και ιδίως στον σαξοφωνίστα Wilson) την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν τις ικανότητές τους στον οργανωμένο αυτοσχεδιασμό, προσφέροντας μια σειρά πρωτότυπων συνθέσεων και στάνταρντ, οι οποίες, το λέω, αναδεικνύονται στο έπακρο. Ξεκινώντας από τα στάνταρντ θα έλεγα πως το “Trouble man” του Kurt Weill δεν απεμπολεί ίχνος της μελωδικής ευστροφίας του (πιανίστας, σαξοφωνίστας και rhythm section το μετατρέπουν, απλώς, σε μία ξεχωριστή και με μαεστρία «αποδομημένη» jazz-ballad), με το “Afternoon in Paris” του John Lewis να χρωστά πολλά στο παίξιμο του μπάσου, που ορθώνει ανυπέρβλητο σκηνικό (είτε παίζει soli, είτε συνοδεύει) και με το “It never entered my mind” των Rodgers & Hart (που έχουν αποδώσει απαξάπαντες – από τον Miles Davis και τον Stan Getz, μέχρι τον Keith Jarrett και τον Larry Coryell) να χαρακτηρίζεται από την πάντα «αισθαντική» μελωδική γραμμή του.
Και αν οι διασκευές είναι επιλεγμένες, λες, για να προσφέρουν αυτά τα τόσο... θεραπευτικά slow vibes, τα πρωτότυπα κομμάτια (άπαντα συνθέσεις του Kimbrough) ξεκινώντας από το εισαγωγικό “The call” και καταλήγοντας στο “Beginning”, διαθέτουν σε επάρκεια όλο εκείνο το τζαζ οπλοστάσιο, που είναι ικανό να συγκινεί και να γοητεύει κάθε μουσικόφιλο, που εξακολουθεί να διακατέχεται από τις bop και blues «αγωνίες». Και αναφέρομαι σε tracks όπως το… soul-jazz Kudzu” π.χ. ή το “Herbivore” («κολλημένο» στην Coltrane-ική παράδοση), τα οποία αποτελούν άψογα δείγματα σύγχρονης jazz, βαθιά μελετημένης και εμπεριστατωμένης.
Με πιανιστική τακτική που εκθειάζει πάθος και συναίσθημα ο Frank Kimbrough είναι ο πιανίστας που, αν και πλησιάζει τα 60, έχει ακόμη «ιδέες» να προσφέρει…

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

TWINK AND THE TECHNICOLOUR DREAM

Είχα πολλά χρόνια ν’ ακούσω καινούριες ηχογραφήσεις του Twink (από το 1990 και το φοβερό “Magic Eye”, τη συνεργασία του δηλαδή με τον Bevis Frond) και μπορώ να πω πως τούτο το… ελληνικό LP, το You Reached for the Stars, ήταν ό,τι έπρεπε για να με ξανασυνδέσει με το παρελθόν και το παρόν ενός ξεχωριστού μουσικού, που έχει γράψει το δικό του συναρπαστικό κεφάλαιο στην ιστορία του british rock. Γιατί ο Twink υπήρξε ντράμερ και βασικό στέλεχος μερικών σημαντικών γκρουπ της δεκαετίας 1965-1975 (The Fairies, Tomorrow, Pretty Things, Pink Fairies…) που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του freakbeat, του ψυχεδελικού και του progressive rock μα ακόμη και του punk, έχοντας υπό το όνομά του κι ένα «διαμάντι» της εποχής, το μαγικό “Think Pink” από το 1970. Ακόμη ανατριχιάζω (κυριολεκτώ) στο άκουσμα του εισαγωγικού “The coming of the Other One” (με την προφητεία του Νοστράδαμου για τον ερχομό του… Νυαρλαθοτέπ, πίσω στο μακρινό 1999…) και του αμέσως επόμενου “Ten thousand words in a cardboard box”, καθώς… χιλιάδες πολύχρωμες σκιές χορεύουν γύρω απ’ το κεφάλι μου

Πέρυσι, ο Twink (που εν τω μεταξύ έχει ασπαστεί τον μουσουλμανισμό και λέγεται πλέον Mohammed Abdullah, παρότι εξακολουθεί να ηχογραφεί με το παρατσούκλι του – το πραγματικό όνομά του είναι John Charles Edward Alder) έδωσε καινούρια κομμάτια γραμμένα στη Ρώμη (και με mastering από το Abbey Road), τα οποία κυκλοφόρησαν αρχικώς σε CD από την Sunbeam και τώρα σε βινύλιο από την ελληνική G.O.D. Records – με το “You Reached for the StarsLP να τυπώνεται σε 500 αριθμημένα κομμάτια, αλλά και σε 50 κουτιά με t-shirt, βινύλιο και CD. Οι μουσικοί που κλήθηκαν να αποδώσουν αυτά τα καινούρια tracks ήταν οι Paolo Conti ντραμς, Fabio Porretti κιθάρες και Marco Conti μπάσο, φωνή (οι Ιταλοί Technicolour Dream δηλαδή), οι οποίοι δίπλα στον Twink αποδεικνύονται ιδανικοί διαχειριστές τόσο της σημερινής τραγουδοποιίας, όσο και της ιστορίας του.
Το άλμπουμ, που έχει και αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά σχετικά με το πέρασμα του Twink απ’ το L.A. στις αρχές των seventies, απαρτίζεται βασικά από επτά tracks (συν δύο ακουστικές versions), τα οποία κατά τον ίδιον τον Twink αποτελούν… «ένα πολύ ιδιαίτερο έργο, μια συνέχεια κατά κάποιον τρόπο του “Never Never Land”, που ηχογράφησα με τους Pink Fairies το 1971»… όπως διάβασα στο facebook. Και όντως δηλαδή, αφού ένα από τα κομμάτια τού You Reached for the Stars” είναι το ψυχεδελικό “The dream is just beginning”, που έκλεινε εκείνο το πρώτο LP των Pink Fairies. Αν και υπάρχει άλλο ένα τραγούδι στο νέο άλμπουμ που μου είναι γνωστό, το φερώνυμο (επίσης ψυχεδελικό) “You reached for the stars”, το οποίο ακουγόταν στο LP The Lost Experimentals Recordings 1970” [Get Back, 1999], το… ειδικό και το συνολικό αποτέλεσμα είναι εντελώς διαφορετικό, αφού οι Ιταλοί δίνουν άλλον αέρα στα κομμάτια.
Έτσι λοιπόν ξεκινώντας με τα τέσσερα tracks της πρώτης πλευράς (“Dead end”, “The dream is just beginning”, “Afterglow”, “Moonchild”) δεν γίνεται να μην ανακαλέσω στη μνήμη του τόσο το “Think Pink”, όσο και το “Never Never Land” (με τις απίθανες ψυχεδελικές μπαλάντες του), καθώς οι κιθάρες και το rhythm section των Ιταλών είναι όσο ντελικάτο απαιτείται κάποιες φορές, και όσο τραχύ επιβάλλεται κάποιες άλλες. Το “Dead end” που με «πήγε» (για κάποια μέτρα και σε πιο αργό τέμπο) στο θρυλικό “Children of tomorrow” των Mike Stuart Span είναι ιδανική εισαγωγή… όπως ιδανική είναι και η εκδοχή του “The dream is just beginning”, που αφήνει όλην εκείνη την folk-psych μαγεία των συγκροτημάτων του ’70. Το “Afterglow”, που ακολουθεί, δεν είναι έξω από αυτήν την ατμόσφαιρα, απλώς οι κιθάρες με το wah-wah και την κάπως σκληρότερη διαχείριση δεν απέχουν και πολύ από τον θαυμαστό ήχο των Pink Fairies, εκείνης της πρώτης περιόδου. Το “Moonchild” που κλείνει την πλευρά έχει ένα ακόμη πλεονέκτημα – έχει την κιθάρα ενός από τους μεγαλύτερους παίκτες του βρετανικού rock, του Brian Godding (Blossom Toes, Centipede, Mike Westbrook Orchestra, Magma κ.λπ.) και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Το “Inside the old ones” που ανοίγει την Side B ξεκινά με μερικά μέτρα από τις ακουστικές κιθάρες, για ν’ ακολουθήσουν οι ηλεκτρικές και τα «πειραγμένα» φωνητικά, που παραπέμπουν κατ’ ευθείαν στο “Think Pink” του ’70. Ο Twink, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να πραγματοποιεί το ίδιο ταξίδι (από το Μαρόκο, που μένει πια, προς όλον τον… εσωτερικό του κόσμο). Στο “Lady love”, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια tracks του LP αφού αγγίζει τα πέντε λεπτά, οι Technicolour Dream κάνουν πολύ καλή «πίσω» δουλειά (εδώ ακούγεται και όργανο), αφήνοντας μπροστά τον Twink (με τα σχεδόν αναλλοίωτα από το χρόνο φωνητικά του). Το τελευταίο κομμάτι του LP (και πριν από τις δύο ακουστικές versions) είναι το “You reached for the stars”. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει συνθέσει και ερμηνεύσει ο Twink, μια ψυχεδελική μπαλάντα εφάμιλλη των καλυτέρων του “Think Pink”. Η εν λόγω εκδοχή είναι εξαιρετική, με ωραία ακουστικά και ακόμη ωραιότερα ηλεκτρικά μέρη, χαμηλά-διαπεραστικά φωνητικά και μαγική-αποκαλυπτική ατμόσφαιρα. Εν ολίγοις; Τραγουδάρα. Οι δύο ακουστικές εκδοχές που κλείνουν το άλμπουμ (η μία στο “The dream is just beginning” και η άλλη στο “You reached for the stars”) δείχνουν το προφανές. Άμα έχεις υλικό που φυσάει, τούτο φαίνεται στις πρώτες και πρωτόλειες ενοργανώσεις. Μια κιθάρα και μια φωνή αποτελούν τα πιο ασφαλή δεδομένα, ώστε να πει κάποιος πόσο μετράνε εκείνα που ακούει – και τα δυο αυτά τραγούδια, είτε «ντυμένα», είτε «γυμνά», είναι μοναδικά.

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

10+1 ελληνικά soundtracks

Ο Σεπτέμβριος, κατά παράδοση, είναι ο μήνας του κινηματογράφου. Κλείνουν τα θερινά σινεμά και ανοίγουν οι αίθουσες, αναπτύσσονται οι Νύχτες Πρεμιέρας, Σεπτέμβριο «πιάνει» πάντα το Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ για περισσότερο από 30 χρόνια, αυτό το μήνα, ξεκινούσε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης… Το δικό μου μέλημα μπορεί να είναι η μουσική, αλλά επειδή το να συνδέσεις τον κινηματογράφο με τη μουσική είναι ό,τι πιο απλό, είπα να καταγράψω μερικές σύντομες σκέψεις για δέκα συν μία ταινίες που έχω αγαπήσει μέσα στα χρόνια και φυσικά για τα αντίστοιχα ελληνικά soundtracks (μουσικές επενδύσεις γραμμένες από έλληνες συνθέτες).
Είναι γνωστό πως υπάρχουν μέτριες ή και κακές ταινίες με καλά soundtracks (όπως και το αντίθετο) θεώρησα σκόπιμο όμως να αποφύγω τέτοιες επιλογές, γιατί –όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης μεταφέροντας τον Roland Barthes στην ελληνική κινηματογραφική κριτική– μια καλή μουσική σε μια κακή ταινία θα ήταν, απλώς, μια κακή μουσική, επειδή το κινηματογραφικό έργο νοείται ως αδιάσπαστο «ένα». Με «καλές» ταινίες, βασικά, θ’ ασχοληθώ εδώ στις οποίες και τα soundtracks ακολουθούν τη γενικότερη γραμμή…

Η συνέχεια… http://www.lifo.gr/team/music/51432

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

P.L.J BAND τι έγινε με τον νέο Αρμαγεδδώνα;

Τι συνέβη, εν τέλει, με τη συναυλία των… P.L.J Band στο Ηρώδειο, που θα δινόταν σήμερα (16/9), και στην οποία θα ακουγόταν ο «Αρμαγεδδών» στην πλήρη(;) και ολοκληρωμένη(;) μορφή του; Διαβάζω στο Αθηνόραμα κ.ά. πως μετατέθηκε για την 5/10, αφού είχε ήδη αλλάξει και το περιεχόμενό της… Ενώ αρχικώς διαφημίστηκε ως συναυλία των Τερμιτών/ P.L.J Band και με τίτλο «Armageddon/ Η Παράσταση» (με τις συμμετοχές του Γιάννη Κότσιρα και της Εστουδιαντίνας), στη συνέχεια μετατράπηκε σε συναυλία του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (με… μεγάλα γράμματα), του Αντώνη Μιτζέλου και των Τερμιτών (με μικρότερα…), έχοντας πλέον και διαφορετικό τίτλο («Τα Τραγούδια της Γενιάς μας/ Armageddon»)… Φαίνεται πως εκείνος ο παλαιός progressive δίσκος από το 1982, που έκαναν οι P.L.J Band (οι μετέπειτα Τερμίτες) σε ετικέτα Vertigo εξακολουθεί να μην συγκινεί το… πολυπληθές κοινό, το οποίο γουστάρει προφανώς ν’ ακούει και να ξανακούει το βαρετό και κουραστικό «Πόσο σε θέλω» και όχι τις (εξ ίσου βαρετές και εν τέλει αδιάφορες) προφητείες του Ιεζεκιήλ και του Ζαχαρία. Αλλά, έτσι είναι αυτά τα πράγματα… Όσο… cult και να έγινε το “Armageddon” στα πέρατα του κόσμου, στην Ελλάδα δεν μπορεί παρά να αφορά λίγες εκατοντάδες άτομα (ούτε το 1/10 του Ηρωδείου δεν γεμίζουν). Κάποιους, εννοώ, από εκείνους που είχαν αγοράσει το LP όταν πρωτοβγήκε (παρά τα… θρυλικά «θαψίματα» των κριτικών της εποχής) και το γουστάρουν ακόμη, ή όσους (νεότερους), σήμερα, τη βρίσκουν (και καλά κάνουν) με τις «προγκρεσιβάδικες» επανεκδόσεις.
Με αφορμή λοιπόν τη συγκεκριμένη συναυλία, που μετατέθηκε, το ξαναλέω, για τις αρχές Οκτώβρη, γράφτηκαν πολλές υπερβολές στο internet σε σοβαρές και λιγότερο σοβαρές ιστοσελίδες. Στην σοβαρή naftemporiki.gr διαβάζεις π.χ. πως… «το έργο (σ.σ. ο “Αρμαγεδδών”) αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρο»(σ.σ.!!) –οι προφητείες είναι παντός καιρού, έτσι δεν είναι;–, πως... «εστιάζει στην τελική αναμέτρηση του καλού με το κακό, στον επερχόμενο ανεξέλεγκτο παγκόσμιο πόλεμο, στην απειλή του χάους και την ολοκληρωτική καταστροφή» (τρέχα γύρευε δηλαδή…), πως οι… «οι Τερμίτες (σ.σ. δηλαδή οι P.L.J Band) έκαναν έναν δίσκο, που, στο πέρασμα των χρόνων, δημιούργησε τον δικό του μύθο» (σ.σ. προσωπικώς δεν γνωρίζω κανένα «μύθο» που να δημιουργήθηκε γύρω από το “Armageddon” – εκτός και αν αναφέρεται κανείς σε κάτι μπούρδες που διαβάζαμε παλαιότερα πως ο δίσκος θεωρήθηκε… βλάσφημος, πως χτυπήθηκε από την Εκκλησία και αποσύρθηκε και άλλα τέτοια), πως το άλμπουμ… «…εκτός από τη συλλεκτική του αξία που συνεχώς αυξάνεται»[sic], εμφανίζει και... «καλλιτεχνική δυναμική που αναγνωρίζεται διεθνώς. Από τη Γερμανία μέχρι την Αυστραλία και από την Κίνα[sic] μέχρι το Μεξικό θεωρήθηκε ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του progressive και του ethnic rock[sic], αλλά και της underground[sic] σκηνής» και πως… «εδώ και τρεις δεκαετίες, διαρκώς ανεβαίνει “υπογείως” στην κορυφή πολλών έγκριτων μουσικών Top 10 του πλανήτη». Αν και δεν ξέρω ποια είναι αυτά τα «έγκριτα μουσικά Top 10 του πλανήτη» (αφήνω το underground, που, στα στομάτα και τις γραφίδες ορισμένων, έχει καταντήσει χειρότερο και από την... κοκακόλα), ξέρω, όμως, πως πριν δυο ημέρες μία EX κόπια πουλήθηκε στο eBay για 147 ευρώ… και άρα η συλλεκτική αξία του συγκεκριμένου δίσκου δεν μπορεί να «αυξάνεται συνεχώς».

από διαφημιστική καταχώρηση της εποχής (1982)
Εύχομαι να γεμίσει το Ηρώδειο με τον «Αρμαγεδδώνα» (που εν τω μεταξύ ξεχείλωσε με τα… τραγούδια της γενιάς μας, και άρα το βλέπω πιθανότερο), αν όμως δεν... τότε υπάρχει και η πλατεία Τιεν αν Μεν, ή έστω η Zócalo στο Μεξικό…

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ σε τραγούδια της Κέρκυρας

Τα 3/5 της τελευταίας line-up των Κόρε.Ύδρο. (Π.Ε. Δημητριάδης φωνή, κιθάρες κ.λπ., Μάριο Πλασκασοβίτης πιάνο, κιθάρες κ.λπ., Ντέλος Πέτρου μπάσο, ντραμς, Farfisa κ.λπ.,) μαζί με τους Νίκο Ραράκο κιθάρες και Χριστίνα Παπαλίτσα τσέλο αποτελούν σήμερα ένα καινούργιο γκρουπ που ακούει στο όνομα Τα Παιδιά της Παλαιότητας. Τώρα, αν αυτοί οι… νέοι Κερκυραίοι αποτελούν ή όχι μια μετεξέλιξη των παλαιοτέρων δεν έχει και τόσο σημασία – υπό την έννοια πως εκείνο που έχει νόημα να διακριβωθεί είναι αν τα «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» [Inner Ear, 2014] κομίζουν κάτι καινούριο, κάτι «άλλο» στο σύγχρονο ελληνικό ροκ, ή γύρω από το ροκ, τραγούδι. Εγώ θα πω πως «ναι, κομίζουν κάτι άλλο» και αυτό θα επιχειρήσω να εξηγήσω/αναπτύξω στο κείμενο που ακολουθεί. Στο ψητό λοιπόν…
Ακούμε δεκάδες ελληνικά συγκροτήματα, τα τελευταία χρόνια (να μείνω μόνο στα τελευταία) από την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Κρήτη, τα νησιά, τον κάμπο, τα όρη και τα βουνά της πατρίδας και «όλα» ακούγονται (όταν τραγουδούν στην αγγλική) σαν να προέρχονται από το Λονδίνο, το Καράκας ή τη Μόσχα… (δίχως να έχουν, σώνει και καλά, ρόλο «φτωχού συγγενούς»… κάθε άλλο μάλιστα). Αν, τώρα, τυγχάνει να τραγουδούν και στην ελληνική, και πάλι δεν γίνεται να καταλάβεις αν προέρχονται από την Δράμα, τη Σπάρτη ή την Καβάλα… Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξωτερική ομοιομορφία; (Γιατί εσωτερική ανομοιομορφία υπάρχει, κι ας είναι υποταγμένη). Τι απέγινε η… ιδιοσυστασία του μικρού τόπου, της κωμόπολης, της μικρής ή της μεγαλύτερης πόλης; Τι σημαίνει πλέον τοπική ιστορία, τοπικά ήθη κι έθιμα, τοπική εορτή και λατρεία; Όλοι… από την Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα και από την Γιοκοχάμα μέχρι την… Κωλοπετινίτσα θα πρέπει να ασχολούμαστε με το iphone 6 και τις Android Apps; Κι αν πρέπει ν’ ασχολούμαστε εν τοιαύτη περιπτώσει μπορεί να γίνουν όλα τούτα «σκέψεις», «έργα», «λόγια» ή «τραγούδια»; Από πού θ’ αντλήσει ο νέος έλληνας τραγουδοποιός –γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εδώ– αν δεν αντλήσει απ’ ό,τι του εμπιστεύθηκαν εκείνοι που τον μεγάλωσαν, απ’ όσα ο ίδιος αντιλαμβάνεται (ή πρέπει να αντιλαμβάνεται) ως ζωτικά στοιχεία μιας ύπαρξης που δεν είναι απλώς «σημερινή», αλλά κρατάει από τα βάθη των αιώνων; Τι σημαίνει ζω «στο σήμερα», όταν αγνοώ την… μικροϊστορία του τόπου μου, όταν δεν αντιλαμβάνομαι εκείνο που ραγίζει τις καρδιές των γειτόνων μου, καθώς ανακινείται η μνήμη;

Παλαιά, πριν εκατό χρόνια ας πούμε, είχαμε το ηπειρώτικο δημοτικό, που δεν μπορούσε κανείς να το μπερδέψει με το ρουμελιώτικο ή το μοραΐτικο. Στην πορεία αυτή η βεβαιότητα, δεν μετατράπηκε απλώς σε αίσθηση… εξαφανίσθηκε εντελώς. Όλα έγιναν «ένα». Ομογενοποιήθηκαν μέσα από τον καταναλωτική λαίλαπα, το μανιπουλάρισμα και την προπαγάνδα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που καταδίκασε το μερικό προς όφελος του γενικού, ισοπεδώνοντας ιστορίες και αξίες. Λοιπόν, για να το πω με απλά λόγια. Τα Παιδιά της Παλαιότητας έκαναν έναν δίσκο, που από την αρχή έως το τέλος του… μυρίζει Κέρκυρα. Την… Θεία Κέρκυρα. Όχι την Κέρκυρα του Κάβου ή του Rothschild, αλλά την Κέρκυρα της πίστης, του Αγίου, της θρησκείας (και της θρησκοληψίας), των θαυμάτων και των ταμάτων, των άδολων ανθρώπων, των ταραγμένων καντουνιών, των… θεσπέσιων κηδειών, της μαγείας και της λατρείας. Είναι μια Κέρκυρα που υπάρχει (και σήμερα) και για την οποίαν τραγουδούν Τα Παιδιά της Παλαιότητας, προτείνοντας έναν δίσκο που ΔΕΝ θα μπορούσε να δημιουργηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό για ’μένα είναι το σημαντικότερο όλων – και είναι αυτό το οποίον προηγείται οποιασδήποτε επιμέρους κρίσης ή ανάλυσης. Έτσι, και για να μην υπάρξει παρεξήγηση, το συγκρότημα φροντίζει, από την αρχή, από το εξώφυλλο κιόλας, να διασαφηνίσει το concept του, μέσω μιας φωτογραφίας από την αυγουστιάτικη λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, με τις σειρές των πιστών να περιμένουν καθιστοί στα πλακάκια της πλατείας, για να περάσει από πάνω τους… το θαύμα. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τι ακριβώς πιστεύουμε (και αν πιστεύουμε) εμείς ή ο καλλιτέχνης, αλλά τι ακριβώς πιστεύουν οι άλλοι· καθώς οι άλλοι είναι ο κόσμος, δεν είμαστε εμείς…

Ο Π.Ε Δημητριάδης είναι ένας αποφασισμένος παρατηρητής εκείνων που συμβαίνουν, βαθιά, στις ανυπόκριτες ψυχές του λαού. Αυτές επιδιώκει να εντοπίσει και να αναδείξει. Συγκινείται από την πίστη προς το θείο, αντιλαμβάνεται και κατανοεί την ανάγκη της λατρείας και της προσευχής, αντιμετωπίζει με κατανόηση την εκκλησιαστική άγραφη παράδοση, σεβόμενος την «άλλη άποψη», την αίρεση ή την πνευματική αντιστροφή, επειδή κι εκείνες αποτελούν μια το ίδιο βαθιά πίστη προς το ίδιο (ή το αντίθετο). Ενσωματώνει, επίσης, στην στιχουργική τέχνη του τον φόβο του πιστού προς τον Σατανά, κατανοώντας, υποθέτω, την αναγκαιότητα των αγιασμών π.χ., ή των εξορκισμών. Αποδέχεται, δηλαδή, μια θρησκευτική ή θρησκοληπτική διαδικασία, όχι επειδή αναγκαστικώς ο ίδιος πιστεύει σ’ αυτήν, αλλά επειδή τούτες ακριβώς οι διαδικασίες προσφέρουν ένα άνωθεν ή χθόνιο, κατά περίπτωση, αποτύπωμα σε μια κοινωνία, που δεν αφήνει τη συνείδησή της (και όχι οπωσδήποτε το σώμα της) να ενσωματωθεί.. Έτσι, αν στο τελευταίο άλμπουμ των Κόρε. Ύδρο. εικονιζόταν στο εξώφυλλο ο Σατανάς υπό τον Σταυρό (εικόνα από το ταβάνι του Αγίου στην Κέρκυρα), σε τούτο, το πρώτο των Παιδιών της Παλαιότητας, η ξεθωριασμένη φωτογραφία της λιτανείας είναι μιαν υπενθύμιση της Καρτερίας, της Ευχής και της Ελπίδας. Πως τα πράγματα, ακόμη και αν δεν αλλάξουν (όσο θα θέλαμε) δεν πρόκειται ποτέ να μείνουν ίδια («Μαραμένα λουλουδάκια/ πέφτουν από το ταβάνι/ στο όνειρό μου τα μαζεύω/ μα δε φτάνουν για στεφάνι»).

Το «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» είναι οπωσδήποτε (και) ένα άλμπουμ που αγκαλιάζει τη Μνήμη. Την κερκυραϊκή μνήμη, έτσι όπως εκείνη συνεχίζει να επικαθορίζει τον βίο των ανθρώπων (κάποιων ανθρώπων τέλος πάντων). Ακόμη και οι «Μνήμες ’85» (της αλήστου πασοκοκρατίας) εγώ θα πω πως δεν ασκούν επί της ουσίας κριτική (ο λόγος του Δημητριάδη δεν μου μοιάζει για πολιτικός, ακόμη και όταν αναφέρεται στην… ακαδημία των ρουσφετιών), εμμένοντας στην ερωτική άλω της προσωπικότητας του Ανδρέα και στον τρόπο που… εκείνος μετέφερε το θαύμα. Αυτό είναι και το μοναδικό, γενικό, συμπέρασμα (που εμπεριέχει όλα τ’ άλλα) μετά τις απανωτές ακροάσεις των… τραγουδιών από τις κατακόμβες. Ποιο;
Μα η μεταφορά του Θαύματος στην καθημερινή ζωή, και πώς εκείνο μπορεί να διασφαλίσει μιαν εσωτερική ισορροπία κάνοντας ευτυχισμένους, έν τινι μέτρω, τους ανθρώπους.
Επαφή: www.inner-ear.gr