Κυριακή 23 Ιουλίου 2023

σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από τον θάνατο της ηθοποιού ΥΒΟΝ ΣΑΝΣΟΝ – η τελευταία ταινία της ήταν μια άγνωστη ελληνική, από το 1972, σκηνοθετημένη από τον Κωστή Ζώη

Η φήμη της Υβόν Σανσόν (Yvonne Sanson) στην Ελλάδα οφείλεται, βασικά, σε μία και μόνη ταινία. Την αγαπημένη, από το πλατύ τηλεοπτικό κοινό, παραγωγή τής Finos Film «Μια Ζωή την Έχουμε!» (1958) σε σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα και με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι (αν και το βασικό τραγούδι της ταινίας, το «Μια ζωή την έχουμε» ή «Ο μήνας έχει εννηά», που είχε ακουστεί και στο «Σωφεράκι», πέντε χρόνια νωρίτερα, ήταν γραμμένο από τους Μιχάλη Σουγιούλ-Γιώργο Τζαβέλλα).
Μάλιστα ήταν τέτοια και τόση η φήμη της Υβόν Σανσόν στην δεκαετία του ’50, με αποτέλεσμα στους τίτλους αρχής της ταινίας του Τζαβέλλα το όνομά της να εμφανίζεται πιο μπροστά ακόμη και από εκείνο του βασικού πρωταγωνιστή Δημήτρη Χορν!
Είχε έρθει στην Ελλάδα του ’57 σαν ντίβα του ευρωπαϊκού σινεμά (και βασικά του ιταλικού) η Υβόν Σανσόν, επιχειρώντας να δώσει (και) μια ξεχωριστή προωθητική δύναμη στην ταινία της Finos Film, ασχέτως αν τελικώς δεν το κατάφερε. Το λέμε, γιατί το «Μια Ζωή την Έχουμε!» είχε κόψει μόλις 98.584 εισιτήρια στις αίθουσες πρώτης προβολής Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων, τη σεζόν 1957-58 (τρίτη ταινία σε εισπράξεις, πίσω από τις «Η Θεία από το Σικάγο» και «Η Λίμνη των Πόθων»).
Ένα βασικό που πρέπει να πούμε είναι πως η Σανσόν, στα μέσα του ’50, παρουσιαζόταν στα μίντια της εποχής σαν μια Ελληνίδα παγκοσμίου φήμης σταρ. Εννοούμε πως από εκείνη ήδη την εποχή ήταν γνωστή η καταγωγή τής ηθοποιού και η σχέση της με την Ελλάδα, καθώς η Σανσόν είχε γεννηθεί στην Θεσσαλονίκη το 1925, από γάλλο πατέρα ρωσικής καταγωγής και ελληνίδα μητέρα (αν εμπιστευτούμε την ιταλική wiki).
Γενικά, πάντως, τα βιογραφικά στοιχεία τής Υβόν Σανσόν, που θα πέθαινε σαν σήμερα στις 23 Ιουλίου 2003, στην Μπολόνια, στα 78 της, είναι κάπως περιπλεγμένα. Σίγουρα είχε ζήσει στη Θεσσαλονίκη αρκετά χρόνια της νεότητάς της, ενώ μέσα στην Κατοχή, το 1943, καταφεύγει με την οικογένειά της στην Ιταλία – με την πρώτη εμφάνισή της στον κινηματογράφο να καταγράφεται (κατά την IMDb), στο δράμα “Aquila Nera” (1946) του Riccardo Freda.
Έχοντας εντυπωσιακή εξωτερική εμφάνιση, η Υβόν Σανσόν γρήγορα επιβάλλεται στο κύκλωμα των ρομαντικών μελοδραμάτων της Cinecittà, γυρίζοντας μέσα σε μια 15ετία κάμποσα απ’ αυτά, σε σκηνοθεσίες των Alberto Lattuada, Luigi Zampa, Luigi Comencini, Raffaello Matarazzo κ.ά., γνωστών και καλών σκηνοθετών δηλαδή, έχοντας δίπλα της τον γόη τής εποχής Amedeo Nazzari, την Gina Lollobrigida και άλλους ηθοποιούς.
Έκανε ταινίες και για το γαλλικό σινεμά η Υβόν Σανσόν (σε σκηνοθεσίες των André Cayatte, Jean-Pierre Melville και René Clément), ενώ από τα τέλη του ’50 και μετά το άστρο της αρχίζει να δύει, με την ίδια να συμμετέχει σε δεύτερους ρόλους σε μερικές μνημειακές ταινίες εκείνης της περιόδου, όπως στο γουέστερν “Django” (1966) του Sergio Corbucci και βεβαίως στον περίφημο «Κομφορμίστα» (1970), το αριστούργημα του Bernardo Bertolucci.
Σαν ηθοποιός, παρά το επιβλητικό και εκθαμβωτικό παρουσιαστικό της, θεωρήθηκε κάπως «παγερή» και όχι «άνετη» μπροστά από την κάμερα, ενώ και τα ιταλικά της, που δεν ήταν τέλεια, δημιουργούσαν κάποια επιπλέον προβλήματα (τα οποία, συχνά, αντιμετωπίζονταν με το ντουμπλάρισμα της φωνής της).
Διαβάζοντας μέσα στα χρόνια ποικίλα κείμενα, στα ελληνικά σάιτ, για την περίπτωση της Υβόν Σανσόν, μου έκανε πάντα εντύπωση κάτι από το καλλιτεχνικό τέλος της – πως η τελευταία ταινία, που είχε γυρίσει η Σανσόν ήταν ελληνική, έχοντας τον μακρύ τίτλο «Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι εμείς» (στην πραγματικότητα ο σωστός τίτλος ήταν λίγο διαφορετικός). Η ταινία ήταν σκηνοθετημένη από τον Κωστή Ζώη και εμφανίζεται, παντού, ως παραγωγή του 1972.
Όσοι και όσες έχουν γράψει για την Υβόν Σανσόν αναφέρουν, πάντα, στα κείμενά τους, την παρουσία της στην ταινία του Ζώη (προφανώς κάποιοι αντιγράφουν από άλλους), αλλά ποτέ κανείς δεν έψαξε να βρει κάποιες περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτήν την ταινία, που θα σηματοδοτούσε, σε κάθε περίπτωση, το τέλος της κινηματογραφικής σταδιοδρομίας αυτής της ευρύτερα αναγνωρισμένης ελληνο-ιταλίδας ηθοποιού. Είπα λοιπόν να το πράξω εγώ... Για να δούμε τι προέκυψε...
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η ταινία απουσιάζει από την βάση IMDb – και από το λήμμα “Yvonne Sanson” και από το λήμμα “Kostis Zois”. Επίσης απουσιάζει από τον πίνακα με τους αριθμούς εισιτηρίων των ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου, κάτι που, στην πράξη, σημαίνει, πως η ταινία δεν προβλήθηκε ποτέ εμπορικά. Άρα μιλάμε για μία άγνωστη και για μια ξεχασμένη ταινία, για την οποία δεν ξέρουμε αν, πλέον, θα πρέπει να την θεωρούμε και πρακτικά χαμένη. (Παρεμπιπτόντως ρώτησα, πριν λίγο καιρό, τον πρωταγωνιστή της Ηλία Λογοθέτη μήπως γνώριζε κάτι σχετικό με την τύχη της, αλλά η απάντησή του ήταν αρνητική).
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/san-simera/simera-symplironontai-20-hronia-apo-ton-thanato-tis-ithopoioy-ybon-sanson

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

LUNG τεύχος #18, Ιούνιος 2023

Το LUNG συνεχίζει την περιοδική πορεία του, έχοντας το νέο 18ο τεύχος του σε κυκλοφορία, πάντα στο γνωστό σχήμα με τις 106 γεμάτες σελίδες και με το εξ ίσου γεμάτο CD-R, με τα 13 tracks (επιλεγμένα από τις μπάντες της ελληνικής εταιρείας Make Me Happy Records).
Όσα έχουμε γράψει στο παρελθόν για το LUNG ισχύουν και για το παρόν τεύχος φυσικά, και σε σχέση με την ύλη του και σε σχέση με την κυκλοφορία του αυτή καθ’ αυτή – γεγονότα, αμφότερα, που επιβεβαιώνουν την ανεξαρτησία του περιοδικού.
Η ύλη πολλή και πλούσια και σ’ αυτό το τεύχος, με πάμπολλα κείμενα στο γνωστό στυλ τού LUNG – με στόχευση, δηλαδή, στην εναλλακτική σκηνή και στις ποικίλες εκφάνσεις της (post-rock, punk, pop, indie, jazz, improv, metal, garage, psych, folk κ.λπ.).
Τα κείμενα τώρα, χοντρικά, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Είναι οι παρουσιάσεις-δισκοκριτικές, είναι τα αφιερώματα και είναι και οι συνεντεύξεις, με πλήθος κειμένων για κάθε κατηγορία. Επίσης, ένας άλλος διαχωρισμός θα μπορούσε να αφορά στα θέματα τα σχετικά με την εγχώρια σκηνή και σ’ εκείνα που έρχονται «απ’ έξω».
Το αφιέρωμα που μοιάζει να κυριαρχεί στο παρόν τεύχος είναι εκείνο στην Make Me Happy Records, που καταλαμβάνει επτά σελίδες και που περιλαμβάνει συνέντευξη με τον Ίαν Σκιαδά  (έναν από τους ανθρώπους που τρέχουν την εταιρεία, τα τελευταία έξι χρόνια), όπως και αναλυτική παρουσίαση, δίσκο-δίσκο, των δεκαπέντε κυκλοφοριών της (η δέκατη έκτη είναι κατά μίαν έννοια το CD-R, που δίνεται μαζί με το περιοδικό).
Υπάρχουν φυσικά κι άλλα αφιερώματα σύντομα ή όχι και τόσο (Siouxsie Sioux, Flaming Stars, L39 Records, Wayne Shorter…), ενώ ανάμεσα στα πολλά και διάφορα, που καταγράφονται στο 18ο LUNG και που καλύπτονται είτε με δισκοκριτικές είτε με συνεντεύξεις είναι και τα θέματα για τους Protomartyr, Melvins, Mudhoney, Art Ensemble of Chicago, Algiers, Fire! Orchestra, Church of Man, Γιώργο Καρρά, Vasilis Dokakis, Nick Cave, Κώστα Τουρνά κ.ά.
Ενδιαφέρον, φυσικά, έχει και το CD-R με tracks από One Night Suzan, Next Time Passions, Ta Toy Boy, Splashing Rainbows, Secret Postcards κ.λπ., που φανερώνουν την καλή προσπάθεια, που καταβάλλει η Make Me Happy Records, στην κατεύθυνση μιας σοβαρής, ελληνικής, αγγλόφωνης pop, με ισχυρό βρετανικό άγγιγμα. 
Το έχουμε γράψει κι άλλες φορές για το LUNG, και το ξαναλέμε. Μία πολύ καλή προσπάθεια.
Επαφή: www.lungfanzine.gr

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

δίσκοι της γαλλικής πειραματικής ετικέτας BeCoq

Δεν αναφερόμαστε πρώτη φορά σε κυκλοφορίες της γαλλικής πειραματικής ετικέτας BeCoq, που εισάγεται στην Ελλάδα από την Recordisc. Αν «χτυπήσεις» στο search του blog το “BeCoq” θα βρεις τα σχετικά παλιά reviews, όμως, εδώ, προέχουν τα καινούρια...
JEAN-LUC GUIONNET / LUNAR ERROR: Plafond de Verre [BeCoq, 2020]
Μπορεί το CD “Plafond de Verre” να το υπογράφουν δύο μόλις άτομα, ο συνθέτης Jean-Luc Guionnet και ο πληκτρονίστας Thomas Coquelet (Lunar Error), όμως σ’ αυτό συμμετέχουν πάρα πολλοί μουσικοί, που είναι υπεύθυνοι, άλλος έτσι και άλλος αλλιώς, για το τελικό, και εντελώς αναπάντεχο, αποτέλεσμα.
Πιο αναλυτικά εδώ ακούγονται οι: Gabriel Lemaire βαρύτονο σαξόφωνο, Matthieu Lebrun μπάσο κλαρίνο, Quentin Biardeau τενόρο σαξόφωνο, Quentin Conrate κρουστά, Florian Satche κρουστά, François Ella-Meyé πιάνο, Pierre Denjean ηλεκτρική κιθάρα, Léo Rathier ηλεκτρική κιθάρα, μπάντζο, Paul Ménard ηλεκτρική κιθάρα, Thomas Coquelet (Lunar Error) guide-chant (μικρό αρμόνιο), σύνθια και Lucien Rapilly κομπιούτερ.
Το άκουσμα είναι παράξενο και εν γένει αναπάντεχο, όπως γράψαμε και πιο πάνω. Βασικά εκείνο που κυριαρχεί στο “Plafond de Verre” είναι η πειραματική διάθεση, με τα όργανα να επωμίζονται ποικίλους ρόλους –συχνά υπαινικτικούς και πάντως εκτός ορίων–, προβάλλοντας απροσπέλαστες καταστάσεις.
Στα περισσότερα tracks κυριαρχεί ο θόρυβος σε όλες τις στάθμες (πολύ χαμηλές, χαμηλές, μεσαίες, υψηλές), ενώ δεν λείπουν οι βόμβοι, η επεξεργασία των ήχων-σημάτων, η μινιμαλιστική λογική, το ambient, όπως και η ακραία-εξοντωτική και αυτοσχεδιαστική προσέγγιση, που χτυπάει κόκκινο, δηλαδή το υπερβαίνει, στο 9λεπτο track 7 και στο 8λεπτο track 11, που είναι από τα πιο άγρια, και σίγουρα από τα πιο εντυπωσιακά, του δίσκου.
Παρότι το “Plafond de Verre” δεν έχει κάποια... λογική ροή, με πολλά κομμάτια να ακούγονται «άσχετα», δηλαδή διαφορετικά σε σχέση με τα προηγούμενα και τα επόμενά τους, στην πράξη είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πειραματικό άλμπουμ, καθώς διερευνά σε βάθος τελείως διαφορετικές ηχητικές καταστάσεις. Το παιγνίδι με την ένταση εννοούμε, από το σχεδόν τίποτα έως τον ακραίο θόρυβο, είναι φοβερό και πέφτει πάνω σου σαν κεραυνός.
TRRMÀ / CHARLEMAGNE PALESTINE: Sssseegmmeentss Frrooom Baaari [BeCoq, 2019]
Οι Trrmà είναι ένα ιταλικό πειραματικό duo από το Μπάρι, το οποίον αποτελούν οι Giovanni Todisco κρουστά και Giuseppe Candiano συνθεσάιζερ. Αυτό το σχήμα υφίσταται από το 2015 έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα κάμποσες δουλειές, μία εκ των οποίων είναι και η “Sssseegmmeentss Frrooom Baaari”. Το ιδιαίτερο της συγκεκριμένης δουλειάς είναι πως οι Trrmà συνεργάζονται, σ’ αυτήν, με μία μορφή της πειραματικής ηλεκτρονικής και του μινιμαλιστικού ήχου, τον αμερικανό πρωτοπόρο Charlemagne Palestine (γενν. 1947), που χειρίζεται πιάνο και ηλεκτρονικά, συνθέτοντας από κοινού (Trrmà και Palestine) τα δύο κομμάτια του δίσκου – δηλαδή το “Ssssssssseegggggggmmmmmeent 1” (21:25) και το “Ssssssssseegggggggmmmmmeent 2” (20:51).
Και τα δύο tracks, τώρα, κινούνται σε χαμηλό και πολύ χαμηλό δυναμικό (ηχογραφείται ακόμη και σιωπή), δίχως τούτο να σημαίνει πως στην εγγραφή δεν υπάρχει πληθώρα ηχητικών γεγονότων (βόμβοι, φωνές, βιομηχανικοί ήχοι, θόρυβοι, τυπικό piano playing κ.λπ.) μαζί με τις επεξεργασίες τους βεβαίως, με ολάκερο το «πακέτο» να υπόκειται σε μία μινιμαλιστική λογική.  
Επί της ουσίας θα πρέπει να τεντώσεις τα αυτιά σου για ν’ ακούσεις ό,τι δημιουργείται στο “Sssseegmmeentss Frrooom Baaari”, με τα ντραμς και τα κρουστά του Todisco να σε βγάζουν ανά διαστήματα από αυτή την ιδιότυπη ακουστική νιρβάνα, που έχει τον τρόπο να επιβάλλεται και να «καταπίνει» τον ακροατή, μέσω της αφηρημένης μακρηγορίας της.
TOYS 'R' NOISE: Manivole [La République Des Granges / Tandori Records / BeCoq / Et Mon Cul C'est Du Tofu?, 2019]
Για τους Toys 'R' Noise δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά. Από μια φωτογραφία τους, που υπάρχει στο discogs, βλέπουμε πως αποτελούνται από έξι άτομα, τα οποία χειρίζονται βασικά σύνθια και ηλεκτρονικά. Πληροφορούμαστε, επίσης, πως ηχογραφούν τουλάχιστον από το 2010 και πως έχουν τυπώσει έως ώρας δύο LP – το δεύτερο είναι το παρόν “Manivole” από το 2019. Βεβαίως είναι Γάλλοι οι Toys 'R' Noise, κάτι που φαίνεται, χονδρικώς, και στη μουσική τους.
Το “Manivole”, τώρα, αποτελείται από δύο μεγάλα κομμάτια, που έχουν τίτλους “Region A” και “Region B” και τα οποία διαρκούν 17:19 και 16:43 αντιστοίχως.
Το πρώτο track ξεκινάει περισσότερο πειραματικά, με τα ντραμς να οριοθετούν ένα πρώτο πλαίσιο, εντός του οποίου τοποθετούνται φωνές, ηλεκτρονικά, ηλεκτρακουστικές παρεμβολές, noises κτλ., πριν η σύνθεση αποκτήσει πιο τυπικά χαρακτηριστικά κινούμενη σε electro-rock διαδρομές.  
Τα ίδια χοντρικώς ισχύουν και για το δεύτερο κομμάτι, που επίσης ξεκινάει πειραματικά για να αποκτήσει μετά το ένατο λεπτό μία περισσότερο progressive / electronic-avant-rock εξέλιξη (και με γαλλικά χαρακτηριστικά – Heldon π.χ.).
Και στα δύο κομμάτια αυτή ακριβώς η αλλαγή πορείας είναι που τα κάνει αληθινά ενδιαφέροντα – κάτι που αφορά και σε ολόκληρο το “Manivole” τελικώς.
YES DEER: Gloss [BeCoq / Insula / Abstract Tits, 2018]
Για τους Yes Deer έχουμε ξαναγράψει πίσω στο 2017, με αφορμή το άλμπουμ τους “Get your Glitter”, προσδιορίζοντάς τους ως ένα σκληροπυρηνικό σχήμα του λεγόμενου «δημιουργικού αυτοσχεδιασμού».
Σκανδιναυοί είναι οι Yes Deer αποτελούμενοι εκ των Signe Dahlgreen τενόρο σαξόφωνο, Karl Bjorå κιθάρες και Anders Vestergaard ντραμς. Τρεις μουσικοί, δηλαδή τρία όργανα, που συχνά παίζουν στην τσίτα – με άλλα κομμάτια να κινούνται πιο κοντά σε μιαν «ελεύθερη» τζαζ φόρμα, και με άλλα πλησίον του ανάλογου rock (αν και βασικά εκείνο που επικρατεί, εδώ, είναι ο συνδυασμός τους). Τυπικό παράδειγμα το “Marry or hang”, που διαρκεί 8:30 και που συντίθεται πάνω σε μία πολύ σκληρή ροκ βάση, με το τενόρο ν’ ακούγεται σ’ ένα σκληροπυρηνικό διμερές σόλο.
Σε άλλα κομμάτια εν τω μεταξύ κυριαρχεί το πιο καταιγιστικό drumming, μ’ ένα ανάλογο κιθαριστικό παιγνίδι (“Dry specimens pinning”), σχηματίζοντας ένα πλαίσιο εντός του οποίου «τοποθετούνται» τα σκληρά παιξίματα από το τενόρο (με σύντομες παύσεις όμως).
Σε γενικές γραμμές θα υποστηρίζαμε πως το “Gloss” είναι ένα LP βαρύ, σκληροτράχηλο και απαιτητικό, που, οπωσδήποτε, θα ενθουσιάσει όσους αρέσκονται σ’ αυτή την… έξω φρενών επικοινωνία της jazz με το rock.

Επαφή: Music Corner, Πανεπιστημίου 56, Αθήνα, τηλ. 210-3304000, www.musiccornerstore.gr

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

το θρυλικό “Je t'aime... moi non plus” (1969) της JANE BIRKIN και του SERGE GAINSBOURG στην Ελλάδα της εποχής – ακούστηκε τελικά το τραγούδι στη χώρα μας και με ποιο τρόπο;

Ο θάνατος της βρετανo-γαλλίδας τραγουδίστριας και ηθοποιού Jane Birkin, στις 16 Ιουλίου, στα 76 χρόνια της, επανέφερε στην επικαιρότητα ένα θρυλικό τραγούδι από τα late sixties, το πασίγνωστο “Je t'aime... moi non plus”.
Το τραγούδι ήταν συντεθειμένο από τον σύντροφό της, τον γάλλο τραγουδοποιό, ηθοποιό κ.λπ. Serge Gainsbourg (1928-1991), ο οποίος το γράφει και το ηχογραφεί, για πρώτη φορά, στο τέλος του 1967, με την Brigitte Bardot στη φωνή και με ενορχήστρωση επιμελημένη από τον Michel Colombier. Η εκδοχή αυτή θα αποσυρθεί στην εποχή της, για να ακουστεί για πρώτη φορά, επίσημα, μόλις το 1986, σ’ ένα δισκάκι της Philips.
Όταν, το 1968, η
Jane Birkin με τον Serge Gainsbourg θα αντάμωναν στα γυρίσματα της ταινίας “Slogan” του Pierre Grimblat, δεν θα δημιουργείτο μόνον η μεταξύ τους ερωτική σχέση, αλλά θα έπεφτε στην πορεία και η ιδέα της επανηχογράφησης του τραγουδιού. Πράγμα που θα συνέβαινε, τελικά, προς το τέλος εκείνης της χρονιάς, στο Λονδίνο, στα Marble Arch Studios, με το τραγούδι να κυκλοφορεί επίσημα, για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 1969, σ’ ένα 45άρι της Fontana (παράλληλη ετικέτα της Philips), με πίσω πλευρά το “Jane B.” (που ήταν διασκευασμένος Σοπέν), σε ενορχήστρωση του Arthur Greenslade.
Το τραγούδι στους στίχους του περιγράφει την ερωτική πράξη, κάτι που, κατά τον Gainsbourg, θα έπρεπε να τονιστεί και από τα φωνητικά της Jane Birkin, η οποία εκτός από το να τραγουδά-σπικάρει, επιδίδεται και σε βαθείς αναστεναγμούς, μικρές κραυγές, ηδονικές ανάσες κ.λπ. επιτείνοντας το απροκάλυπτο ερωτικό περιεχόμενο του κομματιού.
Παρ’ όλη την ερωτική απελευθέρωση που έχει επιφέρει σε διάφορους τομείς η άνθηση της ποπ κουλτούρας, η κοινωνία δεν παύει να είναι στη βάση της πουριτανική και είναι η «βάση» εκείνη που ακούει στο “Je t'aime... moi non plus” τα δήθεν έκλυτα ήθη της νεολαίας, που θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να αντιμετωπιστούν. Στο βιβλίο της “Munkey Diaries / 1957-1982” [Weidenfeld & Nicolson, 2020] η Jane Birkin θυμάται, μάλιστα, όταν είχαν πάει το τραγούδι στη γαλλική Phonogram (το δείγμα, που είχαν φέρει, μαζί με τον Gainsbourg, από το Λονδίνο), τον ιθύνοντα νου της εταιρείας Georges Meyerstein-Maigret να τους λέει το αμίμητο, αστειευόμενος:
«Παιδιά, κοιτάτε... Είμαι έτοιμος να πάω φυλακή, αλλά όχι για ένα 45άρι. Γυρίστε πίσω στο Λονδίνο και ετοιμάστε μου ένα LP».
Και ετοιμάστηκε το LP στη βρετανική πρωτεύουσα (Νοέμβριος-Δεκέμβριος του 1968), για να κυκλοφορήσει και αυτό τον Ιούνιο του ’69, με το “Je t'aime... moi non plus” ως lead track.
Το καλοκαίρι του ’69 το τραγούδι ακούγεται πλέον αρκετά στη Γαλλία, αφού κάποιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί το μεταδίδουν κι έτσι το ανακαλύπτει ο κόσμος. Το ραδιόφωνο είναι το πιο βασικό μέσο μετάδοσης των τραγουδιών, κι αν ένα τραγούδι «κόβεται» από το ραδιόφωνο δεν μπορεί να κάνει «επιτυχία». Αυτός είναι ο κανόνας.
Σε πολλές χώρες το τραγούδι αντιμετωπίζει προβλήματα με τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές αναμεταδόσεις του, αλλά στην Ιταλία τα πράγματα μοιάζει να ξεφεύγουν. Σ’ ένα μονόστηλο της «Μακεδονίας» από τις 29 Αυγ. 1969 διαβάζουμε: «Κατεσχέθησαν 569 δίσκοι του τραγουδιού “Σ’ αγαπώ” εις το Μιλάνον / Τα λόγια είναι πολύ τολμηρά». Για να συνεχίσει το άρθρο:
«Κατεσχέθησαν υπό της αστυνομίας 569 αντίγραφα του γαλλικού δίσκου “Σ’ αγαπώ... εγώ όμως όχι” με την κατηγορίαν ότι προσβάλλει την δημοσίαν αιδώ. Βάσει της διαταγής της αστυνομίας του Μιλάνου θα κατάσχωνται οπουδήποτε και αν ευρεθούν, εις ολόκληρην την Ιταλίαν. Ο δίσκος αναφέρει ερωτικούς λυρισμούς και στεναγμούς πάθους, ευρίσκεται δε μεταξύ των έξι καλύτερων ιταλικών τραγουδιών. Η επιδρομή της αστυνομίας εγένετο εις τας εγκαταστάσεις των παραγωγών δίσκων Φώνογκραμ του Μιλάνου, αλλά ακαθόριστος αριθμός δίσκων κατεσχέθη και εις διάφορα καταστήματα. Την παρελθούσα εβδομάδα η εφημερίς του Βατικανού “Ρωμαίος Παρατηρητής” επήνεσε την απόφαση του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως της Ιταλίας να απαγορεύσουν το τραγούδι αυτό εκ των προγραμμάτων. Το τραγούδι γραμμένο από τον Γάλλον Σερζ Γκαινσμπούργκ και εκτελούμενον υπό του ιδίου και της Αγγλίδος Τζαίην Μπίρκιν συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των δέκα πρώτων εις το Άμστερνταμ».
Αν αυτά συνέβαιναν στην Ελλάδα της δικτατορίας θα μπορούσε να φάνταζαν κάπως... αναμενόμενα – το ότι συνέβησαν, όμως, σε μια δημοκρατική χώρα της Δύσης, μοιάζει εκ πρώτης παράξενο. Δεν είναι όμως.
Με το να επιβραβεύσει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τη μη-αναμετάδοση του τραγουδιού μπορεί να ενθάρρυνε τα γιουρούσια κάποιων ζηλωτών καραμπινιέρων σε δισκάδικα και αποθήκες, παράλληλα, όμως, με το να προσδώσει ένα τέτοιο βάρος στην υπόθεση, δεν γινόταν παρά να οδηγήσει τον κόσμο στα καταστήματα... για να βρει, ν’ αγοράσει και ν’ ακούσει το δίσκο. Το λέει και η Jane Birkin στο βιβλίο της... πως ο Gainsbourg θεωρούσε τον Πάπα κάπως σαν τον μεγαλύτερο προμότερ του “Je t'aime... moi non plus”... και δεν είχε άδικο.
Βεβαίως από την μεμονωμένη (και όχι γενικευμένη) κατάσχεση των δίσκων, που είναι ένα δυνητικά πιθανό γεγονός, έως εκείνα τα ακραία και τελείως ασυνάρτητα που γράφτηκαν (και στα ελληνικά μίντια) πως το τραγούδι απαγορεύτηκε από το Βατικανό (η Εκκλησία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απαγορεύει τραγούδια, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τα καταγγέλλει ως «ανήθικα»), πως ο επικεφαλής της ιταλικής Phonogram οδηγήθηκε στη φυλακή ή πως τον αφόρισε ο Πάπας(!) κ.λπ., υπάρχει τεράστια απόσταση.
Όμως, παρά την «πόρτα» που τρώει το
“Je t'aime... moi non plus” και στο BBC κατορθώνει το ακατόρθωτο (και για το γεγονός πως ήταν γαλλικό τραγούδι). Όχι απλώς να μπει στο βρετανικό Top-50, αλλά σταδιακά να πιάσει και κορυφή! – και μάλιστα με 45άρια δύο διαφορετικών ετικετών(!), της Fontana και της Major Minor, αφού ο Gainsbourg θα υπέγραφε σύντομα με την δεύτερη εταιρεία.
Το δισκάκι της Fontana μπαίνει στο βρετανικό chart στις 23 Αυγούστου 1969, φθάνοντας έως την θέση #2, στις 27 Σεπτεμβρίου (παραμένοντας στο chart για 10 εβδομάδες), ενώ το δισκάκι της Major Minor θα έμπαινε στο chart στις 4 Οκτωβρίου 1969, για να γίνει Νο #1 στις 11 του ίδιου μήνα (παραμένοντας στο chart για 12 εβδομάδες).
Για κάποιες εβδομάδες του Οκτωβρίου, με άλλα λόγια, και τα δύο αγγλικά δισκάκια θα βρίσκονταν στο Top-50! Αναλογιζόμενοι τις ιδιαιτερότητες του τραγουδιού (μη-μεταδόσιμο από διάφορα ραδιοτηλεοπτικά μίντια και γαλλικό) θα λέγαμε πως όλα τούτα ακούγονται απίστευτα!
Εκείνη την εποχή, λογικά στα μέσα φθινοπώρου του 1969 ή ίσως και νωρίτερα, το “Je t'aime... moi non plus” με την Jane Birkin και τον Serge Gainsbourg τυπώνεται και σε ελληνικό δισκάκι, σε ετικέτα Fontana! Περίεργο; Καθόλου σε πρώτη φάση. Καθώς μια τέτοια επιτυχία δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητη την Ελλαδίσκ (μετέπειτα Phonogram, PolyGram κ.λπ.). Κόβεται λοιπόν το δισκάκι, αλλά το τρώει η μαρμάγκα, αφού δεν υπάρχει περίπτωση να μεταδοθεί από το ραδιόφωνο και να το μάθει ο κόσμος.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/thryliko-je-taime-moi-non-plus-tis-tzein-mpirkin-kai-toy-serz-gkensmpoyr-stin-ellada

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2023

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 521

19/7/2023
Στο YELLOW BOX, που κυκλοφορεί στα περίπτερα. Το progressive, electronic rock LP του Ιρλανδού Jim Griffin, στην ελληνική Sound Effect Records...

18/3/2023
Λείπει...

18/3/2023
>>Τα βασιλικά εμβλήματα του βασιλέως της Ελλάδος Όθωνα -το στέμμα, το σκήπτρο και το ξίφος- εντόπισαν στο Τατόι κατά τη διάρκεια των εργασιών τεκμηρίωσης των πολιτιστικών αγαθών και κινητών αντικειμένων στελέχη των αρμόδιων υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού.<<
Ένα υψηλόφρον υπουργείο, που ξέρει να διαχωρίζει εμφατικά τη θέση του από τους πλεμπαίους αναρχοκομμουνιστές.
Εσείς με τις πλαστικές καρέκλες κι εμείς με τις ρομφαίες...

18/3/2023
Για το Je t’aime, moi non plus...
>>To τραγούδι απαγορεύτηκε από το Βατικανό, ο επικεφαλής της Phonogram Records στην Ιταλία οδηγήθηκε στη φυλακή.<<
Το Βατικανό και η Εκκλησία γενικά δεν μπορεί να απαγορεύσει τραγούδια. Δεν έχει τέτοια δικαιώματα. Μπορεί απλώς να καταγγείλει ένα τραγούδι ως «άσεμνο». Μην γράφετε ό,τι σας κατέβει. Και κυρίως μην αντιγράφετε ό,τι μ@λακία διαβάζετε αλλού. Στην wiki διαβάζεις πως κάποιος ισχυρίστηκε ότι το Βατικανό αφόρισε διευθυντικό στέλεχος της ιταλικής Phonogram, που είχε δώσει εντολή να κυκλοφορήσει ο δίσκος (προσωπικά τα θεωρώ μπαρούφες αυτά).
Το ότι Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε αφορισμούς είναι γεγονός (είναι κάτι που ανήκει στη δικαιοδοσία της). Επίσημα το Βατικανό δεν φαίνεται να αφόρισε κανέναν, αλλά το ότι μπορεί να βρέθηκε κάποιος φανατικός καρδινάλιος, που να προέβη σε κάτι τέτοιο δεν μπορεί κανείς να το αποκλείσει. (Αν και δεν ξέρω πώς ακριβώς συντελούνται οι αφορισμοί στην καθολική εκκλησία, σε κάθε περίπτωση, σαν γεγονός, κάτι τέτοιο, θα ήταν παντελώς αδιάφορο).
Και οι άσχετοι, και οι άσχετες, που αντιγράφουν όποια σαχλαμάρα διαβάσουν στα ξένα σάιτ καλό θα ήταν να μας πληροφορήσουν με ποια ακριβώς κατηγορία ο επικεφαλής της ιταλικής Phonogram οδηγήθηκε στη φυλακή, και βασικά ποιος του απήγγειλε την κατηγορία. Μήπως ο Ιταλός Αμβρόσιος;

17/3/2023
Αντισυστημικός με κρατικές πλάτες δεν υπάρχει. Είναι σαν το επιχορηγούμενο underground. Ειδάλλως βγαίνεις και τα χώνεις, επί τόπου, σε Μητσοτάκηδες, Μενδώνηδες και τα τοιαύτα και τελειώνει η υπόθεση.

17/3/2023
Να θυμίσω πως η Τουρκία δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα με τη λεγόμενη «συμφωνία των Πρεσπών», γιατί αν είχε θα παζάρευε σκληρά στο ΝΑΤΟ την είσοδο της «Μακεδονίας», όπως παζάρεψε τώρα με τη Σουηδία. Και φυσικά καμία «συμφωνία των Πρεσπών» δεν εμποδίζει την Τουρκία να συνάπτει «πενταετή συμφωνία Στρατιωτικής-Οικονομικής Συνεργασίας» με τα Σκόπια, προσφέροντας χρήμα και υλικό στη Βόρεια Μακεδονία.
Τους «έντιμους συμβιβασμούς» οι Τούρκοι τους αφήνουν για τους Έλληνες. Οι ίδιοι ξέρουν πάντα τι θέλουν και το παίρνουν.

16/3/2023
To "Je T'aime... Moi Non Plus" με Jane Birkin / Serge Gainsbourg είχε κυκλοφορήσει σε 45άρι στην Ελλάδα μέσα στο 1969 (σε Fontana), αλλά το τραγούδι δεν έκανε επιτυχία. Προφανώς δεν μεταδιδόταν από το ραδιόφωνο, λόγω των σεξο-φωνητικών, και ο κόσμος δεν το ήξερε. Αντιθέτως, επιτυχία έκανε μια ιταλική διασκευή του τραγουδιού από τους I Combos, χωρίς τα σεξο-φωνητικά (στην Melody του Πλωμαρίτη - μάγκας ο Πλωμαρίτης, γιατί κατάλαβε τι έπρεπε να γίνει), η οποία μπαίνει κατ' ευθείαν στο ελληνικό Top-30 τον Απρίλιο του '70 στη θέση 9, φθάνει μέχρι τη θέση 5 τον Ιούνιο και βγαίνει από το Top μετά τον Αύγουστο. Δηλαδή την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1970 το τραγούδι ακουγόταν πολύ στην Ελλάδα, αλλά από τους Combos...
Τα λέμε αυτά, επειδή ήδη γράφονται ό,τι να 'ναι...
https://www.youtube.com/watch?v=VvQCa5cFy7w

16/3/2023
Πλάκα-πλάκα από τους τέσσερις καλύτερο θεωρώ τον Τζουμάκα. Αν και αναγνωρίζω πως είναι επιλογή χωρίς προοπτική. Τον Τσακαλώτο και την Αχτσιόγλου τους θεωρώ νεοδεξιούς (κάπως σαν τους δημοκρατικούς στην Αμερική) και νεροκουβαλητές του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας κ.λπ., τον δε Παππά τον αντιμετωπίζω σαν άνθρωπο των παρασκηνίων.
Αριστερά; Mε το μικροσκόπιο, γενικά.

16/7/2023
Στο τελευταίο YELLOW BOX, που κυκλοφορεί στα περίπτερα, γράφουμε και για τον Herbie Hancock, με αφορμή την εμφάνισή του στο Ηρώδειο...

15/7/2023
Η φίλη Irene Evripidou βρήκε στο κέντρο της Αθήνας το βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο», από το 1996 (έχουν περάσει 27 χρόνια!) με 1 ευρώ!
Το βιβλίο είναι σπάνιο πια και αν πέσει στα χέρια των παλαιοβιβλιοπωλών φεύγει με τιμές πάνω από 30 ευρώ.
Το συγκεκριμένο αντίτυπο, επειδή ήταν γραμμένο προφανώς (και μάλιστα στα αγγλικά!), πήγε κατ’ ευθείαν στις «προσφορές».
Καλά έκανε η φίλη και το αγόρασε. Κι εγώ αγοράζω μεταχειρισμένα βιβλία γραμμένα, χωρίς εξώφυλλο, με λειψές σελίδες, σε ό,τι κατάσταση κι αν είναι, αν τα βρίσκω με 1 ευρώ και μ’ ενδιαφέρουν.

14/7/2023
Αν αυτά που είπε χθες ο Μητσοτάκ για την Τουρκία τα έλεγε ο Τσίπρας π.χ. όλα τα συστημικά μίντια θα ούρλιαζαν, ζητώντας την κεφαλή του επί πίνακι.
Μας είναι πολύ η θέση «107» και μας κολακεύει σαν χώρα...

14/7/2023
>>«Το ΚΚΕ αντιτίθεται στην απαράδεκτη αυτή ενέργεια των ελληνικών αρχών και ρωτάει το αρμόδιο υπουργείο για ποιους συγκεκριμένους λόγους κρατήθηκε η Σούχα Μπισάρα στο αεροδρόμιο της Αθήνας και απαγορεύτηκε η είσοδός της στην Ελλάδα; Για ποιους λόγους θεωρείται άτομο επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια;».<<
Το ΚΚΕ ξέρει ότι η χώρα αντιμετωπίζεται με τη λογική του προτεκτοράτου και ότι αποφασίζουν άλλοι (ΕΕ, Γερμανία, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, Ισραήλ...) αντί γι’ αυτήν. Οι ρητορικές ερωτήσεις στερούνται νοήματος.