Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

THE PERIODS ένα rock, στα όρια του garage, γκρουπ από την Αθήνα

Οι Periods είναι ένα σχετικώς καινούριο ελληνικό συγκρότημα, το οποίο δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 2012-13 – με το Periods[B-otherSide Records, Body Blows Records, Nothing to Harvest Records, Underground Union Records, 2025] να αποτελεί το πρώτο long-play τους. Στο άλμπουμ, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, στην αρχή του Γενάρη, καταγράφονται τέσσερα + τέσσερα ροκ κομμάτια –προτάσεις, προφανώς, του ίδιου του γκρουπ–, που δημιουργούν όλα ένα κλίμα. Τι κλίμα; Αυτό θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε στη συνέχεια...
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η line-up των Periods έχει μιαν ιδιαιτερότητα – το λέμε, γιατί δεν συναντάς, εύκολα, σύγχρονα ροκ γκρουπ, στα οποία τρία από τα τέσσερα μέλη τους να είναι γυναίκες. Έτσι λοιπόν Periods είναι η Nasia φωνή, κιθάρα, η Nina φωνή, μπάσο, η Talin ντραμς και ο AV κιθάρες.
Οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι... ροκάρουν. Και μάλιστα θα έλεγα «αγρίως», παρότι οι φωνές δεν βγάζουν αυτή τη σκληρότητα, την σχετικά ακατέργαστη, που αφήνουν τα μουσικά passages. Garage punk παίζουν οι Periods, αλλά όχι με έντονη την σίξτις αίσθηση, καθώς φέρνουν περισσότερο στη μνήμη τα γκρουπ, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 – ας θυμηθούμε μεταξύ πολλών άλλων και τους «δικούς μας» Villa 21 ή ακόμη και τους Last Drive. Το λέω, γιατί οι επιρροές των Periods είναι... δισυπόστατες. Έτσι, από τη μια μεριά υπάρχει αυτό το σκληροτράχηλο, το τύπου Stooges να πούμε, αλλά από την άλλη υπάρχουν και συνδέσεις με το surf και το twang, που προσδίδουν στα τραγούδια του γκρουπ κι άλλες διαστάσεις – Cramps-ικές εννοώ.
Τα καταφέρνουν καλά ή και πολύ καλά οι Periods, και tracks σαν τα “Walking with fire”, “Small talk”, “A dead mans code (Zamama)” και “Every face”, οπωσδήποτε ξεχωρίζουν – αν και κάθε κομμάτι, εδώ, έχει νόημα και λόγο ύπαρξης. Τι θα μπορούσε να βελτιώσουν οι Periods; Σίγουρα στο φωνητικό κομμάτι μπορεί να γίνουν περισσότερα και καλύτερα, και νομίζω πως εκεί θα πρέπει να επικεντρωθεί το γκρουπ, προκειμένου να ανεβεί ένα ακόμη σκαλοπάτι.
Επαφή: https://theperiods.bandcamp.com/album/the-periods

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

DANCE WITH INVISIBLE PARTNERS nagasaki

Οι Dance with Invisible Partners (DwIP) είναι ένα σχήμα-project, που έχει θέσει σε κίνηση εδώ και καμιά δεκαετία ο Κωστής Γαρδίκης (Kostis Gardikis), ο οποίος συνθέτει, γράφει στίχους, τραγουδά, παίζει κιθάρες, σύνθια και προγραμματίζει. Στο παρελθόν έχουμε γράψει (πολύ καλά λόγια) για το άλμπουμ τους “Honey” [APIGEA, 2018], ενώ τώρα θα γράψουμε το ίδιο πολύ καλά λόγια και για το πιο πρόσφατο CD των DwIP, που αποκαλείται Nagasaki [Private Pressing, 2025].
Κατ’ αρχάς να πούμε πως στο άλμπουμ αυτό δίπλα στον Γαρδίκη στέκονται και οι Agnes Zachari φωνή, Dimitris Katevas ντραμς, Nikos Karadosidis πλήκτρα και Thanasis Dimakopoulos ντραμς. Οπότε έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες σχήμα, το οποίο έρχεται να υπηρετήσει τα τραγούδια του Γαρδίκη, που είναι... το ένα καλύτερο από τ’ άλλο.
Είναι δύσκολο να περιγράψεις αυτό που ακούγεται στο “Nagasaki”, αν και προσωπικά θα το χαρακτήριζα power pop – ένας όρος, που νομίζω ότι ταιριάζει περισσότερο από κάθε τι άλλο σ’ αυτού του τύπου τα άσματα, που απλώνει εδώ ο Γαρδίκης. Τραγούδια, που μπορεί να παίρνουν αφορμή από πνιγηρά, από σκοτεινά και από απάνθρωπα γεγονότα, και που έχουν τον τρόπο να μετασχηματίζουν τον ζόφο, σε... θραύσματα ομορφιάς, όπως γράφουν και οι ίδιοι στο bandcamp τους.
Μάλιστα, ο Γαρδίκης δεν χάνει την τόλμη του να γράφει ποπ-κομψοτεχνήματα είτε συζητάμε για τρίλεπτα tracks σαν το “Light” είτε σε επτάλεπτα σαν το “Going away” – κάτι που δείχνει την άνεσή του να κινείται στις κατευθύνσεις που θέλει ανεξαρτήτως χρονικών περιορισμών.
Όλα τα τραγούδια του “Nagasaki” κινούνται από ένα μέσο τέμπο και πάνω, διαθέτουν γερά hooks, πολύ ωραία δουλειά στις φωνές, περίτεχνα παιξίματα, με γερά breaks, κινητοποιώντας, με τον τρόπο τους, σώμα και μυαλό. Είναι οπωσδήποτε ανεβαστικά, ευφρόσυνα, θετικά –είναι αλήθεια πως, κάποιες φορές, οι DwIP φέρνουν στη μνήμη μου τους Raining Pleasure της εποχής του “Flood”– και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένα μεγάλο ατού για το “Nagasaki” συνολικά, που κυλάει από την μια κορυφή προς την επόμενή της.
Επαφή: https://dwip.bandcamp.com/album/nagasaki

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

YIANNIS KASSETAS νέος δίσκος

Πρόκειται για το πιο νέο, και έκτο στη σειρά, άλμπουμ του σαξοφωνίστα (τενόρο, βαρύτονο) Γιάννη Κασέτα (Yiannis Kassetas), που έχει τίτλο “Far” [Puzzlemusik, 2025]. Ηχογραφημένο στην Αθήνα, από τους Γιώργο Πρινιωτάκη και Clyde Jabra, το “Far” περιλαμβάνει επτά συνθέσεις του Κασέτα, τις οποίες αποδίδουν, πέραν του ιδίου, οι Κωστής Χριστοδούλου πιάνο, Δημήτρης Παπαδόπουλος τρομπέτα, Γρηγόρης Θεοδωρίδης μπάσο και Δημήτρης Κλωνής ντραμς. Λέμε, λοιπόν, για ένα κουιντέτο, που αποτελείται από καλούς και έμπειρους μουσικούς της ελληνικής σκηνής, ικανούς να ανταπεξέλθουν σε όλες τις οργανοπαικτικές απαιτήσεις.
Κατ’ αρχάς να πω πως οι συνθέσεις του Κασέτα έχουν ποικίλες διάρκειες (από δύο έως δέκα λεπτά), με αποτέλεσμα να δημιουργείται στο άλμπουμ μια... ανισορροπία. Το λέω αυτό και σε σχέση με το ύφος, περαιτέρω, των συνθέσεων, που εμφανίζουν ποικίλες αναφορές. Δεν υπάρχει, εννοώ, κάποιο κόνσεπτ συνθετικό που να τις ενώνει, με αποτέλεσμα ο δίσκος να ακούγεται κάπως σαν... συλλογή.
Το έχω πει κι άλλες φορές, και το ξαναλέω κι εδώ, πως από τον χώρο της ελληνικής τζαζ, λείπουν οι παραγωγοί. Οι άνθρωποι με μουσικές και τεχνικές γνώσεις, εννοώ, που να μπορούν να δημιουργήσουν ύφος ηχητικό. Απεναντίας έχουμε τους μουσικούς, που παίζουν σχεδόν πάντα το ρόλο του παραγωγού, που μπορεί να ηχογραφούν τα κομμάτια τους σε διάφορες sessions –ακόμη και απομακρυσμένες χρονικώς, χωρίς να έχουν κάτι κεντρικό στο νου τους–, και τα οποία (κομμάτια), αφού τα συγκεντρώσουν, τα τυπώνουν μετά σ’ ένα CD. Δυστυχώς, η δισκογραφία δεν λειτουργεί έτσι. Δεν πρέπει να λειτουργεί έτσι.
Ο Κασέτας είναι πολύ καλός συνθέτης (το έχω γράψει κι άλλες φορές αυτό), και κομμάτια σαν τα “The armenian” (με τις θαυμάσιες eastern αναφορές), “Return of the albino rhino” (με την εξωστρεφή, δυναμική γραφή του), “Bad trip in Venice” (ένα καταπληκτικό blues) και “Far” (ένα σύνθετο, μακροσκελές track, με ωραία «αρχιτεκτονική» και προσωπικές καταδείξεις) κρίνονται ως αξιολογότατα, όμως κάτι λείπει απ’ αυτό το CD, στο επίπεδο της ηχογράφησης-παραγωγής, ώστε να μπορεί να συναγωνιστεί επί ίσοις όροις τις καλύτερες τζαζ κυκλοφορίες, που μας έρχονται από Ευρώπη και Αμερική.
Επαφή: http://www.puzzlemusik.com/el/release/yiannis-kassetas-far/

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 631

12/3/2025
"O Βάλτος" (1973) του Ντίνου Δημόπουλου στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

11/3/2025
Από τα αριστουργήματα του ροκ στην Ευρώπη... Terje Rypdal - Dead Man's Tale (1968)
https://www.youtube.com/watch?v=kljKIUahvHY

10/3/2025
Ένα άγνωστο και ξεχασμένο διαμαντάκι του ελληνικού σινεμά. Οι "Ερωτικές Στιγμές" (1972) του Γιάννη Κοκκόλη, με τον Αντώνη Ξενάκη και την Καίτη Θεοχάρη, στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

8
/3/2025
Λευτέρης Πούλιος (1971)
ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

8/3/2025
To "Ράλλυ Αντίκα" (1966) του Σταύρου Τσιώλη στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [Lifo Books, 2024]


6/3/2025
Ρε τι φτάνουν στα αυτάκια μας...

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΛΙΚΑΣ ροκ εγκυκλοπαίδειες

Το να κυκλοφορεί στις μέρες μας, στην Ελλάδα, μία ροκ εγκυκλοπαίδεια, σε έναν ή περισσότερους χειροπιαστούς τόμους, είναι οπωσδήποτε κάτι το απρόσμενο.
Ποιος αγοράζει και διαβάζει σήμερα εγκυκλοπαίδειες και δη ροκ εγκυκλοπαίδειες, όταν υπάρχει η Wikipedia κατ’ αρχάς, περαιτέρω το discogs, μα και χιλιάδες άλλα sites, blogs κ.λπ. στα οποία μπορείς να βρεις ό,τι πληροφορία θέλεις ή ζητήσεις; Προσωπικώς έχω δει σε παλαιοβιβλιοπωλεία να εκποιούνται σοβαρές εγκυκλοπαίδειες (όχι ροκ) σε αστείες τιμές – δεκαπεντάτομες και εικοσάτομες να φεύγουν με 50 ευρώ. Ξέρω πως υπάρχουν συλλέκτες που μαζεύουν εγκυκλοπαίδειες, αλλά αυτό μπορεί να είναι και κάτι... διαστροφικό. Δεν μπορεί να έχει σχέση, θέλω να πω, με μια τυπική καθημερινότητα.
Η ροκ εγκυκλοπαίδεια αποτελούσε φετίχ για τους μουσικόφιλους ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’60. Και κάπως έτσι θα ήταν η “Rock Encyclopedia” [Grosset & Dunlap, 1969] της Lillian Roxon, που θα άνοιγε το χορό, επηρεάζοντας, κατά έναν τρόπο, κάθε επόμενο εγκυκλοπαιδιστή. Διάσημες εγκυκλοπαίδειες των σέβεντις ήταν το δίτομο “NME Book of Rock” [Star, 1975/1977], η τρίτομη “The Encyclopedia of Rock” [Panther Books, 1976] των Phil Hardy & David Laing και άλλες διάφορες (του Norm N. Nite, του David Dachs, του Irwin Stambler κ.λπ.).
Η τρέλα ή τέλος πάντων η αναγκαιότητα μιας ροκ εγκυκλοπαίδειας δεν γινόταν να μην χτυπήσει και την Ελλάδα, με τον Πητ Κωνσταντέα να καταρτίζει πρώτος μια ανάλογη, ενσωματωμένη στο περιοδικό «Ήχος & Hi-Fi» ήδη από το δεύτερο μισό του 1974. Το 1976 ο Αντρέας Μάχος θα ξεκινούσε την πρώτη, φιλόδοξη, ελληνική αυτόνομη (όχι ένθετη) εγκυκλοπαίδεια, υπό τον τίτλο “Rock”, αλλά θα έμενε μόνο σ’ έναν τόμο (με το γράμμα Α και μ’ ένα μέρος του Β), ενώ τόσο το περιοδικό «Μουσική» με τη δική του αυτόνομη «Εγκυκλοπαίδεια Rock», το 1979, που δεν ολοκληρώθηκε, όσο και το «Ποπ & Ροκ» με τη δική του ένθετη εγκυκλοπαίδεια, που μάλλον ολοκληρώθηκε, θα έμπαιναν επίσης στο χορό, με μάλλον μέτρια αποτελέσματα. Υπήρξε και ο τόμος «Rock Εγκυκλοπαίδεια» των εκδόσεων Νεφέλη (από τους Κώστα Ιανό και Δημήτρη Κολιοδήμο) το 1979, οι «Άγνωστοι του Rock» (1982) του Ντίνου Δηματάτη κ.λπ.
Γενικώς μέχρι και την εμφάνιση του internet η ροκ εγκυκλοπαίδεια ήταν κάτι που απασχολούσε την κοινότητα, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ και πιο μετά ροκ εγκυκλοπαίδειες, για επιμέρους είδη, γνώρισαν μια εμπορική ανταπόκριση. Τέλος πάντων, τα χρόνια και οι δεκαετίες μπορεί να περνούν όμως η ανάγκη των φυσικών εγκυκλοπαιδειών, απ’ όσο το έψαξα, δεν έχει εξαλειφθεί – και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούμε να εντάξουμε και τους τρεις τόμους του Γιώργου Μπιλικά. Λέμε λοιπόν για τα βιβλία:
1. Rock Around the... Bands! / 1. Οι μπάντες της δεκαετίας ’60 & ’70 [24γράμματα, Ιούλιος 2023] σελ.497
2. Rock Around... Women! / 2. Οι γυναίκες του rock [24γράμματα, Φεβρουάριος 2024] σελ.325 και
3. Rock Around... Troubadours! / 3. Οι τροβαδούροι του rock [24γράμματα, Δεκέμβριος 2024] σελ.521
Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο Μπιλικάς είναι παλαιός μουσικός του ελληνικού ροκ, τον οποίον οι fans θα γνωρίζουν από την παρουσία του στους Θαρσείν Χρει, το 1973-74 (ένα από τα γκρουπ του “Pop Festival ’73”), ενώ ο ίδιος έχει και σχετική αρθρογραφία (στο musicheaven.gr), γράφοντας περαιτέρω μυθιστορήματα, διηγήματα και ποιήματα, έχοντας, επίσης, και εμφανίσεις σε ταινίες (κυρίως του Δημήτρη Αθανίτη) είτε ως μουσικός είτε ως ηθοποιός. Πολυσχιδής, λοιπόν, ο Γιώργος Μπιλικάς δοκιμάζεται, εδώ, ξανά, μέσα απ’ αυτή την τρίτομη προσπάθειά του, που ξεπερνά τις 1300 σελίδες.
Ένα θα πω βασικό και δεν θα επεκταθώ πολύ σ’ αυτό ή και σε άλλα θέματα. Ο Μπιλικάς δεν γράφει μια «ξερή» εγκυκλοπαίδεια, «ξερά» λήμματα δηλαδή, με πληροφορίες αναμενόμενες, αλλά εκφράζει πολλάκις προσωπικές απόψεις, και αυτό είναι το ενδιαφέρον της δικής του εγκυκλοπαίδειας. Το αν συμφωνείς με αυτά που γράφει είναι βεβαίως άλλο θέμα, όμως, και σε κάθε περίπτωση, έχει νόημα το τι μπορεί να πιστεύει ο ίδιος για τους Caravan ή για τους Soft Machine, παρά να διαβάζεις ποιος μουσικός έφυγε από τους μεν ή από τους δε, ποιος τον αντικατέστησε κ.λπ. Υπάρχουν και αυτά κάπως κωδικοποιημένα, αλλά το βασικό εδώ είναι η βιωματική γραφή του Μπιλικά, που έχει νόημα. Ο άνθρωπος έχει βιώσει τα ροκ ακούσματα εννοώ σε πρώτο χρόνο και αυτό, οπωσδήποτε, φαίνεται σε όσα γράφει. Δίνω ένα απόσπασμα από το λήμμα του για τους Grand Funk Railroad (GFR), για να αντιληφθείτε για τι ακριβώς συζητάμε:
«Η στάση μου απέναντι στους GFR ήταν περίπλοκη. Κατ’ αρχήν ακολούθησα τη “γενική κατακραυγή” όχι από μίμηση, αλλά από επιλογή. Μπάντες που βάζουν την ένταση σε πρώτο πλάνο εις βάρος της τραγουδοποιίας, δεν ήταν, ούτε είναι, αλλά ούτε και θα είναι στα ενδιαφέροντά μου. Θέλεις να με κερδίσεις; Δεν χρειάζονται φιοριτούρες. Μια όμορφη μελωδία, ένας ενδιαφέρων στίχος και ένα απλό άρπισμα είναι αρκετά. Απ’ την άλλη μεριά, όση ώρα γράφω τώρα για τους GFR μου έχει κολλήσει εκείνο το τραγούδι τους που έλεγε: “were an American band, were an American band”. Κι ενώ θα μπορούσα τώρα να σου αραδιάσω ένα σωρό τραγούδια από Kinks, Who, Rolling Stones, Beatles, Neil Young κ.λπ., δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από τους GFR».
Δεν εκφράζεται σε όλα τα λήμματα προσωπικά ο Μπιλικάς, αλλά οπωσδήποτε εκφράζεται σε αρκετά. Σε άλλα, εννοώ, είναι πιο τυπικός και σύντομος. Θέλω να πω πως μέσα από τα λήμματα αντιλαμβάνεσαι και τα γούστα του συγγραφέα, και τα αγαπημένα του ονόματα, και τις ενστάσεις του έναντι διαφόρων ροκ κατευθύνσεων. Θέλω να πω, ξανά, πως πολλοί θα απορήσουν και με τις εκτάσεις των λημμάτων, υπό την έννοια πως διάσημα και «επιδραστικά» συγκροτήματα μπορεί να παρουσιάζονται σε λίγες γραμμές, όπως συμβαίνει με τους Iron Maiden ή με τους Hawkwind π.χ., ενώ άλλα, σαν τους Queen π.χ. να καταλαμβάνουν τρεις και τέσσερις σελίδες.
Στην εγκυκλοπαίδεια του Μπιλικά δεν υπάρχουν «τα πάντα»... καθώς «τα πάντα» δεν υπάρχουν σε καμία εγκυκλοπαίδεια. Υπάρχουν όμως πολλά από τα βασικά και πολλά που μπορεί να είναι βασικά για τους πιο ψαγμένους ή τις μειοψηφίες (Demetrio Stratos, Alison Krauss, Gryphon, X, Triffids κ.ο.κ.).
Οι νέοι, σε ηλικία αναγνώστες, οπωσδήποτε θα βρουν πολλά εδώ, που θα τους ενδιαφέρουν, και, κυρίως, θα τους κατατοπίσουν σε σχέση με την ιστορία του rock, ενώ και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θα μπουν σ’ ένα... διάλογο με τον συγγραφέα, που οπωσδήποτε θα ανάψει τα αίματα – και αυτό, όπως και να το κάνουμε, είναι εποικοδομητικό.
Πολλά θα μπορούσα να γράψω ακόμη, αλλά θα κλείσω με ένα. Χαρά στο κουράγιο του Γιώργου Μπιλικά, επειδή πήρε την απόφαση, να γράψει τέτοιου τύπου βιβλία σήμερα και, κυρίως, γιατί την υλοποίησε αυτή την απόφαση, φθάνοντάς την έως το τέρμα της.
Επαφή: www.24grammata.com

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

NEW ZERO GOD της αγάπης και του θανάτου

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που γράψαμε στο blog για κάποιο δίσκο των New Zero God. Ήταν το 2016, όταν είχαμε πει τα σχετικά για το “Short Tales & Tall Shadows”, ενώ τώρα θα γράψουμε μερικά λόγια για την πιο νέα δισκογραφική δουλειά του γκρουπ, που τιτλοφορείται of Love and Death (2025) – βασικά ένα CD ανεξάρτητης παραγωγής.
Κατ’ αρχάς να (ξανα)πούμε πως οι New Zero God είναι το γκρουπ του Μιχάλη Πούγουνα (Mike Pougounas) (από τους Flower of Romance και τους Nexus), που υφίσταται από το 2006 (συμπληρώνουν οσονούπω είκοσι χρόνια ζωής δηλαδή) και πως το “of Love and Death” είναι το πέμπτο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους. Σ’ αυτό το CD New Zero God είναι βεβαίως ο Πούγουνας (σε φωνή, πλήκτρα, μπάσο, προγραμματισμό), μα ακόμη και οι Γιάννης Ψιμόπουλος ντραμς, Μιχάλης Σεμερτζόγλου μπάσο, πλήκτρα, κιθάρες και Παναγιώτης Αρσένης κιθάρες.
Ο δίσκος, τα τραγούδια του εννοούμε, περιστρέφονται, από στιχουργικής πλευράς, γύρω απ’ αυτό το πλαίσιο, που ορίζουν η αγάπη και ο θάνατος – και που μπορεί να αφορά κάθε άνθρωπο, που βρίσκεται στο απολύτως οριακό στάδιο της ζωής του. Είναι προφανές, θέλω να πω, πως εδώ ο Πούγουνας, που είναι και ο στιχουργός των New Zero God, έρχεται να περιγράψει πολύ δύσκολες προσωπικές στιγμές του, και αυτό, οπωσδήποτε, καθορίζει το “of Love and Death” απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το «μαύρο» εξώφυλλο εννοώ, μέχρι τα λόγια των τραγουδιών, μα ακόμη και τις μουσικές, αν μιλάμε για tracks σαν το “Mr. Crimson Dust”, για παράδειγμα εκεί όπου παρακολουθείς την πορεία μιας ζωής... στην εντατική (από πολύ κοντά, από το κρεβάτι του πόνου, που είναι διασυνδεμένο με τα ιατρικά μηχανήματα).
Οπωσδήποτε το άκουσμα του “of Love and Death” δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, υπό την έννοια πως μπορεί να... ρίξει τον ακροατή, από τις πρώτες κιόλας στροφές του. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει πως αν ασχοληθείς σοβαρά με τον δίσκο, αν τον ακούσεις και τον ξανακούσεις εννοούμε, δεν θα ανακαλύψεις τις αρετές του. Την ατμόσφαιρα και το κλίμα, που κατορθώνει να δημιουργήσει, μέσα από τα λόγια, τις μουσικές και τις ερμηνείες του o Πούγουνας – ένας άνθρωπος, που βρίσκει, εδώ, τη δύναμη, να μιλήσει για την αγάπη και το θάνατο, από θέσεις ισχύος.
Επαφή: https://newzerogod.bandcamp.com/album/of-love-and-death

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ / ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ: Επιστροφή στις Μυκήνες – μια θεατρική συνεργασία από το 1972

Είναι μια συνεργασία αυτή, μεταξύ του Μάνου Χατζιδάκι (1925-1994) και του πολιτικού, λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα κ.λπ. Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα (1910-1990), που δεν είναι ευρέως διαδεδομένη. Οπότε και γι’ αυτό το λόγο, μα και για άλλους, έχει το ενδιαφέρον της.
Δεν είναι γνωστό, τουλάχιστον σ’ εμένα, πότε και υπό ποιες συνθήκες γνωρίστηκαν ο Χατζιδάκις με τον Αβέρωφ. Εννοώ πως δεν γνωρίζω συγκεκριμένες δηλώσεις επί του θέματος του ενός ή του άλλου (πέρα από κάποια περιστατικά που μνημονεύονται στο διαδίκτυο και τα οποία διηγούνται «τρίτοι», σε στυλ προφορικής ιστορίας). Πάντως και οι δύο ανήκαν στον κύκλο του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1907-1998), οπότε δεν αποκλείεται καθόλου αυτή η γνωριμία να μας πηγαίνει πολύ πίσω στο χρόνο, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και στην αρχή του ’60, όταν ο Αβέρωφ ήταν υπουργός Εξωτερικών της τότε κυβέρνησης Καραμανλή και ο Μάνος Χατζιδάκις ένας πολύ επιτυχημένος και βραβευμένος (σε Ελλάδα και εξωτερικό) συνθέτης. Σε κάθε περίπτωση το σίγουρο είναι πως στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’70 εκείνη η φιλική σχέση θα γινόταν ορατή και καλλιτεχνικά – και είναι αυτό, που μας ενδιαφέρει τώρα περισσότερο.
Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Μάνος Χατζιδάκις βρισκόταν στη Ρώμη, πολύ πιθανόν για την ολοκλήρωση του σάουντρακ της ταινίας του John CrowtherThe Martlets Tale”. Εδώ να πω πως όταν ο Χατζιδάκις βρισκόταν στην Αμερική, στο τέλος των 60s και στην αρχή των 70s, ταξίδευε, για δουλειές, πολύ συχνά σε άλλες χώρες (της Ευρώπης κυρίως), φθάνοντας μέχρι και στην Τεχεράνη του Σάχη.
Εκεί, στη Ρώμη, θα τον συναντούσε ο Αλέξης Μινωτής ζητώντας του να γράψει μουσική για ένα θεατρικό του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, που σκόπευε να ανεβάσει ο θίασος που είχαν από κοινού με την Κατίνα Παξινού, για τη σεζόν 1970-71. Το έργο λεγόταν «Επιστροφή στις Μυκήνες» και θα ακολουθούσε τον «Ματωμένο Γάμο» του Federico García Lorca, που θα έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Κατίνας Παξινού (Rex) τον Οκτώβριο του ’70 (με τη γνωστή μουσική και τα τραγούδια των Χατζιδάκι-Γκάτσου). Η μάλλον ανέλπιστη επιτυχία της παράστασης (αν κρίνω από διάφορα γραφόμενα της εποχής), που θα τραβούσε έως και το τέλος Μαρτίου του ’71, θα άλλαζε τα σχέδια των δύο μεγάλων πρωταγωνιστών, του Μινωτή και της Παξινού, οι οποίοι αμέσως μετά θα ανέβαζαν το έργο του Paul Willems «Η Πόλη με τα Πανιά» – με το «Επιστροφή στις Μυκήνες» κάπως να ξεμένει, δίχως τούτο να σημαίνει πως ο Χατζιδάκις δεν είχε ήδη έτοιμη τη μουσική του.
Πότε θα ανέβαινε, τελικά, το θεατρικό; Όταν ο Χατζιδάκις θα είχε επιστρέψει πλέον από την Αμερική, έχοντας έτοιμο και τον «Μεγάλο Ερωτικό» του. Η πρώτη παρουσίαση του έργου «Επιστροφή στις Μυκήνες» συμβαίνει, λοιπόν, στις 17 Νοεμβρίου 1972, στο θέατρο Κάβα, από έναν άλλο θίασο όμως, εκείνον της Τιτίκας Νικηφοράκη – με τη σκηνοθεσία του Γρηγόρη Μασαλά (ή και Μασσαλά), τη σκηνογραφία και τα κοστούμια της Λαλούλας Χρυσικοπούλου, τα κοσμήματα του Ηλία Λαλαούνη και τη μουσική, βεβαίως, του Μάνου Χατζιδάκι. Περί τίνος επρόκειτο;
Στο βιβλίο με το κείμενο, τα μέρη και τους διαλόγους του έργου, που θα κυκλοφορούσε τον Αύγουστο του 1973, από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας, ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας έγραφε ανάμεσα σε άλλα (σκέψεις, που υπήρχαν και στο θεατρικό πρόγραμμα, με το σχέδιο του Βύρωνα Απτόσογλου μπροστά):
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/theatro/manos-hatzidakis-eyaggelos-aberof-tositsas-epistrofi-stis-mykines

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

SYLVIE COURVOISIER / MARY HALVORSON σύγχρονη «προχωρημένη» jazz

Το πιο νέο άλμπουμ της Pyroclastic Records –μια εταιρεία που υπάρχει εδώ και μια δεκαετία περίπου και την οποίαν οδηγεί η πιανίστρια Kris Davis– φέρνει ξανά δίπλα-δίπλα δύο πολύ σημαντικές εκπροσώπους της σύγχρονης «προχωρημένης» jazz και του αυτοσχεδιασμού, την σημαντική και με μεγάλη ιστορία ελβετίδα πιανίστρια Sylvie Courvoisier και βεβαίως μια κιθαρίστρια, που μας έχει προσφέρει συναρπαστικά άλμπουμ τα τελευταία χρόνια, την Mary Halvorson. Courvoisier και Halvorson δεν συνεργάζονται σε σχήμα ντούο, για πρώτη φορά, καθώς έχουν προϋπάρξει οι δίσκοι τους “Searching for the Disappeared Hour” [Pyroclastic Records, 2021] και “Crop Circles” [Relative Pitch Records, 2017] (για το πρώτο υπάρχει review στο blog), με τον νεότερο Bone Bells [Pyroclastic Records, 2025] να αποσαφηνίζει ακόμη περισσότερο και βεβαίως να βαθαίνει αυτή τη συνεργασία.
Το άλμπουμ αυτό είναι ηχογραφημένο στο γνωστό Oktaven Studio, στο Mount Vernon της Νέας Υόρκης, στις 7 Μαΐου του 2024 και περιλαμβάνει οκτώ tracks, που ανά τέσσερα ανήκουν στις δύο συνθέτριες-αυτοσχεδιάστριες. Πιο συγκεκριμένα, τα 1, 3, 5 και 7 τα υπογράφει  Halvorson, ενώ τα 2, 4, 6 και 8 ανήκουν στην Courvoisier. Χοντρικά, και ακούγοντας το “Bone Bells”, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις ποια tracks είναι τα μεν και ποια είναι τα δε – κάτι, που οπωσδήποτε βοηθάει στο να παρακολουθήσεις απρόσκοπτα την εξέλιξη του άλμπουμ. Τότε μόνο θα αντιληφθείς το δέσιμο που υπάρχει, ανάμεσα στις δύο οργανοπαίκτριες, το επίπεδο επικοινωνίας που έχει κατακτηθεί και βεβαίως το αποτέλεσμα αυτής της επικοινωνίας, που μεταφράζεται σε τούτο το απολαυστικό CD, που βρίθει από στιγμές ποικίλων αποχρώσεων και καταστάσεων, οι οποίες κυμαίνονται από πολύ λυρικές, έως προχωρημένες, και ρηξικέλευθες – χωρίς βεβαίως να αποφεύγονται, ενδιαμέσως, και οι παιγνιώδεις αντιμετωπίσεις. Πολλές φορές, μάλιστα, παρατηρείς στο ίδιο track την Courvoisier να κατακρατεί το πιο αβάντ κομμάτι της σύνθεσης και την Halvorson το λιγότερο εικονοκλαστικό, συνδυάζοντας οι δυο τους, ταυτοχρόνως, συναισθηματισμό και πρωτοποριακό πνεύμα.
Το “Bone Bells” κυλάει μέσα σ’ αυτό το κλίμα, διαθέτοντας φοβερά παιξίματα από τις δύο μουσικούς, όπως συμβαίνει π.χ. με το “Beclouded” (της Halvorson), στο οποίο ακούμε τις δύο συνθέτριες-αυτοσχεδιάστριες να επωμίζονται, συν τω χρόνω, ρόλους rhythm και lead sections.
Επαφή: www.pyroclasticrecords.com

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

ODDATEEE, CANDYCASH hip hop και electro από τη Γαλλία

ODDATEEE: Rabbit Season [Atypeek Music / KdB Records, 2025]
Ο Oddateee είναι ένας αμερικανός rapper / hip hopper, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Bronx. Βγάζει δίσκους από την αρχή των 00s, ενώ την τελευταία δεκαετία τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στη Λυών, να συνεργάζεται με τους παραγωγούς Junior Robinson, Mickalo’, Skalla και Dälek. Προϊόν αυτής της συνεργασίας αποτελεί το παρόν “Rabbit Season”, που κυκλοφορεί σε LP και σε digital, περιέχον δώδεκα κομμάτια – κάπως παλιομοδίτικα στο άκουσμα, αφού έχουν ήχο 90s ας πούμε (άρα μπορείς να τα πεις και old-school), αλλά με πολύ γερή πρόσφυση... στο δρόμο.
Το “Rabbit Season” ακούγεται σίγουρα με άνεση –χοντρικά θα το αποκαλούσα «πολύ καλό» σαν άκουσμα– φέρνοντας στη μνήμη μας μια εποχή του hip hop, που στηριζόταν με μέτρο στην τεχνολογία, αφήνοντας στην ανθρώπινη παρουσία πολλές πρωτοβουλίες. Όχι μηχανιστικά tracks εδώ, παραδομένα στις σημερινές γυαλιστερές στούντιο παραγωγές, αλλά ανθρώπινο ραπάρισμα και layers γεμάτα θέρμη, από έναν μουσικό, που την ξέρει τη δουλειά, και που ένα τέταρτο του αιώνα μετά εξακολουθεί να κρατά ψηλά τη σημαία. Φοβερά τα “Never saw his face”, “Give love” και άλλα διάφορα.
Επαφή: www.atypeekmusic.com
CANDYCASH: L’ombre des Fauves [Atypeek Music, 2025]
Οι CandyCash προέρχονται από το Παρίσι, και αποτελούνται από τον James Saucerfull, που συνθέτει και χειρίζεται διάφορα ηλεκτρονικά, και την τραγουδίστρια και μάλλον και στιχουργό Pandra Vox.
Ένα ντούο λοιπόν είναι οι CandyCash, που ομνύουν στην electronica και που μέσω του παρόντος τρίτου άλμπουμ τους, που αποκαλείται “Lombre des Fauves”, επιχειρούν να καινοτομήσουν. Πώς; Παρουσιάζοντας ένα υβρίδιο, με γαλλικά και αγγλικά λόγια στους στίχους, με πολλές trip-hop αναφορές, συν indie και electro βεβαίως, εμφανίζοντας διάσπαρτα στοιχεία ακόμη και από pop ή και folk / french chanson (στο “Délivrez-nous du vide” για παράδειγμα), έχοντας πάντα τον τρόπο να εκπλήσσει με την αμεσότητα και τη φρεσκάδα του. Το λέμε, γιατί τα κομμάτια των CandyCash, χωρίς να είναι εύκολα στο αυτί –απεναντίας, εμφανίζουν μια συνθετότητα στην ανάπτυξή τους– έχουν τον τρόπο να σε ελκύουν.
Ιδιάζουσα pop λοιπόν, από ένα σχήμα βασικά ακατάτακτο.
Επαφή: www.atypeekmusic.com

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 630

6//3/2025
H "Μαύρη Αφροδίτη" (1977) του Παύλου Φιλίππου στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

4//3/2025
Ο άρχοντας του βάλτου ήταν επιπλέον και παλιάτσος και ληστής...
https://www.youtube.com/watch?v=myLTgLqFaj8

4//3/2025
Στις πωλήσεις 6ΜΗΝΟΥ των κινηματογραφικών βιβλίων, του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, οι “Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου» [LiFO Books, 2024] βρίσκονται στη ΔΕΥΤΕΡΗ θέση (πίσω από το βιβλίο του David Lynch «Κυνηγώντας το Μεγάλο Ψάρι»), ενώ το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Όγδοο, 2024] στις πωλήσεις 12ΜΗΝΟΥ των μουσικών βιβλίων είναι στην ΤΕΤΑΡΤΗ θέση (πίσω από την αυτοβιογραφία του Διονύση Σαββόπουλου, τη νέα έκδοση «Σχόλια του Τρίτου» του Μάνου Χατζιδάκι και το βιβλίο του Σαρρή, για τα Διάφανα Κρίνα).
Περαιτέρω, σε όλα τα βιβλία Τέχνης οι «Cult Όψεις...» είναι στη θέση ΔΕΚΑ, στις πωλήσεις 6ΜΗΝΟΥ και το «Ραντεβού...» στη θέση ΟΚΤΩ στις πωλήσεις 12ΜΗΝΟΥ.
Πήγαμε και πάμε καλά και σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό.

4
//3/2025
Δύο ελληνικά τραγούδια (Två grekiska låtar) - Arbete Och Fritid 1971...
https://www.youtube.com/watch?v=4kLvCXRKV0E

3//3/2025
Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά τραγούδια στην ιστορία της ποπ, του ροκ, πείτε το όπως θέλετε. Κάθε εκτέλεση απ' αυτόν τον ανεπανάληπτο χιλμπίλη θα είναι πάντα το κάτι άλλο...
https://www.youtube.com/watch?v=mkY8f8S44AE

3//3/2025
O ΠΘ δεν δείχνει απομονωμένος μόνον εντός, αλλά και εκτός. Σε Μόναχο, Παρίσι και Λονδίνο δεν τον κάλεσαν, παρότι ήταν από τους πρώτους των πρώτων που επέλεξαν τη «σωστή» πλευρά της Ιστορίας. Δεν ξέρω αν η Ιστορία στριφογυρίζει στον... ύπνο της, πριν αποφασίσει από ποια πλευρά θα ξανακοιμηθεί, ξέρω όμως πως τα εσωτερικά προβλήματα μιας χώρας σαν την Ελλάδα, ιδίως όταν αφορούν κρίσεις θεσμών, δεν περνούν απαρατήρητα έξω, καθώς συνδυάζονται πάντα με ευάλωτες και απονομιμοποιημένες ηγεσίες. Μένει να πιστοποιηθεί αυτό, και το επόμενο διάστημα, ώστε να έχουμε εξελίξεις.

1/3/2025
Καθότι η Ρωσία είναι ανίκητη σε πόλεμο στα εδάφη της από την εποχή του Ναπολέοντα (δεν ξέρω μήπως και πιο πίσω) ο Τραμπ δεν θέλει να διακινδυνεύσει για τις ΗΠΑ ένα νέο Βιετνάμ στην Ουκρανία, αν υποτεθεί πως θα πήγαινε σ’ ένα συμβατικό πόλεμο, με στρατό δικό του και του ΝΑΤΟ στο έδαφος κ.λπ., ούτε βεβαίως να εμπλακεί σ’ έναν πυρηνικό όλεθρο, δίχως αύριο για την ανθρωπότητα. Και τα δύο είναι πολύ λογικά – και απορώ πώς και δεν κατανοούνται από τα διάφορα φιλοπόλεμα γεράκια της Ευρώπης, που περίμεναν πως η Ρωσία θα σήκωνε ψηλά τα χέρια μόνο και μόνο από τις «κυρώσεις».
Δεν πρόκειται για έναν περιφερειακό πόλεμο, με τακτοποιημένα συμφέροντα από τις υπερδυνάμεις, αλλά για κάτι που μπορεί να σπείρει την παγκόσμια καταστροφή.
Έτσι, την καταπάτηση ξένου εδάφους (Ουκρανία) από μια τρίτη χώρα (Ρωσία), που είναι μια καθαρά ιμπεριαλιστική επέμβαση (που κανείς νουνεχής αριστερός δεν μπορεί ψυχρά να υποστηρίξει), αντί να την προλάβουν Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι, με ειρηνικά μέσα, είναι εκείνοι που κατά βάση την προκάλεσαν, με αποτέλεσμα τώρα να τρέχουν και να μη φθάνουν.
Ο Τραμπ, που έχει αντιληφθεί προφανώς τις μ@λακίες που έκαναν οι εγκληματικοί neocons (ασυζητητί ξέρει λεπτομέρειες, που δεν τις ξέρει κανένας μας), προσπαθεί να βγάλει την ουρά του απ’ έξω (εντάξει, με άγαρμπο τρόπο), αλλά το ζήτημα είναι, τώρα, πώς θα τελειώσει ένας πόλεμος από τον οποίον κινδυνεύει να γίνει παρανάλωμα ο κόσμος και όχι με ποιον τρόπο θα συνεχιστεί αυτός.
Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό πρέπει να είναι τέρμα ηλίθιος.

1/3/2025
Η "Αναζήτησις..." (1972) του Ερρίκου Ανδρέου στις "Cult Όψεις του Ελληνικού Κινηματογράφου" [LiFO Books, 2024]

28/2/2025
Το ελάχιστο που πρέπει να κάνει ο ΠΘ, μετά από τα πρωτόγνωρα συλλαλητήρια, για να δείξει ότι αντιλαμβάνεται έστω κάτι, ένα λίγο, από τη διάθεση του κόσμου, είναι να διώξει με τις κλωτσιές αυτό τον άχρηστο τον ΠροΠο, που για ακόμη μία φορά άφησε απροστάτευτο τον κόσμο, παραδίδοντάς τον στις ορέξεις των «γνωστών-αγνώστων».

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025

SOUNDS OF NEW SOMA, THE ORPHANED BEE space-progressive από την Γερμανία και την Αυστραλία

SOUNDS OF NEW SOMA: The Story of Sam Buckett [Tonzonen Records, 2025]
Με πάνω από δέκα άλμπουμ την τελευταία δεκαετία (από το 2014 και μετά), οι Γερμανοί Sounds of New Soma, δηλαδή ο Alexander Djelassi και ο Dirk Raupach, έρχονται, με το νέο LP τους, για να δηλώσουν και πάλι «παρών» στην πειραματική neo-kraut σκηνή. Και όχι απλώς να πουν «παρών», αλλά και για να δείξουν, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, το πόσο μετράνε στη σχετική πιάτσα.
Έτσι λοιπόν, και μετά από τα πολύ καλά “
Musique Bizarre” (2022) και “Trip” (2021), για τα οποία υπάρχουν και τα σχετικά reviews στο blog, και δίχως να ξεχνάμε το εξ ίσου πρώτης τάξεως “Fluxus 2071”, από το 2023, οι Γερμανοί, καταφθάνουν, με το νεότερό τους “The Story of Sam Buckett”, προκειμένου να βαθύνουν τη σχέση τους με το... έξω διάστημα.
Το ορχηστρικό, κατά βάση, αυτό άλμπουμ... αφηγείται την ιστορία του Sam Buckett, ενός αμερικανού επιστήμονα που ερευνούσε τη δυνατότητα επανδρωμένων διαστημικών ταξιδιών ήδη από τη δεκαετία του 1920 –εκατό χρόνια πριν–, παρουσιάζοντας τα ευρήματα της έρευνάς του σε υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, πριν εκείνα απορριφθούν ως παράλογα. Αληθινή ή πεποιημένη αυτή η ιστορία... δεν έχει ουδεμία σημασία, για το ύφος της μουσικής που εδώ αναπτύσσεται.
Προς τούτο, λοιπόν, οι Alexander Djelassi και Dirk Raupach, που δέχονται τη βοήθεια και δύο φιλοξενουμένων μουσικών, του ντράμερ Armin Schopper και του σαξοφωνίστα Steffen Gründel, καταφεύγουν σ’ έναν συνδυασμό κλασικού προοδευτικού rock, electronic music και σύγχρονου space rock, ο οποίος (συνδυασμός), με τη βοήθεια και των λίγων spoken words, είναι ικανός να μεταφέρει την ιστορία των Sounds of New Soma στο prog ακροατήριο. Κάτι που συμβαίνει, εν τέλει, με τα δώδεκα μικρής, γενικώς, διάρκειας tracks (κατανεμημένα ανά έξι στις δύο πλευρές του βινυλίου), τα οποία έχουν τον τρόπο να προσφέρουν το σχετικό «χάσιμο».
Ιδίως η δεύτερη πλευρά με τα “Toenivornia”, “Twins suns”, “Himmlischer wanderer” και “Liquide gravitation” είναι απογειωτική.
Επαφή: www.tonzonen.de
THE ORPHANED BEE: Thinking Without Language [Bird’s Robe Records, 2024]
Από την Sunshine Coast της Αυστραλίας μας έρχονται οι The Orphaned Bee, με το “Thinking Without Language” να αποτελεί το ντεμπούτο EP τους. EP; Ναι, γιατί περιέχει μόλις πέντε tracks, έχοντας διάρκεια λίγο πάνω από τα 20 λεπτά. (Το CD τους, πάντως, είναι πολύ περιποιημένο, ως all paper gatefold, περιέχον και 4σέλιδο με στίχους). Τι παίζουν τώρα οι Orphaned Bee... που είναι και το πλέον σημαντικό.
Βασικά είναι κάπως παράξενο να ακούς ένα space-prog σχήμα από την Αυστραλία, όμως με αυτό έχουμε να κάνουμε, εν προκειμένω, και αυτό οφείλουμε να κρίνουμε. Λοιπόν, οι Orphaned Bee είναι πολύ καλοί. Κατά πρώτον είναι φοβερά μπητάτοι κατά τόπους, για το στυλ τους, και επικοί. Το “Water”, ας πούμε, το δεύτερο από τα πέντε κομμάτια τους, ακούγεται εντελώς συναρπαστικό στ’ αυτιά μου, δίχως να παραπέμπει σώνει και καλά σε κάτι από το χθες – δανειζόμενο στοιχεία ακόμη και από τα 80s. Πιο απλωμένο μελωδικά το επόμενο “Sanctuary”, είναι ένα καλό διάλειμμα εκεί στη μέση, πριν από το βαθύ και πλημμυρισμένο στα keyboardsFire”, και βεβαίως από το έσχατο spacey stoner Ascendance”, που κλείνει τον δίσκο μ’ έναν σαφή και βεβαίως αποδεκτό (μέσα στο νεότερο prog περιβάλλον) τρόπο.
Επαφή: www.birdsrobe.com

Τρίτη 4 Μαρτίου 2025

THE STORYVILLE RAGTIMERS jazz της Νέας Ορλεάνης από ένα ελληνικό συγκρότημα

Μετά από το προπέρσινο “Live in Almagesti” (2023), για το οποίο είχαμε γράψει τα σχετικά στο blog, ένα νέο LP ή μάλλον mini-LP των Storyville Ragtimers στρίβει τώρα στο πλατό. Αποκαλείται High Society [Private Pressing, 2024] και περιλαμβάνει έξι κομμάτια (όλα είναι διασκευές) παλαιάς jazz, προερχομένης από την πρώτη 30ετία του 20ου αιώνα, όταν η μεγάλη μαύρη μουσική, ανέπτυσσε τη γραμματική και συντακτικό της, εξελισσόμενη σε πλήρη τέχνη – συνθέσεις, με άλλα λόγια, των Porter Steele, JoeKingOliver, Lew Pollack-Ray Gilbert, Louis Armstrong και W.C. Handy. Τέσσερα ορχηστρικά λοιπόν (“High society rag”, “Dippermouth blues”, “Thats-a-plenty”, “Potato head blues”) και δύο τραγούδια (“Dr. Jazz”, “Make me a pallet on your floor”), τα οποία αποδίδουν εδώ οι Γιάννης Καραγιαννάκης τρομπέτα, Κωστής Βαζούρας σοπράνο σαξόφωνο, Βασίλης Παναγιωτόπουλος τρομπόνι, Βασίλης Τζαβάρας πιάνο, φωνή, Μελέτης Πόγκας κιθάρα, μπάντζο, Μάνος Λούτας κοντραμπάσο και Theo Christo ντραμς. Αυτά είναι τα βασικά που πρέπει να ειπωθούν για το “High Society”, πριν περάσουμε σε ορισμένα εξ ίσου βασικά ή και βασικότερα ακόμη.
Κατ’ αρχάς ένα ερώτημα, που θα μπορούσε να τεθεί, σε σχέση με την παρούσα κυκλοφορία, θα είχε να κάνει με το... τι σημαίνει το να παίζει, σήμερα, ένα ελληνικό συγκρότημα, μια μουσική εκατό ή και εκατόν είκοσι ετών παλιά. Δεν νομίζω πως είναι δύσκολη η απάντηση. Η
jazz, εκτός των άλλων, είναι πια και μια «κλασική μουσική» για τον 20ο αιώνα και ως τέτοια δεν θα παύσει να ερμηνεύεται παντού στον κόσμο, όπως συμβαίνει εξάλλου με τη μεσαιωνική μουσική, το μπαρόκ, την «κλασική» κ.λπ. Αν είναι δυνατόν να σταματήσει να αποδίδονται οι Bach και Beethoven, από έλληνες ή μη μουσικούς, επειδή έχουν περάσει κάτι αιώνες από τότε που ζούσαν και δημιουργούσαν.
Ένα δεύτερο ερώτημα είναι το... κάτω από τι συνθήκες θα μπορούσε να αποδοθεί, σήμερα, η jazz της Νέας Ορλεάνης. Επ’ αυτού υπάρχουν δύο τουλάχιστον απαντήσεις. Άλλοι θα πουν πως μια τέτοια αναδίφηση στο ηχητικό χθες, δεν θα πρέπει να ακυρώνει τις σημερινές τεχνικές ηχογράφησης, τις δυνατότητες που σου δίνει η σύγχρονη τεχνολογία με άλλα λόγια, ώστε να παρουσιάσεις τις μουσικές που αγαπάς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τι σημαίνει, όμως, «καλύτερος»;
Και εδώ ερχόμαστε στην δεύτερη απάντηση, που είναι αυτή που πρεσβεύουν οι Storyville Ragtimers. Τη συγκεκριμένη μουσική, λοιπόν, δεν μπορείς να την βγάλεις έξω από τον χώρο και τον χρόνο, που γεννήθηκε, έζησε κι αναπτύχθηκε, και άρα θα πρέπει να μπορείς να αναπαραστήσεις το σκηνικό του Storyville ας πούμε –με κείμενα, με γραφιστικά της εποχής, μα και με «πρωτόγονους» τρόπους εγγραφής– ώστε η μουσική αυτή να «ανασάνει», ξανά, στο περιβάλλον της. Υπάρχει, λοιπόν, και η εν λόγω άποψη, και είναι αυτή που γίνεται, τελικά, πράξη στο “High Society” – και γραφιστικά, και κειμενικά, και τεχνικο-ηχογραφικά. Έτσι, και όπως σημειώνουν και οι ίδιοι οι Storyville Ragtimers... όλα τα κομμάτια ηχογραφήθηκαν ένα-ένα “ζωντανά”, με όλους τους μουσικούς σ’ ένα δωμάτιο, χωρίς ξεχωριστά χωρίσματα, χωρίς προσωπικά μικρόφωνα κι ενισχυτές, παίζοντας ζωντανά, μ’ ένα μόνο μικρόφωνο στη μέση της αίθουσας και αποτυπώνοντας με αυτό τον τρόπο τη μοναδική “ζωντανή” αίσθηση τούτης της παλαιάς jazz.
Και περαιτέρω; Ό,τι γράφτηκε... γράφτηκε, χωρίς μεταγενέστερες στουντιακές διορθώσεις, εφφέ, επιμέλειες και τα λοιπά. Άρα ό,τι ακούμε στο “High Societyείναι εκείνο που παρήχθη σε χρόνο πρώτο, με τους επτά μουσικούς να παίζουν, σαν να είναι σε κάποια κέντρο του... Storyville – εκατό χρόνια πριν. Αυτή την αίσθηση, περιττό να το πω, στην δίνει 100% η εγγραφή.
Κατά τα λοιπά τι να πεις για τους Storyville Ragtimers, μουσικούς «άσσους» στα όργανά τους, με πολλά χιλιόμετρα παιξιμάτων, σε ποικίλες τζαζ διαδρομές, οι οποίοι εδώ δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να αποτυπώνουν το κέφι τους και την αγάπη τους για την βάση της jazz, τη μουσική της Νέας Ορλεάνης.
Επαφή: https://thestoryvilleragtimers.bandcamp.com/album/high-society