Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

COLOURS OF FUNK

Το library υλικό που ηχογραφήθηκε και τυπώθηκε στην παλαιά Δυτική Γερμανία – στη δεκαετία του ’70 κυρίως – είναι άπειρο. Δύο ήταν οι πολύ μεγάλες εταιρίες που ειδικεύονταν στο είδος. Η Selected Sound από το Αμβούργο και η Ring Musik από την Φρανκφούρτη του Μάιν. Από τον κατάλογο της δεύτερης, της περίοδου ’74-’79, και τα υπο-labels Golden Ring και Happy, επιλέγει η Sonorama Records 15 tracks, συνολικής διάρκειας 37:31, προκειμένου να μας φέρει σ’ επαφή με τον πιο groovy ήχο (ή, έναν εξ αυτών, αφού υπήρχαν ακόμη τα ιταλικά και τα γαλλικά libraries – ok και τα βρετανικά και τα ελβετικά και τα...), που παρεπιδημούσε τότε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Θα πρέπει να πούμε από την αρχή πως αυτού του τύπου τα LPs είναι εξαιρετικώς δυσεύρετα, με τις τιμές τους στο eBay να ξεκινούν από τα 50 ευρά και ν’ ανεβαίνουν. Μπορεί και μέχρι τα 300... ή και παραπάνω... Οι αιτίες είναι πολλές. Πρώτον, περιέχουν εξαιρετική, «πιασάρικη» μουσική. Κομμάτια μικρής διάρκειας, αθεραπεύτως groovy, κινούμενα σε funk, jazz, latin, brasilian, rock ακόμη και ethnic δρόμους, τα οποία μέσα στη σύντομη διάρκεια που τους παρέχεται οφείλουν να πουν πολλά. (Εννοείται πως ενδιαφέρουν άπαντες. Συλλέκτες, DJs, πάσης φύσεως μουσικόφιλους...). Δεύτερον, τυπώνονταν σε περιορισμένες ποσότητες. Τρίτον, δεν κυκλοφορούσαν συχνά στα δισκοπωλεία, πηγαίνοντας κυρίως από χέρι σε χέρι (από τα στούντιο, στα κινηματογραφικά ή τα τηλεοπτικά πλατώ, τα γραφεία των διαφημιστών, τους promoters εμπορικών εκθέσεων, τις αυτοκινητοβιομηχανίες στις εκδηλώσεις παρουσίασης των νέων μοντέλων...). Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, τόσο η Sonorama όσο και άλλες εταιρίες, ξαναρίχνουν στην αγορά – που αποδεικνύεται ακόρεστη – αυτό το επισκιασμένο υλικό, που, γενικώς, κάνει στράκες. Βεβαίως, πολλές φορές, ή έστω αρκετές, όλα τα κομμάτια... κάτι μάς θυμίζουν αλλά δεν ξέρουμε τι – ορισμένες φορές ξέρουμε, αφού, για παράδειγμα, το leading track “Mr.Marco’s music” του Werner Drexler είναι ίδιο με το “Vehicle” των Ides of March – τούτο όμως, η «ανακατεμένη τράπουλα» δηλαδή, σ’ ένα library κομμάτι δεν θα πρέπει να θεωρείται μείον, αλλά συν. Σ’ αυτή τη βάση εξάλλου, του να «ξέρεις τι ακούς, άνευ εκπλήξεων», στηριζόταν ανέκαθεν η επιτυχία μιας εμπορικής ηχο-βιβλιοθήκης. Πάντως, για να μην παρεξηγηθούμε, υπάρχουν και κομμάτια που βγάζουν μάτι ιστάμενα μακράν της εφαρμογής. Τέτοια είναι: το “Jumping balls” του Klaus Weiss (ex-Niagara) με την εξοντωτική κρουστή ομοβροντία, το “Jump and fly” του Peter Thomas (αν σας αρέσει το “La discotheque” του Μάικ Ροζάκη – θεός σχωρέσ’ τον), το “Present news” επίσης του Klaus Weiss (με κάτι τέτοια rhythm patterns οι Yello έκαναν πάταγο στο ξεκίνημά τους), το ροκάδικο “Getting’ high” του Siegfried Schwab, το “Pick it up” του Jurgen Franke (θυμίζει τα instros των Ελλήνων Sunset) και ακόμη το “Late train”, του Franke πάλι, απλώς γιατί είναι ένα top groovy track, με hammond, πνευστά, jazzy vibes, «κοφτερές» και lead κιθάρες (έχει απ’ όλα).
(θα συνεχιστεί)
Κι επειδή θυμήθηκα τους Sunset, να πω πως υπάρχουν μερικά κομμάτια από το μοναδικό τους άλμπουμ του 1977 [Polydor - στη φωτό το cover του CD], που έχουν κάποια "φάνκικη" αξία και δεν είναι για πέταμα. Βεβαίως "καλύτερα" είναι τα τραγούδια τους από τις 45 στροφές ("Ψέμματα παιδικά/ Λουλούδια αγάπης" στην Pan-Vox το '74, "Γυρνώ και ζητάω/ Μνήμες" στην EMI το '75, "Μόνο εσύ/ Δωσ' μου αν θες το χέρι σου" στην Polydor το '76), αλλά, προσωπικά, μπροστά στο instro "Sunset" μένω. Πρόκειται για ένα δυνατό, up-tempo ορχηστρικό με ηλεκτρικό πιάνο, blax σύνθια, και ωραίο παίξιμο στα ντραμς από τον Νίκο Αντύπα (πριν πάει στους Socrates), που θά'πρεπε ήδη να υπάρχει στις συλλογές του είδους. Βεβαίως, εμένα μου ψιλοαρέσουν κι άλλα κομμάτια τους (από τα... χείριστα, κάτι διασκευές σε Bee Gees και Eric Carmen... αλλά αυτό είναι δικό μου κόλλημα).
Κιμπορντίστας στους Sunset ήταν ο Κώστας Παπαδούκας, ο οποίος λίγο μετά την έκανε για Γαλλία, σχηματίζοντας εκεί τους Energy και εν συνεχεία τους Fos (ηχογράφησαν ένα 45άρι στην AZ, το 1980, με τα τραγούδια "Jonathan/ Friends" που δεν έλεγε τίποτα). Όπως δεν έλεγε κάτι ιδιαίτερο και το LP των New Energy "Friends" [Minos, 1980], που δεν ήταν άλλοι από τους Energy και τους Fos στην... ελληνική τους έκδοση. Μπορεί στο άλμπουμ να διασκευαζόταν Kim Fowley(!), όμως το καλύτερο κομμάτι ήταν το "Why do I have to understand?" του Ντέμη Βισβίκη (έπαιζε και τραγουδούσε πολύ πριν τους Axis - σήμερα συνθέτης "σοβαρής" μουσικής). Όσον αφορά στον Παπαδούκα; Aπό τα πρώτα χρόνια του '90 και μετά συνεργάζεται με την Αλεξίου...
(ίσως το προχωρήσω λίγο ακόμη)
Και δυο λόγια για τους «Γάλλους» Axis και τα δικά τους... breaks. Οπωσδήποτε η δεύτερη περίοδός τους, γύρω στο ’73, είναι η πιο progressive, κι εκείνη που παρέχει τις περισσότερες «εκπλήξεις». Το LP της Riviera που βλέπετε είναι πολύ καλό, από το εξώφυλλό του μέχρι την τελευταία νότα, όπως και το τελευταίο (έκτο) 45άρι του συγκροτήματος, πάντα στη Riviera, με τα κομμάτια “Waiting a long time/ Turning myself ’nto energy”. Ήταν η εποχή των μεγάλων έργων των King Crimson και οι Axis, όλοι μέσα στην prog φάση, φτιάχνουν κάτι σαν... το άλμπουμ της ζωής τους. Όπως τους βλέπετε στη photo ήταν οι: Αλέξανδρος Φάντης ηλεκτρικό μπάσο, κρουστά, Γιώργος Χατζηαθανασίου ντραμς, κρουστά, Ντέμης Βισβίκης (με την αφάνα) ηλεκτρικό πιάνο, πιάνο, μέλοτρον, όργανο, φωνή, κρουστά και Χρήστος Στασινόπουλος ντραμς, κρουστά. Το παράξενο είναι ότι ποτέ καμμία εγγραφή τους δεν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Απεναντίας, τα περισσότερα από τα κομμάτια τους ήταν διαθέσιμα στην Τουρκία! Τουρκικό είναι και το single που βλέπετε πιο κάτω...

LAST DRIVE έρημος τόπος

Το αμερικανικό rock – γράφουμε, δίχως να βλάψουμε τη γενικότητα, και για σκέτο rock – το έχουν εκπροσωπήσει, μέχρι κεραίας, ελάχιστα συγκροτήματα στην Ελλάδα, την τελευταία... 45ετία. Και δεν αναφερόμαστε σε άξιες, αλλά, εν πάση περιπτώσει, μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά σε μπάντες που έκαναν αισθητή την ύπαρξή τους μέσα στα χρόνια, που επηρέασαν... εαυτούς και αλλήλους· ακόμη και εν τη απουσία τους. Έχω δει «ζωντανούς» τους Last Drive 3-4 φορές στο παρελθόν (όχι και πολλές...) – για πρώτη φορά, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα – και μπορώ αντιληφθώ τι σήμαινε, για όσους έζησαν εκείνη την εποχή, του “Underworld Shakedown” και του “Heatwave” (μετά πήγα φαντάρος...), η προ διετίας είδηση πως επανασυνδέθηκαν, πως ετοιμάζονταν για νέες εξορμήσεις και πως, τέλος πάντων, δούλευαν πάνω σε καινούριο υλικό, το οποίο και θα δισκογραφούσαν. Συνέβησαν όλα. Έτσι ακριβώς. Το “Heavy Liquid” [Happy Crasher, 2009] απλώς τα επιβεβαιώνει. Ναι, είναι «ήχος Last Drive» αυτός. Ναι, το “Pantherman” είναι το ίδιο αυθάδικο όπως το “I love Cindy” – διαφορετικά τραγούδια, φτιαγμένα όμως από τις ίδιες «πέτρες». Κι εδώ είναι το ζήτημα, το οποίο αντιλαμβάνονται απολύτως οι George, Thanos A., Alex K. και Chris B.I. Το rock n’ roll δεν έχει ανάγκη τα... καινοτόμα πνεύματα και τη νέα επιχειρηματικότητα, για να υπάρξει. Έχει ανάγκη μόνον από το σεβασμό των παλαιών κωδίκων. Οι οποίοι κώδικες, α όλα κι όλα, είναι άγραφοι, περασμένοι πια στο υποσυνείδητο. Ή σου βγαίνουν ή όχι. Δεν είναι ο «τρόπος ζωής»· μην ακούω τέτοια φούμαρα. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Είναι κυρίως μία στοχευμένη άσκηση κοινωνισμού, παρατήρησης, συμπαράστασης και κατανόησης του άλλου, της άλλης, του άλλου· κάπως σαν μάχη απέναντι στον κυνισμό (θα τό’θελα!) και τη «μαρκετίστικη» αλλοτρίωση. Μοιάζει να βλέπω ό,τι θέλω; Σίγουρα ακούω ό,τι θέλω...

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

HABEAS CORPUS 150 αντίτυπα αναμνήσεων

Υπάρχει λόγος. Οι Habeas Corpus είναι κάπως σαν το... prequel των Σύνδρομο, του συγκροτήματος που άφησε εκείνο το άσπιλο LP στη Vertigo, το 1982. (Ένα από τα 4-5 άλμπουμ που πρέπει διαχρονικώς να μελετώνται, απ’ όσους θέλουν να κάνουν ελληνικό, ελληνόφωνο ροκ). Ηχογραφήσεις λοιπόν αυτού του ξεχασμένου συνόλου, από την περίοδο 1980-82, όταν οι Habeas Corpus αποτελούσαν «ζωντανό» συναυλιακό δεδομένο, έρχονται τώρα για πρώτη φορά στο φως από την... σκάβω όλο και βαθύτερα Anazitisi Records. Πρόκειται για ένα studio demo δύο κομματιών από το 1982, καθώς και για 6 live (δύο από το Bedlam, το 1980, τέσσερα από το θέατρο της Φοιτητικής Εστίας, στην Πολυτεχνειούπολη του Ζωγράφου, το ’82). Ας πούμε από την αρχή πως οι εγγραφές, που αφορούν... λίγους (έκδοση βινυλίου 150 αριθμημένων αντιτύπων), μπορεί να μην αριστεύουν ηχητικώς-ποιοτικώς, αντιμετωπίζονται όμως από την παραγωγή με την πρέπουσα σημασία, μια και στο φάκελλο περιέχεται triple-folded ένθετο, καθώς και η αναπαραγωγή της αφισέτας από το live στην Εστία· είχαν πάρει ακόμη μέρος οι Μουσικές Ταξιαρχίες, οι Φατμέ και ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης με τη Λερναία Ύδρα. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα κράμα progressive και fusion rock, στηριγμένο στην κιθάρα, το βιολί δευτερευόντως και βεβαίως στη... συμμετρική ή ασύμμετρη ρυθμολογία, που χαρακτήρισε και κομμάτια των Σύνδρομο, λίγους μήνες αργότερα. Συνθέσεις όπως τα “My roots” (ως «Ρίζες» το περιποιήθηκε ο Νίκος Γκίνης και η παρέα του) και “Euro-greek mentality” δείχνουν τη διάθεση των Habeas Corpus να μαρκάρουν την ελληνικότητα όχι με τον ευθύ «seventies τρόπο» των Socrates π.χ., αλλά μέσω μιας μεθόδου περισσότερο περιφερειακής, ανακατεύοντας, βασικά, folk και funk ακροτελεύτια· μπορεί όχι με την indie, «σκοτεινή» προοπτική των επιγόνων τους (λείπουν εξάλλου και τα λόγια – αχ τα λόγια!), αλλά πάντως πλησίον. Habeas Corpus ήταν οι: Σταύρος Θεοδωράκος κιθάρες, Κώστας Θεοδωράκος μπάσο, πιάνο, Τσίκο ντραμς (και οι τρεις πήραν μέρος στην ηχογράφηση του «Σύνδρομο»), Γιώργος Αλαχούζος πλήκτρα, συν 2-3 ακόμη.
* Ξέρω για την ύπαρξη ενός ακυκλοφόρητου session των Σύνδρομο από το 1985 ή εκεί γύρω. Είχαν προσθέσει keyboards a la british new wave, κλαρίνο κ.λπ. τραγουδώντας πάντα στην ελληνική. Τρία-τέσσερα τραγούδια τα έχω σε MC προχείρως ηχογραφημένα από το ραδιόφωνο (τότε). Είναι εξαιρετικά. Για να μην πω συγκλονιστικά... Μερικοί άτυποι τίτλοι: Στο χορό των ξεγραμμένων, Βάρος... Τα έχει κανείς όλα; Μήπως ο Νίκος Γκίνης; Βρείτε τον, ρωτήστε τον...

RORY BLOCK a tribute to Son House

Κοιτώντας πίσω το έργο της, και ακούγοντας, τώρα, το δικό της τρόπο στην απόδοση των αρχαϊκών blues του Son House, δεν μπορεί παρά να αναφωνήσεις: ναι, η Rory Block είναι η σημαντικότερη λευκή blues woman του καιρού μας. Αν και τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για τη δουλειά της, αν και συμπεριέλαβα την εκδοχή της στο “I’ll go with him” του Rev. Robert Wilkins στο “Americana” CD του Jazz & Tzaz τον Οκτώβριο του ’07 (τεύχος 175), εντούτοις ποτέ έως σήμερα δεν «κάλυψα» την περίπτωσή της μέσω ενός ευρύτερου κειμένου – ούτε τώρα θα το κάνω, παρ’ ότι η αφορμή μοιάζει ιδανική· ίσως γιατί η Rory Block είναι και παραμένει ένα εν δυνάμει «κεφάλαιο» που εξακολουθεί να γράφεται, ίσως γιατί αναμένουμε τη στιγμή που θα βρούμε ξαφνικά μπροστά μας, ένα-δυο βινύλιά της που από καιρό τα ψάχνουμε, ίσως γιατί η πληθώρα του υλικού που καλούμαστε να διαχειριστούμε να μην μάς επιτρέπει... πολυτέλειες. Απολογούμαι. Η Rory Block είναι «μεγάλη»· και μέχρι την επόμενη φορά που θα κάνω εκείνο που αρμόζει, κρατείστε μόνον το χαρακτηρισμό... Γεννημένη πριν από 60 χρόνια στο New Jersey, η Aurora Block υπήρξε – κοριτσάκι ακόμη – μέλος της folk σκηνής του Village στα sixties, γνωρίζοντας εκ του σύνεγγυς τους λευκούς συνοδοιπόρους της εποχής, κάποιους από τους επανακάμψαντες μαύρους bluesmen, δηλώνοντας παρούσα σε δύο, τότε, άλμπουμ της Elektra, τη συλλογή “Old Time Banjo Project” (1964) και το “How To Play Blues Guitar” (1967) του Stefan Grossman. Στα seventies η καριέρα της θα περάσει από μύρια κύματα, καθότι, η νεαρά, πάντα, Rory, θα χάσει κάπως το δρόμο της ηχογραφώντας, ανάμεσα σε άλλα (ενδιαφέροντα ή μη), μέχρι και... φθηνιάρικη disco. Όμως, στις αρχές των 80s πια, η Rounder, ξαναδίδοντάς της το απωλεσθέν στίγμα, θα την κάνει σιγά-σιγά «κεφάλαιο». Πράγμα που απεδείχθη, σαφώς, στα χρόνια του ’90 και τα ’00, όταν η σχέση της με τον ακουστικό ήχο θα βαθύνει έτι περισσότερο (τα 5 “W.C. Handy” βραβεία, απλώς το διατρανώνουν), φέρνοντας την Rory Block στην εμπροσθοφυλακή της... roots music. Αν και το παλαιό ρεπερτόριο, τα blues covers, δεν έλειψαν ποτέ από το έργο της, ήταν το tribute στον Robert Johnson “The Lady and Mr. Johnson” [Rykodisc, 2006] και πέρυσι το “Blues Walkin’ Like A Man, A Tribute To Son House” [Stony Plain], τα άλμπουμ εκείνα που θα έκαναν μονομιάς τη διαφορά. Η Rory Block είχε γνωρίσει από κοντά τον Son House στα sixties και είχε αντιληφθεί από νωρίς, πώς, με ποιον ακριβώς τρόπο, η τέχνη του πέρασε – τεχνικώς τουλάχιστον, ου μην και συναισθηματικώς – στον Robert Johnson. Κατά τα λοιπά, οι 9 «πλευρές» που έγραψε ο House σ’ εκείνο το ιστορικό session για την Paramount, τον Μάιο του ’30, οι εγγραφές του για για τον Alan Lomax το 1941-42, αλλά και ό,τι πρόλαβε να αφήσει στα sixties (“Death letter”, “Grinning in your face”, “I want to go home on the morning train”...) θα αποτελέσουν το υλικό επί του οποίου θα στηριχθεί η Block, προκειμένου να δώσει τη δική της άποψη. Και είναι η δική της, στο βαθμό που σεβόμενη, γενικώς, τις αρχικές ενοργανώσεις, επιταχύνει κάποιες φορές το ρυθμό (σ’ εκείνα τα παλαιά, αργά κομμάτια, τα οποία δύσκολα αντιμετωπίζονται), επιχειρώντας συγχρόνως να προσαρμόσει το δικό της φωνητικό «μέταλλο» στον τρόπο ερμηνείας του House. Αδύνατον; Δυνατόν· στο βαθμό που χειρίστηκε τη φωνή της «διαβάζοντας» την Bessie Smith. (Όπως λέει η ίδια, απαιτείτο ένα γυναικείο πρότυπο, στην προσπάθεια να αποσαφηνιστούν τα «πατήματα»). Αλλού πάλι (“Downhearted blues”) πήρε βοήθεια από τη φυσαρμόνικα του John Sebastian, προκειμένου να προσθέσει «όγκο», αντιμετωπίζοντας με διαφορετικό τρόπο ακόμη και κομμάτια, τα οποία είχε ξαναδιασκευάσει σε προηγούενα άλμπουμ της (στο “Dry spell blues”, το οποίο ακούγεται και στο “From the Dust” CD της Telarc, προσθέτει back φωνητικές γραμμές, μετατρέποντάς το σε gospel anthem). Η ουσία, για να μην πολυλογούμε, είναι μία. Η Rory Block μπάνει στην έβδομη δεκαετία της ζωής της με το διαρκές της πάθος στα ύψη, όσον αφορά στην εξερεύνηση του blues ακρότατου. Χαίρομαι να την ακούω. Θα χαιρόμουν περισσότερο, αν την έβλεπα κιόλας...
(η photo προέρχεται από το Blues Revue, issue 52, 11/1999, το οποίον εξάλλου βλέπετε)

SUPER EAGLES – IFANG BONDI popsters αφροκράτορες

Η Γκάμπια είναι μία παράξενη χώρα. Κατ’ αρχήν είναι η μικρότερη της αφρικανικής ηπείρου, αφού έχει έκταση όσο η μισή Πελοπόννησος. Στην ουσία πρόκειται για μία λωρίδα ξηράς που, δυτικά, βρέχεται από τον Ατλαντικό, ενώ απ’ όλες τις άλλες πλευρές συνορεύει με την Σενεγάλη. Ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός στην περιοχή τον 19ον αιώνα, δημιούργησε, επί της ουσίας, αυτό το κράτος, το οποίο σήμερα, αν και ανεξάρτητο, ανήκει στο «στέμμα» (μαζί, εξάλλου, με τις δυτικο-αφρικανικές πρώην αποικίες Νιγηρία, Σιέρα Λεόνε και Γκάνα). Λογικό λοιπόν να πει κανείς πως η Γκάμπια, εθνοτικώς, είναι μία σενεγαλέζικη «επαρχία» (κάποια παλαιότερα στοιχεία αναφέρουν πως το 45% του πληθυσμού της ανήκει στη φυλή των Mandingo, το 19% στη Fula, το 17% στη Wolof), ενώ και από την πλευρά του μουσικού πολιτισμού η παράδοση των griots, έτσι όπως κληρονομήθηκε αυτή από την Αυτοκρατορία των Mande, καθόρισε σε μέγιστο βαθμό την παραδοσιακή και από ’κει την «έντεχνη» μουσική της χώρας.
Οι Super Eagles υπήρξαν αναμφισβήτητα το πρώτο συγκρότημα της Γκάμπια που επιχείρησε να «παίξει» με τις μοντέρνες ρυθμολογίες της εποχής – όχι μόνο τις δυτικές, αλλά και τις, ευρύτερα, τοπικές. Soul, rock, pop, αλλά και κονγκολέζικη rumba, νιγηριανό ή γκαναϊνό highlife και βεβαίως κουβανέζικα cha cha, bolero και pachanga. Στην αρχή αποκαλούντο African Jazz και λίγο αργότερα, εκεί προς τα μέσα του ’60, The Eagles of Banjul· όπου Banjul η πρωτεύουσα της χώρας. Ως Super Eagles εμφανίζονται κατά πρώτον το 1967 και την επόμενη, κιόλας, χρονιά ψηφίζονται «δημοφιλέστερο γκρουπ» στη Σενεγάλη. Η φήμη τους εξαπλώνεται αμέσως έως και την Γκάνα, εκεί όπου θα επιχειρήσουν μία τρίμηνη περιοδεία, πραγματοποιώντας το πρώτο τους recording session, στην Accra (1968)· το session εμφανίστηκε σε 4 45άρια, σε ετικέτα Ghana Film, τα οποία έχουν ακούσει ελάχιστοι στον κόσμο. Το 1969 τούς βρίσκει να περιοδεύουν στην... μητριά πατρίδα Μεγάλη Βρετανία. Ακούγεται παράξενο, αλλά δεν είναι, αφού πολλοί αφρικανοί μουσικοί επισκέπτονταν το Νησί, ήδη από τα χρόνια του ’40 (για να μην πούμε νωρίτερα), μπολιάζοντας την british pop culture, με afro ηχοχρώματα. Και φυσικά δεν έλειψαν οι ηχογραφήσεις· ας θυμηθούμε τον Ambrose Adekoya Campbell, top exotic φιγούρα στο Soho των fifties, τον Fela Kuti που γράφει στο Λονδίνο από τα πρώτα χρόνια του ’60, με τους Highlife Rakers στην αρχή και τους Koola Lobitos στη συνέχεια, τους νοτιοαφρικανούς jazzmen – από μόνοι τους είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο – τον νιγηριανό ντράμερ Ginger Johnson μ’ εκείνο το φοβερό “African Party” στην Saga το 1967, τον Γκανέζο Teddy Osei, ο οποίος πριν το σχηματισμό των Osibisa, το 1969, περιφερόταν στα λονδρέζικα κλαμπ με τους Cat’s Paw και τόσους άλλους. Είχε δημιουργηθεί με άλλα λόγια, στη Βρετανία των late sixties, όλο εκείνο το «περιβάλλον», μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ενσωματωθούν με άνεση οι ήχοι των Super Eagles. Έτσι συνέβη. Live λοιπόν και όχι μόνο στο Λονδίνο, αλλά και στο Birmingham και στο Manchester, και βεβαίως η παραγωγή ενός μεγάλου δίσκου, την οποίαν θα αναλάμβανε η Decca εξ ολοκλήρου (μπροστά, ο μηχανικός ήχου David Grinsted, γνωστός, κυρίως, από τις εγγραφές των Caravan, την ίδια εποχή, στην ίδια ετικέτα). Badou Jobe o κιθαρίστας-αρχηγός και ακόμη οι Francis Taylor ρυθμική κιθάρα, hammond, Charles Valentine μπάσο, Modou Cham τενόρο, Malan Gassama κρουστά, συν τρεις τραγουδιστές, οι Paps Touray, Oussou Ndiaye και Dowooda Ndiaye (σύνολον οκτώ – όλοι ποζάρουν στο εξώφυλλο) θα μπουν στο στούντιο της Decca, γράφοντας τα 12 θέματα του “Viva Super Eagles”. Τα τέσσερα «δυτικά», τα οποία χαρακτηρίζονταν soul – ανάμεσά τους και μια ωραία διασκευή στο “Hey Jude” των Beatles – και τα οκτώ afro, τραγουδισμένα στη μητρική τους (Wolof) γλώσσα, και με στίχους που αφορούσαν στη ζωή, τους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας (ξορκισμοί των κακών, τιμές στη γη των προγόνων, διδακτισμός, η αφρικανική ενότητα κ.ά.). Ένας «πρόγονος» του mbalax, που θα μετέτρεπαν σε top dance φόρμα, χρόνια αργότερα, οι Etoile de Dakar και ο Youssou N’ Dour; Σίγουρα ναι, ακούγοντας τό... μια δεκαετία μπροστά από την εποχή του “Alieu gori-mami”. Το “Love’s a real thing” ξεχώριζε, αλλά και το “Don’t do that to me” και το “False love” ήταν εξαίρετα τραγούδια, πολύ κοντά στο soul ύφος των Equals (του Eddy Grant) και των Jimmy James and the Vagabonds, που, τότε, γκρέμιζαν τα φλόρια στο Νησί. Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει και από τη γαλλική Decca εκείνη την εποχή, ενώ το 2001 η βρετανική RetroΑfric θα δώσει και μία CD-reissue, η οποία εκτός του κανονικού LP, περιείχε το τρίτο και το τέταρτο single του γκρουπ, από το session στην Accra. Και κάτι ακόμη. Στη συλλογή της Luaka Bop “World Psychedelic Classics 3”, που ανθολογεί το “Love’s a real thing”, αναφέρεται ως χρονιά έκδοσης του “Viva Super Eagles” το 1972. Όποιοι έχουν δει τον αυθεντικό δίσκο ξέρουν ότι είναι λάθος...
Περί το 1970 οι Super Eagles αρχίζουν να βλέπουν με άλλο μάτι το ρεπερτόριό τους, αλλά και τη μουσική γενικότερα. Καλά τα δυτικά στοιχεία και οι κουβανέζικοι ρυθμοί, το ζήτημα όμως που ανέκυπτε ήταν πώς θα μπορούσε να εντάξουν στους γενικότερους ηχητικούς προβληματισμούς τους τη μεγάλη παράδοση της χώρας. Μέλη του γκρουπ αρχίζουν να την ψάχνουν με τους τοπικούς ρυθμούς, ενώ ο κιθαρίστας Badou Jobe αποφασίζει να μάθει kora. Ήταν 1972, όταν νοιώθουν έτοιμοι και πάνω στο απόγαιό τους να «κλείσουν» το συγκρότημα – και μαζί του μια εποχή – ανοίγοντας όμως έναν καινούριο δρόμο. Μπροστάρηδες ο κιθαρίστας Badou Jobe και ο τραγουδιστής, περκασιονίστας Paps Touray – όλοι οι υπόλοιποι μουσικοί θα ήταν νεοφερμένοι. Το νέο project θα λεγόταν Ifang Bondi (Να Είσαι Ο Εαυτός Σου) και μέσω αυτού, πια, θα προέβαλλαν το καινούριο υλικό. Senegambian ρυθμοί και μελωδίες, και βεβαίως, τα τοπικά όργανα (kora, balafon, sabar, διάφορα talking drums, djembe), θα «συνεργάζονταν» με την ηλεκτρική κιθάρα, το μπάσο και τα keyboards, παράγοντας... αφρικανική μουσική για Αφρικανούς. Η πρώτη δισκογραφική απόπειρα υπήρξε εντυπωσιακή. Το άλμπουμ “Saraba”, ηχογραφημένο στο Jandeer Night Club του Dakar το 1976 (εκεί απ’ όπου προέκυψε και το μνημειώδες “Une Nuit au Jandeer” των Orchestra Baobab) είναι εξωφρενικό. Το φερώνυμο, σχεδόν 10λεπτο κομμάτι δύσκολα περιγράφεται. Υπνωτικοί ρυθμοί, με κάτι από το spiritual feeling του Αιθίοπα Mulatu Astatke, μελωδίες σχεδόν ψυχεδελικές, ηλεκτρική κιθάρα με εφέ και με ήχο κοντινό στην kora, όταν παίζεται με nyenyemo (ένα μεταλλικό έλασμα, που προσαρμόζεται στο κυρίως σώμα της, «βοηθώντας» την να βγάλει έναν σβουρηχτό ήχο), φωνητικά στη γλώσσα τους και γενικώς, ένα κομμάτι, μια σύνθεση, που δύσκολα μπορεί να «αντιμετωπιστεί» από ένα δυτικό αυτί. Ήταν η μόνη; Όχι, φυσικά. Το εισαγωγικό "Atis-a-tis" είναι ένα αξεπέραστο psych afro-funk, με μαγικά breaks στα κρουστά (Karamo Sabally, Pa Alien Njiel, Samason Gassama κ.ά), το “Xalel dey magg” είναι ένα θεραπευτικό groovy με τον τρόπο του, ενώ τα υπόλοιπα θέματα είναι εκείνο που θα λέγαμε mandingo-jazz· υπό την έννοια της ύπαρξης εντόπιων στοιχείων και αναπτυσσόμενης «ελευθερίας». Το “Saraba” ήταν το άλμπουμ που καθιέρωσε τους Ifang Bondi, ως το πιο δημοφιλές συγκρότημα της χώρας, αλλά και ως ένα από τα πλέον επιδραστικά όσον αφορά στο σενεγαλέζικο mbalax – αν και προς τα μέσα του ’70 κάποια από τα μέλη θ’ αφήσουν το γκρουπ, για να σχηματίσουν (μαζί με άλλους) μία άλλη πολύ σημαντική μπάντα, που κινήθηκε στα χνάρια των Ifang Bondi, τους Guelewar (απαιτείται ξεχωριστή αναφορά - το "Tasito" είναι συγκλονιστικό). Παρ’ όλο τις συνήθεις δυσκολίες, τού να διατηρηθεί ένα γκρουπ για χρόνια μαζί, οι Ifang Bondi δεν το βάζουν κάτω. Μετακομίζουν στην Ολλανδία κι εκεί, μέσα σε μια 15ετία (1983-1998), θα καταφέρουν να ηχογραφήσουν ένα LP και τρία CD, ολοκληρώνοντας, κατά έναν τρόπο, τη διαδρομή τους. Στο “Mantra” (1983) είναι πια 4μελείς – με τους τέσσερις μουσικούς να εμφανίζονται και στο “Saraba”. Badou Jobe μπάσο, κιθάρες, Paps Touray lead φωνητικά, κρουστά, Karamo Sabally κρουστά, Kunion Jarjuty πλήκτρα, κρουστά. Κι εδώ υπάρχουν καταπληκτικά κομμάτια (“Dumo a julo”, “10th anniversary”), τα οποία έσκιζαν στην afroground Ευρώπη, καιρό πριν τα ethnic ξεσαλώματα. Και με τα τρία επόμενα CD τους, “Sanjo”, “Daraja” και “Gis Gis”, οι Ifang Bondi κατόρθωσαν όχι μόνο να διαφυλάξουν το ύφος τους, αλλά και να γνωρίσει η μουσική τους ακόμη μεγαλύτερη αποδοχή, αφού οι κριτικές ήταν πάντα γενναιόδωρες, είτε στα πιο ειδικά περιοδικά (Folk Roots), είτε στα γενικότερα (Q). Ακόμη και με το πιο trad project Tiramakhan Ensemble, με το οποίο θα γράψουν το “Songs from Gambia”, στηριγμένοι κατά βάση σε παραδοσιακά όργανα, οι Ifang Bondi θα πιάσουν κορυφή. Η προσφορά του Badou Jobe στη μουσική θα εκτιμηθεί φυσικά (Σημαντικότερος Αφρικανός Ενορχηστρωτής για το 1999), δίχως όμως το όνομά του να αποκτήσει το status άλλων world famous Αφρικανών, που υπήρξαν πνευματικά του τέκνα. Έτσι, όμως, συμβαίνει.
Δισκογραφία
SUPER EAGLES
1. Viva Super Eagles – UK. Decca WAPS 29 – 1969
–. Viva Super Eagles – FR. Decca 258.069 – 1969
2. Senegambian Sensation – UK. RetroAfric RETRO17CD – 2001 (c)
IFANG BONDI
1. Saraba – SEN. Disques Griot GR 7603 – 1976
2. Mantra – HOL. Interstate Records LPH 8366 – 1983
3. Sanjo – HOL. D&K 860017 – 1989
4. Daraja – HOL. Music & Words MWCD 3009 – 1995
5. Gis Gis – HOL. Music & Words MWCD 3019 – 1998
TIRAMAKHAN ENSEMBLE
1. Songs from Gambia – Sounds of the World SOW 90128 – 1994
Συλλογές (επιλογή)
1. The Music World of Luaka Bop – Jazz & Tzaz 0019-2 – 2002 
(περιέχει το “Love’s a real thing”, μοιράστηκε με το 109 τεύχος του περιοδικού Jazz & Tzaz) 2. World Psychedelic Classics 3: Love’s A Real Thing – Luaka Bop VVR1032442 – 2004 (περιέχει το “Love’s a real thing” των Super Eagles)
3. African Pearls 4, Senegal: The Teranga Spirit – Syllart productions 6098755 – 2006 (περιέχει το “Saraba” των Ifang Bondi)
Βασική βιβλιογραφική πηγή
Graeme Counsel: Mande Popular Music and Cultural Policies in West Africa, εκδ. The University of Melbourne, Melbourne 2006

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ Στην κορυφή

Περίμενα καιρό, χρόνια, ένα γαμάτο άλμπουμ από τη Θεοδοσία Τσάτσου. Το έκανε. 
Το μαύρο «Α Γαπήσου» [Live Alive Productions] είναι «σταθμός» στην καριέρα της και «σταθμός» στην πρόσφατη ελληνική δισκογραφία εν γένει. Μένει ν’ αποδειχθεί βεβαίως· μα και να μην αποδειχθεί δε μου καίγεται καρφί. Το έργο θα παραμένει εκεί, στη θέση του, ανέπαφο, να το ανακαλύπτουν στον αιώνα τον άπαντα οι επόμενοι και οι επερχόμενοι. 
Η Τσάτσου, με όχημα τη μεγάλη της φωνή –δε θα μιλήσω για το performing ή την εμφάνισή της– οπλίζεται μ’ ένα σπάνιο δημιουργικό τσαμπουκά, στην απόπειρά της να κάνει το άλμα. Κάπως σαν «ή τώρα ή ποτέ» αποφασίζει να προκαλέσει με το σύνολο του έργου της, και κυρίως με το σύνολο των (τραγουδοποιητικών) δυνατοτήτων της· τα παίρνει όλα πάνω της. 
Αυτή η σιγουριά είναι ο καλύτερος σύμβουλος, για να την ανεβάσει στα ύψη. Γράφει όλες τις μουσικές, τους στίχους, ερμηνεύει, ενορχηστρώνει, κάνει παραγωγή, έχοντας δίπλα της μόνο τους καλούς της παίκτες. Και όχι μόνον πράττει όλα αυτά, αλλά, το κυριότερο, ξεπερνά, αφήνοντας μίλια πίσω, πρόσφορες «γιαλαντζί» καταστάσεις· κοινώς τρώμε τη σκόνη της. 
Blues, jazz, funk, techno, pop, μπαλάντα, παράδοση όλα υποκύπτουν στην αγριεμένη διάθεση της Τσάτσου, η οποία μπροστά στην ήσυχη και άτολμη λίμνη, προσγειώνεται με... διαστημικό λεωφορείο. 
Είμαι σίγουρος. Κάποιοι θ’ αρχίσουν να κολλάνε. Μπουζούκια, υπερβολές, «εγώ», «κάτι θέλει να πει»... τα συνήθη μισόλογα, όσων αδυνατούν να δουν το όλον. 
Εμείς, που ακούσαμε στα νιάτα μας Ηδύλη Τσαλίκη και Λένα Πλάτωνος, διαμορφώνοντας «σύμβολα» για τον τρόπο που η γυναικεία φύση αντιπαρέρχεται το εγχώριο... πατριαρχικό τραγούδι, βρισκόμαστε στην αναπάντεχη θέση (μετά χαράς) να τα ξηλώσουμε. Στην κορυφή χωράει μία...

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009

(ΠΑΛΑΙΟ) ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΡΟΚ Από τα αζήτητα στο hip

Ο Ταχυδρόμος κυκλοφόρησε την 26η Σεπτεμβρίου με εξώφυλλο τα Τέσσερα Επίπεδα της Ύπαρξης, ένα "άγνωστο" ελληνικό γκρουπ που μπόρεσε κι ηχογράφησε ένα άλμπουμ το 1976.Αφορμή, το γεγονός ότι ο Jay-Z έχει χρησιμοποιήσει, επισήμως, sample από το τραγούδι τους «Κάποια μέρα στην Αθήνα» στο δικό του “Run this town”. Είναι απίστευτο. Είχα μάθει την είδηση κάτι εβδομάδες νωρίτερα από τα blogs κι είχα πάθει πλάκα. Εμείς, που περίπου μεγαλώσαμε μ’ αυτά τα κομμάτια – έχω ακόμη την κασέτα με τα... Επίπεδα, που μου είχε γράψει ο Θοδωρής Κρίθαρης της Wipe Out εκεί γύρω στο ’88 – όσο νά’ναι χαιρόμαστε με κάτι τέτοια· δεν λέω δικαιωνόμαστε, γιατί αυτό θ’ ακουστεί βαρύ και δεν πρέπει. Σε τελευταία ανάλυση, το ελληνικό ροκ εκείνης της περιόδου – πλην ολίγων, ελαχίστων εξαιρέσεων δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Τα περισσότερα παιδιά έκαναν την πλάκα τους, το κέφι τους, δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν άφησαν κάποια καλά τραγούδια, πολλές φορές με πηγαίο fun. Όλα τούτα είναι βεβαίως αδιάφορα, για έναν αμερικανό rapper ή όποιον άλλον από μακρυά... Δεν κρίνει, ούτε τον νοιάζει, απλώς χρησιμοποιεί. Και καλώς πράττει.Προσφάτως μου μίλησε ένας φίλος DJ για κάποιο άλλο ελληνικό συγκρότημα του χθες που απασχολεί τώρα τα underground funk κυκλώματα – στην Αμερική ή όπου αλλού. Την Πεταλούδα. Εδώ κι αν έπεσα απ’ τα σύννεφα. Το γκρουπ αυτό είχε σχηματιστεί στην Πάτρα στις αρχές των seventies, για να γίνει... πανελληνίως γνωστό όταν συμμετείχε στο “Pop Festival ’73”· ένα διαγωνισμό για νέα συγκροτήματα που είχε διοργανώσει τότε η Columbia (υπεύθυνος ο Κώστας Γιαννίκος) και το περιοδικό Φαντάζιο. Η Πεταλούδα θα βρεθεί στον τελικό, όπως και στο βινύλιο που κυκλοφόρησε, μ’ ένα από τα καλύτερα τραγούδια της διοργάνωσης το «Τι μπορείς να κάνεις στη ζωή σου». Είναι το track που μπήκε προσφάτως στη συλλογή "Psych Funk 101 (1968-1975), A Global Psychedelic Funk Curriculum", που ανθολογεί obscure «φάνκικες» ηχογραφήσεις απ’ όλο τον κόσμο. Να πώς παρουσίαζεται ο τόμος στα δικτυακά δισκοπωλεία:
“A stunner of a collection of psychedelic funk from all over the world. Incredible material with the spiraling atmosphere and free spirit of the psychedelic scene and the furious sense of groove learned from the funk movement! Psych Funk 101 sets out to be a definitive overview, and makes a heck of strong case for itself as such with a couple recognizable names (including Mulatu, who simply could not be overlooked, on a compilation with aspirations of serving as a psychedelic funk standard bearer) and more from Istanbul, Athens (σ.σ. θα έπρεπε να γράψουν "Patras"), Paris, Beirut, Cairo, Lagos, Moscow and beyond! Pummeling funky drums & percussion, hazy organ drones, middle eastern rhythms & melodies, fuzzy guitars and more disparate material with relative psychedelic funk atmosphere! 14 tracks in all: “Su derenin sulari” by Husnu Ozkartal Orkestrasi, “Respect” by Kukumbas, “Alemiye” by Mulatu Astake feat. Belaynesh Wubante, “The man who must leave” by Kim Sun, “What you can do in your life” by Petalouda, “Ghabileh-Ye Lily” by Mehr Pooya, “The feed-back” by The Group, “Circuito chiuso” by Armando Sciascia, “Mevlana boyle dede” by Metin H Alatli, “Dagon” by Eskaton and more”.
Στην Πεταλούδα μπροστάρης ο Χρήστος Κουλουμπής, ένας πράγματι ξεχωριστός τραγουδιστής, με εντελώς ασυνήθιστη tenoro φωνή, ο οποίος δεν έκανε την καριέρα που άξιζε να κάνει. Μπόρεσε πάντως και ηχογράφησε ένα 45άρι στην Columbia το 1975 με τα τραγούδια «Την άγνωστη φίλη ζητώ/ Αθηνά» (σε παραγωγή του Τέρενς Κουίκ και επιμέλεια του Θόδωρου Σαραντή – και τα δύο ωραία, το πρώτο ροκιά, το άλλο μπαλάντα, με άψογα γεμίσματα στο πιάνο), πέρασε και από το «Σε Άλλους Κόσμους» του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη το 1976, για να χαθεί έκτοτε από την πανελλήνια πιάτσα. Στην Πάτρα τον είχα ακούσει τελευταία φορά να τραγουδάει εκεί γύρω στο ’83, στο Καρναβάλι – ήταν γι’ άλλη μια φορά εντυπωσιακός... Η μνήμη μου δεν κάνει λάθος. Σήμερα, όποτε πηγαίνω στην Πάτρα, τον βλέπω. Μένει κοντά στη γειτονιά της μάνας μου. Βοηθάει σε μια πιτσαρία... Γεια σου Χρήστο... Ακούστε τον...

Κοιτάζοντας το track list της συλλογής – την οποία δεν έχω ακούσει – σκαλώνω σε μερικά ονόματα· και δεν εννοώ τον Mulatu. Πρώτα, μένω στον Omar Khorshid. Πάνε τέσσερα και πλέον χρόνια από τότε που έγραψα στο Jazz & Tzaz ένα άρθρο με τίτλο «Εμφύλια Samples Από τον Λίβανο» (τεύχος 147, 6/2005), παρουσιάζοντας κάποιους λιβανέζικους (κυρίως), αιγυπτιακούς και λυβικούς(!) δίσκους, που κόβονταν στην Ελλάδα στα seventies από την EMI, με τεράστιο «σαμπλικό» ενδιαφέρον. Για τον Omar Khorshid σημείωνα: «Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο αιγύπτιος κιθαρίστας Omar Khorshid και πρώτης τάξεως άλμπουμ οι τρεις τόμοι “Belly Dance with Omar Khorshid and His Magic Guitar”. Ο τρίτος απ’ αυτούς, που κυκλοφόρησε το 1974 είναι, πιθανώς, ο πιο σημαντικός όλων, αφού περιέχει πολύ ωραίες διασκευές ‘παγκόσμιων’ θεμάτων (Love story, Godfather, Pop corn, Malaguena, La paloma...). Ιδίως το “Pop corn” του Gershon Kingsley είναι χάρμα, με τον Khorshid να αυτοσχεδιάζει προς μία surf-oriented κατάσταση, με πολύ συνετή χρήση των keyboards». Ένα άλλο όνομα που προξενεί εντύπωση είναι οι Ιταλοί Gruppo di Improvvisazione Nuova Consonanza, το σούπερ γκρουπ των Bertoncini, Evangelisti, Heinemann, Branchi, Morricone και Macchi. Από αυτή την ομάδα ανθολογείται στο "Psych Funk 101" το “The feed-back”, βγαλμένο από το φερώνυμο 4o άλμπουμ τους τού 1970. Όλο το άλμπουμ, που είναι πολύ σπάνιο, το κατεβάζουμε από το Mutant Sounds (http://mutant-sounds.blogspot.com/2007/02/feed-back-samelp1970italynww-list.html) και το ακούμε δίχως πρόβλημα - από 'κει έχω δανειστεί και τη photo του εξωφύλλου.Οι Nuona Consonanza υπήρξαν ένα από τα πιο σημαντικά avant-prog-jazz σχήματα της δεκαετίας 1966-1976, έχοντας στις τάξεις τους όχι, απλώς, μουσικούς αλλά συνθέτες· για τον Ennio Morricone δεν χρειάζεται να πούμε, τώρα, κάτι παραπάνω. Την ιστορία τους - σε συνδυασμό με το άκουσμα του έργου τους - προσπαθώ να τη διαβάσω, με τα γερμανολεξικά υπό μάλης, από το βιβλίο του Thorsten Wagner “Franco Evangelisti, Und die Improvisationsgruppe Nuova Consonanza” (εκδ. PFAU, Saarbrucken 2004). Όταν είμαι έτοιμος θα προκύψει κείμενο στο Jazz & Tzaz. Πάντως, ότι θα υπήρχε συλλογή, στην οποία θα ανθολογούνταν ο Χρήστος Κουλουμπής και ο Ennio Morricone ποτέ δεν το περίμενα...
Και για να κλείσω – για την ώρα – με την Πάτρα και το λεγόμενο «ελληνικό ροκ». Είδα, προσφάτως, σε δισκάδικο του κέντρου μία επανέκδοση που μ’ έκανε ν’ απορήσω. Φαίνεται, όμως, πως έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το 1985... έτσι δικαιολογούνται και οι επανεκδόσεις από ’κείνη την εποχή. Ξαναβγήκε σε βινύλιο, σ’ ένα μάλλον κακό Α/Μ εξώφυλλο, το άλμπουμ “Data” του Alexandros (Αλέξανδρος Σκρεμύδας), που είχε πρωτοκυκλοφορήσει στη δική του ανεξάρτητη 80’s Ways Records πριν από 24 χρόνια. Πρόκειται για ένα καλό electro-pop LP, φανερά επηρεασμένο από τους Depeche Mode της εποχής και τ’ ανάλογα. Πριν από μερικά χρόνια – επί δραχμών – αυτό το “Data” το έβρισκες μόνο στις προσφορές με τα «πεντακοσάρικα», τώρα είναι από παντού εξαφανισμένο. Τό’παμε όμως, υπάρχει η επανέκδοση σε κάποια νεοσυσταθείσα εταιρία Ειρκτή(http://www.eirkti.com/) και η όποια ζήτηση θα καλυφθεί. Πιο ενδιαφέρον από το LP έχω την αίσθηση πως ήταν το single του Alexandros (“No place to run/ Tired”), που είχε βγει και αυτό στην 80’s Ways δύο χρόνια νωρίτερα (1983). Ιδίως το κομμάτι της δεύτερης πλευράς, το “Tired”, είναι καταπληκτικό, φτιάχνοντας μια μοναδική electro-psych ατμόσφαιρα. Όλα τα κομμάτια (LP+single) κατεβαίνουν από το Mutant Sounds (http://mutant-sounds.blogspot.com/search?q=alexandros). Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί μου τη σπάει να νομίζουν ορισμένοι πως το rock στην Πάτρα ξεκίνησε με τους Raining Pleasure...

MAY ROOSEVELT lo-fi ηλεκτρονισμοί...

Για όσους παρακολουθούν από κοντά την εγχώρια σκηνή το όνομα της May Roosevelt δεν είναι άγνωστο – από τη στιγμή, μάλιστα, που η ελληνίδα μουσικός έχει συνεργαστεί με τους 2L8, Xaxakes, Matisse, Mary and The Boy κ.ά. Θερεμινίστρια βασικά και πάνω απ’ όλα, η Roosevelt έχει τώρα σε κυκλοφορία το πρώτο της προσωπικό EP (διάρκεια 24:24) υπό τον τίτλο "Panda, A story about love and fear", το οποίο θέτει σε κυκλοφορία, σε ωραίο αμπαλάζ, η εταιρία Coo από τη Βέροια. Αν και σχετικώς σύντομο στο χρόνο το “Panda” δεν έχει μόνον concept – πρόκειται για την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού που φοβάται σχεδόν τα πάντα (ανθρώπους, ζώα, μηχανές), μέχρι ένα panda, ή κάτι που μεταμφιέζεται σε panda, επιχειρήσει να το βγάλει από τη δύσκολη θέση –, αλλά παρουσιάζει και μουσικό ενδιαφέρον. Βασικά, πρόκειται για μία homemade κατασκευή, στηριγμένη σε απλές συνταγές που μπορεί να άγονται από τους Kraftwerk των seventies, για να μην πάμε πιο πίσω στην sixties pop electronica των Perrey and Kingsley, διατρέχει τις post-punk eighties καταστάσεις (θυμόσαστε τις Vyllies και το πέρασμά τους από την Ελλάδα;), πριν συναντήσει τo νέο electro, το προσαρμοσμένο (και) στις απαιτήσεις της θαυματουργής θερεμίνης. Γιατί εδώ είναι το παν· και, αν θέλετε, η φιλοσοφία της σύγχρονης ολιγαρκούς (lo-fi) ηχητικής. Από τα, κάποτε, τερατώδη σε όγκο και, συχνά, σε ήχο σύνθια (για να είμαστε ακριβείς δεν τα βάζουμε με τις μηχανές, αλλά με όσους ενδεχομένως τις χειρίζονταν), «ξεπέφτουμε» σε τούτο το μαγικό ηλεκτρονικό οργανάκι που σπρώχνει, μόνο του σχεδόν, το “Panda” στην... (ε)ξωτική του ζούγκλα.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

NOBEL ΕΙΡΗΝΗΣ...

Μήπως βιάστηκαν; Σωστά βιάστηκαν...
(η photo από το http://www.carbomber.blogspot.com/)

JOHNNY LAMBIZZI: To be continued...

Το όνομα του ούγγρου, με ιταλική «άκρη», κιθαρίστα Johnny Lambizzi, προκαλεί ρίγη συγκινήσεως σε όσους το γνωρίζουν. Ο Lambizzi υπήρξε κιθαρίστας των τριών, κατά τεκμήριο, σημαντικότερων γκρουπ του ελληνικού ροκ. Κατά πρώτον των Εξαδάκτυλος, μαζί με τους Δημήτρη Πουλικάκο, Αντώνη Τριανταφύλλου, Λεωνίδα Αλαχαδάμη και Νίκο Δαπέρη (τέλη ’70-αρχές ’71), με τους οποίους ηχογράφησε το τραγούδι «Τα παιδιά είναι εντάξει», γράφοντας, με τους Πουλικάκο και Τριανταφύλλου, το... κυτταρικό «Το ξεχασμένο πηγάδι καραδοκούσε το θύμα του», για να περάσει στη συνέχεια στα Μπουρμπούλια του Σαββόπουλου, παίζοντας κιθάρα στον «Μπάλλο» (άνοιξη του ’71), πριν... καταλήξει στους Socrates Drank the Conium, προς τα τέλη εκείνης της χρονιάς. Μια χαρά!
Η φωτογραφία προέρχεται από την υπέρβαρη έκδοση «Ο Σαββόπουλος στην Λύρα» [Lyra, 1997] και αφορά στα Μπουρμπούλια του ’71. Στο βιβλίο δεν υπάρχει λεζάντα. Ας επιχειρήσουμε να τη βάλουμε... Από αριστερά: Βασίλης Ντάλλας, Johnny Lambizzi, Σπύρος Καζιάνης, Νίκος Τσιλογιάννης.
Όμως μέσα στο 1972 ο Lambizzi θα βρεθεί στην Ιταλία, για να συμμετάσχει στην πρώτη μορφή των Area(!!) μαζί με τους Demetrio Stratos, Giulio Capiozzo, Edouard “Eddie” Busnello και Leandro Gaetano, την οποία πάραυτα συμπλήρωσαν οι Patrick Djivas και Patrizio Fariselli. Το 1973 ο Lambizzi θα εγκαταλείψει για ακόμη μία φορά ένα συγκρότημα, αφήνοντας τη θέση του στον Paolo Tofani (λίγο πριν την ηχογράφηση του “Arbeit Macht Frei”). Ηχογραφήσεις των Area με τον Lambizzi δεν υπάρχουν, όμως... όμως... Στο άλμπουμ “Radius” [Numero Uno, 1972] του κιθαρίστα Alberto Radius (ιδρυτικό μέλος των Formula Tre) στη σύνθεση “Area”(!!) συμμετείχαν όλοι οι... Area, δηλαδή οι Johnny Lambizzi κιθάρα (αναγράφεται ως Lamberti), Patrick Djivas μπάσο, Giulio Capiozzo ντραμς, Demetrio Stratos όργανο και Leandro Gaetano τενόρο. Απίστευτα πράγματα. Όσο απίστευτο είναι να υποστηρίξει κάποιος πως οι Area ήταν επηρεασμένοι από τον Εξαδάκτυλο...
Στα μέσα του ’70, ο Lambizzi θα βρεθεί και πάλι στην Ελλάδα, θα παίξει στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου με τον Λάκη Ζώη, τον Ντέμη Βισβίκη κ.ά., πριν χαθούν ξανά τα ίχνη του, επιβεβαιώνοντας, όμως, το μύθο που λέει πως δεν υπάρχει έλληνας κιθαρίστας της jazz ή του rock της εποχής, ο οποίος να μη «χρωστά» στις συμβουλές του. Ποιος να ξέρει πώς συνέχισε ο Lambizzi όλα τα υπόλοιπα χρόνια... Πάντως, εξακολουθεί να δίνει παραστάσεις - βρήκα στο δίκτυο ότι εμφανίστηκε με τον Ares Tavolazzi, απ’ τους Area βεβαίως, και τον Fabio Rigamonti στην Bollate, κοντά στο Μιλάνο, τον Ιούλιο -, προσδοκώντας, ίσως... τι; Μήπως ό,τι κι εμείς;

JAZZ & TZAZ 199

Διαβάστε: συνέντευξη του "τζαζ" δημοσιογράφου των New York Times Ben Ratliff στον Βαγγέλη Αραγιάννη, κείμενο του Θανάση Μήνα για τους Tinariwen, "τζαζ & ποίηση: 50 χρόνια" του Σάκη Παπαδημητρίου, αναφορά στη ζωή και τη δισκογραφία του συνθέτη της jazz George Russell από τo Γιώργο Χαρωνίτη. Επίσης δύο περιήγησεις από εμένα: η πρώτη αφορά σε καινούριους jazz δίσκους από τη νεοϋορκέζικη σκηνή (Copernicus, Elliott Sharp, Tom Abbs, Flow Trio, Samuel Blaser...) και η δεύτερη στο πάντα σε έξαρση κύμα επανεκδόσεων (Jacques Brel, Serge Gainsbourg, Gato Barbieri, Laura Nyro, Freedom's Children). "Δισκορυχείον" του μήνα; Οι Min Bul από τη Νορβηγία. Στο Coolsville CD οι Steve Lacy, Cannonball Adderley, Donald Byrd, Thelonious Monk...

ο LOUIS ARMSTRONG στην Αθήνα

Το 1956 ο Louis Armstrong είχε εμφανισθεί στην Accra της Γκάνα. Γιατί όχι, λοιπόν, τρία χρόνια αργότερα, να μην επισκεπτόταν την Ελλάδα; Είχε φροντίσει γι' αυτό η άρτι δημιουργηθείσα (τον Μάρτιο του ’58) Ελληνο-Αμερικανική Ένωση, σκοπός της οποίας, όπως αναγραφόταν στο καταστατικό της, ήταν να «προαγάγη τους μορφωτικούς και οικονομικούς δεσμούς μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Ελλάδος». Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στον Ορφέα την Παρασκευή 3 Απριλίου του ’59, με τον Satchmo να ερμηνεύει το κλασικό του ρεπερτόριο (“Ain’t misbehavin”, “St. James Infirmary blues”, “Go down Moses”, “Rockin’ chair”, “Mack the Knife”, “Saints go marching in”... όχι δεν ήμουν εκεί...) έχοντας μαζί του την Velma Middleton τραγούδι, τον James “Trummy” Young τρομπόνι, τον Billy Kyle πιάνο, τον Peter Hucko κλαρινέτο, τον Danny Barcelona ντραμς και τον Mort Herbert μπάσο.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

...ΠΑΝΑΜΕΖΕ ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ...

Το ότι ο θιασώτης-συλλέκτης-μελετητής Roberto Ernesto Gyemant γράφει τις σημειώσεις του άλμπουμ “Panama! 2” από την Cali της Κολομβίας δεν πρέπει να παραξενεύει. Ο Παναμάς έχει πολλά κοινά στοιχεία πολιτισμού με τη γειτονική του νοτιο-αμερικανική χώρα, για την οποία θεωρείται κάπως σαν η «μαύρη επαρχία» της. Η cumbia λοιπόν είναι το (κυρίαρχο) στυλ, διαμορφωμένη βεβαίως μέσα στα χρόνια από το σύνολο των ήχων που έφθαναν στη Διώρυγα. Calypso, soul και funk, ήχοι από την Κούβα και την ευρύτερη Καραϊβική, όλα «ανακατεμένα» μέσα από live ή στούντιο jam sessions, στα οποία το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο ήταν ο μόνος τρόπος, ίνα καλυφθεί ο παικτικός οίστρος των μουσικών. Έτσι κάπως μάς τα... προσδιορίζει και ο υπότιτλος της συλλογής: “Latin Sounds, Cumbia Tropical & Calypso Funk on the Isthmus 1967-77” [Soundway]. Βινύλια λοιπόν, 45άρια κυρίως (να πούμε πως όσα labels εικονίζονται στο ένθετο «βγάζουν μάτι», λόγω των υπέροχων σχεδίων και χρωμάτων τους), αλλά και κάποια long plays, είναι το σπανιώτατο υλικό που διαχειρίζονται οι compilers Roberto Ernesto Gyemant και Miles Cleret, προκειμένου να μας παρουσιάσουν ένα 70λεπτο άλμπουμ, φισκαρισμένο στις ηχητικές εκπλήξεις. Στην πρώτη γραμμή η tamborera “La murga de Panama” (1972) από τους Pari Brandao Y Su Conjunto Aires Tablenos – μου θυμίζει ένα από τα πιο αγαπημένα μου latin κομμάτια το “Quiero que llegue el verano” (1966) του αργεντινού μαέστρου Luis Aguile –, το “Flora” (1968) των Maximo Rodriguez y sus Estrellas Panamenas με το απίστευτο, εκκωφαντικό πνευστό τμήμα, η κιθαριστική descarga... superior (1970) των σχολιαρόπαιδων Superiores, το άπιαστο exotica-funky “Dreams” (1974) των Duncan Brothers, η ωραία instro version του “Ain’t no sunshine” (1971) του Bill Withers από τους Soul Fantastics, το... pre-σαντανικό “Borombon” (1967) του Camilo Azuquita, το καρναβαλικό “La escoba” (1971) των Alfredo y su Salsa Montanera με το έξοχο κιθαριστικό σόλο, η samba “Si la vez” (1971) των Ormelis Cortex con su Conjunto Viva Guarare, το “Jazzy” (1968) του Willie Colon από κάποιους Papacitos... Όλοι «κάποιοι» είναι... Εμείς να δείτε τι είμαστε...

TALIBAM!: Gonzo καταστάσεις...

Αν και έχει παραγίνει το κακό με την gonzo, ή μάλλον τύπου gonzo δημοσιογραφία, καλόν είναι να θυμηθούμε (δεν νομίζω ότι το έχουμε ξεχάσει) πως το gonzo-rock και η αντίστοιχη jazz, άρχισε, για πολλούς, και τελείωσε στον Frank Zappa. Τελείωσε; Δεν θα μας αφήσουν να το υποστηρίξουμε οι Talibam!, ένα ντούο από το Brooklyn (Matthew Mottel πιάνο, άπειρα άλλα πλήκτρα, Kevin Shea κρουστά, φωνές, άλλα τινά), το οποίο ηγείται από εξαετίας ό,τι πιο προβοκατόρικου ξεπηδά από την jazz/avant (πάντα με την απαραίτητη pop διάσταση) σκηνή του Μεγάλου Μήλου. Και όχι απλώς ηγείται αλλά και θέτει τον εαυτό του μάχιμο, μπροστά, στην υπηρεσία της ηχητικής "τρομοκρατίας". Το πιο νέο άλμπουμ των Talibam! υπό τον τίτλο “Boogie In the Breeze Blocks”, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από την «έχουσα ανοικτά τα ώτα» ESP-Disk’, είναι ένα punky παρανάλωμα, μέσα από το οποίο το rock, η jazz, η avant-garde, διαποτισμένα με ό,τι πιο... αναρχο-αυτόνομα noise, vocal και concrete patterns μπορείτε να σκεφθείτε, συντονίζονται προκειμένου να γίνει εφικτός ο... ιστορικός συμβιβασμός. “Schroeder meets Jagger”, η «Ηρωδιάδα» απέναντι από το mix του Μάο και ο “Jim O’Rourke” σε μια εκδρομή στο Roosevelt Island, αγκαλιά με το Τέρας... της Αποκαλύψεως. Αν και είναι σχετικώς αδύνατη η καταγραφή της «ζούρλας» που δέρνει το σχήμα (στην ηχογράφηση του “Boogie In the Breeze Blocks” πήραν μέρος άλλοι 14 μουσικοί!), εντούτοις οι άψογα ενσωματωμένοι «ζαπισμοί», «μπιφχαρτισμοί», ου μην και «σοφτ-μασινισμοί» στο “Ghost cloud” π.χ. ή το “Jim O’Rourke”, συναινούν προς ένα έργο πανανθρώπινου πολιτικού-κοινωνικού λόγου, που αφορά πρωτίστως στις «φυλές του Ισραήλ»· εκείνες που παρεπιδημούν στη ξέρα και την άπνοια στην παράπλευρη New York City. Συγκρότημα του δρόμου, της στιγμής, της αυθόρμητης έμπνευσης και της μεταστοιχείωσης όλων αυτών σε προβοκατόρικο θέαμα-ακρόαμα, οι Talibam! είναι εξ ίσου αγαπητοί – αν όχι περισσότερο – στην Ευρώπη, την οποίαν επισκέπτονται τακτικότατα. Ας μπει στο χάρτη και η Ελλάς...

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

J.KRISTE ή MASTER OF DISGUISE

Ο J.Kriste ή Master of Disguise είναι Κύπριος και το πραγματικό του όνομα είναι Λευτέρης Μουμτζής. Είναι τραγουδοποιός, γράφει μουσικές, στιχουργεί στην αγγλική, ερμηνεύει και ενορχηστρώνει, έχοντας δίπλα του περισσότερους από 15 παίκτες και... χειροκροτητές. Θέλετε ονόματα; Δημήτρης Μπασλάμ, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Μανώλης Φάμελλος, Στέλιος Ρωμαλιάδης (Luup), Χρήστος Αλεξόπουλος κ.ά. Τι ακριβώς συμβαίνει; Περί τίνος πρόκειται; Τι εξώφυλλο είναι αυτό, με τον χρυσοντυμένο ξυλοπόδαρο στην έρημη ακρογιαλιά; Παράξενα πράγματα... τα οποία γίνονται ακόμη πιο παράξενα με τις πρώτες, κιόλας, στροφές του άλμπουμ. Το “Girls, Ghosts and Gods” [Puzzlemusik] είναι, γενικώς, ένα έργο με μπαλάντες. Folk ή folk-rock – ακόμη και το blues, έτσι όπως το αντιμετωπίζει ο Μουμτζής, folk ή folk-rock είναι –, εντάσσεται από την αρχή στη μεγάλη παράδοση του αναλόγου αγγλοσαξωνικού στυλ, εκείνου που έπιασε αρχή στα χρόνια του ’60 με τα μεγάλα συγκροτήματα (Fairport Convention και τα σχετικά) και τους, αντιστοίχως, εξέχοντες τραγουδοποιούς (Donovan και τα σχετικά), διατρέχοντας όλες τις επόμενες δεκαετίες· ναι, φθάνοντας στον καιρό μας. Φυσικά, το άλμπουμ δεν αφορά σε τίποτα παρωχημένες αναβιώσεις, απ’ αυτές που τροφοδοτούν χαμερπή προσδόκιμα, αλλά σε μία παντελώς σύγχρονη κατασκευή, στην οποίαν είναι ενταγμένοι άψογοι low-profile μοντερνισμοί. Σ’ ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ το “Duke (Great ungiver)” o Μουμτζής προσεγγίζει, αγγίζει και κατακτά το στοναρισμένο κλίμα του σύγχρονου βορειο-ευρωπαϊκού folk (κοντά στις εγγραφές της Lisa O Piu φερ’ ειπείν), ενώ σε track όπως το “Keeper of joy” φανερώνει μία μοναδική ικανότητα στο να δίνει πλήρη έξοδο σε... χρονοβόρες ψυχεδελο-καταστάσεις. Γενικώς, η... δεύτερη πλευρά του άλμπουμ (το δεύτερο ημίωρο χονδρικώς) στέκεται πολύ ψηλά – αν και τα πιο ωραία κομμάτια, σαν το mellow εισαγωγικό “Treesong” είναι μπροστά – με το “Prayer” και το “Godly gift” να επιτείνουν την αξία του... παραμυθοδράματος.