Το library υλικό που ηχογραφήθηκε και τυπώθηκε στην παλαιά Δυτική Γερμανία – στη δεκαετία του ’70 κυρίως – είναι άπειρο. Δύο ήταν οι πολύ μεγάλες εταιρίες που ειδικεύονταν στο είδος. Η Selected Sound από το Αμβούργο και η Ring Musik από την Φρανκφούρτη του Μάιν. Από τον κατάλογο της δεύτερης, της περίοδου ’74-’79, και τα υπο-labels Golden Ring και Happy, επιλέγει η Sonorama Records 15 tracks, συνολικής διάρκειας 37:31, προκειμένου να μας φέρει σ’ επαφή με τον πιο groovy ήχο (ή, έναν εξ αυτών, αφού υπήρχαν ακόμη τα ιταλικά και τα γαλλικά libraries – ok και τα βρετανικά και τα ελβετικά και τα...), που παρεπιδημούσε τότε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Θα πρέπει να πούμε από την αρχή πως αυτού του τύπου τα LPs είναι εξαιρετικώς δυσεύρετα, με τις τιμές τους στο eBay να ξεκινούν από τα 50 ευρά και ν’ ανεβαίνουν. Μπορεί και μέχρι τα 300... ή και παραπάνω... Οι αιτίες είναι πολλές. Πρώτον, περιέχουν εξαιρετική, «πιασάρικη» μουσική. Κομμάτια μικρής διάρκειας, αθεραπεύτως groovy, κινούμενα σε funk, jazz, latin, brasilian, rock ακόμη και ethnic δρόμους, τα οποία μέσα στη σύντομη διάρκεια που τους παρέχεται οφείλουν να πουν πολλά. (Εννοείται πως ενδιαφέρουν άπαντες. Συλλέκτες, DJs, πάσης φύσεως μουσικόφιλους...). Δεύτερον, τυπώνονταν σε περιορισμένες ποσότητες. Τρίτον, δεν κυκλοφορούσαν συχνά στα δισκοπωλεία, πηγαίνοντας κυρίως από χέρι σε χέρι (από τα στούντιο, στα κινηματογραφικά ή τα τηλεοπτικά πλατώ, τα γραφεία των διαφημιστών, τους promoters εμπορικών εκθέσεων, τις αυτοκινητοβιομηχανίες στις εκδηλώσεις παρουσίασης των νέων μοντέλων...). Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, τόσο η Sonorama όσο και άλλες εταιρίες, ξαναρίχνουν στην αγορά – που αποδεικνύεται ακόρεστη – αυτό το επισκιασμένο υλικό, που, γενικώς, κάνει στράκες. Βεβαίως, πολλές φορές, ή έστω αρκετές, όλα τα κομμάτια... κάτι μάς θυμίζουν αλλά δεν ξέρουμε τι – ορισμένες φορές ξέρουμε, αφού, για παράδειγμα, το leading track “Mr.Marco’s music” του Werner Drexler είναι ίδιο με το “Vehicle” των Ides of March – τούτο όμως, η «ανακατεμένη τράπουλα» δηλαδή, σ’ ένα library κομμάτι δεν θα πρέπει να θεωρείται μείον, αλλά συν. Σ’ αυτή τη βάση εξάλλου, του να «ξέρεις τι ακούς, άνευ εκπλήξεων», στηριζόταν ανέκαθεν η επιτυχία μιας εμπορικής ηχο-βιβλιοθήκης. Πάντως, για να μην παρεξηγηθούμε, υπάρχουν και κομμάτια που βγάζουν μάτι ιστάμενα μακράν της εφαρμογής. Τέτοια είναι: το “Jumping balls” του Klaus Weiss (ex-Niagara) με την εξοντωτική κρουστή ομοβροντία, το “Jump and fly” του Peter Thomas (αν σας αρέσει το “La discotheque” του Μάικ Ροζάκη – θεός σχωρέσ’ τον), το “Present news” επίσης του Klaus Weiss (με κάτι τέτοια rhythm patterns οι Yello έκαναν πάταγο στο ξεκίνημά τους), το ροκάδικο “Getting’ high” του Siegfried Schwab, το “Pick it up” του Jurgen Franke (θυμίζει τα instros των Ελλήνων Sunset) και ακόμη το “Late train”, του Franke πάλι, απλώς γιατί είναι ένα top groovy track, με hammond, πνευστά, jazzy vibes, «κοφτερές» και lead κιθάρες (έχει απ’ όλα).(θα συνεχιστεί)
Κι επειδή θυμήθηκα τους Sunset, να πω πως υπάρχουν μερικά κομμάτια από το μοναδικό τους άλμπουμ του 1977 [Polydor - στη φωτό το cover του CD], που έχουν κάποια "φάνκικη" αξία και δεν είναι για πέταμα. Βεβαίως "καλύτερα" είναι τα τραγούδια τους από τις 45 στροφές ("Ψέμματα παιδικά/ Λουλούδια αγάπης" στην Pan-Vox το '74, "Γυρνώ και ζητάω/ Μνήμες" στην EMI το '75, "Μόνο εσύ/ Δωσ' μου αν θες το χέρι σου" στην Polydor το '76), αλλά, προσωπικά, μπροστά στο instro "Sunset" μένω. Πρόκειται για ένα δυνατό, up-tempo ορχηστρικό με ηλεκτρικό πιάνο, blax σύνθια, και ωραίο παίξιμο στα ντραμς από τον Νίκο Αντύπα (πριν πάει στους Socrates), που θά'πρεπε ήδη να υπάρχει στις συλλογές του είδους. Βεβαίως, εμένα μου ψιλοαρέσουν κι άλλα κομμάτια τους (από τα... χείριστα, κάτι διασκευές σε Bee Gees και Eric Carmen... αλλά αυτό είναι δικό μου κόλλημα).
Κιμπορντίστας στους Sunset ήταν ο Κώστας Παπαδούκας, ο οποίος λίγο μετά την έκανε για Γαλλία, σχηματίζοντας εκεί τους Energy και εν συνεχεία τους Fos (ηχογράφησαν ένα 45άρι στην AZ, το 1980, με τα τραγούδια "Jonathan/ Friends" που δεν έλεγε τίποτα). 
Όπως δεν έλεγε κάτι ιδιαίτερο και το LP των New Energy "Friends" [Minos, 1980], που δεν ήταν άλλοι από τους Energy και τους Fos στην... ελληνική τους έκδοση.
Μπορεί στο άλμπουμ να διασκευαζόταν Kim Fowley(!), όμως το καλύτερο κομμάτι ήταν το "Why do I have to understand?" του Ντέμη Βισβίκη (έπαιζε και τραγουδούσε πολύ πριν τους Axis - σήμερα συνθέτης "σοβαρής" μουσικής). Όσον αφορά στον Παπαδούκα; Aπό τα πρώτα χρόνια του '90 και μετά συνεργάζεται με την Αλεξίου...(ίσως το προχωρήσω λίγο ακόμη)
Και δυο λόγια για τους «Γάλλους» Axis και τα δικά τους... breaks. Οπωσδήποτε η δεύτερη περίοδός τους, γύρω στο ’73, είναι η πιο progressive, κι εκείνη που παρέχει τις περισσότερες «εκπλήξεις». Το LP της Riviera που βλέπετε είναι πολύ καλό, από το εξώφυλλό του μέχρι την τελευταία νότα, όπως και το τελευταίο (έκτο) 45άρι του συγκροτήματος, πάντα στη Riviera, με τα κομμάτια “Waiting a long time/ Turning myself ’nto energy”.
Ήταν η εποχή των μεγάλων έργων των King Crimson και οι Axis, όλοι μέσα στην prog φάση, φτιάχνουν κάτι σαν... το άλμπουμ της ζωής τους. Όπως τους βλέπετε στη photo ήταν οι: Αλέξανδρος Φάντης ηλεκτρικό μπάσο, κρουστά, Γιώργος Χατζηαθανασίου ντραμς, κρουστά, Ντέμης Βισβίκης (με την αφάνα) ηλεκτρικό πιάνο, πιάνο, μέλοτρον, όργανο, φωνή, κρουστά και Χρήστος Στασινόπουλος ντραμς, κρουστά.
Το παράξενο είναι ότι ποτέ καμμία εγγραφή τους δεν κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Απεναντίας, τα περισσότερα από τα κομμάτια τους ήταν διαθέσιμα στην Τουρκία! Τουρκικό είναι και το single που βλέπετε πιο κάτω...






Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Ένα κράμα progressive και fusion rock, στηριγμένο στην κιθάρα, το βιολί δευτερευόντως και βεβαίως στη... συμμετρική ή ασύμμετρη ρυθμολογία, που χαρακτήρισε και κομμάτια των Σύνδρομο, λίγους μήνες αργότερα. Συνθέσεις όπως τα “My roots” (ως «Ρίζες» το περιποιήθηκε ο 
Γεννημένη πριν από 60 χρόνια στο New Jersey, η Aurora Block υπήρξε – κοριτσάκι ακόμη – μέλος της folk σκηνής του Village στα sixties, γνωρίζοντας εκ του σύνεγγυς τους λευκούς συνοδοιπόρους της εποχής, κάποιους από τους επανακάμψαντες μαύρους bluesmen, δηλώνοντας παρούσα σε δύο, τότε, άλμπουμ της Elektra, τη συλλογή
Κατά τα λοιπά, οι 9 «πλευρές» που έγραψε ο House σ’ εκείνο το ιστορικό session για την Paramount, τον Μάιο του ’30, οι εγγραφές του για για τον Alan Lomax το 1941-42, αλλά και ό,τι πρόλαβε να αφήσει στα sixties (“Death letter”, “Grinning in your face”, “I want to go home on the morning train”...) θα αποτελέσουν το υλικό επί του οποίου θα στηριχθεί η Block, προκειμένου να δώσει τη δική της άποψη. Και είναι η δική της, στο βαθμό που σεβόμενη, γενικώς, τις αρχικές ενοργανώσεις, επιταχύνει κάποιες φορές το ρυθμό (σ’ εκείνα τα παλαιά, αργά κομμάτια, τα οποία δύσκολα αντιμετωπίζονται), επιχειρώντας συγχρόνως να προσαρμόσει το δικό της φωνητικό «μέταλλο» στον τρόπο ερμηνείας του House. Αδύνατον; Δυνατόν· στο βαθμό που χειρίστηκε τη φωνή της «διαβάζοντας» την Bessie Smith. (Όπως λέει η ίδια, απαιτείτο ένα γυναικείο πρότυπο, στην προσπάθεια να αποσαφηνιστούν τα «πατήματα»). Αλλού πάλι (“Downhearted blues”) πήρε βοήθεια από τη φυσαρμόνικα του John Sebastian, προκειμένου να προσθέσει «όγκο», αντιμετωπίζοντας με διαφορετικό τρόπο ακόμη και κομμάτια, τα οποία είχε ξαναδιασκευάσει σε προηγούενα άλμπουμ της (στο “Dry spell blues”, το οποίο ακούγεται και στο 
Έτσι συνέβη. Live λοιπόν και όχι μόνο στο Λονδίνο, αλλά και στο Birmingham και στο Manchester, και βεβαίως η παραγωγή ενός μεγάλου δίσκου, την οποίαν θα αναλάμβανε η Decca εξ ολοκλήρου (μπροστά, ο μηχανικός ήχου David Grinsted, γνωστός, κυρίως, από τις εγγραφές των Caravan, την ίδια εποχή, στην ίδια ετικέτα).
Η πρώτη δισκογραφική απόπειρα υπήρξε εντυπωσιακή. Το άλμπουμ
Παρ’ όλο τις συνήθεις δυσκολίες, τού να διατηρηθεί ένα γκρουπ για χρόνια μαζί, οι Ifang Bondi δεν το βάζουν κάτω. Μετακομίζουν στην Ολλανδία κι εκεί, μέσα σε μια 15ετία (1983-1998), θα καταφέρουν να ηχογραφήσουν ένα LP και τρία CD, ολοκληρώνοντας, κατά έναν τρόπο, τη διαδρομή τους.
Στο
Και με τα τρία επόμενα CD τους, 
Αφορμή, το γεγονός ότι ο
Είναι απίστευτο. Είχα μάθει την είδηση κάτι εβδομάδες νωρίτερα από τα blogs κι είχα πάθει πλάκα. Εμείς, που περίπου μεγαλώσαμε μ’ αυτά τα κομμάτια – έχω ακόμη την κασέτα με τα... Επίπεδα, που μου είχε γράψει ο Θοδωρής Κρίθαρης της Wipe Out εκεί γύρω στο ’88 – όσο νά’ναι χαιρόμαστε με κάτι τέτοια· δεν λέω δικαιωνόμαστε, γιατί αυτό θ’ ακουστεί βαρύ και δεν πρέπει. Σε τελευταία ανάλυση, το ελληνικό ροκ εκείνης της περιόδου – πλην ολίγων, ελαχίστων εξαιρέσεων δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Τα περισσότερα παιδιά έκαναν την πλάκα τους, το κέφι τους, δίχως τούτο να σημαίνει πως δεν άφησαν κάποια καλά τραγούδια, πολλές φορές με πηγαίο fun. Όλα τούτα είναι βεβαίως αδιάφορα, για έναν αμερικανό rapper ή όποιον άλλον από μακρυά... Δεν κρίνει, ούτε τον νοιάζει, απλώς χρησιμοποιεί. Και καλώς πράττει.
Προσφάτως μου μίλησε ένας φίλος DJ για κάποιο άλλο ελληνικό συγκρότημα του χθες που απασχολεί τώρα τα underground funk κυκλώματα – στην Αμερική ή όπου αλλού. Την
Να πώς παρουσίαζεται ο τόμος στα δικτυακά δισκοπωλεία:
Μπόρεσε πάντως και ηχογράφησε ένα 45άρι στην Columbia το 1975 με τα τραγούδια
Πάνε τέσσερα και πλέον χρόνια από τότε που έγραψα στο Jazz & Tzaz ένα άρθρο με τίτλο
Για τον Omar Khorshid σημείωνα:
Ένα άλλο όνομα που προξενεί εντύπωση είναι οι Ιταλοί
Οι Nuona Consonanza υπήρξαν ένα από τα πιο σημαντικά avant-prog-jazz σχήματα της δεκαετίας 1966-1976, έχοντας στις τάξεις τους όχι, απλώς, μουσικούς αλλά συνθέτες· για τον
Όταν είμαι έτοιμος θα προκύψει κείμενο στο Jazz & Tzaz. Πάντως, ότι θα υπήρχε συλλογή, στην οποία θα ανθολογούνταν ο Χρήστος Κουλουμπής και ο Ennio Morricone ποτέ δεν το περίμενα...
Πιο ενδιαφέρον από το LP έχω την αίσθηση πως ήταν το single του Alexandros (
Μήπως βιάστηκαν; Σωστά βιάστηκαν...
Στο άλμπουμ “Radius” [Numero Uno, 1972] του κιθαρίστα 
Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στον Ορφέα την Παρασκευή 3 Απριλίου του ’59, με τον Satchmo να ερμηνεύει το κλασικό του ρεπερτόριο (“Ain’t misbehavin”, “St. James Infirmary blues”, “Go down Moses”, “Rockin’ chair”, “Mack the Knife”, “Saints go marching in”... όχι δεν ήμουν εκεί...) έχοντας μαζί του την Velma Middleton τραγούδι, τον James “Trummy” Young τρομπόνι, τον Billy Kyle πιάνο, τον Peter Hucko κλαρινέτο, τον Danny Barcelona ντραμς και τον Mort Herbert μπάσο.
Η cumbia λοιπόν είναι το (κυρίαρχο) στυλ, διαμορφωμένη βεβαίως μέσα στα χρόνια από το σύνολο των ήχων που έφθαναν στη Διώρυγα. Calypso, soul και funk, ήχοι από την Κούβα και την ευρύτερη Καραϊβική, όλα «ανακατεμένα» μέσα από live ή στούντιο jam sessions, στα οποία το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο ήταν ο μόνος τρόπος, ίνα καλυφθεί ο παικτικός οίστρος των μουσικών. Έτσι κάπως μάς τα... προσδιορίζει και ο υπότιτλος της συλλογής: 
Το