Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

ΜΑΡΚΟΣ & ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ... ρεμπέτικα και blues

Αγοράζω, συνήθως, τη σκέτη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία για να διαβάσω τον Ξανθούλη, τον Ιό, τον Αρανίτση, τον Τάκη Φωτόπουλο (όταν γράφει), όμως εχθές πήρα και την προσφορά. Την Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη από την Αγγελική Βέλλου-Κάιλ (είχε βγει το 1973 και από τις εκδόσεις Παπαζήση το 1978), και το CD «Το Blues Συναντά το Ρεμπέτικο» των Louisiana Red και Στέλιου Βαμβακάρη (είχε κυκλοφορήσει σε βινύλιο, το 1994, από την Έβδομη Διάσταση του Πάνου Ηλιόπουλου). Παρ’ ότι είχα και το βιβλίο και το δίσκο, έστερξα.
Και μάλλον σωστά έπραξα, αφού το CD είχε δύο επιπλέον tracks, το γνωστό «Η φαντασία στην εξουσία» στην οργανική του έκδοση και το “Greeceland”. (Δε θυμάμαι αν αυτά τα δύο είχαν μπει σε κάποιαν άλλη έκδοση του Ηλιόπουλου –δεν έχω χρόνο να το τσεκάρω– αν και δεν το αποκλείω). Εκείνο πάντως που θέλω να σχολιάσω, εν τάχει, είναι αυτή η γνωστή εμμονή περί της υποτιθέμενης σχέσης blues και ρεμπέτικων. Είπα λίγα λόγια και σ’ ένα προηγούμενο post, με αφορμή το τελευταίο CD του Στέλιου Βαμβακάρη, κι εδώ τα επαναλαμβάνω:
Ξαναρωτώ λοιπόν. Ποία η ανάγκη να «επικοινωνήσει» το blues με το ρεμπέτικο; Τι μας σπρώχνει να τιμήσουμε, σώνει και καλά, δύο παντελώς διαφορετικές παραδόσεις; Γιατί επιμένουμε να κάνουμε λόγο για τα κάποια επουσιώδη «κοινά σημεία» blues και ρεμπέτικων και όχι για την ουσιώδη διαφορετικότητά τους; Πότε θα δεχθούμε, επιτέλους, ότι η θεματολογία δεν μπορεί ν’ αποτελεί –αν είμαστε αυστηροί– ούτε καν το «κοινό επίπεδο» ανάμεσά τους, αφού αυτή θα είναι παντού και πάντοτε η ίδια (στη λαϊκή μούσα τουλάχιστον); Πότε θα αντιληφθούμε, άραγε, ότι τέτοιου τύπου μουσικά fusions δεν είναι αποτέλεσμα μονομανών ενασχολήσεων, αλλά προϊόντα ευρύτερων (κοινωνικών) διεργασιών (μετακινήσεις πληθυσμών, μεταναστευτικά ρεύματα, παγκοσμιοποίηση); 
Έχω την αίσθηση ότι αυτή η ιστορία υποκρύπτει κάτι βαθύτερο, που αφορά στο συλλογικό συνειδητό (έτσι όπως εκφράζεται, φυσικά, από συγκεκριμένα πρόσωπα). Απέναντι στην τεράστια και παγκοσμίου σημασίας κληρονομιά των blues, επιζητούμε να αντιπαραβάλλουμε την επίσης τεράστια, αλλά τοπικής σημασίας, κληρονομιά των ρεμπέτικων. Για ποιο λόγο; Μήπως γιατί απέναντι στον υπερατλαντικό Γολιάθ, πρέπει να υψώσει το ανάστημά του ένας μικρός Δαυίδ; Πολλές φορές συμπεριφερόμαστε σαν να μας έχει ορίσει κάποιος ως προστάτη των μικρών και των αδυνάτων. Σαν να θέλουμε να κεφαλαιώσουμε, μέσω του ρεμπέτικου, όλη την πολιτιστική μας «άμυνα» έναντι του θείου Σαμ. Γιατί, κακά τα ψέμματα, τον θείο Σαμ «εκμεταλλεύτηκε» το blues για να γίνει μουσική του κόσμου. Τέλος πάντων... Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Οδηγούμαι στο ότι η Αγγελική Βέλλου-Κάιλ και ο σύζυγός της Charles Keil έκαναν την αρχή. O Keil είναι ένας προοδευτικός εθνομουσικολόγος (θα τον χαρακτήριζα μαρξιστή με τις παλιές ορολογίες), που έχει γράψει ένα τουλάχιστον κλασικό βιβλίο για το blues, το Urban Blues [εκδ. The University of Chicago Press, Chicago 1966]. Το βιβλίο αυτό το είχα βρει και αγοράσει πριν χρόνια στο παζάρι της Ηφαίστου, χωρίς εξώφυλλο, και το είχα διαβάσει σχεδόν αμέσως. Εκείνη η δεύτερη έκδοσή του από το 1970 ήταν αφιερωμένη στον Malcolm X (μάλλον ήταν και η πρώτη) οδηγημένη από το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη! Ήταν με άλλα λόγια η «ελληνική» περίοδος του Keil... στην οποίαν αναφέρεται, εξάλλου, και η σύζυγός του στην Αυτοβιογραφία. Διαβάζουμε στην αρχή του προλόγου:
«Τον Μάρκο Βαμβακάρη τον γνώρισα στο σπίτι του, οδός Οφρυνίου 5 στ’ Άσπρα Χώματα της Κοκκινιάς, το φθινόπωρο του 1967. Μας είχε στείλει ο Μίγγος Χρήστου, από την Θεσσαλονίκη. Όταν άκουσε ότι ο άνδρας μου και γω ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τους δρόμους του μπουζουκιού, τα ταξίμια, μάς σύστησε αμέσως».
Ο Keil δεν ενδιαφερόταν φυσικά μόνο για το ρεμπέτικο, ενδιαφερόταν και για την αφρικανική μουσική (να υποθέσουμε, όπως αφήνει να εννοηθεί η σύζυγός του στην εισαγωγή, πως είχε βρεθεί κι αυτός στη Νιγηρία το 1965, μελετώντας τους... Guys, που κάπνιζαν χασίσι και άκουγαν, θα προσέθετα εγώ, Sir Victor Uwaifo, Fela Ransome-Kuti και Koola Lobitos), όπως ενδιαφερόταν και για τους βαλκανικούς ήχους, αλλά και για την polka και τον τρόπο που διαδόθηκε αυτή στις λευκές λαϊκές τάξεις στην Αμερική. Πρέπει να ήταν λοιπόν ο Keil που άρχισε ν’ ασχολείται, σκιωδώς έστω, με το θέμα blues-ρεμπέτικα, εντοπίζοντας εκεί κάποιες προλεταριακές αναλογίες.
Πάντως, ο πρώτος που έγραψε (σε βιβλίο) για την υποτιθέμενη σχέση πρέπει να ήταν ο συνάδελφος στο Jazz & Tζαζ και πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου στο Rebetika/ Songs from the old greek underworld [εκδ. Komboloi, Athens, 1975] των επιμελητριών Katharine Butterworth και Sara Schneider, δύο Αμερικανίδων που ζούσαν στα μέσα του ’70 στην Αθήνα, συγκεντρώνοντας (στο βιβλίο) τέσσερα δοκίμια σχετικά με το ρεμπέτικο τραγούδι (εκεί και το κεφάλαιο Rebetika and Blues).
Από τα χρόνια του ’80, και βεβαίως του ’90 και πιο μετά, η αρθρογραφία άρχισε να πληθαίνει γύρω από το θέμα, με κείμενα ανούσια τις περισσότερες φορές και ενίοτε με άλλα αντί άλλων. Θυμάμαι ένα κακό άρθρο του Γιώργου Νοταρά στο Δίφωνο, τεύχος 62, Νοέμβριος 2000 με τίτλο «Ελληνικά... Μπλουζ, εκεί που οι στίχοι ησυχάζουν», το οποίο είχα «πολεμήσει» μ’ ένα δικό μου στο Jazz & Tζαζ (τεύχος 95, 2/2001), υπό τον τίτλο “Blues n’ Drugs”. Θα ψάξω να το βρω και κάποια στιγμή θα το ανεβάσω.
O Δημήτρης Αρβανίτης, γραφίστας τότε στο περιοδικό, είχε «θάψει» εκείνο το κείμενο στο εξώφυλλο, βάζοντας απόχρωση μπλε πάνω σε μπλε, επειδή δεν γούσταρε τον τίτλο του! Anyway...

Επειδή όμως η ιστορία προχωρά με ντοκουμέντα και αποδείξεις, θα ’θελα να ήξερα, απ’ αυτούς που υπεραμύνονται της σχέσης blues-ρεμπέτικων, τι στοιχεία παραθέτουν. Το μόνο –στο οποίο αναφέρεται και ο Πάνος Ηλιόπουλος στο CD της Ελευθεροτυπίας– είναι ένα αμερικανικό τζαζ τραγούδι το “How dry I am”, μέσα από το οποίο ο σοβαρός, σε κάθε περίπτωση, ερευνητής του ρεμπέτικου Σπύρος Παπαϊωάννου έβλεπε τον «Μπουφετζή» του Γιώργου Μπάτη. (Κάποια στιγμή η είδηση έφθασε και στα αυτιά του Ζωρζ Πιλαλί, ο οποίος μπλουζοποίησε εκείνο το παλαιό ρεμπέτικο, παίζοντάς το με National Steel, στο άλμπουμ του Θεοκωμωδία το 1994).
Κατ’ αρχάς, για όσους δεν έχουν ακούσει το αμερικανικό τραγούδι, να πω πως δεν είναι ούτε blues, ούτε τζαζ! Καταχωρίζεται δε στα αρχεία κάτω από τα ονόματα των P.J Anderson (στίχοι) και E.S.S. Huntington (μουσική), με χρονιά έκδοσης το 1921.
Πριν από καμμιά δεκαριά χρόνια, μάλιστα, είχα βρει το e-mail του γνωστού αμερικανού μουσικολόγου-ερευνητή Dick Spottswood, και τον είχα ρωτήσει σχετικώς για κάποια αμερικανικά τραγούδια ελληνικού ενδιαφέροντος. «Μισιρλού», “How dry I am” και τέτοια. (Στο δίκτυο υπάρχουν διάφορες πληροφορίες για το συγκεκριμένο σκοπό και την ιστορία του, όμως, προσωπικά, εμπιστεύομαι τα στοιχεία του Spottswood, που είναι ένας αναγνωρισμένος ερευνητής).
Έτσι, για το “How dry I am” τού είχα πει πως είχα κάπου διαβάσει –δεν το θυμόμουν τότε, ούτε τώρα– ότι το είχε ερμηνεύσει ο Gid Tanner με τους Skillet Lickers. Τότε, δεν το είχε επιβεβαιώσει, παρότι δεν το είχε αποκλείσει – αργότερα βρήκα ότι, όντως, το τραγούδι υπάρχει σ' ένα άλμπουμ των Skillet Lickers υπό τον τίτλο “Corn Licker Still In Georgia” με ηχογραφήσεις του ’20, που είχε βγει στην εταιρία Voyager στα seventies. Εξακολουθώ να το ψάχνω. Απεναντίας, μου είχε πει για την version της Wise String Band (στη Vocalion), ηχογραφημένη στην Knoxville του Tennessee την 28/8/1929, αλλά και για εκείνη των Milton Brown and His Brownies από τα thirties, οι οποίοι το ηχογράφησαν ως μέρος ενός medley, που επανεκδόθηκε μάλιστα και σε CD υπό τον τίτλο “Show me the way to go home” (μιλάμε για κουνουπίδι ο τύπος...). Το άκουσα. Σε κάθε περίπτωση το “How dry I am” δεν ήταν blues, αλλά ένα λευκό τραγούδι, που τοποθετείται καθαρά στην κατηγορία hillbilly.
Περισσότερα στοιχεία από το βιβλίο τού Cary Ginell Milton Brown and the Founding of Western Swing [Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, 1994]. Τώρα, για το αν η μελωδία του θυμίζει σε κάποια μέτρα τον «Μπουφετζή»... Όντως. Θα μπορούσε δηλαδή να τραγουδηθεί πάνω στον «Μπουφετζή», κάτι που δεν είναι δα και τόσο παράξενο, δύσκολο ή σπάνιο. Συμβαίνει και με άλλα διαφορετικά τραγούδια, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υπάρχει από κάτω επιρροή ή κλοπή. Είναι όμως και το άλλο. Υπάρχουν αποδείξεις πως ο Μπάτης είχε από κάπου ακούσει αυτό το αμερικανικό τραγούδι, που τον ενέπνευσε, υποτίθεται, για να γράψει το δικό του; Εδώ, τα χέρια σηκώνονται ψηλά... και τα πόδια, ακόμη, τρέχουν...
Μα, ακόμη κι αν δεχθούμε πως είχε τ' αυτιά του ανοιχτά ο Μπάτης και άκουσε αυτό το σκοπό από κάποια ταινία του Σαρλώ (ο οποίος Σαρλώ, όπως διάβασα, είχε χρησιμοποιήσει σε κάποια δικά του φιλμ τις πρώτες νότες τού “How dry I am”) και περαιτέρω τον αντέγραψε (το σκοπό), συνιστά αυτό το τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός σχέση μεταξύ blues και ρεμπέτικων; Δεν το δέχομαι με τίποτα.

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

ORCHESTRE POLY-RYTHMO DE COTONOU μεζμερικοί παλμοί

O Sammy Ben Redjeb, ένας από τους πιο ουσιαστικούς ερευνητές του παλαιού δυτικο-αφρικανικού funky sound (περιοριστικός ο όρος), με ειδίκευση σε Benin και Togo, έχει έτοιμη τη νέα του συλλογή. Είναι ο 2ος τόμος με ξεχασμένες εγγραφές της περίφημης Orchestre Poly-Rythmo de Cotonou από το Benin, της μπάντας που για περισσότερο από 40 χρόνια (όπως γράψαμε και σ’ ένα προηγούμενο post, με αφορμή την έλευση της Orchestra Baobab στην Αθήνα) προτείνει τη δική της άποψη για ’κείνο που θα ονομάζαμε, χονδρικώς, world sound. Τα κομμάτια, ηχογραφημένα για την ετικέτα Albarika Store, βρίθουν πολυρυθμικών στοιχείων, ντυμένα με afrobeat, funk, ακόμη και ψυχεδελικά ηχοχρώματα. Αναμένουμε λοιπόν το “Echos Hypnotiques” (θα κυκλοφορήσει την 26/10), στο οποίο θα εμπεριέχεται πλήρες βιογραφικό της μπάντας καθώς και η ολοκληρωμένη δισκογραφία της. Έργο ζωής... Μάθετε περισσότερα από το http://analogafrica.blogspot.com/...

il sogno di DEMETRIO STRATOS... (ΙΙ)

Τα 30 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Demetrio Stratos (13/6/1979) δεν πέρασαν απαρατήρητα στην Ιταλία. Τούτο φανερώνει, απλώς, πως ό,τι άφησε ο Stratos δεν υπήρξε ποτέ ένα αβαντ-γκάρντ καπρίτσιο, μία ανατροφοδοτούμενη μανία «του ενός», αλλά το έργο ενός ανθρώπου που επηρέασε βαθειά την (ιταλική) κοινωνία στην εποχή του. Και στο πρώτο επίπεδο, ως ένας τρανός «ήρωας» της pop κουλτούρας και στο δεύτερο, μέσω της πρωτότυπης εφηρμοσμένης έρευνας, της σχετικής με την παρουσία της προ-γλώσσας στην ατομική και κοινωνική εξέλιξη. Έτσι, η εφημερίδα (La) Republica, στο φύλλο της 11ης Ιουνίου (anno 34, numero 137) δεν αφιέρωσε απλώς μια σελίδα της στην «επέτειο», με συνέντευξη τού συνταξιδιώτη στους Premiata Forneria Marconi βιολιστή Mauro Pagani (έκαναν με τον Stratos τα άλμπουμ “Mauro Pagani” και “Rock and Roll Exibition”), αλλά προανήγγειλε και την έκδοση ενός DVD, με την ιστορική συναυλία της 14ης Ιουνίου του 1979 – το “Omaggio a Demetrio Stratos, 1979 Il Concerto”, το «ιταλικό Woodstock», όπως έμεινε στην ιστορία – το οποίο θα μοιραζόταν με τα φύλλα της Republica και της Espresso της 26ης Ιουνίου! Και όντως. Δύο μεγάλης αναγνωσιμότητας ιταλικά έντυπα έκαναν εκείνο που θά’πρεπε. Έδωσαν για πρώτη φορά στον κόσμο να δει τι συνέβει εκείνη την ημέρα στην Arena Civica του Μιλάνο. Ας υπενθυμίσω πως η συναυλία είχε στηθεί για να συγκεντρωθούν χρήματα για τη θεραπεία του Stratos, που βρισκόταν τότε στο Memorial Hospital της Νέας Υόρκης, και πως ο θάνατός του, την προηγούμενη μέρα δε ματαίωσε το «γεγονός»· που πήρε εν τω μεταξύ και μίαν άλλη τροπή. Στην ουσία, αναφερόμαστε στο κλείσιμο μιας εποχής (στη γείτονα τουλάχιστον), στο πέρας ενός τρόπου μουσικής σκέψης, από τον οποίον ποτέ δεν απουσίασε το κοινωνικώς αιτούμενο. Φυσικά, τα θερμά λόγια για τον Demetrio δεν λείπουν – για ’κείνον εξάλλου συγκεντρώθηκαν 60 χιλιάδες άνθρωποι – είτε σε χρόνο ενεστώτα (τότε) από τον Gianni Sassi ή τον Angelo Branduardi ή σε χρόνο μέλλοντα (σήμερα) από τον Ares Tavolazzi, τον Paolo Tofani ή τον Eugenio Finardi. Η συγκίνηση και η ελπίδα είναι εμφανείς σε κάθε καρέ, σε κάθε μέτρο των δεκάδων μουσικών που εμφανίστηκαν στο μνημόσυνο – από τους Banco del Mutuo Soccorso και τους Premiata Forneria Marconi, μέχρι τους Venegoni & Co., τους Carnascialia και τους εναπομείναντες Area.
Τον Ιούνιο του 2004, στο τεύχος 135 του Jazz & Τζαζ σ’ ένα κείμενό μου για το 2LP “1979 Il Concerto, Ommagio a Demetrio Stratos”, με αφορμή τα 25χρονα (τότε) από το θλιβερό γεγονός, έγραφα: «δεν μπορώ να φανταστώ τι θά’γινε, όταν ανέβηκαν τελευταίοι στη σκηνή οι Area, για να παίξουν τη Διεθνή...». Ούτε τώρα...
(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Jazz & Tzaz, στο τεύχος 197/198)

για τον DEMETRIO STRATOS... στη Γένοβα... (Ι)

Το mail (μέσω της Θάλειας) από την Daniela Ronconi Demetriou, τη χήρα του Demetrio Stratos, μάς πληροφορεί για ένα ακόμη «γεγονός» στην Ιταλία, που τιμά τον μέγα τραγουδιστή, 30 χρόνια από το θάνατό του. Το μεταφέρω αυτούσιο...

Orari: inizio delle manifestazioni alle ore 17 Ingresso: 15 Euro a giornata (12 Euro ridotti – soci Metrodora – abbonati Teatro della Tosse, Genova)
Due intense giornate di seminari – concerti – proiezioni . Ritorna “Suonare la voce – tributo a Demetrio Stratos” a cinque anni dalla prima edizione, che rimane a tutt’oggi la più importante manifestazione (ad esclusione del concerto all’Arena Civica di Milano del 1979) organizzata per ricordare il grande musicista italo-greco-egiziano per il quale quest’anno ricorre il trentesimo anniversario dalla sua prematura scomparsa. La maratona avrà inizio Venerdi 16 ottobre con la prima parte del seminario dedicata alla carriera di Stratos con I Ribelli, gli Area, e le collaborazioni “eccellenti” (John Cage, Mauro Pagani, Alberto Radius e il “rock n’roll exhibition” in primis). Gli ospiti che ci condurranno alla (ri)scoperta del decennio di carriera (soprattutto con i formidabili innovatori Area, uno dei gruppi più importanti della storia della musica e della cultura italiana) saranno Daniela Ronconi Demetriou, Paolo Tofani (chitarrista degli Area), Patrizio Fariselli (tastierista-pianista degli Area), Domenico Coduto (autore dell’unica biografia ufficiale “Il libro degli Area”), Claudio Lugo (Il Picchio dal Pozzo), Riccardo Storti (coordinatore del centro studi per il progressive in Italia). La serata proseguirà con un mini-concerto di Paolo Tofani , che con le sue “chitarre sperimentali” allieterà la platea nella pausa che precede la seconda parte del seminario. L’argomento trattato in serata è l’opera solista di Demetrio Stratos in relazione ai suoi approfonditi studi sui limiti della voce umana, che hanno assunto nel tempo un valore scientifico inestimabile. La presenza dei foniatri Francesco Avanzini e Mauro Cossu e degli studiosi Janete El Haouli (autrice del fondamentale “Demetrio Stratos: la voce musica) e Andrea Laino permetteranno di apprendere direttamente, e per la prima volta pubblicamente, gli esiti di tali esperimenti. Il seminario sarà caratterizzato dalla visione e l’ascolto di filmati e incisioni rarissime, quando non assolutamente inedite.
Sabato 17 Ottobre nel tardo pomeriggio, oltre alla presentazione del volume "Demetrio Stratos:gioia e rivoluzione di una voce" di Antonio Oleari sarà proiettato, praticamente in anteprima, il film-documentario " La voce Stratos "di Luciano D'Onofrio e Monica Affatato , che ha avuto ottime recensioni al Festival del Cinema di Bellario. La serata proseguirà con il concerto della vincitrice del terzo Premio Internazionale Demetrio Stratos (un prestigioso premio alla carriera assegnato nelle due scorse edizioni a Diamanda Galas e Meredith Monk), la straordinaria Fatima Miranda , che proporrà una grandissima performance dal titolo MADrid MADrás MADrid!, che chiuderà la manifestazione, la cui terza edizione è prevista per l’ancor lontano 2014. (Tutte le informazioni su http://www.metrodora.net/)

Πρώτη παρατήρηση. Οι εκδηλώσεις αγάπης, τα tributes στον Demetrio Stratos συνεχίζονται στην Ιταλία... Στην Ελλάδα, που την τραγούδησε και την έβαλε στα στόματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, τίποτα... Δεύτερη παρατήρηση. Παρουσίαση βιβλίου, προβολή ντοκυμαντέρ και κονσέρτο προς τιμήν του με 12 και 15 ευρώ... Επειδή κάτι λέγαμε και για τις τιμές σε προηγούμενο post...

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

FELA RANSOME-KUTI με Tony Allen και Tunde Williams από το 1965

Αγόρασα απόψε από δισκάδικο του κέντρου το πρώτο, ως φαίνεται, LP του Fela Kuti, εκείνο με τους Koola Lobitos. Το ξανακυκλοφόρησε η γαλλική εταιρία Klimt και καλώς έπραξε, καθότι αυτή η περίοδος δράσης (mid sixties) του νιγηριανού μουσικού παραμένει λίγο στο σκοτάδι. Πέραν του ότι μιλάμε για ένα υπερ-σπάνιο άλμπουμ στην πρώτη του έκδοση στη νιγηριανή EMI/ Parlophone, το 1965 ή αργότερα. (Δείχνω και το βρώμικο original cover, που ανέσυρα από το popsike κι εκείνο της επανέκδοσης που αγόρασα).
Ο Fela υπήρξε ιδιοφυής μουσικός, κάτι που φαίνεται καλύτερα σ’ αυτές τις πολύ πρώιμες εγγραφές του – βασικά, ο δίσκος περιλαμβάνει διάφορα 45άρια του από το πρώτο μισό του ’60, ή και λίγο αργότερα. Κι αυτό γιατί κατορθώνει να ανατρέψει το κλασικό highlife, να το μεταστοιχειώσει σε μία afro-exotica, με πλείστα όσα jazzy και r&b στοιχεία, «δανεισμένα», αν θέλετε, από τη δική του λονδρέζικη εμπειρία.
Οι ρυθμοί –εκείνοι που κατέστησαν το afrobeat, διαχρονικό dance δεδομένο– είναι, κι εδώ, όλα τα λεφτά. Κομμάτια όπως το “It’s highlife time” δείχνουν το πόσο μπροστά έβλεπε ο τύπος, ενώ οι περίφημες πνευστές γραμμές του –σήμα κατατεθέν του afrobeat– δηλώνουν παρούσες, έστω και στην εμβρυακή τους διάσταση, σε tracks όπως το “Omuti”, το “Wa dele” και ιδίως το “Obinrin le”.
Από την άλλη, θέματα όπως το “Mi o mo”, αν είχαν λίγο καλύτερη ηχογράφηση, θα μπορούσε να ταρακουνήσουν, με το απίθανο rhythm section που διαθέτουν, ακόμη και τη ντιβανοκασέλα της γιαγιάς σας. Δε μιλάμε για τα φλόρια... Τι μεσολάβησε από ’κει μέχρι την Fela-funky έκρηξη; Ένα όνομα... Ο Geraldo Pino... Γι’ αυτόν όμως θα ποστάρω ξεχωριστό κείμενο την άλλη βδομάδα (ελπίζω).
Koola Lobitos ήταν οι (όπως μας πληροφορεί ο Ιάπωνας, αφού στο οπισθόφυλλο δεν αναφέρονται ονόματα): Tony Allen ντραμς (ναι, από τότε), Ojo Okeji μπάσο, Yinka Roberts κιθάρα, Isaac Olasugba σαξόφωνα, Tunde Williams τρομπέτα (ναι, από τότε), Eddie Aroyewu τρομπέτα, Tex Becks και Uwaifo (τενόρο, για τον Sir Victor Uwaifo πρόκειται; - ε, μάλλον), Fred Lawal κιθάρες. Ο Fela τι παίζει; Τρομπέτα παίζει. Ηφαιστειακό άλμπουμ. (ο Fela αριστερά με την τρομπέτα, την κυρία δεν τη γνωρίζω)

YXIMALLOO unpop

Ψάχνοντας πριν από ενάμισι-δυο χρόνια στα δικτυακά δισκοπωλεία και τα blogs, για να εντοπίσω κάποια ονόματα της ιαπωνικής avant που μ’ ενδιέφεραν (και μ’ ενδιαφέρουν), έπεσα πάνω στον Yximalloo (άλλως Naofumi Ishimaru), έναν εντελώς παραγκωνισμένο (επειδή έτσι... γουστάρει ο ίδιος) ιάπωνα sound-maker, ο οποίος εξακολουθεί ν’ αποτελεί το πιο ανομολόγητο «μυστικό» του χώρου. Ο Yximalloo παρότι ηχογραφεί από το 1973(!) δεν είχε δώσει μέχρι πρότινος τις μουσικές του ούτε σε... επιχειρηματίες, ούτε σε διανομείς, προτιμώντας να τις εκδίδει μόνος του και να τις μοιράζει επίσης μόνος του. Να όμως που τώρα ήρθε η ώρα! Η ESP-Disk αναλαμβάνει το καθήκον να γνωρίσει τους schizo ήχους του Yximalloo σ’ ένα κοινό πέραν των... μυημένων, προσφέροντάς μας, σε τυπικό digipak, το άλμπουμ του “Unpop” [ESP 4047]. Από τα ωραία που γράφει ο Momus στο ένθετο τού CD ένα που κάνει εντύπωση είναι το ακόλουθο: «Ο αγαπημένος σκηνοθέτης του Yximalloo είναι ο Charlie Chaplin, ενώ η αγαπημένη του μπάντα είναι οι Beatles. Του αρέσουν επίσης ο Mel Brooks, ο Cliff Richard και η ελληνική μουσική της δεκαετίας του ’20». Να βάλω θαυμαστικό; Δεν γνωρίζω πώς τα σμυρνέικα(;) και τα πρώτα ρεμπέτικα(;) έχουν επηρεάσει τις μουσικές του ιάπωνα πριμιτίβ εκείνο όμως που είναι φανερό – και φέρνει τον Yximalloo στην... unpop πρωτοπορεία – είναι η διάθεσή του να περιγράψει την... pop του καιρού μας, μ’ έναν εντελώς δικό του τρόπο. Μέσα από «συνθέσεις» βινιέτες (κυρίως) ο Yximalloo οικοδομεί «ψεύδο» περιβάλλοντα – εκεί όπου τα πάντα (η jazz, τα improv στοιχεία, το electro, οι world αναφορές, το βουδιστικό chanting) αποκτούν νόημα μέσω της «άρνησής» τους – συνομιλώντας (ως performer) με τα απόμακρα πεδία της ψυχοακουστικής. Ακούγεται και ως πείραμα; Ναι. Με πειραματόζωα εμάς...

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

Ένα απο τα καλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά; - ας το κρίνουν οι ειδικότεροι. Στο Εντευκτήριο από τη Θεσσαλονίκη αναφέρομαι, με αφορμή το τελευταίο τεύχος που έφθασε στα χέρια μου, το νούμερο 86, το αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του άγγλου queer ζωγράφου Francis Bacon (1909-1992). Θυμάμαι, επίσης, τα πρόσφατα τεύχη 83 και 84, τα αφιερωμένα στην Κική Δημουλά και τον Μίλτο Σαχτούρη. Εξαιρετικά κείμενα και, ακόμη, μοναδικά CD με τις φωνές τους. Γνωρίζετε, υποθέτω, τον τρόπο με τον οποίον απέδιδε τα ποιήματά του ο Μίλτος Σαχτούρης... Κρύος ιδρώτας...

JazzFest Berlin '09 επειδή μιλάμε για jazz festival...

Ρίχνοντας μια ματιά στο πρόγραμμα του JazzFest Berlin '09, που θα διεξαχθεί από 4-8/11 στη γερμανική μεγαλούπολη, νοιώθεις αμηχανία - για να χρησιμοποιήσω μιαν "αβαθή" λέξη - σε σχέση με το πώς εννοούνται κάποια ανάλογα γεγονότα στην Ελλάδα. Εδώ, ή θα λιβανίζουμε τους ίδιους και τους ίδιους - ό,τι πούλησε, να ξαναπουλήσει -, ή θα "κόβουμε" εκδηλώσεις τελευταία στιγμή, επειδή δεν υπάρχει προπώληση, ή, τις περισσότερες φορές, θα πρέπει να δώσουμε μια περιουσία για να δούμε έναν καλλιτέχνη της προκοπής. Άκου 'κει 80 ευρά... και 100... και 150... Για δείτε ονόματα: Lionel Loueke Trio, Yaron Herman Trio, Barry Guy New Orchestra με Elliott Sharp, Overtone Quartet με Dave Holland, Jason Moran και Chris Potter, Christof Lauer Trio, Curtis Fuller Brasstet, Aaron Parks, Hank Jones Trio+Joe Lovano, NDR Big Band feat. Jacky Terrasson, Mathias Eick Trio, Sheila Jordan/ Steve Kuhn, Arild Andersen Trio, MST (Murcof, Talvin Singh, Erik Truffaz), John Scofield, Booker T, Paolo Fresu Devil Quartet... και δεν τα ανέφερα όλα. Δεν ξέρω τι ξέρετε για το Βερολίνο, εγώ ξέρω πως έχει το 1/3 των ταξί της Αθήνας... "Άσχετο", θα μου πείτε. Δεν είναι...

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

MARTIN DENNY σε μέρη εξωτικά θέλω να βρεθούμε...

Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς η αμερικανική exotica μουσική των fifties επανέκαμψε στο δισκογραφικό προσκήνιο, ως η πιο δημοφιλής... avant στην ιστορία του καταγραμμένου ήχου, όμως, για άλλη μια φορά, φαίνεται πως όλα ξεκίνησαν από την Ιαπωνία, κάπου στο ξεκίνημα της προηγούμενης δεκαετίας. Το 1990 λοιπόν ο γηραιός (και τότε) Martin Denny περιοδεύει στην απω-ανατολική χώρα, εκεί όπου πάντοτε το ευρύτερο lounge είχε και έχει τεράστια απήχηση, ηχογραφώντας μάλιστα «ζωντανά» ένα από τα τελευταία του άλμπουμ, το “Exotica 90”. Λίγα χρόνια πριν είχε επανα-φορμάρει ένα κλασικό, τρόπον τινά, κουαρτέτο αποτελούμενο από τον ίδιο φυσικά, σε ρόλο πιανίστα και ακόμη τον βιμπραφωνίστα Arthur Lyman (με την γνωστή αυτόνομη διαδρομή), τον πορτορικανό περκασιονίστα August Colon και τον επίσης περκασιονίστα Harold Chang, μουσικούς με τους οποίους είχε συνεργαστεί και στην «χρυσή εποχή» της Tiki culture, στο δεύτερο μισό των fifties (όπου “Tiki culture” η μόδα που αναπαρήγαγε στην Αμερική το πρότυπο της «εύκολης ζωής» των νησιών του κεντρικού και νότιου Ειρηνικού – Tiki στην γλώσσα των Maori της Νέας Ζηλανδίας είναι ο ‘πρώτος άνθρωπος’, ο οποίος ετύγχανε γυνή...). Αν κι εμάς μας ενδιαφέρει το ηχητικό της μέρος, η Tiki culture ξεκινά να φτιάχνει το αλφάβητό της πολύ καιρό πριν τις μουσικές συνταγές της exotica. Ήταν 1934, όταν ο Ernest Raymond Beaumont-Gantt (ή Donn Beach, όπως έγινε γνωστότερος) ανοίγει το Don the Beachcomber, ένα ρεστοράν στο Hollywood, που επιχειρούσε να αναπαραστήσει την «νοτιο-ειρηνική» ατμόσφαιρα, προσφέροντας ανάλογη κάβα και κουζίνα. Και ήταν μετά τον Πόλεμο, όταν ο ίδιος θα μεταφέρει μέρος των δραστηριοτήτων του στη Χαβάη, φτιάχνοντας ένα δεύτερο Don the Beachcomber μπαρ, στην Waikiki, την πιο τουριστική – όπως θα αποδειχθεί στην πορεία – γειτονιά της Honolulu. Σ’ αυτό το μέρος θα κάνει ουσιαστικά την εμφάνισή του (ήταν Ιανουάριος του 1954) ένας νεοϋορκέζος μουσικός και πιανίστας, με διάθεση για περιπέτεια, ο Martin Denny. Μάλιστα, ένα «τυχαίο» περιστατικό θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη ενός καινούριου ήχου, πάνω στον οποίο θα επενδύσει έκτοτε όλην του την καριέρα. Παίζοντας κάποιο βράδυ με το συγκρότημά του στο Shell Bar, στο παλιό Hawaiian Village (τώρα The Hilton Hawaiian Village, για όσους ενδιαφέρονται...) ο Denny θα βρεθεί προ απροόπτου. Λέει ο ίδιος (στο άρθρο της Sally Holloway στο “Easy!, The Lexicon of Lounge”): «Δίπλα στο μπαρ υπήρχε ένα πάρκο γεμάτο από μεγάλους βατράχους. Ένα βράδυ που παίζαμε εκεί προσέξαμε κάτι, που δεν του είχαμε δώσει τόση σημασία άλλη φορά, το συνεχές κρώξιμό τους. Τότε μερικοί από εμάς, μάλλον εκενευρισμένοι, άρχισαν να αναπαριστούν φωνές πουλιών, μήπως και φοβηθούν οι βάτραχοι και φύγουν. Δεν θυμάμαι τι έγινε, αλλά εκείνο που θυμάμαι είναι ότι την επόμενη μέρα ήλθε κάποιος από τους θαμώνες, που μας είχε ακούσει το προηγούμενο βράδυ, ζητώντας μας να κάνουμε πάλι το ίδιο! ‘Τι εννοείς ακριβώς’ του είπα, αν και αμέσως ‘άναψε λαμπάκι’. Από τότε αρχίσαμε να αναπαριστούμε φωνές ζώων και πουλιών όλο και πιο συχνά στις συνθέσεις μας, μετατρέποντάς τες σε βασική ατραξιόν της δουλειάς μας».
Το 1956 ο Denny θα επιστρέψει στην Αμερική, ετοιμάζοντας μια περιοδεία στην Δυτική Ακτή, πριν «κλείσει» για τα καζίνο του Las Vegas. Ήταν η εποχή που κέρδισε ένα συμβόλαιο με την Liberty, ξεκινώντας να ηχογραφεί ό,τι, εν πάση περιπτώσει, είχε έτοιμο – και σε πρώτη φάση αυτό δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από τις μουσικές που «κουβαλούσε» από την χαβανέζικη περιπέτεια. Έτσι κάπως, τον Δεκέμβριο του ’56, θα γράψει το πρώτο “Exotica” LP, ένα άλμπουμ καταφανώς επηρεασμένο από το “Ritual of the Savage” του Les Baxter. Μάλιστα, σήμα κατατεθέν και όχι μόνο της “Exotica”, αλλά ολόκληρης της καριέρας τού Denny, θα αποδειχθεί η διασκευή της σύνθεσης του Baxter “Quiet village” (πάντα από το “Ritual of the Savage”), η οποία δύο χρόνια αργότερα θα κάνει τη μεγάλη εμπορική πορεία.
Το 1959 η Χαβάη γίνεται η 50η Πολιτεία των ΗΠΑ. Η Liberty θέλοντας να εκμεταλλευθεί μία γενικότερη ζήτηση για οτιδήποτε χαβανέζικο ξανακυκλοφορεί το “Exotica” LP, αυτή τη φορά σε stereo εκδοχή, προσδοκώντας κάτι καλύτερο. Και όντως. Ξεχωρίζει από ’κει το “Quiet village”. Και όχι απλώς ξεχωρίζει, αλλά φθάνει μέχρι το Νο 4 του Top 40, τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς, καταγράφοντας το πρώτο big hit της μουσικής exotica. (Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα οι Βρετανοί Quiet Village - Matt Edwards και Joel Martin - δείχνουν το σεβασμό τους στον παππού με τη δική τους... sophisticated exotica for adults).Κατά κάποιο τρόπο ο Martin Denny γίνεται... βασιλιάς σε μια νύχτα. Μέσα στο 1959 ηχογραφεί τέσσερα άλμπουμ (με σειρά το “Hypnotique”, το “Afro-Desia”, το “Exotica III” και το “Quiet Village”), όλα επιτυχημένα. Eίχαν βεβαίως προηγηθεί, πέραν του αρχικού “Exotica”, το “Exotica II” (7/1957), το “Forbidden Island” (1958) και το “Primitiva” (1958), τα οποία και σε στερεοφωνική πλέον version, «ανακαλύπτονται» από ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο πέραν του χαβανέζικου προσανατολισμού της εποχής – ας μην ξεχνάμε και τη συμβολή του Elvis, που είχε επισκεφθεί την Χαβάη ήδη από το 1957, τις ταινίες θα τις γύριζε αργότερα – επιζητούσε μέσω των μουσικών του Denny (και βεβαίως των Baxter και Lyman) μία ευκαιρία να «χαθεί» σ’ έναν μακρινό, εξωτικό κόσμο, ικανό να θεραπεύσει όχι μόνον τη μεταπολεμική μελαγχολία, αλλά κυρίως τον υποτιθέμενο «κόκκινο κίνδυνο», πάνω στον οποίον είχε οικοδομηθεί το ψυχροπολεμικό status.
Και τα οκτώ fifties άλμπουμ του Martin Denny έχουν επανακυκλοφορήσει από τη βρετανική εταιρία Rev-Ola, και μάλιστα σε περιποιημένες εκδόσεις. Και δεν εννοώ το digipak cover, το οποίο προσωπικώς με αφήνει αδιάφορο, αλλά την ταυτόχρονη καταγραφή της μονοφωνικής και της στερεοφωνικής κόπιας και ακόμη την ανατύπωση των original back covers, με διαθέσιμες όλες τις παλιές πληροφορίες. Για τρία απ’ αυτά τα άλμπουμ λέω λίγα λόγια στη συνέχεια.
Martin Denny: Forbidden Island (Liberty/ Rev-Ola)
Ηχογραφημένο στο Roosevelt High School Auditorium της Honolulu το 1958, το “Forbidden Island” ήταν το τρίτο LP του Martin Denny και το πρώτο με την καινούρια line-up, μετά την αποχώρηση του Arthur Lyman. Ακόμη, εκείνο με τις περισσότερες original συνθέσεις (πέντε συνολικώς), που δίνουν και το ιδιαίτερο χρώμα στο άλμπουμ. Οι τίτλοι τους: Cobra, Exotica, Goony birds, Primitiva και Forbidden island. Πέραν των βασικών μελών (Martin Denny πιάνο, celeste, August Colon latin instruments, εφέ, Julius Wechter, vibes, μαρίμπα, ξυλόφωνο, Harvey Ragsdale μπάσο) στo session πήραν μέρος τέσσερις ακόμη μουσικοί (Lew Paino κρουστά, Will Brady φλάουτο, Bud Lee κιθάρα, samisen, Mike Garcia conga), προσφέροντας έτσι, όλοι μαζί, έναν ακόμη πιο «πλούσιο» ήχο, μετατρέποντας το “Forbidden Island” σε κάτι σαν... αγχωτικό OST. Οι «ιδέες» και τα εφέ είναι δοκιμασμένα στην πράξη και εξαιρετικώς λειτουργικά, ενώ κομμάτια όπως τα “Exotica” και “Goony birds” ακούγονται περισσότερο ως avant πειράματα, παρά ως μουσική για «εύκολη χρήση». Το πνεύμα του Baxter πάντως ανιχνεύεται κι εδώ. Είτε μέσα από διασκευές (“Sim Sim”), είτε μέσω πρωτότυπων συνθέσεων (η jungle ατμόσφαιρα του “Primitiva”).
Μartin Denny: Afro-Desia (Liberty/ Rev-Ola)
Στο έκτο άλμπουμ του ο Martin Denny επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή για τη μουσική της Αφρικής. Ακούγεται αστείο. Και βεβαίως υπερφίαλο. Ο Denny όμως ξεκαθαρίζει τα πράγματα (και) για να μην του την «πέσουνε» οι πάσης φύσεως ειδήμονες. Στο site της space age pop διαβάζουμε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω ή να αναπαραστήσω την αφρικανική μουσική. Το μόνο που θέλω να καταγράψω είναι το πώς θα μπορούσε να ηχεί εκείνη με βάση τα δικά μου γούστα». Τα περισσότερα από τα θέματα του “Afro-Desia” είναι διασκευές συνθέσεων των Ernesto Lecuona, Ary Barroso, Les Baxter, Ralph Rainger κ.ά., το “Tsetse fly” όμως, που είναι δικό του και ανοίγει το άλμπουμ, φανερώνει την πορεία που θα ακολουθηθεί. Ένας εφετζίδικος... rhythm in orgy. Στο ίδιο πλαίσιο και η συναρπαστική εκδοχή του “Cubano chant” του Ray Bryant, με την αναντίρρητη θετική συμβολή στα φωνητικά των Randy Van Horne Singers.
Μartin Denny: Exotica Vol. III (Rev-Ola)
Λίγο μετά το “Afro-Desia” (πάντα μέσα στο 1959) το τρίτο “Exotica” θα βρεθεί στις βιτρίνες. Είναι το πιο χαλαρό από τα τρία... και κάπου διαπιστώνεται – εκ των υστέρων το λέμε – η μελλοντική πορεία που θα ακολουθούσε ο Denny, στα χρόνια του ’60 πια, με τα περισσότερο «απονευρωμένα» άλμπουμ. Την σταδιακή απομάκρυνσή του δηλαδή από τον Tiki ήχο. Η άποψή του για το “Caravan” έχει νόημα κυρίως γιατί δημιουργεί μία cool πρωτο-ethnic ατμόσφαιρα. Αλλά και με κομμάτια όπως τo “Manila” (ένα βαλσάκι που θα μπορούσε να το χορεύει η Καρέζη με τον Μπάρκουλη την ίδια εποχή) ή το “Congo train” ο αμερικανός μουσικός δείχνει, απλώς, ότι ποτέ δεν τον ενδιέφεραν στην ουσία τα αποτελέσματα, αλλά μόνον οι αφορμές.

Η «περίοδος πτώσης» του Martin Denny θα μπορούσε να πούμε πως ξεκινά με την αποχώρηση από το γκρουπ του Julius Wechter, το 1964, και την ίδρυση των Baja Marimba Band (έγραψαν καλά άλμπουμ για την Α&Μ). Παρ’ ότι δεν είχε ιδιαίτερες επιτυχίες στην πορεία θα παραμείνει στην Liberty μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, πριν «χαθεί», μαζί με τη μουσική του, στα δύσκολα seventies. Το 1985, όπως γράψαμε και στην αρχή, θα ξανασχηματίσει το κουαρτέτο, θα περιοδεύσει και θα ηχογραφήσει και βεβαίως, θα προλάβει, στην δεκαετία του ’90 πια, να δει τις παλιές του μουσικές να ξεπερνούν το cult status και να γίνονται παγκόσμια pop σύμβολα.
Ο Martin Denny θα πεθάνει (στη Χαβάη) το 2005, σε ηλικία 94 ετών.Photos:
http://www.themartindennyblog.blogspot.com/
http://www.danacountryman.com/Denny/Denny1.html
http://flickr.com/photos/7809768@N08/2430005403/
http://flickr.com/photos/68908288@N00/339606441/
Πηγές
1. Dylan Jones: The Lexicon of Lounge, εκδ. Pavilion, London, 1997
2.
www.the.honoluluadvertiser.com, το άρθρο του Wayne Harada “Martin Denny – The Sound of Exotica”
3. The Wire, issue 174, August 98 (το άρθρο του Ken Hollings “Apocalypse, Hawaiian style”)
4. Record Collector No.174, February 1994 (το άρθρο του Peter Wyngarde “Collecting Exotica”, γύρω από το τι θεωρούσαν το ’94 οι Εγγλέζοι ως ‘exotica’ – προς αποφυγήν...)
5.
www.tralfaz-archives.com/coverart/D/denny/denny.html (site με εξώφυλλα - χρήσιμο)
6.
www.spaceagepop.com (το καλύτερο επίτομο site για το ευρύτερο lounge)
7. Ολίγος David Toop από τη δική του “Exotica”, εκδ. Serpent’s Tail, London, 1999

BALTIC SOUL WEEKENDER #2: disco-ειδέστατη αναθέρμανση...

Baltic Soul Weekender... Με άλλα λόγια ένα ετήσιο γερμανικό γεγονός, στις ακτές της Βαλτικής, κάπου 120km βορείως του Αμβούργου, στο οποίον τιμάται και αποτιμάται βασικά η παλαιά soul, funk και disco πιάτσα. Στήνονται «ντανσφλόρια», πάλκα και σκηνές, και καταφθάνουν βεβαίως, πέραν των θαυμαστών και των θαυμαστριών, ουκ ολίγοι επιζήσαντες από ’κείνες τις γυαλισμένες μέρες του ’70, έτοιμοι να προβάρουν τα... επιδιορθωμένα σατέν κοστούμια τους. Μοιάζει να έχει μια χλιδή το γεγονός. Και επίσης όλο εκείνο το αεράτο kitsch, το απαραίτητο τω όντι για την εξέλιξη μιας τέτοιας εορτής, που στόχο έχει την αναθέρμανση του χορευτικού παρελθόντος και, βεβαίως, την ανάμειξή του με τη σημερινή κατάσταση. Έτσι, νεώτερα πρόσωπα, DJs και λοιποί παραγωγοί μπερδεύονται με παλιοσειρές (Carl Douglas, Temptations, Melba Moore, Roy Ayers, Kurtis Blow...), προς τέρψιν και σόουλ/ντισκο-συμμόρφωσιν των παρευρισκομένων. Προκύπτουν και CD από αυτή την ιστορία... Όπως το παρόν «νούμερο 2» με ωραίες επιλογές από Dennis Taylor, Dezzie, Marvin Gaye & Tammi Terrell, Lou Pride, Fatback Band, Ray Munnings... Ο τελευταίος στην «ντισκοϊδέστατη» version του “Funky Nassau” των Beginning of the End από ένα εγγλέζικο 12ιντσο του ’79, το οποίο πριν από λίγα χρόνια «έκλεινε» στο eBay στα 500$ (τώρα έχει «πέσει»). Πάντως, αν μιλάμε για «ΤΟ» κομμάτι, όλα τα λεφτά είναι η... ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε εκδοχή του “It’s a man’s man’s world” από τον Lou Pride. Νομίζω πως το έχει δώσει σε 45άρι και ο Jazzman.
(photo: www.sozialgeschnatter.wordpress.com)

ORCHESTRA BAOBAB στην Αθήνα...

Το άκουσα στο ραδιόφωνο, το διάβασα στις εφημερίδες... Εντελώς ξαφνικά η Ορχήστρα Baobab, από τη Σενεγάλη, εμφανίζεται στην Αθήνα (στο Gazarte, νομίζω Κυριακή-Δευτέρα). Μου έκανε εντύπωση το γεγονός πως τους διαφημίζουν ως το γκρουπ που παίζει, λέει, jazz (τέλος πάντων...), latin, mambo, dub (άιντε πάλι...), reggae, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν παίζει... afro. Αν δεν πείτε το “afro” κύριοι, δε λέτε τίποτα. Έπειτα, εκείνο το «η μεγαλύτερη μπάντα της αφρικανικής ηπείρου» σίγουρα είναι «έμπνευση» κάποιου ανίδεου. Κανείς, που πραγματικά γνωρίζει, δεν θα αποκαλούσε έτσι την όντως σπουδαία Ορχήστρα – όποιος ακούσει το “Sey” από το άλμπουμ τους “Guy Gu Rey Gi” στην Buur το 1975, και δεν του σηκωθεί η τρίχα, πρέπει να δει επειγόντως... δερματολόγο – καθότι για την Αφρική μιλάμε, όχι για τα... Καβάσιλα. Σε μιαν ήπειρο με εκατοντάδες χιλιάδες συγκροτήματα, το να περιορίζεις τόσο πολύ το βλέμμα σου θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και ρατσισμός. Είναι σαν να υπονοείς πως υπάρχουν, όλα κι όλα, καμμιά δεκαριά γκρουπ εκεί κάτω, κι εσύ διαλέγεις το μεγαλύτερο... Ρίχνω λοιπόν την ιδέα – στους ανθρώπους του Synch ας πούμε, ή όποιους άλλους –, να ψάξουν, να κλείσουν και να φέρουν στην Ελλάδα μιαν άλλη «μεγαλύτερη μπάντα της αφρικανικής ηπείρου» την T.P. Orchestre Poly-Rythmo De Cotonou από το Benin. Οι Poly-Rythmo βρίσκονται στη γύρα περισσότερο από 40(!) χρόνια, έχουν κανα-δυό εκατοντάδες(!) δίσκους και το καλοκαίρι που μας πέρασε συγκλόνισαν, στην Ευρώπη, με τις εμφανίσεις τους...

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

GARAGE λέγεται και είναι απλό... WAILERS!!

Βρήκα πρόσφατα στο Μοναστηράκι και ξαναγόρασα, λόγω της αστείας τιμής του (5 ευρώ), την επανέκδοση του φοβερού δεύτερου άλμπουμ “At the Castle, Recorded Live! των Wailers από το 1962. (Εννοώ τους Wailers του northwest punk και όχι το γκρουπ του Marley). Είχα ν’ ακούσω πολλά χρόνια αυτόν το δίσκο, αλλά πάντα είναι καρφωμένη στη μνήμη μου η πούρα rock n’ roll δύναμη που ξεχειλίζει από τ’ αυλάκια του. Μιλάμε για κάτι που συνέβη 47 χρόνια πριν. Μοιάζει απίστευτο. Και όμως, οι άνθρωποι αυτοί, που τους είχε συγκροτήσει σε σώμα ο Γιάννης ο Έλληνας (John Greek) στην Takoma της Washington το καλοκαίρι του ’58, κατάφεραν κάτι σπάνιο για τη λευκή μουσική ιστορία της Αμερικής· και μάλιστα την pre-Beatles εποχή. Να δώσουν ένα αυθεντικό ροκάδικο άλμπουμ, ανακατεύοντας με μοναδικό ταλέντο το κλασικό rock n’ roll του Chuck Berry, το punky blues των Earl Hooker και Freddie King, τη soul του Ike Turner, το hard bop του Cannonball Adderley και βεβαίως τη frat ορχηστρική συνωμοσία, με τα σαξόφωνα σε πρώτο πλάνο. Μέτραγε ακόμη για τους Wailers το γεγονός ότι δεν διασκεύαζαν μόνο (που ήταν το πιο σύνηθες, για τα γκρουπ της περιόδου), αλλά... πρωτοτυπούσαν κιόλας με τα δικά τους “Wailer’s house party”, “Dirty robber”, “Rosalie”, “Since you been gone”, “Shivers”, “Zig zag” ή εκείνο το στοιχειώδες, αλλά τόσο... συγκινητικό “Tall cool one”. Είναι μεγάλη η ιστορία των Wailers - από τότε που ξεκίνησαν, από τότε που ηχογράφησαν το “Louie Louie”, από τότε που έδωσαν αυτό το live στο (The) Castle, κάπου ανάμεσα στην Takoma και το Seattle, μπροστά σε δυο χιλιάδες πιτσιρικάδες, μέχρι τότε που προσέφεραν τον τελευταίο τους garage ύμνο, το “Out of our tree” το 1966, κι ακόμη πιο μετά. Ακούω στην τσίτα τους Kent Morrill πιάνο, όργανο, Mark Marush σαξόφωνο, Rich Dangel lead κιθάρα, Buck Ormsby μπάσο, Mike Burk ντραμς, τον τραγουδιστή Rockin Robin Roberts, την 15χρονη τραγουδίστρια Gail Harris... κι αφήνω τους Arctic Monkeys να κουρεύονται... (Οι... σαν μαύροι διασκευάζουν το “I idolize you” του Ike Turner, με την 15χρονη να «ξεσκίζεται». Να τρώει η Sharon Jones και της Sugahspank! να μη δίνει...

LIVE ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ...

Έχω τη γνώμη ότι το ρεμπέτικο δεν είναι «θέαμα»· ούτε για το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ούτε για την οποιαδήποτε ταβέρνα της γειτονιάς. Είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος αντιμετώπισης της «αλήθειας», για όσους πρόλαβαν και το βίωσαν έτσι στα χρόνια του ’30 και ενδεχομένως ζουν ακόμη, για όσους μεγάλωσαν μαζί του – μόνοι τους, μαζί του – στα χρόνια του ’40, του, ’50, του ’60... αλλά έως εκεί. Από ’κει κάτω μιλάμε για κάτι άλλο. Μιλάμε για μία «προβολή» στις δύο διαστάσεις της ρεμπέτικης συνείδησης, αποφλοιωμένης προφανώς απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία της «ράτσας», που την ανέδειξαν σε καθαρό "δωρικόν" έπος. Τι νόημα έχει λοιπόν να λέμε και να ξαναλέμε για τον επαγγελματισμό του Γιώργου Νταλάρα και των συνεργατών του – τον οποίον κανείς δεν αμφισβητεί – τι νόημα έχει να κάνουμε λόγο ακόμη και για τις προθέσεις των συμμετεχόντων στο «Σαν Τραγούδι Μαγεμένο, Αναφορά στο ρεμπέτικο» [Legend]; Το ζήτημα είναι αλλού, και τοποθετείται σ’ ένα επίπεδο προηγούμενο. Καμμία «μετατόπιση» του σημερινού ενδιαφέροντός μας για το ρεμπέτικο – που αξίζει να εξαντλείται σ’ ένα επίπεδο «ασκητικής» έρευνας και μόνον –, προς εκείνο του... event, δεν μπορεί να διασφαλίσει τη μετάγγιση του δόγματός του. Πολλώ δε μάλλον, όταν εμπλέκονται ανάμεσα οι μεγαλόσχημες "αναστάσιμες" σκηνοθεσίες. Πόσες φορές πρέπει να το πούμε; Με τους... νεκρούς δεν τα βγάζεις πέρα. Τους αφήνεις, απλώς, στην ησυχία τους...
Όλα τα live που... σέβονται τον εαυτό τους λένε το «που» και το «πότε» συνέβησαν. Στο διπλό “Live” [Legend] του Κώστα Μακεδόνα, αυτό δεν συμβαίνει. Αναφερόμαστε, απλώς, σε... αποσπάσματα από τις συναυλίες (του) των τελευταίων χρόνων. Έστω. Το «κακό» όμως παραγίνεται όταν ο συμπαθής τραγουδιστής, ως άλλος... Προκρούστης, τεντώνει και «μαζεύει» όχι μόνον ό,τι έχει πει ο ίδιος σε πρώτη εκτέλεση, αλλά και τραγούδια των Χατζιδάκι, Σαββόπουλου, Μούτση, Ιωαννίδη, το “Confessa” του Celentano (τι μάς χρωστάει η καημένη η ιταλική...), παραδοσιακά και άλλα τινά... Όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, πια, και ο Μακεδόνας...Τον προηγούμενο χειμώνα η Ελένη Βιτάλη βρέθηκε στο Κύτταρο για σειρά παραστάσεων, με αφορμή, θα λέγαμε, την κυκλοφορία του εξαιρετικού περυσινού της άλμπουμ «Επτά... Και Να Προσέχεις». Έτσι κάπως προέκυψε το παρόν διπλό CD «Ζωντανό Κύτταρο» [Legend], το οποίο συνυπογράφει με τους Haig Yazdjian και Αρετή Κετιμέ (ο ρόλος του πρώτου είναι ακρογωνιαίος). Όσο και αν ο ήχος του live δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνον του άλμπουμ, είναι τέτοιο το «δώσιμο» της φωνής της Βιτάλη, ώστε κάθε μείον να αμβλύνεται και κάθε συν να ξανατονίζεται. Ένα θετικό; Η τραγουδοποιός αποδίδει τα 6 από τα 12 θέματα τού «Επτά...». Αυτό κάτι λέει. Λέει ότι τα καινούρια της τραγούδια «μετράνε», πως αντέχουν στην άμεση επαφή τους με τον κόσμο (δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς – μιλάμε για τη «Χαραμάδα», το κορυφαίο «Επτά», το «Καράβια αραγμένα»...) και πως η ίδια ξέρει, γνωρίζει τo βάρος εκείνων που έχει γράψει και πώς, με ποιον τρόπο, θα διοχετεύσει αυτήν ακριβώς τη «βαρύτητα» στο ακροατήριό της. Όχι μόνο με το «Άι γαρούφαλλό μου» ή με το «Μια γυναίκα μπορεί», αλλά με ό,τι αποφασίζει να πει. Με ό,τι; Ναι, με ό,τι. Ακόμη και με την «Πριγκιπέσσα».

της COSCO...

Η κυρία Μπακογιάννη συναντάται πολύ συχνά με τον κύριο Βενιζέλο στα τηλεοπτικά τραπέζια. Ας προσέξει να μην κάνει το ίδιο λάθος μ’ εκείνον, όταν ο θεσσαλονικιός βουλευτής (τότε) βιάστηκε να καπαρώσει το «κενό» εξουσίας στο Πα.Σο.Κ., χάνοντας και τ’ αυγά και τα καλάθια. Η δήλωσή της για το χάλι στο λιμάνι είναι ατυχής. Πρώτον, γιατί... ακόμη δεν είναι αρχηγός της Ν.Δ., οπότε δεν «κεφαλαιώνει» κάτι από μια τέτοια δήλωση. Απεναντίας. Ο κόσμος ενοχλείται απ’ όσους τρέχουν, σπρώχνοντας, να προλάβουν. Δεύτερον, γιατί δεν είναι ευγενικό να εγκαλείς κάποιον (το Πα.Σο.Κ.), για κάτι που έχεις κάνει εσύ (η Ν.Δ.) και το οποίον, εν πάση περιπτώσει, δύσκολα επανορθώνεται. Το Πα.Σο.Κ., από την άλλη, δεν μπορεί εύκολα να μαζέψει τ’ ασυμμάζευτα· αν και, εδώ που τα λέμε, δεν νοιάζεται και τόσο για να τα μαζέψει. Το λιμάνι ενδιαφέρεται ν’ ανοίξει, παρέχοντας κάποιες επί μέρους υποσχέσεις. Γιατί το θέμα δεν είναι μόνον η εξασφάλιση των θέσεων εργασίας και η λειτουργία της αγοράς, είναι κυρίως το πώς σκέπτεσαι σε σχέση με τον λεγόμενο «εθνικό πλούτο». Όλα στο σφυρί; Ή κάποια ναι - και υπό ποιες προϋποθέσεις -, και κάποια όχι; Eίπαμε, το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει τον επιχειρηματία, ok, αλλά δεν μπορεί να είναι ούτε ψιλικατζής...

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

GROOVY ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

Φίλος «μαμαγκακικός» μυρίστηκε το “Party” από την παλαιά βρετανική συλλογή “The Thriller Memorandum, volume 2” [r.p.m, 1996] και μου ζήτησε να του την αντιγράψω. Η συλλογή είναι εξαιρετική, ενώ θα την χαρακτήριζα πλέον και «κλασική», αφού ήταν από τις πρώτες που είδαν, έτσι σε δισκογραφικό βάθος, την thriller επένδυση. Φοβερά groovy κομμάτια και σπουδαίοι μουσικοί (Ken Woodman, Tony Hatch, Jacques Denjean, Ingfried Hoffmann, Mark Wirtz, Basil Kirchin...), δημιουργούσαν ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα. Το κομμάτι του Νίκου Μαμαγκάκη (τέταρτο στο track list από τα είκοσι τέσσερα) είναι ένα moody οργανικό με σαντούρι, harpsichord και jazzy ηλεκτρική κιθάρα, που δείχνει, για άλλη μια φορά, τη γνωστή άνεση του έλληνα συνθέτη να κινείται σε... μοντέρνους δρόμους, παραλλήλως με τους λαϊκούς ή τους avant.
Αυτό που δεν είναι πολύ γνωστό είναι πως το “Party” ήταν flip-side σ’ ένα 45άρι που είχε κυκλοφορήσει η βρετανική Fontana το 1967 (δε νομίζω να βγήκε πουθενά αλλού στον κόσμο). Επρόκειτο για soundtrack. Για την ακρίβεια, επένδυση μιας βρετανο-κυπριακής παραγωγής υπό τον τίτλο “The Private Right”, σκηνοθετημένη από κάποιον Michael Papas. Πρωταγωνιστούσαν δε κύπριοι και βρετανοί ηθοποιοί (Δημήτρης Ανδρέας, Γιώργος Κάφκαρης, Χρήστος Δημητρίου, Charlotte Selwyn, John Brogan, Joanna Farber, Λάκης Σιδεράς, Τάκης Θεοφάνους...). Πριν κάμποσα χρόνια είχα βρει ένα διαφημιστικό 8πτυχο, με ωραίες φωτογραφίες από το φιλμ – κάποιες τις βλέπετε – και άλλες πληροφορίες. Μεταφέρω κάτι...
Το στόρι κεντράρει στον Μίνωα Ηλία ελληνοκύπριο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος προδίδεται από έναν συμπατριώτη του, τον Τάσσο Φάντη, που συνεργάζεται με τους Εγγλέζους. Ακολουθεί μάχη. Ο Ηλίας πιάνεται και βασανίζεται από τον Φάντη, που παίρνει εντολές από τους άγγλους αξιωματικούς. Η ανεξαρτησία έρχεται στο νησί. Ο Φάντης το σκάει στο Λονδίνο, για να αποφύγει την κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά ο Ηλίας τον ακολουθεί, ψάχνοντάς τον στην τοπική κοινότητα, στα café, τα clubs και τα ρεστοράν του Λονδίνου. Κάποια στιγμή τον εντοπίζει σ’ ένα party... Tα υπόλοιπα επί της οθόνης, που θά’λεγε κι ο... Μπακογιαννόπουλος. Η ταινία προκάλεσε ντόρο στην εποχή της (στη Μεγάλη Βρετανία)· κυρίως, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτο βρετανικά κεφάλαια να επενδύονται σε φιλμ, που έδειχνε εντόπιους στρατιωτικούς να διατάζουν βασανιστήρια. Τι μας λες;
Η ταινία, πάντως, θα προβληθεί στο τότε London Film Festival, κάνοντας όμως... χαμηλή πτήση. Την έχει δει κανείς;