Αγοράζω, συνήθως, τη σκέτη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία για να διαβάσω τον Ξανθούλη, τον Ιό, τον Αρανίτση, τον Τάκη Φωτόπουλο (όταν γράφει), όμως εχθές πήρα και την προσφορά. Την Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη από την Αγγελική Βέλλου-Κάιλ (είχε βγει το 1973 και από τις εκδόσεις Παπαζήση το 1978), και το CD «Το Blues Συναντά το Ρεμπέτικο» των Louisiana Red και Στέλιου Βαμβακάρη (είχε κυκλοφορήσει σε βινύλιο, το 1994, από την Έβδομη Διάσταση του Πάνου Ηλιόπουλου). Παρ’ ότι είχα και το βιβλίο και το δίσκο, έστερξα.
Και μάλλον σωστά έπραξα, αφού το CD είχε δύο επιπλέον tracks, το γνωστό «Η φαντασία στην εξουσία» στην οργανική του έκδοση και το “Greeceland”. (Δε θυμάμαι αν αυτά τα δύο είχαν μπει σε κάποιαν άλλη έκδοση του Ηλιόπουλου –δεν έχω χρόνο να το τσεκάρω– αν και δεν το αποκλείω). Εκείνο πάντως που θέλω να σχολιάσω, εν τάχει, είναι αυτή η γνωστή εμμονή περί της υποτιθέμενης σχέσης blues και ρεμπέτικων. Είπα λίγα λόγια και σ’ ένα προηγούμενο post, με αφορμή το τελευταίο CD του Στέλιου Βαμβακάρη, κι εδώ τα επαναλαμβάνω:
Ξαναρωτώ λοιπόν. Ποία η ανάγκη να «επικοινωνήσει» το blues με το ρεμπέτικο; Τι μας σπρώχνει να τιμήσουμε, σώνει και καλά, δύο παντελώς διαφορετικές παραδόσεις; Γιατί επιμένουμε να κάνουμε λόγο για τα κάποια επουσιώδη «κοινά σημεία» blues και ρεμπέτικων και όχι για την ουσιώδη διαφορετικότητά τους; Πότε θα δεχθούμε, επιτέλους, ότι η θεματολογία δεν μπορεί ν’ αποτελεί –αν είμαστε αυστηροί– ούτε καν το «κοινό επίπεδο» ανάμεσά τους, αφού αυτή θα είναι παντού και πάντοτε η ίδια (στη λαϊκή μούσα τουλάχιστον); Πότε θα αντιληφθούμε, άραγε, ότι τέτοιου τύπου μουσικά fusions δεν είναι αποτέλεσμα μονομανών ενασχολήσεων, αλλά προϊόντα ευρύτερων (κοινωνικών) διεργασιών (μετακινήσεις πληθυσμών, μεταναστευτικά ρεύματα, παγκοσμιοποίηση);
Έχω την αίσθηση ότι αυτή η ιστορία υποκρύπτει κάτι βαθύτερο, που αφορά στο συλλογικό συνειδητό (έτσι όπως εκφράζεται, φυσικά, από συγκεκριμένα πρόσωπα). Απέναντι στην τεράστια και παγκοσμίου σημασίας κληρονομιά των blues, επιζητούμε να αντιπαραβάλλουμε την επίσης τεράστια, αλλά τοπικής σημασίας, κληρονομιά των ρεμπέτικων. Για ποιο λόγο; Μήπως γιατί απέναντι στον υπερατλαντικό Γολιάθ, πρέπει να υψώσει το ανάστημά του ένας μικρός Δαυίδ; Πολλές φορές συμπεριφερόμαστε σαν να μας έχει ορίσει κάποιος ως προστάτη των μικρών και των αδυνάτων. Σαν να θέλουμε να κεφαλαιώσουμε, μέσω του ρεμπέτικου, όλη την πολιτιστική μας «άμυνα» έναντι του θείου Σαμ. Γιατί, κακά τα ψέμματα, τον θείο Σαμ «εκμεταλλεύτηκε» το blues για να γίνει μουσική του κόσμου. Τέλος πάντων...
Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Οδηγούμαι στο ότι η Αγγελική Βέλλου-Κάιλ και ο σύζυγός της Charles Keil έκαναν την αρχή. O Keil είναι ένας προοδευτικός εθνομουσικολόγος (θα τον χαρακτήριζα μαρξιστή με τις παλιές ορολογίες), που έχει γράψει ένα τουλάχιστον κλασικό βιβλίο για το blues, το Urban Blues [εκδ. The University of Chicago Press, Chicago 1966]. Το βιβλίο αυτό το είχα βρει και αγοράσει πριν χρόνια στο παζάρι της Ηφαίστου, χωρίς εξώφυλλο, και το είχα διαβάσει σχεδόν αμέσως. Εκείνη η δεύτερη έκδοσή του από το 1970 ήταν αφιερωμένη στον Malcolm X (μάλλον ήταν και η πρώτη) οδηγημένη από το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη! Ήταν με άλλα λόγια η «ελληνική» περίοδος του Keil... στην οποίαν αναφέρεται, εξάλλου, και η σύζυγός του στην Αυτοβιογραφία.
Διαβάζουμε στην αρχή του προλόγου:
«Τον Μάρκο Βαμβακάρη τον γνώρισα στο σπίτι του, οδός Οφρυνίου 5 στ’ Άσπρα Χώματα της Κοκκινιάς, το φθινόπωρο του 1967. Μας είχε στείλει ο Μίγγος Χρήστου, από την Θεσσαλονίκη. Όταν άκουσε ότι ο άνδρας μου και γω ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τους δρόμους του μπουζουκιού, τα ταξίμια, μάς σύστησε αμέσως».
Ο Keil δεν ενδιαφερόταν φυσικά μόνο για το ρεμπέτικο, ενδιαφερόταν και για την αφρικανική μουσική (να υποθέσουμε, όπως αφήνει να εννοηθεί η σύζυγός του στην εισαγωγή, πως είχε βρεθεί κι αυτός στη Νιγηρία το 1965, μελετώντας τους... Guys, που κάπνιζαν χασίσι και άκουγαν, θα προσέθετα εγώ, Sir Victor Uwaifo, Fela Ransome-Kuti και Koola Lobitos), όπως ενδιαφερόταν και για τους βαλκανικούς ήχους, αλλά και για την polka και τον τρόπο που διαδόθηκε αυτή στις λευκές λαϊκές τάξεις στην Αμερική. Πρέπει να ήταν λοιπόν ο Keil που άρχισε ν’ ασχολείται, σκιωδώς έστω, με το θέμα blues-ρεμπέτικα, εντοπίζοντας εκεί κάποιες προλεταριακές αναλογίες.
Πάντως, ο πρώτος που έγραψε (σε βιβλίο) για την υποτιθέμενη σχέση πρέπει να ήταν ο συνάδελφος στο Jazz & Tζαζ και πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου στο Rebetika/ Songs from the old greek underworld [εκδ. Komboloi, Athens, 1975] των επιμελητριών Katharine Butterworth και Sara Schneider, δύο Αμερικανίδων που ζούσαν στα μέσα του ’70 στην Αθήνα, συγκεντρώνοντας (στο βιβλίο) τέσσερα δοκίμια σχετικά με το ρεμπέτικο τραγούδι (εκεί και το κεφάλαιο Rebetika and Blues).
Και μάλλον σωστά έπραξα, αφού το CD είχε δύο επιπλέον tracks, το γνωστό «Η φαντασία στην εξουσία» στην οργανική του έκδοση και το “Greeceland”. (Δε θυμάμαι αν αυτά τα δύο είχαν μπει σε κάποιαν άλλη έκδοση του Ηλιόπουλου –δεν έχω χρόνο να το τσεκάρω– αν και δεν το αποκλείω). Εκείνο πάντως που θέλω να σχολιάσω, εν τάχει, είναι αυτή η γνωστή εμμονή περί της υποτιθέμενης σχέσης blues και ρεμπέτικων. Είπα λίγα λόγια και σ’ ένα προηγούμενο post, με αφορμή το τελευταίο CD του Στέλιου Βαμβακάρη, κι εδώ τα επαναλαμβάνω:Ξαναρωτώ λοιπόν. Ποία η ανάγκη να «επικοινωνήσει» το blues με το ρεμπέτικο; Τι μας σπρώχνει να τιμήσουμε, σώνει και καλά, δύο παντελώς διαφορετικές παραδόσεις; Γιατί επιμένουμε να κάνουμε λόγο για τα κάποια επουσιώδη «κοινά σημεία» blues και ρεμπέτικων και όχι για την ουσιώδη διαφορετικότητά τους; Πότε θα δεχθούμε, επιτέλους, ότι η θεματολογία δεν μπορεί ν’ αποτελεί –αν είμαστε αυστηροί– ούτε καν το «κοινό επίπεδο» ανάμεσά τους, αφού αυτή θα είναι παντού και πάντοτε η ίδια (στη λαϊκή μούσα τουλάχιστον); Πότε θα αντιληφθούμε, άραγε, ότι τέτοιου τύπου μουσικά fusions δεν είναι αποτέλεσμα μονομανών ενασχολήσεων, αλλά προϊόντα ευρύτερων (κοινωνικών) διεργασιών (μετακινήσεις πληθυσμών, μεταναστευτικά ρεύματα, παγκοσμιοποίηση);
Έχω την αίσθηση ότι αυτή η ιστορία υποκρύπτει κάτι βαθύτερο, που αφορά στο συλλογικό συνειδητό (έτσι όπως εκφράζεται, φυσικά, από συγκεκριμένα πρόσωπα). Απέναντι στην τεράστια και παγκοσμίου σημασίας κληρονομιά των blues, επιζητούμε να αντιπαραβάλλουμε την επίσης τεράστια, αλλά τοπικής σημασίας, κληρονομιά των ρεμπέτικων. Για ποιο λόγο; Μήπως γιατί απέναντι στον υπερατλαντικό Γολιάθ, πρέπει να υψώσει το ανάστημά του ένας μικρός Δαυίδ; Πολλές φορές συμπεριφερόμαστε σαν να μας έχει ορίσει κάποιος ως προστάτη των μικρών και των αδυνάτων. Σαν να θέλουμε να κεφαλαιώσουμε, μέσω του ρεμπέτικου, όλη την πολιτιστική μας «άμυνα» έναντι του θείου Σαμ. Γιατί, κακά τα ψέμματα, τον θείο Σαμ «εκμεταλλεύτηκε» το blues για να γίνει μουσική του κόσμου. Τέλος πάντων...
Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Οδηγούμαι στο ότι η Αγγελική Βέλλου-Κάιλ και ο σύζυγός της Charles Keil έκαναν την αρχή. O Keil είναι ένας προοδευτικός εθνομουσικολόγος (θα τον χαρακτήριζα μαρξιστή με τις παλιές ορολογίες), που έχει γράψει ένα τουλάχιστον κλασικό βιβλίο για το blues, το Urban Blues [εκδ. The University of Chicago Press, Chicago 1966]. Το βιβλίο αυτό το είχα βρει και αγοράσει πριν χρόνια στο παζάρι της Ηφαίστου, χωρίς εξώφυλλο, και το είχα διαβάσει σχεδόν αμέσως. Εκείνη η δεύτερη έκδοσή του από το 1970 ήταν αφιερωμένη στον Malcolm X (μάλλον ήταν και η πρώτη) οδηγημένη από το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη! Ήταν με άλλα λόγια η «ελληνική» περίοδος του Keil... στην οποίαν αναφέρεται, εξάλλου, και η σύζυγός του στην Αυτοβιογραφία.
Διαβάζουμε στην αρχή του προλόγου:«Τον Μάρκο Βαμβακάρη τον γνώρισα στο σπίτι του, οδός Οφρυνίου 5 στ’ Άσπρα Χώματα της Κοκκινιάς, το φθινόπωρο του 1967. Μας είχε στείλει ο Μίγγος Χρήστου, από την Θεσσαλονίκη. Όταν άκουσε ότι ο άνδρας μου και γω ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τους δρόμους του μπουζουκιού, τα ταξίμια, μάς σύστησε αμέσως».
Ο Keil δεν ενδιαφερόταν φυσικά μόνο για το ρεμπέτικο, ενδιαφερόταν και για την αφρικανική μουσική (να υποθέσουμε, όπως αφήνει να εννοηθεί η σύζυγός του στην εισαγωγή, πως είχε βρεθεί κι αυτός στη Νιγηρία το 1965, μελετώντας τους... Guys, που κάπνιζαν χασίσι και άκουγαν, θα προσέθετα εγώ, Sir Victor Uwaifo, Fela Ransome-Kuti και Koola Lobitos), όπως ενδιαφερόταν και για τους βαλκανικούς ήχους, αλλά και για την polka και τον τρόπο που διαδόθηκε αυτή στις λευκές λαϊκές τάξεις στην Αμερική. Πρέπει να ήταν λοιπόν ο Keil που άρχισε ν’ ασχολείται, σκιωδώς έστω, με το θέμα blues-ρεμπέτικα, εντοπίζοντας εκεί κάποιες προλεταριακές αναλογίες.
Από τα χρόνια του ’80, και βεβαίως του ’90 και πιο μετά, η αρθρογραφία άρχισε να πληθαίνει γύρω από το θέμα, με κείμενα ανούσια τις περισσότερες φορές και ενίοτε με άλλα αντί άλλων. Θυμάμαι ένα κακό άρθρο του Γιώργου Νοταρά στο Δίφωνο, τεύχος 62, Νοέμβριος 2000 με τίτλο «Ελληνικά... Μπλουζ, εκεί που οι στίχοι ησυχάζουν», το οποίο είχα «πολεμήσει» μ’ ένα δικό μου στο Jazz & Tζαζ (τεύχος 95, 2/2001), υπό τον τίτλο “Blues n’ Drugs”. Θα ψάξω να το βρω και κάποια στιγμή θα το ανεβάσω.
O Δημήτρης Αρβανίτης, γραφίστας τότε στο περιοδικό, είχε «θάψει» εκείνο το κείμενο στο εξώφυλλο, βάζοντας απόχρωση μπλε πάνω σε μπλε, επειδή δεν γούσταρε τον τίτλο του! Anyway...
Επειδή όμως η ιστορία προχωρά με ντοκουμέντα και αποδείξεις, θα ’θελα να ήξερα, απ’ αυτούς που υπεραμύνονται της σχέσης blues-ρεμπέτικων, τι στοιχεία παραθέτουν. Το μόνο –στο οποίο αναφέρεται και ο Πάνος Ηλιόπουλος στο CD της Ελευθεροτυπίας– είναι ένα αμερικανικό τζαζ τραγούδι το “How dry I am”, μέσα από το οποίο ο σοβαρός, σε κάθε περίπτωση, ερευνητής του ρεμπέτικου Σπύρος Παπαϊωάννου έβλεπε τον «Μπουφετζή» του Γιώργου Μπάτη. (Κάποια στιγμή η είδηση έφθασε και στα αυτιά του Ζωρζ Πιλαλί, ο οποίος μπλουζοποίησε εκείνο το παλαιό ρεμπέτικο, παίζοντάς το με National Steel, στο άλμπουμ του Θεοκωμωδία το 1994).
Κατ’ αρχάς, για όσους δεν έχουν ακούσει το αμερικανικό τραγούδι, να πω πως δεν είναι ούτε blues, ούτε τζαζ! Καταχωρίζεται δε στα αρχεία κάτω από τα ονόματα των P.J Anderson (στίχοι) και E.S.S. Huntington (μουσική), με χρονιά έκδοσης το 1921.
Πριν από καμμιά δεκαριά χρόνια, μάλιστα, είχα βρει το e-mail του γνωστού αμερικανού μουσικολόγου-ερευνητή Dick Spottswood, και τον είχα ρωτήσει σχετικώς για κάποια αμερικανικά τραγούδια ελληνικού ενδιαφέροντος. «Μισιρλού», “How dry I am” και τέτοια. (Στο δίκτυο υπάρχουν διάφορες πληροφορίες για το συγκεκριμένο σκοπό και την ιστορία του, όμως, προσωπικά, εμπιστεύομαι τα στοιχεία του Spottswood, που είναι ένας αναγνωρισμένος ερευνητής).
Έτσι, για το “How dry I am” τού είχα πει πως είχα κάπου διαβάσει –δεν το θυμόμουν τότε, ούτε τώρα– ότι το είχε ερμηνεύσει ο Gid Tanner με τους Skillet Lickers. Τότε, δεν το είχε επιβεβαιώσει, παρότι δεν το είχε αποκλείσει – αργότερα βρήκα ότι, όντως, το τραγούδι υπάρχει σ' ένα άλμπουμ των Skillet Lickers υπό τον τίτλο “Corn Licker Still In Georgia” με ηχογραφήσεις του ’20, που είχε βγει στην εταιρία Voyager στα seventies. Εξακολουθώ να το ψάχνω. Απεναντίας, μου είχε πει για την version της Wise String Band (στη Vocalion), ηχογραφημένη στην Knoxville του Tennessee την 28/8/1929, αλλά και για εκείνη των Milton Brown and His Brownies από τα thirties, οι οποίοι το ηχογράφησαν ως μέρος ενός medley, που επανεκδόθηκε μάλιστα και σε CD υπό τον τίτλο “Show me the way to go home” (μιλάμε για κουνουπίδι ο τύπος...). Το άκουσα. Σε κάθε περίπτωση το “How dry I am” δεν ήταν blues, αλλά ένα λευκό τραγούδι, που τοποθετείται καθαρά στην κατηγορία hillbilly.
Περισσότερα στοιχεία από το βιβλίο τού Cary Ginell Milton Brown and the Founding of Western Swing [Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, 1994]. Τώρα, για το αν η μελωδία του θυμίζει σε κάποια μέτρα τον «Μπουφετζή»... Όντως. Θα μπορούσε δηλαδή να τραγουδηθεί πάνω στον «Μπουφετζή», κάτι που δεν είναι δα και τόσο παράξενο, δύσκολο ή σπάνιο. Συμβαίνει και με άλλα διαφορετικά τραγούδια, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υπάρχει από κάτω επιρροή ή κλοπή. Είναι όμως και το άλλο. Υπάρχουν αποδείξεις πως ο Μπάτης είχε από κάπου ακούσει αυτό το αμερικανικό τραγούδι, που τον ενέπνευσε, υποτίθεται, για να γράψει το δικό του; Εδώ, τα χέρια σηκώνονται ψηλά... και τα πόδια, ακόμη, τρέχουν...
Μα, ακόμη κι αν δεχθούμε πως είχε τ' αυτιά του ανοιχτά ο Μπάτης και άκουσε αυτό το σκοπό από κάποια ταινία του Σαρλώ (ο οποίος Σαρλώ, όπως διάβασα, είχε χρησιμοποιήσει σε κάποια δικά του φιλμ τις πρώτες νότες τού “How dry I am”) και περαιτέρω τον αντέγραψε (το σκοπό), συνιστά αυτό το τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός σχέση μεταξύ blues και ρεμπέτικων; Δεν το δέχομαι με τίποτα.
O Δημήτρης Αρβανίτης, γραφίστας τότε στο περιοδικό, είχε «θάψει» εκείνο το κείμενο στο εξώφυλλο, βάζοντας απόχρωση μπλε πάνω σε μπλε, επειδή δεν γούσταρε τον τίτλο του! Anyway...Επειδή όμως η ιστορία προχωρά με ντοκουμέντα και αποδείξεις, θα ’θελα να ήξερα, απ’ αυτούς που υπεραμύνονται της σχέσης blues-ρεμπέτικων, τι στοιχεία παραθέτουν. Το μόνο –στο οποίο αναφέρεται και ο Πάνος Ηλιόπουλος στο CD της Ελευθεροτυπίας– είναι ένα αμερικανικό τζαζ τραγούδι το “How dry I am”, μέσα από το οποίο ο σοβαρός, σε κάθε περίπτωση, ερευνητής του ρεμπέτικου Σπύρος Παπαϊωάννου έβλεπε τον «Μπουφετζή» του Γιώργου Μπάτη. (Κάποια στιγμή η είδηση έφθασε και στα αυτιά του Ζωρζ Πιλαλί, ο οποίος μπλουζοποίησε εκείνο το παλαιό ρεμπέτικο, παίζοντάς το με National Steel, στο άλμπουμ του Θεοκωμωδία το 1994).
Κατ’ αρχάς, για όσους δεν έχουν ακούσει το αμερικανικό τραγούδι, να πω πως δεν είναι ούτε blues, ούτε τζαζ! Καταχωρίζεται δε στα αρχεία κάτω από τα ονόματα των P.J Anderson (στίχοι) και E.S.S. Huntington (μουσική), με χρονιά έκδοσης το 1921.
Πριν από καμμιά δεκαριά χρόνια, μάλιστα, είχα βρει το e-mail του γνωστού αμερικανού μουσικολόγου-ερευνητή Dick Spottswood, και τον είχα ρωτήσει σχετικώς για κάποια αμερικανικά τραγούδια ελληνικού ενδιαφέροντος. «Μισιρλού», “How dry I am” και τέτοια. (Στο δίκτυο υπάρχουν διάφορες πληροφορίες για το συγκεκριμένο σκοπό και την ιστορία του, όμως, προσωπικά, εμπιστεύομαι τα στοιχεία του Spottswood, που είναι ένας αναγνωρισμένος ερευνητής).
Έτσι, για το “How dry I am” τού είχα πει πως είχα κάπου διαβάσει –δεν το θυμόμουν τότε, ούτε τώρα– ότι το είχε ερμηνεύσει ο Gid Tanner με τους Skillet Lickers. Τότε, δεν το είχε επιβεβαιώσει, παρότι δεν το είχε αποκλείσει – αργότερα βρήκα ότι, όντως, το τραγούδι υπάρχει σ' ένα άλμπουμ των Skillet Lickers υπό τον τίτλο “Corn Licker Still In Georgia” με ηχογραφήσεις του ’20, που είχε βγει στην εταιρία Voyager στα seventies. Εξακολουθώ να το ψάχνω. Απεναντίας, μου είχε πει για την version της Wise String Band (στη Vocalion), ηχογραφημένη στην Knoxville του Tennessee την 28/8/1929, αλλά και για εκείνη των Milton Brown and His Brownies από τα thirties, οι οποίοι το ηχογράφησαν ως μέρος ενός medley, που επανεκδόθηκε μάλιστα και σε CD υπό τον τίτλο “Show me the way to go home” (μιλάμε για κουνουπίδι ο τύπος...). Το άκουσα. Σε κάθε περίπτωση το “How dry I am” δεν ήταν blues, αλλά ένα λευκό τραγούδι, που τοποθετείται καθαρά στην κατηγορία hillbilly.
Περισσότερα στοιχεία από το βιβλίο τού Cary Ginell Milton Brown and the Founding of Western Swing [Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, 1994]. Τώρα, για το αν η μελωδία του θυμίζει σε κάποια μέτρα τον «Μπουφετζή»... Όντως. Θα μπορούσε δηλαδή να τραγουδηθεί πάνω στον «Μπουφετζή», κάτι που δεν είναι δα και τόσο παράξενο, δύσκολο ή σπάνιο. Συμβαίνει και με άλλα διαφορετικά τραγούδια, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υπάρχει από κάτω επιρροή ή κλοπή. Είναι όμως και το άλλο. Υπάρχουν αποδείξεις πως ο Μπάτης είχε από κάπου ακούσει αυτό το αμερικανικό τραγούδι, που τον ενέπνευσε, υποτίθεται, για να γράψει το δικό του; Εδώ, τα χέρια σηκώνονται ψηλά... και τα πόδια, ακόμη, τρέχουν...Μα, ακόμη κι αν δεχθούμε πως είχε τ' αυτιά του ανοιχτά ο Μπάτης και άκουσε αυτό το σκοπό από κάποια ταινία του Σαρλώ (ο οποίος Σαρλώ, όπως διάβασα, είχε χρησιμοποιήσει σε κάποια δικά του φιλμ τις πρώτες νότες τού “How dry I am”) και περαιτέρω τον αντέγραψε (το σκοπό), συνιστά αυτό το τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός σχέση μεταξύ blues και ρεμπέτικων; Δεν το δέχομαι με τίποτα.








Θυμάμαι, επίσης, τα πρόσφατα τεύχη 83 και 84, τα αφιερωμένα στην

Αν κι εμάς μας ενδιαφέρει το ηχητικό της μέρος, η Tiki culture ξεκινά να φτιάχνει το αλφάβητό της πολύ καιρό πριν τις μουσικές συνταγές της exotica. Ήταν 1934, όταν ο
Παίζοντας κάποιο βράδυ με το συγκρότημά του στο Shell Bar, στο παλιό Hawaiian Village (τώρα The Hilton Hawaiian Village, για όσους ενδιαφέρονται...) ο Denny θα βρεθεί προ απροόπτου. Λέει ο ίδιος (στο άρθρο της Sally Holloway στο “Easy!, The Lexicon of Lounge”):
Κατά κάποιο τρόπο ο Martin Denny γίνεται... βασιλιάς σε μια νύχτα. Μέσα στο 1959 ηχογραφεί τέσσερα άλμπουμ (με σειρά το
Martin Denny: Forbidden Island (Liberty/ Rev-Ola)
Μartin Denny: Afro-Desia (Liberty/ Rev-Ola)
Μartin Denny: Exotica Vol. III (Rev-Ola)
Baltic Soul Weekender... Με άλλα λόγια ένα ετήσιο γερμανικό γεγονός, στις ακτές της Βαλτικής, κάπου 120km βορείως του Αμβούργου, στο οποίον τιμάται και αποτιμάται βασικά η παλαιά soul, funk και disco πιάτσα. Στήνονται «ντανσφλόρια», πάλκα και σκηνές, και καταφθάνουν βεβαίως, πέραν των θαυμαστών και των θαυμαστριών, ουκ ολίγοι επιζήσαντες από ’κείνες τις γυαλισμένες μέρες του ’70, έτοιμοι να προβάρουν τα... επιδιορθωμένα σατέν κοστούμια τους. Μοιάζει να έχει μια χλιδή το γεγονός. Και επίσης όλο εκείνο το αεράτο kitsch, το απαραίτητο τω όντι για την εξέλιξη μιας τέτοιας εορτής, που στόχο έχει την αναθέρμανση του χορευτικού παρελθόντος και, βεβαίως, την ανάμειξή του με τη σημερινή κατάσταση. Έτσι, νεώτερα πρόσωπα, DJs και λοιποί παραγωγοί μπερδεύονται με παλιοσειρές (
Προκύπτουν και CD από αυτή την ιστορία... Όπως το παρόν «νούμερο 2» με ωραίες επιλογές από 



Τον προηγούμενο χειμώνα η 
Φίλος «μαμαγκακικός» μυρίστηκε το
Επρόκειτο για soundtrack. Για την ακρίβεια, επένδυση μιας βρετανο-κυπριακής παραγωγής υπό τον τίτλο
Το στόρι κεντράρει στον Μίνωα Ηλία ελληνοκύπριο αγωνιστή της ΕΟΚΑ, ο οποίος προδίδεται από έναν συμπατριώτη του, τον Τάσσο Φάντη, που συνεργάζεται με τους Εγγλέζους. Ακολουθεί μάχη. Ο Ηλίας πιάνεται και βασανίζεται από τον Φάντη, που παίρνει εντολές από τους άγγλους αξιωματικούς. Η ανεξαρτησία έρχεται στο νησί. Ο Φάντης το σκάει στο Λονδίνο, για να αποφύγει την κυπριακή δικαιοσύνη, αλλά ο Ηλίας τον ακολουθεί, ψάχνοντάς τον στην τοπική κοινότητα, στα café, τα clubs και τα ρεστοράν του Λονδίνου. Κάποια στιγμή τον εντοπίζει σ’ ένα party... Tα υπόλοιπα επί της οθόνης, που θά’λεγε κι ο... Μπακογιαννόπουλος. Η ταινία προκάλεσε ντόρο στην εποχή της (στη Μεγάλη Βρετανία)· κυρίως, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτο βρετανικά κεφάλαια να επενδύονται σε φιλμ, που έδειχνε εντόπιους στρατιωτικούς να διατάζουν βασανιστήρια. Τι μας λες;