Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

ελληνική πειραματική

Παλαιός γνώριμος ο Κωστής Δρυγιανάκης (παλαιός από την εποχή της Οπτικής Μουσικής εννοώ) επανεμφανίζεται στη δισκογραφία με το 3ιντσο CD-R (120 αντίτυπα) Diadromi [more.mars.team, 2012]. Στα σχεδόν 20 λεπτά της «Διαδρομής», ο βολιώτης πειραματιστής επανεπεξεργάζεται κάτι παλαιότερο δικό του, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί ως υπόκρουση σε μιαν έκθεση του εικαστικού Μανώλη Γιανναδάκη (Μύλος, Θεσσαλονίκη, 1/2000).
Βασικά, και όπως αναφέρεται στο σημείωμα του εξωφύλλου, πρόκειται για μιαν «ανακύκλωση» ηχογραφήσεων από το άλμπουμ (του Δρυγιανάκη) «μετα-οπτικά τοπία» [Δίσκοι Εδώ, 1999], κάτι από τη μουσική τής παράστασης No Man’s Land (O Μπρεχτ της Εξορίας) σε σκηνοθεσία Σπύρου Βραχωρίτη, καθώς και υλικό από… μελλοντικά έργα. Όλα τούτα αναπροσαρμόζονται και ενοποιούνται στη «Διαδρομή», ένα αποκαλυπτικό κολάζ (ας το αποκαλέσω έτσι) ηλεκτρακουστικής λογικής, με πολλές και διαφορετικές εκπλήξεις. Το «αναπάντεχο», ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πειραματικής συνθετικής διαδικασίας, είναι εδώ πανταχού παρόν. Και πάνω σ’ αυτό το αναπάντεχο (φωνές off, ήχοι από τα βραχέα, πραγματικά όργανα, θόρυβοι, ποικίλα κρουστά και samples…) ο Δρυγιανάκης στηρίζει ένα έργο που κρατά το ενδιαφέρον του ακροατή με τη χαρακτηριστικότερη των ανέσεων.
Επαφή: www.moremars.org
Στη δισκογραφία επανεμφανίστηκε προς το τέλος τ 2012 και ο Χρήστος Αλεξόπουλος με το έβδομο άλμπουμ του υπό τον τίτλο MeanTime [Puzzlemusik]. Μέσα σε 33 λεπτά ο Αλεξόπουλος τακτοποιεί δέκα μικρής, γενικώς, διάρκειας θέματα, τα οποία αν και διαφέρουν μεταξύ τους (electro/ambient instros, rock/ americana/ blues/ μπαλάντες, τραγούδια με αγγλικό ή ελληνικό στίχο, άλλα ποικίλα ορχηστρικά, ηλεκτρακουστικά, improv και πειραματικά κομμάτια, κομμάτια με… παιδικότητες), τα ενοποιεί η παραγωγή (Αλέξης Μπόλπασης – Χρήστος Αλεξόπουλος) και κυρίως η παρουσία των μουσικών, που παίζουν χρόνια μαζί καταγράφοντας ένα συγκεκριμένον ήχο. Αναφέρομαι βασικά στους Dr. Atomik (Βάιος Ζητωνούλης, Άκης Περδίκης, Αντώνης Λιβιεράτος), στον Σωτήρη Δεμπόνο (ανήκει στην ίδια παρέα) και στον κιθαρίστα Γιώργο Πρινιωτάκη (παλαιός συνεργάτης του Αλεξόπουλου). Το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (σε πρώτη φάση τα κομμάτια “Waiting for the cloud to rain”, “The garden of love”, από ένα ποίημα του William Blake που μελοποιείται με τόλμη, και “B-theory”), αν κι έχω τη γνώμη πως ένα άλμπουμ του Αλεξόπουλου στο οποίο θα περιλαμβάνονταν αυτά (“No postcards for you, Joe”, “Is this real?”, “Just another thought”) και άλλα πιο πειραματικά θέματα (θα υπάρχουν στο συρτάρι τού καλού μουσικού) θα έδινε ένα ακόμη πιο μεστό σήμα (ή μάλλον δύο πιο μεστά σήματα – αν υποθέσουμε πως το πρώτο άλμπουμ θα ήταν το πιο… rock και το δεύτερο το πιο πειραματικό).
Επαφή: την Puzzlemusik την βρίσκεις στο facebook
Κι ενώ ακόμη αντηχεί στ’ αυτιά μου το προηγούμενο άλμπουμ τού Kid Flicks, το “Hearts of Gold” [Inner Ear, 2011] –ένα… αλλ’ αντ’ άλλων ανακάτεμα, μία πληθώρα μνημών από την ηλιόλουστη sixties pop, την electro-psych και την πάλαι ποτέ muzak ελαφρότητα, έως τις επτανησιακές καντάδες, τις concrete παρηχήσεις και την ηχητική παιδικότητα– να, τους τελευταίους μήνες του 2012, ένα δεύτερο CD του υπό τον τίτλοBy Typing I Talk’, You Dont Talk [Inner Ear], που κυκλώνει το πράγμα απ’ όλες τις δυνατές μεριές. Ο Kid Flicks είναι ένας νέος άνθρωπος (γύρω στα 25), ο οποίος παίζει σφόδρα με τις… σαμπλαρισμένες αναμνήσεις. Τα άλμπουμ του έχοντας βινυλιακή διάρκεια (τούτο 41:12) επιχειρούν να παρουσιάσουν ένα ηχητικό καλειδοσκόπιο –επί της ουσίας ελαχίστως καμουφλαρισμένο– όχι ασελγώντας (όπως παλαιότερα… συνηθιζόταν επί του pop μεγαλείου), αλλά υπενθυμίζοντας, με το δικό του τρόπο, μιαν ολάκερη ηχογραφική ιστορία. Ακούγοντας δηλαδή το “By Typing…” οι πρώτοι που έρχονται στο μυαλό μου είναι οι Residents και ο τρόπος με τον οποίον εκείνοι χειρίστηκαν το pop παρελθόν. Ο Kid Flicks πιθανώς να έχει ακούσει πολύ Residents, όπως και διαφόρους άλλους ενδεχομένως. Κι όχι απλώς μπορεί-να-έχει-ακούσει, αλλά έχει και τη δύναμη, αν θέλετε και τη στόφα, ως μεταπράτης ο ίδιος, να παρουσιάζει προσωπικά όσο και αγέρωχα pop άσματα (“The dirty Utopians”), τα οποία δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τον αφρό τού πιο ψαγμένου electro. Βεβαίως, το “By Typing…” δεν είναι ένα άλμπουμ με τραγούδια για… όλους τους χώρους, όλες τις ώρες. Ως άκουσμα έχει τις απαιτήσεις του, περιγράφοντας μία κάπως improv, κάπως ελαφρώς noisy, πρακτική, ένα ακανόνιστο patchwork ήχων δηλαδή μέσα από το οποίο ξεπηδούν, όταν ξεπηδούν, τα τραγούδια. Συγχρόνως, όμως, καταγράφεται και μία «διαφάνεια» (στο άλμπουμ), που το κάνει συμβατό ακόμη και με πιο… ταπεινά ακούσματα. Κι αυτό είναι το προσόν τού Kid Flicks. Ότι οι «κατασκευές» του ενώ είναι περφεξιονιστικές/ ελεκτρο-αβαντγκαρντίστικες (άκου το “Bombus” π.χ.) δεν χάνουν την επαφή τους με τον κόσμο (εκείνον τον κόσμο τέλος πάντων…).
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

YPSILON top greek mellow rock

Οι Ypsilon ήταν το… προτελευταίο σημαντικό γκρουπ (σημαντικό – το ξανατονίζω) της ελληνικής ροκ παροικίας στη Γαλλία (το τελευταίο ήταν οι Queen Samantha). Ένα συγκρότημα, που κράτησε λιγότερο από ένα χρόνο στη ζωή, προλαβαίνοντας ν’ αφήσει έναν μεγάλο δίσκο, μερικά 45άρια, καθώς και μια συμμετοχή (με δυο τραγούδια) σε μια ταινία της εποχής. Ποιας εποχής; Στο 1977 αναφερόμαστε.
Δεν ξέρω γιατί (δηλαδή ξέρω), αλλά το μοναδικό άλμπουμ των Ypsilon μού αρέσει πολύ. Μου αρέσει από τότε που το πρωτάκουσα, από μιαν ελληνική κόπια, στα μέσα του ’80. Έχει εξαιρετικές συνθέσεις, ωραίους στίχους, δυνατές ερμηνείες και βεβαίως ευρωπαϊκή-πλούσια παραγωγή. Μπορεί, τη χρονιά που κυκλοφόρησε το “Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” η pop να ήταν αλλού προσανατολισμένη, όμως οι άνθρωποι που είχαν ξεκινήσει στα μέσα του ’60 (που δεν ήταν 18άρηδες δηλαδή το 1977) έπρεπε με κάποιον τρόπο να υπάρξουν καλλιτεχνικώς. Όσους δεν τους έφαγε το disco κύκλωμα (όχι, πάντα, με τιποτένια αποτελέσματα) θα έβγαζαν ή ανούσια easy και ψευτορόκ άλμπουμ ή συγκροτημένες δουλειές σαν το LP των Ypsilon. Κάποιοι, πολλοί (δεν ξέρω), μπορεί να διαφωνήσουν με αυτό, αλλά για μένα –για τα δικά μου… bel canto γούστα– το “Metro Music Man” είναι ένα ωραίο άλμπουμ. Και είναι τιμή για τον Λάκη Βλαβιανό, τον Λουκά Σιδερά και τον Δημήτρη Κατακουζηνό, που είχαν τη δύναμη –όταν γκρουπ όπως οι Procol Harum και οι Moody Blues τα είχαν «φτύσει»– να προτείνουν τις δικές τους mellow (“Metro music man”, “Tender”) και funky (“Ms. Lopez”) τραγουδάρες.
Με τη σύνθεση Λάκης Βλαβιανός πιάνο, fender rhodes, moog, πλήκτρα, Δημήτρης Κατακουζηνός μπάσο, φωνητικά, Λουκάς Σιδεράς ντραμς, κρουστά, φωνή και με κάποιον κιθαρίστα ονόματι José Sour ν’ ακούγεται σε δυο κομμάτια (“Day of the dove”, “Tender”), οι Ypsilon –με τις αθάνατες μνήμες από τα τραγούδια των Aphrodites Child, Eros, Axis, Ντέμη Ρούσσου, Σταμάτη Σπανουδάκη, Δημήτρη Ταμπόση κ.λπ.– έχουν έτοιμο ένα set ένδεκα τραγουδιών (έξι του Βλαβιανού, τρία του Σιδερά, δύο του Κατακουζηνού), τα οποία διακρίνονται για τις ωραίες μελωδίες τους, τις εξαιρετικές ερμηνείες του Σιδερά (που αποδεικνύει, για ακόμη μία φορά, πόσο καλός τραγουδιστής υπήρξε) και τους ευαίσθητους και πνευματώδεις αγγλικούς στίχους της Sharon Woods. (Η ίδια είχε βάλει αγγλικούς στίχους και στο “Jesahel” των Ιταλών Delirium, που είχε τραγουδήσει ο Joel Daydé, ενώ είχε συνεργαστεί και με την Sigma Fay στα άλμπουμ “Loves Fool” και “Dead Line”). Τραγούδια όπως τα “Morning sunrise”, “Day of the dove”, “Corners of my life”, “Metro music man” (Starring of the Paris Metro seven nights a week/ phantom of the Paris Underground…), “Ms. Lopez” (Senorita Lopez came/ to Santa Fe one day/ a black carnation upon her chest/ and vengeance on her face) και “Tender” είναι από τα ωραιότερα δείγματα mellow rock του δεύτερου μισού των seventies.
Ypsilon: Δημήτρης Κατακουζηνός, Λάκης Βλαβιανός, Λουκάς Σιδεράς
Με το LP να βγαίνει σχεδόν παντού στον κόσμο (στην κεντρική και μεσογειακή Ευρώπη, στο Ισραήλ, στην Ιαπωνία, στον Καναδά, στην Ελλάδα, πολύ πιθανώς και σε άλλες χώρες, αλλά μάλλον όχι στη Βρετανία και τις ΗΠΑ), οι Ypsilon ήταν ένα από τα σχήματα, που έκαναν την διαφορά στο είδος (το 1977), έχοντας, αναλόγως, και επιτυχία. Θυμάμαι πως πολλά χρόνια πριν, όταν ακούγαμε αυτό το LP μ’ ένα φίλο μού είχε πει πως του θύμιζε το “Wet Dreams” [Harvest, 1978] του Richard Wright. Δεν χρειάζεται να πω πως το “Metro Music Man” ηχεί στ’ αυτιά μου πολύ καλύτερα, από το άλμπουμ του οργανίστα των Pink Floyd.
Όχι τυχαίως, λοιπόν, οι Ypsilon θα βρεθούν να συνεργάζονται με τον δημοφιλή κινηματογραφικό συνθέτη Georges Garvarentz στο OSTBOFBande Originale du Film– όπως λένε τα soundtracks οι Γάλλοι) της ταινίας τού Max Pécas Marche Pas Sur Mes Lacets! (1977), αποδίδοντας τα “Let me sing my song” και “Cosmic ride”, την ίδιαν ώρα που χώνουν κομμάτια τους και σε εμπορικές συλλογές, όπως στην “Spécial Club/ Eté 77, Volume 1” (μαζί με tracks των Hamilton Bohannon, Mort Shuman, 10cc κ.ά.). Και καλά όλα τούτα θα μου πείτε… στην Ελλάδα τι συνέβαινε; Μα και στην Ελλάδα οι Ypsilon δεν πέρασαν απαρατήρητοι – και όχι μόνον επειδή το LP τους κυκλοφόρησε σε ελληνική εκτύπωση, το 1977, από την Phonogram
Δεν ξέρω πόσοι παλαιότεροι θυμούνται την Οπτικοακουστική, ένα… ηχομουσικό περιοδικό που πρωτοβγήκε στην αγορά (μάλλον) τον Νοέμβριο του 1974 και που κοντράριζε, να το πω έτσι, το Ήχος & Hi-Fi, που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά τον Απρίλιο του ’73. Τα 3/4 του περιοδικού καταπιάνονταν με μηχανήματα (ενισχυτές, πικάπ, ηχεία κ.λπ.) και υπήρχε και 1/4, σαν φτωχός συγγενής, στο οποίο διάβαζες καμμιά συνέντευξη, καμμιά είδηση, ο-θεός-να-τις-κάνει δισκοκριτικές κ.λπ. Γενικώς, τα «ελεύθερα» περί μουσικής κείμενα της Οπτικοακουστικής ήταν για κλάματα (δηλαδή για πολλά γέλια), αλλά, ανάμεσα –σ’ ένα κάπως ρεπορταζιακό στυλ–, μπορούσες να διαβάσεις και κάτι ενδιαφέρον. Στο τεύχος 39 της Οπτικοακουστικής (Ιανουάριος 1978) ο Ντίνος Κωστόπουλος από τη Θεσσαλονίκη (γνωστός από τα nostalgia parties των 90s κ.λπ.) γράφει για τους Ypsilon: «Το άλμπουμ τους έφθασε στο Νο 6 στη Γαλλία, στο Νο 17 στη Γερμανία, στο Νο 19 στην Ιταλία, Νο 20 στην Ολλανδία και στην Ελλάδα ασφαλώς ανάμεσα στο Τop-10 της δημοτικότητας, πράγμα που σημαίνει ότι η δεύτερη μουσική τους εργασία, σίγουρα θα μπει στο Top-20 και της Μ. Βρετανίας». Δεν θα αναφερθώ στη… σιγουριά του Κωστόπουλου, αφού «δεύτερη μουσική εργασία» δεν υπήρξε, αλλά για το γεγονός πως στο ελληνικό Top-50 που δημοσιεύεται στο περιοδικό δεν αναφέρονται πουθενά οι Ypsilon. Γενικώς, η… ασυνεννοησία των συντακτών της Οπτικοακουστικής ήταν τραγική. Κάποια συντάκτις π.χ. γράφει για το… πανγκ ροκ, «τη νέα τρέλλα» («πανγκ» γραμμένο έτσι όπως το βλέπετε) και κάποιος άλλος ανώνυμος-αστοιχείωτος (που παριστάνει και τον διαβασμένο) κάνει στο ίδιο τεύχος κριτική (υποτίθεται) για τους Damned, με την μπαρούφα να πηγαίνει σύννεφο.
Στα τέλη του ’77,  και αφού το “Metro Music Man” είχε πια κυκλοφορήσει, οι Ypsilon είχαν νέα line-up, κυρίως για τις ανάγκες των live. Ο Κατακουζηνός είχε αποχωρήσει, ο Σιδεράς είχε αναλάβει πλήρως και αποκλειστικώς(;) το τραγούδι, κι έτσι δύο νέοι μουσικοί έρχονταν να πλαισιώσουν το σχήμα. Όπως γράφει ο Κωστόπουλος: «οι δύο γάλλοι μουσικοί ήταν ο Νταν Νηλ Ντίβενς μπάσο και ο Φρανσουά Ντεντόβ ντραμς». Για να συνεχίσει ο ίδιος…
«Η είδηση ότι οι Ypsilon θα εμφανισθούν μαζί με τον Αρτ Σάλιβαν στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της ΔΕΘ ήταν ασφαλώς, για όσους ήξεραν το γκρουπ, ό,τι πιο καλό μπορούσε να ζητήσει κανείς, αλλά δυστυχώς η ιστορία αυτή δεν έγινε πραγματικότητα.(…) Οι Ypsilon δεν εμφανίστηκαν στο Φεστιβάλ, αν και οι ίδιοι το ήθελαν πολύ, γιατί πραγματικά η μετακίνηση των ηχητικών τους ήταν ένα τεράστιο πρόβλημα, όχι τόσο οικονομικό για τη ΔΕΘ (300.000 δραχμές) [σ.σ. ψιλολοΐδια…], όσο από τεχνικής πλευράς, που θα σήμαινε ότι δυο ολόκληρα καμιόνια από το Παρίσι έπρεπε να στηθούν πάνω στο πάλκο του Φεστιβάλ. Παρ’ όλα αυτά ο Ρόμπερτ Σέτο (σ.σ. Robert Séto), 48 ετών, ένας από τους τέσσερις ρόουντ μάνατζερ των Ypsilon ύστερα από αίτηση της ΕΡΤ, ήρθε με τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ στις 16 Σεπτεμβρίου (σ.σ. του 1977), για να γίνει την επομένη στις γραφικές ακρογιαλιές της Χαλκιδικής, μια μουσική ταινία για την ΕΡΤ, που είδαμε ή θα δούμε, σε παραγωγή του Κ. Φέρρη».
Ο Λουκάς Σιδεράς με τον Ντίνο Κωστόπουλο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, 9/1977
Ο Κωστόπουλος είχε συναντήσει τον Λουκά Σιδερά, όταν είχε έρθει τον Σεπτέμβριο του ’77 στη Θεσσαλονίκη, κι είχε συζητήσει μαζί του για τους Ypsilon. Είχε πει ο Σιδεράς: «Όλο το καλοκαίρι κάναμε πρόβες, για να βρούμε αυτό που λέμε ‘μια γραμμή στον ήχο’ και να σχεδιάσουμε σωστά την προσπάθειά μας. Δουλέψαμε πολύ για να το πετύχουμε αυτό. Στα μέσα του Αυγούστου μαζί με τον Δ. Κατακουζηνό –που έφυγε τελικά απ’ το γκρουπ…– ολοκληρώσαμε την ηχογράφηση του άλμπουμ, που τώρα βρίσκεται στο Νο 6 στη Γαλλία, κάναμε σώου για πολλά ευρωπαϊκά τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα και τώρα ετοιμαζόμαστε για μεγάλη τουρνέ στις κυριότερες γαλλικές πόλεις, που θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς. Στην τουρνέ αυτή θα παρουσιάσουμε κυρίως τη νέα μας δουλειά, που έγινε μαζί με τον Νηλ Ντίβενς και τον Ζαν Φρανσουά και που θα κυκλοφορήσει σε δίσκο τον Νοέμβριο. Θέλουμε πολύ να έρθουμε στην Ελλάδα για δυο εμφανίσεις, μια στην Αθήνα και μια στη Θεσσαλονίκη, αλλά αυτό μάλλον θα γίνη στην ερχόμενη χρονιά (σ.σ. το 1978), μετά τη συναυλία μας στο Ολυμπιά, στις 30 Ιανουαρίου».
Έπαιξαν τελικώς στο Olympia οι Ypsilon ή όχι; Δεν είμαι σίγουρος…
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
(όλες οι εκδόσεις είναι του 1977)
LP
1. “Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – FR. Philips 9101 145
– “Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – CAN. Philips 9101 145
“Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – NL. Philips 9120 218
“Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – GER. Philips 9120 218 (άλλο εξώφυλλο)
“Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – GR. Philips 9120 218
“Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – SP. Philips 9120 218
“Morning Sunrise”/ “Metro Music Man” – JAP. Philips RJ7283
2. Georges Garvarentz – Marche Pas Sur Mes Lacets!, BOF – FR. Philips 9120 270
45s
1. Morning sunrise/ Metro music man – FR. Philips 6172 019
2. Corners of my life/ Day of the dove – FR. Philips 6172 070
3. Corners of my life/ The president – GER. Philips 6042 321
4. Day of the dove/ Metro music man – GER. Philips 6042 330
Συλλογή
1. VariousSpécial Club/ Eté 77, Volume 1 – FR. Philips 6830 757

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

INTRAVENUS – ELEKTRONIK MEDITATION

Για τον Γιάννη Αναστασάκη είχα γράψει την 27/10/2012 με αφορμή ένα e-mail που μου είχε στείλει σχετικό με τα πεντάλια (για μπάσο και κιθάρες) που κατασκευάζει. Επανέρχομαι, τώρα, στην περίπτωσή του με αφορμή ηχογραφήσεις του με τα σχήματα Intravenus και Elektronik Meditation
Οι Intravenus (Γιάννης Αναστασάκης κιθάρες, εφφέ, Άκης Κακλαμάνης μπάσο, Νώντας Κακλαμάνης ντραμς, Κωστής Χριστοδούλου πιάνο, rhodes, synths, μαρίμπα, Γιώργος Γιαννόπουλος σαξόφωνα, κρουστά, φλάουτο, Στέλιος Ρωμαλιάδης φλάουτο) είναι ένα progressive rock γκρουπ. Όχι με την έννοια ή την αίσθηση των συγκροτημάτων των early seventies, αλλά με τη σιγουριά μιας μπάντας του σήμερα. Ο ήχος δηλαδή είναι «λεπτός» (ακόμη και μέσα στη βαρύτητά του), δίχως μάταιες αναπαλαιώσεις, τα soli είναι μετρημένα (άνευ δηλαδή δεινοσαυρικών επιδείξεων), οι μελωδίες είναι σαφείς, τα διδάγματα από την jazz ή την κλασική επίσης προφανή. Προσωπικώς έχω την αίσθηση πως οι Van der Graaf Generator της μέσης και σημερινής εποχής αποτελούν μιαν αναφορά για το ελληνικό συγκρότημα, ενώ και ο ήχος πλείστων όσων neo-prog σχημάτων και εταιρειών (φερ’ ειπείν εκείνος της αμερικανικής MoonJune, της ιταλικής AltrOck Productions ή της γαλλικής Musea) δεν πρέπει να είναι άγνωστος, ή τουλάχιστον αδιάφορος, στα μέλη των Intravenus. Το αποτέλεσμα όλων αυτών, σε κάθε περίπτωση, καταγράφεται στο Oiseau [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2012], ένα 51λεπτο CD πέντε φανερών συνθέσεων και μιας κρυφής. Αυτή η τελευταία είναι, ίσως, και η πιο προχωρημένη του άλμπουμ. Τα ηλεκτρονικά και τα εφφέ είναι περισσότερα παρά ποτέ, ενώ και το γενικότερο cosmic κλίμα (με τις Floyd-ικές, ή όποιες άλλες kraut αναφορές) λειτουργεί με τη μεγαλύτερη δυνατή υποβολή. Έχω την εντύπωση, εν ολίγοις, πως οι Intravenus μπορούν ν’ ασχοληθούν –με εξ ίσου καλά, αν όχι καλύτερα αποτελέσματα– με το πιο experimental κομμάτι του progressive και όχι μόνο με το mellow· αν και γι’ αυτό, το experimental, υπάρχουν οι Elektronik Meditation (E.D.)…
Οι E.D. είναι το project του Γιάννη Αναστασάκη και της ζωγράφου (βασικά) Ντενίζ Αγγελάκη, το οποίο δεν μπορεί παρά να παραπέμπει (ως τίτλος) στο παρθενικό LP των Tangerine Dream (“Electronic Meditation”). Το πρώτο έργο που αφορά στους E.D. είναι ένα DVD-R/CD-R (τέσσερα και έξι tracks αντιστοίχως), το οποίο συνδέει την επί τόπου ζωγραφική τής Αγγελάκη με την πειραγμένη κιθαριστική συνοδεία του Αναστασάκη. Πρόκειται για live (2012) στο αθηναϊκό Nixon Bar-Cinema, εκεί όπου η Αγγελάκη άφηνε τα χρώματα να κυλίσουν νωχελικώς πάνω στον καμβά, δημιουργώντας ωραίες και κομμάτι… αλλοπρόσαλλες εικόνες (για δευτερόλεπτα νομίζεις πως δεν βλέπεις χρώματα σε πίνακα, αλλά κάποια αργή φυσική διαδικασία!) και τον Αναστασάκη να συνοδεύει υποβλητικώς διασκευάζοντας Brian Eno (“By this river”) και Θανάση Παπακωνσταντίνου («Αγρύπνια»), προτείνοντας συγχρόνως και δύο δικά του κομμάτια. Στο CD-R τα κομμάτια είναι έξι και ακούγονται το ίδιο ενδιαφέροντα (έστω, δηλαδή, και χωρίς τη συνοδεία της εικόνας). Εδώ (κι εκεί) η «κρυφή» αναφορά στους Tangerine Dream μόνον τυχαία δεν είναι.
Ακόμη πιο ερμητικό ακούγεται στ’ αυτιά μου το Purgatory, ένα CD-R (άψογης ηχογράφησης – όπως και τα του προηγούμενου πακέτου εξάλλου), που φέρνει τον Αναστασάκη, ως E.D. (υπάρχει πάντα η Αγγελάκη, απλώς, εδώ, δεν την βλέπουμε), ν’ αυτοσχεδιάζει(;) με την κιθάρα και τα τζιριτζίρια του, προβάλλοντας ένα ταξιδευτικό kraut σκηνικό (ιδίως στα “Part I” και “Part III”). Ωραίες μουσικές, που έχουν όλη την άπλα του χρόνου (τρία κομμάτια, περί τα 48 λεπτά η διάρκεια) προκειμένου να δράσουν και ν’ αναπτυχθούν.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

ο πιανίστας FRED HERSCH

Άρχων, πιανίστας μουσικός με έφεση στα trios, ο Fred Hersch (gay ακτιβιστής επίσης και με διάγνωση HIV από δεκαετίες) μπαίνει για πολλοστή φορά στο Village Vanguard ή απλώς Vanguard (τον ναό της jazz στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης) προκειμένου να βγει από εκεί με το τρίτο «ζωντανό» CD του (με το τρίτο «ζωντανό» στο συγκεκριμένο μέρος εννοώ). Αναφέρομαι, βεβαίως, στο Alive at The Vanguard [Palmetto, 2012] ένα διπλό άλμπουμ ηχογραφημένο στο διάστημα 7-12/2/2012 από τους Fred Hersch πιάνο, John Hébert μπάσο και Eric McPherson ντραμς, στο οποίον ο φημισμένος πιανίστας και συνθέτης παρουσιάζει δικά του θέματα, αλλά και κομμάτια των Charlie Parker, Ornette Coleman, Sonny Rollins, Thelonious Monk και άλλων, ενοποιώντας στυλ και διαφορετικότητες, προβάλλοντας ένα δικό του κράμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα υπεράνω κριτικής jazz πρόγραμμα, το οποίον φέρουν εις πέρας τούτοι εδώ οι παικταράδες.
Το πρώτο track έχει τίτλο “Havana” είναι σύνθεση του Hersch, αλλά δεν είναι ένα στενά… κουβανικό κομμάτι. Βασικά, πρόκειται για μία ρομάντζα, με κάποια latin ρυθμικά στοιχεία, που αντανακλά περισσότερο ένα κλίμα και λιγότερο κάποια συγκεκριμένη αναφορά ή επιρροή. Η “Tristesse” που ακολουθεί (επίσης σύνθεση του Hersch) είναι γραμμένη για τον Paul Motian (1931-2011). Ο Hersch είχε εμφανισθεί στο Village Vanguard, τον Ιανουάριο του ’10, με τον Motian στα ντραμς και τον Drew Gress στο μπάσο και αυτή η σύνθεση επέχει ρόλο μνημοσύνου. Το “Segment” (του Parker) είναι η πρώτη διασκευή του άλμπουμ. Ένα μινόρε κομμάτι, που κολλάει ωραία με την προηγούμενη… τριστέζα. Σ’ αυτό το πρώτο CD ο Hersch δεν παραλείπει βεβαίως να δείξει την αγάπη του για τον Thelonious Monk (στο δικό του “Dream of Monk”), αλλά κυρίως για τον Sonny Rollins, αποδίδοντας το “Doxy”, αλλά και το “Softly as in a morning sunrise”(Romberg/Hammerstein II), ένα κομμάτι που το είχε ηχογραφήσει και ο Rollins στο ίδιο μέρος· με τον Wilbur Ware στο μπάσο και τον Elvin Jones στα ντραμς, στο LPA Night at Τhe Village Vanguard” [Blue Note, 1957].
Το δεύτερο CD ανοίγει με το “Opener”, μια σύνθεση του Hersch ίνα τιμήσει τον ντράμερ του Eric McPherson, ο οποίος αναλαμβάνει τα ηνία. Το “Jackalope” είναι μία από τις ωραιότερες συνθέσεις του Hersch (και του άλμπουμ). Ένα up-tempo με μαεστρικό παίξιμο στο πιάνο, κάπου μεταξύ hard-bop και piano-rolling, που σε παρακινεί να το ακούσεις… όρθιος. Και αν στο πρώτο CD ο Sonny Rollins ήταν ένα τιμώμενο πρόσωπο, εδώ, στο δεύτερο, ο Hersch φυλάει τα καλύτερα για τον Ornette Coleman. Το “Sartorial (for Ornette)” είναι το πιο «ελεύθερο» κομμάτι του άλμπουμ, ένας φόρος τιμής στην τέχνη και την τεχνική ενός καινοτόμου. Στο έσχατο “The song is you” των Hammerstein/ Kern (που… διπλασιάζεται με το “Played twice” του Monk) ο Hersch κατεβάζει εντελώς ταχύτητα, «ανοίγοντας» το κομμάτι και αναδεικνύοντας την ωραία μελωδία του. Ένα τέλειο κλείσιμο, ίδιον και αυτό ενός εξαιρετικού άλμπουμ.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

ΝΙΚΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ το τραγούδι του Καρδούλα

Είχε βραδιάσει προχτές καθώς έπαιρνα το στενάκι για το κουτούκι του Σέσουλα, όταν από μακρυά έφτασε στ’ αυτιά μου άσμα γνώριμο, σήμα κατατεθέν του Γιώργη του Καρδούλα: «Φτώχεια κι αν έχης θύματα, κρύβεις ψυχές μ’ αισθήματα».
Έφτασα κοντά και βλέπω γεμάτο το ταβερνάκι, χρυσές δουλειές ο Σέσουλας κι ο Καρδούλας, στη μέση, ακουμπισμένος στην ταλαίπωρη κιθάρα του, να σκορπίζη στα πέριξ το ντουμάνι της καρδιάς του.
Ήτανε ο Καρδούλας φύση περίεργη και παθιάρικη. Και λέω ήτανε, γιατί ύστερα από το φαΐ που τον είδα να κατεβάζη, δεν είναι πια σίγουρο αν ζη. Λένε, πως κάθε άνθρωπος μοιάζει μ’ ένα ζώο. Αν έβλεπες τον Καρδούλα να τρώη, σίγουρα θάλεγες πως βρίσκεσαι μπροστά σε λιοντάρι. Ένα τουλάχιστον…
Και μια και μιλάμε για κιθάρα και τραγούδι, μη νομίσετε πως ο Καρδούλας ήτανε κανένας τενόρος της Σκάλας του Μιλάνου. Αν κάτι του έλειπε, αυτό ήταν η φωνή. Τώρα θα μου πης, πώς τραγούδαγε; Με την καρδιά. Για να τραγουδήσης χρειάζεται καρδούλα, έλεγε, γι’ αυτό του βγάλανε και το παρατσούκλι. Γιατί η φωνή του, τόσον καιρό που την πιλάτευε, έμοιαζε παλιά κιθάρα πούχουνε σπάσει τα τέλια της…
«Τι να την κάνης τη φωνή άμα έχης ψυχή;» έλεγε. Κι είχε αλήθεια λεβέντικη ψυχή ο Καρδούλας. Ήτανε Μυτηλινιός. Τώρα πώς βρέθηκε στη γειτονιά, κανείς δεν θυμάται. Χρόνια σαν καϊκάκι ξεχασμένο βολοδέρνει εδώ και κει και τα βραδάκια ρίχνει άγκυρα στις ταβέρνες.
Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο σαν τον Γιώργη τον Καρδούλα, να μη νοιάζεται για το αύριο. Όσα έρθουν και όσα πάνε. Ποτέ δεν είχε βάλει στην μπάντα ένα φράγκο. «Το χρήμα χαλάει τον άνθρωπο», έλεγε. «Γι’ αυτό πρέπει να το διώχνης από τα χέρια σου». Και έκανε κάθε τι για να το διώξη. Αυτός που το πρωί έκανε τράκα τσιγαράκι, το βράδυ, σαν ήτανε κονομημένος, έπαιρνε ταξί, άκουσον Κύριε, να κατέβη στο Φάληρο και να δροσιστή η καρδούλα του.
Ο Γιώργης τα κονόμαγε με την κιθάρα. Διασκέδαζε τον κόσμο στις ταβέρνες. Πάντα τρελλάκιας όμως, όπως ήτανε, έπαιζε μόνο άμα του αρέσανε οι φάτσες των πελατών. Κι ήτανε και ζόρικος. Κάποτε, ένας, για να τον πειράξη, τον ρώτησε τι δουλειά κάνει. «Πλανόδιος μουσικός, τροβαδούρος, αν έχης ακουστά». «Με τέτοια φάτσα;» λέει ο άλλος. Και ο Γιώργης, του πέρασε κολλάρο την κιθάρα.
Μερικές φορές τον πιάνουνε τα ντέρτια και κάθεται και τραγουδάει μόνος του, για τον εαυτό του. Τέτοια ώρα να τον ακούσης, να θαυμάσης, να δης μια καρδιά θεριού, που αγωνίζεται να βγάλη από μέσα του τα φαρμάκια. Τέτοια ώρα δεν δέχεται και λεφτά, στα γυρίζει πίσω. «Έπαιξα για μένα, λέει, εγώ πρέπει να πληρώσω». Και χαμογελώντας παίρνει λεφτά από τη μια τσέπη του και τα βάζη στην άλλη.
Άλλες φορές πάλι, τον πιάνουν τα σεκλέτια του. Κάθεται σε μια γωνιά μ’ ένα καρτούτσο και μερικές ελιές, αμίλητος, συννεφιασμένος, έρημος. Τέτοιες στιγμές τον πιάνει το παράπονο του ορφανού ανθρώπου, που δεν έχη που να ακουμπήση. Κι όπως σε κυττάζει, σκέφτεσαι πως πιο λυπητερό τραγούδι από το βλέμμα του δεν έχει γραφτεί.
Ένα διήγημα από το βιβλίο του Νίκου Ξανθόπουλου Φτωχογειτονιά Αγάπη μου / Λαϊκές ιστορίες [Πεντάς, Αθήνα 1968]
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ χειμώνας στο Λιστόν

Μπορεί η Κέρκυρα κάτι τέτοιες μέρες να είναι «προορισμός», λίγοι όμως ξέρουν πως η Κέρκυρα είναι εξ ίσου –αν όχι περισσότερο– όμορφη το χειμώνα. Ελάχιστες φορές στο σινεμά έχει συνδεθεί η πόλη με την συγκεκριμένη εποχή και μία απ’ αυτές, σίγουρα η ωραιότερη, ήταν στην ταινία Μελόδραμα; (1980) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Η μουντή και βροχερή Κέρκυρα, το Λιστόν, η Σπιανάδα, η πλατεία του Αγίου, τα Μουράγια, οι άδειοι δρόμοι, τα έρημα καντούνια… Κι ανάμεσά τους, πάντα, ο Λευτέρης Βογιατζής (εν ειρήνη) στον ωραιότερο κινηματογραφικό του ρόλο.
Αυτό που βλέπετε είναι ένα εξώφυλλο του περιοδικού αντί (τεύχος #374, 27/5/1988), αφιερωμένο στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Λευτέρης Βογιατζής, σε μια σκηνή από το Μελόδραμα;, να βαδίζει σκεφτικός μπροστά από το χειμωνιάτικο Λιστόν…

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

natura morta

Δεν είμαι τακτικός αναγνώστης του περιοδικού Οδός Πανός, που εκδίδει ο Γιώργος Χρονάς. Πρέπει να το έχω αγοράσει μέσα στα 32 χρόνια που κυκλοφορεί καμμιά δεκαριά φορές, ενώ άλλες τόσες έχω μαζέψει τεύχη από το γιουσουρούμ (επειδή τα έχω βρει, ανά καιρούς, σχεδόν τζάμπα κι είχαν κάποια κείμενα που μ’ ενδιέφεραν). Χθες αγόρασα το τρέχον τεύχος του περιοδικού (#158), προκειμένου να έχω μία «συνολική» γνώμη –και από πρώτο χέρι– σχετικώς με το αποκρουστικό δημοσίευμα που έβαλε φωτιά στο δίκτυο πριν καμμιά βδομάδα. Δεν γνωρίζω τι έχετε διαβάσει και τι όχι στο internet –κι εγώ δεν έχω ξεσκονίσει τα πάντα–, γι’ αυτό θα σας πληροφορήσω για μερικά θέματα, προκειμένου να (ξανα)βγεί κάποιο (νηφάλιο) συμπέρασμα.

Το αποτρόπαιο σχόλιο δημοσιεύτηκε σε μια δισέλιδη «στήλη», που υπάρχει προς το τέλος του περιοδικού και η οποία τιτλοφορείται Ποντικοφάρμακα. Τη στήλη αυτή, που είναι παλαιά –εγώ την θυμάμαι τουλάχιστον από το 1985, αν και δεν υπάρχει σε κάθε τεύχος– την υπογράφει κάποιος… Γιώργος Ζώταλης. Ένα, πρώτο, πράγμα που μου έκανε εντύπωση και το οποίο λίγοι θα το πρόσεξαν (εγώ το πρόσεξα λόγω δουλειάς…) είναι πως το όνομα… ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΤΑΛΗΣ είναι γραμμένο με κεφαλαία. Και τούτο το επισημαίνω, επειδή όλα τα υπόλοιπα ονόματα των συνεργατών του περιοδικού, όπως και του ιδίου του Χρονά, είναι γραμμένα με πεζοκεφαλαία. Πώς λοιπόν και για ποιον ακριβώς λόγο… αναβαθμίζεται, τυπογραφικώς, ένα ονοματεπώνυμο; Τι ακριβώς συμβαίνει; Πρόκειται περί υπαρκτού προσώπου κατ’ αρχάς, ή μήπως είναι κάποιος γνωστός-άγνωστος, κρυμμένος… μυοκτόνος; Δεν ξέρω αν το μυαλό όλων πάει στον ίδιο τον Γιώργο Χρονά, αλλά δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να μυρίσουμε τα νύχια μας. Πρέπει να εξακριβώνουμε (αν μπορούμε, όταν μπορούμε) εκείνο που γράφουμε (ή λέμε). Έτσι, ψάχνοντας λίγο στο internet βρήκα στο blog Άσματα και Μιάσματα το ακόλουθο. Γράφει ο Αντώνης Μποσκοΐτης: «Κλείνοντας το θέμα, θα πω και κάτι που δεν είδα πουθενά να δημοσιεύεται: το κείμενο του Γιώργου Χρονά για τη Μόνικα μπήκε στα Ποντικοφάρμακα της Οδού Πανός, τη στήλη... θαψίματος με την πιο υψηλή αναγνωσιμότητα, την οποία μάλιστα υπογράφει ο ίδιος ως Γιώργος Ζωτάλης (σ.σ. Ζώταλης ή Ζωτάλης – μάλλον Ζώταλης). Το λέω αυτό, διότι χθες ο Χρονάς μού είπε χαρακτηριστικά: ‘Ποτέ δεν θα υπέγραφα ένα τέτοιο κείμενο ως Γιώργος Χρονάς...’ [sic]». Ώστε λοιπόν ο Γιώργος Ζώταλης είναι ο ίδιος ο Γιώργος Χρονάς. Είναι ο εκδότης της Οδού Πανός που υπογράφει με ψευδώνυμο τη στήλη, η οποία, υποτίθεται, τα… χώνει σε πρόσωπα και καταστάσεις.

Να ξεκαθαρίσω κατ’ αρχάς το εξής. Είμαι εναντίον της ανώνυμης ή ψευδώνυμης δημοσιογραφίας στις περιπτώσεις που εκείνη (η δημοσιογραφία) αναπτύσσεται σ’ ένα χαμερπές, κακόβουλο και υβριστικό περιβάλλον. Απεναντίας, δεν έχω πρόβλημα έναντι της ανώνυμης μαχητικής δημοσιογραφίας, η οποία κρίνει και καυτηριάζει τις αυθαιρεσίες και τα εγκλήματα (με ή χωρίς εισαγωγικά) των πάσης φύσεως εξουσιών, χρησιμοποιώντας όμως το ακέραιο και υψηλό δημοσιογραφικό οπλοστάσιο. Δεν μπορεί ο κάθε αλήτης (διαδικτυακός σχολιαστής), να το παίζει ανώνυμος δημοσιογράφος, βρίζοντας, συκοφαντώντας και ελεεινολογώντας. Η ανωνυμία είναι μία ιερή κατάκτηση της δημοσιογραφίας, ιδίως, μάλιστα, σε χαλεπούς καιρούς, όταν οι εξουσίες αυθαιρετούν κατ’ εξακολούθηση. Περαιτέρω, ο κιτρινισμός δεν είναι δημοσιογραφία κι εκείνος που θέλει να ασκείται στο κουτσομπολιό και στην… πιπεράτη είδηση, οφείλει να λαμβάνει την ευθύνη όσων ισχυρίζεται με τ’ όνομά του. Όταν οι… κουκουλοφόροι βρίθουν στο διαδίκτυο, η έντυπη δημοσιογραφία οφείλει να προστατεύσει το ανάστημά της.
Η στήλη Ποντικοφάρμακα του… Γιώργου Ζώταλη είναι χονδροειδής (ή τουλάχιστον έχει εξελιχθεί σε τέτοια). Δεν έχει το ιοβόλο τακτ της καλύτερης ανάλογης στήλης που διάβασα ποτέ στον περιοδικό Τύπο και αναφέρομαι στις Τελευταίες Ειδήσεις που μοιάζουν με διαφήμιση (άλλως Αφυπνηστάριουμ) του μακαρίτη Λεωνίδα Χρηστάκη στο Ιδεοδρόμιο. Πριν το επίμαχο κομμάτι για την ελληνίδα τραγουδοποιό διαβάζουμε: «Συνήθως οι αρθρογράφοι των εφημερίδων βρίζουν κάποιους –Λαυρεντιάδης, Κοσκωτάς κ.ά. (σ.σ. !!)παρουσιάζοντας την παλιότερη ζωή τους – μπογιατζής, χτίστης κ.ά. Γιατί βρε τέρατα; Εσείς πως ξεκινήσατε; Σας ξέρει η μάνα σας; Και τώρα τι νομίζετε, πως παριστάνετε τον Πάπα; Έτσι ξεκίνησαν άνθρωποι που δώσανε ψωμί σε κόσμο. Ενώ εσείς μασάτε από παντού. Και βρίζετε κι από πάνω. Παίζοντας το ρόλο του μοναχικού δημοσιογράφου, του καθαρού εκδότη». Δεν ξέρω με ποιους τα έχει ο Ζώταλης (ούτε μ’ ενδιαφέρει, αφού δεν γράφει ονόματα), αλλά όχι και να μας παρουσιάζει τους εκάστοτε «κοσκωτάδες», ως παραδείγματα αυτοδημιούργητων προς μίμηση! Πάει πολύ!! Ρε, αυτοί ήταν (και είναι) κλεισμένοι στη φυλακή, για οικονομικά εγκλήματα. Τι θέλει να μας πει ο άνθρωπος; Βρε τους καημένους τους καταχραστές, που ξεκίνησαν από μπογιατζήδες, φθάνοντας εκεί όπου έφθασαν… Τα μυαλά μας και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος…

Το τι επακολούθησε τού εκτός τόπου και χρόνου… καλλιτεχνικού δημοσιεύματος, στα Ποντικοφάρμακα της Οδού Πανός, δεν περιγράφεται. Ο διαδικτυακός βόθρος φούσκωσε και πλημμύρισε τα πάντα. Αντί να εκφραστεί ένας καθαρός και σώφρων αποτροπιασμός για το εμετικό σχόλιο του Ζώταλη, η αποκαθήλωσή του υπήρξε μία το ίδιο σιχαμένη και αποτρόπαιη ενέργεια. Κανένα μέτρο, ουδεμία απόπειρα (μία ίσον καμμία…) να βρεθούν τα άκρα αυτού του ανάρμοστου σχολίου, κανένα «ελαφρυντικό», κανένας «πρότερος έντιμος βίος». Δίκη, καταδίκη και εκτέλεση στα τρία μέτρα, άνευ απολογίας. Αν στις κάλπες ο φασισμός αθροίζεται σ’ ένα 10%, στη διαδικτυακή ζωή είναι πρώτη δύναμη. Αντιλαμβάνομαι όσους (φίλους και γνωστούς) θέλουν να διαχωρίσουν (δια παντός) τη θέση τους από την εμετική εξέλιξη στο ελληνικό internet (άσε το μη ελληνικό). Τόση βρώμα, για πόση θέα; Εμείς, που είμαστε ακόμη μέσα και καταλαβαίνουμε πέντε πράγματα, θα προσπαθήσουμε (και προσπαθούμε) για το καλύτερο. Μέχρι να ηττηθούμε…
Επιχειρώ να βρω μιαν άκρη στο ζήτημα τού επίμαχου κομματιού. Ποιος είναι ο λόγος που μπορεί να σπρώξει έναν άνθρωπο στο να εκφράσει μια τέτοια θέση; Από τι μπορεί να οδηγηθεί κάποιος σε ένα τόσο απάνθρωπο σχόλιο; Δεν βρίσκω προφανή απάντηση – και δεν πρόκειται να το παίξω ψυχαναλυτής, κάνοντας το ψυχογράφημα του Γιώργου Χρονά. Εκείνο που θα κάνω είναι να αντιγράψω δύο ποιήματά του από το πρώτο του βιβλίο, το Βιβλίο 1 [Αθήνα 6/1973], έτσι όπως επανατυπώθηκαν στα Αρχαία Βρέφη [Άκμων, Αθήνα 1980], και τα οποία, για μένα, εμπεριέχουν την απάντηση. Ή, έστω, ψήγματα αυτής.
Δεν θα πω τίποτ’ άλλο.

NATURA MORTA
Κάθε μέρα ο ίδιος δρόμος
από το λιμάνι στο σπίτι
ανάμεσα από εργοστάσια, στενά
ύποπτα σινεμά και ξενοδοχεία Ε κατηγορίας
Έπειτα η αγωνία για το Σάββατο
 – Τέσσερεις εργάσιμες μέρες. Τετάρτη, Πέμπτη δεν ήρθες
Το Σάββατο είναι που αργοπεθαίνεις
δίπλα στα παράθυρα, στους δρόμους, στο λιμάνι
στον εξώστη στα ύποπτα σινεμά
Δυο ταινίες
Η μία πάντα σεξ
Η άλλη πολεμική ή ουέστερν
Και να μυρίζει το σινεμά
Και να μυρίζουν τα χέρια σου
Η ανάσα σου να γίνεται σεξ
δίχως εκτόνωση στο διάλειμμα
Και στο τέλος νάσαι πάντα εσύ
που να φωνάζεις στο σκοτάδι
– Τα λεφτά μας.

ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙ ΚΑΘΑΡΗ
Τα γράμματα πίσω από τα φώτα φώναζαν
    «διατηρείτε την πόλι καθαρή»
Τα γράμματα πάνω στους τοίχους, στις σκέπες
      των σπιτιών φώναζαν
«η καθαριότης είναι υγεία»
Και βγαίναμε από τα σπίτια μας και δεν πετάγαμε
      το εισιτήριο από το
λεωφορείο, τη στάχτη από το τσιγάρο μας
Βλέπεις τα φώτα μάς το φώναζαν από παντού διάολε
      «διατηρείτε την πόλι καθαρή»
Ποια μέρα ήταν που είδαμε γραμμένα
      «επιτρέπεται η είσοδος μόνο με παπιγιόν
       και τουαλέτας δια τας κυρίας»;
Ποια μέρα ήταν που είδαμε γραμμένα
      «σήμερα όλη η χάι-σοσάιτυ στην
      όπερα Μαντάμ Μπατερφλάυ»;
Ποια μέρα ήταν που πετάξαμε τα εισιτήρια,
      τη στάχτη από το τσιγάρο μας;

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

ΠΡΙΑΜΟΣ ΜΩΡΑΚΗΣ The Athenian Project

Ο Πρίαμος Μωράκης, γιός του Τάκη Μωράκη και της Νάντιας Κωνσταντοπούλου, είναι ένας αναγνωρισμένος (έλληνας) τζαζ κιθαρίστας. Με μουσική ιστορία που μας πηγαίνει πίσω στα χρόνια (πρωτοδισκογράφησε, ως μαθητής, στους δίσκους «Άμιλλα ’81» και «Άμιλλα ’82» των Εκπαιδευτηρίων Γ. Ζηρίδη) και με σημαντικές σπουδές στην Αμερική σε Τζαζ Κιθάρα, Σύνθεση και Ενορχήστρωση (Chicago Musical College of Roosevelt University, Chicago, Illinois), ο Μωράκης αποτελεί εδώ και μια δεκαετία, τουλάχιστον, βασικό στέλεχος της αθηναϊκής τζαζ σκηνής είτε (παλαιότερα) με τα Old Fashion Trio και Big Deal Trio, είτε σήμερα με το Priamos Morakis Quintet. Πριν κάποιους μήνες δε ηχογράφησε και κυκλοφόρησε (σε δική του ανεξάρτητη παραγωγή) το άλμπουμ The Athenian Project, που αποτελεί και την παρθενική συνεισφορά του στην εγχώρια τζαζ δισκογραφία.
Η βασική, όσο και ελληνική ιδέα του άλμπουμ είναι… κλασική. Παλαιά ελαφρά τραγούδια (ως επί το πλείστον συνθέσεις τού πατέρα του Τάκη Μωράκη) μετασχηματίζονται σε jazz κομμάτια, αποκτώντας έτσι έναν αέρα στάνταρντ. Κλασική η ιδέα μεν, καθόλου απλή στην υλοποίησή της δε – καθότι μερικά ελαφρά μπορεί να εμπεριέχουν ένα τζαζ-τραγουδιστικό πνεύμα, άλλα όμως χρειάζονται μιαν ενδελεχή αρμονική σχεδίαση προκειμένου να εισέλθουν σ’ ένα τέτοιου τύπου ρεπερτόριο. Ο Πρίαμος Μωράκης δεν έχει απλώς δεθεί, όπως είναι φυσικό, με τα τραγούδια του πατέρα του (ενός κορυφαίου ελαφρού δημιουργού, που διέπρεψε στη σκηνή και τη δισκογραφία από τα forties έως τα seventies), έχει εντρυφήσει και στον τζαζ σχεδιασμό, επιτυγχάνοντας να συγκεράσει διαφορετικού τύπου στοιχεία προς ένα ενιαίο και πολλάκις αξιοθαύμαστο σύνολο. Χαρακτηριστική και πλέον διακριτή στιγμή αυτής της συνάντησης θα μπορούσε να αποτελεί το «Ποτέ μην κλαίς» π.χ. (ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά με το Τρίο Κιτάρα, το 1955, όπως διαβάζω στο ένθετο), μία άξια jazz-ballad που τυγχάνει, εδώ, μιας συναρπαστικής ενορχήστρωσης. Χαρίζει βεβαίως η παρουσία των εγχόρδων (πρώτο και δεύτερο βιολί, βιόλα, τσέλο), είναι όμως το τζαζ φινίρισμα από την κιθάρα του Μωράκη, το πιάνο του Δημήτρη Καλατζή, το μπάσο του Μάνου Λούτα, τα ντραμς του Λέανδρου Φράτνικ, τα κρουστά του Σωκράτη Γανιάρη και τη φωνή της Πηνελόπης Τζανετάκη (επιφορτίζεται με τον δύσκολο ρόλο της επανερμηνείας ενός πασίγνωστου και καταξιωμένου ρεπερτορίου), που τοποθετεί σε άλλες διαστάσεις το κομμάτι. Από το “Boy on a dolphin” (Sophia Loren, Τώνης Μαρούδας) και το «Θα σ’ αγαπώ» (γνωστό με τη φωνή τού Σώτου Παναγόπουλου), μέχρι το «Έλα» (σε μουσική Πριάμου Μωράκη και στίχους Νάντιας Κωνσταντοπούλου) και το ορχηστρικό «Χαρά μου» –ένα από τα ωραιότερα τραγούδια τού Τάκη Μωράκη, που σφράγισε ο Παναγόπουλος και το οποίον μετατρέπεται, στο “The Athenian Project”, σ’ ένα απολαυστικό bossa/brazilian jazz στάνταρντ– ένα είναι σίγουρο. Η ελληνική jazz έχει πολλά πρόσωπα. Ένα, είναι η σύνδεσή της με το ελαφρό τραγούδι. Παλαιόθεν γνωστό, αλλά και πάντα χρήσιμο να το θυμόμαστε.