Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

για τις τιμές των ελληνικών δίσκων

Με αφορμή δύο δίσκους του Μίμη Πλέσσα που ανέβηκαν στο eBay τον τελευταίο καιρό, δημιουργήθηκε θέμα που αφορούσε τόσο στην τιμή πώλησής τους, όσο και στην καλλιτεχνική αξία τους. Αν και το θέμα της «καλλιτεχνικής αξίας» είναι δύσκολο να το προσδιορίσουμε με κάποια αντικειμενικότητα επειδή ο καθένας μας μπορεί να επικαλεστεί το προσωπικό του γούστο (γούστο επικαλούνται, βεβαίως και όσοι δεν διαθέτουν...), θάβοντας ή εκθειάζοντας έναν δίσκο, το θέμα της «τιμής πώλησης» θα μπορούσε να ήταν κάπως αντικειμενικότερα προσδιορισμένο, αν υπάκουε στον κλασικό κανόνα της αγοράς, που είναι γνωστός ως «προσφορά και ζήτηση».
Βάσει αυτού του κανόνα το βρετανικό περιοδικό Record Collector, όπως και το Goldmime στην Αμερική, επιχείρησαν να «αντικειμενικοποιήσουν» τις τιμές των δίσκων (78άρια, LP και singles) της αγγλοαμερικανικής παραγωγής προσφέροντας πολυσέλιδα βιβλία με τιμές και προσανατολίζοντας κατά το μάλλον ή ήττον τους αναγνώστες τους. Έτσι, ένας δίσκος των Beatles ή του Elvis που τον αναζητούν σε όλο τον κόσμο και είναι σπάνιος, μπορεί να έχει τιμή 1000, 2000 ή 3000$, αλλά ένας δίσκος τον οποίον τύπωσε ο… Μπακαφούκας στην Αθήνα κι είναι σπάνιος, αλλά δεν ενδιαφέρεται «κανείς» γι’ αυτόν, δεν μπορεί να έχει την ίδια τιμή. Τοποθετώ το «κανείς» σε εισαγωγικά, επειδή δεν μπορεί μια τιμή να διαμορφώνεται με τη ζήτηση που προκαλείται από έναν ή δύο υποψήφιους αγοραστές. Στην Ελλάδα, όμως, συμβαίνει ακριβώς αυτό. Σπάνιοι δίσκοι (αφήνω το μη σπάνιοι προς ώρας) σκάνε μύτη στο eBay, ή το discogs με εξωφρενικές τιμές εκκίνησης ή απλησίαστες reserve prices. Πόσοι ψάχνουν αυτούς τους δίσκους σήμερα; Εξαρτάται, αλλά γενικώς ελάχιστοι. Κατ’ αρχάς μηδαμινοί ξένοι –που ανακάλυψαν κάποια στιγμή τη μούφα με την «ελληνική ψυχεδέλεια», έχοντας κλάψει ήδη τα λεφτά τους– και βεβαίως μετρημένοι Έλληνες. Πόσοι, δηλαδή, μπορεί να ενδιαφέρονται για τα «Έρανα» π.χ. του Νίκου Τάτση; Και πόσοι θα ενδιαφέρονταν αν δεν τους χαρακτήριζε ο Αυστριακός Hans Pokora σ’ ένα από τα βιβλία του με “value 6” (που σημαίνει 1000 ευρώ και άνω); Πρακτικώς, κανένας (εννοώ δυο-τρεις…). Αφήνω, τώρα, το γεγονός πως ακόμη και κάτω απ’ αυτό το σκηνικό ο συγκεκριμένος δίσκος δεν πουλήθηκε ποτέ πάνω από 600 ευρώ. Όχι πως είναι λίγο, αλλά είναι στη μισή τιμή από εκείνη του βιβλίου του Pokora. Καμμιά φορά ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργεί (ευτυχώς) και εις βάρος των promoters ή των εμπόρων.
Ο Μίμης Πλέσσας είναι ένας πασίγνωστος και πολυαγαπημένος έλληνας συνθέτης, έχοντας στην δισκογραφία του και σπάνιους δίσκους. Πόσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτούς τους σπάνιους δίσκους του; Σίγουρα δεν είναι τόσοι όσοι ακούν το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», το «Πρώτη φορά» ή το «Άνοιξε πέτρα»… Πάλι πέφτουμε δηλαδή στην κατηγορία των (Ελλήνων) συλλεκτών, οι οποίοι στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι… κάπως περισσότεροι. Εννοώ πως για σπάνιους δίσκους του Πλέσσα μπορεί να ενδιαφέρεται και ο συλλέκτης δίσκων ελληνικής τζαζ, κι εκείνος που μαζεύει ελληνικό ροκ, κι εκείνος που γουστάρει το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι, γενικά δηλαδή ο συλλέκτης ελληνικών δίσκων. Πόσοι είναι αυτοί οι άνθρωποι σε όλη την Ελλάδα; Δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά. Πρέπει όμως να είναι μερικές εκατοντάδες (λίγες). Πόσοι απ’ αυτούς μπορούν ή θέλουν να πληρώνουν «ιλιγγιώδη» ποσά για δίσκους; Μετρημένοι στα δάκτυλα. Έτσι, επί της ουσίας, ακόμη κι ένας σπάνιος δίσκος του Πλέσσα δεν μπορεί να αφορά πολύ περισσότερους, απ’ όσους αφορά ένας σπάνιος δίσκος του Πάνου Σαββόπουλου ή του Περικλή Χαρβά (καλλιτέχνες που τους γνωρίζουν ελάχιστοι εν σχέσει με τον Πλέσσα). Αν σκεφθούμε λοιπόν πως οι σπάνιοι δίσκοι των Beatles, του Elvis, του Dylan κ.ά. πιάνουν μερικές χιλιάδες δολάρια επειδή τους ψάχνουν χιλιάδες συλλέκτες απ’ όλον τον κόσμο, δεν είναι δυνατόν ένας σπάνιος δίσκος του Πλέσσα που αφορά στο 5% να πούμε (και πάαρα πολύ λέω) των συλλεκτών ανά τον κόσμο να πουλιέται 2, 3 ή και 4 χιλιάδες δολάρια. Και μην κρίνει κανείς από το γεγονός πως ο ακριβότερος folk δίσκος (popsike.com) που πουλήθηκε στο eBay ανήκει σε κάποιους Touchtone από το 1972 (έπιασε πέρυσι 5000 ευρώ), ενώ ο ακριβότερος δίσκος του Dylan (πάντα κατά το popsike) υπήρξε ένα test pressing του “Blood on the Tracks” που ξεπέρασε για λίγο τα 5800 ευρώ. Για αμερικανικούς και αγγλικούς δίσκους ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος (όσοι συλλέκτες, το τονίζω «συλλέκτες», ακούν Dylan δηλαδή, μπορεί ν’ ακούν και Touchtone), για τους ελληνικούς δίσκους, όμως, ενδιαφέρονται πια μόνον οι Έλληνες (αφού οι ξένοι τα μάζεψαν, καθώς πιάστηκαν πολλές φορές κορόιδα αγοράζοντας, για χρόνια, φύκια για μεταξωτές κορδέλες). Π.χ. τους «ψυχεδελικούς προγκρεσιβάδες» Bicycle και δεν συμμαζεύεται…
Επίσης και τούτο. Οι τιμές που δίνουν οι κατάλογοι του Record Collector ή του Goldmine αφορούν αυστηρώς σε δίσκους ΜΙΝΤ (καινούριους, άπαικτους, ή παιγμένους 2-3 φορές). Γράφει επί τούτου το Goldmine (τα bold γράμματα δεν είναι δικά μου): “Prices listed are for mint condition records! That means new, unplayed, not off-center, no writing on labels, near perfect to perfect condition. A record can be played and still be mint (call it near mint). When you see an album for sale for $40 (as listed in this book) that means it is new! Don’t pay $40 if it isn’t. If it’s in nice condition but shows wear from playing (still plays clean) it’s in very good condition, which is 35-50% of the mint value. If there are some marks on the vinyl or markings on the cover, its value drops to about 25% of the mint price. If the record is beat (noisy when playing) and/or the cover is damaged, it’s only worth 5-10% of the mint price! Read this paragraph every day and learn that condition is everything when determining the value. Don’t pay too much for junk. But don’t feel guilty if you have just paid too much for a mint condition classic!”.
η φωτογραφία είναι από το δίκτυο
Ρίχνοντας μια ματιά στο λήμμα “Plessas” στο popsike βλέπει κανείς πως πέρυσι (21/5/2013) πουλήθηκε μία VG+ κόπια (κατά τον πωλητή) τού “Greece Goes Modern” που είχε start price 2500 δολάρια («έκλεισε» τελικώς στα 3161$ ή 2298 ευρώ). Με βάση το Goldmine και το Record Collector δηλαδή, όταν κάποιος αξιολογεί μία VG+ κόπια στα 2500 δολάρια, τότε η ΜΙΝΤ κόπια πρέπει να πουληθεί στα 5000 δολάρια. Αυτή είναι η αναλογία. Ε, λοιπόν, εγώ λέω ξεκάθαρα πως δεν είναι δυνατόν ένας σπάνιος ΜΙΝΤ δίσκος του Πλέσσα (το “Greece Goes Modern” ή το «Παληές Μελωδίες σε Χορευτικό Ρυθμό») να αξίζει 5000 δολάρια. Δεν μπορεί 2-3 άνθρωποι (και εννοώ αγοραστές) να κανονίζουν με τέτοιο τρόπο τις τιμές, πόσω μάλλον όταν και ορισμένοι πωλητές έχουν εξωφρενικές start prices, για δίσκους που τους ψάχνουν ελάχιστοι (ή κανένας). Έτσι λοιπόν, όπως έχω γράψει πολλές φορές στο δισκορυχείον… στην Ελλάδα οι τιμές δεν διαμορφώνονται από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά μόνον από εκείνον της… προσφοράς. Άρα, αν εξαιρέσεις τους πραγματικά σπάνιους δίσκους που τους ψάχνουν πολλοί κι είναι ακριβοί (καθότι υπάρχουν και σπάνιοι δίσκοι που δεν τους ψάχνει «κανένας» το ξαναλέω), για τις υψηλές τιμές των υπολοίπων δεν φταίνε αυτοί που τους πουλάνε, αλλά κυρίως εκείνοι που τους αγοράζουν.
Δεν μπορεί δηλαδή ένα LP του Πλέσσα στους Αδελφούς Φαληρέα, το «… και Κάπως Αλλιώς» από το 1986 να το ξεκινά κάποιος με τιμή μεγαλύτερη από τα 15-20 δολάρια. Ούτε βεβαίως να καθορίζεται η τιμή του από το γεγονός πως βρέθηκε ένας και πλήρωσε, για να το αποκτήσει, 150 ευρώ. Μιλάμε για έναν δίσκο που τον έχω δει δεκάδες φορές στο παρελθόν, αφού ένα LP του Πλέσσα δεν μπορεί να «κόπηκε» σε 300 αντίτυπα το 1986, ενώ και τώρα αν κάποιος ψάξει λίγο μπορεί να τον εντοπίσει – πριν ακόμη τον μαζέψουν τα «κοράκια», εμφανίζοντάς τον στο δίκτυο μια φορά ανά τρίμηνο.
Μιλώντας για τον Πλέσσα και τους «άλλους» δίσκους του της δεκαετίας του ’80, αν εξαιρέσεις τα τζαζ-τζαζ άλμπουμ του που είναι καλά κι αξίζει κάποιος να τ’ ακούσει («40 χρόνια Jazz Νο 1» και «Νο 2», «Το Κουαρτέτο του Μίμη Πλέσσα» κ.λπ.) εκείνος ο δίσκος που για μένα έχει αξία (και δεν εννοώ συλλεκτική) είναι το LP «Για το Θέατρο 1» [United, 1985], επειδή περιλαμβάνει αποσπάσματα από το “Jesus Christ Super Star” (στην ελληνική εκδοχή των Πλέσσα-Μαλαβέτα). Τα υπόλοιπα LP (με διασκευές) σε κάτι μικρές εταιρείες τύπου Ρυθμός, Atheneaum κ.λπ. (μερικά τα έχω αλλά δεν τα θυμάμαι, που σημαίνει πως δεν μου άφησαν κάποια ξεχωριστή εντύπωση όταν τ’ άκουσα) δεν μπορεί να συγκριθούν με τις ανάλογες δουλειές του από το ’60. Ένας τυπικός «σύνθι» ήχος του ’80 δεν έχει ουδεμία αισθητική σχέση (την προσωπική μου άποψη λέω) με τα κιθαριστικά fuzz του Καλλίρη, ή τον ήχο της philicorda… Είναι τέτοιο και το «…και Κάπως Αλλιώς»; Ας μας πληροφορήσουν, λοιπόν, όσοι το έχουν ακούσει…

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

GRAND FATILLA ένα παγκόσμιο ανακάτεμα

Δεν ξέρω τι μπορεί να υπονοεί ο τίτλος του άλμπουμ –πιθανώς τα πάντα!– εκείνο που ξέρω είναι πως το Global Shuffle [GrandFatillaRecords, 2014] των Grand Fatilla είναι ένα τυπικό (και πολύ ενδιαφέρον) ethnic CD, που μοιάζει να βγαίνει κατ’ ευθείαν από την… παλαιά καλή εποχή (εννοώ την δεκαετία του ’90, την δεκαετία του ethnic ξεσαλώματος και των «μουσικών του κόσμου» – είναι πρόσφατα τα γεγονότα, τα ζήσαμε και τα θυμόμαστε). Επειδή όμως η μουσική και κυρίως οι μουσικοί δεν… χορεύουν πάντα κατά πώς βαράει το ντέφι, δεν είναι δηλαδή μόνιμα έρμαια των εμπόρων-παραγωγών και των λογής-λογής… γκλομπαλιστών, έχουν τον τρόπο να αποδεικνύουν και να προβάλλουν τις «αγάπες» τους, ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου – σήμερα ας πούμε, στην Βοστώνη και την Νέα Υόρκη του 2014. Έτσι, δύο Ιταλοί (Roberto Cassan ακορντεόν, Fabio Pirozzolo κρουστά, φωνή), ένας Καναδός με κελτική καταγωγή (Matt Glover ηλεκτρικό μαντολίνο) κι ένας Αμερικανός (Mike Rivard κοντραπάσο και sintir – το sintir είναι τρίχορδο, μαροκινό, μπάσο λαούτο) συνασπίζονται κάτω από το όνομα Grand Fatilla, προκειμένου να παρουσιάσουν ένα ρεπερτόριο (πρωτότυπο και παραδοσιακό), που ηχητικώς δεν ακούγεται οικείο μόνον στους Ιταλούς, τους Σκοπιανούς ή τους Βούλγαρους, αλλά και σ’ εμάς τους Έλληνες. Οι χόρες π.χ. από το Sandanski της Βουλγαρίας (εκεί λίγο πιο πάνω από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα), ή και το “Cigansko oro”, μοιάζει να βγαίνουν κατ’ ευθείαν από αυθεντικά μακεδονίτικα πανηγύρια (Φλώρινα, Πέλλα και τέτοια, αντιλαμβάνεστε τι λέω). Αφήνω δηλαδή το γεγονός πως το ηλεκτρικό μαντολίνο του Glover ηχεί ενίοτε παραπλήσια προς το κλασικό ηλεκτρικό μπουζούκι – οπότε, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το… τσιφτετέλι πάει σύννεφο.
Έτσι λοιπόν, από την μια μεριά, μπορεί το “Global Shuffle” να αποκτά ένα χρώμα μέσω των παραδοσιακών σκοπών, που δεν είναι μόνον ασύμμετροι βουλγαρικοί αλλά και ιταλικοί (“Alla carpinese”, “Southern Italian medley”), ή να φανερώνει τα αισθητικά όριά του μέσα από τις versions στα “Bebe” και “Little church” του Hermeto Pascoal ή στο “Fracanapa” του Astor Piazzolla, θα είναι όμως πάντα οι πρωτότυπες συνθέσεις που θα αποδεικνύουν πως στο γκρουπ γίνεται σοβαρή δουλειά από μουσικούς που δεν είναι χθεσινοί (όποιος ρίξει μια ματιά στην δισκογραφία του Mike Rivard π.χ. θα πάθει πλάκα, αφού έχει συμμετάσχει σε περισσότερα από 100 άλμπουμ από το 1986 και μετά) και που γνωρίζουν τον τρόπο να αποδώσουν τους ήχους του κόσμου (της γειτονιάς μας, της βορείου Αφρικής, αλλά και του ευρύτερου οριενταλισμού) με έμπνευση και πάθος. Προς τούτο μαρτυρούν το “Five of swords” με τον Rivard να παίζει παπάδες στο sintir, αλλά και οι τρεις συνθέσεις του Cassan, το “Domenie” (Κυριακή δηλαδή στην διάλεκτο του Friuli) με το ακορντεόν να πρωταγωνιστεί σε μια σύνθεση… πανηγυρικού χαρακτήρα, το ήπιο… ακουστικό, όσο και μελωδικότατο “Milonga para Lucia” που χρωστά στην αργεντίνικη milonga, αποτίνοντας συγχρόνως φόρο τιμής στoAlle prese con una verde milonga” του Paolo Conte και βεβαίως το “Corrente” ένα βαλς, που συνταιριάζει ποικίλα τέτοια στοιχεία (γαλλικά, ιταλικά ή και νοτιοαμερικανικά), κατακρατώντας κάτι από την πλεονάζουσα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, νοσταλγία (υπάρχει μέτρο εννοώ και αυτό… μετράει).
Το σίγουρο είναι ένα. Οι Grand Fatilla είναι ένα γκρουπ που μπορεί να κάνει την διαφορά, επειδή έχει «ανοικτό», αλλά κατασταλαγμένο ρεπερτόριο, διαθέτοντας, συγχρόνως, μια τετράδα μουσικών ικανή για πολλά πράγματα. Θα τα δούμε και στο μέλλον θέλω να λέω…

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

τα… απαγορευμένα (μίνι και μακριά μαλλιά)

Βρε βρε τι ανακαλύπτει κανείς στα έγκατα του You Tube... Εκεί που δεν πάει χέρι ανθρώπου… Τραγουδάριον λαϊκοδημοτικόν υπό τον τίτλο «Μίνι μόδα», αποδιδόμενο από κάποιον Σπύρο Παπουτσή και τυπωμένο σε ετικέτα ΑYRA. Πότε; Προφανώς όταν το μίνι έδινε κι έπαιρνε στο ντύσιμο των γυναικών στα τέλη του ’60, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και τα περιοδικά και πάνω απ’ όλα στις λαϊκές γειτονιές, στους δρόμους, στα κομμωτήρια και τις μπυραρίες της εποχής. «Μίνι μόδα μη μας φύγεις και σε χάσουμε/ μείνε ακόμα, μείνε κι άλλο να σε χορτάσουμε» άδει ο Παπουτσής, εκφράζοντας την… κοινή απαίτηση και το μέσο γούστο.
Το επόμενο τραγουδάκι είναι κι αυτό της ίδιας... ιστορικής περιόδου, και εν αντιθέσει με το «Μίνι μόδα» είναι λαϊκοπόπ, απενοχοποιώντας, τώρα, το μακρύ μαλλί. Έχει τίτλο «Κι’ αν σε φωνάζουνε μακρυμάλλη», τραγουδά η Βίλλυ Κοσμάτου (συνοδεύει ο Απόστολος Καββαδίας) και τυπώθηκε σ’ ένα 45άρι της Pan-Vox [PAN 6415] το 1972. Στην εκπομπή της ΝΕΡΙΤ για την Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ είχαμε ακούσει τον Δημήτρη Πολύτιμο να λέει πως όταν τον ρωτούσαν (όχι φυσικά το 1956, αλλά το... 1970)… «γιατί έχετε μακριά μαλλιά;», εκείνος απαντούσε… «μα κι ο Χριστός είχε μακριά μαλλιά». Εκτός όμως από την… Θρησκεία και η… Πατρίς θα μπορούσε να δώσει μακρυμάλλικα πρότυπα, καθότι όπως τραγουδά και η Κοσμάτου… «Κι αν σε φωνάζουν μακρυμάλλη, δεν σε αλλάζω μ’ άλλη καρδιά/ και τα παιδιά του ’21 είχαν κι αυτά μαλλιά»

 

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

HARRY SMITH μία προσωπικότητα του underground

Πριν μερικά χρόνια (2010) μου είχε ζητηθεί από το περιοδικό Sonik να συμμετάσχω στην έκδοση «100 rock icons», γράφοντας λίγα λόγια (150-200 λέξεις) για ένα πρόσωπο της δικής μου επιλογής, που να είχε παίξει όμως ένα σημαντικό ρόλο στην πορεία της rock μουσικής. Είχα σκεφθεί, αυτομάτως σχεδόν, να αναφερθώ σε κάποιον που να μην είναι μουσικός, θέλοντας να συνδέσω το rock και με άλλες καταστάσεις, με την λογοτεχνία ας πούμε, την ποίηση, το σινεμά κ.λπ. Το πρώτο πρόσωπο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Allen Ginsberg… Επειδή όμως σκέφθηκα πως κάποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει για ’κείνον (τελικά δεν έγραψε κανείς), είπα να συντάξω λίγες λέξεις για τον Harry Smith (1923-1991), έναν επίσης σημαντικό δημιουργό που επηρέασε με το έργο του όχι μόνο το rock, αλλά και ποικίλες άλλες τέχνες.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/51136

PATOIS RECORDS τρία CD

Αμερικανική εταιρεία από το San Francisco, η Patois Records του αφροαμερικανού τρομπονίστα Wayne Wallace αναπτύσσει έναν κατάλογο προσανατολισμένο θα έλεγα προς το γενικότερο latin, χωρίς να απολείπουν και οι «ιδιαιτερότητες». Ας ρίξουμε μια ματιά στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της…
MITCH SHINER and the BLOOMINGTONES BIG BAND: Fly! [Patois, 2014]
Latin λοιπόν, αλλά και κάτι παραπάνω, από την μπάντα του ντράμερ, βιμπραφωνίστα και περκασιονίστα Mitch Shiner από το Milwaukee. Να τι λέει χαρακτηριστικώς ο Wayne Wallace για την περίπτωσή του: «Ο Mitch είναι το σωστό/τυπικό δείγμα της γενιάς των νέων μουσικών. Αγκαλιάζει την παράδοση και μαθαίνει απ’ αυτήν, έχοντας ταυτοχρόνως στενή επαφή με τη μουσική του σήμερα. Τούτο επιτυγχάνεται με κάθε τι που του παρέχεται, διατηρώντας την επιθυμία να βελτιώνεται και να μαθαίνει νέα πράγματα απ’ όλα τα στυλ της μουσικής. Η συνεργασία μαζί του γι’ αυτό το έργο ήταν μια χαρά! Η BloomingTones είναι μια ταλαντούχα ομάδα 18 ανθρώπων που σουινγκάρει σκληρά. Άκουσα για πρώτη φορά αυτή την μπάντα τον Αύγουστο του 2013 και είχε εντυπωσιαστεί με την μουσικότητα και τον επαγγελματισμό των μελών της, καθώς αποτελείται από ταλαντούχους σολίστες και οργανοπαίκτες». Δεν έχω να προσθέσω κάτι σε όσα τονίζει ο παραγωγός και τρομπονίστας (σε δύο tracks) της BloomingTones Big Band, πρέπει όμως να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα, γιατί εδώ έχουμε, πράγματι, κάτι ξεχωριστό.
Από τις δέκα συνθέσεις του CD οι μισές είναι του Shiner και οι άλλες μισές περισσότερο ή λιγότερο στάνταρντ (το “When you wish upon a star” των Leigh Harline και Ned Washington από τον Pinocchio του Walt Disney, το “Raindrops keep falling on my head” του Burt Bacharach, το “Brother to brother” του Gino Vannelli). Εκείνες όμως που εντυπωσιάζουν δεν είναι αναγκαστικώς οι διασκευές (το “Brother to brother” που παραμένει τραγούδι είναι άπαιχτο, αφού οικοδομεί ένα lounge-crime κλίμα, όχι μακριά από τα σχετικά OSTs των sixties), όσο το πρωτότυπο υλικό, που αποδεικνύει το πολύπλευρο ταλέντο του Shiner στη σύνθεση, στο γενικότερο πρόσταγμα, αλλά και στον χειρισμό του drum set. Για παράδειγμα το εισαγωγικό “Dragon Express” έχει κάτι από το drive του modern swinging των ανατολικο-ευρωπαϊκών ορχηστρών των 70s, με συνεχή breaks, εναλλαγές στα tempi, στιβαρή ρυθμική γραμμή και «απλωμένο» drumming, που εκμεταλλεύεται ακόμη και την «μπότα». Στο “Wrecking ballOgguno Shiner «διαλύει» το hit της Miley Cyrus μετατρέποντάς το σ’ ένα afro-cuban track με πατημένο σόλο στο τενόρο από τον Matt Roehrich, ενώ στο φερώνυμο “Fly” το swinging είναι ντελικάτο (με εκρήξεις) και κάποια pop χάρη, με ωραία ενταγμένα «στιγμιότυπα» από κιθάρα, τρομπέτα και σοπράνο. Το “6:20 shuffle” δεν χωρά αμφιβολία πως είναι ένα track δυναμίτης. Χορευτικός δυναμίτης εννοώ, με άπιαστο groove και με τον Shiner να παίρνει πάνω του ακόμη και τα soli. Αλλά και το “Malibu jump” δεν στερείται… κινητικότητας, πόσω μάλλον όταν η… Ellington-ια διαχείριση το μετατρέπει σ’ ένα εξωφρενικό track, με τους BloomingTones να τα «χώνουν» σε τρομπέτα, τρομπόνι, πιάνο κ.λπ.
ΤoFly!” είναι ένα θαυμάσιο, ένα απολύτως ευχάριστο CD που μπορεί να το απολαύσουν απαξάπαντες. Όχι μόνον οι τζαζόφιλοι, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι. 
RITMOS UNIDOS: Ritmos Unidos [Patois, 2014]
Τίτλος γκρουπ και CD, εταιρεία, και ακόμη η ποικιλία κρουστών που χειρίζονται οι μουσικοί που συμμετέχουν στην ηχογράφηση, άπαντα σε οδηγούν να υποθέσεις πως εδώ έχουμε, το λιγότερο, ένα latin-jazz άλμπουμ, από ’κείνα που συνηθίζεται να παράγονται τα τελευταία 60 και βάλε χρόνια στην Δυτική Ακτή (San Francisco). Και όντως. Οι Ritmos Unidos και με το δεύτερο CD τους (είχε προηγηθεί το 2012 το “¡Funklorico!”) φαίνεται πως έχουν όλα εκείνα τα τυπικά προσόντα ώστε σύντομα να αναδειχθούν σ’ ένα top latin-jazz δεδομένο, σπέρνοντας στο πέρασμά τους μοναδικό χορευτικό πανικό. Οκταμελείς, υπό τον διακεκριμένο περκασιονίστα (congas, batá, hand percussion) Mike Spiro, αλλά και με τριάδα ξεχωριστών guests παρά το πλευρό τους (ανάμεσα και ο ιδιοκτήτης της Patois, ο τρομπονίστας Wayne Wallace), οι Ritmos Unidos είναι βασικά μία all around latin μπάντα, αφού οι σχετικές αναφορές τους είναι ποικίλες (και όχι μόνον κουβανικές). Βεβαίως, το cuban κομμάτι είναι και βασικό και ισχυρό, αλλά εξ ίσου φανερά είναι και τα ηχοχρώματα από το Trinidad (calypso) ή τον Άγιο Δομίνικο (merengue). Αν σε όλα αυτά προσθέσεις το κουβανικό πανόραμα, την νεοϋορκέζικη salsa, αλλά και την κλασική ας-την-πω-έτσι jazz (του Wes Montgomery ή του Wayne Shorter) τότε αντιλαμβάνεστε με τι ακριβώς έχουμε, εδώ, να κάνουμε.
Το άλμπουμ ανοίγει με το φερώνυμο “Ritmos unidos” των Wayne Wallace και Mike Spiros, ένα θαυμάσιο latin-jazz track, με περιγραφικά πλήκτρα από τον Jamaal Baptiste, δυναμικό πνευστό τμήμα και τρεις κρουστούς σε… παραλήρημα. Το επόμενο κομμάτι είναι η τριμερής σουίτα “Ochun”. Ένας διάλογος ανάμεσα στα batá ντραμς και το πιάνο για εισαγωγή, για να ακολουθήσει το κυρίως 9λεπτο «πιάτο» (ένας συνδυασμός latin-jazz και salsa) πριν το κλείσιμο σε πιο afro-cuban καταστάσεις (iyesá). Τα “Road song” (Wes) και “Water babies” (Wayne) είναι χάρμα –αμφότερα με καθαρό cuban background– με τα δύο τελευταία tracks, το “Nariva al amanecer” και το “Pan rising” να κινούνται σε καραϊβικά exotica περιβάλλοντα και με την marimba του Kevin Bobo να πρωταγωνιστεί.
Απλώς, ένα έξοχο CD.
VARIOUS: Salsa de la Bahia Vol.2, Hoy Y Ayer [Patois, 2014]
Πέρυσι, περίπου τέτοια εποχή, είχα γράψει για το 2CD Salsa de la Bahia/ A Collection of SF Bay Area Salsa and Latin Jazz, Vol.1” [Patois, 2013] σημειώνοντας (το γνωστό τοις πάσι) πως στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ (και όχι μόνο στην Ανατολική) ήδη από τη δεκαετία του ’50 αρχίζει να αναπτύσσεται μία πολύ σοβαρή latin και latin-jazz σκηνή. Κυρίως στην San Francisco Bay Area, που αποτέλεσε ορμητήριο για τον Cal Tjader, αλλά και για διαφόρους άλλους οργανοπαίκτες που στάθηκαν δίπλα στον διακεκριμένο βιμπραφωνίστα εκείνα τα παλαιά χρόνια (Bayardo Velarde, Armando Peraza, Mongo Santamaria, Willie Bobo κ.ά.). Να υπενθυμίσω, και εδώ, πως ένα από τα άλμπουμ-εμβλήματα της latin jazz στα fifties, το περίφημο “Mambo with Tjader” του Cal Tjaders Modern Mambo Quintet, κυκλοφόρησε το 1954 στην Fantasy του San Francisco, και πως δίπλα στον Tjader είχαν συνταχθεί οι Edgard Rosales congas, Manuel Duran πιάνο, Carlos Duran μπάσο και Bayardo Velarde timbales. Γεννημένος εκείνη περίπου την εποχή (1952) στην ίδια πόλη, ο Wayne Wallace μεγάλωσε, έζησε και ζει με την latin μουσική, επιχειρώντας να προβάλλει όχι μόνο το σύγχρονο πρόσωπό της αλλά και την ιστορία του ήχου που αγαπάει μέσα από ποικίλες κυκλοφορίες τής Patois Records
Προσφάτως, ο Wallace συνεργάστηκε με την Rita Hargrave, μία φανατική salsera και «ψυχή» πίσω από το ντοκυμαντέρ The Last Mambo, επιμελούμενος το σχετικό soundtrack (ένα ντοκιμαντέρ που καθυστέρησε να ολοκληρωθεί, αφού θα είναι έτοιμο μέσα στο 2015). Έτσι, και σε παράλληλη κατεύθυνση με την ταινία, οι δίσκοι, τα CD, έρχονται να προβάλλουν το σημερινό (και λίγο παλαιότερο) latin δυναμικό της περιοχής, μέσω της σειράς “Salsa de la Bahia”, που φθάνει αισίως στον δεύτερο τόμος της. Αν στο Vol.1 προβλήθηκαν γκρουπ και καλλιτέχνες που έδρασαν στο διάστημα 2000-2010 (τα κάπως πιο νέα ονόματα δηλαδή), στο Vol.2 καταγράφονται ακόμη πιο καινούριες μπάντες (της τελευταίας τετραετίας δηλαδή), αλλά και ιστορικά σχήματα από τα χρόνια του ’80 και του ’90, που πήραν πρώτα τη σκυτάλη από τους πατέρες του είδους (Orquesta Batachanga, Los Kimbos 90’s κ.ά.). Το αποτέλεσμα δεν περιγράφεται. Και το… «δεν περιγράφεται» δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά κυριολεξία. Δεν μπορεί να υπάρξει περιγραφή δηλαδή σ’ ένα CD, που δυνητικά πρώτα το χορεύεις, διαλυόμενος στην πίστα (μιαν αληθινή ή έστω του… δωματίου σου), κι ύστερα βάζεις κάτω το κεφάλι σου, ώστε να γράψεις λίγα λόγια. Φοβερά κομμάτια, από γνωστά, λιγότερο γνωστά ή και άγνωστα ονόματα, όπως τα παρακάτω… Pacific Mambo Orchestra, Wayne Wallace Latin Jazz Quintet, Estrellas de la Bahia, Azabache, Bobi Céspedes, Los Kimbos 90’s, Pete Escovedo, Ritmo Y Candela, Rico Pabón, Batachanga, Roger Glenn, Kat Parra, La Mixta Criolla, Tanaora, Carlos Federico... που δεν μπορεί ν’αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.
Επαφή: www.patoisrecords.com

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΔΙΕΞΟΔΟ / ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ένα split LP

Ήταν Μάιος 1984 όταν κυκλοφορεί σε κασέτα μια μαζεμένη δουλειά δύο αθηναϊκών punk γκρουπ, από ’κείνα που είχαν πρωτοστατήσει στην έκρηξη της σκηνής την διετία 1982-83 – των Αδιέξοδο και της Γενιάς του Χάους. Λίγους μήνες δηλαδή πριν την βινυλιακή «Διατάραξη Κοινής Ησυχίας», στην οποίαν ακούγονταν επίσης, τα δύο συγκροτήματα δοκίμαζαν τις δυνατότητές τους στο στούντιο (ηχογραφήσεις από τα τέλη του 1983) δίνοντας μια σειρά τραγουδιών, κάποια εκ των οποίων έμελλε να αποτελέσουν «σήματα κατατεθέντα» σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή τους. Αυτήν την εξαφανισμένη κασέτα, που τιτλοφορήθηκε «Καλή σας Όρεξη», επανεκδίδουν τώρα σε βινύλιο (1000 αντίτυπα) οι εταιρείες B-otherSide και Scarecrow, αναζωογονώντας εκείνες τις, όσο να ’ναι, πρωτόγονες ηχογραφήσεις, συμπληρώνοντας τις πλευρές και τα track lists με μερικά ανάλογα κομμάτια από την ίδια πάνω-κάτω εποχή. Έτσι, η πρώτη πλευρά περιλαμβάνει τα πέντε τραγούδια των Αδιέξοδο που υπήρχαν στην κασέτα («Διπρόσωπα συστήματα», «Πόλεμος», «Χωρίς εκλογή», «Η μέρα με τους δύο ήλιους», «Το αδιέξοδο»), συν την «Απάθεια» (demo), συν τρία tracks από ένα live στο Κύτταρο τον Απρίλιο του ’85 («Εξακρίβωση στοιχείων», «Απομόνωση», «Οικογένεια»), ενώ η δεύτερη πλευρά τα έξι τραγούδια της Γενιάς του Χάους («Επιθανάτιος ρόγχος», «Πόλεμος για ποιους;», «Μπασταρδοκρατία», «Εκκλησία-υποκρισία», «Ειρωνεία», «Φόρος αίματος»), συν δύο κομμάτια από ένα live στα Γιάννενα τον Μάρτιο του ’85 («Πόλεμος για ποιους;», «Άγνωστος στρατιώτης»), συν ένα demo από το 1986 («Ξύπνα εργάτη»). Το αποτέλεσμα, όπως αντιλαμβάνεστε, δεν διασώζει απλώς κάτι που υπήρχε και το είχαν λίγοι, αλλά προσφέρει επιπλέον και επτά ανέκδοτα tracks. Όλα τούτα κλεισμένα σ’ έναν Α/Μ φάκελο, που περιέχει και δύο ένθετα με στίχους και φωτογραφίες (ένα 4σέλιδο στη γλώσσα μας κι ένα 2σέλιδο στην αγγλική).
Τόσο για το Αδιέξοδο, όσο και για την Γενιά του Χάους τα έχουμε ξαναπεί σχετικώς πρόσφατα (τον Σεπτέμβρη και τον Μάρτιο του ’13 αντιστοίχως) – και ειδικώς για την περίπτωση των Αδιέξοδο όσα είχα γράψει τότε, κολλάνε μια χαρά κι εδώ. Εκείνο που έχει σημασία δηλαδή ήταν… «η θέληση να ειπωθούν κάποια πράγματα, έξω απ’ τα δόντια, άτεχνα, όσο πια άτεχνα γινόταν, με σκοπό την έκφραση (όχι για την έκφραση). Οι Αδιέξοδο είχαν αγαθές προθέσεις. Δεν έφτυσαν, για να τα μαζέψουν μετά. Δεν καταφέρθηκαν, για να τα πάρουν πίσω. Υπερασπίστηκαν μία αναρχοπάνκ προβληματική χώνοντάς τα στις κοινωνικές τάξεις (αστική και μικροαστική βασικά), στην οικογένεια, στην αστυνομία, στην υψηλή τέχνη, στα κόμματα, στην Εκκλησία, στην διεθνή πολιτική και τις κούρσες των εξοπλισμών λέγοντας τα πράγματα έτσι όπως τα έβλεπαν, δίχως φιοριτούρες και μισόλογα». Το τραγούδι τους «Η μέρα με τους δύο ήλιους» (για την... επόμενη πυρηνική μέρα ο τίτλος), είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά των Αδιέξοδο και το γεγονός πως καταγράφεται εδώ (για πρώτη φορά σε βινύλιο) ανεβάζει και την αξία του split LP. Αλλά και το φερώνυμο «Αδιέξοδο» είναι δυναμίτης, και οπωσδήποτε ένα από τα πιο σπινθηροβόλα της διαδρομής τους.
Τα ίδια ισχύουν και για την Γενιά του Χάους. Έχω γράψει και παλαιότερα στο δισκορυχείον πως το συγκρότημα αυτό (μην λέω συνεχώς… κατά τη γνώμη μου) έδωσε το ένα από τα δύο πιο ώριμα LP του ελληνικού punk (για ’κείνο του 1986 ο λόγος), αλλά και γενικότερα η Γενιά του Χάους ήταν η μπάντα που δεν μπορούσες εύκολα να την αγνοήσεις – ακόμη και αν δεν ήσουν θιασώτης του punk. Τούτο, δε, το αποδεικνύουν και σ’ αυτές τις πολύ πρώιμες εγγραφές τους (από τον Νοέμβριο του ’83), δείχνοντας χαρακτήρα με τον «Επιθανάτιο ρόγχο» και την «Μπασταρδοκρατία» (κομμάτια που αποτέλεσαν high lights του ρεπερτορίου τους). Η πραγματική έκπληξη, όμως, αυτού του LP, είναι το τελευταίο κομμάτι της πλευράς, το «Ξύπνα εργάτη» (ένα demo από τον Μάρτιο του ’86), που φανερώνει για ακόμη μία φορά την «άποψη» και το «στυλ» που κόμιζε το συγκεκριμένο γκρουπ. Παρότι το ιδεολογικό κομμάτι του τραγουδιού (σχετικό με την αφύπνιση της εργατικής τάξης) είναι ευάλωτο σε κριτική από τ’ αριστερά (ακόμη και μέσα στο αναρχικό κίνημα – από τον Proudhon ας πούμε, μέχρι τον Μπακούνιν και τον Κροπότκιν υπάρχει μεγάλη απόσταση) το συνολικό αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Το «Ξύπνα εργάτη» είναι σίγουρα ένα από τα… ωραιότερα punk τραγούδια, που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον τόπο μας.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΔΗΣ μια μεγάλη τομή

Υπάρχουν πολλά που μπορεί κανείς να πει και να γράψει για το έργο του Αντώνη Βαρδή, αλλά εγώ θα μείνω στο πιο σημαντικό. Στην «επανάσταση» που έφερε κατά μίαν έννοια ο Βαρδής στο ελληνικό τραγούδι, στην δεκαετία του ’80, ανακατεύοντας ευφυώς το rock με το λαϊκό (όχι με το λαϊκό της κουλτούρας, αλλά μ’ εκείνο της καψούρας). Δεν ξέρω αν ήταν ο πρώτος –μάλλον όχι– που επιχείρησε κάτι τέτοιο, ήταν όμως εκείνος που το επέβαλλε δουλεύοντας με ακαταπόνητο μεράκι πάνω στη ίδια «συνταγή».
Ροκάς στην εφηβεία του, στα μέσα του ’60 –ως μέλος των Vikings έγραψε την “Catherine”, που την τραγούδησε κιόλας–, ο Βαρδής θα αναδειχθεί στα πρώτα χρόνια της επόμενης δεκαετίας σ’ έναν από τους κορυφαίους ακουστικούς κιθαρίστες των στούντιο (ποιος ξέρει, π.χ., πως παίζει ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση;), δοκιμάζοντας σιγά-σιγά και τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία περνούν κατά βάση απαρατήρητα. Προς τα τέλη της δεκαετίας αρχίζει να κάνει πιο αισθητή την παρουσία του ως δημιουργός, μέσα από συνθέσεις του που δίνει στις φίρμες της εποχής (Νταλάρας, Πουλόπουλος, Γαλάνη), είναι όμως ο πρώτος δίσκος του Βασίλη Παπακωνσταντίνου (Δεκέμβριος του ’78), εκείνος που δείχνει τις πραγματικές ποιότητες και το ταλέντο του Βαρδή. Το λέω έχοντας κατά νου τα πολύ καλά τραγούδια «Με τον Μπομπ Ντύλαν», «Σακατεμένα τα τραγούδια», «Επαρχία 1978», «Στο Διονύση Σ.», «Θάρθουν στιγμές», «Πάλι βρέχει» και «Φεύγουν καράβια», άπαντα σε στίχους του Πάνου Φαλάρα.
Το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’80 βρίσκει τον Βαρδή να συνεργάζεται με την Χαρούλα Αλεξίου στο «Ξημερώνει», ένα LP που έβγαλε «επιτυχίες», όπως το φερώνυμο κομμάτι, το «Φεύγω» –με στίχους που έγραψαν από κοινού Βαρδής και Αλεξίου και που ποτέ δεν με εξέφρασε– και άλλα διάφορα. Δεν θυμάμαι κάτι σημαντικό τα επόμενα χρόνια (κάποια κομμάτια για τον Γιάννη Πάριο, την Ελένη Δήμου, την Πίτσα Παπαδοπούλου, την Άννα Βίσση ή τον Μανώλη Λιδάκη δεν έκαναν τη διαφορά), μέχρι τουλάχιστον το 1986, όταν κυκλοφόρησε το «Συγκάτοικοι Είμαστε Όλοι στην Τρέλλα» [CBS]. Το LP αυτό, παρότι τότε το έπαιζα ροκάς ή ήμουν (δεν θυμάμαι ακριβώς…), το αγόρασα με το που έσκασε μύτη επειδή μου άρεσε πάρα πολύ το… ηγετικό τραγούδι του άλμπουμ, που παιζόταν φυσικά και στο ραδιόφωνο – στο «Δεν είχα δύναμη» αναφέρομαι (σε στίχους και πάλι του Φαλάρα). Ανακαλύπτω δηλαδή, ξαφνικά, πώς θα μπορούσε να συνδυαστεί το rock με το λαϊκό μ’ έναν τρόπο που να με «φτιάχνει», χωρίς να με προσβάλλει.
Επειδή σύχναζα τότε (και ως φοιτητής) σε λαϊκά μαγαζιά, γουστάροντας ας πούμε το... ηλεκτρικό κέφι που δημιουργούσαν Τα Παιδιά απ’ τη Πάτρα με τα τραγούδια του ’60, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένα σύγχρονο λαϊκό με ροκάδικο feeling, που να το ακούω στο Χάραμα (της Πάτρας) ή στο La Notte ας πούμε, και να νομίζω ότι είμαι στο… Roundhouse ή έστω και στο Roxy (α ρε Ian Dury…). Να σηκώνεται ο ηλεκτρικός κιθαρίστας δηλαδή και να σολάρει με την έπαρση ενός Ritchie Blackmore ή ενός Tommy Bolin. Αυτό το ανακάτεμα, αυτό το… νόθο πράγμα με είχε ενθουσιάσει τότε. Το γούσταρα περισσότερο από το πιο «πιστό» ελληνόφωνο rock της εποχής (για το ’86 μιλάμε – Μπουλάς, Φατμέ, Πανούσης, Γιοκαρίνης και τέτοια… ok υπήρχε και η αξιοσέβαστη Γενιά του Χάους ή η φοβερή Λευκή Συμφωνία), βρίσκοντας συγχρόνως κι ένα νέο νόημα σε ό,τι θα αποκαλούσα έκτοτε «ελληνικό, ελληνικότατο ροκ». Rock ρε παιδί μου, ok, αλλά να μου θυμίζει και κάτι από Ελλάδα – και όχι μόνο στο στίχο και στη γλώσσα, αλλά ακόμη και στη μελωδία, στο ρεφρέν και τα κουπλέ. Το… «κι όμως δεν είχα δύναμη/ την πόρτα να σου κλείσω/ άνοιξα και τα χέρια μου/ γλυκά να σε κρατήσω» με τις πενιές του Άκη Τουρκογιώργη, το… «Ψυλλιάστηκα τα ζόρικα/ κι’ από μειοψηφία περνώ στην κατανάλωση κι εγώ» (στίχοι Τασούλα Θωμαΐδου), το εξαίρετο αλλά άγνωστο «Τον καιρό μου ηλεκτρίζεις» («Τα πόστα πιάνεις με πολιτικά εφφέ/ τις αντιρρήσεις μου με ροκ τις αφοπλίζεις»… και πάλι της Θωμαΐδου) με την φωνάρα της Χριστίνας Μαραγκόζη (που μου θύμιζε την Αλεξίου, αλλά στο πιο… σκυλέ, και γι’ αυτό την γούσταρα περισσότερο), μα ακόμη και το «Σχήμα λόγου» του Κώστα Τριπολίτη, που το ακούγαμε δίχως να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι ήθελε να πει ο ποιητής, αφού «η περσινή μας η κοπέλα», για εμάς, φορούσε… «μαύρο νυχτικό» και όχι «μαύρο νυφικό»… και άλλα διάφορα. Επ, ξέχασα και το «Πάντα δραπέτης απ’ το όνειρο» σε στίχους του Σάκη Μπουλά – τι ωραίο τραγούδι κι αυτό!
Και όμως την μεγαλύτερη έκπληξη δεν την είχα νοιώσει ακόμη. Τούτη θα ερχόταν δύο χρόνια αργότερα (1988) με το LP «Τραγουδάμε Μαζί» (Βαρδής – Μαραγκόζη) και το πυρακτωμένο «Θα εκραγώ» (στίχοι Αντώνης Ανδρικάκης) που άνοιγε την δεύτερη πλευρά. Το κομμάτι αυτό ήταν στάνταρντ όχι μόνο στο κοσμικά λαϊκά μαγαζιά της εποχής, μα ακόμη και στα σκυλάδικα, με τους κιθαρίστες να το παίρνουν πάνω τους (λες και άκουγες τους… λαϊκο-μεταλλάδες Europe… στα πανηγύρια) και με τις τραγουδίστριες (γιατί περισσότερο γυναίκες το έλεγαν παρά άντρες) να το τεντώνουν όσο δεν πήγαινε άλλο με τις θυμιατισμένες αγριοφωνάρες τους. «Σε ποιον να μιλήσω, αλήθεια να πω/ τα μάτια να κλείσω, να ονειρευτώ./ Ανώνυμο θύμα κρυφής μηχανής,/ εκπέμπω ένα σήμα, μ’ ακούει κανείς;».
Ακούγοντας το «Θα εκραγώ» (καλή σου ώρα Αντώνη Βαρδή…), τους συγκεκριμένους στίχους, τις διαλυμένες ερμηνείες από λογιών-λογιών κορίτσια και κυρίως τις πίστες που καίγονταν (στην κυριολεξία) συνειδητοποίησα, τότε, στα 20 και κάτι μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου, πως στον Έλληνα αν θέλεις να «μιλήσεις» –να του πεις κάτι βρε αδελφέ και να σκύψει να σ’ ακούσει, και όχι απλώς να γεμίσει το Ηρώδειο κοιτώντας την πανσέληνο ή να στοιβάζεται ο ένας πάνω στον άλλον στα εγχώρια ροκ κιβούρια βρίζοντας το… κατεστημένο– θα το επιχειρήσεις μόνο στον κατάλληλο τόπο με το «σωστό» ελληνικό τραγούδι. Απορώ πως ο… ΣΥΡΙΖΑ και η Monika δεν το έχουν πάρει ακόμη χαμπάρι…

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝΤ ΡΟΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ 50s

Όταν ένας φίλος με πληροφόρησε, πριν τις διακοπές του Αυγούστου, πως πρόκειται να προβληθεί στην ΝΕΡΙΤ, στη σειρά Τα Στέκια/ Ιστορίες Αγοραίου Πολιτισμού, ένα επεισόδιο για την… εισβολή του rock nroll στην Αθήνα του ’56 και του ’57 (έτσι υπέθεσα ο άμοιρος) είπα κατ’ ευθείαν… ποιος ο λόγος, από τη στιγμή που υπάρχει το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου Η Αθήνα Χορεύει Ροκ Εντ Ρολ γυρισμένο το 1957, την εποχή που έβραζε το πράμα; Εννοώντας πως με βάση την ταινία τού Μάρου θα μπορούσε να ειπωθεί μια σημερινή ιστορία, που να μην ακυρώνει εκείνο που πραγματικά συνέβη και δείχνει το φιλμ του ’57 – να μην ανακατευτεί δηλαδή το rock nroll (στην Ελλάδα) με την νεανική ανυπακοή και κατ’ επέκταση με την παραβατική συμπεριφορά.
Υπάρχουν ορισμένοι, ήδη από την εποχή της ταινίας του Νίκου Νικολαΐδη Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα… (1979), που θέλουν να το παίζουν «βαριά πεπόνια», συνδέοντας το rock nroll στη χώρα μας με την βία και την εγκληματικότητα. Ευτυχώς, όμως, και για καλή μας τύχη, εδώ δεν ήταν ούτε Αμερική, ούτε Βρετανία, με αποτέλεσμα ο ελληνικός τεντυμποϊσμός των late fifties (που δεν είχε ουδεμία σχέση με τον εγγλέζικο ή τον αμερικανικό) να διατηρεί από ελάχιστη έως ανύπαρκτη (και άρα αμελητέα) σχέση με το rock nroll. Και βεβαίως δεν αρκούν τα αρθρίδια των συντηρητικότερων φυλλάδων της εποχής, ούτε φυσικά οι κραυγές της Εκκλησίας για να περιγράψουν την ροκεντρολάδικη επικινδυνότητα, όταν ακόμη και η κεχαριτωμένη Θεία από το Σικάγο (Γεωργία Βασιλειάδου), στην φερώνυμη ταινία του Αλέκου Σακελάριου από το 1957, κερνά ένα… rock nroll τον μέλλοντα γαμπρό τής ανιψιάς της πολιτικό μηχανικό Τάκη Ζέριγκα (ο Θεόδωρος Δημήτριεφ, που αργότερα τραγούδησε στο «Άξιον Εστί» των Θεοδωράκη-Ελύτη). Θέλω να πω –και τούτο φαίνεται ακόμη περισσότερο στην ταινία του Μάρου– πως το rock nroll, όταν εισήλθε στην Ελλάδα, έγινε μέσα σε λίγους μήνες mainstream, περνώντας τόσο στον εμπορικό κινηματογράφο όσο και στο θέατρο («τα φινάλε των επιθεωρήσεων στηρίζονται πάνω σε πόδια που χορεύουν ροκ εντ ρολ» ακούμε να λέει ο αφηγητής Σταύρος Ξενίδης στην ταινία του Μάρου), ενώ το στήριξαν με δηλώσεις τους διάφοροι επιφανείς της εποχής, όπως ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Φωκίων Δημητριάδης, μα ακόμη και ο Σπύρος Μελάς (αν και με μια κάπως διφορούμενη δήλωση). Ακόμη και στο εξώφυλλο των συντηρητικών Εικόνων της Ελένης Βλάχου βρήκε χώρο για να τρυπώσει το rock nroll («η αθηναϊκή νεολαία χορεύει τώρα ροκ ν’ ρολλ» διαβάζουμε στο τεύχος 70, της 25/2/1957), για να μην παραλείψουμε και τα πρώτα ελληνικά rock nroll τραγούδια που παρουσίασε το συγκρότημα του Γιώργου Μουζάκη στον Καρυστινό (με τον Γεράσιμο Λαβράνο στο πιάνο), ένα τουλάχιστον εκ των οποίων πέρασε και στην δισκογραφία – και αναφέρομαι στο «Ροκ εν ρολλ» με το Τρίο Μπελ-Κάντο και την ορχήστρα του Γιώργου Μουζάκη στο τεσσαράκι της Columbia με τα στοιχεία SEGG 2531. (Ως γνωστόν το rock nroll είχε να κάνει με το ρεπερτόριο των ορχηστρών και ουχί με των, ανύπαρκτων ακόμη τότε, νεανικών συγκροτημάτων).
Πηγή: Nikolinakos.com 
Έχοντας όλα τούτα κατά νου έπεσα από τα σύννεφα όταν στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας του Νίκου Τριανταφυλλίδη Η Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ –προβλήθηκε από την ΝΕΡΙΤ την 7/8/2014, αλλά εγώ την είδα χθες στο δίκτυο–, ακούω τον ιστορικό Κώστα Κατσάπη (Πάντειος) να μιλάει για «ηθικό πανικό» και τον καθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας Νικόλαο Χρηστάκη (Πανεπιστήμιο Αθηνών) να είναι επί της ουσίας εκτός θέματος μιλώντας μας για το rock nroll στην Αμερική και όχι στην Ελλάδα. (Αναφέρεται σ’ εκείνους που δεν ταυτίζονταν με τα υπάρχοντα μοντέλα επιτυχίας κ.λπ. – «επιτυχία» στην Ελλάδα του ’50, δεν είμαστε καλά…). Οι πανεπιστημιακοί όταν ασχολούνται με το rock είναι γεγονός πως λένε ό,τι τους κατέβει.
Έχοντας λοιπόν μια πρώτη γεύση από το επεισόδιο Η Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ είπα πως θα δω άλλη μια «σούπα» γαρνιρισμένη με τους γνωστούς ελληνικούς μύθους, δίχως να μπορώ να προβλέψω, πάντως, και την πλήρη λοξοδρόμησή της μετά το τριακοστό λεπτό. Κάπως έτσι και τα άσχετα με το θέμα μας περιστατικά, που διηγούνται ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο μακαρίτης Οδυσσέας Χατζόπουλος, έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν τον κανόνα. Να λέμε ό,τι θέμε και τούτο να το αποκαλούμε rock
Κολλημένος με την Εκκλησία, τους παπάδες (μέχρι κι ένας αρχιμανδρίτης από τα Βίλλια έσκασε μύτη, που δεν μας είπε απολύτως τίποτα!), την μαύρη κριτική στην Αριστερά, τις υποτιθέμενες ακρότητες και παραβατικότητες ο Κατσάπης, και σε πλήρη αντιδιαστολή μ’ εκείνο που συνέβαινε στα κλαμπ και τα μαγαζιά, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, παραπλανά κατά βάσιν τους θεατές της εκπομπής εμμένοντας στο ανύπαρκτο μέρος, αγνοώντας συγχρόνως ή υποτιμώντας το όλον. Εμφανίζει δηλαδή το rock nroll σαν να ήταν υπό διωγμό, όταν μέσω αυτού ξεσάλωνε ολόκληρη η Αθήνα! Τούτο, πράγματι, μου κάνει τεράστια εντύπωση και για έναν ακόμη λόγο. Στο βιβλίο του Ήχοι και Απόηχοι/ Κοινωνική Ιστορία του Ροκ Εν Ρολ Φαινομένου στην Ελλάδα 1956-1967 [ΙΑΕΝ/ΙΝΕ, Αθήνα 2007] ο Κατσάπης γράφει πολύ σωστά πως… «δίχως ίχνος υπερβολής, στα τέλη του 1956 το ροκ εν ρολ (σ.σ. στην Αθήνα) είχε μεταβληθεί σε απόλυτη μόδα και βρισκόταν παντού» και λίγο πιο κάτω πως… «σε αυτήν την πρώτη περίοδο, το ροκ εν ρολ στην Ελλάδα υπήρξε περισσότερο μία μόδα, που ακολουθούσε την παράδοση των προηγουμένων μουσικών, οι οποίες κατά καιρούς είχαν κυριαρχήσει στις αθηναϊκές νύχτες, παρά μία μουσική που απευθυνόταν αποκλειστικά στους τηνέιτζερ. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει η παρουσία του σε ένα πλήθος κοσμικών ή εμπορικών εκδηλώσεων…». Τι μεσολάβησε από τότε και δεν λέγεται, σήμερα, η αλήθεια; Μήπως η τρόικα και τα μνημόνια; Δεν κάνω πλάκα. Μήπως μια γλειψιματική ταύτιση με τους σύγχρονους (ευρωπαίους) διαφωτιστές, και τα σαμαροβενιζελικά υποκατάστατά τους, που θέλουν να μας εκσυγχρονίσουν με τη βίτσα βάζοντάς μας στον ίσιο δρόμο, έχοντας ως ένα από τα πιο βασικά μελήματά τους την κατασυκοφάντηση της Αριστεράς; Λέω, μήπως…
Με τα μέλη των Last Drive να λένε ακατανόητα πράγματα (στην κυριολεξία) και με το φιλμικό μέρος να αποτελείται από νεανικές ταινίες των early sixties (Τα Παλιόπαιδα του Νέστορα Μάτσα, Αμαρτωλά Χέρια του Δημήτρη Γαλάτη, Αυτό το Κάτι Άλλο του Γρηγόρη Γρηγορίου κ.λπ.), που δεν είχαν καμμία σχέση με την εισβολή του rock nroll, δεν είναι ν’ απορεί κανείς γιατί απουσιάζει από τα «καρέ» της ταινίας του Τριανταφυλλίδη η Θεία από το Σικάγο – μία πρωτότυπη ελληνική… rock nroll ταινία των fifties την οποίαν απόλαυσε όλος ο κόσμος. Θα χάλαγε η σούπα. Θα αποδεικνυόταν δηλαδή πως το rock nroll στην Αθήνα του ’57 υπήρχε σε πάμπολλα σπίτια στα οποία ζούσαν παιδιά-έφηβοι, και που το χόρευαν (τα παιδιά-έφηβοι) ξετρελαμένα δίχως να οδηγούνται σώνει και καλά σε παραβατικές συμπεριφορές (όπως θα ήθελε ο Κατσάπης, ο Τριανταφυλλίδης και πριν απ’ αυτούς ο αμερικανόπληκτος Νικολαΐδης). Χρειάζεται να επισημάνω το γεγονός ή όχι –ερωτώ– πως ο Κατσάπης στο βιβλίο του γράφει ότι… «η πρώτη κινηματογραφική ταινία στην οποία είναι εμφανής ο απόηχος του ροκ εν ρολ στην Ελλάδα είναι η ταινία Η θεία από το Σικάγο που προβλήθηκε το 1957 (σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, με πρωταγωνιστές τους Ορέστη Μακρή και Γεωργία Βασιλειάδου)»; Και όμως στο ντοκιμαντέρ του Τριανταφυλλίδη δεν υπάρχει ουδεμία αναφορά σ’ αυτήν την ακρογωνιαία για το θέμα μας ταινία, επειδή δεν συνάδει, προφανώς, με την αποφορά και την παραβατικότητα που έχει σφηνωθεί στα κεφάλια ορισμένων. Αυτός ο μύθος του «καταραμένου» είναι η μεγαλύτερη ηλιθιότητα που ακούγεται στην Ελλάδα εν σχέσει με το rock τα τελευταία 40 χρόνια.
Ο Κατσάπης βρίσκει ξανά την ευκαιρία να χύσει κατράμι στην Αριστερά της εποχής, όταν το rock nroll το είχε αποκηρύξει η Αριστερά τόσο στην Μεγάλη Βρετανία (Ewan MacColl), όσο και στην Αμερική (Irwin Silber, Pete Seeger), αφού έπρεπε να ’ρθει ο Bob Dylan βασικά, καμμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, για να αποδείξει πως μπορεί να γραφτεί προοδευτικό τραγούδι που να συνοδεύεται από ηλεκτρικές κιθάρες. Κάποιοι, μάλιστα, όπως ο MacColl, ούτε και τότε πείστηκαν. Γενικώς, τόσο στην Αγγλία, όσο κυρίως στην Αμερική εκείνο που ήταν κατά βάθος επικίνδυνο δεν ήταν το rock nroll, αλλά η folk, που εκρατείτο υπό των κομμουνιστών – mine enemy, the folksinger ανέκραζε ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Kenneth B. Keating τον Σεπτέμβριο του ’63 (δες το ξεχωριστό κεφάλαιο στο βιβλίο “The American Folk Scene: Dimensions of the folksong revival” των εκδόσεων Dell από τον Ιούλιο του ’67, ανάμεσα σε άλλα διάφορα). Έτσι, είναι παντελώς ανεδαφικό (εγώ θα πω και ύποπτο, αν δεν είναι ανόητο) όταν η Αριστερά στην Αγγλία και την Αμερική αντιμετώπιζε το rock nroll από θέσεις αρνητικές έως καχύποπτες (και ως προϊόν του αμερικανικού ιμπεριαλισμού αν μιλάμε για την Αγγλία), να κάνει κάποιος κριτική στην ελληνική Αριστερά της εποχής (εν σχέσει με το rock nroll), που μόλις είχε βγει από τις (αμερικανικές) ναπάλμ του Γράμμου. Σε τελευταία ανάλυση τι θέλει να μας πει ο Τριανταφυλλίδης όταν φιλμάρει άρθρο της Αυγής στο οποίο διαβάζουμε για τον… «τεντυμποϋσμό», που «απειλεί την νεολαία μας»; Έπρεπε η Αριστερά να ήταν υπέρ εκείνων που έκλεβαν αυτοκίνητα π.χ.; Δεν είμαστε καλά. Και το λέω τούτο παραβλέποντας το γεγονός πως η σχέση τους με το rock nroll παραμένει για μένα επί της ουσίας ανύπαρκτη. Τούτο το υποστηρίζει κάποια στιγμή στην ταινία της ΝΕΡΙΤ και ο Νίκος Μαστοράκης, πως οι τεντυμπόυδες δηλαδή δεν είχαν ουδεμία σχέση «μ’ εκείνους που πήγαιναν στα κλαμπάκια και χόρευαν ροκ εν ρoλ» – πράγμα που το βρίσκω πολύ σωστό. Το αν ο Πουλικάκος ήταν αστός/ροκεντρολάς, αλλά πέταγε και γιαούρτια (όπως είπε και ο Πολύτιμος στην εκπομπή), αυτή ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Τούτον εδώ τον ροκεντρολά τον «κόβω» περισσότερο να τρώει μόνος του μια... τσανάκα γιαούρτι, παρά να την πετάει...
Ο ελληνικός τεντυμποϊσμός κατασκευάστηκε και μεγεθύνθηκε από τον Τύπο (το λέει και ο Κατσάπης στο βιβλίο του αυτό και μπράβο του δηλαδή) για ευνόητους λόγους θα πω εγώ. Για να προκαλέσει βασικά μία νομοθετική ρύθμιση (Νόμος 4000), η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια ποικιλία παραβατικών συμπεριφορών, που θα στόχευαν βασικά όχι στο κυνήγι των... ροκεντρολάδων (θα έκανε ποτέ ο Καραμανλής τέτοιο χουνέρι στους Αμερικάνους; – έλα Παναγία μου!), αλλά στο αγωνιστικό φρόνημα της Νεολαίας της ΕΔΑ (η οποία ήταν ήδη από το 1958 αξιωματική αντιπολίτευση). Η ΕΔΑ μπορεί να ψήφισε το Νόμο 4000, επειδή πήρε διαβεβαιώσεις πως δεν θα αφορούσε σε πολιτικής φύσεως... παραβατικότητες, αλλά επί της ουσίας έσκαψε το λάκκο της με τα ίδια της τα χέρια, αφού το συγκεκριμένο νομοθέτημα χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές εναντίον της στο μέλλον.
Στην Ελλάδα το rock nroll στηρίχθηκε από την αμερικανόδουλη Δεξιά, ως πρόδηλο αμερικανικό προϊόν (με ποιανού άδεια… κατασκήνωσαν οι ναύτες του Έκτου Στόλου στο Ζάππειον τον Οκτώβριο του ’56;), ενώ του δόθηκαν άπασες οι δυνατότητες ώστε να αναπτυχθεί μέσα από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τα κλαμπ, και τα έντυπα της εποχής. Έτσι, εκείνο που ακούγεται στην εκπομπή του Τριανταφυλλίδη (πάλι από τον Κατσάπη) πως η Δεξιά κυνήγησε το rock nroll είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Το τι προέβαλλε η Εκκλησία και το τι έγραφαν οι φασιστοφυλλάδες δεν είχε καμμία αξία – για να μην πω πως με την αρνητική «κριτική» τους βοηθούσαν, απλώς, στην εδραίωση του φαινομένου. Τούτο αποδεικνύεται εξάλλου και από την ταινία του Μάρου. Ο ευφυής και πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας, το 1957, δεν κωλώνει να εμφανίσει τα κατάπτυστα δημοσιεύματα ως ατού, κατ’ ουσίαν της πάνδημης προβολής του rock nroll, βάζοντας τον Ξενίδη να λέει το σαφές πως… «τα πρακτορεία ειδήσεων όλου του κόσμου τηλεγραφούν τις απίθανες ειδήσεις τους…» («Που αλλού; Εις την Αγγλία/ Διεγερτικά για τα πάρτυ ροκ εντ ρολ», «Ειδικές αίθουσες-κελλιά για τους πιστούς του ‘ροκ’» και άλλα τέτοια). Κι ενώ στην ταινία του Μάρου αυτές οι αηδίες χρησιμοποιούνται «σωστά» ως μέρος της προσπάθειας για να φανεί το περιβάλλον μέσα από το οποίον εδραιώθηκε το rock nroll, στην ταινία του Τριανταφυλλίδη, 57χρόνια μετά, (οι ίδιες αηδίες) επέχουν ρόλο… διαφωτιστικής προπαγάνδας! Το rock nroll ήταν επικίνδυνο, το λέγαν κι οι παπάδες! Πάμε μίλια πίσω, και όχι μπροστά…
Από κείνο το σημείο και μετά (το τριακοστό λεπτό της ταινίας) η μπάλα χάνεται. Για τα υπόλοιπα 19 λεπτά το «θέμα» μεταφέρεται στα μέσα των sixties και από ’κει στον Νίκο Νικολαΐδη με την… Εισβολή του Ροκ Εντ Ρολ στην Ελλάδα των mid-fifties να μένει, απλώς, στα χαρτιά. Ολέθριο αφηγηματικό-σεναριακό λάθος (μάλλον ο Κατσάπης πήρε στον λαιμό του τον Τριανταφυλλίδη, αν κρίνω και από τα χρονικά όρια του βιβλίου του Ήχοι και Απόηχοι) που παραμένει ως τέτοιο (ολέθριο) παρ’ όλη την προσπάθεια να εντοπιστεί κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δύο εποχές. Δεν θ’ ασχοληθώ. Τα έχουμε πει εξάλλου – και θα τα ξαναπούμε και στο μέλλον με άλλες πιο σοβαρές αφορμές. Όπως δεν θ’ ασχοληθώ και με τις διάφορες ανακρίβειες (το rock nroll προηγήθηκε του Jazz Club της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης επί της Ηρώδου Αττικού 25, κ. Πολύτιμε, και όχι το αντίθετο) ή τις υπερβολές που ακούστηκαν (μόνον οι Juniors και οι MGC έπαιζαν rock στην Ελλάδα των sixties κατά τον Αλέκο Καρακαντά – αχ κατακαημένε Μάικ Ροζάκη)…
Όταν η βάση είναι σαθρή δεν έχει κανένα νόημα ν’ ασχολείσαι με το εποικοδόμημα.