Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

CICCADA για το “The Finest of Miracles”

Το δεύτερο άλμπουμ των Ciccada έχει τίτλο “The Finest of Miracles” και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό σε CD από το ιταλικό prog label Fading (τυπώθηκαν και βινύλια από την Missing Vinyl). Το συγκρότημα το θυμόμαστε από το προηγούμενο CD/LP του “A Child in the Mirror” (2011) και βεβαίως από τις λίγες, αλλά πολύ επιλεγμένες live παρουσίες του, που καταγράφηκαν (και αυτές) μεταξύ των «γεγονότων» του ελληνικού prog rock.
Mε τη γνωστή από παλιά τριπλέτα, δηλαδή την Ευαγγελία Κοζώνη τραγούδι, τον Νικόλα Νικολόπουλο φλάουτο, τενόρο σαξόφωνο, recorders, όργανο, μέλοτρον, synth, πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, glockenspiel και τον Γιώργο Μούχο κιθάρες, φωνητικά, συν τον ντράμερ-περκασιονίστα Γιάννη Ηλιάκη να συμπληρώνει ως βασικό μέλος το κουαρτέτο, συν μια ομάδα guests σε βιολί, μπάσο, πιάνο, τσέλο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο (ανάμεσά τους και ο μπασίστας των φημισμένων Σουηδών Änglagård Johan Brand), συν το Suono Brass Quintet (δύο τρομπέτες, τρομπόνι, γαλλικό κόρνο, τούμπα), οι Ciccada είναι φανερό πως διαθέτουν πια όλα τα ενορχηστρωτικά μέσα προκειμένου να παρουσιάσουν τις συνθέσεις τους όπως ακριβώς εκείνοι τις φαντάζονται και τις σχεδιάζουν, αδιαφορώντας για το… κόστος.
Και δεν εννοώ το οικονομικό σώνει και καλά, αλλά το αισθητικό. Το να είσαι όσο complex, απαιτητικός και… αργός χρειάζεται, σε μιαν εποχή όπου τα κοντέρ είναι στο κόκκινο και η ευκολία… θεός. Η βιασύνη και η προχειρότητα δεν είναι η αντίληψη του prog rock…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/58670

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

«χτύπα τον τώρα χτύπα τον, στο στομάχι/ χτύπα τον CLOWN χτύπα τον, στο στομάχι»

Πήρα στα χέρια μου το δισκάκι των Clown την εποχή που βγήκε –πρέπει να ήταν καλοκαίρι ή έστω φθινόπωρο του ’83– επειδή είχα μιαν απ’ ευθείας επαφή με τους ανθρώπους της Creep και προμηθευόμουν άμεσα οτιδήποτε κυκλοφορούσαν. Αν και τους γνώριζα (τους Clown) εμμέσως, από άρθρα σε περιοδικά, δεν είχα προλάβει να τους δω live… και μάλλον δεν πρέπει ποτέ να τους είδα. Λέω «μάλλον», επειδή υπήρχαν φάσεις που βλέπαμε τρία και τέσσερα γκρουπ τη βραδιά, ορισμένες φορές δίχως συγκεκριμένο πρόγραμμα… έτσι, μπορεί κάπου να τους είχα παρακολουθήσει και απλώς τούτο να μην καταγράφηκε, ως γεγονός, στη μνήμη.
Χοντρικά, πρέπει ν’ άκουσα το δισκάκι τους το ίδιο διάστημα με τους Metro Decay (το 45άρι) και τους Χωρίς Περιδέραιο (το 45άρι). Είχα πάθει πλάκα. Όχι πως και το «Σκιές/ Κειμήλια», ή το «Άνωση/ Το χρώμα και το σχήμα» ήταν λιγότερο καλά. Απλώς ένοιωθα πως δεν υπήρχε ελληνική-ελληνόφωνη new wave ηχογράφηση (τότε) που να ηχούσε, σε κάθε επίπεδο, καλύτερα από το «Κλόουν/ Λευκά κελλιά». Ίσως να το νομίζω ακόμη... Οι Clown ήταν περιπτωσάρα. Μέχρι και οι Magazine μού φαίνονταν «λίγοι» μπροστά τους…
Εκείνα τα δύο τραγούδια, λοιπόν, ήταν δυναμίτες. Άψογοι συνδυασμοί κιθάρας-synths, στίχοι που όχι απλώς ακούγονταν (όπως έπρεπε), αλλά σου έπαιρναν ταυτοχρόνως και το σκαλπ καθώς ένοιωθες ακεραία την ορμή τους. Είτε στο «Κλόουν» με τα λόγια-φωτιά… «τίποτα δε σ’ εμποδίζει να αντιδράσεις/ μονάχα ο φόβος», «χτύπα τον τώρα χτύπα τον στο στομάχι/ χτύπα τον κλόουν χτύπα τον στο στομάχι», είτε στα «Λευκά κελλιά», ένα ελάχιστα καλυμμένο τραγούδι για τον ζόφο της ηρωίνης (έτσι νομίζω). Όλα, θέλω να πω, λειτουργούσαν στην εντέλεια καθώς φανταζόμασταν (έχοντας και την ανάλογη προσμονή) το επόμενό τους βήμα, που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ, αφού το γκρουπ που εμφανίστηκε μ’ αυτό το όνομα στη «Συνταγή Αντι-Θανάτου» [Famous Music, 1986/ B-otherSide, 2013] ήταν πια κάτι άλλο.
Αναφέρομαι φυσικά στο τρίτο και τελευταίο επίσημο κομμάτι τους, που είχε τίτλο «Πρόβα ορχήστρας». Υπάρχει, εδώ, κάποια αμυδρή σύνδεση με το παρελθόν (το δίδυμο κιθάρες-σύνθια λειτουργεί καλά), όμως το «μπέρδεμα» των φωνητικών με τα πορτουγκέζικα στην αρχή, τα γαλλικά στη συνέχεια κ.ο.κ. δεν βοηθά στην αποκρυπτογράφηση ενός προφανούς νοήματος. “Eu vou falar de homens…” ή κάπως έτσι. «Θα μιλήσουμε για τους ανθρώπους, τους ανθρώπους της πόλης. Θα μιλήσουμε για τους δρόμους, τα φεγγάρια και τις θάλασσες. Θα μιλήσουμε για τη ζωή, και μετά… θα σας δώσω μια μπανάνα». Δεν ξέρω αν το κομμάτι σχετιζόταν με την «Πρόβα Ορχήστρας» (1978) του Fellini, και την δικής της ποιητική περιγραφή της κοινωνικής αλλοτρίωσης, πάντως σε κάθε περίπτωση έχει το ενδιαφέρον του.
Ποιοι αποτελούσαν τους Clown; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ουδεμία πληροφορία για την line-up του γκρουπ. Προσωπικώς, μόνο από την «Συνταγή Αντι-Θανάτου» είχα διαθέσιμα κάποια ονόματα, καθώς διαβάζαμε στο οπισθόφυλλο… Ηλίας Αναστασόπουλος κιθάρες, συνθετητής, ντραμ (beats), φωνές, στίχοι, σύνθεση, Γ. Πετσόπουλος φωνές, Γ. Αναστασόπουλος συμμετοχή στους στίχους. Αργότερα μάθαμε (εγώ τουλάχιστον έμαθα) πως οι Ηλίας και Γιάννης Αναστασόπουλος ήταν μέλη της αρχικής τετράδας των Clown, ενώ ο Γιάννης Πετσόπουλος (και όχι Γιώργος) πρέπει να ήταν ο γνωστός θεατρικός σκηνοθέτης κ.λπ., που είχε γεννηθεί στη Βραζιλία το 1952 (όπως διάβασα στο polymichanoi-paidon.gr/el/contents/view/-300). Πιθανώς, δε, σ’ εκείνον να οφείλονταν και τα πορτουγκέζικα στην αρχή της «Πρόβα ορχήστρας». (Αν κάτι απ’ όσα λέω-συμπεραίνω δεν είναι σωστό να με διορθώσετε…).
Ποια ήταν λοιπόν τα αρχικά μέλη των Clown; Ο Ηλίας Αναστασόπουλος κιθάρες, η Πουπέτα Λάππα synth, ο Γιάννης Αναστασόπουλος φωνή και ο Βαγγέλης Τσίπουρας (ή Τσιπούρας) ντραμς. Ήταν τετράδα δηλαδή, χωρίς μπάσο, αλλά με δύο σύνθια (ποιος έπαιζε δεύτερο σύνθι, ο Ηλίας ή ο Γιάννης; – δεν είμαι σίγουρος), ενώ απ’ αυτούς τους μουσικούς μόνον ο Τσίπουρας και η Λάππα είχαν κάποιο δισκογραφικό παρελθόν (ο πρώτος είχε συμμετάσχει στην ηχογράφηση του “Suffering of Tomorrow” των Pete and Royce το 1979-80, ενώ η δεύτερη κάνει φωνητικά στον «Ξαναπέ» του Νικόλα Άσιμου το 1982 – η Λάππα εκείνη περίπου την εποχή, 1983-84, θα τρέξει μαζί με τον Σπύρο Περιστέρη την Enigma Records, συμμετέχοντας στην πορεία σε διάφορες ηχογραφήσεις).
Όπως είχε σχολιάσει και ο Electric Looser, εδώ στο δισκορυχείον, πριν λίγο καιρό (4/6/2015): «Για την ιστορία να πω πως ο Γιάννης απ’ το 2007 έχει αλλάξει όνομα (Λυσίας). Το 2005 κυκλοφόρησε μόνος του ένα βιβλίο με δικά του ποιήματα το “Ως Σχίνον Αντιπαλεύον τον Στάχυν”, ενώ ο Βαγγελης αυτοκτόνησε».
Ακόμη, να πω πως πριν μερικούς μήνες (21/11/2014) εμφανίστηκε στο YouTube κι ένα ανέκδοτο αγγλόφωνο κομμάτι τους με τίτλο “I don’t know why” (άλλες λεπτομέρειες δεν δίνονται). 
Στα χαρτιά μου έχουν διασωθεί δύο γραπτές αναφορές για τους Clown. Η πρώτη στο περιοδικό Μουσική, από τον Αντρέα Γιαννακουλόπουλο (τεύχος από το καλοκαίρι του ’83) και η δεύτερη στη μουσική εφημερίδα Στοιχειωμένο Τραίνο (τεύχος 1, Ιούνης ’83).
Ο Γιαννακουλόπουλος γράφει ένα εγκωμιαστικό κείμενο με αφορμή την παρουσία των Clown στη Σοφίτα, το Σάββατο 30/4/1983. Αναφέρει κάπου: «Από μια άποψη αυτό το συγκρότημα είναι διαχρονικό. Δεν πιστεύω πως θα πάψει ποτέ να υφίσταται η αλάνθαστη ικανότητα του ντράμερ τους να χτυπάει όταν πρέπει κι εκεί που πρέπει. Ούτε πως οι δύο κιμπορντίστες (ένας θηλυκός κι ένας αρσενικός) θ’ αποτύχουν στον οργανωτικό τους ρόλο. Όσο για τον κιθαρίστα αρκεί να τον ακούσετε όταν βγαίνει μπροστά να παίξει μικρές-μικρές σημαντικές φρασούλες στην κιθάρα. Η μουσική τους όταν δεν προσπαθεί να συνοψίσει αβαντγκαρντίστικες αναζητήσεις μας δηλώνει απλά πώς θα ’ναι το new-wave μετά από μερικά χρόνια».
Και το πλήρες κείμενο κάποιου Νίκου Σταματίου από το Στοιχειωμένο Τραίνο (δεν ξέρω πόσοι το θυμούνται από τους παλιότερους). Το μεταφέρω όπως είναι (εν σχέσει με τους Clown), επειδή έχει ένα νόημα… 
Σάββατο, 30 Απριλίου 1983 στη Σοφίτα 
Yell-O-Yell, Villa 21, Clown 
Την προτελευταία βραδιά της χειμερινής σεζόν στη Σοφίτα παίξανε τρία συγκροτήματα, οι Yell-O-Yell, οι Villa 21 και σε πρώτη παγκόσμια εμφάνιση οι Clown (και τα τρία είναι συγκροτήματα της Creep Records, της μόνης ανεξάρτητης εταιρείας στην Ελλάδα που ασχολείται αποκλειστικά με new wave γκρουπ). Πριν να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των συγκροτημάτων, θέλω να υπογραμμίσω το πόσο θετικό σημείο της βραδιάς ήταν η φτηνή είσοδος (250 δρχ. για όλη τη βραδιά με ποτό), που είχε σαν αποτέλεσμα να στριμωχτούν σ’ ένα μέρος που χωράει 50-60 καθιστούς, 150 περίπου άτομα. Ήταν τόσο ζέστη βέβαια και γεμάτη ηλεκτρισμό η ατμόσφαιρα που αυτό δεν ενόχλησε κανένα, αντίθετα μάλιστα βοήθησε στο να συμμετέχει το κοινό περισσότερο, μια που οι όρθιοι πολύ εύκολα αρχίζουν το χορό. (…)
Μετά περιμέναμε να βγούνε οι Clown. Ένα κλίμα γενικής ανακατωσούρας επικρατούσε. Λίγοι φύγανε, πολλοί ήρθανε, άλλοι που ήταν έξω στην ταράτσα μπήκαν μέσα και τελικά έπηξε ο τόπος και ήταν φανερό πως 50 τουλάχιστον άτομα είχαν έρθει μόνο για τους Clown. Σχόλια, φήμες και γνώμες κυκλοφορούσανε κιόλας από διάφορους και πρόσθεταν κάμποση αγωνία στην προσμονή μας.
Άργησαν σχετικά ν’ αρχίσουν γιατί έστηναν τα όργανά τους μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο (αριστερά τα ντραμς, στο κέντρο και ψηλότερα το ένα στρινγκς-συνθεσάιζερ, δεξιά το άλλο). Και ξαφνικά κάποιος άρχισε να ωρύεται: οι Clown, οι Clown κ.ο.κ. και άνοιγε η αυλαία σιγά-σιγά. Άρχισαν να παίζουν λοιπόν. Ο ήχος τους δεν ήταν δυνατόν να σ’ αφήσει αδιάφορο. Άλλοι τους αγάπησαν και άλλοι τους μίσησαν. Δεν είδα όμως ούτε έναν που να έμεινε ασυγκίνητος από την παρουσία τους. Πριν όμως πω οτιδήποτε άλλο για την εμφάνισή τους, θέλω να τους υπερασπιστώ για αρκετά πράγματα που κατηγορήθηκαν, με τις εξής ανθρώπινες δικαιολογίες: 1. Δεν είχαν ξαναπαίξει μαζί σε κοινό και ήταν όλοι τρακαρισμένοι, 2. Το παιδί που έπαιζε το δεύτερο συνθεσάιζερ είναι γενικά άπειρο και δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ με κοινό, 3. Το δεύτερο συνθεσάιζερ δεν ήταν δικό τους, αλλά το είχαν δανειστεί από κάποιον κι επειδή είχε 36 κουμπιά το είχαν ρυθμίσει από πριν. Στη μεταφορά όμως πατήθηκαν άσχετα κουμπιά και έτσι δημιουργήθηκε τραγέλαφος σε ένα τραγούδι όπου ο τραγουδιστής έχασε τον έλεγχο του συνθεσάιζερ που δεν ήθελε να υπακούσει.
Οι Clown (που δεν θέλουν να δοθεί η σύνθεσή τους στη δημοσιότητα) παίξανε μόνο δικά τους κομμάτια με ελληνικό στίχο, υπερβολικά απλό, αλλά όχι άστοχο ή γελοίο. Οι συνθέσεις ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία τους. Χαλαρές στη δομή τους, δεν δείχνανε να υπάρχει αστείρευτη έμπνευση. Άλλη μια αδυναμία τους ήταν η παράξενη αλλά στερεότυπη κινητικότητα του τραγουδιστή. Χωρίς να υποστηρίζω ότι ήταν φτιαχτή ή ότι προσπαθούσε να μιμηθεί κάποιον, απλά δεν ταίριαζε με το κλίμα του γκρουπ και δεν μπορούσε να «τραβήξει» τον κόσμο. Πολλοί μάλιστα κράτησαν αρνητική στάση απέναντι στο γκρουπ, μόνο και μόνο γιατί τους την έσπαγε το «σώου» του τραγουδιστή.
Οι Clown όμως είχαν και ένα αφοπλιστικό ατού: το ηχόχρωμά τους. Ένας καταπληκτικός ντράμερ, που μπορούσε να δίνει μια ξεχωριστή προσωπικότητα σε ό,τι παίζανε. Μια αλάνθαστη, σίγουρη και θαυμάσια το όργανό της κοπελίτσα μάγευε με το παίξιμό της. Και τέλος, ένας κιθαρίστας, σπουδαίος σολίστας, αλλά και με μια ατέλειωτη ευρηματικότητα και έμπνευση στο παίξιμό του, σου μετέδιδε αμέσως το κέφι του, ενώ συνέχεια έβλεπες να βάζει παραμορφωτές, να παίζει slide, να κατεβαίνει κάτω από τα τάστα και να κάνει του κόσμου τα πράγματα, βγάζοντας τελικά πολύ πιο πολύπλοκους ήχους από τα συνθεσάιζερ.
Οι Clown είχαν κάτι που μ’ έκανε ν’ ανήκω σ’ αυτούς που τους αγάπησαν. Τους αγάπησα όχι γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα η εμφάνισή τους, αλλά γιατί δείξανε ότι έχουνε φοβερές δυνατότητες και πιστεύω ότι όταν θα τους ξαναδούμε, θα ’χουν προλάβει να τις καλλιεργήσουν.
Κλείνοντας θέλω να πω ότι ήταν μια καταπληκτική βραδιά, ίσως η πιο ωραία στη Σοφίτα, μαζί με την τελευταία εμφάνιση των Reporters, που μας κράτησε σε ένταση επί 4 ολόκληρες ώρες.
Το 2012 η εταιρεία Ειρκτή επανεκδίδει το μοναδικό 45άρι των Clown στην Creep σε 400 κόπιες. Μπράβο στα παιδιά! Και μπράβο για όλα όσα εκδίδουν και επανεκδίδουν (το λέω στα ίσια), όμως εκείνα που γράφουν στο soundcloud.com/eirkti/clown-1 είναι για γέλια. Λυπάμαι που το λέω. Μεταφέρω το κείμενό τους:
«Μπορεί οι Clown να διέθεσαν ελάχιστες εκδοτικές παρακαταθήκες των ηχητικών τους περιπλανήσεων κατά τη δεκαετία του ‘80 ωστόσο, το στίγμα τους παρέμεινε και παραμένει ανεξίτηλο στην υπόγεια μουσική Ελληνική σκηνή. Τετραμελής σύνθεση ευρύτερα καλλιτεχνικά (παρά αυστηρά μουσικά) ανήσυχων πνευμάτων κατόρθωσαν μέσα από τις ευφυείς τους συνθέσεις, τις ιδιάζουσες στιχουργικές τους εμπνεύσεις και το συνολικότερο αισθητικό τους ήθος να καταλάβουν μία ξεχωριστή θέση στην εγχώρια αλλότροπη μουσική πραγματικότητα. Η παρούσα επανέκδοση του μοναδικού τους αυτοτελούς έργου επαναφέρει στο προσκήνιο τη γνήσια εναλλακτική δυναμική του συγκροτήματος. Με βάση πάντοτε τη συνειδητή έντεχνη εκφραστική παρέκκλιση και κινούμενα κύρια σε σκοτεινόχρωμες ατραπούς, τα Λευκά κελιά και ο Κλόουν αποτελούν δύο από τις εξαιρετικότερες ηχητικές στιγμές της εποχής παρουσιάζοντας συνάμα το κρίμα της έλλειψης πρόσθετου εκδοσμένου έργου της μπάντας. Ειδικότερα, τα κομμάτια αυτά προσαρτούν όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία προκειμένου να αποτελούν δύο άρτια αμαλγάματα διανοούμενων μετα-πανκικών πλέον νεοκυματικών καταδηλώσεων».
Δεν ξέρω ποιος δίδαξε τέτοια ελληνικά σ’ αυτούς που γράφουν το συγκεκριμένο κείμενο… και αν έτσι μιλάνε, σαν κακέκτυπο του Βέλτσου δηλαδή, μεταξύ τους, στις παρέες ή τα σπίτια τους. Αν όχι, τότε τι προσπαθούν ν’ αποδείξουν με όλες αυτές τις κοτσάνες; Να προσδώσουν αξία στους Clown; Με τίποτα…
Εντάξει, γουστάρουν, το καταλαβαίνω. Όμως όταν εκτίθεσαι μέσω ενός δελτίου Τύπου μιας δισκογραφικής (όσο μικρή και αν είναι αυτή) οφείλεις να είσαι ψύχραιμος, γράφοντας σε απλά ελληνικά και αφήνοντας τον κόσμο να κρίνει, μόνος του, εκείνο που παράγεις. Επειδή η κοτσανολογία πάει σύννεφο και στα κείμενα τού site τους, τους συμβουλεύω να τα βελτιώσουν άμεσα (τα κείμενα), επειδή γουστάρουν, το ξαναλέω, και αγαπούν αληθινά αυτό που κάνουν. Φιλικά το γράφω.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

RECIPROCAL UNCLES και OVE VOLQUARTZ

Reciprocal Uncles είναι τρεις άνθρωποι, ο σοπρανίστας Gianni Mimmo, ο πιανίστας Gianni Lenoci και ο ντράμερ Cristiano Calcagnile. Το ωραίο είναι πως οι τρεις αυτοί γνωστοί ιταλοί αυτοσχεδιαστές συνεργάζονται στο παρόν CD –το “Glance and Many Avenues” [Amirani, 2015], που είναι ηχογραφημένο ζωντανά στο Göttingen την 19/3/2013– με τον μπάσο και κοντραμπάσο κλαρινετίστα Ove Volquartz. Ποιος είναι αυτός; Χμμ… εδώ σας θέλω. Συνεργάτης του Cecil Taylor, του Gunter Hampel και άλλων διαφόρων, και ακόμη βασικό στέλεχος στις αρχές των seventies των σπουδαίων… krautjazzers Annexus Quam. Ποιοι ήταν οι Annexus Quam δεν θα το πούμε τώρα… Εξάλλου, πολλοί γνωρίζετε… 
Έχει νόημα, εδώ, να παραθέσω λίγα λόγια από ’κείνα που είχα γράψει πριν μερικά χρόνια για το πρώτο άλμπουμ των Reciprocal Uncles [Amirani, rec.5/2009], όταν εμφανίζονταν ως duo…
«Gianni Lenoci πιάνο (με κάθε τρόπο…), Gianni Mimmo σοπράνο σαξόφωνο. Δύο μουσικοί με σαφές στίγμα στην ευρωπαϊκή σκηνή παρουσιάζουν ένα improv κόσμημα, με ξεκάθαρες αναφορές. Μεγαλωμένoι με τους ήχους των Steve Lacy, Roscoe Mitchell o Mimmo, και μ’ εκείνους των Mal Waldron, Paul Bley ο Lenoci (που, πάντως, έχει κάνει ένα solo piano άλμπουμ ερμηνεύοντας αποκλειστικώς Steve Lacy!), διακοσμούν τους ήχους των δασκάλων τους (δηλαδή τους δικούς τους) με εξω-μουσικά επιχρίσματα (τον Jackson Pollock αναφέρει ως άμεση επιρροή του ο Mimmo, την επαφή του με τη γλυπτική, την επικοινωνία του με contemporary dancers, multi-media artists και ποιητές προτάσσει ο Lenoci). Το αποτέλεσμα είναι μία δια-οργανική επικοινωνία, που προϋποθέτει φυσικά τις (υπάρχουσες) κοινές πλατφόρμες, προεκτείνοντας τα διδάγματά των προς την κατεύθυνση ενός avant πλαστικού πλαισίου, από το οποίο δεν απουσιάζουν ο λυρισμός και οι εσωτερικοί τόνοι. Να θυμίσω, μόνον, πως ο Gianni Lenoci έχει συνεργαστεί σε παραστάσεις και στη δισκογραφία με τον Σάκη Παπαδημητρίου και την Γεωργία Συλλαίου. Άκου, ας πούμε, το “Nosferatu A Monopoli” [Anakrousis, 2005]».
Το live στο Göttingen είναι ένα γεμάτο άλμπουμ, με τους τρεις μουσικούς να επιδίδονται σε… ουρανομήκεις αυτοσχεδιασμούς (υπάρχουν tracks 19, 15, 13 και 11 λεπτών, όπως και μερικά μικρότερης διάρκειας), που φανερώνουν, κατά πρώτον, το σταθερό υπόβαθρο αυτού του τύπου των συνεργασιών – οι Ιταλοί έχουν εμφανισθεί πολλές φορές μαζί, ενώ ο Γερμανός, εκπαιδευμένος στο free-improv εδώ και δεκαετίες, δεν έχει κανένα πρόβλημα να… τοποθετηθεί ανάμεσά τους, πράττοντας το καλύτερο. Τα παιξίματα των «πνευστών», του Mimmo και του Volquartz εννοώ, είναι έτσι διευθετημένα ώστε να ανταποκρίνονται στις ποικίλες ψυχικές μεταλλαγές της στιγμής, που μπορεί να εκκινούν από μια σκέψη ή μιαν εικόνα, διατηρώντας το στοιχείο του αναπάντεχου, την ώρα κατά την οποίαν το πιάνο του Lenoci δημιουργεί τ’ ανάλογα περιβάλλοντα… όταν δεν προβοκάρει. Αυτές οι «κοιλιές» στο volume, τις οποίες παρακολουθούμε σε διάφορα tracks (“Flowerpierces on Cecil rd.”, “Zögernd in der Weberngasse” κ.λπ.), όπως και η παράθεση των διαφορετικών timbre των οργάνων (που διατηρούν ζεστό το στοιχείο της έκπληξης) είναι τα κύρια χαρακτηριστικά ενός ακούσματος, που άλλοτε μοιάζει σφόδρα εικονοκλαστικό, δύσκολο και στριφνό, ενώ άλλοτε απολύτως συμβατό με μια κάπως λαϊκότερη περιγραφή ποικίλων αγωνιών και ευαισθησιών.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

μετά τα ΦΥΤΑ είναι η Φυτίνη

(…) Μέλος της ομάδας Φυτίνη έγινε εσχάτως και Αγγελίνα Καρτσάκη, μουσικός με σπουδές σε Θεσσαλονίκη και Λονδίνο και μέλος, ήδη, ποικίλων συνασπισμών (The Black Hook, Oiseaux Bizzares, Spring, ensemble ARKYS, Τhe Phoneyisland Cabaret Orchestra κ.ά.), που φανερώνουν διάθεση για πειραματισμό και εξερεύνηση. Η Καρτσάκη, ή ΝΤόΝΤΟ κατά το project, έχει έτοιμο CD, το οποίον επιγράφει «ΗΛΕΚΤΡΙΚέΣ ΣΥΣΚΕΥέΣ & άΛΛΑ ΖώΑ» και που διακρίνεται (και αυτό) για την ιδιοσυγκρασιακή παιδικότητά του.
Δεν ξέρω, για να λέμε την αλήθεια, αν είναι παιδικό ή μη το CD (αν αφορά και σε παιδιά δηλαδή – γιατί όχι;)  εκείνο που νοιώθω είναι την προσπάθεια τής Καρτσάκη να μιλήσει και να τραγουδήσει σε μια γλώσσα στρωτή, νηφάλια και αποκαλυπτική, που να εμπεριέχει στοιχεία πρωτόλεια και αυθόρμητα. Σκέψεις, που μετατρέπονται σε λόγο και περαιτέρω σε τραγούδια, με γνώμονα την αμεσότητα και την απλότητα.
Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει πως και τα νοήματα είναι εκ προοιμίου απλά, αφού, ορισμένες φορές, κάτω από το αρχέτυπο, κρύβεται μια πιο σύνθετη εικόνα. Θέλω να πω πως το «ΗΛΕΚΤΡΙΚέΣ ΣΥΣΚΕΥέΣ & άΛΛΑ ΖώΑ» μπορεί να «διαβαστεί» με ποικίλους τρόπους και να αποκρυπτογραφηθεί (αν υπάρχει λόγος) αναλόγως.(…)

Το όλον εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/58556

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

ένα ακόμη εξαιρετικό CD του BRIAN LANDRUS

Πνευστός ολκής, με ειδίκευση στα μπάσα όργανα (βαρύτονο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο, μπάσο σαξόφωνο, μπάσο φλάουτο), ο 37χρονος Brian Landrus είναι μία από τις σημαντικότατες τζαζ μορφές του καιρού μας. Στο δισκορυχείον τον έχουμε τιμήσει κι άλλες φορές, με κριτικές στα άλμπουμ του “Forward” [Cadence Jazz, 2009], “Traverse” [BlueLand, 2010], “Capsule” [BlueLand, 2011] και “Mirage” [BlueLand, 2013] – αν και μπορεί να ξεχνώ κάτι… Το πιο πρόσφατο CD τού αμερικανού (από την Νεβάδα) πνευστού έχει τίτλο “The Deep Below” [BlueLand, 2015]… και είναι, αυτή τη φορά, ένα πολύ ιδιαίτερο τρίο. Ένα τρίο αποτελούμενο από τον ίδιο στα βαριά πνευστά και από τους top σεσιονάδες Lonnie Plaxico κοντραμπάσο και Billy Hart ντραμς.
Ο Landrus σε πιάνει από τα μούτρα, όπως λέμε, από το πρώτο κιόλας track, που είναι το “Fly” (μια σύνθεση δική του και του Plaxico). Το βαρύτονο σαξόφωνο είναι αυτό που σε πρώτο επίπεδο πρωταγωνιστεί, μέσα από τα «βαθιά» φυσήματα και τα συνεχή «πήγαινε-έλα» γύρω από τη βασική μελωδία… που είναι bluesy και σε λιώνει. Το ίδιο και στο “Sophisticated lady” του Duke Ellington που ακολουθεί, το αργό τέμπο του οποίου δίνει την ευκαιρία στον Landrus, ως άλλος Harry Carney, να περιγράψει με αποφασιστικότητα τις «διαδρομές» του, τη βοηθεία ενός ουσιαστικού όσο και ανεπαίσθητου rhythm section – τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή όπου ο Plaxico θ’ αναλάβει τα πρωτεία. Μπάσο σαξόφωνο δεν έχουμε την ευκαιρία ν’ ακούμε κάθε μέρα, κι εδώ, στο “The beginning”, δεν μπορεί παρά να το απολαμβάνουμε (μαζί κι ένα ακόμη αριστοτεχνικό σόλο του Plaxico, καθώς ο Hart τον συνοδεύει με ελαφρά «περιφερειακά» χτυπήματα), με την επαναφορά του Landrus να χαρακτηρίζεται ως ακαταμάχητη, με παίξιμο και ήχο από τα… έγκατα της γης. Στο “Fields of Zava” η σκυτάλη περνά στο μπάσο κλαρίνο – ένα από τα πιο γλυκόλαλα τζαζ όργανα. Αργό κομμάτι και αυτό, προκειμένου να φανούν όλες οι μελωδικές δυνατότητες του οργάνου. Η διασκευή στο “Giant step” του Coltrane είναι εντυπωσιακή, κυρίως λόγω των ταχυτήτων του Landrus στο βαρύτονο, με το “Will she ever know” να μετατρέπεται σ’ έναν απίθανο λυρικό ύμνο, λόγω παίκτη, φυσικά, και μπάσου-φλάουτου βεβαίως (ένα ακόμη όργανο, που δεν το ακούμε συχνά στις ηχογραφήσεις). Το “I’m fool to want you” είναι ένα παλιό τραγούδι του Sinatra (και των Wolf & Heron) από το 1957, με τον Landrus να το «ανοίγει» κάπως μελωδικώς, κάνοντάς το πιο σκοτεινό (το έχει πει και η Billie Holiday εξάλλου). Το “Orebro treaty” είναι κατά βάση ένα latin track, με το “Ancient” (η δεύτερη σύνθεση των Landrus & Plaxico) να αποτελεί ένα ακόμη αργό και «βαθυστόχαστο» track, στο οποίο πρωταγωνιστεί για δεύτερη φορά το μπάσο-φλάουτο. Τα δύο τελευταία κομμάτια του CD, το bop “The age” και η μπαλάντα “Once again”, είναι must για τους θιασώτες των.. μπάσων ακροάσεων. Οι φοβεροί και τρομεροί ήχοι των πνευστών (βαρύτονο σαξόφωνο και μπάσο κλαρίνο αντιστοίχως), που γεμίζουν δωμάτια, αγκαλιά με το μεγαλιθικό κοντραμπάσο του Plaxico και τα ανεπαίσθητα, αλλά τόσο δημιουργικά ντραμς του Hart.
Ακόμη ένα «άριστο» CD, από έναν μουσικό, τον Brian Landrus, που γνωρίζει κάθε φορά τον τρόπο να μας εκπλήσσει.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ARTIFICIAL MEMORY TRACE το project του Slavek Kwi

Artificial Memory Trace είναι το άλλο όνομα του Slavek Kwi, ενός πειραματιστή από την παλιά Τσεχοσλοβακία, που έζησε για 14 χρόνια στο Βέλγιο (όπως μαθαίνουμε από το site του), ενώ από το 2000 και μέχρι σήμερα βρίσκεται εγκατεστημένος στην Ιρλανδία. Τα άλμπουμ τού Kwi είναι ήδη κάμποσες δεκάδες –CD, CD-R, LP, DVD και ψηφιακά, έτσι όπως καταγράφονται στο discogs– με το έσχατο “Synkronika” [Tentacles of Perception Recordings] να γίνεται σε συνεργασία με το label noise-below του Νικόλα Μαλεβίτση.
Τι ακριβώς συμβαίνει στο “Synkronika”;  Ο Kwi έχει ταξιδέψει «παντού» στον κόσμο (Νότια Αφρική, Αμαζονία, Χώρα των Βάσκων, Ιρλανδία φυσικά...), συλλέγοντας περιβαλλοντικούς ήχους, ήχους ζώων, αμφιβίων, πουλιών και εντόμων, τους οποίους, στην πορεία, τους μετατρέπει σ’ ένα συναρπαστικό ακουστικό δρώμενο. Οι ήχοι, ως field recordings, δεν φαίνεται να είναι επεξεργασμένοι, αλλά να τοποθετούνται μ’ έναν τρόπο μαγικό πάνω σ’ ένα στρώμα από βόμβους, δημιουργώντας μιαν υποβλητική και κατά τόπους εκκωφαντική στουντιακή ζούγκλα.
Φυσικά, δίσκοι με ήχους εντόμων, ζώων και λοιπά, κυκλοφορούν εδώ και πολλά χρόνια. Προχείρως μου έρχεται στη μνήμη το άλμπουμ “The Songs of Insects” [USA. The Cornell Laboratory Of Ornithology CH 1085] από τη δεκαετία του ’50, ενώ το 1960 η Folkways είχε κυκλοφορήσει το δικό της “Sounds of Insects” [FX 6178], με επιτόπιες εγγραφές εντόμων. Τέτοιοι… φυσικοί ήχοι, ένα από τα διαχρονικά συστατικά συν τοις άλλοις της concrete music, ανακαλύπτονται από καιρού εις καιρόν από μεταπράτες/ μουσικούς, μα ακόμη και από DJs, οι οποίοι επιθυμούν, ως φαίνεται, να εντάξουν στα σετ τους, το παράξενο και το απροσδόκητο. Και τούτο πράττει στο “Synkronika” ο Slavek Kwi, καταφέρνοντας να στέκεται, πάντα, πέραν του προβλεπομένου. Μου κάνει εντύπωση αυτό και το γράφω.
Συνήθως τέτοιες εγγραφές δεν είναι εύκολο να ξεφύγουν από τον χαρακτήρα τού… ακουστικού ντοκιμαντέρ και άρα ενός κάποιου εργαστηριακού ενδιαφέροντος. Μπορεί να στέκονται ως άκουσμα εννοώ, δεν παύει όμως να αποτελούν μια συστάδα ξεκομμένων (από τη φύση) ήχων, που μερικές φορές μοιάζουν τερατώδεις. Η επιτυχία του Kwi, που πρέπει να έχει γερή «πετριά» με το θέμα (δεν εξηγείται αλλιώς), είναι πως πριν αρχίσει να κολλάει τα «επιτόπια» έχει στο νου του ένα σενάριο. Και κυρίως, πέραν του σεναρίου, έχει ήδη φτιάξει ένα «σκηνικό» στο background με ήχους, που δεν θυμίζουν «περιβάλλον», αλλά cosmic trip. Πάνω εκεί τοποθετεί το υλικό του, το οποίο άλλοτε είναι ατόφιο και άλλοτε επεξεργασμένο, δημιουργώντας δυνατές ψυχεδελικές καταστάσεις.
Ακούω το αρχικό 27λεπτο track και μένω άναυδος. Για πολλά, αλλά κυρίως για τον τρόπο που κυλάει διαβρωτικώς, δίχως να το αντιλαμβάνεσαι…

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ποιο είναι το πρώτο και ποιο το σπανιότερο άλμπουμ του;

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να προσεγγίσεις το έργο ενός δημιουργού, ενός συνθέτη – και βεβαίως του Μάνου Χατζιδάκι (1925-15/6/1994). Άλλοι βαθυστόχαστοι, θεωρητικοί, αναλυτικοί, και άλλοι πιο πεζοί και καθημερινοί. Όλοι χρειάζονται. Κυρίως όταν πίσω από κάθε «τρόπο» ξεπροβάλλουν γεγονότα και ιστορίες με ουσιαστικό ενδιαφέρον.
Το πρώτο άλμπουμ του Μάνου Χατζιδάκι ήταν το 10ιντσο LP με τα έργα του “For a Little White Seashell” (1948) και “Six Popular Pictures (Ballet)” (1950), που κυκλοφόρησε περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στην Ελλάδα (μάλλον το 1955), ως παραγωγή της ολλανδικής Philips. Εκ πρώτης περίεργο, αλλά στην πράξη όχι, αφού εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πρέσες στην Ελλάδα που να μπορούσε να «κόψουν» long plays. Έτσι η κοπή του δίσκου, όπως και τα τυπώματά του (εξώφυλλο, ετικέτες), γίνονταν εξ ολοκλήρου στην Ολλανδία.
Τα πρώτα μαζικά LP της ελληνικής δισκογραφίας δηλαδή ήταν δεκάιντσα και ολλανδικά και δεν σχετίζονταν, φυσικά, μόνο με τον Χατζιδάκι. Τότε «κόπηκε» και το πρώτο LP τού Βασίλη Τσιτσάνη (με την Μαρίκα Νίνου), ένα LP με «μουσικές δωματίου» των Καλομοίρη, Βάρβογλη και Σκαλκώτα και μερικά ακόμη. Πολύ ωραίες εκδόσεις με βαριά… πρωτογενή βινύλια και ωραία γυαλιστερά (laminated) front covers.
Πότε ακριβώς κυκλοφόρησαν αυτοί οι δίσκοι και κυρίως εκείνος του Χατζιδάκι, που εδώ μας ενδιαφέρει; Οι πιο πολλές πηγές (ιντερνετικές και άλλες) γράφουν για… 1954, αλλά το πιο πιθανόν είναι τούτο να συνέβη το 1955. Κάπου το εδράζω αυτό. Σε κάτι που σχετίζεται με τους κωδικούς των ελληνικών δίσκων της Philips και παρότι έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον η ιστορία, δεν νομίζω πως υπάρχει, τώρα, λόγος να μπούμε σε λεπτομέρειες.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/58479

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

BELLEROPHONE δύο νέες ηχογραφήσεις

Για τον Bellerophone είχε γράψει καλά λόγια πριν κάμποσα χρόνια στο Jazz & Τζαζ, παίρνοντας αφορμή από το άλμπουμ του “11 Songs for Polaroids and Playmobils” [dreamwaves, 2006]. Έψαξα και βρήκα εκείνο το παλιό κείμενο και το μεταφέρω εδώ, έτσι για να μπούμε λίγο στο πνεύμα:
«Ακατάτακτο, εντός των πλαισίων του ηλεκτρονισμού, άλμπουμ, συντεθιμένο από έναν έλληνα μουσικό, τον Δημήτρη Σαντζιλιώτη (άλλως Bellerophone). Ακατάτακτο, υπό την έννοια ότι ο Σαντζιλιώτης δεν ανήκει σε κάποια «σχολή» ηλεκτρονικής μουσικής –όπως την έλεγαν οι παλιοί, παλιότερα– ούτε καθοδηγείται από μόδες, τάσεις και χρώματα τού σήμερα αναγκαστικώς ή… ψυχαναγκαστικώς. Απλώς αφήνεται ελεύθερος στον ωκεανό των ήχων προκειμένου να αλιεύσει ό,τι κάθε φορά τον ενδιαφέρει, στην απόπειρά του να «ντύσει» μουσικώς αυτόματες φωτογραφίες playmobils, που τράβηξε η συνεργάτιδά του Γωγώ Σιμογιάννη. Βεβαίως, η γνώση του ιστορικού χώρου της concrete, του electro-rock των sixties, της electro-pop των seventies κ.ο.κ., και ο τρόπος μέσω του οποίου αυτή η γνώση υποβάλλει μια συγκεκριμένη διαδικασία είναι το «φάντασμα» που καλείται να ξορκίζει κάθε φορά ο φίλος μας, όμως, στην πορεία, γίνεται αντιληπτό πως ούτε αυτό αποτελεί προτεραιότητα. Έτσι, κάπως, απομένει το έσχατο όλων, στο οποίο οφείλει πλέον να στοχεύσει ο Σαντζιλιώτης –την απόλαυση εν ολίγοις– κι εκεί, όχι απλώς βρίσκει στόχο, αλλά επιτυγχάνει διάνα. Το “11 Songs for Polaroids and Playmobils” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα CD της (πρόσφατης) δικής μας electro-scene και κομμάτια όπως τα “The play ghost” και “The play system” θα μπορούσε να γίνουν ακόμη και οι ύμνοι της». (Jazz & Tζαζ, #163, 10/2006)
Αν και στην πορεία τον «έχασα» τον Bellerophone, τώρα, όμως, φαίνεται πως τον ξαναβρίσκω για τα καλά, μέσω του πολύ περιποιημένου CD-R του “Do you feel lucky?” [[  .] Records, 2015], το οποίο μου δημιουργεί εξ ίσου καλές, για να μην πω ακόμη καλύτερες, εντυπώσεις, αλλά και μέσω μιας ψηφιακής κυκλοφορίας του για την From a Tree Records της Θεσσαλονίκης. Ένα-ένα όμως…
Το αποτέλεσμα στο “Do you feel lucky?” χοντρικώς θα περιγραφόταν ως ηλεκτρονικό, με τη διαφορά πως οι αναφορές τού Bellerophone είναι πια περισσότερο kraut, κοντά στο ύφος του… mid-70s Klaus Schulze, ή των Harmonia (με ή χωρίς τον Brian Eno). Ο Σαντζιλιώτης δεν γουστάρει απλώς τα αναλογικά ηλεκτρονικά παίζοντας μ’ αυτά (τούτο πλέον συμβαίνει με πολλούς), καταφέρνει κάτι πιο άξιο. Να ξεπεράσει το αρχικό vintage, τη διάθεση θέλω να πω ν’ ακούγεσαι παλιομοδίτικα, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο, όσο και εμπνευσμένο έργο, που κυλάει απλά, ουσιαστικά και προπαντός ταξιδευτικά. Με διάρκειες «σωστές» (θέλω να πω… όχι πλευρές δίσκων), με tempi αργά ή γρήγορα, και με ηχοχρώματα άλλοτε «σκοτεινά» (“Punks do it all”) και άλλοτε περισσότερο electro-λαϊκά (το “The scapegoat” είναι τόσο καλό, ώστε θα ξεχώριζε με άνεση σε μια κασέτα με τον αφρό του electro/kraut), το “Do you feel lucky?” αξίζει να τσιμπηθεί από τους εταιρειάρχες μας και να τυπωθεί σ’ ένα βινύλιο – γιατί με τα CD-R, όσο καλοφτιαγμένα και να είναι, δεν γίνεται σωστό παιγνίδι…
Η επόμενη (αλλά περυσινή) κυκλοφορία του Bellerophone είναι ψηφιακή, όπως προείπα, περιλαμβάνει επτά tracks κι έχει τίτλο “Uses of Gravity” [From A Tree Records]. Το στοιχείο που κυριαρχεί και εδώ δεν παύει να είναι το kraut, στην πιο abstract μορφή του όμως – χωρίς, δηλαδή, τα δραματικά (και με τον πρέποντα τρόπο δημοφιλή) στοιχεία του “Do you feel lucky?”. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι πιο πειραματικό να το πούμε (ορισμένα θέματα ανακαλούν τους Tangerine Dream του “Zeit” για παράδειγμα) και βεβαίως πιο εσωστρεφές, δίχως τούτο να σημαίνει πως στερείται ενδιαφέροντος.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

KAZE uminari

Έχω γράψει και στο παρελθόν για τους Kaze, ένα συναρπαστικό κουαρτέτο αποτελούμενο εκ των Christian Pruvost τρομπέτα, Natsuki Tamura τρομπέτα, Satoko Fujii πιάνο και Peter Orins ντραμς. Αφορμή, τότε, αποτελούσε το δεύτερο CD τους “Tornado” [Circum/ Libra Records 202, 2013], ενώ τώρα στρίβει στο player το “Uminari” [Circum/ Libra Records 203, 2015]. “Uminari” στην ιαπωνική είναι αυτός ο… απροσδιόριστος ήχος που ακούγεται από τη θάλασσα, καθώς πλησιάζει το «κακό» (μια μπόρα, μια καταιγίδα, ένα τσουνάμι) και αυτή η «απροσδιοριστία», ας την πούμε έτσι, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της μουσικής του γκρουπ.
Οι Kaze δεν είναι ένα εικονοκλαστικό κουαρτέτο – αν σκεφθούμε άλλες εγγραφές του Tamura ή της Fujii. Είναι ένα σχήμα, που μπορεί να περνάει από τον αυτοσχεδιασμό, ή και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, στην πράξη όμως η μουσική του έχει κατανοητή ροή, «εκπλήξεις», θέματα που μπορεί να ταρακουνούν ακόμη και τον πιο ανυποψίαστο jazzhead, ενώ η μαεστρία των τεσσάρων μουσικών είναι εκείνη που δίνει την αίσθηση ενός μεγαλύτερου (σε αριθμό μελών) συγκροτήματος, ικανού να ανταποκριθεί σε άλλου τύπου απαιτήσεις.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει πέντε συνθέσεις, μάλλον μεγάλης διάρκειας. Χαρακτηριστική είναι η 15λεπτη “Vents contraires”, που ξεκινά μ’ έναν τύπο βόμβου, σε ρόλο «επικίνδυνης ηρεμίας» (κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι Kaze με τον τίτλο του CD τους), για να εξελιχθεί σ’ ένα ακόμη πιο προφανές υποβολιμαίο ακρόαμα, με συναρπαστική… heavy jazz εξέλιξη (φοβερή δουλειά από τον ντράμερ Peter Orins, με τους τρομπετίστες και την πιανίστα να εισβάλλουν σαν σε παροξυσμό, πριν το τελικό «ήσυχο» κλείσιμο). Ένα άλλο track που έχει τη δική του σημασία είναι το σχεδόν 21λεπτο “Inspiration”, με τον Tamura να αποδεικνύει, για ακόμη μια φορά, το πόσο «έξω» κινείται, ως τρομπετίστας, απ’ οτιδήποτε ακούγεται τριγύρω. Εδώ, όχι μόνον ο ιάπωνας «πνευστός», αλλά όλοι οι μουσικοί είναι συντονισμένοι προς μια κατεύθυνση διαρκούς αναζήτησης, καταθέτοντας πλείστες όσες ηχητικές παρασπονδίες (βόμβοι, «πνιγμένοι» και αλλόκοτοι ήχοι από τις «πειραγμένες» τρομπέτες και το προετοιμασμένο πιάνο και άλλα διάφορα), δημιουργώντας ένα σώμα ήχου, από το οποίο δεν λείπει μιαν αίσθηση… τρόμου, ενίοτε χιούμορ, μα ακόμη και παιδικότητας! 
Φοβερό track είναι, τέλος, το έσχατο “Uminari”, που περικλείει όλη τη δύναμη και τη διάθεση για πρωτοτυπία των Kaze (με τους απίστευτους τρομπετικούς ήχους του Tamura, να ακούγονται σαν… live electronics), ενός από τα λίγα σύγχρονα jazz σχήματα, που μπορούν να κινούνται με την ίδιαν άνεση από το αυστηρά μετρονομημένο pattern προς το χαοτικό και το ανέλπιστο.

BJØRN SOLLI τζαζ από τα νησιά Lyngør;

Lyngør είναι το όνομα ενός χωριού, αλλά και μιας συστάδας νησιών στη νοτιοανατολική άκρη της Νορβηγίας. Προφανώς, πρόκειται για έναν ήσυχο, παραδεισένιο τόπο, εκεί που κάθε Σκανδιναυός (κάποια στιγμή της ζωής του) θα μπορούσε να εκπληρώσει ορισμένες από τις πνευματικές/ καλλιτεχνικές ανησυχίες του. Να διαβάσει, να γράψει, ζωγραφίσει, να συνθέσει και τ’ ανάλογα, σ’ ένα περιβάλλον ήσυχο και κομματάκι απόμακρο. Τούτο έπραξε και ο νορβηγός κιθαρίστας της jazz Bjørn Solli, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έγινε θαμώνας του χωριού, εμφανιζόμενος στο Lyngør Jazzklubb (ναι το χωριό έχει jazz club, αφού η jazz είναι κάπως σαν εθνική μουσική στη Νορβηγία) και συνθέτοντας αναλόγως. Όλα εξελίχθηκαν όπως πρέπει λοιπόν, με μία μόνη διαφορά. Το έργο, το πρώτο μέρος του “Lyngør Project”, δεν ηχογραφήθηκε στο νησί, αλλά στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, με μερικούς από τους καλύτερους sessions της τοπικής σκηνής. Και όταν μιλάμε για τη σκηνή του Brooklyn, όλοι αντιλαμβανόμαστε περί τίνος πρόκειται… Πολλά τα credits… και όλα προσφέρονται αφειδώς κατά τη διάρκεια της εγγραφής. Πέραν λοιπόν του Bjørn Vidar Solli στην κιθάρα, το project φέρνουν εις πέρας οι Seamus Blake τενόρο, σοπράνο, Ingrid Jensen τρομπέτα, Aaron Parks πιάνο, Matt Clohesy μπάσο και Bill Stewart ντραμς – άπαντες και άπασες με περγαμηνές και ιστορία.
Οι συνθέσεις του Solli στο “Aglow: The Lyngør Project Volume 1” [Lyngør Records, 2014] είναι λογικώς επηρεασμένες από τη ζωή του στο Lyngør. Τώρα, το πόσο αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται από άλλες δικές του δεν μπορώ να το βεβαιώσω, βεβαιώνω όμως πως ό,τι ακούγεται στο CD δεν έχει να κάνει με κάτι nordic, με ό,τι τέλος πάντων έρχεται στο νου μας καθώς ακούμε τα ονόματα... Jan Garbarek ή Arild Andersen. Ο Solli συνθέτει, βασικά, για τους παίκτες του. Κι έτσι… Αμερικανοί ή αμερικανοτραφείς οι περισσότεροι, ακούγονται κυρίως σαν μια μπάντα του Brooklyn, παρά του… Lyngør. To swinging είναι βαθύ και έντονο, με τους Blake και Parks να τα «χώνουν» ήδη από το πρώτο tracks (“Windjammer”), ενώ η Jensen, στο “To the lighthouse” συμβάλλει με εντυπωσιακό τρόπο στην εξέλιξη μιας blues μελωδίας, που σε «πιάνει» από την αρχή.
Άψογη σύγχρονη jazz λοιπόν, από ένα σχήμα που… αν και κάπως περιστασιακό δεν δυσκολεύεται σε κανένα σημείο του “Aglow…” να τρίξει τα δόντια του.