Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

SLY 5TH AVE …πνευματικός σαξοφωνίστας

Παρότι δεν πρέπει να είναι πολύ επάνω από τα 20, ο σαξοφωνίστας Sylvester Uzoma Onyejiaka II, ή άλλως Sly 5th Ave, έχει προλάβει να συμπράξει με τους Prince, Wynton Marsalis, Maceo Parker κ.ά., δείχνοντας το πόσο μετράει στο ευρύτερο καλλιτεχνικό/ επαγγελματικό μουσικό στερέωμα. Εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη, αλλά γεννημένος μάλλον στο Τέξας (και με νιγηριανή καταγωγή), ο Sly 5th Ave παραδίδει τώρα το πρώτο προσωπικό CD του που έχει τίτλο “Akuma” [Truth Revolution Records, 2013] και το οποίο μας μεταφέρει σ’ ένα χώρο spiritual jazz… όταν τα φλερτ με το funk ή το πιο καθαρόαιμο bop δεν αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο.
Με ευρεία μπάντα συνοδείας, που περιλαμβάνει ντραμς, μπάσο, ηλεκτρική κιθάρα, κρουστά, τρομπέτα και σε επιμέρους tracks ακουστικές κιθάρες, πιάνο, Wurlitzer, κι άλλη τρομπέτα, φλάουτο, βιολί και φωνή, ο Sly 5th Ave προτείνει ένα ωριαίο περίπου άλμπουμ, που σφύζει από οργανοπαικτική δύναμη. Απολαυστικές συνθετικές στιγμές και ακόμη πιο απολαυστικές ενορχηστρώσεις, με το κλίμα της παραγωγής (Brad Williams) να παραπέμπει ευθέως στις «ζεστές» εγγραφές των τελών του ’60. Χαρακτηριστικό κομμάτι αυτής της αίσθησης αποτελεί το έσχατο μεγαλόπνοο “Abuja”, που κινείται στην καλύτερη παράδοση του είδους. Αfro-jazz υψηλής κλάσης, με έμφαση στο ρυθμικό τμήμα (οι Art Ensemble of Chicago του “Theme de Yoyo” θα μπορούσε να ήταν μιαν αναφορά), αλλά και σε μία τρόπον τινά εξωτική μελωδική γραμμή που συνεπαίρνει.
Το “Akuma” είναι ένα άλμπουμ με πολλές ιδιάζουσες στιγμές. Συνδυάζει δε τη συνθετική πληρότητα, με το «σταλμένο» αυτοσχεδιαστικό στοιχείο, κινούμενο μέσα σ’ ένα κλίμα κυριολεκτικής… soul music. Όσοι γουστάρουν τις σχετικές επανεκδόσεις του Jazzman (Roy Brooks and The Artistic Truth, Marvin Peterson and The Soulmasters, Nathan Davis και τα τοιαύτα) νομίζω πως, και με την περίπτωση τού Sly 5th Ave, θα βρεθούν στο στοιχείο τους.

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ στην Ιταλία των seventies

Γράφοντας στην προηγούμενη ανάρτηση για τον Γιώργο Πεντζίκη και την παρουσία του στο φερώνυμο LP της Patty Pravo [Ricordi SMRL 6193, 1976] καλόν είναι να πούμε πως ο θεσσαλονικιός μουσικός στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 ήταν ένα από τα πλέον βασικά session στέλεχη των στούντιο της ιταλικής Polydor (και στην αρχή της RCA)· εκεί όπου τις παραγωγές διεκπεραίωνε συνήθως ο Νίκος Παπαθανασίου (αδελφός του Βαγγέλη Παπαθανασίου). Ο Πεντζίκης μπορεί να άρχιζε να παίζει rock με τους Pacifics, οι οποίοι ηχογράφησαν δύο 45άρια στα τέλη του 1966 στην Αθήνα, τα Smile again/ Thats the truth” [Philips 6130, 1966] και My thoughts/ Another chance” [Philips 6131, 1966], με το τελευταίο αυτό κομμάτι (“Another chance”) να είναι δική του σύνθεση, μπορεί λίγο αργότερα να πέρασε ως οργανίστας από τους Fratelli, ήταν όμως η παρουσία του στα ιταλικά στούντιο των seventies, που τον έφερε, βασικά, σ’ επαφή με τον τομέα της τεχνικής και της παραγωγής· κάτι που θ’ αποδειχθεί ως η βασικότερη δουλειά του από τη δεκαετία του ’80 και μετά, όταν επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη θα δημιουργούσε δικό του στούντιο, εταιρεία κ.λπ. ηχογραφώντας τους πάντες, από τους Stained Veil, μέχρι τον Ζαφείρη Μελά.
Τη φωτογραφία αυτή τη βρήκα σ' ένα δικό μου folder 5-6 χρόνια παλαιό. Έγραφα από κάτω... Γιώργος Πεντζίκης. 
Ρίχνοντας μια ματιά στο discogs συναντάμε το όνομα του Γιώργου Πεντζίκη σ’ ένα σωρό ιταλικές παραγωγές του δεύτερου μισού των seventies. Για παράδειγμα: Loukas SiderasPax Spray” [RCA TPL1 1081, 1975] ο Πεντζίκης συμμετέχει στην ορχήστρα μαζί με τους Βλάσση Μπονάτσο και Κώστα Δουκάκη, ενώ η παραγωγή ήταν του Νίκου Παπαθανασίου, Mai Lai Amarsi soli (G. Belfiore-G. Pentzikis)/ Dance little lady dance” [Polydor 2060 142, 1977] ενορχήστρωση Yorgo Pentzikis, παραγωγή Niko Papathanassiou, Walter Foini Compro Tutto” [Polydor 2448 053, 1977] πιάνο, σύνθια, κιθάρες, μπάσο, κρουστά Yorgo Pentzikis, παραγωγή Niko Papathanassiou, Mario Panseri Sulla Spiaggia D'Inverno” [Polydor 2448 067, 1978] ενορχήστρωση, μπάσο, ντραμς, πλήκτρα Yorgo Pentzikis, παραγωγή Niko Papathanassiou, Edoardo de Angelis Piccola Storia Di Libertà” [Polydor 2448 069, 1978] ενορχήστρωση, παραγωγή Niko Papathanassiou, πιάνο, σύνθια Yorgo Pentzikis, Grimm Liana/ Fiaba” [Polydor 2060 190, 1979] ενορχήστρωση Yorgo Pentzikis. Επίσης, σ’ ένα βιογραφικό του που υπάρχει στο δίκτυο αναφέρονται και συνεργασίες με τους Tony Esposito, Orietta Berti και Riccardo Cocciante. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλες…
Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται πουθενά είναι πως ο Γιώργος Πεντζίκης και ο Νίκος Παπαθανασίου βρίσκονταν πίσω από ένα italo project (ή μάλλον πριν το italo), που είχε τίτλο… Adolf Stern (από το όνομα ενός γερμανού ιστορικού και ποιητή;). Οι… Adolf Stern ηχογραφούν ένα 7ιντσο το 1979 με τα κομμάτια MoreI like it/ Twenty seven” [Ciao CIAO 510], τα οποία υπέγραφε κάποιος… Zoroaster. Ποτέ δεν θα μαθαίναμε πως πίσω από τους Adolf Stern και τον Zoroaster κρυβόταν ο Γιώργος Πεντζίκης, αν ο ίδιος δεν έβγαινε να το πει. Να λοιπόν τι ψάρεψε από το facebook (δια χειρός Πεντζίκη) ο Manwolf Louie και μας το έστειλε:
«Εκείνη την εποχή disco για μας τους ‘προοδευτικούς’ σήμαινε ντροπή. Εξ ου και το ψευδώνυμο. Το έγραψα, έπαιξα όλα τα όργανα (τότε δεν είχε sampler), και ω τι έκπληξη το βρήκα και τραγουδισμένο από τον... Νίκο Παπαθανασίου. Ο funk ήχος είναι ένα Korg polyphonic ensemble, αλλά μάλλον και οι υπόλοιποι synth ήχοι προέρχονται από αυτό. Τα τύμπανα είναι φυσικά, αλλά λούπα με μαγνητοταινία που έκοβε βόλτες μέσα στο στούντιο, το μπάσο ένα Fender που νοικιάζαμε».
Περιττό να πω πως το κομμάτι είναι καταπληκτικό, και μακάρι όλοι οι «προοδευτικοί» των seventies να έφτιαχναν στα τέλη της δεκαετίας μία τόσο καλοβαλμένη disco

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

TONY PINELLI άγνωστη ροκιά

Το Woman(T. Pinelli - P. Jeffery - R. Scacchi) είναι ένα από τα πιο βαριά κομμάτια του πρώιμου ελληνικού ροκ. Όταν το είχα πρωτακούσει στα μέσα της δεκαετίας του ’80 (και πριν πέσουν στα χέρια μου, πάντως, τα πρώτα τρία LP των Socrates Drank the Conium) είχα εκπλαγεί. Ένα… «σχιζοειδές» (όπως το είχα χαρακτηρίσει σε παλαιότερη ανάρτηση) track γραμμένο από έναν δυνατό τραγουδιστή (ήταν και τέτοιος, εκτός από... αισθαντικός), που τίμησε το ελληνικό ροκ με την παρουσία του μετά τα μέσα του ’60, τον Ιταλό Tony Pinelli (μαζί του στα credits και οι συνοδοιπόροι του το 1971, ο κιθαρίστας Paul Jeffery και ο ιταλός μπασίστας Raul Scacchi, ο οποίος στα late 60s συμμετείχε στους Messaggeri και που τώρα πρέπει να μένει στους Σιναράδες της Κέρκυρας, κυκλοφορώντας ακόμη CD!).
Το τρίτο αυτό άλμπουμ τού Tony Pinelli, που είχε ως τίτλο το όνομά του [Philips 6331 017, 1971] δεν το έχω. Δεν το βρήκα ποτέ μπροστά μου, τόσα χρόνια που ψάχνω για να το αγοράσω – να το αγοράσω εννοώ σε μια λογική τιμή. Παρά ταύτα, όπως έγραψα και στην αρχή, το “Woman” το ήξερα από τα μέσα του ’80, επειδή το κομμάτι ακουγόταν στην καλή συλλογή “Pop Coctail” [Polydor 2421 017, 1971], μαζί με tracks των Poll, Olympians, Socrates Drank the Conium, Morka, Blue Birds, Charms και Αργύρη Κουλούρη. Θυμάμαι να λέω ακούγοντάς το (πρέπει να το είχα πει δηλαδή) πως το τραγούδι αυτό… ποδοπατούσε ακόμη και τους Socrates (στο… λανθασμένα γραμμένο “Pop Coctail” ανθολογούνταν τα «Κλεισ’ τα μάτια σου και άκου» και “My only fellow”). Με… πολυεθνική line-up (ο περκασιονίστας Ευγνώμων Διαλετής, που την ίδιαν εποχή εμφανιζόταν και στο session του «Μπάλλου» του Διονύση Σαββόπουλου, η Βάνα Βερούτη-Pinelli και η Gelsomina στα φωνητικά, κάποιοι Jimmy και Pieruzzu, συν τους Raul Scacchi και Paul Jeffery) και βεβαίως με τους ελληνικούς στίχους της Σέβης Τηλιακού, η παρέα θα δώσει δώδεκα τραγούδια (εννέα πρωτότυπα και τρεις διασκευές – στο “A flower in my garden” των Hep Stars, της μπάντας του Benny Andersson των ABBA, στο “Lady Barbara” που είχε τραγουδήσει ο Renato dei Profeti, ο Renato από το ιταλικό συγκρότημα Profeti δηλαδή, και στο “Lay down” της Melanie), μερικά εκ των οποίων ακούγονται και σήμερα με ενδιαφέρον.
Paul Jeffery, Patty Pravo 
(από την ιταλική wikipedia)
Ψάχνοντας κανείς στα… άδυτα του διαδικτύου μπορεί να βρει διάφορες πληροφορίες για τους Jeffery και Scacchi, εγώ όμως θα αναφέρω κάτι που είχα ξαναγράψει. Ο κιθαρίστας Paul Jeffery εμφανίζεται στο άλμπουμ “Tanto” [RCA TPL1-1195, 1976] της Patty Pravo, στο οποίο παίζει πλήκτρα και ενορχηστρώνει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, στο LP Patty Pravo” [Ricordi SMRL 6193, 1976] μαζί με τον κιμπορντίστα Γιώργο Πεντζίκη (που εμφανιζόταν στο δεύτερο μισό των seventies στην Ιταλία, κυρίως σε παραγωγές του Νίκου Παπαθανασίου), αλλά και (μαζί με την Βάνα Βερούτη) στο “La Fête Sauvage” [FR. EMI/ Pathé-Marconi 2C 066 - 14.276, 1976] του Βαγγέλη Παπαθανασίου… Ες αύριον... τα υπόλοιπα.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ νέο βινύλιο

Επικοινωνούμε με τον Κωστή Δρυγιανάκη από το 1987. Μου το θύμισε ο ίδιος, όταν είχαμε συναντηθεί στο Σόλωνος-Μασσαλίας πριν κάποια χρόνια. Διατηρούσε δηλαδή στη μνήμη του το γεγονός πως του είχα στείλει (όντως) γράμμα στο Βόλο, εκείνη την εποχή (τέλη ’87), ψάχνοντας για το πρώτο LP της Οπτικής Μουσικής. Μου είχε ταχυδρομήσει, τότε, την... 517η κόπια από τις 1000 που είχε τυπώσει, όπως αργότερα μου έστελνε στο Jazz & Τζαζ και τις υπόλοιπες ηχογραφήσεις (από την Δίσκοι ΕΔΩ ή... αλλού), μέχρι και την... προτελευταία του (τούτην εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/05/blog-post_9.html). Πριν λίγες ημέρες περνώντας από το A Strange Attractor ο Νεκτάριος μού... ενεχείρισε κόπια βινυλίου (την 341η από τις 350), την οποίαν είχε αφήσει στο δισκάδικο, για την πάρτη μου, ο Κωστής Δρυγιανάκης. Τον ευχαριστώ (όπως και κάθε έναν που στέλνει τη δουλειά του στο δισκορυχείον). Χαίρομαι γι’ αυτές τις σχέσεις (ακόμη και όταν μένουν σ’ ένα πρώτο επίπεδο), επειδή διατηρούνται χρόνια. Να έχεις μιλήσει μια-δυο φορές μ’ έναν άνθρωπο, κι επειδή υπάρχει αλληλοεκτίμηση να σου παραδίδει προς κρίσην τη δουλειά του.
Ακούω τον Δρυγιανάκη στοBlow into breeze [Ανεξάρτητη Παραγωγή, 2013] με την μεγαλύτερη έκπληξη από ποτέ· κι αυτό δεν είναι τυχαία κουβέντα, επειδή η μουσική τού βολιώτη ηχο-διαχειριστή, από τη φύση της, έχει ενσωματωμένο μονίμως το στοιχείο της έκπληξης. Το πρώτο κομμάτι που έχει τίτλο «Μέρος πρώτο (‘Έκτη Δεκεμβρίου’)», και το οποίον καταλαμβάνει περί τα 3/5 της πλευράς, ξεκινά με εντυπωσιακό τρόπο, οριοθετώντας ένα κάπως noisy Floyd-ικό σκηνικό, πριν το κρεσέντο διαρραγεί προς έναν κυκεώνα υπόκωφων θορύβων, αναλογικών synths και φωνών. Στο τρίτο τμήμα τής σύνθεσης (περί συνθέσεως πρόκειται, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) τα ηλεκτρονικά βγαίνουν μπροστά (παρότι από το... βάθος ακούγονται σαν σε… όνειρο ήχοι κανονικών οργάνων), πάντα σ’ ένα abstract, υποβολιμαίο σκηνικό. Το «Μέρος δεύτερο» που κλείνει την πρώτη πλευρά αφηγείται μία κάπως industrial ιστορία (δεν είναι εύκολο να μαντέψεις πάντα το πάνελ των... δολιοφθορών του Δρυγιανάκη), μέσα από την οποία ξεπετάγονται ανερμάτιστοι φυσικοί ή μη ήχοι. Εκρηκτικά κρεσέντι και χαμηλού volume περιβαλλοντικές νύξεις, που συμπλέκονται με το κλαρινέτο του Στυλιανού Τζιρίτα ή το zither του Τάσου Στάμου, πριν καταλήξουν σε πιο free-improv-noisy καταστάσεις.
Δύο tracks είναι χαραγμένα και στη δεύτερη πλευρά του long-play. Το «Μέρος τρίτο» ξεκινά με κάπως τσιτωμένους ηλεκτρονικούς ήχους, σ’ ένα concrete πλαίσιο, επί του οποίου παρεισφρέουν ή φαίνεται να παρεισφρέουν... πιο κανονικά όργανα. Η ένταση και η οξύτητα της συγκεκριμένης εγγραφής προκαλεί ένα χαοτικό σύμπλεγμα ήχων και φωνών που φέρνει στη μνήμη εγγραφές του περίφημου INA-GRM από τη δεκαετία του ’70. Ο δε ψάλτης, στο θορυβώδες background, θα μπορούσε ν’ ακούγεται και σαν νύξη στα… προκεχωρημένα έργα του Μιχάλη Αδάμη της ιδίας εποχής. Το «Μέρος τέταρτο», στο πρώτο μισό του, είναι ένα track cosmic/kraut αισθητικής (Cluster π.χ.), με ενισχυμένo βαθύ... βομβώδες background. Στο δεύτερο μισό ρωσικές field recordings να υποθέσω (αν και ό,τι και να υποθέσεις, αναφορικώς με τις ηχητικές πηγές που χρησιμοποιεί ο Δρυγιανάκης και οι οποίες, άπασες, καταγράφονται στο ένθετο, πιθανώς, διαψεύδεται!) δίνουν τη σκυτάλη σ’ ένα cinematic, thriller cinematic, ηχοσκηνικό, με το πιάνο του Στάθη Θεοχαράκη να καλύπτεται πίσω από αλλεπάλληλες στρώσεις εκκωφαντικού αυτοσχεδιαστικού υλικού (η electronic-jazz των MEV της ύστερης εποχής είναι ένα καλό ανάλογο), πριν αναγκαστικώς οδηγηθούμε στην ηρεμία και περαιτέρω στη σιωπή... Ένα εξαιρετικό LP.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

THE BOY για το american unicorn

Δεν γνωρίζω τι πρέπει να περιμένει ο καθείς από έναν καλλιτέχνη. Μάλλον τίποτα. Ή τα πάντα (το ίδιο είναι). Και δεν ξέρω εν προκειμένω, αν το τέταρτο(;) άλμπουμ του Boy (τέταρτο πάντως για την Inner Ear) βρίσκεται σε ευθεία γραμμή με… τα αμέσως ή …το αμέσως προηγούμενο. Ηχητικώς, δεν έχει μεγάλες διαφορές από κάποια… κατά τόπους κείμενα της «Ηλιοθεραπείας». Απλώς υπάρχει μία στόχευση προς τα πιο φωτεινά (ας τα αποκαλέσω έτσι) ηχοχρώματά της, προκειμένου να βρεθεί ένα πλαίσιο εντός του οποίου να υπάρξει και να αναπτυχθεί το American Unicorn [Inner Ear, 2013].
Δεν έχω την εντύπωση πως ο Boy έφτιαξε ένα… κανονικό pop άλμπουμ, όπως μαρτυρά μια πρώτη ακρόαση – ο αγγλικός ας πούμε στίχος, ή κομμάτια όπως το “Meet the angels”. Αν και αυτή ήταν, ίσως, η ανάγκη τού τραγουδοποιού –να εκφραστεί δηλαδή μέσα από πιο απλοποιημένες φόρμες, που να επιτρέπουν το… λίκνισμα μαζί με την ενδοσκόπηση– το σύνολο δεν είναι πάντα… δημοφιλές. Υπάρχει μία αποστασιοποίηση στο τελικό αποτέλεσμα, ένας μετεωρισμός, ο οποίος εκφράζεται όχι μόνο μέσω του αγγλικού λόγου –η γλώσσα δεν μοιάζει να προκύπτει τόσο ως βαθύτερη ανάγκη, όσο ως πρόσχημα–, αλλά και της αναντιστοιχίας των τραγουδιών, που δεν υπακούουν σε μιαν, κατά το μάλλον ή ήττον, «εσωτερική» σειρά. Κομμάτια όπως το “Songbird” π.χ. μοιάζει να διαθέτουν τις προϋποθέσεις για τα αναγκαίες «εναλλακτικές» ραδιομεταδόσεις, άλλα όμως, όπως το “Plague” ή η… προσευχή “Then dont change me God”, είναι σαν να βγαίνουν από τις sessions της πιο εσωστρεφούς (ηχητικώς) «Ηλιοθεραπείας». Υπάρχουν, φυσικά, κομμάτια στο “American Unicorn” που δείχνουν μιαν αυθυπαρξία, που δεν θέλουν να είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι και αναφέρομαι πρωτίστως στο “G the rapture”, το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ – που θα μπορούσε να εμφανίζει κάτι από την ρυθμική μανιέρα των ύστερων CAN και που σε συνδυασμό με την παρουσία της κιθάρας μετατρέπεται σε κάτι, πράγματι, ξεχωριστό. Είναι ένα ζήτημα αυτό. Η οργανική λιτότητα των κομματιών τού Boy (σύνθια, προγραμματισμός και ξανά μανά το ίδιο) τούς αφαιρεί τη δυνατότητα να υπάρξουν μέσα σ’ ένα ευρύτερο pop πλάνο, εκεί όπου θα είχαν πρωτεύοντα ρόλο (εκτός από τα σύνθια) και οι κιθάρες (για να μην αναφέρω και άλλα ενδεχομένως όργανα).
Εν κατακλείδι, εκείνο που λέω, εν σχέσει με το “American Unicorn”, είναι πως το άλμα τού Boy προς ένα κάποιο «έξω» δεν παρουσιάζεται με τη… φόρα που θα ’πρεπε. Είναι κάπως άτολμο και γι’ αυτό μένει στη μέση (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν ενδιαφέροντα ή και πολύ καλά, εδώ κι εκεί, τραγούδια). Για να περιγράψεις κάτι από το «φώς», χρειάζεσαι και τ’ απαραίτητα εργαλεία· ιδίως από τη στιγμή κατά την οποίαν ο στίχος δείχνει να απεμπολεί την πρωτοκαθεδρία.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

σκέψεις στην εποχή της κρίσης, αλλά κυρίως της «κρίσης»…

Ένα από τα πολλά που με προβληματίζουν, μ’ ενοχλούν, μ’ εκνευρίζουν και με απογοητεύουν στον καιρό της κρίσης, αλλά κυρίως της «κρίσης», είναι η γαϊδουριά τού «δεν πληρώνω» πουθενά και τίποτα… Εν ολίγοις, παγιώνονται καταστάσεις που θα ’ναι δύσκολο ν’ αλλάξουν… αύριο, όταν και άμα… βγούμε από το τούνελ, αφού οι κακές συνήθειες φαίνεται πως ριζώνουν όλο και βαθύτερα στην κοινωνία. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα αποσιωπηθέντα εγκλήματα του μνημονίου. Το να χαθεί (η χαμένη ούτως ή άλλως) εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος το αντιλαμβάνομαι (δεν χρειάζονται επεξηγήσεις π.χ. για τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων που «κουρεύτηκαν», διάβαζε φαγώθηκαν από τους επιτηδείους), αλλά το να χαθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί. Οδηγούμαστε ολοταχώς σε ζούγκλα, και μάλιστα με μη αναστρέψιμες διαδικασίες. Κάποιοι, πολλοί, λίγοι, δεν ξέρω (μάλλον πολλοί) έχουν φθάσει στο σημείο, επικαλούμενοι την κρίση, να μην συνεισφέρουν ούτε δεκάρα για το κοινό καλό. Στις πολυκατοικίες π.χ. οι μισές οικογένειες δεν πληρώνουν πλέον κοινόχρηστα (και όχι γιατί, πάντα, δεν έχουν), ενώ στις όποιες δουλειές του ιδιωτικού τομέα υφίστανται ακόμη εργάζεσαι, συχνά, απλήρωτος για μήνες (και όχι γιατί, πάντα, δεν έχει το «αφεντικό»). Η προηγούμενη κυβέρνηση (του ΠΑΣΟΚ) διέλυσε τις εργασιακές σχέσεις, κάτι που συνεχίζει ασμένως η παρούσα της ΝΔ (ποιο ΠΑΣΟΚ;) και τούτο είναι ό,τι πιο καταστροφικό θα μπορούσε να συμβεί (χειρότερο και από την ανεργία). Ένας ξεχαρβαλωμένος ιδιωτικός τομέας, που έκανε, ούτως ή άλλως, ό,τι γούσταρε, δεν είναι πια απλώς ανεξέλεγκτος, αλλά προστατεύεται και από το νόμο! Πληρώνει ό,τι θέλει, αν θέλει, όποτε θέλει, προφασιζόμενος την «κρίση», κι ας έχει φάει, καταχραστεί και σπαταλήσει δισεκατομμύρια όλα τα προηγούμενα χρόνια. Είναι πολλοί εκείνοι που παραμένουν στις δουλειές τους, όντας απλήρωτοι, με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα πάρουν τίποτα δεκάρες, ενώ η λεγόμενη «εθελοντική εργασία», που παρέχεται στα «αφεντικά», δίνει και παίρνει όντας στην ημερησία διάταξη.
Ειδικώς μ’ εμάς που γράφουμε κείμενα, που ήμασταν έτσι κι αλλιώς «όπου φυσάει ο άνεμος», η κατάσταση δεν διορθώνεται με τίποτα. Το να κάνει κάποιος μιαν άλλη δουλειά, έχοντας τη δημοσιογραφία ως πάρεργο (άρα να μην τον νοιάζει και τόσο αν πληρώνεται, αφού κάνει απλώς το κομμάτι του), είναι κάτι το οποίον στις μέρες αποκτά αντικοινωνικά χαρακτηριστικά. Εξωθείται ο επαγγελματίας δημοσιογράφος σε μιαν ιδιότυπη εξαφάνιση, επειδή υπάρχουν οι πάσης φύσεως –ψωμιζόμενοι από αλλού– «εθελοντές». Είναι ο άλλος καθηγητής, ξέρω ’γω, ή γιατρός, ή τραπεζικός; Έχει το βίτσιο να δει τ’ όνομά του τυπωμένο σε μιαν εφημερίδα ή σ’ ένα περιοδικό; (Όπως μπορεί να το έχουμε όλοι μας από λίγο έως πολύ, αν κι εγώ, πλέον, το έχω από ελάχιστα έως καθόλου). Στέλνει δια τούτο, στις φυλλάδες και στα περιοδικά, τζάμπα κείμενα, αντί να απαιτήσει έστω το ελάχιστον (κάποιοι ζητούν μια συμβολική αμοιβή, αλλά η απάντηση είναι η εξής: «έλα, τώρα… αφού ξέρεις…»). Βεβαίως, εκτός απ’ αυτούς… που ξέρουν, τελικώς, υπάρχουν και οι φουκαράδες (που δεν θα μάθουν τίποτα ποτέ…), οι άφραγκοι που παρακαλούν και δίνουν κείμενα από ’δω κι από ’κει, αναλαμβάνοντας και πάσης φύσεως φασίνες (σε ραδιόφωνα π.χ. ή αλλαχού), για την ψυχή της μάνας τους… Ας γνωρίζουν όμως, και αυτοί, πως έτσι το πράγμα δεν πηγαίνει πουθενά. Φυσικά, δεν υπάρχει, πια, πληρωμένη (πληρωμένη σωστά εννοώ) δημοσιογραφική δουλειά για όλους – είτε αναφερόμαστε στα έντυπα, είτε στο ραδιόφωνο, είτε στην τηλεόραση, είτε στο διαδίκτυο (πολύ περισσότερο εκεί). Η φούσκα στο χώρο ήταν υπαρκτή, και καθώς έσκασε σάρωσε και… κόσμο και… κοσμάκη. Άλλο όμως αυτό, και άλλο το να δημοσιογραφείς τζάμπα στην εποχή της κρίσης για τα διάφορα «αφεντικά»· πόσω μάλλον όταν δεν έχεις ούτε… πρώτη εργασία.
Θυμάμαι κάποτε, προ κρίσης νομίζω, τον Νίκο Δήμου να θίγει ένα τέτοιο ζήτημα. Ενώ έναν ηλεκτρολόγο, άμα τον φωνάξεις να σου αλλάξει μια πρίζα, θα του δώσεις τρία τάλιρα (δεν πρόκειται να του πεις… «έλα μωρέ, δεν έκανες τίποτα…»), σε κάποιον από τον οποίον ζητάς… 500 λέξεις σκέπτεσαι πως δεν υπάρχει λόγος να του δώσεις ούτε φράγκο. «Δεν σου κοστίζει τίποτα… σε μισή ώρα τις έχεις γράψει…» είναι η συνήθης επωδός (αν υπάρχει και κάποια ψευτο-φιλική σχέση μεταξύ των… συμβαλλομένων). Μα για να γράψει κάποιος 500 λέξεις για ένα θέμα, σημαίνει πως έχει επενδύσει σ’ αυτό το πράγμα επί χρόνια. Κι αν είναι εύκολο για ’κείνον –και είναι– δεν σημαίνει πως είναι εύκολο για τον καθέναν. Δεν πληρώνονται δηλαδή, απλώς, τα 20 λεπτά των 500 λέξεων, αλλά ό,τι έχει δαπανηθεί επί χρόνια από τον επαγγελματία δημοσιογράφο στην προσπάθειά του ν’ αποκτήσει την λεγόμενη… ευκολία. Εν τέλει; Δεν πληρώνεται απολύτως τίποτα, καθότι όλο και από κάπου θα βρεθεί ο βολικός «εθελοντής»…
Προσφάτως, είχα μια κουβέντα μ’ έναν αναγνωρισμένο άνθρωπο του μουσικού/ δημοσιογραφικού χώρου. Με ρώτησε γιατί γράφω, τόσα πολλά στο blog κάθε μέρα. Του απάντησα… «από εσωτερική ανάγκη». «Εκφράζομαι μέσω του γραπτού λόγου, που έχει παραλήπτες. Αν δεν με διάβαζε κανείς, δεν ξέρω αν θα έγραφα. Μάλλον όχι». Μου είπε… πως το τζάμπα κείμενο κάνει παντού κακό, και πως σε κάθε περίπτωση κακοσυνηθίζει και ο αναγνώστης (ο οποίος μαθαίνει να μην βάζει το χέρι στην τσέπη, άσε το... κλοπιράιτ από τα διάφορα χαϊβάνια λέω εγώ) και πως εκείνος δεν θα έγραφε ποτέ και για κανέναν λόγο τζάμπα –και δεν το κάνει– είτε σε έντυπο ή site κάποιου άλλου, είτε σε δικό του.
Δεν είναι πως δεν τα είχα σκεφθεί όλα αυτά πιο πριν. Απλώς η εσωτερική ανάγκη μου, για μία τέτοιου τύπου επικοινωνία, τα ξεπερνούσε. Δεν αισθάνθηκα ποτέ στη ζωή μου μοναχοφάης. Δεν μ’ ενδιαφέρει απλώς να μαζεύω –γιατί δεν είμαι συλλέκτης–, να κοιτάζω τα περιοδικά μου ή τους δίσκους μου, να τα… χαϊδεύω και να… φτιάχνομαι για πάρτη μου. Μου αρέσει να λέω δημοσίως τη γνώμη μου και κυρίως μ’ ενδιαφέρει να μοιράζομαι πράγματα. Αυτό είναι ένα ισχυρό κίνητρο για να κάνω ό,τι κάνω στο δισκορυχείον. Φυσικά, πρέπει να τηρούνται ορισμένες ισορροπίες (έχω σκεφθεί επ’ αυτών), οι οποίες συχνά δεν τηρούνται· ενώ προσφέρεις κάτι δωρεάν, από την ψυχή σου, πάντα θα υπάρχει κάποιος να σε περιμένει στη γωνία, κακόπιστος ων, για να σε καρφώσει… (εδώ δεν μιλάμε πια για κριτική, αλλά για σκέτη αθλιότητα). Κι αυτό εσχάτως, δεν το κρύβω, με ξαναβάζει σε σκέψεις…

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ROCK ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ μύθοι και πραγματικότητα

Πριν λίγες ημέρες έφθασε στα χέρια μου το τελευταίο(;) τεύχος του περιοδικού Θεσσαλονικέων Πόλις (#22, Σεπτέμβριος 2013)… και καθώς το ξεφύλλιζα έπεσα πάνω σ’ ένα 8σέλιδο κείμενο υπό τον τίτλο Θεσσαλονικέων Ροκ, το οποίον υπέγραφε ο Κώστας Γ. Καρδερίνης (συντάκτης του mic.gr κ.λπ.). 
Μακεδονομάχοι
Αν δεν με απατά η μνήμη μου ο Καρδερίνης είχε δημοσιεύσει κάποιο άρθρο του και στο Jazz & Τζαζ πριν κάποιο καιρό – δεν το λέω όμως με απόλυτη βεβαιότητα (πρέπει να το τσεκάρω). Το κείμενο αυτό (για το rock στη Θεσσαλονίκη) είναι γενικώς καλό («γενικώς» λέω) δίνοντας μία… πληθωρική εικόνα για την ροκ σκηνή τής πόλης μέσα στα χρόνια. Αν, όμως, κάποιος το εξετάσει πιο προσεκτικά θα διαπιστώσει το εξής. Πως όσο πηγαίνει από τους παλαιότερους καιρούς προς τους πιο τωρινούς το κείμενο όλο και… καλυτερεύει (όχι πως και για τα πιο πρόσφατα χρόνια δεν διαβάζουμε τινές υπερβολές). Εννοώ, πως για τις παλαιές εποχές γράφονται ορισμένα πράγματα, που είτε δεν ισχύουν, είτε, έτσι όπως είναι γραμμένα, δημιουργούν μια σύγχυση. Δεν ξέρω αν είναι λογικό αυτό να συμβαίνει μετά από τόσα χρόνια – αν και είναι αλήθεια πως εσχάτως ενέσκηψαν… χίμαιρες που κατατρύχουν, πια, το χώρο. Δημιουργήθηκαν «λούμπες», τις οποίες πολλοί νεώτεροι τις πατούν, όντας ανεπαρκώς ενημερωμένοι ή ενημερωμένοι από πηγές τρέχα-γύρευε
Κατ’ αρχάς ο Καρδερίνης χρησιμοποιεί έναν όρο ο οποίος δεν μου αρέσει – ή για να το πω πιο… κόσμια, δεν με βρίσκει σύμφωνο. «Θεσσαλονικιώτικο αστικό ροκ». Πάμε να δημιουργήσουμε θέματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τι σημαίνει «θεσσαλονικιώτικο ροκ»; Αν πρόκειται για κάποιον εντελώς γεωγραφικό προσδιορισμό να τον δεχθώ, αλλά αν πρόκειται για κάτι που ξεπερνά τη γεωγραφία και αγγίζει –ξέρω ’γω– κοινωνικές ή αισθητικές παραμέτρους διαφωνώ εντελώς. Ορισμένοι θέλουν να μας πείσουν πως η Θεσσαλονίκη είναι ένας «κόσμος» από μόνη της και πως ό,τι συνέβαινε ή συμβαίνει εκεί είναι μοναδικό – και δεν συμβαίνει πουθενά αλλού (και όχι μόνο στο rock). Κάποιοι άλλοι, δε, είναι έτοιμοι, υποθέτω, να μας απαριθμήσουν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του… θεσσαλονικιώτικου ροκ. Δεν είμαστε καλά. Τέτοια τοπικιστική αντίληψη δεν προέβαλλε ούτε το… San Francisco στα sixties. Μ’ αυτά και μ’ αυτά που διαβάζω εσχάτως, νομίζω πως θα συμφωνήσω εντελώς με κάτι που είχε πει ο Γιάννης Σπάθας παλαιότερα (συμφωνώ δηλαδή κατά βάση, αλλά, είπαμε, πως κάνουμε και ορισμένες συμβάσεις). Τι είχε πει ο Σπάθας (Ήχος & Hi-Fi, # 94, Γενάρης 1981): «Δεν υπάρχει ελληνικό ροκ, υπάρχει ροκ γενικά. Ένα είναι το ροκ». Είπαμε λοιπόν να δεχθούμε τον όρο «ελληνικό ροκ», ως το rock που παίζεται από έλληνες μουσικούς εντός και (σε ορισμένες περιπτώσεις) εκτός Ελλάδας. Και ως μόνον αυτό. Άμα αρχίσουμε να μιλάμε, το 2013, για φλωρινιώτικο, καρδιτσιώτικο, κεφαλλονίτικο και χανιώτικο ροκ ζήτω που καήκαμε. Ο προσδιορισμός δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από γεωγραφικός. Ούτε καν γλωσσικός… αφού τα μισά γκρουπ τραγουδούσαν και τραγουδούν στην αγγλική. Ούτε καν να σχετίζεται με ελληνικές μουσικές αναφορές… αφού υπάρχουν (υπήρχαν πάντα δηλαδή) σουηδικά ή αμερικανικά γκρουπ φερ’ ειπείν, που ηχούσαν και ηχούν εντελώς «ελληνικά».
Είναι δε και το άλλο… Τι σημαίνει εν Ελλάδι ο όρος «αστικό ροκ»; Υπάρχει μήπως και «αγροτικό»; Αν ορισμένοι εννοούν το rural (δεν το νομίζω…), μην ψάχνουν να βρουν ομοιότητες ανάμεσα στην αγροτική Καλιφόρνια και το Τέξας με τον θεσσαλικό κάμπο… Αν οι αμερικανοί προσδιορίζουν το rural ως έναν συνδυασμό του rock με country, bluegrass, folk, ακόμη και blues στοιχεία  (εκείνο που τα πιο πρόσφατα χρόνια ονομάστηκε, χονδρικώς, americana), στην Ελλάδα και οι… χωριάτες και οι πρωτευουσιάνοι τα ίδια παίζανε και παίζουν. Θέλω να πω πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε βαρύγδουπες εκφράσεις (που δεν έχουν και κανένα νόημα δηλαδή) στην προσπάθειά μας να προσδώσουμε «κύρος» στα κείμενά μας. Να γράφουμε με απλό τρόπο και να υιοθετούμε εκείνα (τα σωστά) που έχουν γραφεί και ισχύουν από παλαιά. Δεν θα ανακαλύψει ο κάθε ένας από εμάς τη δική του πυρίτιδα. Μην καταντήσουμε σαν τους ρεμπετολόγους, που δεν έχουν συμφωνήσει ακόμη τι είναι το ρεμπέτικο τραγούδι…
Ο Καρδερίνης έψαξε διάφορα sites και ολίγα βιβλία (και περιοδικά) για να γράψει το κείμενό του – ανάμεσά τους δε και το Δισκορυχείον. Ξέρω τι πήρε από ’δω –και καλά έκανε και το πήρε δηλαδή– δεν πρόσεξε όμως και κάτι άλλο. Την ανάρτηση για τους Blue Stars, ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο συγκρότημα της Θεσσαλονίκης (1961-1963) με δημόσιες εμφανίσεις (και ντοκουμέντα-δημοσιεύσεις, που το αποδεικνύουν). Αναφέρει τους Κομήτες, ok, αλλά αναφέρει και τους VIPs, τους Greeks και τους Monks, που δεν έχουν ουδεμία σχέση με τα early sixties (και τα πρώτα συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης)· είναι μεταγενέστεροι.

Fratelli (από αριστέρα): Μίμης Αντωνόπουλος, Λεωνίδας Σταματιάδης, Στέλιος Φωτιάδης
Ποιος είπε του Καρδερίνη ότι η «Σαλούνα» (1968) των Βορρείων έχει κάποια σχέση με την ψυχεδέλεια; Οτιδήποτε… έτσι… λίγο… και τα λοιπά… το λέμε «ψυχεδέλεια» (ή περίπου); Ποιος του είπε ότι τα “Summer is coming” (blues) και «Ποιος ξέρει» (shake) των Monks κινούνται σε… ροκ μονοπάτια; Φρόντισε ν’ ακούσει τα κομμάτια; Αν αυτά είναι… ροκ, τότε το “She is cool” των Loubogg από την ίδιαν εποχή (1966) τι είναι; Ηard core; Δηλαδή να μου πει κάποιος… rock τους Loubogg άιντε να το δεχθώ, αλλά τους Monks με τίποτα. Ιδίως, όταν θέλει να τους παρουσιάσει και ως… προμαχώνες της ροκ σκηνής της πόλης στα sixties. Αφήστε τι έχω γράψει ή μεταφέρει  εγώ, πιο πρόσφατα, στο δισκορυχείον (περί Fratelli και Μακεδονομάχων ας πούμε – τα δύο σημαντικότερα ροκ σχήματα της πόλης, όπως λένε οι φήμες), δείτε τι έλεγε ο Παύλος Σιδηρόπουλος στον Ήχο (# 96) τον Μάρτη του ’81: «Στη Θεσσαλονίκη (όπου πήγα εγώ σαν φοιτητής, γιατί έχω κάνει μαθηματικός μέχρι το τρίτο έτος) είχανε μια φοβερά δυναμική, συμπαγή και σκληρή σκηνή ροκ εν ρολ την εποχή ’65-’75 (σ.σ. μάλλον την εποχή 1968-1971 εννοούσε, γιατί το «φοβερά δυναμική, συμπαγή και σκληρή σκηνή» για το ’65 ή το ’75 ακούγεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου). Πραγματικά δυναμική σκηνή, με καθορισμένα στέκια, καθορισμένους ανθρώπους –100 όλους κι όλους– φάτσα προς φάτσα, ενεργή συμμετοχή στη ζωή της Θεσσαλονίκης με πλάκες χοντρές, με διάφορα γκρουπ ροκ εν ρολ που γινόντουσαν κάθε τόσο (σ.σ. τα εξής δύο…) και τα οποία δεν κάνανε τίποτα άλλο παρά να καταστρέφουν τους πάντες και τα πάντα όπου βρισκόντουσαν, πολλές φορές εναντίον της ίδιας της μουσικής τους. Καταστρέφανε ολόκληρα ηχητικά συγκροτήματα που είχανε νοικιάσει (σ.σ. να λοιπόν σε ποιους αναφέρεται…), εξαγριωμένοι ορμούσαν εναντίον των πελατών σε διάφορες λέσχες αξιωματικών (σ.σ. μία φορά συνέβη αυτό), οι οποίοι φεύγανε έξω με τις γυναίκες τους κ.λπ.(…) Είχανε φτιάξει στην αρχή το συγκρότημα Φρατέλι στη δεκαετία του ’60, μετά τους Μακεδονομάχους στη δεκαετία του ’70, και ήτανε όλοι περίπου οι ίδιοι, άλλος έμπαινε άλλος έβγαινε. Είχανε στέκι τον ‘Παπαγάλο’ που ήτανε απέναντι από την Ασφάλεια ακριβώς (σ.σ. !!), και ένα λουκουματζίδικο που ήτανε πάλι κοντά σε κάποιο τμήμα (σ.σ. !!) του ‘Τριαντάφυλλου’».
Γράφοντας ο Καρδερίνης πως… «δικτατορίας μεσούσης, τεντιμπόηδες, γιεγιέδες και μαλλιάδες θεωρούνται ύποπτοι, καθώς και οι μακριές φαβορίτες»… δείχνει πως είναι, και αυτός, επηρεασμένος από μια μπαρούφα (σαν ιός κολλάει!) που αναπτύχθηκε τα πιο πρόσφατα χρόνια, βάσει της οποίας το ελληνικό ροκ, έτσι γενικώς και αορίστως, αποτελούσε κομμάτι της αντίστασης προς την δικτατορία. Φυσικά, ουδέν αναληθέστερον τούτου!

Τη φωτογραφία των Μακεδονομάχων την είχα πρωτοδεί (πολύ μικρή και άρα ακατάλληλη για «μοίρασμα») στο ένθετο του CD του Θόδωρου Παπαντίνα “T 4 Trouble…” το 2009. Αργότερα μου την έστειλε στο σωστό μέγεθος ο Δημήτρης Βασιλειάδης (τον ευχαριστώ). Από αριστερά: Λεωνίδας Σταματιάδης, Γιάννης Καντζός, Θόδωρος Παπαντίνας, Νίκος Παπάζογλου.
Ρε, εδώ, ο ίδιος ο Σιδηρόπουλος λέει πως τα στέκια των Fratelli-Μακεδονομάχων βρίσκονταν απέναντι από τις Ασφάλειες και τα αστυνομικά τμήματα! Για να μην πω λοιπόν πως η αστυνομία προστάτευε τους ροκάδες και φανώ υβριστικός εν σχέσει με το ανιστόρητο σχετικό ιδεολόγημα (που θέλει τους ροκάδες… τουλάχιστον το ίδιο αγωνιστές με τους Αριστερούς της εποχής), ας πω πως δεν τους ενοχλούσε. Μπαινόβγαιναν εκείνοι με τις μαλλούρες και τις μπαρμπέτες στα λουκουματζίδικα, κι οι ασφαλίτες κάθονταν απέναντι και τους χαζεύανε. Μάλιστα τα πράγματα ήταν τόσο χαλαρά, ώστε κάποιοι στιγμή κάλεσαν το συγκρότημα –που ονομαζόταν Μακεδονομάχοι τέλος πάντων και όχι… Κομιτατζήδες (εννοώ πως το γκρουπ δεν διέθετε κάποιο προκλητικό όνομα, απεναντίας τούτο ήταν ιδιαιτέρως… εθνικόφρον!)– να παίξει και στο χορό των εγκαινίων της Λέσχης Αξιωματικών Κιλκίς, ως κλου της βραδιάς, με πολύ καλή αμοιβή… όπως είχε γράψει και ο μακαρίτης Τάσος Ψαλτάκης στη Μουσική (1984). Τώρα, τι είδους «ύποπτοι» μπορεί να ήταν αυτοί οι Μακεδονομάχοι, όταν έφθασε να παίζουν ακόμη και σε λέσχες αξιωματικών, εγώ δεν ξέρω… Μπορεί να ξέρει ο Καρδερίνης… Και απολύτως φυσικό ήταν, όταν το συγκρότημα άρχισε να κάνει μαλακίες στη σκηνή της Λέσχης (στη σκηνή της Λέσχης Αξιωματικών, το τονίζω) –να φιλιούνται τα μέλη στόμα με στόμα και να βγάζουν τ’ αρχ!δ!α τους σε κοινή θέα (ο Ψαλτάκης τα έγραφε αυτά, δεν τα λέω εγώ)– ήταν πολύ λογικό να τους «μαζέψουν». Και θα τους «μάζευαν» είτε ήταν χούντα, είτε δεν ήταν. Τι περίμεναν δηλαδή; Να τους έδιναν και παράσημο οι καραβανάδες για τα… ανδραγαθήματά τους; Έλα Παναγία μου!
Για τους χίπηδες και τους… ντιρλαντάδες, τώρα, τα έχουμε ξαναπεί (φάτσα-μόστρα παντού, σε θέατρα, ταινίες, περιοδικά, τηλεοράσεις…), αλλά κι αυτό με τις φαβορίτες… ότι σε θεωρούσαν ύποπτο δηλαδή, αν είχες μακριές φαβορίτες… είναι μεγάλη μπαρούφα. Και δεν λέω του Καρδερίνη να ψάξει, να βρει και να δει φωτογραφίες τού… Κόκοτα και του Αργυρούδη. Ας δει τη φαβορίτα τού Πλεύρη στο γάμο του (με κουμπάρο τον Λαδά – αυτός με το κερί)… και αφού τη μετρήσει, μετά να ’ρθει να μας πει αν είχε μακρύτερη φαβορίτα ο Παπαντίνας…

ΦΩΤΟ: Ν. Σταθάκης, Ο Ιός της Κυριακής, «Μοντέλα Εξέγερσης / Ξενόφερτοι Αντιφρονούντες» 19 Νοε. 1995
Κι ενώ λοιπόν σε καμμιά παλαιά, μεταπολιτευτική, αφήγηση των τότε πρωταγωνιστών του ελληνικού ροκ (δες π.χ. το πολύμηνο αφιέρωμα στον Ήχο το 1981, εκεί όπου μιλούν ο Σπάθας, ο Τουρκογιώργης, ο Πουλικάκος, ο Σιδηρόπουλος…) δεν αφηνόταν ο παραμικρός υπαινιγμός πως το να έπαιζες ροκ επί χούντας ήταν κάτι σαν πράξη αντίστασης (θα μπορούσε κάλλιστα να το έλεγαν, αν είχε συμβεί, όντας μέσα στο κλίμα της εποχής, με την… Αλλαγή επί θύραις, δρέποντας και δάφνες αγωνιστών), έρχονται, τώρα, διάφοροι εξαφανισμένοι, 40βάλε χρόνια μετά –ενθαρρυμένοι και από τους… μελετητές της πλάκας–, να μας πουν πως εκφράζανε την αντίστασή τους προς την δικτατορία παίζοντας rock! Το θράσος είναι γνωστό πως δεν έχει όρια. Όταν κάποιοι έδιναν τη ζωή τους, ή βασανίζονταν αγρίως στα μπουντρούμια και τις εξορίες, κάποιοι άλλοι «πολεμούσαν» το καθεστώς στα… beach parties της Αγια-Τριάδας κραδαίνοντας μπάσα και κιθάρες. Τα πιστεύουμε αυτά ή μας ξεφεύγουν; Αγαπάμε και σεβόμαστε όλους τους μουσικούς του ελληνικού ροκ (και κάθε rock ή μη) –ιδίως όταν έχουν να παρουσιάσουν έργο–, αλλά μόνο γι’ αυτό που ήταν. Για τίποτα περισσότερο…
Η ανοχή (για να χρησιμοποιήσω την πιο ήπια λέξη) που προσέφερε το δικτατορικό καθεστώς στη ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης (για να μη γράψω για στήριξη και προστασία) υπήρξε παροιμιώδης και σχετίζεται, βασικά, με τα περίφημα beach parties της εφημερίδας Θεσσαλονίκη. Εν ολίγοις… είχε στηθεί ολόκληρη επιχείρηση. Λέει ο δημοσιογράφος Γιώργος Φωτιάδης στο περιοδικό Τάμαριξ (#6, 6/1997): «Η λογοκρισία εκείνα τα χρόνια έσβηνε, διόρθωνε, έκοβε και δεν άφηνε γενικώς τίποτε να περάσει. Στην Θεσσαλονίκη η κατάσταση ήταν χειρότερη και κάποια στιγμή ο Βελλίδης το 1967 αποφασίζει να διακόψει την έκδοση της εφημερίδας ‘Θεσσαλονίκη’, που είχε φθάσει στο έσχατο της κυκλοφορίας της εξαιτίας της λογοκρισίας. (…) Του λέω να μην το κάνει, να αφήσει να περάσει λίγος καιρός μέχρι το Σεπτέμβριο και να ξεκινήσουμε κάτι νέο. Και του προτείνω να δώσουμε βαρύτητα σε θέματα, όπως δεξιώσεις, χορούς με αναφορά στα ονόματα των παρευρισκομένων και συνεντεύξεις καλλιτεχνών. Ο Βελλίδης αντιλαμβάνεται ότι το θέμα θα ‘πιάσει’ και μου λέει να το ξεκινήσουμε (σ.σ. μ’ αυτά δεν είχε πρόβλημα η χούντα, ίσα-ίσα τα πριμοδοτούσε κιόλας!). Μέσα στις προτάσεις που κάνω στον Βελλίδη είναι και τα μπητς πάρτυ, τα οποία ήδη γίνονται, αλλά πλέον τους δίνουμε μεγάλη δημοσιότητα με πολυσέλιδα αφιερώματα και πλούσια δώρα. Από 3500 φύλλα που είχε πέσει η ‘Θεσσαλονίκη’, ανέβηκε στα 18000(…). Επικεφαλής της δημοσιογραφικής ομάδας που κάλυπτε τα μπητς πάρτυ ήταν ο Νέγρης. Εγώ ανέλαβα τα δώρα για τους διαγωνισμούς χορού, όπως μαγιώ, πουκάμισα, γραβάτες, καλλυντικά που προσέφεραν μεγάλα εμπορικά καταστήματα της πόλης.(…) Τα πάρτυ τα κάναμε στην Αγία Τριάδα και εκεί τραγουδούσαν συγκροτήματα όπως οι Strangers, που ξεκίνησαν από τα μπητς πάρτυ, οι Olympians και άλλα γνωστά μουσικά σχήματα της εποχής και της Θεσσαλονίκης. Ταυτόχρονα κάναμε και καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς μεταξύ συγκροτημάτων με νέα παιδιά και βοηθούσαμε τα συγκροτήματα να κάνουν δισκογραφία. Οι τελικοί αυτών των διαγωνισμών γίνονταν το φθινόπωρο στο Παλαί ντε Σπορ (σ.σ. ποιος το παραχωρούσε το Παλαί Ντε Σπορ, η διορισμένη από τη χούντα διεύθυνση της ΔΕΘ δεν το παραχωρούσε;). Εκεί έδωσαν μεγάλες συναυλίες πολύ γνωστά ονόματα όπως ο Βαγγέλης Παπαθανασίου με τους Forminx, αργότερα ο Ντέμης Ρούσσος με τους We Five και ο Μπονάτσος με τους Πελόμα Μποκιού (σ.σ. δεν έχει σημασία αν κάποια απ’ αυτά τα live μπορεί να έγιναν πριν τη χούντα). Για κάποια περίοδο είχαμε συνεργάτη το Νίκο το Μαστοράκη, που είχε αναλάβει θέματα νεολαίας και δισκογραφίας, ως αντίπαλο δέος στον Κογκαλίδη που δούλευε στον ‘Ελληνικό Βορρά’ (σ.σ. τα ίδια πρόσωπα που διαχειρίζονταν αυτά τα θέματα πριν τη χούντα, συνέχιζαν να το κάνουν και μετά). Ο Γιώργος Λιάνης το 1969 περίπου αναλαμβάνει τα κοσμικά στη ‘Θεσσαλονίκη’ γιατί εγώ πήγα στην απέναντι όχθη, στον ‘Ελληνικό Βορρά’, που έβγαζε την ‘Εσπερινή Ώρα’». Καταλαβαίνετε, τώρα, όλοι σας ποιο ακριβώς ήταν το… αντιστασιακό κλίμα των ροκάδων της Θεσσαλονίκης... Ταράτσα κι απομόνωση
Για να συμπληρώσει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης πάντα από το ίδιο περιοδικό: «Πάντως τα πιο πολλά από τα παιδιά που χόρευαν έξαλλα στην Αρετσού και στην παραλία της Αγια-Τριάδας, οι νεαροί από την Κάτω Τούμπα ή το Κιλκίς, που αίφνης σεληνιάζονταν με το ‘Satisfaction’, τον ‘Τρόπο των Olympians και το ‘Black is black’, περισσότερο ήταν ορμονικά εξεγερμένοι νέοι και λιγότερο είχαν διαβάσει περί προτσέσων και διαλεκτικής. Αλλά και η αναγκαστική οξυδερκής συγκατάνευση του επαγγελματία Γιάννη Βελλίδη μεσούσης της δικτατορίας, για τη στροφή της εφημερίδας ‘Θεσσαλονίκη’ προς την κοσμικότητα και την οργάνωση των μπητς πάρτυ, στα οποία μοιράζονταν κολώνιες Aqua Velva και μερσεριζέ κάλτσες του Κατρακαλίδη δεν νομίζουμε ότι επιδέχεται καμιάν ιδιαιτέρως βαθυστόχαστη ανάλυση».
Σωστά. Πολύ σωστά. Τι να αναλύσουμε, αν η… Aqua Velva ήταν aftershave ή κολώνια;

Όσον αφορά στα χρόνια μετά το 1974, τα πράγματα, όπως σημείωσα και στην αρχή, καλυτερεύουν στο κείμενο του Καρδερίνη, παρότι δεν αποφεύγονται οι υπερβολές και οι λάθος εκτιμήσεις. Το βασικό που δεν λέγεται, για την περίοδο 1974-79, και μπουρδουκλώνεται… είναι πως μετά την άνοδο του φοιτητικού κινήματος –ας πούμε χονδρικώς, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου–, η ελληνική ροκ σκηνή αρχικώς περιορίζεται… έως εξαφανίσεως πια στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης (ασχέτως αν δίσκοι, κάποιοι δίσκοι, θα συνεχίσει να βγαίνουν). Το ελληνικό ροκ δηλαδή (λόγω αδυναμίας) δεν μπόρεσε να εκφράσει τις κοινωνικο-πολιτικές ανησυχίες τού απολύτως μεγαλύτερου τμήματος της νεολαίας και γι’ αυτό αναγκαστικώς περιθωριοποιήθηκε. Αντί να πει εκείνο που συνέβη ο Καρδερίνης μάς λέει πως… «η πολιτικοποίηση και η πόλωση δεν αφήνει κανέναν αλώβητο»… σαν να ρίχνει ευθύνες στο πολιτικό τραγούδι π.χ., και όχι στο ελληνικό ροκ που αποδείχθηκε εντελώς κατώτερο των περιστάσεων. Και τι σημαίνει «πόλωση»; Η χούντα είχε πέσει δίνοντας τη θέση της σε μια καραδεξιά κυβέρνηση (που την ψήφισε ο λαός, ok), η οποία λειτουργούσε με χουντοκρατούμενο ακόμη κρατικό μηχανισμό. Τι έπρεπε δηλαδή να έκανε το φοιτητικό κίνημα; Να λιβάνιζε τους διαφόρους τσάτσους του ελληνικού ροκ, ώστε να μην υπήρχε… πόλωση; Μη λέμε κουζουλάδες… Ή μήπως το πρόβλημα ήταν πως η «πόλωση» έδειξε αυτήν καθ’ αυτή τη γύμνια του ελληνορόκ; Μέχρι και ο Πουλικάκος, το 1976, πήγε να τραγουδήσει στο Θεμέλιο μαζί με τον Μανώλη Μητσιά και την Τάνια Τσανακλίδου, με ορχήστρα τον Αντώνη Τουρκογιώργη (Socrates), τον Γιώργο Τσουπάκη (Ακρίτας) και άλλους λοιπούς ροκάδες (Ποπ & Ροκ, τ.28, 6/1980). Εγώ λέω πως οι μουσικοί του ελληνικού ροκ της εποχής θα πρέπει να ευλογούν το πολιτικό τραγούδι, που τους έδωσε ψωμάκι και φάγανε, βαστώντας τους στη δουλειά. Και αν δεν το πράττουν αυτό οι μουσικοί (δεν ξέρω, ορισμένοι της εποχής μπορεί να το ομολογούν), ας το επισημαίνουν τουλάχιστον οι δημοσιογράφοι. Κι εν πάση περιπτώσει αν υπήρχαν ροκ συγκροτήματα που να εξέφραζαν τη νέα πραγματικότητα δεν μπορεί, θα επιβίωναν· τα πήρε όμως παραμάζωμα το πολιτικό, το αντάρτικο και το σατιρικό τραγούδι κι έτσι… μαζί με όλα τα… κακά ξεμείναμε κι από τις ψυχεδέλειες...
Παρά ταύτα ροκ κίνηση, έστω και υποτονική, άρχισε σιγά-σιγά να ξαναδημιουργείται (από το ’76 και μετά). Στη Θεσσαλονίκη άρχισαν να σκάνε κάποια καινούρια συγκροτήματα, μεταξύ των οποίων και οι Television, οι Fireballs, οι Freedom, οι 69, οι Μωβ και ακόμη οι Ερημίτες, που συμμετέχουν με το «Πάτερ Σέργιος» στο LP της Anazitisi RecordsSwirling Echoes” (2005). Το πρώτο, δε, συγκρότημα αυτής της περιόδου που θα κατορθώσει να γράψει στον καιρό του ένα 45άρι –“Come on with us/ The voice of my soul” [Metrophone ME 1001]– ήταν οι Nemo. Είχαμε μπει όμως πια στο 1979…
«Η αστυνομοκρατία χαλαρώνει μετά το 1981» λέει ο Καρδερίνης στο κεφάλαιο 1980-1989: Οι ασκοί… της ελληνόφωνης ροκ αλλαγής… κι αυτό είναι μια σωστή κουβέντα. Η πρώτη ανεξάρτητη εταιρεία της περιόδου που δίνει διέξοδο σε κάποια σχήματα (Proxies, Rodondo Rocks, Flood, International Comedy…) ήταν η CVR του Χρήστου Βατσέρη, ο οποίος έπαιζε νωρίτερα στους 69. Θ’ ακολουθήσει ο Γιώργος Τσακαλίδης (1984) με την Ano Kato (Blues Gang/ Blues Wire, Τρύπες, Noise Promotion Company, Μωρά στη Φωτιά κ.λπ.) και στη συνέχεια η Lazy Dog (Life in Cage, Mushrooms, Moot Point, Γκούλαγκ…) και η Smash (Fear Condition, Stained Veil). Μορφή του θεσσαλονικιώτικου ροκ της εποχής είναι και ο Αλέξανδρος Πέρρος, τον οποίον πολλοί ξεχνούν στις… αναπολήσεις τους (και ο Καρδερίνης). Ο Πέρρος είχε πρωτοδισκογραφήσει –και αυτός– στην CVR με το συγκρότημα East of Eden (όπως αναγραφόταν στο εξώφυλλο του LP-συλλογή “Sounds and Noises of SKG”) ή… West of Eden (όπως αναγραφόταν στο label). Προτιμώ το δεύτερο… Αν κάτι με συνδέει, σε προσωπικό «ζωντανό» επίπεδο με τη ροκ σκηνή της Θεσσαλονίκης στα μέσα του ’80 ήταν ένα live των Τρύπες στη Σελήνη, που είχα παρακολουθήσει μάλλον το φθινόπωρο του 1985 (δεν θυμάμαι ακριβώς). Λίγα χρόνια αργότερα (1989) τους είχα παρακολουθήσει και στην Πάτρα (Ομόνοια Concerts). Δεν τους ξαναείδα έκτοτε… Ο Καρδερίνης γράφει πως στην εποχή αυτή… «συμβαίνει μια πρωτοφανής έκρηξη νέων συγκροτημάτων(…) κυρίως με ελληνικό στίχο, σε αντίθεση με την προηγούμενη γενιά». Πρωτοφανής ήταν η έκρηξη των συγκροτημάτων στα μέσα του ’60 και όχι στα μέσα του ’80. Αφήνω το γεγονός πως ελέγχεται κι αυτό το… «κυρίως με ελληνικό στίχο». Αν και δεν έχω ποτέ επιχειρήσει να μετρήσω αγγλόφωνα και ελληνόφωνα γκρουπ, η αίσθησή μου είναι (για να μην πω η βεβαιότητα) πως, στα 80s, τα αγγλόφωνα γκρουπ (γενικώς) ήταν πολύ περισσότερα από τα ελληνόφωνα. Αν κάποιος έχει συγκεκριμένα νούμερα, ή ποσοστά, ας τα καταθέσει… Κι εκείνο πάλι το… «οι διαρροές (συγκροτημάτων) προς το κλεινόν άστυ είναι πισώπλατες» δεν με βρίσκει σύμφωνο, επειδή συντηρεί μία ανόητη κόντρα ανάμεσα στις σκηνές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Τι σημαίνει «πισώπλατα»; Σε καμμιά μάχη βρισκόμασταν, με σπιούνους και προδότες; Τα συγκροτήματα όπου βρίσκουν περισσότερο… φαΐ, ή καλύτερες ευκαιρίες εν γένει, πηγαίνουν, και είναι υπεύθυνα για τις επιλογές τους. Όταν πήγαν οι Beatles από το Λίβερπουλ στο Λονδίνο, το καλοκαίρι του ’63, δεν νομίζω να έγραψε κανείς μία τόσο υπερβολική έκφραση. Πώς εξυφαινόταν η μετακίνησή τους από… πισώπλατα κέντρα. Μάλιστα, κατά την επιστροφή του γκρουπ στο Λίβερπουλ για την προώθηση του A Hard Days Night (τέσσερις ημέρες μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας) καταγράφεται και το εξής από τον Paul McCartney: «Δεν ήμασταν π ρ α γ μ α τ ι κ ά ανήσυχοι σε σχέση με την επιστροφή μας στο Λίβερπουλ. Είχαμε υπ’ όψη μας μ ι α-δ υ ο  μ ι κ ρ έ ς φήμες, πως κάποιοι άνθρωποι είχαν αισθανθεί προδομένοι από την αναχώρησή μας και πως δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε στο Λονδίνο, αλλά πάντα θα υπάρχουν και κάποιοι που θα σε επικρίνουν» (www.beatlesbible.com/1964/07/10/liverpool-premiere-hard-days-night/). Περιττό να πω πως η υποδοχή, που τους επιφυλάχθηκε στο Liverpool (όπως λένε οι μαρτυρίες δηλαδή) ήταν άνευ προηγουμένου… Παντού υπάρχει ένας, έστω και μικρός, ανόητος τοπικισμός, δε λέω, αλλά αυτό το κακό με τα… Τέμπη (είτε τα περάσεις φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη, είτε τα περάσεις ερχόμενος από την Αθήνα) δεν ξέρω αν έχει ανάλογο· το λέω εν σχέσει και με το μέγεθος των ελληνικών πραγμάτων, που συχνά είναι… πολύ κακό για το τίποτα…
Αγνώριστες Τρύπες... στη Σελήνη (1985)
Για τις επόμενες δεκαετίες (90s, 00s), πάντα σε σχέση με το rock στη Θεσσαλονίκη, δεν έχω να σημειώσω πολλά. Θα προσθέσω μόνο μερικά πράγματα (ενώ μπορεί να ξεχνώ κι άλλα, αυτή τη στιγμή). Ο Καρδερίνης γράφει, εξάλλου, για τα περισσότερα (Εκτός Ελέγχου, Ξύλινα Σπαθιά, 2 by Bukowski, 2L8, Xaxakes…). Ν’ αναφέρω, από τη δεκαετία του ’90 λοιπόν, πέραν της εταιρείας Poeta Negra που έπαιξε ένα ρόλο, την Cactus Records (κυρίως για τη συλλογή “Rock Propaganda Series”), τον Μύλο (ως label) με τα πρώτα άλμπουμ του Μανώλη Φάμελλου και του Ντίνου Σαδίκη μεταξύ άλλων, τους Frantic V που ενώνουν τα sixties (Olympians, Juniors) με τα nineties και άλλους διαφόρους... ων ουκ έστιν αριθμός. Δεν καταλαβαίνω όμως εκείνο που διαβάζω… «η διαμάχη αγγλόφωνου-ελληνόφωνου ξαναφουντώνει λόγω της επίπλαστης ευδαιμονίας». Τι σημαίνει «επίπλαστη ευδαιμονία»; Πως… όλοι μαζί τα φάγαμε; Δεν μπορώ να καταλάβω τι εννοεί ο Καρδερίνης… Εγώ εκείνο που ξέρω είναι πως τότε είχαμε μια δουλειά, βγάζαμε πέντε δίφραγκα (σιγά την… ευδαιμονία), και δεν πληρώναμε φόρο κεφαλικό για τα κωλόσπιτά μας, ενώ τώρα μας έχουν γδάρει και δεν ξέρουμε που βρισκόμαστε. Αλλά και το ζήτημα της «διαμάχης» για την γλώσσα ήταν, είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα παρόν. Η γνώμη μου είναι πως δεν θα πρέπει να του δίνουμε ιδιαίτερη σημασία – και προσωπικώς είμαι από ’κείνους που προτιμούν ένα καλό αγγλόφωνο από ένα μέτριο ελληνόφωνο, όπως κι ένα μέτριο ελληνόφωνο από ένα κακό αγγλόφωνο. Μακάρι να έχουμε ωραία ροκ τραγούδια στη γλώσσα μας, δε λέω, αλλά κι αν δεν έχουμε δεν θα τα βάψουμε μαύρα. Ακούμε και… Ζαζόπουλο. Κι αυτός από τη Θεσσαλονίκη κρατάει…