Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

HERBIE GOINS: Η βρετανική soul στο απόγαιό της...

Επιτέλους. Επανεκδόθηκε, από τη βρετανική ΕΜΙ/Zonophone όπως πρέπει. Ένα από τα κορυφαία soul-mod άλμπουμ του δεύτερου μισού των sixties, το “No.1 In Your Heart” του τραγουδισταρά Herbie Goins. Γεννημένος στη Florida το 1939, ο Goins θα βρεθεί να υπηρετεί τη θητεία του, όπως χιλιάδες Αμερικανοί, στη Δυτική Γερμανία των αρχών του ’60. Θα μπει τραγουδιστής στη βρετανική Eric Delayne Great Orchestra, θα υπογράψει μαζί της συμβόλαιο, θα αποστρατευθεί, θα γυρίσει στην Αμέρικα να αποχαιρετήσει την οικογένειά του, για να μετακομίσει εν συνεχεία στο Λονδίνο, όπου μετά από κάποιο διάστημα θα γνωριστεί με τον Alexis Korner· τον άνθρωπο που θα του αλλάξει, έκτοτε, τη μουσική ζωή. Ο νεαρός Goins θα μπει στους Blues Incorporated και μαζί τους θα γράψει το άλμπουμ “At the Cavern” [Oriole, rec. 2/1964], καθώς και 6 κομμάτια για το LP “Red Hot from Alex” [Transatlantic, rec. 3/1964]. Περί τα μέσα του ’65 ο Herbie Goins θα γίνει βασικός τραγουδιστής στους Night-Timers, με τους οποίους θα ηχογραφήσει το 45άρι “The music played on/ Yield not to temptation” [Parlophone, rec. 10/1965]. Δίπλα του, τρομπετίστας στο γκρουπ ο Harry Beckett και κιθαρίστας ο... John McLaughlin! Οι Night-Timers γρήγορα θα γίνουν top live act στη χώρα. Θα μετατοπίσουν σταδιακώς το ρεπερτόριό τους από το r&b προς τη soul, αρχίζοντας να πρωταγωνιστούν σ’ έναν club dance ήχο, στον οποίον θα θεωρηθούν σκαπανείς (μαζί με τους Alan Bown Set, τους Jimmy James & The Vagabonds, τους Geno Washington and The Ram Jam Band, τους Equals λίγο αργότερα...). Η soul στο Νησί εκτοπίζει από τις πίστες το r&b, που αποκτά άλλα Cream-οειδή χαρακτηριστικά, για να εξελιχθεί μέσα από τα διάφορα παρακλάδια της (mod-soul, blue eyed soul, northern soul – μην τρελαίνεστε, όλα τα ίδια είναι...) στο top groovy άκουσμα της περιόδου. Οι Night-Timers θα συνεχίσουν ακάθεκτοι. Τον Ιούλιο του ’66 θα δώσουν το “No.1 in your heart/ Cruisin’” [Parlophone] – ένα single που θα χορευτεί σε όλη τη δυτική Ευρώπη και που θα αποτελέσει, βασικά, προάγγελο του πλήρους άλμπουμ που θ’ ακολουθούσε ένα χρόνο αργότερα –, και ακόμη το 45άρι “Coming home to you/ The incredible Miss Brown”. Αν και ο McLaughlin είχε αφήσει το γκρουπ από το καλοκαίρι του ’66, εντούτοις στο LP ακούγονται οι πενιές του σε αρκετά κομμάτια (ή μήπως σε όλα;). Περιττό να πούμε πως το άκουσμα είναι καταπληκτικό! Η μπάντα παίζει με απίστευτο κέφι τις διασκευές της από το αμερικανικό soul book (“Look at granny run run” – Howard Tate, “I don’t mind” – James Brown, “Pucker up, buttercup” – Junior Walker, “No.1 in your heart” – The Monitors, “Good good lovin’” – James Brown, “Knock on wood” – Eddie Floyd, “Turn on your love light” – Deadric Malone), ρίχνοντας ανάμεσα δύο δικά της, το “Coming home to you” του οργανίστα Mike Carr, το “Cruisin’” του John McLaughlin, καθώς και μία ωραία version του “(I can’t get no) satisfaction”, με τον Herbie Goins να μην κωλώνει πουθενά. Πανζουρλισμός. Η μπάντα θα γίνει περιζήτητη στην... clubland, σπάζοντας άμεσα τα σύνορα της χώρας, δίνοντας παραστάσεις στη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, την Ισπανία, την Ελβετία, την Ιταλία... Τι τό’θελαν; Σε μιαν ιταλική tour, που θα τους φέρει μέχρι τη Σικελία, οι μαφιόζοι θα τους περιποιηθούν. Θα βουτήξουν το βαν με όλα τα όργανα και τα μηχανήματά τους, με αποτέλεσμα η περιοδεία να λάβει απότομο τέλος (το λιγότερο). Οι Εγγλέζοι θα τη κοπανήσουν γρήγορα για το Νησί, αλλά ο Goins, πεισματάρης προφανώς, θα παραμείνει στη Σικελία, προσπαθώντας με τη βοήθεια των τοπικών αρχών να βρει κάποιαν άκρη. Όταν θα καταλάβει ότι οι Σιτσιλιάνοι δεν αστειεύονταν, θα φύγει απο το νησί – δίχως να εγκαταλείψει την ωραία χώρα, που είχε και «ψωμί» τις νύχτες – πηγαίνοντας στη Ρώμη· την πόλη, στην οποία εξακολουθεί να ζει μέχρι σήμερα. Να πούμε πως η ιταλική καριέρα του Herbie Goins είναι ένα λίγο σκοτεινό κεφάλαιο· δεν μας παίρνει η... ώρα να το αναπτύξουμε. Πάντως στα bonus tracks του CD της Zonophone υπάρχει μία ιταλική version του “Any day now” του Burt Bacharach, ως “Dimmi ciao” από το 1968, αλλά όχι και το άπιαστο “Ticket to ride” από ένα 7ιντσο της Carisch, ένα χρόνο νωρίτερα. (Μην αφήσουμε να εννοηθεί πως τα 22 tracks του βρετανικού CD δεν αρκούν, γιατί θα είναι άδικο).

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

MERZBOW "Nippon noise"

Ο Merzbow έρχεται από... παλαιά, από τη μεγάλη παράδοση της «ιαπωνικής ακρότητας»· εκείνην που στοιχειοθέτησαν στα early seventies, με την παρουσία και το έργο τους, γκρουπ όπως οι Lost Aaraaff του Keiji Haino, οι Les Rallizes Denudes του Τakashi Mizutani, και μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Masayuki Takayanagi ή ο σαξοφωνίστας Kaoru Abe... Στα όρια του hard core, ή, μάλλον, πέραν αυτού, εκκινούμενοι είτε από rock, είτε από jazz υπόβαθρα, οι Ιάπωνες παρήγαγαν εγκαίρως τη «μουσική του τέλους», θυσίαζοντας το φολκλόρ, τη δημοφιλία, την «εμπιστοσύνη» του κοινού και βεβαίως των παρατρεχάμενων της δισκογραφίας στο βωμό τής μίας και μοναδικής «αποστολής». Αυτή η πίστη στο «στόχο», που έχει να κάνει βεβαίως με την κλασική βουδιστική «ολοκλήρωση», οπλίζει και τον Merzbow (άλλως Masami Akita) από 30ετίας, στην κατεύθυνση ενός κώδικα «ηχητικής συμπεριφοράς», ο οποίος μαζικώς αναπτύσσεται και διαχέεται σε 200(!) και πλέον άλμπουμ, τυπωμένα... όπου γης (Ιαπωνία, ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Σουηδία, Καναδάς, Ολλανδία, Αυστραλία, Βέλγιο, Ελβετία, Αυστρία, Νορβηγία, Φινλανδία, Τσεχία, Τουρκία, Ρωσία, Πορτογαλία, Πολωνία, Ουκρανία, Βραζιλία...). Μέσα σ’ αυτή την «παγκοσμιοποιημένη» αναγνώριση του έργου του έρχεται, πλέον, να προστεθεί και η πτωχή μα... ψυλλιασμένη Ελλάς, εμφανίζοντας πριν από λίγο καιρό, μέσω της πατρινής Low Impedance, ένα ακόμη CD του Merzbow. Αν και η φράση «ένα ακόμη» μοιάζει να αφαιρεί κάτι από τη δύναμη και την ερεθιστικότητα του “Somei...”, στην πραγματικότητα εκείνο που αφαιρείται με λεπτολογημένο τρόπο, είναι ένα πρώτο στρώμα ηχητικού προσδόκιμου, κάτω από το οποίο «ξεπροβάλλουν» αρχέγονες ακουστικές στιβάδες. Μπορεί να φαίνεται απίστευτο, προσποιητό, ή δημοσιογραφικώς υπερβολικό, όμως εκείνο που συμβαίνει κατά την ακρόαση του “Somei...” είναι η... μαζοχιστική καταβύθιση στον πυθμένα ενός ηχοκόσμου, που μοιάζει να μεγεθύνει, φύσει και θέσει, ό,τι δεν «λαμβάνεται». Ο Merzbow – ένας, συν τοις άλλοις, ιδεαλιστής, φανατικός πολέμιος της κρεατοφαγίας – που παίζει ντραμς σαν αλλόφρων χειριζόμενος επίσης laptop και «θορύβους», ανάμεσά τους και τα «προσαρμοσμένα» κακαρίσματα του “Run chicken run”, συνθλίβει στο παρόν κάθε έννοια «μέσου γούστου», προετοιμάζοντας ένα καθαρτήριο «σύμπαν», εντός του οποίου το thrash παρανάλωμα των... Kreator, των Sodom και των Slayer, μαζί, θα μπορούσε να μοιάζει μόνο με πρωινή προσευχή. Αλλάξτε τύμπανα (στο αυτί σας) και, κατόπιν, τον... δένετε με την ησυχία σας.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Για "τις ζωές των Γάλλων" στο 7 της Ελευθεροτυπίας

Διάβασα στο 7 (Νο 411, 4/10/09) της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας το άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη με αφορμή τη συναυλία του Adamo στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα «βιαστικό» κείμενο με κάποια λάθη, ορισμένες ανακρίβειες και κυρίως, παραλείψεις όσον αφορά στην ελληνική τραγουδιστική-συνθετική παρουσία στη Γαλλία στα χρόνια του ’60. Ενδεικτικώς σημειώνω: η Sylvie Vartan δεν είναι Γαλλίδα («πρότυπο γαλλικής ομορφιάς») αλλά Βουλγάρα, που γεννήθηκε κοντά στη Σόφια και πήγε στο Παρίσι το 1952, όταν ήταν 8 ετών. To "Cheveux longs et idees courtes" ("Μακρυά μαλλιά και κοντές ιδέες") το είπε ο Johnny Hallyday, αλλά το τραγούδι δεν ήταν δικό του. Το είχε κλέψει - όντως - από τον σημαντικότατο βέλγο beatnik-τραγουδοποιό Ferre Grignard (ήταν το "My crucified Jesus"). Έτσι, τo πιο πιθανόν είναι, ο Hallyday, να είχε εκείνον στο μυαλό του και όχι τον Antoine. Εν πάση περιπτώσει. Οι εταιρίες δεν γράφονται “Barcley” και “Pathee”, αλλά Barclay και Pathe. Ο Georges Guetary, ο οποίος αναφέρεται μέσα σε μια σειρά ονομάτων («Πατασού, Μπρελ, Ζορζ Γκεταρί, Μαρί Λαφορέ»), δεν ήταν Γάλλος, αλλά έλληνας αιγυπτιώτης (είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια από έλληνες γονείς). Μάλιστα είχε επισκεφθεί την Ελλάδα στα sixties/seventies κι είχε ηχογραφήσει και στη γλώσσα μας κάμποσα singles. Ας πούμε τα: "Ένα φιλί μου τό'ταξες/ Έλα κοντά μου" [Athenee 45-AT 5058], "Εγώ και συ/ Τέτοια μάτια" [Athenee 45-AT 5059], στην εταιρία του Πλωμαρίτη, αλλά κι αυτό που βλέπετε πιο κάτω, στη Philips.Είναι γεγονός πως οι Aphrodite’s Child δεν «έγραψαν» το “Rain & tears”, απλώς υλοποίησαν την ιδέα του παραγωγού τής Philips Pierre Sbarro να βασιστούν στον Κανόνα in D major του Pachelbel και του στίχους του Boris Bergman, προκειμένου να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους με το εν λόγω τραγούδι. Είναι αλήθεια πως τα κατάφεραν.
Όσον αφορά στους ροκάδες στην Αθήνα που «ανακάλυπταν τον βιολιστή Στεφάν Γκραπελί»... έχω την εντύπωση πως οι ροκάδες πιο πολύ ενδιαφέρονταν (και σίγουρα ανακάλυπταν) τον Jean-Luc Ponty – συνεργάτης του Frank Zappa εξάλλου – παρά τον σπουδαίο, αλλά γηραλέο Grappelli. Για το αν "ενίσχυσε ο Ντέμης Ρούσος την ελληνική παρουσία στη Γαλλία" από το ’68 και μετά, έρχομαι να πω πως αυτό δεν είναι σωστό. Μόλις μετά το πρώτο του προσωπικό LP “Fire and Ice” (1972), ο Ντέμης Ρούσσος, ως «μεμονωμένος» καλλιτέχνης, άρχισε να απασχολεί τους Γάλλους. Και, φυσικά, στο κείμενο δεν γίνεται κανένας λόγος για τα δεκάδες ελληνικά ονόματα που παρέδωσαν «μαθήματα» στους τρικολόρ (το «μαθήματα» το λέω εν είδει υπερβολής) ήδη από τις αρχές του ’60. Οι Trio Athenee (το 45άρι στην Vega είναι από τα παλαιότερά τους - μήπως το παρθενικό τους;) ήταν΄, ίσως, οι πρώτοι που πάτησαν Παρίσι για καριέρα (την έκαναν!), περί το 1960, όπως και ο Γεράσιμος Λαβράνος εξάλλου με το “Quand on aime” (το είπαν οι Luis Mariano, Jacqueline Boyer, Arturo Motta κ.ά.). Αφήνουμε δε τον Μάνο Χατζιδάκι με το “Never on Sunday” (δεκάδες οι γαλλικές εκτελέσεις). Ακολούθησαν, εννοείται, ο Ζαμπέτας, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος... Παρά λίγο να ξεχάσω τον Γιάννη Σπανό (Yani Spanos), τραγούδια του οποίου ερμήνευσαν (τους αναφέρω από μνήμης) οι Brigitte Bardot, Juliette Greco, Vittorio Santos, Jean-Pierre Savelli, Lydia Verkine, Reinaldo, Claude Parent, Ezdra Odile, Beatrice Arnac, Mistigri και διάφοροι άλλοι.
Αν υπάρξει σοβαρός λόγος θα επανέλθω. Με περαιτέρω κείμενο και φωτογραφίες...

ΜΑΣ ΓΚΑΣΤΡΩΣΕ...

Και πάνω που λέγαμε ότι κάποια δυσεύρετα LPs από τα "άγονα" χρόνια του nigerian funk στα seventies θα έβλεπαν ξανά το φως της δισκογραφίας, πέσαμε σε βράχο... Ξεκίνησε καλά η νεοϋορκέζικη Academy LPs επανεκδίδοντας το "Try and Love" των Ofege, αλλά φαίνεται πως, στην πορεία, ξέμεινε από καύσιμα... Που είναι το "A Move In the Right Direction" των SJOB Movement και το "Vol1: Blood Brothers" των Mebusas; Τα περιμένουμε από τον Απρίλιο...
Μιλώντας για το άλμπουμ των SJOB Movement να πω πως πρόκειται για ένα κλασικό funk-rock LP (ουδεμία σχέση με afrobeat) με δυναμικά ψυχεδελικά vibes και "στοναρισμένη" ατμόσφαιρα. Πρωτοκυκλοφόρησε στις αρχές των seventies από τη νιγηριανή EMI [NEMI 0160] και περιελάμβανε 5 κομμάτια. Τα "Stone funk" και "Country love" - ιδίως αυτό - είναι ασυναγώνιστα.

SOUL JAZZ RECORDS: Singles 2008-2009

Ό,τι κυκλοφόρησε σε 12ιντσο single (στις 45 στροφές) για τις ανάγκες των clubs, την τελευταία διετία, η Soul Jazz, το «μαζεύει», το «περιποιείται» και το ξαναστέλνει στην αγορά σε μορφή διπλού CD. Αν και, προσωπικώς, θα ήθελα να γράφω όχι για... τις ανάγκες των clubs, αλλά για τις ανάγκες των ίδιων των καλλιτεχνών, είναι τόσο σαφής ο ρόλος, ο σκοπός, το βεληνεκές αυτών των ηχογραφήσεων, ώστε αν μπορούσες να «γδάρεις» με κάποιο τρόπο την χορευτική επικάλυψη, δεν θα έμεναν και πολλά πράγματα «από κάτω», που να είχαν άλλο λόγο ύπαρξης. Τούτο, δεν σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με μιαν αδιάφορη συλλογή. Ποσώς. Αυτά τα... όχι πολλά πράγματα υπάρχουν, «βγάζουν μάτι» και οφείλει κανείς να τα επισημάνει. Κατ’ αρχάς αναφερόμαστε στους "ήρωες" του dubstep, τον Kode9, τους Cult of the 13th Hour και τους Digital Mystikz. Στο “Stung” ο Kode9 χρησιμοποιώντας μία τύπου Can ρυθμοδομή, απλώνει «μελόντικα» patterns α λα Augustus Pablo και επικό «κιμπορντικό» παίγνιο ύστερων Tangerine Dream. Πρωτοτυπία δεν υπάρχει. Φαντασία όμως υπάρχει, και είναι αρκετή. Στο “Wickedness” οι Cult of the 13th Hour αναπαριστούν ηλεκτρο-ακουστικές «βάσεις», πάνω στις οποίες «φορτώνουν» techno ρυθμοδομές με EBM χαρακτηριστικά, ενώ στο “Thief in the night” οι Digital Mystikz «παίζουν» με περισσότερη dancehall Τζαμάικα, αλλά και με μια μελωδία, κάπως σαν oriental dub, που θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και Θεοδωράκη (δεν είναι). Αλλά και από τα υπόλοιπα ονόματα, ορισμένα ξεχωρίζουν. Θ’ αναφέρουμε ένα. Τους Subway. Το “Hal” προτελευταίο κομμάτι στο δεύτερο CD είναι χάρμα – ακούγεται όπως το αγαπημένο μου “Departure from the Northern Wasteland” του Michael Hoenig... αν το παίξω στις 45 στροφές – ενώ το “Simplex”, ακόμη και στο mix του Gatto Fritto, δείχνει, σαφώς, πως από κάτω υπάρχει «δουλειά». Subway τους είπαμε;

REINHARD KLEIST "Johnny Cash"

Γεγονότα στα δύο...
Είναι ένα από τα συντομότερα – και πιο ευχάριστα – βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Δυο-τρεις ώρες; Κάτι τέτοιο. Αναφέρομαι στις 209 σελίδες του comic τού γερμανού γραφίστα Reinhard Kleist “Johnny Cash” (εκδόσεις οξ υ, Αθήνα 2009) , μία καλαίσθητη έκδοση με ωραίο... σεναριακό ενδιαφέρον. Πρόκειται, χονδρικώς, για την ιστορία του «ανθρώπου με τα μαύρα», έτσι όπως την αφηγείται ένας έγκλειστος των φυλακών Folsom και περιστασιακός τραγουδοποιός o Glen Sherley (1936-1978)· υπαρκτό πρόσωπο δηλαδή. Ο Sherley στo comic – αλλά, όπως δείχνουν τα πράγματα, και στη ζωή – πέφτει από τα σύννεφα όταν μαθαίνει πως ο «ήρωάς» του Johnny Cash θα δώσει συναυλία στη Folsom Prison (στη φερώνυμη πόλη της California), την 13η Ιανουαρίου του 1968, ετοιμάζοντας, έτσι, το... νόημα της ζωής του. Ηχογραφεί, προχείρως, ένα τραγούδι και με... βαποράκι τον παπά της φυλακής, το βγάζει έξω ελπίζοντας να φθάσει στα χέρια τού ανθρώπου, για τον οποίον έχει μάθει όλα τα κατατόπια της ζωής του. Και όντως. Το τραγούδι παραδίδεται στον Cash την προηγούμενη μέρα, το ακούει, του αρέσει, το μαθαίνει και το λέει, τελικώς, στη συναυλία, όπως και στο άλμπουμ, που τυπώθηκε από την Columbia λίγους μήνες αργότερα (πρόκειται για το “Greystone chapel”, τελευταίο track της δεύτερης πλευράς). Κι ενώ έχεις την αίσθηση – με βάση τον όγκο των σελίδων που έχουν προηγηθεί γύρω από τα κατορθώματα του Cash, από την παιδική του ηλικία μέχρι τη συναυλία στη Folsom – ότι το «σεναριακό εύρημα» του Sherley τελειώνει, ο Kleist, μ’ ένα άλμα στο 2002, όταν ο Cash ηχογραφούσε το “American IV: The Man Comes Around”, με παραγωγό τον Rick Rubin, δίδει τις έσχατες πληροφορίες για τον... δευτεραθλητή του (δια στόματος Cash, καθώς ο ίδιος διηγείται στον Rubin). «Αποφυλακίστηκε νωρίτερα, επειδή του προσέφερα δουλειά στις συναυλίες μου. Τη μέρα που βγήκε η Τζουν κι εγώ τον πήραμε από τη φυλακή. Έκανε σαν παιδί από τη χαρά του. Μετά, μας ακολούθησε στην περιοδεία μας και μάλιστα ηχογράφησε ένα δίσκο. Είναι στ’ αλήθεια πολύ καλός. Ο δίσκος έχει πάνω τ’ όνομά του και μια φωτογραφία από το Φόλσομ. Γκουχ, γκουχ... Όμως δεν μπορούσε ν’ αντέξει την προβολή και την ελευθερία. Ίσως... να μην μπορούσε να σταθεί στη σκιά μου. Έπρεπε να τον αφήσω να φύγει. Αργότερα έμαθα πως περιπλανιόταν εδώ κι εκεί, και κατέληξε να δουλεύει εργάτης σ’ ένα αγρόκτημα με βοοειδή. Μερικές φορές σα να τον βλέπω να στέκεται μπροστά από το τροχόσπιτό του. Ήταν το τελευταίο άθλιο κατάλυμά του προτού στρέψει την καραμπίνα στον εαυτό του. Φαντάζομαι πως ακούει ξανά και ξανά τις καγκελόπορτες της φυλακής να κλείνουν πίσω του. Οι τοίχοι του Φόλσομ είναι απαραβίαστοι. Πιο δυνατοί από βράχο, πιο δυνατοί απ’ όλους μας».
Ο Reinhard Kleist, κάπου στη σελίδα 94, βάζει τον Sherley να λέει: «Οι ιστορίες είναι αυτές που μένουν, όχι τα γεγονότα. Και οι ιστορίες είναι για να τις διηγείσαι». Και τα γεγονότα φίλε μου Kleist και τα γεγονότα...

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

SOCOS & THE LIVE PROJECT BAND "Objects In Mirror are Closer Than They Appear"

Ήχος και εικόνα είναι «ένα και το αυτό» στον καλλιτεχνικό κόσμο του Socos. Το αντιλαμβάνεσαι, κατά πρώτον, βλέποντας το DVD “Mescaline” που εμπεριέχεται στο πακέτο – εκεί όπου, και τα δύο, τρεμοπαίζουν στο ίδιο «μήκος κύματος» –, σίγουρα αν έχεις παρακολουθήσει κάποια παράστασή του, ενδεχομένως, αν περιοριστείς στο «τυπικό» audio CD. Τι να πεις για το “Objects In Mirror...” [Puzzlemusik]; Να πεις ότι είναι η φυσική συνέχεια του "Δάκρυα Του Ονείρου" (2004), του “Kafka” (2007), του “Hyperythmique Analogue” (2007) και του “Sub Breath, Outer Speech” (2008); Είναι προφανές. Ένας άνθρωπος που βιώνει τη δημιουργία μ’ έναν τόσο προσωπικό, ενίοτε επώδυνο τρόπο, που δεν άγεται από ζητήματα που επιδρούν στρεβλωτικώς στην υλοποίηση του στόχου, δεν μπορεί παρά να κυοφορεί το «ίδιο». Να πεις, από την άλλη, ότι το λεγόμενο post-rock, και οι όποιες σχετικές ή ανάλογες σημασίες που αναβλύζουν από τούτο, είναι ό,τι δίδει «πρόσωπο» στο περιεχόμενο του «καθρέφτη»; Μάλλον, τότε, μπαίνεις στη λογική να δεις το έργο από τη... σκοτεινή πλευρά της βαβέλ, αγνοώντας, προφανώς, τις φωτισμένες «χαραμάδες» του. Αν, πάλι, υποθέσεις ότι ο λόγος – ποιος λόγος; – είναι το μέσον για να σπάσεις την κρούστα της μακαριότητας, πάλι ενέχει ο κίνδυνος να μείνεις στα μισά του δρόμου. Ίσως, τελικώς, το μόνο για το οποίο μπορείς να βεβαιώσεις είναι για τα αισθήματά σου, κατά τη διάρκεια της θέασης-ακρόασης. Υπάρχει μια πίεση, που δρα λυτρωτικώς, στην προσπάθεια που καταβάλλει ο Socos να εντοπίσει το επείγον του προβλήματος. Είτε αυτό είναι πολιτικό, είτε κοινωνικό, είτε οικολογικό – βασικά το «πρόβλημα» είναι ένα, και αφορά στη σύνθεση των επί μέρους πάνω στη (μη) ηθική του κέρδους – εκείνο που απαιτείται είναι η ευαισθητοποίηση του εγώ, προς την κατεύθυνση αποσταθεροποίησης της κυρίαρχης γλώσσας (πολυγλωσσία, κραυγές, καγχασμοί, φωνήματα, αλλοιώσεις – στον «καθρέφτη» υπάρχουν όλα). Μιλάμε για να λέμε τα... πράγματα με τ’ όνομά τους; Ο «καθρέφτης» λέει όχι· τό’χουμε δει το έργο...

SUN RA "Featuring Pharoah Sanders & Black Harold

Το 1964 η jazz σκηνή της Νέας Υόρκης ριζοσπαστικοποιείται, μέσα από συνασπισμούς καλλιτεχνών, ίδρυση νέων ανεξάρτητων labels, οργάνωσης συναυλιακών γεγονότων, happenings και δημοσίων συζητήσεων για ’κείνο που ερχόταν, με στόχους πολλαπλούς· ενίοτε προκαλώντας... για την πρόκληση. Ο Jazz Composers Guild (που ίδρυσαν οι Bill Dixon και Cecil Taylor εκείνη τη χρονιά) ήταν ένας τέτοιος ανεξάρτητος και σίγουρα αβαντ-γκαρντίστικος «μηχανισμός», που στόχευε στην επαφή τού “new thing” με τα υποψιασμένα ακροατήρια. Κάτω από την επικεφαλίδα «Οκτωβριανή Επανάσταση στην Τζαζ» [sic] οργανώνονται κονσέρτα στο Cellar Cafe, ενώ προετοιμάζεται και το πρώτο 4ήμερο φεστιβάλ στο Judson Hall (o «ναός» της σκηνής, αφού εκεί θα ηχογραφηθούν ζωντανοί οι Albert Ayler, Noah Howard κ.ά.), στα τέλη του Δεκέμβρη του 1964. Στην εκδήλωση θα πάρουν μέρος οι Cecil Taylor και Bill Dixon φυσικά, και ακόμη οι Archie Shepp, Paul Bley, New York Art Quartet (με John Tchicai και Roswell Rudd), ως επίσης και η Le Sun Ra Arkestra, λίγο πριν την ηχογράφηση των “Heliocentric Worlds”. Από τα 72 περίπου λεπτά εκείνου του live είχαν δισκογραφηθεί έως σήμερα περίπου τα 27 – στο πολύ σπάνιο LP της El Saturn “Featuring Pharoah Sanders & Black Harold”, το 1976 (μάλιστα ως τόπος ηχογράφησης αναφερόταν το Cellar Cafe και ως ημερομηνία η 15/6/64). Τώρα, η ESP εκδίδει για πρώτη φορά όλο εκείνο το κονσέρτο [ESP 4054, 2009], φέρνοντάς μας σ’ επαφή μ’ ένα κομμάτι της jazz ιστορίας, που έχει συγκεκριμένο νόημα. Πρόκειται για τη μοναδική, όπως φαίνεται, εγγραφή του Sanders με την Arkestra (είχε αντικαταστήσει τον αποχωρήσαντα τενορίστα John Gilmore) και μάλιστα σε μια σημαντική στιγμή της πορείας της (στη line-up, ανάμεσα σε άλλους, ο φλαουτίστας Black Harold, οι Marshall Allen, Pat Patrick, Alan Silva και Ronnie Boykins). Αν και κομμάτια όπως τα “Voice of Pan” (με τους flute-βοκαλισμούς του Harold σε πρώτο πλάνο) και “The world shadow” έχουν ήδη το κύρος που τους πρέπει στη Sun Ra-δισκογραφία, είναι το ανέκδοτο 20λεπτο “The other world” εκείνο που δείχνει την αναμφισβήτητη ικανότητα του «βασιλιά» (και της μπάντας του), να ίπταται πάνω από ταμπέλες, προτείνοντας την «τελευταία λέξη». Ο Sanders, με προ-κολτρεϊνική συμπεριφορά, παίζει soli με μανία, με την Arkestra να κινείται προς new thing κατευθύνσεις. Τα όργανα συμπλέκουν ανά δύο, με τo απίθανο 10λεπτο ντραμ σόλο του Jimmhi Johnson να αποτελεί τη roots γέφυρα, λίγο πριν το free ομαδικό τελείωμα· καθώς το “The second stop is Jupiter” ακολουθεί...

ERICA POMERANCE "You Used To Think"

Η νεοϋορκέζικη ESP-Disk παραλλήλως με τις νέες παραγωγές, που, πάντα, επιχειρούν να περιγράψουν το αυθόρμητο, ρίχνει στην αγορά και τις παλαιότερες, ιστορικές κυκλοφορίες της, επιτελώντας θεάρεστο έργο. Καθότι μιλάμε για σπανιότατα άλμπουμ, ορισμένα εκ των οποίων δεν έχουν ποτέ επανεκδοθεί.
Η Erica Pomerance δεν απασχόλησε πολύ τη μουσική βιομηχανία. Ένα άλμπουμ ηχογράφησε στα τέλη του 1968 και έκτοτε... ποιος ξέρει. Πώς θα χαρακτηρίζαμε το “You Used To Think” [ESP 1099, 2009]; Ως μία προσπάθεια να απεγκλωβιστεί η folk μπαλάντα από τα κλασικά της πλαίσια.
Επιχειρείται δηλαδή μία freaky ανάγνωση της μουσικής συνοδείας, η οποία μοιάζει να έρχεται σε αντίθεση με την, κάποιες φορές, εντός ορίων αφηγηματικότητα της ερμηνεύτριας.
Σιτάρ, ακουστικές κιθάρες, κρουστά, πιάνο, μπάσο, άλτο σαξόφωνο, συνηγορούν προς ένα αλλόκοτο «ελεύθερο» άκουσμα, που σε κάποιες, λίγες, στιγμές του (“Julius”) θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και τους... Poll. Όχι, προς θεού...
Η Pomerance είναι μία πολιτικοποιημένη songwriter, που αντιτίθεται στην ιδέα της “great society”, που προβληματίζεται σε σχέση με τον τρόπο που «κάθισαν» τα γεγονότα του παρισινού Μάη (Καναδή με γαλλική ρίζα;), που βλέπει τον Μεγάλο Αδελφό να την παρακολουθεί κατά πόδας, «εφευρίσκοντας» δικούς της τρόπους να ξεφεύγει.
Η ίδια, σήμερα, εξακολουθεί να... σκέφτεται και να δημιουργεί. Γυρίζει ντοκιμαντέρ για θέματα που αφορούν στην Αφρική, γράφει ποιήματα, ψάχνοντας την ευκαιρία να επιστρέψει στη δισκογραφία· 40 χρόνια μετά το «Σκεφτόσουν»... Θα της δοθεί;

ΕΚΛΟΓΕΣ... ή καθώς με ξεχνάει η ανατολή

«Μη κρατάς επάνω σου τίποτα που θα πλήγωνε τον κοινό νου»
Σπύρος Μεϊμάρης από την «Πρώτη κρίση» (άνευ αδείας)

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

SOFT MACHINE LEGACY "Steam"

Το “Steam” [MoonJune MJR016, 2007] δεν είναι το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Soft Machine που έχει εκδόσει η αμερικανική εταιρία – κάποιο “Drop” κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό περιέχον γερμανικές live ηχογραφήσεις από το 1971 – είναι όμως ό,τι πιο σημερινό υπάρχει, έστω και κάτω από το όνομα Soft Machine Legacy. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Surrey στο τέλος του 2006, απαθανατίστηκε από τον Jon Hiseman (ντράμερ των Colosseum) και πήραν μέρος σε αυτήν ο John Etheridge κιθάρες, ο Hugh Hopper (1945-2009) μπάσο, ο John Marshall ντραμς – τρία ιστορικά μέλη των Softs –, καθώς και ο «πνευστός» Theo Travis, που «κράτησε» το ρόλο του Elton Dean αμέσως μετά το θάνατο του τελευταίου. Κατ’ αρχήν να σημειώσω πως αδιαφορώ παντελώς για τα πώς θα ονομάζεται ένα γκρουπ (αν θα λέγεται δηλαδή Pink Floyd του Μεσονυχτίου, οι Rolling Stones του Ορφανοτροφείου), επίσης δεν νοιάζομαι για τα νομικίστικα ή νομικά ζητήματα που μπορεί να απασχολούν τους ίδιους τους μουσικούς, και πάντως όχι εμένα, για να μην πω πως αδιαφορώ παντελώς και για τα... ηθικά ζητήματα, που μπορεί να εγείρονται από τη χρήση ενός ονόματος, όπως αυτό των Soft Machine στη σημερινή εποχή (ας τα βρουν οι δικηγόροι). Επειδή ακούω τη μουσική εντελώς ανεπηρέαστος από τριτεύοντα θέματα – όπως πράττουν οι βαθμολογητές των γραπτών στις Εισαγωγικές, με «σκεπασμένα» τα στοιχεία του μαθητή – έρχομαι να πω πως το “Steam” είναι ένα πολύ καλό CD, που τιμά (το λέω εκ των υστέρων, μετά την ακρόαση) και τους Soft Machine και τους Soft Machine Legacy. Περιέχει βασικά «συνθέσεις» που, και αυτές, φαίνεται πως έχουν διαμορφωθεί ελεύθερα στο στούντιο, έχοντας όμως το προνόμιο να συμβάλλει επί τούτων το «νέο αίμα»· ο σαξοφωνίστας Theo Travis. Δεν είναι μόνον ότι οι προσωπικές του στιγμές (“The steamer”, “The last day”, “Anything to anywhere”) είναι οι πιο ενδιαφέρουσες (το “The last day” είναι... χάρμα ηλεκτρικού αυτοσχεδιασμού), είναι η γενικότερη παρουσία του που προσφέρει νέους παλμούς στο... ηλικιωμένο κουαρτέτο. Για παράδειγμα το “The big man” που υπογράφουν και οι τέσσερις, και είναι ό,τι πιο «βαρύ» έγραψαν ποτέ οι Softs, θα ήταν μισό χωρίς την παρουσία του Travis. Ακόμη και η μοναδική σύνθεση από τα παλιά, το “Chloe & the pirates” του Mike Ratledge από το “Six”, κερδίζει πολλά από τα σόλο του «πνευστού». Φυσικά, όποιος υποτιμήσει την παρουσία των γερόντων θα το... βρει μπροστά του, μια και τα “So english” και “Dave acto” θα μπορούσε να κοντράρουν τις καλύτερες στιγμές από τα “Six” και “Seven”.

simakDialog "Patahan"

(... απέναντι στην ανάσα της γης)
Η πεντατονία των gamelan είναι η μεγάλη συνεισφορά στη σύγχρονη μουσική του ινδονησιακού αρχιπελάγους. Ένα το κρατούμενο. Jazz στην Ινδονησία υπάρχει από τη δεκαετία του ’20, rock από τη δεκαετία του ’60, pop και οτιδήποτε άλλο όλα τα μετέπειτα χρόνια. Τα ονόματα των χιλιάδων ινδονησίων μουσικών μπορεί να μην φθάνουν μέχρι τη μακρυνή Ελλάδα, όμως η Ευρώπη πήρε μία καλή γεύση «ινδονησιακής jazz», ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν ο ξεχωριστός αμερικανός κλαρινετίστας Tony Scott παρουσίασε τους Indonesian All Stars (ο πιανίστας Bubi Chen ανάμεσα – ίσως η μεγαλύτερη μορφή της τοπικής jazz) στο στούντιο της MPS στο Villingen, ηχογραφώντας το άλμπουμ “Djanger Bali” (1967). Σαράντα χρόνια μετά ένα καινούριο jazz-group από την Ινδονησία έρχεται να ταράξει τα νερά (όσων θα το προσέξουν). Λέγονται simakDialog, προξένησαν το ενδιαφέρον του Leonardo Pavkovic, του ανθρώπου που κινεί την νεοϋορκέζικη MoonJune Records, προσφέροντας το “Patahan" [MJR015, 2007] για την αμερικανική ετικέτα· ένα δικό τους live στην Jakarta, στο εκεί Ινστιτούτο Goethe, από τον Απρίλιο του '05. Πριν πούμε λίγα λόγια για το άλμπουμ να δώσουμε τα ονόματα των μέλων του γκρουπ. Riza Arshad πιάνο, fender rhodes, σύνθια, Tohpati Ario Hutomo κιθάρες, Adhitya Pratama άταστο μπάσο, Endang Ramdan τοπικά κρουστά – συν τρεις guests (Emy Tata, Ubiet, Marla Stukenberg) σε γκαμελάνικα κρουστά, φωνητικά και απαγγελία ποίησης στην ινδονησιακή και τη γερμανική. Παρότι δεν υπάρχει ο κλασικός ντράμερ στο σχήμα οι δύο περκασιονίστες Ramdan και Tata, μαζί με τον μπασίστα Pratama, θα λέγαμε πως επωμίζονται το κύριο «βάρος» του άλμπουμ. Πράγματι, είναι εντυπωσιακές οι γκαμελάνικες ρυθμολογίες τους· τα blocks που χτίζουν, επάνω στα οποία θα έλθουν να αυτοσχεδιάσουν οι φωνές (κυρίως η Ubiet), αλλά και ο πιανίστας Arshad με τον κιθαρίστα Hutomo. Ο δεύτερος ακολουθεί περισσότερο «δυτικές» κατευθύνσεις – «φταίει» και το όργανο – με ωραία «πατ-μιθινική» φρασεολογία, αλλά ο πρώτος είναι εκείνος που θα προσφέρει έναν ολοκληρωμένο αρμονικό σχεδιασμό, μετατρέποντας το πιάνο του σε μιαν exotica-machine. Και τα πέντε κομμάτια του “Patahan” είναι εκτεταμένα σε διάρκεια (από 11:07 έως 19:49) προσφέροντας εκείνο που αποκαλούμε «μοναδική εμπειρία». Με τρόπο αβίαστο και απόλυτο. (Υπάρχει και πιο πρόσφατο άλμπουμ των simakDialog στην MoonJune, για το οποίο θα τα πούμε στο άμεσο μέλλον)

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

LOLEK "Alone"

Άκουσα τον Lolek· το πρώτο κομμάτι τού “Alone”, που έχει τίτλο “Have you noticed?”. Είναι τόσο κοντά η τραγουδοποιία του προς εκείνην του Καταλανού Lluis Llach, που μ’ έκανε να τα χάσω. Δηλαδή το εξομολογούμαι. Αν δεν έβλεπα το πατρινό CD [Inner Ear, 2009] θα στοιχημάτιζα, όλος μέσα, πως ο Llach αποφάσισε, τώρα στα γεράματα, να κάνει το «αγγλικό» του άλμπουμ (ή μήπως το έχει κάνει ήδη;). Τέλος πάντων. Μην νομιστεί ότι αυτό το γράφω για να «θίξω» τον Lolek. Ποτέ. Όταν χρησιμοποιώ τέτοια «σχήματα» οι προθέσεις μου είναι ακριβώς οι αντίθετες. Κι αυτό γιατί τα παλαιά ονόματα τα «χρησιμοποιώ» με... φόβο και τρόμο. Έχω μεγαλώσει με τα τραγούδια του Καταλανού, κι έχω ακούσει από ’κείνον μερικές από τις ωραιότερες μπαλάντες που έφθασαν ποτέ στ’ αυτιά μου. Το ίδιο θέλω να ισχυριστώ και για τον Lolek· θα μου πάρει λίγο χρόνο. Κι έτσι πρέπει... Το άλμπουμ του είναι απίθανο. Κυριολεκτικώς. Τι πιθανότητες έχεις δηλαδή ν’ ακούσεις στην Ελλάδα σήμερα τέτοιου τύπου άσματα; Κι ακόμη – γιατί πάει ομού – τι πιθανότητες έχεις να δεις ένα νέον άνθρωπο να πίνει μόνος το ποτό του, ντυμένον τόσο «συντηρητικά», στο Βάρσο, στην Κηφισιά (εκεί δεν είναι;). Γεννάται θέμα. Θα μπορέσει ο Lolek να διαχειριστεί αυτήν ακριβώς την «εικόνα», που τον τοποθετεί αυτομάτως αλλού, ή θα τον φάνε οι... ύαινες (έστω και οι κουλτουριάρικες – και δεν εννοώ αναγκαστικώς τους συναδέλφους του); Δεν ξέρω. Νοιώθω όμως ότι τραγούδια όπως το “Have you noticed?”, το “I went to the beach alone”, το “Since I am a soldier”, το “River of diseases”, το “A valse of a true romance” ή το “Now cry!” – ποιο δεν μνημόνευσα, μήπως το καλύτερο; – θα μπορούσε ν’ αφορούν πολλούς. Να προσθέσω μόνον πως το mastering έγινε στα Sterling Studios της Νέας Υόρκης από τον Creg Calbi (εκεί είχε γίνει και του Θανάση Παπακωνσταντίνου για το «Σαμάνο»). Ξέρετε, τώρα, τι σημαίνει “Creg Calbi”... Κύριοι αποκαλύπτομαι. (Στο “Alone” εννοώ, όχι στον Lolek...).
(πρωτοδημοσιεύτηκε στο JAZZ & TZAZ, τεύχος 197/198, 8/2009)

BIOMASS Electrozali

Η “Electrozali” [Low Impedance, 2009] του Biomass μοιάζει με συνέχεια των προηγηθέντων “Miledrops” και “Market” (αμφότερα στην Quetempo), πράγμα που είναι λογικό από μιαν άποψη. Γιατί; Γιατί, χονδρικώς, υπάρχει κι εδώ (όπως υπήρχε εκεί η jazz και το blues) μία κεντρική αναφορά. Η κρητική ζάλη... στα πέντε. Ο Biomass μπορεί να σαμπλάρει κρητική λύρα ή το σπάνιας ομορφιάς και δύναμης «Χαντίπερας» του Ψαραντώνη, το τελευταίο 8λεπτο κομμάτι από το «Νογώ» [Lyra, 1998], όμως εκείνο που μοιάζει να τον ενδιαφέρει, ανάμεσα σε άλλα ενδεχομένως, είναι να συνδέσει την εκστατική διάταση της παραδοσιακής μουσικής με τις σύγχρονες trance μεταμορφώσεις. Η μέθοδός του, θυμίζει, ή είναι, εκείνη του dubbing. Tracks όπως το “Altamura” με τα γερά «πατήματα» στο χρόνο, το “Near end” με τους άψογα ενσωματωμένους οριενταλισμούς, το “Esilio 99” με την «μεθοδευμένη» string-ακολουθία ή το έσχατο “Overlution” με τις drone-μεταλλαγές του να σε προσγειώνουν σε αιχμηρές, φοβικές καταστάσεις, είναι σίγουρο πως θα αλώσουν όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και το σώμα. Θα χορέψεις, ναι, αλλά θα δεινοπαθήσεις...

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

THE BOY "Please Make Me Dance"

Mary And The Boy τέλος. Και επισήμως, μετά την κυκλοφορία του “Please Make Me Dance” [Inner Ear, 2009] του Boy. Άλλο όμως είναι το σημαντικότερο κι ας προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε – μια και τα γκρουπ, έτσι είναι, έρχονται και παρέρχονται. Ο (The) Boy συνεχίζει να μεταφέρει και στην προσωπική του, πλέον, διαδρομή, εκείνη την punky στάση, την μπολιασμένη, προσέτι, με σαφή στοιχεία από την κουλτούρα του δρόμου. Χωρίς να κάνει hip-hop, χωρίς να ραπάρει με την πιο στενή έννοια του όρου, άγεται (χωρίς να φέρεται) από κάτι κλασικό του ελληνικού χώρου (ναι, το ακρογωνιαίο Σύνδρομο) προκειμένου να μεταφέρει σπαράγματα μιας λίγο-πολύ αβίωτης καθημερινότητας, η οποία μοιάζει να βιώνεται (και καλλιτεχνικώς – ξενίζει ο όρος;) μέσω μιας θετικής χορευτικής παραζάλης (το άλμπουμ δεν έχει κενά, απεναντίας διαθέτει διαρκή... εργοταξιακό θόρυβο).Αν και προσωπικώς, δεν αντιλαμβάνομαι την ανάγκη χρήσης τραγουδιών του Θεοδωράκη και του Σαββόπουλου στο έργο (δεν πειράζει...), λέω πως ο (The) Boy επιτυγχάνει διάνα με την από κοινού χρήση της ελληνικής και τη αγγλικής και, κυρίως, με το ανάρμοστο πάθος του να μη μασάει λόγια και αισθήματα. Είναι σκληρό άλμπουμ το “Please Make Me Dance”. Αφήνει κάποια περιθώρια διαφυγής, αλλά, βασικά, στόχος του είναι να υποσκάψει το μέλλον... εκείνων που το αναποδογύρισαν (το μέλλον). Και ακόμη να ξυπνήσει όσους οφείλουν να είναι ξύπνιοι· όσοι είναι ηλικιακώς κοντά στον Boy δηλαδή. Δεν ξέρω αν πρέπει να πω ότι το «Πυροβολισμός στο πρόσωπο» είναι καταπληκτικό τραγούδι, αφού δεν εγράφη για να καταπλήξει. Κρίνω αισθητικώς και είναι λάθος...