Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

λαϊκά σέικ

Αν και το αρχείο μου στο λαϊκό δεν είναι και τόσο ενημερωμένο έχω την αίσθηση πως το μπουζούκι ανακατεύεται με το shake (και τα παράγωγά του) λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Δεν παίρνω όρκο, αλλά η πρώτη ουσιαστική απόπειρα φρονώ πως είναι το 4-tracks EP του Γεράσιμου Λαβράνου “Rebeta Nova No 1” [Polydor EPHH 50 888], που κυκλοφόρησε το Φθινόπωρο του 1964. Οι τρεις διασκευές σε ισάριθμα τραγούδια τού Απόστολου Καλδάρα («Όσο αξίζεις εσύ», «Άμα θες να φύγεις φύγε», «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις») και η μία σ’ ένα του Στέλιου Μακρυδάκη («Το ’πες και το ’κανες») σε shake, merengue, bossa nova και cha cha twist δίνουν και παίρνουν. Πρωταγωνιστεί βεβαίως το μπουζούκι του Αλέκου Αναστασιάδη, αλλά και οι ηλεκτρικές κιθάρες (Τίτος Καλλίρης ή Κώστας 'Καράλης' Καραγιαννόπουλος) δεν μένουν πίσω.
Την επόμενη χρονιά η yanka (από τους πιο χαρακτηριστικούς μοντέρνους χορούς της εποχής) φαίνεται πως περνάει στο λαϊκό πάλκο με τραγούδια όπως η «Λαϊκή γιάνκα» των Θανάση Λώλου - Ηλία Μεγαλούδη με τον Βασίλειο Θεσσαλό [Ρυθμοφών PY 54, 1965]. Βασικά, αναφερόμαστε σ’ ένα ηθελημένα (αλλά μπορεί και όχι) κακόγουστο υβρίδιο, το οποίο από τη μάνα του γεννιέται για να σατιρίσει γεγονότα και καταστάσεις. Ένας από τους κυριότερους… promoters των λαϊκών σέικ ήταν οπωσδήποτε ο Χρηστάκης, ο οποίος τραγούδησε και υποστήριξε, φρονώ, στην πίστα με τα τσαλίμια του –ως ο… Τζόνι Χαλιντέι της Ελλάδος– λαϊκά σέικ με τίτλους «Σε είδα στο Λυκαβηττό», «Μια μαντάμ μ’ ένα σκυλάκι», «Πότε μίνι πότε μάξι» κ.λπ., κ.λπ. Τον overground Χρηστάκη συναγωνιζόταν ο Δημήτρης Ευσταθίου, ο οποίος αποδίδει (μαζί με τη Λίτσα Διαμάντη και τον Μάνο Παπαδάκη) το τραγούδι των Βασίλη Βασιλειάδη και Κώστα Βίρβου «Οι γιεγιέδες» [Parlophone GDSP 3256, 1968], ενώ αργότερα (1972) θα πει (μαζί με την Μάρα Ληζ & χορωδία) σε μουσική Θόδωρου Δερβενιώτη, και στίχους ξανά του Βίρβου, το απίθανο «Ω μάμμυ μπλου ρεμπέτισσα».
Το φαινόμενο των λαϊκών σέικ έπαιρνε σιγά-σιγά διαστάσεις και τη χειμερινή θεατρική περίοδο 1967-68 ανεβαίνει στο Θέατρο Άλφα η μουσική σάτιρα Γιεγιέδες και Μπουζούκια στης Πλάκας τα Κουτούκια, σε κείμενα Ναπολέοντα Ελευθερίου-Ηλία Λυμπερόπουλου και μουσική Ζακ Ιακωβίδη. Στο έργο έπαιζαν οι Τάκης Μιλιάδης, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Σπεράντζα Βρανά, Φώτης Μεταξόπουλος, Αλέκα Στρατηγού, Κώστας Καφάσης κ.ά., ενώ τα τραγούδια θα τα ερμήνευαν οι Γιάννης Πουλόπουλος και Κλειώ Δενάρδου (αυτά όλα αναφέρονται στο πρόγραμμα, που βλέπετε στη φωτογραφία). Ο Κώστας Παπασπήλιος στο βιβλίο του για τον Ζακ Ιακωβίδη Θα Ζήσω Ελεύθερο Πουλί [Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2011] γράφει όμως πως ο Πουλόπουλος τσακώθηκε με τον επιχειρηματία Γιάννη Σύλβα και πως τη θέση του στην παράσταση πήρε τελικώς ο Τόλης Βοσκόπουλος (εκεί, μάλιστα, θα τραγουδήσει για πρώτη φορά το «Σαν της γαρδένιας τον ανθό»).
Φυσικά, τα λαϊκά σέικ ήταν ο προνομιακός χώρος τής… από ’κει πλευράς της δισκογραφίας· των μικρομεσαίων εταιρειών και των «αγνώστων» τραγουδιστών. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Χρήστου Κορωπιώτη με τον «Τζέημς Μποντ» [Astron AS-206] από το 1966 ή ’67, των Γιώργου Μπούρα-Πάνου Μαρίνου με το «Ζιζάνιο» [Polyphone PS 263, 1970], του Τώνη Μισιρλή με το «Κορίτσι μου» [Sonata SON-172, 1970] σύνθεση επίσης του Ζακ Ιακωβίδη, της Ρίας Κούρτη με τον «Ανισόρροπο» [Sonata SON-131, 1969] του Σπύρου Ζαγοραίου, του Χρήστου Κεσεδάκη με τον «Οίκτο» [Astron AS 617, 1970], του Leo Luzio με το «Εκείνη που με φιλούσε» [Sonata SON-3001, 1969] που δεν ήταν σέικ, αλλά… μπλουζ, του Ανδρέα Βάσσιου με το «Μπίρι μπίρι μπο» [Astron AS 608, 1970], της Ανθής Μπουζάνη με το «Τα κορίτσια με ζηλεύουν» [Astron AS 507]… Υπήρχαν, επίσης, λαϊκά τραγούδια που είχαν σχέση με γιεγιέδες, αλλά δεν ήταν σέικ. Ένα τέτοιο ήταν «Ο Βαγγέλης ο γιεγιές» των Μπάμπη Μπακάλη - Δημήτρη Γκούτη με τον Ευάγγελο Περπινιάδη (το είχε τραγουδήσει και ο Γιάννης Σταματάκης)… Μια καλή δε, και συνοπτική οπωσδήποτε, αποτύπωση της ιστορίας φαίνεται πως αποτελεί το CD «Λαϊκά Σέικ με Μπουζούκια» [Sakkaris SR 50122, 1997 και Victory music VM 2100.2, 2003], που ανθολογεί αρκετό από το δεύτερο υλικό.
Και αν η πλειονότητα αυτών των τραγουδιών δεν ήταν για να τα πάρεις σοβαρά (παρότι και ο χαβαλές έχει που και που ένα νόημα), υπάρχει ένα λαϊκό σέικ –από αυτά που έχω ακούσει εγώ δηλαδή–, το οποίον ξεχωρίζει (και δεν εννοώ το «Σκληρό μου αγόρι» των Νίκου Μαμαγκάκη - Ντίνου Δημόπουλου, με την Πόπη Αστεριάδη). Είναι ένα τραγούδι που ακούγεται, δεν είναι πλακατζίδικο. Κι επειδή ακούγεται ανασύρθηκε δύο φορές τα πιο πρόσφατα χρόνια (όχι για να γίνει χαβαλές). Είναι το «Μη φεύγεις» [Columbia SCDG 3820] από το 1969. Ένα κομμάτι που γνωστού μπουζουξή Λάκη Καρνέζη σε στίχους κάποιου Τάκη Παρισσινού, που τραγούδησε η Βούλα Γεωργούτη. Το «Μη φεύγεις» επανέφεραν στην επικαιρότητα οι Παίδες…ΕνΤάξει στο άλμπουμ τους «Τα Παλιά Φεγγάρια τα Κόβουν και τα Φτιάχνουν Άστρα» [Fontana 537 760-2] το 1998 –δεν μου αρέσει η εκτέλεσή τους–, ενώ το τραγούδησε και η Έλενα Παπαρίζου στην Platinum Edition τού «Υπάρχει Λόγος» [RCA/Sony-BMG] το 2007. Λαϊκοπόπ με χάλια ενοργάνωση (ως συνήθως), αν και η τραγουδίστρια φωνή διαθέτει και ωραία το λέει. Υπό άλλας συνθήκας μπορεί…
Κι ένα τελευταίο. Το flip-side του «Μη φεύγεις» στο 45άρι της Γεωργούτη ξέρετε τι τίτλο είχε; «Θέλω να φύγω»… Δεν κάνω πλάκα.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ τρέξετε μμάτια

Η λυρική ποίηση δεν διδάσκεται, εν αντιθέσει με το έπος το οποίον εκλογικεύεται, γίνεται εικόνα, αναλύεται, χρησιμοποιείται. Ο «στρατιώτης ποιητής», ίδιον της... φουτουριστικής αντίληψης για τη βία που αισθάνεται, δεν ευδοκίμησε στο ιστορικό προτσές (για να θυμηθώ την παλαιά διάλεκτο των αμφιθεάτρων). Όποιος ρίχνεται στη μάχη για δίκαια ή άδικα –δεν έχει, τώρα, σημασία– βλέπει τον ήλιο της δύσης σαν στόχο, το ουράνιο τόξο σαν την καμπύλη της τροχιάς ενός πυραύλου, τη νύχτα σαν μια διαρκή ρωσική ρουλέτα… Πράττει, τέλος πάντων, ό,τι η πατρίδα τον προστάζει. Απεναντίας, ο «λιποτάκτης ποιητής», εκείνον που εξύμνησε ο Τάκης Κανελλόπουλος στην «Εκδρομή», είναι ό,τι χαλάει τη συνταγή· ένας απόβλητος, ένας απεργοσπάστης του πολέμου.
Ο Λορέντζος Μαβίλης γράφει το τελευταίο σονέτο του στις πλαγιές τού Δρίσκου. Άγνωστον αν θέλησε να το τελειώσει…
Στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ “War War War” του Country Joe McDonald, εικονίζεται ένα γράμμα του πατέρα του από το μέτωπο τού Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρχίζει ως εξής:Somewhere in France, 1918. Dear wife…”
Δεν ξέρω γιατί τα τραγούδια του Μιχάλη Χριστοδουλίδη, από το άλμπουμ «Η Καρδιά μου Πεθυμώντα» [ΕΜΙ, 2000], με οδήγησαν σε τέτοιου τύπου συνειρμούς. Ίσως επειδή στις σκάντζες της πιο αντιποιητικής τέχνης, της τέχνης του πολέμου, ενεδρεύει πολλάκις ένας βαθύτατος λυρισμός, που αλλάζει άρδην το τοπίο.
Ο άγνωστος κύπριος ποιητής του 16ου αιώνα, τους στίχους του οποίου μετέτρεψε σε θεσπέσια τραγούδια ο Χριστοδουλίδης (για κάποια παλαιότερα άλμπουμ του, τις παρισινές libraries recordings, δείτε αυτήν την ανάρτηση http://is.gd/TWQcxv) έζησε σε μιαν εποχή απροστάτευτη, φυσικά, από το λεγόμενο διεθνές δίκαιο. Η πατρίδα του, έρμαιο στις διαθέσεις των κατακτητών, γνώρισε μέσα από τη σύγκρουση το πολιτισμικό της είναι· εκείνο που κρατήθηκε όρθιο έως στις μέρες μας μέσω του μοναδικού δεσμού – τής γλώσσας. Πεντακόσια χρόνια αργότερα οι δοκιμασίες δεν διαφέρουν. Ποιος μπορεί να μεμφθεί τον Φράγκο ή τον Οθωμανό κατακτητή του ύστερου Μεσαίωνα; Ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει για καταπάτηση των κανόνων του δικαίου, όταν το δίκαιο συμβάδιζε επί αιώνες μόνο με την κλαγγή των όπλων; Οι αρχές της διεθνούς νομιμότητας ετέθησαν πολύ αργότερα. Αλλά σήμερα; Εποχή κατά την οποίαν υποτίθεται πως λειτουργούν ευαισθησίες, δημοκρατικά φρονήματα και δικαιώματα, που οδηγούμαστε; Σε μία κατά το δοκούν αντίληψη του «δικαίου», την οποίαν περιφέρουν ορισμένοι διεθνώς ως κοροϊδία. Ο «νέος Μεσαίωνας» είναι κυριολεξία.
Ο άγνωστος κύπριος ποιητής στρέφει την πλάτη του στην πολεμική βία. Περαιτέρω, δεν τον ενδιαφέρει να καταγγείλει. Δεν τον ενδιαφέρει να διδάξει ή να σωφρονίσει. Τραγουδά για τις χαρές ή και για τις πίκρες της ζωής, δίνοντας θετική προοπτική, προσφέροντας χώρο στον έρωτα και την αγάπη. Γράφει κάπου: «Παρά να ζω θλιμμένος/ Κάλλιον στην γην στο χώμαν/ Σκουλλισμένος». Σ’ αυτό το τρίστιχο περικλείεται το πλήρες νόημα τούτων των υπέροχων στροφών (βασικά, οι όψεις των ατελέσφορων ερώτων), που μεταφέρουν για πρώτη φορά στον ελληνικό λόγο φανερές επιρροές από την ποίηση του Πετράρχη (όπως επισημαίνει στο ένθετο η επιμελήτρια Θέμιδα Σιαπκαρά-Πιτσιλλίδου).
Ο συνθέτης Χριστοδουλίδης χρησιμοποιεί στοιχεία από την ευρωπαϊκή μουσική της εποχής και προσαρμόζοντάς τα πάνω στους παραδοσιακούς ρυθμούς της Κύπρου, επιτυγχάνει να μεταφέρει αυτούσιο το πλούσιο λυρικό απόθεμα των στίχων. Το μελωδικό μέρος, όλων ανεξαιρέτως των τραγουδιών, είναι εντυπωσιακό. Το «Γιατί κυρά μου» φερ’ ειπείν είναι απίθανο. Ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια που έφθασαν ποτέ στ’ αυτιά μου. Το ίδιο ισχύει και για το «Τρέξετε μμάτια» (τα δύο «μ» δεν είναι λάθος), το «Ζωντανόν με δυο θανάτους», το «Αγαπώ σε», το «Ποια παραπόνηση», το «Δια σημάδιν έχω λιόντα»… (Αυτό το τελευταίο το έχω απολαύσει και σε μιαν άλλη μελοποίηση, καθώς περιλαμβάνεται στο άλμπουμ του Ανδρέα Ρούσση «Εγκόλπιο» που είχε κυκλοφορήσει από τη Lyra το 1997). Συντείνει φυσικά η ενορχήστρωση του Μιχάλη Χριστοδουλίδη, όπως και οι μουσικοί που την υποστηρίζουν (Θανάσης Ζέρβας, Μαρία Μαζαράκη φλάουτα, Πασχάλης Πλησής όμποε, Δημήτρης Ζουμπούλης βιόλα, μαντολίνο, Στέλλα Κυπραίου κλασική κιθάρα, Νίκος Σακκάς, Αριστείδης Χατζησταύρου ακουστικές κιθάρες, Ηλίας Λυμπερόπουλος, Άρης Σκληρός κοντραμπάσο, Γιώργος Κοντογιώργης μαντολίνο, τζουράς, Μαριλίζα Παπαδούρη βιολοντσέλο, Στέλιος Ζαχαρίου κρουστά), αλλά η αποκάλυψη του άλμπουμ είναι ο τραγουδιστής Δώρος Δημοσθένους. Έξοχος! Άψογη άρθρωση, τέλειοι χρωματισμοί, ερμηνείες υψηλοτάτου επιπέδου. Αντιθέτως, κατώτερη τής περιστάσεως εμφανίζεται η Αλίκη Καγιαλόγλου. Η γνωστή τραγουδίστρια δεν βρέθηκε στην καλύτερή της φόρμα. Κρίμα για έναν τέτοιο δίσκο –με τα ωραιότερα medieval folk κομμάτια που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον τόπο μας– και ακόμη πιο κρίμα, από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα απ’ αυτόν στο δίκτυο…

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

TANGERINE DREAM …ξεκούρδιστοι στο χάος

Υπάρχουν μερικά όργανα, όπως για παράδειγμα οι κέλτικες harp-guitars, τα οποία, ακόμη και κατά τη διάρκεια ενός κονσέρτου, ξεκουρδίζονται πανεύκολα. Μάλιστα, πολλοί χειριστές αυτών των παράξενων οργάνων λένε, εν είδει ανεκδότου, πως τον μισό χρόνο της συναυλίας δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να κουρδίζουν, ενώ τον υπόλοιπο μισό παίζουν ξεκούρδιστοι! Την ίδια δυσκολία αντιμετώπιζαν και όσοι ασχολούνταν με τα αναλογικά synthesizers στα seventies, μιας και κατά τη διάρκεια ενός κοντσέρτου, τοιούτης ηλεκτρονικής μουσικής, πολλές ή κάποιες γεννήτριες ήχου μπορεί να βρίσκονταν από τη μια στιγμή στην άλλη out of tune. Έτσι εξηγείται, από μια μεριά, γιατί ο Βαγγέλης Παπαθανασίου φερ’ ειπείν έδινε σπανίως live, έτσι εξηγείται γιατί το Soundmill Navigator, Live at The Philharmonics 1976” [TDI Music, 2000] των Tangerine Dream, που έλαβε χώρα στο Δυτικό Βερολίνο την 27/6/1976, έχει τη μισή διάρκεια στον δίσκο απ’ όσο είχε στη συναυλία. Εάν ήσουν τελειομανής, τότε τα αναλογικά ηλεκτρονικά, συχνά, υπέσκαπταν από τη μάνα τους την προσπάθειά σου.
Οι Tangerine Dream ήταν από τα ελάχιστα ηλεκτρονικά γκρουπ της δεκαετίας του ’70, που τολμούσαν να παίξουν live, κουρδίζοντας λίγο πριν το σώου τους, συγχρονίζοντας τους sequencers και τακτοποιώντας τα… χιλιόμετρα καλωδιώσεων, που ήταν απαραίτητα για να λειτουργήσει η εγκατάσταση. Στο παρόν 40λεπτο “Soundmill Navigator” οι Γερμανοί αυτοσχεδίασαν με δύναμη –μην φανταστείτε τίποτα ακραία πράγματα– ψάχνοντας κατά βάσιν τους ηχοτοίχους για το “Encore”, το καλύτερό τους άλμπουμ (μαζί με το “Electronic Meditation”) που θα κυκλοφορούσε την επόμενη χρονιά (ένα από τα 4-5 καλύτερα live άλμπουμ που έχω ποτέ ακούσει). Με την πιο δυναμική τους σύνθεση στο πάλκο (Edgar Froese, Chris Franke, Peter Baumann), αυτοί οι πρωτοπόροι του krautrock, είναι φανερό πως με το τότε ανέκδοτο “Live at The Philharmonics 1976” προετοίμασαν με ακρίβεια την πνευματική διαθήκη τους. Όσοι έχουν κατά νουν το διπλό LP “Encore” του 1977, ας ξέρουν πως εδώ απλώνονται τα… δοκιμαστικά του.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ντραμς, κρουστά

Το θυμάμαι σαν τώρα. Ήταν Οκτώβριος του ’96, όταν ο ντράμερ Χρήστος Στασινόπουλος ήρθε στα γραφεία τού Jazz & Τζαζ, προκειμένου να μας ενημερώσει για κάποια live στα οποία (τότε) θα συμμετείχε. Δεν τον γνώριζα εξ όψεως… Ο μεταξύ μας διάλογος ήταν περίπου έτσι… 
– Καλημέρα. Είμαι ο Χρήστος ο Στασινόπουλος. Είμαι ντράμερ και εμφανίζομαι με τους… εκεί… Αφήνω μερικά χαρτιά. (σ.σ. πάντα ο Χρήστος αφήνει χειρόγραφα, απίστευτα χειρόγραφα, με πλήθος πληροφοριών, που αν έχεις πιάσει το νόημα τα αποκωδικοποιείς μια χαρά)
– Ποιος Στασινόπουλος ο… από το Τζαζ Κλαμπ του Μπαράκου, ο ντράμερ των Axis;
– Ξέρεις τους Axis; (σ.σ. η έκπληξη και η χαρά του δεν περιγραφόταν) 
– Φυσικά και τους ξέρω. Καθίστε να τα πούμε…
Και τα είπαμε με τον Χρήστο επί τόπου, χωρίς κασετόφωνα, προετοιμασίες και πολλά-πολλά. Έλεγε εκείνος, ρωτούσα κι εγώ, ενώ παραλλήλως σημείωνα σ’ ένα φύλλο χαρτί. Όταν πήγα στο σπίτι άρχισα να τσεκάρω, να βάζω σε μια σειρά όσα άκουσα και να ετοιμάζω μία πολυσέλιδη χειρόγραφη συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε σ’ ένα ιστορικό τεύχος του Jazz & Τζαζ, το υπ’ αριθμόν 44 (Νοέμβριος, 1996), το γνωστόν και ως “Lady Jazz”. (Το αποκαλώ ιστορικό επειδή ήταν το τεύχος που εγκαινίασε το ένθετο CD, που θα μοιραζόταν, έκτοτε, κάθε μήνα μαζί με το περιοδικό). Να μερικά αποσπάσματα από εκείνη την κουβέντα, με τις απαραίτητες προσαρμογές...
Ο Χρήστος Στασινόπουλος στ' Αστέρια, το 1970
Χρήστο θα ήθελα να ξεκινήσουμε από παλιά…
Οι Juniors θα έλεγα πως ήταν η αρχή. Ήταν ένα πολύ καλό γκρουπ, κι εκείνη την εποχή είχε και μεγάλη επιτυχία. Το 1965 έπαιζαν σ’ αυτούς, μεταξύ άλλων, ο Αλέκος Καρακαντάς κιθάρα και ο Τζίμης Νταής ντραμς. Στη Γλυφάδα που έκαναν πρόβες τους παρακολουθούσα ανελλιπώς. Και μιλάμε για μια παρέα την οποία αποτελούσαν ο Γιώργος Χατζηαθανασίου, ο Ντέμης Βισβίκης, ο Κώστας Καραμήτρος κι εγώ. Από τη μια μεριά υπήρχαν οι Juniors λοιπόν και από την άλλη ήταν η Ορχήστρα Λούκας, η ορχήστρα του Λουκά Βισβίκη, του πατέρα τού Ντέμη Βισβίκη. Αυτά τα δύο σχήματα, όπως και ο αμερικάνικος ραδιοσταθμός, έπαιξαν πρώτο ρόλο στο ν’ ασχοληθώ τελικά με τη μουσική και ειδικότερα με τα ντραμς.
Που έπαιζες εκείνα τα χρόνια;
Το 1966 κάναμε το πρώτο μας jazz-session με τον Βισβίκη στ’ Αστέρια. Λίγο αργότερα θα παίζαμε και με τον Δημήτρη Κατακουζηνό στο Στορκ. Το 1967 αντικαθιστώ τον ντράμερ της μπάντας του Λούκα –νομίζω πως ήταν ο Μάκης ο Μαύρος– στο νάιτ κλαμπ Δέλτα Φαλήρου. Ήταν μεγάλη εμπειρία εκείνη για μένα, διότι έπρεπε να παίξω τα πάντα λόγω του τεράστιου ρεπερτορίου της μπάντας, και θυμάμαι πως τα είχα καταφέρει μια χαρά. Την ίδια εποχή εμφανιζόμαστε με τον Μιχάλη Τραυλό στην Αμερικάνικη Βάση.
Ποιοι μουσικοί είχαν, τότε, την αίσθηση του jazz drumming;
Από τους παλιούς ήταν ο Νίκος Λαβράνος. Υπήρχαν επίσης ο Μάκης Μαύρος, o Νίκος Μπισιώτης (σ.σ. από τους Storks) και ο Γιάννης Ρενιέρης (σ.σ. ο μαθητής του Gene Krupa, o άνθρωπος που έχει γράψει το «Κοίτα το φως», το «Τραγουδώ τραγουδάς» και το «Μην υποχωρείς» για την Ελπίδα, ο ντράμερ του Γιάννη Μαρκόπουλου στα seventies;).
Η ιστορία με τον Yanni πώς ακριβώς έχει;
Προς τα τέλη των σίξτις βρίσκομαι για οικογενειακούς λόγους στην Καλαμάτα. Εκεί γνωρίζω τον Γιάννη Χρυσομάλλη, και μαζί με τον αδελφό του τον Γιώργο σχηματίζουμε ένα γκρουπ. Εμφανιστήκαμε δημόσια μόνο μια φορά, σ’ ένα χορό μιας λέσχης ξένων αρχαιολόγων. Το 1969 εγώ ξανάρχομαι στην Γλυφάδα, ενώ και οι αδελφοί Χρυσομάλλη έρχονται κι εκείνοι στην Αθήνα για σπουδές. Συναντηθήκαμε μερικές φορές, αλλά μετά τους έχασα. Αργότερα έμαθα πως είχαν πάει στην Αμερική…
Μπαίνοντας η δεκαετία του ’70 αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν σιγά-σιγά τα πράγματα…
Το 1970 συναντώ τον Λάκη Ζώη και μαζί με τον Μιχάλη Τραυλό στο μπάσο παίζουμε ξανά στη Βάση. Λίγο αργότερα φεύγει ο Τραυλός και τον αντικαθιστά ο Γιώργος Φιλιππίδης. Το καλοκαίρι του ’71 παίζω στο On the Rocks με τους Play Boys του Μάικ Ροζάκη και τους Sounds, ενώ το 1972 σχηματίζουμε τους Ρουθ με τον Γιώργο Φιλιππίδη στο μπάσο και τον Γιώργο Στεφανάκη στο χάμοντ και συμμετέχουμε στην ηχογράφηση του δίσκου «Απέραντα Χωράφια» του Κώστα Τουρνά.
Πώς ξεκίνησε η γαλλική περιπέτεια;
Αρχές του ’73 συναντώ τον κιθαρίστα του Μίκη Θεοδωράκη, τον Νίκο Μωραΐτη, ο οποίος μου λέει ότι ο Θεοδωράκης ψάχνει για κάποιον χειριστή κρουστών, για τις συναυλίες που ετοίμαζε, τότε, σε Γαλλία και Αγγλία. Φεύγω λοιπόν στο εξωτερικό, πιστεύοντας πως θα πραγματοποιήσω συγχρόνως ένα από τα πιο μεγάλα μου όνειρα. Να έλθω σ’ επαφή με τα σπουδαία ευρωπαϊκά γκρουπ της εποχής. Με τον Μίκη ήμασταν μαζί κοντά δυο μήνες, παίζοντας μέχρι και στο Royal Albert Hall (σ.σ. στην ιστορική συναυλία της 17/1/1973, στην οποία ακούστηκαν για πρώτη φορά τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας»;). Μετά απ’ αυτά αποφασίζω να εγκατασταθώ στη Γαλλία και τότε συναντώ τους Axis
Οι Axis ήταν ήδη πρώτο όνομα. Το “Ela-Ela” είχε χτυπήσει κορυφή…
Οι Axis φτιάχτηκαν στο Παρίσι από τους Ντέμη Βισβίκη πλήκτρα, Γιώργο Χατζηαθανασίου ντραμς, Αλέκο Καρακαντά κιθάρες και Δημήτρη Κατακουζηνό μπάσο στα τέλη των sixties (σ.σ. μάλλον αμέσως μετά την ηχογράφηση του «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» του Ρωμανού), με τους Χατζηαθανασίου, Κατακουζηνό και Βισβίκη να συνεργάζονται από το 1968 συνοδεύοντας την Ορχήστρα Λούκας. Έχουν κάνει ήδη τις επιτυχίες, όταν στην μπάντα προστίθενται ο Αλέκος Φάντης στο μπάσο κι εγώ στα ντραμς. Εν τω μεταξύ οι Κατακουζηνός και Καρακαντάς είχαν αποχωρήσει. Μ’ αυτή τη σύνθεση βγάλαμε εκείνο το άλμπουμ.
Ναι. Εκείνο το άλμπουμ!
Μελετούσαμε και παίζαμε 15 ώρες τη μέρα. Η ηχογράφηση έγινε στα Hérouville Studios, 40 χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι, όπου, δίπλα, ηχογραφούσαν οι Uriah Heep (σ.σ. το “Sweet Freedom” τον Ιούνιο-Ιούλιο του ’73). Μέσα στο στούντιο μείναμε μία βδομάδα για να γράψουμε την πρώτη μόνο πλευρά τού δίσκου (σ.σ. Ιούνιος 1973). Θα ήθελα από ’κείνο το LP να σημειώσω το κομμάτι “Asymphonia I”, που αποτελεί την πρώτη καταγραφή της μύησης που πήρα στο Παρίσι. Ειδικά σ’ αυτό έπαιζε ηλεκτρικό μπάσο ο Dominique Blanc-Francard, εγώ ντραμς, ο Βισβίκης πιάνο και οι Χατζηαθανασίου και Φάντης κοντραμπάσο.
Υπήρχε ολόκληρη ελληνική παροικία τότε στο Παρίσι…
Την εποχή των Axis πολλοί έλληνες μουσικοί έρχονταν στο σπίτι που μέναμε και παρακολουθούσαν τις πρόβες. Ήταν ένα υπέροχο ξύλινο σπίτι, μέσα σε μια μικρή φάρμα, δίπλα σ’ ένα ποτάμι, 20 χιλιόμετρα από το Παρίσι. Αρκετοί απ’ αυτούς μάλιστα φιλοξενούνταν, εκεί, από λίγους μήνες έως και χρόνο. Ανάμεσά τους οι Socrates, ο Βλάσσης Μπονάτσος, ο Κώστας Παπαϊωάννου από τους Poll, ο Σταύρος Λογαρίδης, ο Τάκης Ανδρούτσος, ο Βαγγέλης Ζήσης από τους Νώε και άλλοι…
Γνώρισες άλλους ντράμερ, άλλους μουσικούς, τότε, στη Γαλλία;
Κατ’ αρχάς τον Christian Vander των Magma, ο οποίος με επηρέασε πολύ. Είχαμε συναντηθεί αρκετές φορές. Μάλιστα, μία από εκείνες τις φορές μου πούλησε και την ντραμς του, μία μικρή Gretsch με την οποία έπαιζα για αρκετά χρόνια. Ήξερα επίσης τον Pierre Favre, τον Daniel Humair και τον Bernard Lubat, τους οποίους και είχα παρακολουθήσει πολλές φορές σε συναυλίες. Γνώρισα επίσης τον Francis Moze, τον πρώτο μπασίστα των Magma, ο οποίος είχε μάλιστα και ινδιάνικη καταγωγή. Κάθε φορά μετά από τις συναυλίες των Axis –είχαμε δώσει καμμία εικοσαριά– τζαμάραμε ακατάπαυστα. Το 1974 συνοδεύαμε μαζί την Catherine Lara. Ήταν η εποχή που γνωρίζω τον Joël Dugrenot, ο οποίος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη των Zao. Ο Joël μού είχε προτείνει να γίνω μέλος τους την εποχή που έπαιζαν στην μπάντα οι François “FatonCahen πιάνο και Yochko Seffer σαξόφωνα. Το χειμώνα του 1975-76 συμμετείχα με τους Zao σε πολλές συναυλίες. Από τον Dugrenot γνωρίζω τον Cyrille Verdeaux, ο οποίος τότε ξεκινούσε τους Clearlight. Είχε μάλιστα και ελληνική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του. Με τους Clearlight κάναμε το LPForever Blowing Bubbles”, που κυκλοφόρησε και στην Αγγλία από τη Virgin.
Τον Οκτώβριο του ’75 με καλεί ο Janik Top (σ.σ. ή και Jannick), ο δεύτερος χρονικά μπασίστας των Magma, να συμμετάσχω στη σύνθεσή του “De futura Hiroshima”, την οποία θα παρουσίαζε ζωντανά με μεγάλη ορχήστρα στο τζαζ φεστιβάλ της Νανσί. Στην ορχήστρα συμμετείχαν οι Christian Vander, Didier Lockwood και άλλοι που δεν θυμάμαι τώρα τα ονόματά τους (σ.σ. Claude Olmos, Michel Ripoche, Stella Vander, Gérard Bikialo…). Περιττό να σου πω πως παίξαμε τόσο δυνατά στη συγκεκριμένη σύνθεση –είχε φοβερές επιταχύνσεις– με αποτέλεσμα, στο τέλος, να κατεβούμε όλοι ξεθεωμένοι από τη σκηνή… 
Οι Axis το 1973. Από αριστερά: Αλέκος Φάντης, Γιώργος Χατζηαθανασίου, Ντέμης Βισβίκης, Χρήστος Στασινόπουλος
Δεν είδα στον ύπνο μου τον Χρήστο Στασινόπουλο και ξαφνικά μού θυμήθηκε να επαναφέρω μια συνέντευξη 17ετίας (που έχει το όποιο βάρος έχει και καλόν είναι να βρίσκεται –έστω κι ένα μέρος της– στο δίκτυο). Υπήρξε αφορμή γι’ αυτό το κείμενο και τούτη αφορούσε σ’ ένα γαλλικό 45άρι, που ανακάλυψα προσφάτως, και στο οποίο εμφανίζεται ο έλληνας ντράμερ. Για το 45άρι αυτό δεν είχε γίνει λόγος στη συνέντευξη του ’96 (ούτε εγώ το ήξερα, ούτε ο Χρήστος το θυμήθηκε) κι επειδή το δισκάκι «μετράει», είπα να κάνω κάτι ευρύτερο. Θυμάμαι, όμως, τώρα, πως ο Χρήστος κάτι μου είχε πει περί εμφάνισής του σ’ ένα δίσκο του… Pascal Dufar, δίχως, όμως, να μου πει λεπτομέρειες (αν επρόκειτο για single, LP, ή ό,τι άλλο). Επειδή, όμως, στο μοναδικό LP του Dufar ή Duffard που γνώριζα το zeuhlDieu Est Fou” [CBS, 1976] δεν υπήρχε πουθενά το ονοματεπώνυμο «Χρήστος Στασινόπουλος» αναγκάστηκα να προσπεράσω το όνομα του Γάλλου (από τη δισκογραφία του έλληνα μουσικού), πριν το επαναφέρω τώρα.
Το single Lamour à trois/ Laisse-moi médire que je taime [RCA Victor, 1974] προβάλλεται μέσω του τραγουδιστή Patrice Lamy, όμως οι μουσικές και των δύο κομματιών, οι στίχοι, η διεύθυνση της ορχήστρας και οι ενορχηστρώσεις ανήκουν στον Pascal Dufar. Το πρώτο κομμάτι είναι μία mid-tempo γαλλική μπαλάντα (ας την πούμε), με ωραία φωνή και φωνητικά και με χαρακτηριστικό melotron (ενδιαφέρον τραγούδι, αλλά, εντάξει, δεν μένεις και για πολύ). Το από ’κει όμως είναι διαμάντι. Ένα cosmic funk, με τα φωνητικά να χαρίζουν απλόχερα και τα keyboards να κραυγάζουν… Axis (του τρίτου άλμπουμ). Η ορχήστρα: Francis Moze μπάσο, κρουστά, Chris Stassinopoulos ντραμς, κρουστά, Demis Visvikis ηλεκτρικό πιάνο, melotron, synths, Pascal Dufar πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, Catherine Lara ηλεκτρικό βιολί, Mauricia Platon (από τους Zao), Monique και Bernard Schu φωνή. Το κομμάτι αυτό τιμά τους έλληνες μουσικούς (τον Στασινόπουλο και τον Βισβίκη), δίνοντας μία ακόμη πρώτη διάσταση του γαλλικού… ελληνικού ροκ. Θα το ακούσετε και θα συμφωνήσετε μαζί μου.

Δισκογραφία
1. Κώστας Τουρνάς – Απέραντα Χωράφια – LP, Polydor 2421 027 – 1972 (ως μέλος των Ρουθ)
2. Νοστράδαμος – Νοστράδαμος – LP, Zodiac SYZP 88032 – 1972
3. AxisAxisLP, FR. Riviera XCED 421 088 – 1973 (ως Chris Stassinopoulos)
4. Axis – Waiting along time/ Turning myself ’nto energy –  single, FR. Riviera 121 507 – 1973 (τα κομμάτια δεν περιλαμβάνονται στο LP)
5. Patrice Lamy – L’amour à trois/ Laisse-moi médire que je t’aime – single, FR. RCA Victor FPBO 0036 – 1974 (ως Chris Stassinopoulos)
6. Utopic Sporadic Orchestra under the command of Janik Top ‎– De Futura Hiroshima – CD, JAP. Le Matango LM99006 – 1999 (ως... Cherist Amistopoulos –ε ρε σφαλιάρες που θέλουν οι Ιάπωνεςστα Presentation” και “De futura Hiroshima”, rec. Nancy 17/10/1975)
7. Utopic Sporadic Orchestra Nancy 75 – CD, FR. Utopic Records UR 01003 – 2001 (ως... Kris Stanisnopoulosοι Γάλλοι μπουρδούκλωσαν τα σύμφωνα στα “De Futura [Rehearsal]” και “De Futura [Live]” rec. Nancy 16-17/10/1975)
8. Clearlight – Forever Blowing Bubbles – LP, FR. Virgin XBLY 840 098 – 1975 (ως... Chris Stapinopoulosτραβάτε τους και κανα αυτί)
9. Γιώργος Στεφανάκης – Έλα Να Σταθούμε Αντίκρυ – LP, CBS 85353 – 1981
10. Double Duo (Διπλό Ντουέτο) – Jazz-Rock – CD, Wave Music WM 109-2 – 2000 
11. Chris Stassinopoulos & Friends/ Metal Fusion– Bridges to Freedom – CD, Wave Music WM 117-2 – 2000
12. Yiannis Raptis Trip CD, Melon Music α.κ. 2004 
(o Χρήστος Στασινόπουλος παίζει ντραμς σ' ένα κομμάτι)
13. Chris Stassinopoulos & Friends – Light in the Dark – CD, Christass Records άνευ κωδικού – 2008

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

This is… SPEEDOMETER

Για τους Βρετανούς Speedometer έχω ξαναγράψει στο blog. Βασικά, θυμάμαι τη συνέντευξη του κιθαρίστα τους Leigh Gracie στον Δημήτρη Κατσουρίνη, στο τεύχος 214 του Jazz & Τζαζ (1/2011). Εκεί, σε κάποιο σημείο, ερωτώμενος για τα άλμπουμ που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην (ηχητική) διαμόρφωσή του ο Gracie λέει: «Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι το “Innervisions” του Stevie Wonder, που κυκλοφόρησε το 1973. Κατάφερε ν’ ανοίξει νέους δρόμους και περιέχει απλά τέλειες συνθέσεις. Θεωρώ ότι ο Stevie είναι η απόλυτη ιδιοφυία. Επίσης θ’ αναφέρω το “Live at the Sex Machine” των Kool and the Gang (1971) – γνωρίζω ότι δεν πρόκειται για ένα εξ’ ολοκλήρου live album, αλλά οφείλω να παραδεχτώ ότι η εισαγωγή στο “Whos gonna take the weight” είναι η καλύτερη που έχω ακούσει στη ζωή μου». Και στη συνέχεια, όσον αφορά στους κιθαρίστες που τον έχουν επηρεάσει: «O Leo Nocentelli  των Meters, ο Cornell Dupree που έπαιζε με τον King Curtis και φυσικά οι Melvin Sparks, Grant Green και George Benson». Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι οι Βρετανοί, ακόμη και από το ξεκίνημά τους, επέδειξαν μία ξεχωριστή soul και funk συνέπεια, την οποίαν αντιλαμβανόμαστε πλήρως μέσω της επανέκδοσης (σ’ ένα CD) των δύο πρώτων άλμπουμ τους –“This is Speedometer featuring The Speedettes” [Blow Ιt Ηard, 2003] και “This is Speedometer featuring The Speedettes Vol.II” [Blow It Hard, 2005]– ως This isSpeedometer, Volumes 1 & 2” [Freestyle, 2011].
Το συγκρότημα, ας το πω απ’ την αρχή, επιβάλλεται με δικές του συνθέσεις (σχεδόν όλες ανήκουν στον Gracie), αφού η μόνη διασκευή στα 22 κομμάτια των δύο άλμπουμ είναι εκείνη του “Work it out” της Beyoncé. Τούτο σημαίνει, όσο να ’ναι, σιγουριά και αυτοπεποίθηση· κάτι, όμως, που δεν αρκεί από μόνο του. Πρέπει η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση να μεταφράζονται και σε ενδιαφέρον πρωτότυπο υλικό, πράγμα, εν τέλει, εύκολο για τούτους εδώ τους παικταράδες (δώδεκα στο πρώτο άλμπουμ, δεκατρείς στο δεύτερο, δίχως να μετρώ τις φωνές). Είτε αναφερθεί κάποιος στα οργανικά, είτε στα τραγούδια τους που αποδίδονται από τις Speedettes (Ria Currie, Carrie Flack, Niki King, Randa Kamis, Fran Marley στο “Vol.1” και Ria Currie, Carrie Flack, Jo Knight, Kate Marquart στο “Vol. 2”) το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Soul και funk, στον χορευτικότατο βαθμό, ένα πλήθος δίλεπτων και τρίλεπτων tracks ικανών να ταρακουνήσουν οτιδήποτε. Να ένα...

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

CAETANO VELOSO φόρος τιμής

Πάντα υπάρχει ένας λόγος, σοβαρός ή λιγότερο, για να εορταστεί κάτι. Στην περίπτωση όμως του Caetano Veloso, ακόμη κι αν δεν συνέτρεχε λόγος για tribute, θα μπορούσε να επινοηθεί. Πάντως, εν προκειμένω, δεν χρειάζεται. Τα 70 χρόνια του συμπλήρωσε πριν λίγους μήνες ο διάσημος βραζιλιάνος τραγουδοποιός, αλλά και τα 45 τής συνεργασίας του με την (τωρινή) Universal Music και τότε Polygram/Philips· κάτι, τέλος πάντων, που φέρει μαζί παλαιότερους και νεότερους καλλιτέχνες απ’ όλον τον κόσμο, οι οποίοι διασκευάζουν, με επιτυχία, γνωστά και λιγότερα γνωστά τραγούδια του.
Στο άλμπουμ A Tribute to Caetano Veloso[Universal Music, 2012] εκείνο που ξεχωρίζει με την πρώτη ακρόαση δεν μπορεί παρά να είναι το “Empty boat” (δανεισμένο από το «λευκό άλμπουμ» της βραζιλιάνικης μουσικής, που κυκλοφόρησε το 1969 – ακούγεται και στο “Gal” της Gal Costa από την ίδια χρονιά), με την Chrissie Hynde, τους Moreno, Kassin και Domenico, με τις lap steel κιθάρες και το τσέλο να δίνουν μία μελωδικότατη, νοσταλγική αύρα στο κομμάτι. Ωραίο το “London, London” (μία από τις πιο χαρακτηριστικές μελωδίες του Veloso) στην απόδοση των σημερινών Mutantes (βασικά του Sérgio Dias) και αποκαλυπτικό το “Michelangelo Antonioni” στην κάπως haunted εκδοχή του Beck (που είχε, όπως αντιλαμβάνεστε, τόσους κι άλλους τόσους λόγους, ώστε να συμμετάσχει σ’ αυτό το tribute). Και, ναι, σωστά υποθέτετε… Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από εδώ ο Devendra Banhart, ο οποίος σε συνεργασία με τον Rodrigo Amarante (ex-Los Hermanos, Orquestra Imperial, Little Joy) δίνει μία παραμυθένια version του “Quem me dera”, από την οποία δεν απολείπουν τα έντονα ρυθμικά στοιχεία (το τραγούδι προέρχεται από το LPDomingo” που κυκλοφόρησαν ο Veloso με την Gal Costa το 1967). Έξοχο το ψυχεδελικό “Alguém cantando” από τους MoMo (δηλαδή τον Marcelo Frota και την παρέα του) και στο πνεύμα της tropicalia η διαστρεβλωμένη bossaTrilhos urbanos” από την Luísa Maita. Εν ολίγοις; Ένα tribute με πολύ σοβαρό λόγο ύπαρξης.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

HIS MAJESTY THE KING OF SPAIN εγχώρια americana;

Παράξενο άλμπουμ το “Hyena” [Inner Ear, 2012] των His Majesty The King of Spain. Εκεί όπου ακούς το “Can of Campbell’s” και λεςνα ένας ακόμη Can-κλώνος, να η πιο σωστή «αλλαγή» μετά τους Baby Guru ας πούμε, εκεί καταφθάνει το φωτεινό british semi-acoustic pop “You don’t know shit about love”, αλλάζοντας κατευθείαν το κλίμα.
Γενικώς, γενικώς λέω, τα τραγούδια των HMTKoS αφήνουν μία feel good διάσταση-διάθεση, ακόμη και όταν καταγράφουν κάπως μπερδεμένες ή αδιέξοδες καταστάσεις, επενδύοντας συχνά σε αλλοπρόσαλλα, αλλά λειτουργικά ηχοχρώματα. Φερ’ ειπείν το “Mustafa and his army of bastard children” είναι βυθισμένο σε μια παράδοξη americana (να πω σαν εκείνη του Tom Waits; – ας το πω), με το “Do the living for me” (πολύ καλό!) να ανακαλεί στη μνήμη μου το country-folk του Béla Fleck! Μέσα σ’ αυτό το λίγο πήγαιν’-έλα κλίμα –που δεν ξέρω πόσο βοηθά στην ταυτοποίηση του ήχου των HMTKoS– έχουμε το girlish folk-rockCome on (Pretty baby)”, το κάπως χιουμοριστικό, αλλά ηχητικώς στο ίδιο κλίμα, “David Bowies son”, το bluesyLittle man blues” (με τα ωραία φωνητικά της Κέλυς Μητροπούλου), το πνιγηρό “Skull wide open” (που μοιάζει σαν πειραγμένος Alan Lomax α λα Tangle Eye)… Λίγο πριν το τέλος το “This joy Im feeling” μάς επαναφέρει στις αρχικές poppy καταστάσεις, χωρίς να εξαφανίζεται πάντως το σύστημα americana (κυρίως στον τρόπο που τραγουδά ο Νεκτάριος Κουβαράς), με το έσχατο “Campbells” (για τις σούπες ο τίτλος, για τα… σκοτάδια ο στίχος) να προάγει μίαν άλλη κάπως freaky folk διάθεση. Με εξαμελή βασική σύνθεση (Νεκτάριος Κουβαράς φωνή, κιθάρες, μπάντζο, κρουστά, Άγγελος Αϊβαζής κιθάρες, Βασίλης Βλαχάκος ντραμς, Κέλυ Μητροπούλου βιολί, φωνή, YoungBilly Nitch μπάσο, Λευτέρης Λουκίσας τρομπέτα) και με κάμποσες επιπλέον «βοήθειες», που στηρίζουν επαρκώς τα δύο πρόσωπα της “Hyena”, οι HMTKoS ένα μόνον απομένει να πράξουν. Να εμβαθύνουν στα αμερικανόφερτα ακούσματα, στοχεύοντας εντελώς στο country-folk συνειδητό τους.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ το τελευταίο βινύλιο

Τα Διάφανα Κρίνα (Θάνος Ανεστόπουλος φωνή, ακουστική κιθάρα, Τάσος Μαχάς ντραμς, Νίκος Μπαρδής κιθάρες, τρομπέτα, κρουστά, Παντελής Ροδοστόγλου μπάσο, Κυριάκος Τσουκαλάς κιθάρες, πλήκτρα, κρουστά), ως γνωστόν, δεν υπάρχουν από τον Ιούνιο του 2009, ενώ το τελευταίο άλμπουμ τους, το «…κι η αγάπη πάλι θα καλεί», είναι ήδη 4+ χρόνια παλαιό, αφού είχε κυκλοφορήσει σε CD (στο δικό τους label Roll Out Vision Services) στα τέλη του 2008. Αυτό το άλμπουμ επανεκδίδουν τώρα σε βινύλιο (2LP, 500 αριθμημένες κόπιες, unipak cover, 8σέλιδο ένθετο) οι B-Otherside και Labyrinth of Thoughts δίνοντάς μας την ευκαιρία να το ξανακούσουμε…
Εκείνο που πρέπει να σημειώσω εξ αρχής είναι πως το συγκρότημα εμφανίζεται συνεπές με ό,τι είχε παραδώσει, ήδη από τα πρώτα χρόνια της διαδρομής του. Στιβαρά οργανικά ντεμαράζ, που σκάνε συχνά με γδούπους, πεσιμιστικοί/ ρομαντικοί/ σαρκαστικοί στίχοι, καθαρές/ βαριές ερμηνείες· η… προμετωπίδα εξάλλου με τη μελοποίηση του καρυωτακικού «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος…» δίδει σαφές και ξεκάθαρο στίγμα. Όπως γράφουν και οι ίδιοι: «Το άλμπουμ περιέχει 12 τραγούδια… που ισορροπούν ανάμεσα στον λυρισμό και μιαν ασυγκράτητη, όσο και ατόφια ηλεκτρική ενέργεια, με στίχους που αφηγούνται ιστορίες οι οποίες έλκουν την καταγωγή τους από τη βαθιά πεποίθηση πως η άυλη ομορφιά της μουσικής, η δύναμη του λόγου και η μυστική ροή της αγάπης είναι τα πράγματα εκείνα που μας βοηθούν να συνειδητοποιούμε πως διερχόμαστε μέσα από κάτι και όχι μέσα απ’ το τίποτα».
Έτσι λοιπόν και παρότι το concept είναι σαφές, με τα κομμάτια να εναλλάσσονται με την πρέπουσα διαδοχή, υπάρχουν κάποια tracks που ξεχωρίζουν, που φανερώνουν με πιο ξεκάθαρο τρόπο τι είναι εκείνο που έπλεξε τον «μύθο» του γκρουπ, αυτήν  την τελευταία 20ετία. Το «Στην κόλαση βαθιά» ας πούμε («Την επόμενη μέρα με βρήκαν πεσμένο/ το φεγγάρι ψηλά σκοτωμένο/ κι η νύχτα κρυμμένη σαν πανούργα γριά/ με τα ψοφίμια δίπλα στα ρείθρα/ μα εγώ δεν είχα/ παρά μια φτωχή/ βασανισμένη καρδιά») είναι ένα τραγούδι που θα μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια το ύφος των Κρίνων (πρωτίστως από στιχουργικής πλευράς), όπως και το «Παράξενα νέα από κάποιο άλλο άστρο» (απολαμβάνεις την παικτική βιρτουοζιτέ τού γκρουπ), όπως και το «Μ’ ένα άδειο ποτήρι», με τους στίχους του Ανεστόπουλου να ταρακουνούν όχι μόνο σώματα, αλλά και συνειδήσεις («Σε λίγο η πίκρα/ θα σκίσει τα χείλη/ θα γίνουμε εχθροί/ οι καλύτεροι φίλοι/ κι εμείς σκυθρωπά/ θα απαγγέλουμε στίχους/ μιας άθλιας γενιάς/ ενός άοσμου πλήθους»).
Άφησαν ωραία τα τραγούδια τα Διάφανα Κρίνα – είναι αλήθεια. Μερικά απ’ αυτά ακούγονται στο συγκεκριμένο άλμπουμ.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

πρωτοχρονιάτικο καφενείο

Πρωτοχρονιά ξεπρωτοχρονιά, και με τις ευχές για «καλή χρονιά» να πέφτουν σαν το χαλάζι, η κουβέντα δεν μπορούσε παρά να περιστραφεί και προς την κατάσταση, την οποίαν βιώνουμε όλοι μας ανεξαιρέτως, με τον καθέναν μας να έχει και να διατηρεί τις απόψεις του και, κυρίως, να προσπαθεί να συντηρήσει τις αντοχές του. Γιατί τα προβλήματα είναι όντως χειροπιαστά, και δύσκολα καλύπτονται κάτω από το χαλί (ακόμη και τις πρώτες πρωινές ώρες του νέου χρόνου).
Πρωτοχρονιά δίχως κεντρική θέρμανση στην πολυκατοικία φιλικού προσώπου λοιπόν, καθότι τα 4/5 των οικογενειών δεν πληρώνουν κοινόχρηστα – είτε γιατί δεν μπορούν, είτε γιατί δεν θέλουν. Δεν ξέρω πόσοι είναι άνεργοι και πόσοι έχουν χάσει τις δουλειές τους, αλλά αυτή την κατάσταση –από πλευράς ιδιοκτητών ή ενοίκων– την κρίνω ως απαράδεκτη. Αν υποθέσουμε πως η κρίση έχει χτυπήσει ανεπανόρθωτα το 1/3 των πολιτών (εννοώ εκείνους που δεν έχουν λαμβάνειν τίποτα και από πουθενά), τα υπόλοιπα 2/3 έχουν κάποιο (μειωμένο, έως πολύ μειωμένο) εισόδημα. Δεν είναι δυνατόν σε μια πολυκατοικία 25 οικογενειών οι 20 να μην πληρώνουν κοινόχρηστα. Δεν αιτιολογείται, με τη λογική, κάτι τέτοιο. Η ιστορία τού «δεν πληρώνω τίποτα και σε κανέναν» έχει επεκταθεί και σε ζωτικά ζητήματα πλέον, και δεν αφορά μόνον στα πάσης φύσεως χαράτσια ή στα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων. Γιατί η θέρμανση τον χειμώνα είναι ζωτικό θέμα (πολύ πιο ζωτικό από τα τέλη κυκλοφορίας) – ιδίως αν έχεις στην οικογένειά σου μικρά παιδιά ή γέρους (ή, στη σπάνια πλέον περίπτωση, και τα δύο). Είπα λοιπόν πως πρέπει να υπάρξει κατανόηση για τους ανέργους, για όσους έχουν χάσει τις δουλειές τους, αλλά οι υπόλοιποι κουτσά-στραβά –καθότι όλοι στην ίδια μοίρα είμαστε– οφείλουμε να βρούμε κάποια φράγκα για πετρέλαιο, έστω για 2-3 ώρες το βράδυ. Μπορεί οι κανονισμοί πολυκατοικίας, που είναι αυστηροί και είναι σαν συμβόλαια, να είναι πλέον κουρελόχαρτα, αλλά κανείς σ’ ένα οικοδόμημα όπου μένουν 80-100 άνθρωποι δεν μπορεί να λέει «εγώ δεν πληρώνω» (αδιαφορώντας για τους συγκατοίκους του), όταν μάλιστα είναι εξακριβωμένο ότι μπορεί να πληρώσει. Αυτή δεν είναι αλληλεγγύη, είναι ζούγκλα. Μία ακόμη δηλαδή, καθότι η μεγάλη ζούγκλα, εκεί όπου όταν πατήσεις ποδαράκι σε κατασπαράζουν ύαινες και λιοντάρια, είναι ο μέγας κλέφτης, το κράτος.

Τι γίνεται λοιπόν με τον αρχικλέφτη; Από τη μία μεριά δίνει κίνητρα για νέες, ηπιότερες, μορφές θέρμανσης (και κίνησης), βλέπε αέριο, και την άλλη, όταν πολλοί προσφεύγουν για να εκμεταλλευθούν τα χαμηλά τιμολόγια και όλα τα υπόλοιπα πλεονεκτήματα, το ίδιο άθλιο κράτος ξετινάζει στους φόρους τη συγκεκριμένη παροχή, λέγοντάς σου κατάμουτρα «μαλάκας ήσουν, όταν με πίστεψες». Και για να ξαναθυμηθώ τα μηχανολογικά μου, σας λέω τούτο. Αυτή τη στιγμή η πιο φθηνή πηγή θέρμανσης είναι το air-condition. Είναι πιο φθηνό σε σχέση με το «τι τραβάει-τι αποδίδει» και από το πετρέλαιο, και από τα ηλεκτρικά σώματα και από το αέριο. Αφήνω τα πάσης φύσεως ξύλα και πέλετ, τα οποία επιβαρύνουν την υγεία όλων μας (όταν κινούνται εκτός προδιαγραφών) και κυρίως εκείνων που κατά κόρον τα χρησιμοποιούν εντός των σπιτιών των πόλεων (ήδη έχουν γραφτεί κάποια πράγματα – προσωπικώς έπαθα πλάκα όταν είδα τον ουρανό της Αθήνας, ερχόμενος από Χαϊδάρι προς κέντρο, τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου). Τι κάνει λοιπόν η ΔΕΗ, γνωρίζοντας ότι ο κόσμος θα την πέσει στα air-conditions; Σπεύδει μάνι-μάνι να ανακοινώσει αυξήσεις στο ρεύμα, προκειμένου να ρεφάρει το κράτος τη χασούρα από το φόρο στο πετρέλαιο. Μιλάμε δηλαδή για μία καθαρά ληστρική… λησταρχική επιδρομή, που με εκδικητική μανία εξαπολύεται στα κεφάλια και στις τσέπες των πολιτών, οι οποίοι εντελώς απροστάτευτοι είναι έρμαια των αδηφάγων διαθέσεων του… κλεπτοκράτους. Όσοι δηλαδή δεν εγκαταλείπονται το ίδιο απροστάτευτοι, επιβαρύνοντας την υγεία τους από τις «ό,τι να ’ναι» βιομάζες.

Υπάρχει όμως και η «ανάπτυξη», μην ανησυχούμε. Ο Πρωθυπουργός μας μάς υπόσχεται μηδενική υπανάπτυξη στο τέλος του 2013 και μικρή, έστω, ανάπτυξη στους πρώτους μήνες του 2014. Κάποιοι λένε «μακάρι». Εγώ θα πω «μπούρδες». Γιατί αυτό που οι ιθύνοντες ονομάζουν «ανάπτυξη» είναι μία απάτη. Δεν έχει καμμία σχέση με την καθημερινότητα, καμμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του συνόλου.
Κατ’ αρχάς –για να το πω λίγο χοντροκομμένα και καφενειακά– «ανάπτυξη» έχει και η Τουρκία, έχει και το Μπαγκλαντές… Και τι έγινε; Στην Τουρκία πρέπει να διατηρηθεί η «ανάπτυξη» 8% για τα επόμενα 30 χρόνια (λέμε τώρα) για να φθάσει στο σημερινό επίπεδο ζωής της Ελλάδας (ακόμη και στο σημερινό της κρίσης). Θέλω να πω πως η «ανάπτυξη» είναι μία απάτη. Ένα μέγεθος που δε λέει απολύτως τίποτα στους πολλούς. Λέει μόνον κάτι στους κεφαλαιοκράτες, οι οποίοι θα σπεύσουν σαν τα κοράκια ενδεχομένως –αφού έχουν πρώτα καταπατηθεί τα πάντα, έχουν εξαφανιστεί τα εργατικά δικαιώματα, έχουν εξαερωθεί οι μισθοί– να ρίξουν κανα φράγκο με καμμιά ψευτοεπένδυση, βγάζοντας εκατομμύρια (τα οποία δεν θα τα επανεπενδύσουν στην ελληνική αγορά, αλλά θα τα βγάλουν με τη σέσουλα στις ξένες τράπεζες). Άρα λοιπόν η «ανάπτυξη» είναι ένας δείκτης… καλπονοθευτικός. Δείχνει ψεύτικη εικόνα, παραμυθιάζοντας τον κόσμο. Ο μόνος δείκτης ρεαλιστικής και ουσιαστικής ανάπτυξης είναι το ύψος τού κατά κεφαλήν εισοδήματος, και κυρίως –και αυτό είναι το πιο σημαντικό όλων– η διασπορά του στη λεγόμενη «μεσαία τάξη». Με άλλα λόγια, το ποσοστό των κατοίκων μιας χώρας που βρίσκεται πλησίον της (υψηλής) τιμής του. Εκείνο δείχνει την κοινωνική ευημερία, την πρόοδο και την ανάπτυξη. Όλα τα υπόλοιπα είναι στάχτες στ’ αυτιά μας.

Κατά τα λοιπά πρέπει ν’ άκουσα (χθες βράδυ, δηλαδή σήμερα το πρωί) καμμιά 20αριά φορές (και λίγες λέω) το “Fairytale gone bad” των Sunrise Αvenue. Ραδιόφωνα, κινητά και δε συμμαζεύεται… Η κρίση σε όλο της το μεγαλείο…