Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ blues με σφιγμένα δόντια

Την γαλλική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les DentsΜπλουζ με Σφιγμένα Δόντια, όπως έγινε γνωστή στην Ελλάδα), παραγωγής 1973, την είδα για πρώτη φορά την 19/2/1996 στο Γαλλικό Ινστιτούτο (μάλλον αργά δηλαδή, παρότι την «κυνηγούσα» από τα χρόνια του ’80), στο πλαίσιο του προγράμματος Κινηματογράφος & Πραγματικότητα (Cinéma et Réalité), ενώ, έκτοτε, την ξαναείδα κανα-δυο φορές ακόμη.
Ο Ροβήρος Μανθούλης θα είχε μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου έστω και αν είχε γυρίσει μόνο το Πρόσωπο με Πρόσωπο (1966) – ταινία που προβλήθηκε και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και η οποία είχε σταθεί αφορμή για να τον γνωρίσει ευρύτερα ο ευρωπαϊκός καλλιτεχνικός χώρος (δες κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/12/face-to-face.html). Το Πρόσωπο με Πρόσωπο βγαίνει σε «βιαστική» εμπορική προβολή την 19/12/1966, για να ακολουθήσει επιτυχημένη πορεία σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, όπως εκείνα της Hyères, του Pesaro, του Locarno, της Μόσχας και της Ουτρέχτης. Στο φεστιβάλ της Hyères (Γαλλία) η ταινία προβάλλεται την 21/4/1967, την ημέρα του πραξικοπήματος δηλαδή. Μετά την προβολή δημοσιογράφοι, που είχαν πληροφορηθεί εν τω μεταξύ τα γεγονότα της Αθήνας, πολιορκούν τον σκηνοθέτη, ο οποίος καταγγέλει την στρατιωτική επέμβαση (όπως διαβάζω στο πρόγραμμα τού Κινηματογράφος & Πραγματικότητα). Εις απάντηση, ή όχι, το καθεστώς (που από κάπου μπορεί να πληροφορήθηκε, στην πορεία, το γεγονός) απαγορεύει την προβολή της ταινίας τον Οκτώβριο του ’67«καθ’ άπασαν την επικράτειαν, λόγω γενικωτέρας θέσεως» (Έλληνες Σκηνοθέτες/ Ροβήρος Μανθούλης/ Πρόσωπο με Πρόσωπο, Εξάντας, Αθήνα 1976). Με τον σκηνοθέτη να ριζώνει στην Γενεύη και το Παρίσι μπαίνει συν τω χρόνω στα σκαριά μια συνεργασία με την γαλλική τηλεόραση (θα κρατήσει χρόνια), καρπός της οποίας υπήρξε η πολύ επιτυχημένη σειρά Α l'affiche du Μonde. Μέσω αυτών των εκπομπών-ντοκιμαντέρ ο Μανθούλης θα έρθει σε επαφή με κάθε μουσικό παρακλάδι του τέλους των sixties, υπογράφοντας μια σειρά από μικρού μήκους ταινίες για τους –κρατείστε την αναπνοή σας– Johnny Hallyday, Jacques Brel, The Beatles, Tiny Tim, John Mayall, Donovan, Joan Baez, Booker T. & the M.G.'s, Sun Ra, Marion Williams, Joe Dassin, Principal Edwards Magic Theatre(!), Flaming Youth(!), Μίκη Θεοδωράκη, Raimon, Julien Clerc, Jose Feliciano κ.ά. Η ταινία όμως εκείνη που τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις των ευρωπαίων (κυρίως) κινηματογραφόφιλων ήταν, βασικά, το Le Blues Entre les Dents. Να τι γράφει ο ίδιος ο Μανθούλης στο βιβλίο του Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια [Εξάντας, Αθήνα 2006]...

Από το 34Χ24 triple-folded διαφημιστικό φυλλάδιο της ταινίας
«Το 1971 αποφασίζεται να ιδρυθεί ένα Τρίτο Κανάλι Γαλλικής Τηλεόρασης (σ.σ. France 3). Επί δύο χρόνια γυρίζονταν ταινίες για να δημιουργηθεί ένα στοκ. Ανάμεσα σ’ αυτές μας παράγγειλαν μια σειρά από δύο ντοκιμαντέρ για τα μπλουζ. Όλα αυτά τα χρόνια που δούλεψα για τη Γαλλική Τηλεόραση, την κρατική βέβαια –αλλά τότε δεν είχε άλλη– ποτέ δεν μου ζήτησαν σενάριο. Έδινα μόνο τον τίτλο και το θέμα. ‘Θέμα: Μπλουζ’. Όταν άρχισα να μελετάω από πιο κοντά τα μπλουζ είδα πως σ’ όλη τους την ιστορία εξέφραζαν τον πόνο ενός ολόκληρου λαού και πως αυτός ο πόνος συνέχιζε να υπάρχει, γιατί η κοινωνική θέση των Μαύρων δεν είχε αλλάξει, ούτε η οικονομική τους κατάσταση, ούτε η ψυχολογία τους(…) Σκέφτηκα λοιπόν πως χρειαζόταν να γυριστεί παράλληλα και μια ιστορία, μια μυθοπλασία που να είναι κατευθείαν βγαλμένη από την πραγματικότητα. Έπεισα τον παραγωγό μου να γυρίσουμε και μια πειραματική ταινία για το σινεμά. Έτσι γυρίστηκαν τρεις ταινίες. Οι δύο πρώτες για το Τρίτο Κανάλι είχαν τίτλο ‘Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή’ (En Remontant le Mississippi), ενώ η ταινία για το σινεμά ‘Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια’ (Le Blues Entre les Dents). Και οι τρεις γυρίστηκαν σε ενάμιση μήνα, τον Γενάρη-Φλεβάρη του 1972, διασχίζοντας τις ΗΠΑ κατά μήκος και πλάτος. Πρώτα γυρίστηκε η ‘φιξιόν’ για το σινεμά –που μόνο φιξιόν δεν ήτανε– σε 12 μέρες, στο Χάρλεμ και στο Μπρονξ. Μοντάραμε βέβαια πρώτα το ‘Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή’. Όταν το είδαν στην τηλεόραση αποφάσισαν να εγκαινιάσουν το Τρίτο Κανάλι μ’ αυτό το ντοκιμαντέρ, μια Κυριακή βράδυ, στις 3 Γενάρη του 1973. Δεν είναι πολλές οι ταινίες που έχουν εγκαινιάσει κανάλι. Η ταινία για το σινεμά βγήκε στις αίθουσες τον ίδιο χρόνο, τον Σεπτέμβρη, και έμεινε τρεις μήνες, χάρη στις κριτικές ασφαλώς».
Πότε προβλήθηκε για πρώτη φορά το Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια στην Ελλάδα; Δεν είμαι απολύτως βέβαιος, αν και η κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη από την εφημερίδα Το Βήμα τής 3/2/1976, όπως αναδημοσιεύεται στο βιβλίο Λεξικό Ταινιών με Κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη/ Τόμος ΙΙ/ Κ-Μπέργκμαν [Αιγόκερως, Αθήνα 1982], πιθανώς να δείχνει το «πότε;». Για την μορφή της ταινίας δεν έχω να πω πολλά –τα λέει ο αείμνηστος Ραφαηλίδης εξάλλου– αν και θέλω να σημειώσω τον επιτυχή συνδυασμό ντοκιμαντέρ και ταινίας με υπόθεση. Πράγματι, είναι άλλο πράγμα να βλέπεις τον Furry Lewis (1893-1981), έναν σημαντικότατο bluesman που για 30 χρόνια (1929-1959) ήταν δισκογραφικώς χαμένος, να χειρίζεται με τέτοια δύναμη και πάθος την κιθάρα του, ή τον Bukka White (1909-1977) να αυτοσχεδιάζει μπροστά στο «μάτι» της κάμερας. Στην ταινία εμφανίζονταν ακόμη ο Roosevelt Sykes (1906-1983), ο Sonny Terry (1911-1986) με τον Brownie McGhee (1915-1996), ο B.B. King, οι αχώριστοι, τότε, Buddy Guy και Junior Wells (1934-1998), o Mance Lipscomb (1895-1976) και ακόμη o πολύ τρανός Robert Pete Williams (1914-1980) – μία blues «κατηγορία» μόνος του. Από την άλλη μεριά, η μυθοπλαστική εικόνα της ζωής του νέου μαύρου ζευγαριού (που πήγαζε, λες, μέσα από τα ίδια τα τραγούδια), υπογράμμιζε, με έκδηλο τρόπο, την καθημερινή και βιωμένη σκληρότητα, με όλη εκείνη τη μοιρολατρική αντίληψη που διαπνέει σχεδόν κάθε διάστασή της. Όπως γράφει και ο Christian Zimmer στο βιβλίο του Κινηματογράφος και Πολιτική [Εξάντας, Αθήνα 1976]: «Το μπλουζ είναι επίσης μια τέχνη εγκατάλειψης, που προσφέρει στον μαύρο ένα καθαρό αισθητικό ξεπέρασμα των προβλημάτων του και που μ’ αυτόν τον τρόπο του αφαιρεί τον πόθο για ένα πολιτικό ξεπέρασμα.(…) Κι εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος. Ζαλισμένος από το να τραγουδάς τη ζωή σου, καταλήγεις να ξεχνάς ότι ίσως πρέπει να την αλλάξεις». Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως της κουβέντας που μπορεί να αναπτυχθεί γύρω από τα blues, η ταινία του Ροβήρου Μανθούλη αποτελεί υπόδειγμα μουσικού ντοκιμαντέρ, και πρόδρομος όσων άλλων (σχετικών) θ’ ακολουθούσαν.
Όσον αφορά στο βιβλίο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια θα έλεγα πως είναι πολλάκις διαφωτιστικό, καθότι αποτελεί το χρονικό της εξέλιξης των γυρισμάτων, αλλά όχι μόνον αφού συνδυάζεται με «αλήθειες» ευρύτερης αξίας σχετικές με την αφροαμερικανική μουσική παράδοση. Για ορισμένες απ’ αυτές, ελάχιστες, μπορεί, προσωπικώς, να έχω σχηματίσει μίαν άλλη άποψη, αλλά σε γενικές γραμμές οι «αλήθειες» τού Μανθούλη, που λειτουργούν με την συμπυκνωμένη δύναμη του σλόγκαν, αξίζουν τόσο (θα έλεγα) όσο και οι μαρτυρίες των ανθρώπων. Πόσω μάλλον, όταν προέρχονται όχι από κάποιον μουσικογραφιά, με τα όποια αισθητικής ή άλλης φύσεως κολλήματα, αλλά από έναν παρατηρητή της κάμερας, που ναι μεν διάβασε και συλλογίστηκε, αλλά που, ταυτοχρόνως, είδε. Σταχυολογώ μερικές: 
«Η γενιά της αμφισβήτησης άκουγε ποπ και ροκ, οι μικροαστοί φανκ, σόουλ και Τζέιμς Μπράουν».
«Εμείς λέμε ‘τα μπλουζ’. Στα αγγλικά η λέξη είναι στον ενικό». 
«Όσο τα μπλουζ ανεβαίνανε στα βόρεια και στις μεγαλουπόλεις χάνανε την αθωότητα της υπαίθρου και ερχόμενα σε επαφή με πιο επαγγελματίες μουσικούς κερδίζανε σε τεχνική και ύφος».
«Τα ρεμπέτικα και τα μπλουζ δεν μεταφράζονται». 
«Η λαϊκή ποίηση απευθύνεται σε κοντινούς ανθρώπους, δεν γράφεται για το ευρύ κοινό».
«Όταν σφίγγουν τα δόντια οι μπλούζμεν αυτολογοκρίνονται». 
«Στις αμερικανικές φυλακές οι τρόφιμοι είναι μαύροι κατά 80%».
«Τα μπλουζ έχουν δύο ρίζες. Τα τραγούδια της δουλειάς, τα work songs και το γκόσπελ, τους θρησκευτικούς ύμνους». 
«Η Αμερική έχει ένα καλό: τις δημόσιες σχέσεις».
«Το Ράικερς Άιλαντ ήταν ένα νησάκι στο Ανατολικό Ποτάμι, όχι πολύ μακριά από το Χάρλεμ. Μόνο μια φυλακή είχε. Σκέφθηκα πως θα υπάρχουν μπλούζμεν εκεί, δεν γινόταν να μην υπάρχουν. Πήρα τη φυλακή στο τηλέφωνο και βεβαιώθηκα». 
«Τα μπλουζ είναι μοιρολατρικά τραγούδια, δεν έχουν διέξοδο. Ο Μπι Μπι Κινγκ κατάφερνε, όταν ήθελε, να τα γυρίσει σε ποζιτιβίστικη γιορτή».
«Να και δύο μπλούζμεν που είχαν τηλέφωνο» (σ.σ. αναφερόμενος στους Sonny Terry & Brownie McGhee). 
Αξίζει, τέλος, να πω λίγα λόγια για τον Επίλογο που συμπληρώνει την έκδοση, επειδή κι εκεί διαβάζουμε ενδιαφέροντα στοιχεία. Βασικά, καταγράφονται εν τάχει ολιγόλογα βιογραφικά, ή μάλλον μία απλή εντύπωση (προτιμότερο) για κάποιους bluesmen, οι οποίοι κρίνονται ως σημαντικοί από τον συγγραφέα – από τον Lead Belly και τον Big Bill Broonzy, μέχρι τον Buddy Guy και τον Junior Wells. Ανάμεσά τους εμφανίζονται και κάποιοι λευκοί, όπως π.χ. η Janis Joplin, αλλά το όνομα που, προσωπικώς, με είχε παραξενέψει (όταν διάβαζα το βιβλίο) ήταν εκείνο της Karen Dalton (1937-1993). Μία ξεχωριστή τραγουδίστρια που ηχογράφησε μόλις δύο LP ενόσω ζούσε (χωρίς ούτε ένα δικό της τραγούδι ανάμεσα – αλλά και τι μ’ αυτό, αφού όλα τα μετέτρεπε σε δικά της!) και η οποία φαίνεται πως είχε ως είδωλό της την Billie Holiday. «Την ανακάλυψα σ’ ένα γύρισμα που έκανα στο Γκρίνουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης, στο κλαμπ Gaslight» γράφει ο Μανθούλης. «Όταν μεταδόθηκε το φιλμ από την Γαλλική Τηλεόραση το 1970, έσπασαν τα τηλέφωνα ‘ποια είναι και που είναι’. Ο Σταρκ, μάνατζερ της Μιρέιγ Ματιέ, έσπευσε στη Νέα Υόρκη να την κλείσει, αλλά η Ντάλτον είχε εξαντληθεί τόσο από τις ουσίες που έπαιρνε, ώστε δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει πια».
Η συνύπαρξη της κινηματογραφικής τέχνης με την ίδια την ζωή (ή έστω με την αποτύπωσή της στο φιλμ), δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε ακίνδυνη. Ο Ροβήρος Μανθούλης, στο 56σέλιδο πρόγραμμα των εκδηλώσεων Κινηματογράφος & Πραγματικότητα/ Φεβρουάριος ’96, υποστηρίζει πως σ’ αυτή τη σχέση ενεδρεύει συχνά… η δημαγωγία, ή, αντίθετα, η αφομοίωση του έργου από το κέλυφος της πραγματικότητας, ή ακόμα, το χειρότερο απ’ όλα, η ποιητική αφυδάτωση. Στο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια η ποίηση μοιάζει κάπως σαν ανεξόφλητος λογαριασμός. Σαν κάτι που έρχεται από πολύ μακριά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο, αλλά καταγραμμένο ίχνος…
Tip (δια χειρός Μανθούλη). «‘Τι γίνεται η παλιά μας φίλη;’ με ρώτησε κάποτε ο Γκάτσος στο πατάρι του Λουμίδη. ‘Ποια; Η Λίλη Μακ;’ τον ρώτησα ξαφνιασμένος.‘Όχι βρε αδερφέ. Η Ποίηση!’»

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

τζαζ κυκλοφορίες και αυτές…

… και μάλιστα εντελώς καινούριες, αφού πρόκειται για άλμπουμ του 2014.
PAULINHO GARCIA: Beautiful Love [Jazzmin, 2014]
Βραζιλιάνος γεννημένος το 1948 στο Bello Horizonte και εγκατεστημένος από το 1979 στο Σικάγο, ο Paulinho Garcia είναι ένας μουσικός με μεγάλο παρελθόν. Με εγγραφές στην πατρίδα του στα seventies με τους Agitadores, αλλά και στην Αμερική με τους Made in Brazil και τους Jazzmineiro, ο Garcia διαμορφώνει στη διαδρομή ένα «μπαλαντικό» (τραγούδι-κιθάρα) προφίλ, το οποίο διακονεί μέχρι τις μέρες μας, μέσα από πάμπολλα live και βεβαίως ηχογραφήσεις. Το τελευταίο CD του έχει τίτλο “Beautiful Love” (πρόκειται να κυκλοφορήσει επισήμως την 14η Φεβρουαρίου) και είναι, και αυτό, απολύτως χαρακτηριστικό της κλασικής βραζιλιάνικης αφήγησης (που ξεκινάει πολύ πριν τον Jorge Ben)… εμποτισμένο, μάλιστα, και από αμερικανικά στάνταρντ – τα οποία έτσι όπως αποδίδονται μ’ αυτό το παράξενο αμερικανο-βραζιλιάνικο αξάν γίνονται «μοναδικά». Και είναι αυτό το μεγαλύτερο προσόν του “Beautiful Love”. Οι ερμηνείες δηλαδή του Paulinho Garcia, που ακούγονται στ’ αυτιά μου εντελώς προσωπικές. Κατ’ αρχάς δεν είναι σύνηθες το κλασικό αμερικανικό songbook να ερμηνεύεται απλώς με τη συνοδεία μιας κιθάρας. Τραγούδια δηλαδή του Victor Young (“When I fall in love”), του Jimmy Van Heusen (“Like someone in love”), του Tadd Dameron (“If you could see me now”) και άλλων διαφόρων δεν έχεις τη δυνατότητα να τ’ ακούς έτσι αποδιδόμενα – και δεν είναι μόνον αυτά. Στο ρεπερτόριο του Garcia εντάσσονται πασίγνωστα latin στάνταρντ (όπως το “Historia de un amor” του Παναμέζου Carlos Eleta Almarán), βεβαίως βραζιλιάνικες συνθέσεις (το “Eu sei que vou tea mar” των Antonio Carlos Jobim/ Vinicius De Moares), αλλά και προσωπικές στιγμές (το πανέμορφο “Do you remember me?”), συμβάλλοντας άπαντα στη δημιουργία ενός απλού, αλλά γεμάτου συναίσθημα και μοναδικής βραζιλιάνικης αύρας άλμπουμ.
JOSHUA BREAKSTONE: With the Wind and the Rain [Capri, 2014]
Όπως άφησα το τρίο του Joshua Breakstone τον Δεκέμβριο του 2009, στο άλμπουμ του “No One New” [Capri], έτσι το ξαναβρίσκω και τώρα στο “With the Wind and the Rain” ήτοι: Joshua Breakstone κιθάρα, Lisle Atkinson μπάσο, Eliot Zigmund ντραμς (και σε τέσσερα κομμάτια ο Mike Richmond τσέλο). Με ρεπερτόριο παλαιό, βασικά διασκευές σε στάνταρντ και λιγότερο στάνταρντ, ο Joshua Breakstone ετοιμάζει ένα CD σφοδρής bop αισθητικής, φέρνοντας κάπως στο νου (κάπως λέμε) το περίφημο “Work Song” [Riverside, 1960] του Nat Adderley· εκεί όπου κιθάρες (Wes Montgomery), μπάσο (Sam Jones ή Keter Betts) και τσέλο (Keter Betts ή Sam Jones), συντονίζονταν (συντονίζονταν δεκατέσσερις χορδές δηλαδή) προκειμένου να παραχθεί ένα από τα πιο ακρογωνιαία jazz LP των sixties (δεν λησμονώ, φυσικά, και τα υπόλοιπα όργανα). Keter Betts διασκευάζεται κι εδώτο lead track “Some kinda mean”, που ακουγόταν σε δύο άλλα LP της Riverside από το 1960, το “The Sound of the Wide Open Spaces!!!” των James Clay & David “Fathead” Newman και το “The Soul Society” του Sam Jones– και όχι μόνον Keter Betts, αλλά και George Cables, Kenny Dorham, Irving Gordon, Oscar Petitford, Ray Noble, Paul Chambers και Clara Edwards (το τραγούδι της “With the wind and the rain in your hair” σε στίχους Jack Lawrence). Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον CD, με «σεμνά», αλλά ουσιαστικά παιξίματα, αφού ο Breakstone δεν φροντίζει να εντυπωσιάσει με δεξιοτεχνικές μανιέρες, αλλά με μια φρασεολογία, που δείχνει βαθειά ενασχόληση και μελέτη του αντικειμένου (ο κιθαρίστας από το New Jersey δεν είναι χθεσινός – απεναντίας έχει ηχογραφήσει καμμιά εικοσαριά άλμπουμ). Στο ίδιο, δε, πλαίσιο ουσιώδους απλότητας κινείται και το ρυθμικό τμήμα, στο οποίο συμβάλει με το τσέλο του και ο Mike Richmond (όργανο που το ακούμε, βασικά, ως ρυθμικό). Σε κάθε περίπτωση το “With the End and the Rain” είναι ένα πηγαίο, καλοφτιαγμένο άλμπουμ με το φερώνυμο κομμάτι να ολοκληρώνει την ακρόαση μέσα σ’ ένα κλίμα δυναμικού old-fashioned groove.
Επαφή: www.caprirecords.com
PETE MILLS: Sweet Shadow [Cellar Live, 2014]
Καναδός τενόρο σαξοφωνίστας είναι ο Pete Mills, με το “Sweet Shadow” να αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, το τέταρτο προσωπικό CD του –έχουν προηγηθεί τα “Momentum” (1998), “Art and Architecture” (2004) και “Fresh Spin” (2007)– δίχως να μετράμε τις εμφανίσεις του, σε ποικίλες εγγραφές, ως session-επαγγελματίας. Ο Mills είναι ένας ευφάνταστος οργανοπαίκτης, με πηγαία συνθετική φλέβα, αλλά και με άποψη για το πώς μπορεί και πρέπει να ηχεί η δική του jazz. Κάπως έτσι… συντάσσει το κουιντέτο του (Pete McCann ακουστική & ηλεκτρική κιθάρα, Erik Augis πιάνο, Martin Wind μπάσο, Matt Wilson ντραμς, Pete Mills τενόρο), και κάπως έτσι επιλέγει το προσωπικό συνθετικό υλικό, καθώς και τις τρεις versions που έρχονται να συμπληρώσουν το ρεπερτόριό του. Το “Diamonds are a girls best friend”, που ανέδειξε η Marilyn Monroe, είναι ένα αγαπημένο κομμάτι του Mills, από την εποχή που συμμετείχε στην Columbus Jazz Orchestra. Όμορφη μελωδία που υποστηρίζεται περίτεχνα από το σαξόφωνο, με το σόλο στο κοντραμπάσο (με δοξάρι) να «χρωματίζει» ακόμη περισσότερο το κομμάτι. Το “The star crossed lovers” των Ellington/ Strayhorn δίνει την ευκαιρία στον κιθαρίστα McCann να προσφέρει μία πολύ ιδιαίτερη ακουστική συνοδεία, αφήνοντας τον Mills να μελωδεί σε πρώτο πλάνο. Εκείνη, όμως, η διασκευή που κάπως ξαφνιάζει είναι η… στο “Serenade to a cuckoo” του Roland Kirk. Ο Mills ζει στο Columbus του Ohio, την πόλη που γεννήθηκε ο Roland Kirk. Κάπως έτσι επελέγη το κομμάτι, και κάπως έτσι ζωντανεύει ξανά μία από τις πιο διαχρονικές συνθέσεις ενός μεγίστου jazz (και πέραν της jazz) καινοτόμου. Όμως και τα originals δεν είναι λιγότερο απαιτητικά. Για παράδειγμα το “Close to never”, το οποίον ακολουθεί στο track list το “Serenade to a cuckoo”, και που διακρίνεται για τα φοβερά γεμίσματα του Matt Wilson στα ντραμς (απίθανη συνοδεία!) και το ηλεκτρικό κιθαριστικό σόλο του McCann. Ξεχωριστό είναι και το bonus trackMomentum” (από το πρώτο άλμπουμ του Pete Mills), που εδώ επανα-προβάλλεται και που καταδεικνύει το γλαφυρό συνθετικό προφίλ του παίκτη (με την ταυτόχρονη παρεχόμενη δυνατότητα για αυτοσχεδιασμό στα περισσότερα από τα μέλη της ομάδας).
Επαφή: www.cellarlive.com

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

LEMONADE INFLUENCE σε progressive κατεύθυνση

Το psych/prog rock θα παραμένει πάντα ένα… rock ζητούμενο στον τόπο μας, με καινούρια συγκροτήματα να προστίθενται στα παλαιότερα, ή ήδη υπάρχοντα, δείχνοντας πως, και σ’ αυτό το στυλ, υπάρχουν βαθιές, πλέον, εγχώριες ρίζες. Ένα από τα πιο πρόσφατα και ενεργά σχήματα του συγκεκριμένου ύφους είναι και οι Lemonade Influence, γκρουπ που σχηματίστηκε στην Αθήνα το 2008 (όπως διαβάζω στο facebook)… με επιρροές από την ψυχεδελική αγγλική και αμερικάνικη σκηνή των 70s, που εναλλάσσει… ατμοσφαιρικές μελωδίες με δυνατά ξεσπάσματα και παραμορφώσεις. Οι Lemonade Influence στο διάστημα 7/2011-9/2012 μπήκαν στα Cosa Mostra και Sierra studios, στην Αθήνα, ηχογραφώντας το πρώτο φερώνυμο… 2LP τους, που τυπώθηκε εσχάτως σε 500 αντίτυπα βαρέως βινυλίου από την Missing Vinyl («κόπηκε» και CD), με τον Κυριάκο Ηλιόπουλο (ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες), να έχει γράψει μουσική και στίχους (στίχους έχουν γράψει επίσης και οι Σοφία Μυτιληναίου-Νίκος Βασιλόπουλος ), έχοντας ενορχηστρώσει όλα τα κομμάτια· τα υπόλοιπα δύο βασικά μέλη του γκρουπ είναι οι Μάνος Τζανουδάκης (πλήκτρα, πιάνο, lead-backing vocals) και Σταύρος Ελευθερίου (από τους Purple Overdose) σε ποικίλα κρουστά. Αυτοί οι τρεις μουσικοί θα πλαισιωθούν από τους Αλέξη Γεωργόπουλο ντραμς, Άλκη Καλαντίδη μπάσο και Τζένη Καπάνταη φωνή για τις ανάγκες της εγγραφής.
Ο πρώτος δίσκος ανοίγει με το “Velvet drop”, ένα περίπου οκτάλεπτο instrumental που ξεκινά ήπια μέσω μιας πιανιστικής εισαγωγής, για να προστεθούν σταδιακώς όλα τα υπόλοιπα όργανα – με την ηλεκτρική κιθάρα να κρατάει τα σκήπτρα, καθώς «ίπταται» πάνω από ένα progressive υπόστρωμα που δημιουργούν, βασικά, τα πλήκτρα. Τα breaks των κρουστών του Ελευθερίου, όπως και το κιθαριστικό κλείσιμο με distortions ολοκληρώνουν ένα κομμάτι, που σε κερδίζει με την απλότητά του. Το “No one sleeps in the sky”, που κλείνει την Side A, είναι το πρώτο τραγούδι του γκρουπ. Οι «φευγάτοι» στίχοι υποστηρίζονται από ωραία δουλειά στο όργανο, αν και η φωνή, που παραπέμπει σε πιο… ψυχεδελικές καταστάσεις, χρειαζόταν να είναι περισσότερο πειστική. Γενικώς, το κομμάτι είναι πολύ καλό με τα ορχηστρικά μέρη να κερδίζουν πολύ από τα congas και το όργανο, που «ζωγραφίζει» μονίμως στο background. Η Side B ξεκινά με το “Relapse”, ένα βαρύ mid-tempo track με θλιμμένους στίχους και με… επεξεργασμένα φωνητικά (τόσο από τον βασικό τραγουδιστή, όσο και από την Τζένη Καπάνταη, που δίνει ένα εντυπωσιακό φωνητικό σόλο). Η «γέφυρα» με τα κρουστά θα οδηγήσει το κομμάτι προς την ολοκλήρωσή του, εκεί όπου η κιθάρα θα έχει και πάλι τα πρωτεία (εντός ενός τυπικού prog σκηνικού), με το όργανο πάντα σε «πίσω» ρόλο, και με το rhythm section να ρολάρει άψογα. Το “The box”, που ολοκληρώνει την πλευρά, είναι ένα «υπαρξιακό-κοινωνικό» τραγούδι, που, από συνθετικής πλευράς, κερδίζει από το φωνητικό «ξέσπασμα» της Καπάνταη και τα ντεμαράζ κιθάρας και οργάνου στα ρεφρέν («μπες στον κυκλώνα/ δεν υπάρχουν κανόνες σ’ αυτή την πτήση/ την ελευθερία προσπάθησε να οραματιστείς/ πάλεψε για τα ανθρώπινα δικαιώματα»).
Την τρίτη πλευρά του δίσκου καταλαμβάνει ένα μόνο κομμάτι, το εννιάλεπτο τραγούδι αγάπης “My forgotten dreams pts I-III”, που ξεκινά αργά, καθώς αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα «ονειρικό», ας το πω, περιβάλλον. Στην διαδρομή όμως, με τις κιθάρες να προκαλούν την «έκρηξη», τα πλήκτρα να «ουρλιάζουν» στο background και τα κρουστά να προσθέτουν σε ένταση και πάθος, το “My forgotten dreams” στο μέρος II είναι ένα progressive rock track, που θα μπορούσε να κινείται στην παράδοση των Jade Warrior π.χ. Tα «κοψίματα» και οι απότομες αλλαγές ρυθμών, καθώς μπαίνουμε στο μέρος III, επαναφέρουν το κομμάτι στην αρχική μορφή του. Το άλμπουμ των Lemonade Influence θα ολοκληρωθεί με τα δύο tracks της Side 4, το ορχηστρικό “Sunrise” και το τραγούδι “Whale song”. Το πρώτο είναι πολύ καλό, και ως σύνθεση είναι μία από τις ωραιότερες του άλμπουμ. Δυνατά παιξίματα, πάνω σ’ ένα γρήγορο τέμπο, με την κιθάρα και τα πλήκτρα να φτιάχνουν μία cosmic ατμόσφαιρα, και με το ρυθμικό τμήμα (μπάσο-ντραμς-κρουστά) να είναι εδώ το παν. Το “The whale song” ένα «ήσυχο», γενικώς, track, κάπως ψυχεδελικής αφήγησης, ολοκληρώνει το πρώτο αυτό άλμπουμ του αθηναϊκού γκρουπ, ενός γκρουπ που έχει πράγματα να πει και να προτείνει. 
Επαφή: https://el-gr.facebook.com/LemonadeInfluenceBand, missingvinyl@veamusic.com