Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

βραδιάζει…

Το τραγούδι είναι γνωστό. Είναι το τελευταίο μεγάλο λαϊκό, έτσι όπως το είπε ο πρώτος και μαζί ο τελευταίος λαϊκός τραγουδιστής του καιρού μας· του κάθε καιρού δηλαδή. Μέχρι πριν λίγη ώρα – ενώ έχω ακούσει το «Βραδιάζει» δεκάδες φορές – δε γνώριζα τίποτα για το συγκεκριμένο βίντεο που υπάρχει στο YouTube και το οποίον έχει δεχθεί περισσότερες από 950 χιλιάδες επισκέψεις μέσα σε 3 χρόνια (καμμιά εικοσαριά είναι οι δικές μου), και κοντά στα 650 σχόλια (κάθε μέρα, ή μέρα παρά μέρα, κάποιος θα γράψει κάτι). Για λαϊκό τραγούδι συζητάμε…
Μου έκανε εντύπωση το βίντεο. Δεν ξέρω αν είναι επίσημο ή ερασιτεχνικό. Δεν έχει και τόσο σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η απλή, αλλά τόσο ουσιώδης οπτικοποίηση του άσματος. Η ώχρα που διαπερνάει τα πάντα, ένα φορτηγό που στρίβει σε μιαν ανηφόρα, ένα εκατό που τρέχει, τα ταξί που διασχίζουν τους δρόμους σαν να μην έχουν σκοπό, τα έργα και οι πάγκοι στην Ομόνοια, οι δεξαμενές, τα φουγάρα, ο Ηρακλής, το λιμάνι, ο ναύτης, οι περαστικοί, οι σηκωμένοι γιακάδες… και βεβαίως η φωνή. Η μία, η μεγάλη, η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ.

J.J. CALE ωσεί παρών

Για τον Βρετανό Nick Woodland έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο τύπος έχει μεγάλη... krautrock ιστορία, αφού υπήρξε μέλος των Gift, των Subject Esq, των Sahara, των Ralf Nowy Group, των Tanned Leather κ.ά. – συγκροτήματα που έγραψαν στη γερμανική σκηνή στα χρόνια του ’70.
Για σχεδόν 20 χρόνια τώρα ο Woodland οδεύει σ’ ένα δικό του μονοπάτι, που είναι οπωσδήποτε στρωμένο από blues κοτρόνες, αλλά ενίοτε και από άλλα τινά χαλίκια. Το πιο πρόσφατο (μάλλον πέμπτο) προσωπικό του άλμπουμ έχει τίτλο Cultfactory Vol.2: The Goodburn Clearing House [Enja/Blues Beacon, 2011] κι έρχεται τρία χρόνια μετά από το “Cult Factory Vol.1: Authentic Heads” [Enja/Blues Beacon, 2008]. Κι εδώ ο Woodland παρουσιάζει μια σειρά ένδεκα κομματιών, τα οποία δεν είναι ακριβώς blues, ούτε κυρίως blues. Το όλον πράγμα παραπέμπει άλλοτε στο ύφος της μπαλάντας του J.J. Cale και άλλοτε του Tony Joe White, δίχως ν’ αποφεύγονται οι prog καταστάσεις – με κομμάτια όπως το “Watching the Egyptians” να μας πηγαίνουν πίσω στις μέρες του ’70. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, διατηρεί τα υψηλά στάνταρντ ενός μουσικού, που, ενώ ξεκίνησε την καριέρα πριν πολλά-πολλά χρόνια, δεν έχει ακόμη ξεθυμάνει.
Και μια και ο λόγος για τον J.J. Cale προηγουμένως, να εδώ ένα tribute στον κύριο από την Oklahoma City, υπό τον τίτλο “Oklahoma Blues” [ZOHO Music, 2010], το οποίον υπογράφεται από τους Swamp Cabbage, Rufus Huff, Dixie Tabernacle, Doug Phelps/ Larry Goad, Persuasions, Tim/ Roddy Smith’s Groove Gang, Gregg Skaff/ Darryl Johnson, Jimmy Hall with Greg Skaff, Walter Parks και Michael Powers. Οι συμμετέχοντες έχουν διαλέξει για τις διασκευές τους μερικά από τα πολύ γνωστά τραγούδια του σημαντικού τραγουδοποιού (“Don’t cry sister”, “Sensitive kind”, “Cocaine”, “Old blues”, “Crazy Mama”, “Lies”, “Money talks”…), δίχως να περάσουν από άλλα αθάνατα (“After midnight”, “Call me the breeze”, “Thirteen days”…), κατορθώνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργήσουν όντως αξιομνημόνευτα covers. Αναφέρομαι κυρίως στο “Sensitive kind” των Swamp Cabbage, που βγάζει κάτι από… Stevie Ray, αλλά και στο “Crazy mama” των σκληρών (είναι, δεν τους παριστάνουν) Rufus Huff, για τους οποίους έχω ξαναγράψει (http://is.gd/DVhyUi).
Το “Crazy mama” πάντως, που ακούγεται πιο κάτω, προέρχεται από το “Tribute to JJ Cale Vol. 2: The Instrumental Sessions”. Με τους Rufus Huff εννοείται…

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

FINCHLEY BOYS ομίχλη στην Champaign

Η Champaign είναι μία μικρή πόλη του Illinois, καμμιά διακοσαριά χιλιόμετρα νοτίως του Σικάγο. Παρά ταύτα, παρά το μικρό της πληθυσμό δηλαδή (περί τις 80 χιλιάδες ψυχές), είχε πάντα μία ακμάζουσα rock (και όχι μόνο) σκηνή, καθότι ήταν (είναι) έδρα του University of Illinois (μαζί με την Urbana). Στην εν λόγω φοιτητούπολη πήραν εμπρός οι Finchley Boys, μία σκιώδης μπάντα που κατόρθωσε να γράψει ένα και μοναδικό LP, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα treasure items του αμερικανικού υποχθόνιου rock. Αυτό το άλμπουμ, το “Everlasting Tributes”, που περιλαμβάνει εγγραφές των ετών 1968-69 και που πρωτοβγήκε στην καλιφορνέζικη Golden Throat το 1972, επανεκδίδει 38 χρόνια αργότερα (2010) η ελληνική Anazitisi Records. Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που ξαναβγαίνει τούτο το ιστορικό LP, είναι όμως η πρώτη φορά που επανεκδίδεται νομίμως και από το αυθεντικό master tape, προσφέροντας δύο bonus tracks (rec.1972), ένα 12σέλιδο LP-sized booklet με φωτογραφίες, στίχους, αναμνήσεις και πλήθος ιστορικών στοιχείων, συν δύο καρτ-ποστάλ, συν μιαν αφίσα. Μία reissue με τα όλα της δηλαδή· ένα πακέτο βαρύ, που, απλώς, αντανακλά την ηχητική βαρύτητα του γκρουπ. oι Finchley Boys, πέρυσι (tour 2010), ποζάρουν σαν στο δίσκο
Αποτελούμενοι εκ των Garrett Oostdyk κιθάρες, George Faber φωνή, φυσαρμόνικα, Larry “Tabe” Tabeling 8χορδο μπάσο και J. Michael Powers κρουστά, οι Finchley Boys δεν κρύβουν, αρχικώς, τις blues αναφορές τους· και όχι γιατί ξεκινούν διασκευάζοντας το “Who’s been talkin’” του Howlin’ Wolf. Το ηλεκτρικό blues του Chicago και οι folk-psych ήχοι της εποχής (“Swelling waters”, “It all ends”) από τη μια μεριά, και από την άλλη το british rock που καθόριζε ένα αισθητικό μένος (άκου ας πούμε τη version στο άσμα των Kinks “I’m not like everybody else”), παρείχαν τη δυνατότητα στους Finchley Boys να φτιάξουν τα δικά τους σκληροτράχηλα κομμάτια όπως το “Outcast”, το “Hooked” και κυρίως το “Restrictions” (ήταν, πάντα, το αγαπημένο μου). Τα δύο bonus από το ’72 βρίσκουν το γκρουπ (σε πεντάδα και εξάδα, με μόνο τους Oostdyk και Faber από την παλαιά line-up και με γυναικεία φωνητικά), να μετατοπίζεται σε πιο flower power φόρμες. Πολύ καλό το “Warm days”, με τις κιθάρες να φεύγουν
Επαφή: www.anazitisirecords.com

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

jazz στην κοιτίδα

Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσεις, δισκογραφικώς εννοώ, το τι συμβαίνει με την jazz στην Αμερική. Το υλικό είναι τεράστιο, οι κατευθύνσεις άπασες οι δυνατές (από dixie, έως avant και ό,τι μπορεί να υπάρχει ενδιαμέσως), οι καλλιτέχνες νέοι και παλαιότεροι βρίσκονται σε δημιουργική έξαρση. Όλα, δηλαδή, πηγαίνουν πρίμα; Σ’ ένα πρώτο επίπεδο σίγουρα…
RICH HALLEY QUARTET: Requiem for a Pit Viper (Pine Eagle)
Δεν είναι τυχαία περίπτωση ο τενορίστας Rich Halley, αμερικανός μουσικός που ζει και εργάζεται στο Portland του Oregon. Leader, ή απλώς μέλος διαφόρων συνασπισμών (Rich Halley Trio και Quartet, Lizard Brothers Sextet, Multnomah Rhythm Ensemble κ.λπ.), o Halley έχει σπουδάσει Βιολογία – όπως διαβάζω στο βιογραφικό του – γεγονός που, εν μέρει, μπορεί να αιτιολογεί και τον τίτλο τού πλέον πρόσφατου CD του. Το «Ρέκβιεμ για τον Κροταλία» (εξ όσων υποθέτω ο… όφις έχει αρχίσει να εκλείπει), είναι ένα απολύτως ερασιτεχνικό jazz άλμπουμ· ερασιτεχνικό, όχι εξ αιτίας κάποιου ελλείμματος σε επαγγελματική ευσυνειδησία (αν υπήρχε ποτέ περίπτωση, για μουσικούς που βιώνουν, χρόνια τώρα, το πάλκο και το στούντιο), αλλά ως ένα αποτέλεσμα αμέριστου πάθους και αγάπης εν σχέσει μ’ εκείνο που βγαίνει. Κοιτώντας το all-paper cover (κάτι όχι σύνηθες για τον… μέσο plastic υπερ-ατλαντιστή), τα ωραία, έντονα χρώματα και τη γενικότερη σχεδίαση, αμέσως αντιλαμβάνεσαι το μεράκι των ανθρώπων της Pine Eagle Records (δηλαδή του ιδίου του Halley), ένα μεράκι που δεν εξαντλείται, φυσικά, επί των επιφανειακών, αλλά προχωρά, συν τω χρόνω, και επί των ακουστικών.
Δυνατό το κουαρτέτο και όχι… καθημερινό, και βεβαίως υψηλής ενεργειακής στάθμης η μουσική του. Εντύπωση, δηλαδή, προξενούν ο τρόπος που παίζει ο Rich Halley, με τα βαθιά φυσήματα και των σπηλαιώδη ήχο, η ολίγον στον… κόσμο της κρουστή ομοβροντία τού υιού Carson Halley (ένας συνδυασμός rock και spiritual jazz drumming α λα Ed Blackwell), το συχνά περπατητό μπάσο τού Clyde Reed, που κάνει καλή δουλειά και φυσικά το τρομπόνι τού Michael Vlatkovich (χειρίζεται ακόμη κρουστά, ενώ παράγει και ήχους από παιγνίδια), που είτε στο σολιστικό, είτε στο συνοδευτικό του ρόλο συμβαδίζει, προκαλεί ή αντιπαραβάλλεται, δημιουργικώς, με το τενόρο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σειρά εξαιρετικών συνθέσεων (δέκα στον αριθμό, όλες του Rich Halley), όπως η “Circumambulation”, η 10λεπτη “Snippet stop warp”, η “Subterranean strut” ή το λαμέντο “Maj”, που προκαλούν μέσα από την εναλλαγή grooves και moods και τη γήινη πάκτωσή τους.
Επαφή: pineeagle@richhalley.com
THE BRIAN LANDRUS QUARTET: Traverse (BlueLand)
Μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του υπό τον τίτλο “Forward” [Cadence Jazz/ BlueLand, 2009], για το οποίο είχα γράψει τα καλύτερα λόγια εδώ http://is.gd/nHcndT, ο 33χρονος αμερικανός βαρύτονος σαξοφωνίστας και μπασο-κλαρινετίστας Brian Landrus επιστρέφει μ’ ένα άλμπουμ, το “Traverse”, διαφορετικό γενικώς από το προηγούμενό του. Εκεί, υπήρχε ένα οκτέτο, που έδινε την ευκαιρία στον Landrus και τους μουσικούς του να κάνουν την υπέρβαση (περιδιαβαίνοντας jazz και avant-jazz μ’ έναν… διαστημικό τρόπο), εδώ υπάρχει ένα κουαρτέτο (αλλά τι κουαρτέτο!), η δύναμη του οποίου εντοπίζεται στη συνθετική και παικτική συμπύκνωση. Δίπλα στον Landrus λοιπόν, δύο μέλη, ή εν πάση περιπτώσει δύο στενά συνεργαζόμενοι με την M-Base κολεκτίβα, ο κοντραμπασίστας Lonnie Plaxico και ο πιανίστας Michael Cain, και βεβαίως ο ντράμερ Billy Hart, το ιερό τέρας των μπαγκετών, με τις μυθικές συνεργασίες (Miles Davis, Stan Getz, Herbie Hancock, Eddie Henderson, Lee Konitz, Pharoah Sanders, McCoy Tyner και… και… και…) και την πάντα εν εγρηγόρσει παικτική ματιά. Το αποτέλεσμα είναι ένα άψογο jazz άλμπουμ, του παλιού καιρού, γεμάτο από συνθέσεις του Landrus (υπάρχει ένα μόλις cover, εκείνο στο κλασικό “Body and soul” του Johnny Green), το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον ίδιον να αποδείξει τις ικανότητές του στο (μελωδικό) βαρύτονο σαξόφωνο, αλλά και το ταλέντο του στη σύνθεση (το 10λεπτο Creeper κάνει τη διαφορά) και στους υπολοίπους την άνεση να συνοδεύσουν με την επάρκεια του επαγγελματία και τη ζωτικότητα του δημιουργού.
Υπάρχει στη διάθεσή μου και το “Capsule” [BlueLand, 2010] των The Landrus Kaleidoscope, αλλά δεν το έχω ακούσει ακόμη.
Επαφή: www.bluelandrecords.com
RICHARD NELSON LARGE ENSEMBLE: Pursuit (Heliotrope)
Καθηγητής μουσικής (αναπληρωτής) στο University of Maine, στην Augusta της Georgia, και με δραστηριότητα που εκτείνεται σε όλη την Ανατολική Ακτή, ο κιθαρίστας, συνθέτης και band leader Richard Nelson, μοιράζεται στο “Pursuit” (έστω και ετεροβαρώς) ανάμεσα στο 14μελές Large Ensemble (5 tracks) και το Κουιντέτο του (2 tracks). Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι μία jazz με σαφείς αναφορές στο λεγόμενο post-bop, τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη μουσική. Στο εισαγωγικό Portal οι neo-classical αναφορές είναι σαφείς, τονιζόμενες έτι περισσότερο από το αρχικό σόλο του Don Stratton (τρομπέτα), παρότι η σύνθεση κλείνει μέσα σ’ ένα jazz σολιστικό κρεσέντο, τη συνεργεία άλτο σαξοφώνου (Pamela Jenkins) και τρομπέτας. Στο “Innocence” τα ηχητικά βάρη, δεν… απομειώνουν τη χάρη (απεναντίας!), σε μια σύνθεση όχι πολύ μακριά από τη γραμμή αναλόγων της Maria Schneider. Στο “Search” πάνω σ’ ένα μπάσο οστινάτο (Cassidy Holden), ο σοπρανίστας Tim O’Dell εναποθέτει… διεξοδικά soli, ενώ στο “Azure”, μία καθαρή blues σύνθεση, οι αναφορές στις κλασικές ορχήστρες είναι σαφείς, όπως σαφές είναι και το noir περιτύλιγμα του κομματιού· κι όλα αυτά λίγο πριν η σκυτάλη παραδοθεί στο “Strive”, με τη δωματίου εισαγωγή (βιόλα, τσέλο, φλάουτο) και την εν συνεχεία hard-driving ενορχηστρωτική γραμμή. Τα “Abol stream” και “Stillness”, τα δύο 9λεπτα tracks με το Κουιντέτο (Tim O’Dell άλτο, σοπράνο, Don Stratton τρομπέτα, Richard Nelson κιθάρα, Cassidy Holden μπάσο, Steve Grover ντραμς) που κλείνουν το άλμπουμ, παρέχουν την ευκαιρία στον Nelson για μία εφ’ όλης της ύλης συναισθηματική αναδίπλωση, προσφεύγοντας δηλαδή σ’ έναν jazz λυρισμό άνευ ημερομηνίας λήξεως.
Επαφή: www.richardnelsonmusic.com
RICK STONE TRIO: Fractals (Jazz And)
Ρίχνοντας μια ματιά στη βιογραφία-δισκογραφία του Rick Stone, που υπάρχει στο site του www.rickstone.com, διαπιστώνω πως ο εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη jazz guitarist δεν είναι τυχαία περίπτωση. Κυκλοφορεί δουλειές του από το 1985, έχει συνεργαστεί με τους Hal Galper, Billy Hart, Kenny Barron, Eric Alexander και άλλους διαφόρους, παρουσιάζοντας, όλο αυτό το διάστημα, μια σειρά από άλμπουμ υψηλής κριτικής αποδοχής. Το “Fractals” πρέπει να είναι το πέμπτο στη σειρά, ηχογραφημένο στο Brooklyn τον προηγούμενο Ιανουάριο. Οι Rick Stone ηλεκτρική κιθάρα, Marco Panascia μπάσο και Tom Pollard ντραμς ερμηνεύουν επτά πρωτότυπες συνθέσεις και τέσσερα στάνταρντ, αναπαράγοντας και αναδημιουργώντας κλασικά bebop κιθαριστικά μοτίβο σε κομμάτια όπως το “Scoby” και το “Speed bump”, κάνοντας τη διαφορά με συνθέσεις όπως η έσχατη “The phrygerator” (με τις σαφείς modal Coltrane-ικές αναφορές, όσον αφορά στην αλληλουχία των ακόρντων). Το φερώνυμο “Fractals” και κυρίως το “Nacho mama’s blues” δεικνύουν το ταλέντο τού Stone στην συγχορδιακή επεξεργασία, με το rhythm section (και κυρίως τον ντράμερ με τα γεμίσματά του) να κάνει εξαιρετική δουλειά. Από τα τέσσερα στάνταρντ το εισαγωγικό “Stella by starlight” του Victor Young ανοίγει με ένα αντολίτικης χροιάς 7/4, που δίνει οπωσδήποτε μία κατεύθυνση στη διασκευή, ενώ το “Ballad for very sad and very tired lotus eaters” του Billy Strayhorn είναι επιλεγμένο, μάλλον, για την καθαρή ομορφιά του· το ρυθμικό τμήμα συμβάλλει τα μάλα με τα εφέ του (ο μπασίστας Panascia με τη χρήση του δοξαριού και ο ντράμερ Pollard με τα πιατίνια του).
Επαφή: www.jazzand.com
KLEZWOODS: Oy Yeah! (Accurate)
Μπορεί το όνομα των Klezwoods (από τη Μασαχουσέτη) να παραπέμπει στο klezmer, όμως στο “Oy Yeah!” (2010) δεν ασχολούνται μόνο με τα εν λόγω ηχοχρώματα. Για την ακρίβεια, από τα δέκα κομμάτια του CD τους, μόνο δύο σχετίζονται άμεσα με τη μουσική των Ashkenazic Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης· τα υπόλοιπα είναι βουλγαρικά, τουρκικά, βορειο-μακεδονίτικα, αραβικά και ελληνικά (ένας «Συρτός»). Η 9μελής μπάντα είναι σούπερ με τον ακορντεονίστα Michael McLaughlin και τον βιολιστή Joe Kessler να κάνουν άψογη δουλειά, αλλά και τον περκασιονίστα Brian O’Neill (ιθύνων νους της Mr. Ho’s Orchestrotica, το άλμπουμ της οποίας για τον Esquivel μάς είχε απασχολήσει πριν από καιρό http://is.gd/JNv81D), να συνοδεύει με γνώση στην ηχητική-γεωγραφική περιπλάνηση.
Επαφή: www.accuraterecords.com

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ τρία σχέδια

Τρία σχέδια του Πάνου Κουτρουμπούση, όπως δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό αντί (Περίοδος Β, τεύχος 30, Σάββατο 18 Οκτωβρίου 1975) και τα οποία συνόδευαν το κείμενο του καθηγητή Ηλία Θερμού «Το Πανεπιστήμιο στη Σύγχρονη Εποχή».

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

THE UPSETTERS – THE PROPHETS – NEKTAR μια διαχρονική ελληνική ιστορία

Ένα από τα πρώτα ξένα γκρουπ που έπαιξαν live στην Ελλάδα ήταν οι The Upsetters. Το συγκρότημα, όπως μαθαίνουμε από τα τεύχη 43 (24/11/1965) και 46 (12/1/1966) των Μοντέρνων Ρυθμών –μετά και από τις σχετικές πληροφοριακές διορθώσεις και αποκαταστάσεις– σχηματίστηκε στο Παρίσι στο τέλος του 1964 από τον μπασίστα Derek “Mo” Moore (τότε στους Original Upsetters και τους Beast), όταν αυτός συνάντησε τον ντράμερ Ron Howden, που συμμετείχε στους Berries, παίζοντας (το γκρουπ) κυρίως σε στρατιωτικές βάσεις στη Γαλλία. Δίπλα τους βρέθηκαν κάποιος σαξοφωνίστας ονόματι Geoff ή Jeff (από τους Berries κι αυτός), ο κιθαρίστας John C. Marshall και ο οργανίστας Royce Francis. Οι Upsetters εμφανίστηκαν τον Μάρτιο του ’65 στην (τότε) δυτικογερμανική τηλεόραση και σε clubs, τον Μάιο περιόδευσαν στην πατρίδα τους, τη Βρετανία, με τους Rolling Stones και τους Rebel Rousers του Cliff Bennett, τον Ιούνιο βρέθηκαν πάλι στη Δυτική Γερμανία, υπέγραψαν συμβόλαιο για τουρνέ (στη Βρετανία) με τους Kinks, τους Searchers και τους Who, για να βρεθούν τον Οκτώβριο του ’65 στην Ελλάδα, παίζοντας στο Σατώ Λατέν της Χαριλάου Τρικούπη, αλλά και στους κινηματογράφους Τερψιθέα του Πειραιά και Ρεξ (στα πρωινά του Κίμωνος Αρέτα και του Ηλία Καραμανέα αντιστοίχως).
Εκεί προς τις αρχές του ’66 πρέπει να αναχώρησαν για τη Δ. Γερμανία, όπου και συνόδευσαν (με τη σύνθεση Jim Clapper τενόρο, Royce Francis hammond, Derek “Mo” Moore μπάσο, Alvino Sykes ντραμς, John C. Marshall κιθάρες) τον τραγουδισταρά Piet ή Pete Lancaster ηχογραφώντας μαζί του ένα κλασικό στον ήχο r&b LP “Rhythm & Blues Show” [Polydor 249 105, 1967], δίδοντας το 45άρι “Stupitidy/ Baby, baby,baby (I tell what you gotta do)” [International Polydor 52 954] που ακούγεται στο LP και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη…
Τον Ιούλιο του ’67 ένα άλλο, ξένο, γκρουπ έρχεται για εμφανίσεις στην Ελλάδα, λέγονται The Prophets, παίζουν στo ξενοδοχείο Υδρούσα της Ύδρας (μαζί με τους Esquires Beat Group), στις Σπέτσες και την Αίγινα, ενώ την 21/8/1967 εμφανίζονται μαζί με τους Stars, τους G.L.X. (των Gριτσόπουλου, Lαούδη, Xαμωνάκη), τους Sounds & Tammy κ.ά. στο θέατρο Μπουρνέλη, στο Καλοκαίρι ’67 του Νίκου Μαστοράκη. Να τι έγραφε ο Θόδωρος Σαραντής στο τεύχος 89 (13/9/1967) των Μοντέρνων Ρυθμών:
«Φανταστικοί – αυτός είναι ο σωστός χαρακτηρισμός – ήταν οι μακρυμάλληδες και φανταχτερά ντυμένοι Πρόφετς. Το εκπληκτικό σώου τους, καθώς και ο τρόπος που απέδωσαν τα τραγούδια που έπαιξαν, δημιούργησαν έναν πρωτοφανή ενθουσιασμό. Ασφαλώς, όπως θα διαπιστώσετε και μόνοι σας, οι Πρόφετς δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα περισσότερα καλά συγκροτήματα του εξωτερικού. Τον ασθενή ντράμερ τους αντικατέστησε, σ’ αυτήν τους την εμφάνιση, με ιδιαίτερη επιτυχία ο γνωστός μας Μάκης Σαλιάρης. Τα ‘Χέυ Τζο’, ‘Λετς σπεντ θε νάιτ τουγκέδερ’, ‘Χολντ ον άιμ κάμινγκ’ πλησίαζαν τις ορίτζιναλ εκτελέσεις τους χάρις στους έξοχους Πρόφετς».
Λίγες μέρες αργότερα (4/9/1967) οι Prophets θα ξανακερδίσουν τις εντυπώσεις σ’ ένα νέο σώου, στο θέατρο Μινώα, με τις συμμετοχές και των Blue Stars, Thunders, Cinquetti, Γιώργου Ζωγράφου και Μαριάννας (Τόλη), παραμένοντας στη χώρα μας μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς.
Η πρώτη πλευρά του single των Prophets “Painterman/ Respect”. Ευχαριστώ τον Θοδωρή Κρίθαρη για το σκανάρισμα.
Οι Prophets είχαν σχηματιστεί τον Ιούλιο του 1966 στο Ντίσελντορφ και από τον Δεκέμβριο του ’66 τους αποτελούσαν ο Ron Howden ντραμς (πρώην μέλος των Upsetters), o Derek “Mo” Moore μπάσο, φωνή (κι αυτός από τους Upsetters), o Colin Edwards κιθάρα, φωνή (όλοι Βρετανοί) και ο Αμερικανός Billy Tabbert κιθάρα, φωνή. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν ένα 45άρι στη Δ. Γερμανία, το “You missed by a mile/ Hey, Mister” [Kerston 60 008], το οποίον ηχεί στ’ αυτιά μου εντελώς ελληνικό και τρία ακόμη στην Ελλάδα (σπάνια από τη γέννα τους) σε παραγωγή του Μαστοράκη. Αναφέρομαι στα “Road runner/ Sunny” [Zodiac ZS 8006], “Painterman/ Respect” [Zodiac] και “This little girl/ Fire” [Zodiac], που κυκλοφόρησαν το 1967 (αν και για το τελευταίο δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν είδε το φως της δισκογραφίας – αν το έχει δει κανείς και μπορεί να δώσει και τους κωδικούς, ας το κάνει).
Το “Road runner” ήταν το γνωστό του Bo Diddley, το “Sunny” το γνωστό του Bobby Hebb, το “Respect” το γνωστό του Otis Redding, το “Painterman” το γνωστό των Creation (επιτυχία στη Βρετανία, αφού έφθασε μέχρι τη θέση 36 του Top 50, τον Νοέμβριο του ’66, αλλά μεγαλύτερη στη Δ. Γερμανία, αφού έφθασε έως τη θέση 8, τον Απρίλιο του ’67), το “This little girl” ήταν τραγούδι του Henry Cosby, που είχε πει ο Stevie Wonder και το “Fire” ήταν ο ύμνος του Jimi Hendrix. (Και τα έξι ελληνικά tracks των Prophets ακούγονται στη σειρά των CD «Μοντέρνοι Ρυθμοί του ’60» της Music Box, που κυκλοφόρησαν 2-3 χρόνια πριν μαζί με τους επανατυπωμένους Μοντέρνους Ρυθμούς).
οι Prophets κάτω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στη Σταδίου
Αξίζει να σημειώσω, ακόμη, πως η παρουσία των Prophets στην Ελλάδα καταγράφηκε στη γνωστή ταινία-ντοκυμαντέρ παραγωγής Κλέαρχου Κονιτσιώτη Η Αθήνα Μετά τα Μεσάνυχτα (1968), όπου και θα μαγνητοσκοπηθούν σε κάποια αθηναϊκή σκηνή (μάλλον στο Μινώα) ερμηνεύοντας, υποτίθεται, το “Sunny”. Λέω «υποτίθεται», γιατί ήχος του τραγουδιού, έτσι όπως ακούγεται στο φιλμ, δεν ανήκει στους Prophets, επειδή υπάρχουν πνευστά και όργανο –πνευστά δεν βλέπουμε στο stage, ούτε οργανίστα–, ενώ και στο single της Zodiac η εκτέλεση είναι τελείως διαφορετική, χωρίς πνευστά και όργανο επίσης· αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως ο ήχος του “Sunny”, στο φιλμ, θα μπορούσε να ντουμπλαριστεί από το δισκάκι (με χειροκροτήματα κονσέρβα). Τι είχε συμβεί; Θα σας πω – γιατί με απασχόλησε το ζήτημα και το έψαξα, ακούγοντας ό,τι “Sunny” είχα και δεν είχα…
Η παραγωγή λοιπόν κινηματογραφεί τους Prophets, αλλά το Sunny που ακούγεται ανήκει στους Βρετανούς του soul circuit Alan Bown Set(!), οι οποίοι είχαν και οργανίστα (Jeff Bannister) και πνευστό τμήμα (Alan Bown τρομπέτα, John Helliwell σαξόφωνα) και τραγουδιστή ολκής (Jess Roden). Μπορεί ν’ φαίνεται τρελό, αλλά είναι έτσι. Το κομμάτι βγήκε μέσα από το δυνατό live LP “London Swings – Live at the Marquee Club” [UK.Pye NPL 18156, 1966] την πρώτη πλευρά του οποίου κατελάμβαναν οι Jimmy James & The Vagabonds και τη δεύτερη οι Alan Bown Set. To LP δεν είχε τυπωθεί βεβαίως στην Ελλάδα, αλλά είχε τυπωθεί το 45άρι (στην Pye πάντα) “Sunny/ Down in the valley” στις αρχές του ’67, με αμφότερα τα tracks να προέρχονται από το λονδρέζικο live. (Μάλιστα, τέτοιο δισκάκι –με τα συγκεκριμένα tracks εννοώ– δεν είχε βγει ούτε στην Αγγλία, οπότε διερωτάται κανείς πώς προέκυψε στην Ελλάδα. Στο Ισραήλ είχε κυκλοφορήσει ένα 4-tracks EP σε ετικέτα Piccadilly, όπου περιελάμβανε τα εν λόγω κομμάτια των Alan Bown Set στην πρώτη του πλευρά· αν αυτό βοηθάει).
Κι επειδή οι εγγραφές ήταν ζωντανές (είχαν από τη μάνα τους χειροκροτήματα δηλαδή), το 45άρι ήρθε κουτάκι στους έλληνες παραγωγούς, που είχαν έτσι όχι μόνο μία εντυπωσιακή εκτέλεση του “Sunny” (από τις 2-3 καλύτερες που έχω ακούσει), αλλά και έτοιμες επευφημίες (αυθεντικές ή κονσέρβα δεν έχει σημασία), ίνα ντουμπλάρουν τους Prophets. Να συμπληρώσω μόνο την ατάκα δια στόματος Σταύρου Ξενίδη, που έκανε το σπικάζ στο «Η Αθήνα Μετά τα Μεσάνυχτα» και ο οποίος ακούγεται να λέει: «Οι Πρόφετς. Χίλια δολάρια ο καθένας για κάθε εμφάνισή τους. Τα οχτακόσια, όμως, τους τα τρώνε τα κομμωτήρια…». Δύο χρόνια αργότερα (12/1969) οι Derek “Mo” Moore και Ron Howden (από τους Upsetters και Prophets) θα ενώνονταν με τους Allan Freeman, Roye Albrighton και Mick Brockett, που προέρχονταν από έτερα συγκροτήματα δίνοντας ζωή στους Nektar

βλέπεις τους Prophets, αλλά ακούς τους Alan Bown Set!

Το 1979 τυπώνεται στην Ελλάδα το πολύ καλό δεύτερο LP των Nektar, το “A Tab in the Ocean” [Music Box SMB 40060], που είχε πρωτοβγεί στη γερμανική Bacillus το 1972, ενώ τo διήμερο 4-5/9/2009 το συγκρότημα θα εμφανιστεί για πρώτη φορά live στην Αθήνα (στο Rodeo) με τη σύνθεση Roye Albrighton, Ron Howden, Peter Pichl (μπάσο), Klaus Henatch (keybords). O Howden, δηλαδή, ξαναέπαιξε στην Ελλάδα, 44 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση! Δε νομίζω να του το θύμισε κανείς... αν και θα το θυμόταν ο ίδιος...
Και κάτι ακόμη, που εξακοντίζει την ελληνική ακτίνα των Nektar στο μέλλον. Οσονούπω κυκλοφορούν από την (ελληνική) Missing Vinyl τα τρία πρώτα LP του συγκροτήματος (“Journey to the Centre of the Eye”, “A Tab in the Ocean”, “Remember the Future”) σε εκδόσεις διπλών βινυλίων (με bonus tracks).
Πόσα χρόνια, είπαμε, έχουν περάσει από το ’65;

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

MARY & THE BOY & FELIZOL & RE

Έγραφα, μεταξύ άλλων, στο τεύχος 192 του Jazz & Tζαζ, για το “Timemachine” [Inner Ear, 2009] των Mary & The Boy/Felizol, που τώρα επανακυκλοφορεί σε βινύλιο: «Αν το παρθενικό 'Mary And The Boy' ήταν ένα άλμπουμ που ταίριαζε απολύτως με την κλωτσιά που αξίζει/οφείλει να δίδει ο πρωτοεμφανιζόμενος αδιαφορώντας για το τι, το παρόν δεύτερο άλμπουμ τους είναι ένα το ίδιο σε μέγεθος καθοδικό ταξίδι προς το ψυχο-σωματικό επέκεινα. Τίποτα δε δύναται ν’ αλλάξει επειδή την κλωτσιά, κατά το αναμενόμενο(;), οφείλει να διαδέχεται ένα κάποιο χάδι· εξ αιτίας μιας κάποιας περιγραφικής ωραιοποίησης, επειδή ορισμένα θέματα της χρονομηχανής μοιάζουν τάχα… ραδιοφωνικά (Are you still dancing can can?).(…) Οι Mary & The Boy/ Felizol, έχοντας ως παρακαταθήκη κομμάτια από το προηγούμενο CD τους, την ανείπωτη τριλογία Cock, Mama, Death, επεκτείνουν τους προβληματισμούς τους για μια μουσική με αίσθηση θεατρική, εμμένοντας σ’ ένα είδος rock(;) – δύσκολο να το πεις – που ενσωματώνει στοιχεία παρακμής δανεισμένα από τους Velvets, τον Lou Reed, την Diamanda Galas, το british new-wave, φθάνοντας έως την ερμηνευτική μπρεχτική μανιέρα. Το αποτέλεσμα είναι στιγμές-στιγμές εντυπωσιακό. Ιδίως σε κομμάτια όπως το Staring, που σφραγίζεται από την ξεχωριστή ερμηνεία της Mary (The Boy πιάνο, May Roosevelt θερεμίνη, Γιώργος Χάλαρης κοντραμπάσο, Callmelazy ηλεκτρικό μπάσο)· ένα πρώτης τάξεως τραγούδι, αυθεντικό παραλειπόμενο από το... Berlin. Άνθρωποι με το μέλλον προδιαγεγραμμένο ή μήπως άνθρωποι που ξεκινούν απ’ το μηδέν; I’m risking my life when I’m not myself…».
Στην καινούρια έκδοση [Inner Ear, 2011] εμπεριέχεται ως bonus και το CD “RE”, το οποίον περιέχει remixes, re-edits και remakes κομματιών του άλμπουμ από τους The Boy, Felizol, Videogame Orchestra, Exposed By Observers, Mobthrow, Ekelon, Peekay Tayloh, Serafim Tsotsonis, Afrolex, Fantastikoi Hxoi, Mopar, Your Hand In Mine, Larry Gus, Leon Segka και Mr.Statik. Με μια πρώτη ακρόαση θα ξεχώριζα την οπτική των Ekelon στο “Mama” (σκότος βαθύ με τρανταχτή ρυθμική συνοδευτική), εκείνη του “Staring” από τον Serafim Tsotsonis (επιδέξια, 80s, μετρονομημένη ρυθμική), το “Timemachine” από τους Fantastikoi Hxoi (με seventies, επικούς, prog υπαινιγμούς), το “Afraid of the devil” από τον Larry Gus (avant, electro εκτροπές με κάπως kraut περιτύλιγμα και ανυποψίαστες αλλαγές) και γιατί όχι και το “Staring” (πάλι) αυτή τη φορά από τους Your Hand In Mine, που το οδηγούν σε περισσότερο dreamy περιοχές.

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ZBIGNIEW NAMYSLOWSKI jazz της Πλάκας

Τρανό όνομα της πολωνικής jazz, ο σαξοφωνίστας βασικά Zbigniew Namyslowski (γενν. το 1939) έχει και μια μικρή ελληνική διάσταση στη μακρόχρονη καριέρα του, την οποίαν, τώρα, θα επιχειρήσω ν’ αναδείξω (ή να βοηθήσω ορισμένους να τη θυμηθούν). 
Με δίσκους διαμάντια στα sixties (όπως η “Lola” στη βρετανική Decca) και τα seventies (όπως το “Winobranie” στην πολωνική Muza), o Namyslowski θα έρθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1983 (ξαναήρθε το 1996) για εμφανίσεις στο Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου, στην Πλάκα.
Πιο συγκεκριμένα, στο διάστημα 5-17 Οκτωβρίου ο πολωνός μουσικός με το συγκρότημά του, τους Air Condition –δηλαδή τον πιανίστα Wojciech Gogolewski, τον κιθαρίστα Marek Blizinski, τον μπασίστα Jan Cichy και τον ντράμερ Adam Lewandowski– θα εμφανιστεί στο αθηναϊκό τζαζόφιλο κοινό· το οποίον κοινό πληρώνοντας ένα πεντακοσάρικο (λίγο ακριβότερα από ένα δίσκο βινυλίου εκείνη την εποχή), θα απολάμβανε ένα εξαιρετικό live. Όπως μου είχε πει παλαιότερα ο ίδιος ο Γιώργος Μπαράκος: 
«Aν και τότε ο Namyslowski βρισκόταν σε κάποια κόπωση, το νέο funky στυλ του ήταν εντυπωσιακό στο πάλκο». 
Την ίδια περίοδο ο πολωνός σαξοφωνίστας είχε δώσει και μια συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, στον Μέμνονα Κωττάκη (στο τεύχος 72, ή αν όχι σ’ αυτό, τότε σίγουρα στο 73, τον Δεκέμβριο του ’83 – έχω τη συνέντευξη, αλλά όχι και το τεύχος) στην οποία μεταξύ άλλων σημείωνε:
«Στην Πολωνία υπάρχουν πολλά κλαμπ, κι εκεί σου δίνεται η δυνατότητα να παίξεις σ’ ένα μικρό κοινό που το αισθάνεσαι γύρω, δίπλα σου. Υπάρχει περισσότερη ζεστασιά, αμεσότητα. Όμως και στις συναυλίες, εκεί είναι το κάτι άλλο. Οι μεγάλες αίθουσες, οι τέλειες ηχητικές εγκαταστάσεις, όταν οι προβολείς πέφτουν πάνω μου, δεν ξέρω, είναι ένα συναίσθημα εντελώς ξεχωριστό. Νοιώθω ντοπαρισμένος! Ειλικρινά!».
«Η αναγνώριση ενός τζαζίστα στην Πολωνία δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πρέπει πρώτα να έχεις κάνει κάποιο όνομα, ξεκινώντας από μικρά κλαμπ και καταλήγοντας στην ηχογράφηση δίσκων, στις περιοδείες, τις εμφανίσεις στα διάφορα φεστιβάλ. Έμεινα δυο χρόνια στην Αμερική, έχω γράψει δίσκους στην Decca, την Affinity, εμφανίστηκα στο Camden στο Λονδίνο και στο North Sea Jazz Festival στη Χάγη. Προηγήθηκε όμως προσπάθεια χρόνων, μελέτης, συνέχεια πάνω στο όργανο». 
Πώς λοιπόν θα ολοκληρωνόταν η παρουσία του πολωνού παίκτη στην Ελλάδα; Live, συνεντεύξεις και φυσικά η δυνατότητα ηχογράφησης ενός άλμπουμ θα ήταν το ιδανικότερο επιστέγασμα. Συνέβη. Ο Namyslowski με την μπάντα του, τους Air Condition, θα μπουν στο PDR στούντιο του Πάνου Δράκου, γράφοντας το LP “Plaka Nights” (αναφορά στις… πλακιώτικες νύχτες στου Μπαράκου) σε παραγωγή του αφεντικού της ελληνικής CBS Sol Rabinowitz.O δίσκος [CBS 26007, 1984] –ας το πω– έχει περάσει 3-4 φορές από τα χέρια μου. Την τελευταία… αποφάσισα να τον κρατήσω (του έκανα τη χάρη). Μάλιστα, πριν από κάποιο διάστημα τον ξανάκουσα, μετά από πολλά χρόνια. Δυο λόγια (όχι περισσότερα). 
Το κάπως contemporary, τύπου Δυτικής Ακτής, κλίμα των συνθέσεων του Πολωνού μπορεί να ξενίζει όσους θα περίμεναν κάτι πιο ριζοσπαστικό, είναι όμως συμβατό με το πώς εξελισσόταν ο ήχος του εκείνον τον καιρό. Τα πλήκτρα του Gogolewski είναι συχνά το highlight, ενώ σε κομμάτια όπως το “Szambelan’s samba” ή το funky “Air conditioner” το γκρουπ φαίνεται να το χαίρεται… κι εγώ επίσης. 
Το κομμάτι που ακούμε πιο κάτω λέγεται “Gogoszary” και προέρχεται από το LP του Zbigniew Namyslowski “Winobranie” [Muza SX 0952, 1973]. To μονό μέτρο (11άρι) είναι φυσικά βαλκανικής προελεύσεως (προσέξτε το προς το τέλος), αλλά εκείνο που έχει σημασία εδώ είναι το παίξιμο (από τον Namyslowski) στο ενισχυμένο τσέλο(!), το διανθισμένο με wah-wah και fuzz, που το κάνουν ν’ ακούγεται σαν ηλεκτρική κιθάρα (ο άπιαστος μπασίστας λέγεται Pawel Jarzebski). Ύπατη στιγμή της polish jazz.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΡΑΝΤΖΑ-ΨΑΛΙΔΙ οδηγίες προς avant-garde-ισμένους…

Κλείνεις τα μάτια και ακούς. Κι όταν τ’ ανοίξεις αναθεωρείς μερικές από τις επιρροές σου· λέμε τώρα, καθότι απαιτείται και το σχετικό κουράγιο…
(μετά από μεσημεριανή κουβέντα)

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

BRITISH FOLK νεότερο, αλλά παλαιότερο

Παρ’ ότι βρίσκεται στη σκηνή τουλάχιστον μια δεκαετία, η 41χρονη σκωτσέζα ερμηνεύτρια Alyth έχει μόλις δύο άλμπουμ στο ενεργητικό της. Το “People Like Me” [Navigator] είναι το πλέον πρόσφατο, κυκλοφόρησε το 2009, και βρίσκει την Alyth να ερμηνεύει στην γαελική (και την αγγλική) παραδοσιακές και επώνυμες μπαλάντες (το “The queen and the soldier” της Suzanne Vega, το φερώνυμο “People like me” του Justin Currie των Del Amitri). Έχοντας δίπλα της αναγνωρισμένους μουσικούς όπως τον Aidan O’Rourke των Lau, τον Ewen Vernal των Capercaille, τους Jonny Hardie και Fraser Fifield των Old Blind Dogs, η Alyth, με την κάπως στριγγή φωνή ανταποκρίνεται με σωστό τρόπο σ’ αυτές τις προαιώνιες μπαλάντες. Γιατί, θα πρέπει να το πω, την προτιμώ ασυζητητί στα παραδοσιακά γαελικά, παρά στα επώνυμα αγγλόφωνα. Οι καλύτερες στιγμές τού “People Like Me” δηλαδή αφορούν στα “Nuair bha mi og”, “Dh’fhag e gun chadal am dhusgadh mi”, “A mhairead og”, “Chaidil mi raoir air an airigh”… κλασικά σκωτσέζικα τραγούδια που τα έχουμε ακούσει στο παρελθόν από την Flora MacNeil, τον Paul Mounsey, τον Arthur Cormack κ.ά.
Από την ίδιαν εταιρία, την Navigator Records, που έχει την έδρα της στην Melbourne του Derbyshire (Αγγλία) προέρχεται και το τελευταίο έως ώρας άλμπουμ τού Σκωτσέζου, με ιρλανδική ρίζα, βιολιστή, συνθέτη και παραγωγού John McCusker. O McCusker, στα 38 του σήμερα, έχει ήδη μία αξιοπρόσεκτη καριέρα, όντας μέλος των Battlefield Band, παραγωγός σύγχρονων σημαντικών folk άλμπουμ (όπως, ας πούμε, εκείνων της Kate Rusby), session man σε ηχογραφήσεις των Paul Weller και Mark Knopfler και άλλα τινά. To “Under One Sky” (2008) αποτελείται βασικά από μεγάλης διάρκειας συνθέσεις, οι οποίες προσφέρουν τη δυνατότητα στον σκωτσέζο μουσικό να πειραματισθεί με διάφορα στυλ της παράδοσης, τόσο στο επίπεδο του καθαρού ήχου, όσο και σ’ εκείνο των τραγουδιών. Σ’ αυτήν την προσπάθεια συνεισφέρουν ονόματα της σύγχρονης βρετανικής, folk κυρίως, σκηνής, όπως οι Andy Cutting ακορντεόν, Ian Carr κιθάρα, Ewen Vernal μπάσο (συμμετείχε και στο άλμπουμ της Alyth), Roddy Woomble φωνή (από τους Idlewild), Graham Coxon φωνή (από τους Blur), John Tams φωνή (από τους παλαιούς Muckram Wakes) κ.ά. Το αποτέλεσμα είναι συμβατό με τις σύγχρονες τάσεις, που κοιτάζουν προς τα πίσω, πιάνοντας κορυφή με το 8λεπτο “Long past time” (τραγούδι σε στίχους του Roddy Woomble, ο οποίος το ερμηνεύει κιόλας).
Η συλλογή της Acid Jazz The New Testament of Folk παρότι προέρχεται από το 2005, δίνει (και αυτή) μία κάποια εικόνα της νέας βρετανικής άποψης για το στυλ, υπό την έννοια ότι τα περισσότερα από τα ονόματα που ανθολογούνται, λογικώς, συνεχίζουν την καριέρα τους. Έτσι, ενδεικτικώς, ας σημειώσω το jazz/psych α λα Pentangle “Morning brings the light” με τους Grand Union, το “Backlounge butterfly” με τα ξωτικά φωνητικά των Mediaeval Baebes, το… σαλταρισμένο “Clear the sands” της Jen Gloeckner, την εκδοχή του “Corn riggs” από τους Marked & Joff (κομμάτι από το OST του “The Wicker Man”-1973), το instro του Andy Lewis “Deadman’s cross”… Από ’κει και κάτω κάτι… rock ξεσηκωτικά όπως το “Hippy dippy” των Lee Griffiths Band ή κάτι αδιάφορες διασκευές τύπου “Bring me back to life” (των Evanescence) από τους Jinrai, πάνε το πράγμα αλλού. Είπαμε… Ευτυχώς κλείνει το μαγικό ορχηστρικό “Another day” κάποιων(;) Bob, με το απίθανο dulcimer του Paul Cianfarani, κι η τάξη αποκαθίσταται. Και κάτι τελευταίο…
Σε μια χώρα με τόσο έντονη folk παράδοση, όπως είναι η Μεγάλη Βρετανία, λογικό είναι να υπάρχουν και οι σχετικοί διαγωνισμοί. Ίσως ο πιο σύγχρονος σημαντικός να είναι εκείνος του BBC Radio 2, τα “Folk Awards” που ξεκίνησαν το 2000 και που μέχρι σήμερα δίνουν ώθηση σε νέα (και λιγότερα νέα) ονόματα. Εφέτος, το 2011, ανάμεσα στους πολλούς που βραβεύτηκαν και οι Eliza Carthy - Norma Waterson με το “Poor wayfaring stranger” (Best Traditional Track), αλλά και με το “Gift” (Best Album), οι Bellowhead (Best Group), ο Donovan (Lifetime Achievement Award), o Chris Wood (Folk Singer of the Year) και άλλοι πολλοί. Για τα Folk Awards του 2008 είχα γράψει παλαιότερα (12/2008) στο Jazz & Τζαζ, με αφορμή (τότε) ένα πακέτο της Proper Music. Tώρα, μπορώ να πω λίγα λόγια για το επόμενο πακέτο, το “Folk Award 2009”, που ως συλλογή στέκεται μια χαρά, ανεξαρτήτως βραβείων, ετών ή ό,τι άλλο. Εξάλλου, εμείς εδώ στην Ελλάδα, τραγούδια ακούμε, δεν απονέμουμε επαίνους…
Το πρώτο CD (12 tracks, 49:18 η διάρκεια) ξεκινά με τους Bellowhead, ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα british folk γκρουπ. Ακούγονται ακόμη οι δυνατές μπαλάντες “Duncan and Brady” (Martin Simpson), το “Mr. Magnifico” της Eliza Carthy (με τη σκοτεινή αφήγηση του Tim Matthew), το μαγικό “Chilly winds” των Shee, αλλά το τραγούδι που ξεχωρίζει – καταπληκτικό – είναι το “Come down Jehovah” του Chris Wood (δεν γνωρίζω αν ο ίδιος είναι Μάρτυρας του Ιεχωβά – μπορεί ναι, μπορεί όχι), που θυμίζει τις μπαλάντες της Odetta και με στίχους του τύπου «εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ», που τραγουδούσε κι η Βίκυ Μοσχολιού πίσω στα 70s. Από το δεύτερο CD (12 tracks, 45:59) ξεχωρίζει αμέσως η Karine Polwart (εξαιρετική τραγουδοποιός), οι κάπως... οργιαστικοί The Demon Barbers, o Seth Lakeman με τους… resonator αρπισμούς, οι φοβεροί και τρομεροί Lau, αλλά και η (Αμερικανίδα) Judy Collins (δεν κατάλαβα πως χώθηκε εδώ). Τέλος, το τρίτο δισκάκι (6 tracks, 24:55) καταπιάνεται με τους… 2009 BBC Radio 2 Young Folk Award Finalists. Νέοι, πιθανώς ωραίοι, και σίγουρα ενδιαφέροντες, οι Tyde, Lucy Ward, Megan & Joe Henwood, Emily Hoile and Alice Burn, Maz O’Connor και Jaywalkers διαγκωνίστηκαν με άγνωστα προς εμένα αποτελέσματα. Οι Megan & Joe Henwood ξεχωρίζουν με τη βαθειά μπαλάντα τους “White lies” και όχι τυχαίως βραβεύθηκαν (όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων ψάχνοντας oλίγα στοιχεία).

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ 1927-2011

Ρίχνοντας μια ματιά στη φιλμογραφία του Ντίνου Κατσουρίδη, έτσι όπως παρατίθεται αυτή στον imdb.com γράφω δυο λόγια για μερικές από τις ταινίες του.
1. Είμαι Αθώος (1960)
Βαρετή, αν και προσεγμένη μεταφορά στα καθ’ ημάς της Υπόθεσης Ντρέιφους. Την είχα δει παλαιά (στην τηλεόραση φυσικά). Δεν θα την ξαναέβλεπα σήμερα.
2. Έγκλημα στα Παρασκήνια (1960)
Την πρώτη φορά που είδα την ταινία θυμάμαι πως δεν είχα σκεφτεί (υποθέσει) το δολοφόνο (Χρήστος Τσαγανέας). Το καλύτερο ελληνικό νουάρ και ασυζητητί (κατ’ εμέ) η ωραιότερη και αρτιότερη ταινία του Κατσουρίδη. Εξπρεσιονιστικά χρώματα, άψογη κινηματογράφηση της ιστορίας του Μαρή, μοναδική διαχείριση του σασπένς, σκοτεινή ατμόσφαιρα, εξαιρετικές ερμηνείες ακόμη και από τους δεύτερους ρόλους (Γκίκας Μπινιάρης, Δήμος Σταρένιος). Φυσικά, στα ατού κι η μουσική του Πλέσσα.3. Ο Κος Πτέραρχος (1963)
Λογικώς, γυρίζεται την ίδιαν εποχή με τον «μπακαλόγατο» (με το δίδυμο Κώστας Δούκας – Κώστας Χατζηχρήστος να πρωταγωνιστεί κι εδώ). Ο Κατσουρίδης έχει βρει, φαίνεται, το κουμπί του Χατζηχρήστου παίρνοντας από ’κείνον ακόμη μία καλή… υποκρισία. Κωμωδία των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου είναι ο «Κος Πτέραρχος», άρα οι ατάκες περισσεύουν. Ευχάριστη ταινία, κομμένη στα δύο – στην πόλη (το καλύτερο μέρος) και στο χωριό (το κατώτερο) –, δίχως όμως τη ζούρλα της επομένης.
4. Της Κακομοίρας (1963)
Όταν είχα πρωτοδεί αυτή την ταινία, κάπου στα μέσα του ’80, δε μου άρεσε καθόλου. Τη θεωρούσα εντελώς χοντροκομμένη, μπαλαφάρα σχεδόν. Αργότερα την εξετίμησα, αρχικώς ως ένα ερμηνευτικό, αυτοσχεδιαστικό κατόρθωμα του Χατζηχρήστου και βεβαίως ως μία πέρα για πέρα αυθεντική κωμωδία ηθών, ρεαλιστική απεικόνιση ενός κόσμου εκτός χρόνου. Κατά έναν όχι παράδοξο τρόπο, όσο θα απομακρύνεσαι από την πηγή της, τόσο εκείνη (η ταινία) θα φωτίζει περισσότερο.
5. Οι αδίστακτοι (1966)
Πιθανώς, η πιο μεστή κινηματογραφημένη ιστορία του Νίκου Φώσκoλου, αν και δεν απουσιάζουν οι υπερβολές και οι σεναριακές απιθανότητες. Η ταινία, παρότι φαίνεται διχασμένη ανάμεσα στο αστυνομικό δράμα και το κοινωνικό μελόδραμα, ισορροπεί (όσο ισορροπεί) λόγω σκηνοθεσίας, παραμένοντας ένα σοβαρό δείγμα λαϊκού κινηματογράφου του ’60. Εξαιρετικό το τραγούδι των Γιάννη Μαρκόπουλου-Δημήτρη Χριστοδούλου Ποιος δρόμος είναι ανοιχτός (από Καζαντζίδη-Μαρινέλλα-Κούρκουλο) και κορυφαία η ολιγόλεπτη παρουσία του Γιάννη Βογιατζή στο ρόλο του ντετέκτιβ.
6. Ο Θανάσης, η Ιουλιέττα και τα Λουκάνικα (1970)
Από τις χειρότερες ταινίες του Θανάση Βέγγου.
7. Ένας Βέγγος για όλες τις δουλειές (1970)
Ο Βέγγος γκαρσόνι, ο Ζανίνο ταβερνιάρης. Στην ταβέρνα μαύρος (γιαλαντζί) χορεύει με το “Fire” του Hendrix (υποτίθεται δισκάκι από juke-box). Ακούγονται τα εξής: «να μου ζήσεις black» (από πελάτη), «χειροκρότησα τη μαύρη Άφρικα» (από πελάτη), «τι επιθυμεί η μαύρη ήπειρος;» (ο Βέγγος), «επειδή τον βρήκαμε μαύρο να του τα χρεώσουμε μαύρη αγορά;» (ο Βέγγος ως γκαρσόνι), «δηλαδή τι μου παριστάνεις τώρα, το Λουμούμπα;» (ο Ζανίνο, ως αφεντικό). Ν’ αναζητήσω την (μη) πολιτική ορθότητα στα περί… μαυρίλας ή θα με πείτε υπερβολικό;
8. Τι Έκανες στον Πόλεμο Θανάση; (1971)
Δεν είμαι fan της λεγόμενης «ποιοτικής» στροφής του Θανάση. Προτιμώ τον Θανάση του πρώτου μισού των 60s («Τύφλα Να’χει ο Μάρλον Μπράντο», «Θα Σε Κάνω Βασίλισσα»), τον πρώτο «πράκτορα», το «Τρελλός, Παλαβός και Βέγγος»…
9. Θανάση, Πάρε τ’ Όπλο Σου (1972)
… ξεχωρίζω, πάντως, από την εν λόγω στροφή την παρούσα ταινία, που βγάζει περισσότερη ανθρωπιά και περισσότερη τρέλα από την προηγούμενη, έχοντας στα ατού της κι ένα από τα πιο ακατανόητα(;) φινάλε στην ιστορία του κινηματογράφου μας. Πιθανώς (δηλαδή σίγουρα), ο καλύτερος ρόλος για τον Αντώνη Παπαδόπουλο.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

ξεπάγωσε η τσιμινιέρα…

Έγραψα κανα-δυο ώρες από την εκπομπή «Στην Υγειά μας» του Σπύρου Παπαδόπουλου, την αφιερωμένη στον Μάνο Λοΐζο. Μερικές διαπιστώσεις:
1. Τα πολιτικά τραγούδια του Λοΐζου είναι από ’κείνα που χτυπήθηκαν περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου συνθέτη (ακόμη και από τα ανάλογα του Θεοδωράκη) στην κονίστρα της Μεταπολίτευσης. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, μπορείς να τ’ αντέξεις σήμερα.
2. Ο λόγος έγκειται και στην απουσία σύγχρονων ερμηνευτών, που θα μπορούσε να τους παράσχουν μια νέα-παλαιά συνείδηση. Οι πρώτοι διδάξαντες δεν πείθουν πια, έχοντας απωλέσει και τη φωνή της νεότητός τους, ενώ οι νέοι (και κυρίως οι νέες) δεν αντιλαμβάνονται τι τραγουδούν, αγνοώντας, παντελώς, το κλίμα της περιόδου στην οποίαν (τα τραγούδια) αναφέρονται. Άμα θέλουν να τα λένε, να καθίσουν πρώτα να μελετήσουν· όχι μόνο σολφέζ και αρμονία, αλλά και την πολιτικο-κοινωνική ιστορία (της εποχής).
3. Εξαιρέσεις υπάρχουν· δηλαδή εξαίρεση. Λέγεται Γιώργος Καραδήμος ο τραγουδιστής που επέλεξε να αναμετρηθεί με το πιο σημαδεμένο τραγούδι του Λοΐζου, το «Πάγωσε η τσιμινιέρα», το οποίον και υποστήριξε με εσωτερικό παλμό και δύναμη. Ο άνθρωπος έχει εξαιρετική φωνή και περαιτέρω νοιώθει τι τραγουδάει. Ακόμη και η σημειωτική του ντυσίματός του – με το καρό πουκάμισο, τα ανασηκωμένα μανίκια, το μαύρο παντελόνι (με τα μπατζάκια μέσα στη γαλότσα) – ήταν η πρέπουσα κι η ακριβής. Φανταστείτε π.χ. το αστείον του πράγματος, άμα έλεγε κάποιος την «τσιμινιέρα», φορώντας τρία άλφα κοστούμι, παπιγιόν και λουστρίνι. Και για να μη φανεί πως το γελοιοποιώ το ζήτημα λέω, ευθαρσώς, πως ο Καραδήμος με πείθει.
4. Ακόμη και τα ερωτικά τραγούδια του Λοΐζου με δυσκολία ακούγονται την σήμερον, καθότι φθάρθηκαν, άνευ ελέους, στις ραδιο-εκπομπές και τα τηλεοπτικά ταρατατζούμ. Η υπερέκθεση τα έκαψε.
5. Λόγω των μαστορικών μελωδιών τους, αλλά και των απλοϊκών, ντεμέκ λαϊκών ή και λαϊκιστικών, πολλές φορές, στίχων που διέθεταν (όπως αποκάλυψε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος τα περισσότερα λόγια, τις πιο πολλές φορές, έμπαιναν πάνω στις μελωδίες, που ήταν ήδη έτοιμες, άρα…), διαπέρασαν οριζοντίως άπαντα τα κοινωνικά στρώματα, επιτείνοντας, συν τω χρόνω, την αναίρεσή τους. Αγνοήθηκαν, έτσι, και οι λόγοι για τους οποίους γράφτηκαν, καταλήγοντας να είναι απλώς «τραγούδια σε σειρά».
6. Για την εκπομπή αυτή κάθε αυτή δεν θέλω να πω πολλά. Δεν υπήρχε παλμός, με το λεγόμενο παρεΐστικο κλίμα να είναι εντελώς προκατασκευασμένο. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους (ως συνήθως) και άλλοι που, ενδεχομένως, είχαν να βρεθούν χρόνια, αντι-τηλεοπτικές εκφορές λόγου (τσου-τσου), τυχαία παράθεση κομματιών, με τα λιγότερο γνωστά, υπέροχα, και άρα άφθαρτα ακόμη τραγούδια του συνθέτη ν' απουσιάζουν (π.χ. το «Ας μην είχες τόσα λάθη»), ορχήστρα άνευ εκείνων των λεπτών αποχρώσεων που θ' απαιτούσαν κάποια από τα κομμάτια (σύνθια ν' αναπαριστούν τρομπέτες), κουρασμένος και αξύριστος οικοδεσπότης (και καλά η προσωποποίηση της «κρίσης», ίνα μην έχουμε κι εμείς που πληρώνουμε να λέμε), γνωστές ή ανούσιες διηγήσεις που δεν προσέθεταν απολύτως τίποτα (το «γιουβέτσι» του Σαββόπουλου, που το έχω ακούσει 2-3 φορές να το λέει ο ίδιος, το «ταπεράκι» του Κακουλίδη).
Τσαφ. Κλικ. Χρρρρρ…

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

contemporary afrobeat

Η τρέλα με το afrobeat τελειωμό δεν έχει· κι η γερμανική Tramp Records του Tobias Kirmayer επιχειρεί, τούτον ακριβώς, να το καταστήσει σαφές. Προτείνει λοιπόν μία συλλογή την οποίαν τιτλοφορεί “Contemporary Afro Beat” και υποτιτλοφορεί “a fine selection of some of today’s most exciting afro beat bands from all over the world”, ρίχνοντας το βάρος της σε καινούρια ούτως ειπείν ονόματα. Να ποια είναι αυτά (άγνωστα και γνωστά): Fanga, Afromotive, Odu, N’Ghare Hi Power Band, Jojo Quo & Challengers, Kokolo Afrobeat Orchestra, The Boogoos, Afrodita, Akoya Afrobeat Ensemble, Aphrodesia, Albino, Afrodelic Stegosaurchestra και Express Brass Band.
Το αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε ευχάριστο στο αυτί (όταν δεν είναι βαρετό) κυρίως στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο κλασικός afrobeat ήχος εμφανίζει συγκεκριμένη προσωπικότητα· αναπαράγοντας μεν τις γνωστές τοις πάσι ρυθμο-συνταγές, επεκτείνοντας δε λιγάκι την κατάσταση προς το (σύγχρονο επίσης) jazz-funk, το… νεοϋορκέζικο afro, καθώς και τα καραϊβικά ηχοχρώματα.
Κακά τα ψέμματα. Μπορεί ένας ήχος του χθες να μεταφέρεται τεχνικώς στο τώρα δίχως (συνήθως) πρόβλημα, αλλά εκείνο που δεν μεταφέρεται είναι η κοινωνική βάση των κομματιών· ό,τι έσπρωξε τους πιονιέρους του είδους (τον Fela και όλους τους υπολοίπους) να δημιουργήσουν τούτη τη, φύσει και θέσει, επαναστατημένη φόρμα. Παρά ταύτα, κανείς δεν μπορεί ν’ απομειώσει τη θέση συγκροτημάτων όπως οι Akoya Afrobeat Ensemble με το “P.D.P” (13μελής ομάδα από τη Νέα Υόρκη και με παίκτες από το Benin, τη Νότια Αφρική, τον Παναμά, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, που έχει ως lead τραγουδιστή τον Kaleta, ιστορικό μέλος των Egypt 80) και ακόμη τη δύναμη και την πίστη των Fanga (με το όργανο να κυριαρχεί στο “Crache la douleur”), τους Jojo Quo & Challengers με το “Every woman is good woman” (και τα ωραία jazzy sax breaks), τους Afrodita με το “Africa my dear” (τα κρουστά πολύ μπροστά κι ένα σόλο στο άλτο άλλης εποχής), την τρέλα των Albino και του “Jing bong wah” (οι ωραιότερες πνευστές γραμμές της συλλογής), ή, τέλος, το “Radio Kabul” των Γερμανών Express Brass Band, οι οποίοι ανακατεύουν jazz υπαινιγμούς από Sun Ra και Art Ensemble of Chicago σε συνδυασμό με soul, afrobeat και oriental αναφορές. Απ’ όλα έχει ο μπαξές…
Και κάτι ακόμη. Η ιδέα του εξωφύλλου είναι… δανεική κι αγύριστη από το το library LP “Obsession Dramatique” [FR. Sonimage SI 813, 1973], που περιλαμβάνει συνθέσεις των Ugo Fusco, Stefano Torossi, Fiorella Fratini, Gino Marinuzzi, Lesiman και Raskovich.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

NILS WOGRAM moods & modes

Από τους σχετικώς νέους γερμανούς τρομπονίστες που πήραν τη σκυτάλη από τον τρανό Albert Mangelsdorff (αν και ο ίδιος αναφέρει ως βασικές επιρροές του… εκείνους που αναφέρουν όλοι, δηλαδή τους Jack Teagarden, JJ Johnson, Curtis Fuller και Jimmy Knepper), ο 39χρονος Nils Wogram είναι μία απολύτως υπολογίσιμη μονάδα στο χώρο της νέας jazz. Δραστηριοποιούμενος τουλάχιστον 17 χρόνια με τις δικές του μπάντες (εγγραφές στις Enja, ACT, AltriSuoni, Konnex, Intuition κ.ά.), αλλά και περισσότερο από δέκα με την Root 70, o Wogram εξέδωσε μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2010 δύο CD (στη δική του εταιρία nWog Records), τα οποία αποδεικνύουν την τζαζική του διαύγεια. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά…
Ρίχνοντας μια ματιά στο βιογραφικό τού Nils Wogram, που υπάρχει στο site του www.nilswogram.com, μαθαίνουμε πως ο γερμανός μουσικός είναι γεννημένος στην Braunschweig το 1972 και πως το 1989 (στα 17 του) βραβεύεται στην κατηγορία σόλο τρομπόνι στο διαγωνισμό Jugend Musiziert. To 1992 μετακινείται στη Νέα Υόρκη, όπου παραμένει για μερικά χρόνια, μελετώντας τρομπόνι και σύνθεση-ενορχήστρωση με τους Reginald Workman, Buster Williams, Steve Turre, Jimmy Knepper, Conrad Herwig, Slide Hampton, Kenny Werner και Maria Schneider. Το 1994 ηχογραφεί το πρώτο CD με το κουιντέτο του, υπό τον τίτλο “New York Conversations” [Mons Records], ενώ προς το 2000 δημιουργεί τους Root 70.
Δέκα-έντεκα χρόνια αργότερα το συγκρότημα δεν έχει αλλάξει line-up. Έτσι λοιπόν (και σήμερα) ως Root 70 αναγνωρίζονται οι Nils Wogram τρομπόνι, μελόντικα, overtone singing, Hayden Chisholm άλτο, μελόντικα, overtone singing, Matt Penman μπάσο και Jochen Ruckert ντραμς. Το συγκρότημα εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 2001 με το φερώνυμο CD του στην 2nd Floor, για να ακολουθήσουν τα Getting Rooted [Enja, 2003], Fahrvergnugen [Intuition, 2006] και On 52nd 1/4 Street το 2008. Το “Listen to Your Woman” [nWog Records 001, 2010] είναι κατά πάσα πιθανότητα το πέμπτο άλμπουμ τους, ένα απολαυστικό… blues έργο, διαστρεβλωμένο μέσα από τα παιξίματα και τις προοπτικές που ανοίγουν οι τέσσερις μουσικοί. Το εισαγωγικό “Rusty bagpipe boogie” μοιάζει, και μάλλον είναι, ένα τυπικό boogie-woogie διαμορφωμένο εντός των πλαισίων της hard bop αισθητικής. Το “One for George” είναι ένα mid-tempo blues με ωραίο άλτο από τον Chisholm. Πολύ ενδιαφέρον το φερώνυμο “Listen to your woman”, ένα 12μετρο σε αργό τέμπο (και με διπλές μελόντικες προς το τέλος!). Κομματάρα το “How play blues” με άπιαστα bass riffs και groovy πνευστά, εκτός τόπου το “Hot summer blues” με το throat singing, τις μινόρε κλίμακες και το… βαλκανικό ηχόχρωμα και απίστευτη η… reggae jazz στο “Behind the heart beat”. Τα τρία τελευταία κομμάτια, απλώς επιβεβαιώνουν το άριστα τού άλμπουμ. Το “Erectile dysfunction” δεν το αντιλαμβάνεσαι στο μέτρημα, το “Precision” απομονώνει ένα κάπως noir κλίμα καταδίωξης, ενώ το “Melancholia”, που κλείνει το CD, χάνεται στα multiphonics (φόρος τιμής στον μεγάλον Albert). Εν ολίγοις; Ένας δίσκος, για πολλά πράγματα.
Στο δεύτερο CD, φαινομενικώς, η κατάσταση μοιάζει περισσότερο ελέγξιμη, αν και – ακόμη και μετά την πρώτη ακρόαση – γρήγορα διαψεύδεσαι. Αναφέρομαι, βεβαίως, στο “Moods & Modes” [nWog 002, 2010], στη συνεργασία με άλλα λόγια του Nils Wogram με τον ρώσο πιανίστα Simon Nabatov· μια συνεργασία που κρατάει από παλαιά. Τρομπόνι και πιάνο δίχως παρελκόμενα, σε συμφωνία ή σε διαφορά φάσης, αναλόγως με τα κέφια των δύο μουσικών και τις απαιτήσεις των συνθέσεων (τέσσερις του Wogram, πέντε του Nabatov). Έτσι, οι δυο τους άλλοτε παραλληλίζονται μέτρο-μέτρο (“Split the difference”), άλλοτε αφήνονται σε cool, θλιμμένες προσεγγίσεις (“Moving in”) και άλλοτε αποδεικνύονται απολύτως εφευρετικοί στη δημιουργία κατακερματισμένων ατμοσφαιρών (“Full stop”), τη βοηθεία τεχνικών multiphonics και πιανιστικών κρεσέντων. Αυτοδύναμο, οπωσδήποτε, CD, αλλά και… συμπληρωματικό του πρώτου κατά μίαν έννοια.
Επαφή: www.nwog-records.com